Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Judisches Museum Berlin









Αληθινό σοκ η επίσκεψη στο μουσείο για το Ολοκαύτωμα που έχτισε στο Βερολίνο ο Daniel Libeskind (1992-99). Εδώ η ιστορία σωματοποίειται και η τραγωδία αποκτά χωρικές διαστάσεις. Το μεταλλικό κέλυφος, τα στενά ανοίγματα σαν μαχαιριές, η σιωπή και το κενό επιτείνουν το κλειστοφοβικό αίσθημα του θεατή. Σπάνια η αρχιτεκτονική αποσπάται από τις ανάγκες χρήσης ή την λογική της αγοράς και καθίσταται αληθινά πνευματικό επίτευγμα...
Εδώ, έκθεμα είναι το μουσείο το ίδιο. Είναι η εμπειρία του κάθε επισκέπτη, η δυνατότητά του να αντέξει, να καταλάβει, να αναστοχαστεί. 
φιερωμένο σ' εκείνους τους φιλότεχνους χρυσαυγίτες που χαράζουν γκράφιτι στις πλάτες των μεταναστών υπό τα όμματα μιας τυφλής, εδώ, αστυνομίας).

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Μάθημα "Αρχιτεκτονική και Σκηνογραφία"

Το μάθημα "Αρχιτεκτονική και Σκηνογραφία" της Τρίτης 27/11 μεταφέρεται το Σάββατο 1/12  στις 12.30 το μεσημέρι στην Εθνική Πινακοθήκη.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Ξενάγηση

Αύριο Πέμπτη 22/11 στις 8μ.μ. 
ο Μάνος Στεφανίδης θα ξεναγήσει στην έκθεση:

Ανδρέας Δεβετζής
"Περί κτισμάτων, ένοικοι"


Γκαλερί Titanium
Βασ. Κωνσταντίνου 44, Αθήνα 
http://www.titaniumartgallery.com/index.php

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ ή Του kitsch η μάνα

Δημήτρης Αληθεινός, Αγάπη και Συγχώρεση, Ασίζη, Σεπτ. 2012.
Πρόκειται για την άλλη Ελλάδα που δεν μπορεί να προστατεύσει το πολιτικό μας σύστημα γιατί δυστυχώς την αγνοεί. Λείπει δραματικά σήμερα ένας Μιχάλης Παπαγιαννάκης.

Τέχνη είναι κλάμα μας αλλιώς και το γέλιο μας βέβαια.Τέχνη η τελευταία μας δυνατότητα για αντίσταση .Τέχνη είναι η αξιοπρέπειά μας.Ό, τι, δηλαδή, μας έχουν αποστερήσει οι κυρίαρχες ελίτ του τόπου. Τέχνη είναι ο τρόπος μας όχι να αλλάξουμε τον κόσμο αλλά τον καθένα μας ξεχωριστά.
Μ.Σ.
 
 
Τον τόπο κατατρώγει επί τριάντα χρόνια μια ισοπεδωτική λοιμική. Αναποδογύρισμα αξιών, προσχηματική δημοκρατία, θεσμοί κατά το δοκούν και à la carte, κυριαρχία των μετρίων παντού, περιφρόνηση εκείνου του λιτού τρόπου ζωής που γαλούχησε γενιές και γενιές με αριστοκρατική πενία, εξανδραποδισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας στο όνομα της υπερκατανάλωσης, του επιδεικτικού πλουτισμού, του ιδεολογικοποιημένου σταρχιδισμού και της επιβολής του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε». Ένας ανατριχιαστικός μεταμοντερνισμός όπου όλα πάνε με όλα επειδή τα πάντα επιτρέπονται. Ονειρεύομαι μιαν εποχή που το life style και η αισθητική του Κωστοπουλισμού θα προκαλούν ντροπή. Κι που το «εγώ» θα υποτάσσεται στο «εμείς». Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού επέφερε την ανάλογη διάλυση του παραγωγικού αφού υπαλληλοποίησε ακόμη και την πρωτογενή οικονομία καθιστώντας τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους κρατικοδίαιτους. Τότε τα ΜΟΠ, μετά το ΕΣΠΑ, τώρα η αγία Δόση για έναν λαό χρόνιων εξαρτημένων. Καταντήσαμε μια χώρα που δεν παράγει κυριολεκτικά τίποτε και που βολεύτηκε να ζει με την «ελεημοσύνη» των ξένων. Η σπιρτάδα και το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ρωμιού χάθηκαν στις δοτές εργολαβές και την ταύτιση μ’ ένα κόμμα-πατρόνο. Έτσι όμως φαλκιδεύτηκαν βάναυσα όχι μόνο η εθνική αξιοπρέπεια αλλά και η εθνική κυριαρχία. Επιπλέον την ιδεολογική και πολιτική κρίση –οι φθαρμένοι και οι διεφθαρμένοι είναι ανίκανοι να εμπνεύσουν και να εμπνευστούν– επιτείνουν ο ακαταδάμαστος λαϊκισμός, –του kitsch η μάνα–, που σαρώνει όλο το πολιτικό φάσμα από δεξιά προς αριστερά και που εμποτίζει τα ΜΜΕ με κορωνίδα την τηλεοπτική μπαλαφάρα.

Με τέτοια πρότυπα η παιδεία ούτε ευδοκιμεί –ιδιαίτερα όταν οι δάσκαλοι καθίστανται κομματόσκυλα– ούτε ούτε ο πολιτισμός ακμάζει αφού όλα εξαρτώνται από τα κριτήρια της αγοράς. Βρισκόμαστε στην οριακή στιγμή όπου οι τάγοι μας, πολιτικοί και πνευματικοί, γνωρίζουν –ή παζαρεύουν– τη τιμή όλων των πραγμάτων αλλά αγνοούν την αξία του οποιουδήποτε. Η παχυλή ημιμάθεια και ο διανοουμενίζων σνομπισμός έχουν γίνει το σήμα κατατεθέν των κυρίαρχων ελίτ. Η πατρίδα είναι πνευματικά ανοχύρωτη και πολιτικά παραδομένη. Όσο για τις «αρχαιότητες» ή τις «ορθοδοξίες», αυτές έχουν καταστεί εύκολο σύνθημα –το οποίο δεν κατανοούν καν– στα χείλη των νεοφασιστών. Ξέρετε, όλων αυτών που επιχειρηματολογούν με τα μούσκουλα.

Αφού όμως η Αριστερά ενοχοποίησε τον πατριωτισμό στο όνομα ενός ανιστόρητου διεθνισμού, ταυτίζοντάς τον με τον εθνικισμό και την πατριδοκαπηλία, ήταν φυσικό να βρουν χώρο οι επαγγελματίες «πατριώτες» για να δράσουν. Κι ο κόσμος παρακολουθεί σιωπηλός και απόλυτα μπερδεμένος. Φίλοι από το εξωτερικο εκφράζουν τη λογική απορία πως είναι δυνατόν στο κοινοβούλιο μας τα κόμματα να μην συμφωνούν ούτε καν στο ελάχιστο. Και μάλιστα ούτε αυτή τη κρισιμότατη στιγμή. Φταίει το ότι λέμε την αλήθεια μισή κι ότι βολευόμαστε ακόμη με εύκολες λύσεις σώτηρίας ενώ η πραγματικότητα είναι οδυνηρά διαφορετική. Δηλαδή μόνο μέσα από πόνο θα βγούμε σ’ ένα ξέφωτο. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε την παιδαγωγική διάσταση της κρίσης και ν’ απομακρυνθούμε απ’ όλους εκείνους που μιλάνε για αλλαγές επειδή ακριβώς δεν θέλουν ν’ αλλάξει τίποτε.

ΥΓ. Όταν τελείται εντός του ακαδημαϊκού χώρου εγκληματική πράξη, δεν μπορεί ο πρύτανης να σφυρίζει κλέφτικα. Δεν μπορεί να μην έχει ευθύνες. Ντροπή. Το παράδειγμα μας ως δασκάλων επηρεάζει άμεσα τους μαθητές μας. Σε τελική ανάλυση, καμία βία είναι νόμιμη, καμία μειοψηφία δεν μπορεί μα να καταργεί την πλειοψηφία, καμία δημοκρατία δεν επιτρέπεται να υποθάλπει τραμπούκους.


Σάββας Πουρσανίδης, Η μπάντα, 2010-11 ( λεπτομέρεια), κάρβουνο σε καμβά (3,5 x 9 μ.). Ως τις 30 Νοεμβρίου στην Αποθήκη 9 του Λιμένα Θεσσαλονίκης
Σε αυτή την επική σύνθεση έξι οργανοπαίχτες,  σαν σύγχρονοι αστοί του Καλαί πάνω στο πάλκο του κόσμου, αγωνίζονται με τα συστραμμένα, εξπρεσιονιστικά σώματά τους να διώξουν το σκοτάδι φέρνοντας φως παντού, μέσα απ’ τη τέχνη. Η μουσική, η ύπατη δηλαδή των τεχνών σύμφωνα με τους φιλοσόφους του Ρομαντισμού, θα μας σώσει! Πρόκειται για μιαν εικαστική πρόταση υψηλής τεχνικής και εξαιρετικά επίκαιρου περιεχομένου.
Τα ανωτέρω κείμενα δημοσιεύθηκαν χτές στην εφημερίδα "6 μέρες" και στην σαββατιάτικη στήλη του Μ.Σ. με τον τίτλο "Εικονομαχίες". 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Η δημοκρατία του τσαμπουκά


Έστω κι αν το θέατρο είναι η ζωή μας, δεν επιτρέπεται η ζωή μας να γίνει θέατρο, και μάλιστα κακό. 

Δεν υπάρχει βία προοδευτική, δεν υπάρχει αντιδημοκρατική συμπεριφορά δικαιολογημένη. Όλα συνιστούν φασισμό και αυτό είναι άκρως ανησυχητικό. Οι μέθοδοι των κουκουλοφόρων και της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να υιοθετούνται από φοιτητικές νεολαίες ή κόμματα. Το αυγό του φιδιού μπορεί να εκκολάπτεται και από τους υπεράνω υποψίας ή, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, το τέρας που εξορκίζαμε αρχίζει να μας μοιάζει.
Όλα αυτά με αφορμή τις αλλεπάλληλες αρπαγές κάλπης ή την πρόσφατη απαράδεκτη  κατάληψη του ψηφιακού κέντρου του Καποδιστριακού (και μάλιστα με επικεφαλής δυο καθηγητές) ώστε να παρεμποδισθούν οι ψηφοφορίες για την ανάδειξη διοικητικών συμβουλίων των Πανεπιστημίων. Και κάτι τελευταίο: Όταν τελείται εντός του ακαδημαϊκού χώρου εγκληματική πράξη, δεν μπορεί ο πρύτανης να σφυρίζει κλέφτικα. Δεν μπορεί να μην έχει ευθύνες. Δεν μπορεί να νοιάζεται μόνο για τη μικροεξουσία του. Δεν μπορεί να περιφρονεί τους νόμους. Αυτή η παρατεταμένη ανομία μας οδήγησε εκεί που φτάσαμε. Ντροπή. Το παράδειγμα μας ως δασκάλων επηρεάζει άμεσα τους μαθητές μας. Σε τελική ανάλυση, καμία βία δεν είναι νόμιμη, καμία μειοψηφία δεν μπορεί να καταργεί την πλειοψηφία, καμία δημοκρατία δεν επιτρέπεται να υποθάλπει τραμπούκους.

Υ.Γ. Η αχρήστευση του κεντρικού server του ΕΚΠΑ επί δυο μέρες σταμάτησε επίσης τη συνταγογράφηση δυο πανεπιστημιακών νοσοκομείων, του Λαϊκού και του Αρεταίειου. Έτσι οι τραμπούκοι έγιναν και ακούσιοι (;) δολοφόνοι. Η αισθητική της Χρυσής Αυγής γίνεται σημαία του "προοδευτισμού"!

Δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα «6 μέρες»

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Άρης Μαραγκόπουλος:“Η ιστορία τιμωρεί τους αδιάβαστους μαθητές της”

Χαστουκόδεντρο: ‘Ενα χαστούκι, λαϊκό διάβημα /
“Η λάιτ Ελλάδα δεν ήξερε ότι στα σπλάχνα της έτρεφε το φασισμό”
Ήταν εν έτει 1963,
όταν η ελληνική κοινωνία συνταράχτηκε από ένα ηχηρό χαστούκι. Η Μπέτι Μπάρτλετ Αμπατιέλου, Βρετανίδα υπήκοος και σύζυγος του Έλληνα συνδικαλιστή και βουλευτή του ΚΚΕ, Αντώνη Αμπατιέλου, χαστούκισε τη Βασίλισσα Φρειδερίκη στο Λονδίνο. Λίγο νωρίτερα της είχε ζητήσει ακρόαση, προκειμένου να μεταφέρει υπόμνημα για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, αλλά το αίτημα της είχε απορριφθεί. Ανάμεσα στους πολιτκούς κρατουμένους ήταν και ο σύζιγός της, ο οποίος εξέτιε ήδη δεκαέξι χρόνια φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης. Στο πλευρό της είχε μεταβεί ο βουλευτής της ΕΔΑ , Γρηγόρης Λαμπράκης. Εικσιτρείς μέρες μετά το επεισόδιο στο Λονδίνο, ο Λαμπράκης δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς. 

Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη
Στην ελληνική μεταπολεμική κοινωνία του ’60, μια κοινωνία που βασανιζόταν ακόμη σκληρά από τα μετεμφυλιακά τραύματα, και τα συνεχή “χαστούκια” των απροκκάλυπτων ξένων παρεμβάσεων, στην πολιτική της ζωή, η φήμη για το χαστούκι της Αμπατιέλου στη Φρειδερίκη αντήχησε πολύ δυνατά και τη συγκλόνισε. Λειτουργώντας σχεδόν “ψυχαναλυτικά”… Ο ήχος του έφτασε στα όρια του θρύλου και ο αντίλαλός του κράτησε για πολλά χρόνια. Στην εποχή της μεταπολίτευσης φυσικά, μαζί με πολλούς άλλους ήχους, χάθηκε κι αυτός. Τον σκέπασαν τα ισχυρά ηχητικά συστήματα και τα τηλεοπτικά σκουπίδα…
Εκείνο το θρυλικό χαστούκι της Αμπατιέλου στη Φρειδερίκη, επαναφέρει στο προσκήνιο ο Άρης Μαραγκόπουλος με το νέο του και πραγματικά ιδιαίτερο βιβλίο “Το χαστουκόδεντρο”. Ένα μυθιστόρημα – ντοκιμαντέρ, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος, που μας μεταφέρει καρέ-καρέ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και στα αναρίθμητα τραυματικά χαστούκια που καθόρισαν τον ελληνικό πολιτικό βίο – αβίωτο μέχρι σήμερα. Για όλα αυτά ο Αρης Μαραγκόπουλος μιλά στο Book Bar, σε μια συνέντευξη που μπορεί να μην χαϊδεύει τα αυτιά, όμως περνά στην  ουσία πολλών “απολεσθέντων νοημάτων”.
Περιγράφετε το Χαστουκόδεντρο ως “μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ” Ποια στοιχεία του δικαιολογούν αυτό το χαρακτηρισμό;
Το Χαστουκόδεντρο, ως αφήγηση, παρεισφρύει στη σκιώδη περιοχή ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και στη μυθολογία που το περιβάλλει. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ ο αναγνώστης να υποψιάζεται τη δοσμένη Ιστορία. Ξαναδιαβάζω λοιπόν την Ιστορία μέσα από υλικά εν πολλοίς «ακατέργαστα», «αχρησιμοποίητα», ντοκουμέντα δηλαδή και γεγονότα που η επίσημη Ιστορία αφήνει για χίλιους λόγους στο περιθώριο είτε ακόμα επινοώ γεγονότα συγγενή προς τα φερόμενα ως πραγματικά, ώστε να δημιουργήσω για μένα και τον αναγνώστη συνθήκες πειραματικού εργαστηρίου. Δεν αναπλάθω τα γεγονότα όπως κατά κανόνα κάνουν όσοι γράφουν ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν με ενδιαφέρει να «ζωντανέψω» γενικώς και αορίστως γνωστά γεγονότα. Με ενδιαφέρει κάπως να τα «καταλάβω» και μαζί μου ο αναγνώστης. Να ανακαλύψω, στο μέτρο του δυνατού, τις μικρές αλήθειες που κρύβονται πίσω από πειστικά ψέματα
Ο απόηχος από το θρυλικό χαστούκι της Μπέτι Αμπατιέλου στη βασίλισσα Φρειδερίκη εν έτει 1963 “ακουγόταν” για πολλά χρόνια στην πολιτική κουλτούρα των Ελλήνων, ύστερα όμως λησμονήθηκε. Ποια ήταν η αφορμή και ποιοι οι λόγοι που σας έκαναν να επιστρέψετε σε αυτό σήμερα;
Το χαστούκι της Μπέτι στη Φρειδερίκη ήταν μια συμβολική κίνηση πολιτικής ανυπακοής απέναντι στη διεφθαρμένη και ξεπουλημένη πολιτική ηγεσία μιας χώρας, που όπως σήμερα, αντιμετωπίζει με την καταστολή τα πολιτικά προβλήματα. Κι ακόμα, όπως ορίζεται στο μυθιστόρημα, αυτό το χαστούκι υπήρξε περισσότερο ένα «λαϊκό διάβημα» και λιγότερο ένας μεμονωμένος ακτιβισμός μιας τολμηρής γυναίκας. Έκφραζε μια συλλογική ανάγκη, μια συλλογική αγανάκτηση, έναν συλλογικό θυμό για την κατάντια της χώρας που είχε παραδοθεί αμαχητί, διά του Παλατιού τότε, στους Αμερικάνους, όπως τώρα, διά της παρούσας πολιτικής ηγεσίας, στην Τρόικα.
Πότε αρχίσσατε να γράφετε το βιβλίο;
Το Χαστουκόδεντρο άρχισα να το γράφω λίγο καιρό αφού εκδόθηκε η Μανία με την Άνοιξη. Τότε ακόμα κανείς δεν μιλούσε για κρίση και κανείς δεν έδειχνε τόσο ενδιαφέρον για την πολιτική όπως σήμερα. Ωστόσο κάποιοι άνθρωποι καταλαβαίναμε από τότε τη σημασία μιας συλλογικής πολιτικής στάσης που, απέναντι σ’ ένα όλο και πιο διεφθαρμένο και κατασταλτικό κράτος, επιλέγει ως όπλο την πολιτική ανυπακοή, την απείθεια, το non serviam. Άλλωστε τόσο η επιστολική νουβέλα, Τα δεδομένα της ζωής μας (2002) όσο και η Μανία με την Άνοιξη (2006) έθιγαν πολύ καθαρά αυτά τα ζητήματα. Η κρίση, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους μας και το Χαστουκόδεντρο, που ολοκληρώθηκε μέσα σ’ αυτήν, καθώς το δούλευα διαπίστωνα ότι ερχόταν να απαντήσει, με τον τρόπο του και στο μέτρο του δυνατού, στις απαιτήσεις των καιρών.
Το χαστούκι στη Φρειδερίκη είχε συνδεθεί με αλυσιδωτές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα της εποχής, ακόμη και με τη δολοφονία Λαμπράκη. Πώς θα το χαρακτηρίζατε σήμερα: Ήταν η παρορμητική ενέργεια μιας ερωτευμένης γυναίκας ή μια κίνηση με βαθύτερα πολιτικά μηνύματα και σημασία;
Η κίνηση της Μπέτι, πιο σωστά η κίνηση της «δικής μου», της μυθιστορηματικής Μπέτι, δεν έκφραζε μια ατομική ενέργεια, είχε συλλογική υποστήριξη, υπήρξε αποτέλεσμα ενός συλλογικού αιτήματος που δεν περιοριζόταν μόνον στο θέμα της απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων, αλλά απέβλεπε σε μια γενικότερη ανατροπή των άθλιων πολιτικών συνθηκών της χώρας. Σ’ αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να «διαβάσουμε» και τη δολοφονία του Λαμπράκη. Κάποια στιγμή στο Χαστουκόδεντρο η Μπέτι λέει: “I’ve been accidentally heroic“.  Kατά τύχη ηρωίδα. Είναι αλήθεια. Διεκδικούσε με κάθε τρόπο τον έγκλειστο εδώ και 16 χρόνια άντρα της, ήταν κομμουνίστρια, ήταν ανοιχτή σε νέους τρόπους πολιτικής διεκδίκησης, ήταν Αγγλίδα με διαφορετική πολιτική κουλτούρα απ’ ότι οι Έλληνες (γραφειοκράτες) σύντροφοί της στην ηγεσία του ΚΚΕ, ήταν δασκάλα, που σημαίνει μορφωμένη γυναίκα, ζούσε τις αλλαγές της δεκαετίας του εξήντα από πρώτο χέρι, όλα αυτά μαζί, ως κρίκοι μιας αλυσσίδας, εξηγούν την τολμηρή της πολιτική πράξη. Και κάτι τελευταίο: ο έρωτας εμπεριέχει πάντα εν σπέρματι την επανάσταση, την ανατροπή, την αλλαγή… Πολύ περισσότερο όταν οι εμπλεκόμενοι έχουν οξυμμένη πολιτική συνείδηση.
Τι ήταν εκείνο που σας συγκίνησε στην ιστορία του Αντώνη και της Μπέτι Αμπατιέλου: Η ερωτική ιστορία ή η πολιτική ατμόσφαιρα εκείνης της χρονικής περιόδου;
Ήθελα να απαντήσω στο ερώτημα: πώς γίνεται να είσαι τριαντατριών ετών, η γυναίκα σου λίγο μικρότερη, να κλείνεσαι φυλακή, να ξαναβγαίνεις ύστερα από 17 χρόνια, δηλαδή στα πενήντα σου, εκείνη όχι απλώς να περιμένει σαν Πηνελόπη, αλλά να αγωνίζεται ακατάπαυστα όλα αυτά τα χρόνια να σε ελευθερώσει, ο κόσμος στο μεταξύ να αλλάζει ραγδαία και η ζωή να συνεχίζεται κανονικότατα λες και όλη αυτή η απαράδεκτη, η απάνθρωπη συνθήκη να είναι κάτι φυσιολογικό… Ήταν χιλιάδες οι Έλληνες που πέρασαν τα βάσανα του Αντώνη και της Μπέτι στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα. Χιλιάδες. Πώς ζούσαν; Πώς άντεχαν; Πώς άντεχαν αυτή τη δυστυχία οι άλλοι; Αυτοί που δεν έπαθαν τίποτε, αυτοί που δεν πρόδωσαν την αγανάκτηση, τον θυμό, αυτοί που έσκυψαν ταπεινωτικά το σβέρκο στις στυγνές συνθήκες της εποχής; Πώς είναι τελικά να αντιστέκεσαι; Αλλά και πώς είναι να μην αντιστέκεσαι στη βαρβαρότητα; Σύντομα τα ερωτήματα αυτά θα μας απασχολήσουν ξανά…
Στο πολιτικό κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας του ’50 και ’60 κυριαρχεί η απροκάλυπτη επέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας: Παλάτι γερμανικής καταγωγής και ισχυρή αμερικανική διπλωματία. Υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα σε εκείνο το τοπίο με αυτό που βλέπουμε σήμερα;
Νομίζω ότι οι ομοιότητες αφορούν λιγότερο τελικά τον ξένο παράγοντα που, όπως τόνισα προηγουμένως είναι έτσι κι αλλιώς εμφανής τότε και τώρα, όσο την εσωτερική πολιτική ζωή που χαρακτηρίζει πάντα η διαφθορά, το ξεπούλημα, η απόσταση από τον κόσμο, ο ραγιαδισμός. Υπάρχουν δύο πράγματα που δεν άλλαξαν ποτέ στην Ελλάδα: πρώτον, οι πολιτικοί χρησιμεύουν σταθερά ως εργαλεία διχόνοιας και διάσπασης των δημοκρατικών Ελλήνων προς όφελος των ξένων, δεύτερον, οι φυλακές ποτέ μα ποτέ δεν έπαψαν να φιλοξενούν πολιτικούς κρατουμένους. Αυτή η ιστορική συνθήκη απαντάει πλήρως στο ερώτημα.
Στα χρόνια της μεταπολίτευσης πιστέψαμε ότι η Ελλάδα είχε γίνει πια μια ανεξάρτητη χώρα, και ισότιμος εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πώς θα το σχολιάζατε;
Έγραψα ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, τη Μανία με την Άνοιξη, για να απαντήσω σ’ αυτό. Θυμίζω ότι εκείνο το βιβλίο περιγράφει διεξοδικά το αίσθημα συλλογικής απογοήτευσης που κατέχει την πλειονότητα των Ελλήνων μετά τη μεταπολίτευση, ένα αίσθημα που κάποτε παίρνει την έκφραση ενός συλλογικού θυμού κάνοντας ανεκτή ακόμα και την ύπαρξη τρομοκρατίας στη χώρα με τη μορφή οργανώσεων τύπου 17ης Νοέμβρη… Η χώρα ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά ανεξάρτητη, επειδή ποτέ δεν διέθετε ανεξάρτητη πολιτική ηγεσία αντάξια των προσδοκιών του λαού της, πολύ περισσότερο σήμερα, στα χρόνια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της κυριαρχίας του βάρβαρου χρηματιστηριακού κεφαλαίου.
Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης είχε σχέση με την Ελλάδα της Αμπατιέλου;
Η Ελλάδα της Αμπατιέλου και του Χαστουκόδεντρου, είχε δύο συγκρουόμενες όψεις: ήταν μια Ελλάδα ματαιωμένων ελπίδων και προσδοκιών για ένα καλύτερο αύριο, καψαλισμένων κοινωνικών οραμάτων, άγριας καταστολής, κρατικής τρομοκρατίας κ.λπ. Από την άλλη όμως ήταν και μια Ελλάδα με παρακαταθήκη δυνατών αρχών και αξιών, τεράστιων ψυχικών αποθεμάτων διαμορφωμένων στην διάρκεια της Αντίστασης και του Εμφύλιου, μια Ελλάδα όπου η λέξη «φιλότιμο» και η λέξη «σύντροφος» διατηρούσε ακόμα κάποιο νόημα κι όπου τα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας ένα χαμόγελο, μια ρακή, μια καλημέρα, συμπύκνωναν ζωτικές αξίες για την ομαλή ψυχική ζωή της κοινότητας… Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα από όλα αυτά κατέληξε, στη διάρκεια της βάρβαρης καραμανλικής οκταετίας και προς την εποχή της Χούντας, σε μια Ελλάδα όπου κυριάρχησε ο μικροαστισμός, το μικροσυμφέρον της ιδιωτείας, η μικροκομπίνα, το μικροξεπούλημα, η μικροπολιτική, το μικρό ανάστημα, με εξαίρεση φυσικά εκείνους που συνέχισαν να αντιστέκονται σ’ όλα αυτά (και που δεν ήταν λίγοι).
Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης υπήρξε η πιο λάιτ εκδοχή αυτής της μικροπρεπούς, μικροαστικής, μισοαστικής/μισοαγροτικής, μισοτίποτε Ελλάδας. Το χειρότερο: η Ελλάδα της μεταπολίτευσης ξέχασε ποια ήταν και που πήγαινε. Αφέθηκε στο (ελληνο)αμερικάνικο όνειρό της που την ημέρα αποενοχοποιούσε τη συνείδησή της φωνάζοντας «Έξω οι Αμερικάνοι» σε διαδηλώσεις / δεξιώσεις (ενώ ταυτόχρονα ξεπουλούσε τα πάντα για μετοχές στο χρηματιστήριο και εύκολο χρήμα) και το βράδυ τα έσπαγε στα μπουζούκια και στις …βουλγάρες. Αυτή η λάιτ Ελλάδα του ΚΛΙΚ, του Λαλιώτη, της λαμογιάς, της trash τηλεόρασης, της trash υπερπαραγωγής βιβλίων κομμωτηρίου, δεν ήξερε ότι στα σπλάγχνα της έτρεφε τον φασισμό και μόλις αντίκρυσε, πριν λίγο καιρό, το βάναυσο, απολίτιστο πρόσωπό του, τρόμαξε: επειδή ξαφνικά υποχρεώθηκε να κοιτάξει κατάματα τον ίδιο τον διεφθαρμένο εαυτό της στον καθρέφτη.
Ποιό πιστεύετε ότι είναι το χειρότερο παρεπόμενο της σημερινής βαθειάς κρίσης: Η οικονομική εξάντληση και απειλούμενη πτώχευση του μεγαλύτερου μέρους των Ελλήνων ή εν τέλει η αφαίρεση της αξιοπρέπειας τους μέσα σε ένα κλίμα πρωτοφανούς διεθνούς απαξίωσης;
Η αναξιοπρέπεια έχει θεσμοθετηθεί ως αρετή σ’ αυτή τη χώρα. Βοήθησε προς αυτή την κατεύθυνση ολόκληρη η μεταπολίτευση, πατώντας στα θεμέλια ενός σαθρού κρατικού οικοδομήματος που έχει κτιστεί προσεκτικά στα μεταπολεμικά χρόνια, αυτό προσπαθεί να δείξει και το Χαστουκόδεντρο. Η φτώχεια δεν συγκρίνεται με την αναξιοπρέπεια. Μπορείς να ζήσεις με τα απολύτως αναγκαία, δεν μπορείς να ζήσεις ηττημένος, ντροπιασμένος, γυμνός από συντρόφους, από αλληλεγγύη, από αγάπη. Ακόμα και στη μεγάλη πείνα της Κατοχής, ελάχιστοι ήταν αυτοί που κοιμόντουσαν στον δρόμο, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα… Δεν μπορείς να ζήσεις ως παρίας λαός της Ευρώπης, επειδή πολύ απλά δεν είσαι. Αλλά κινδυνεύεις να γίνεις. Επειδή ως Έλληνας έχεις χάσει κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Πάλι και πάλι και πάλι το πρόβλημα της ελληνικής ταυτότητας το βρίσκουμε μπροστά μας. Δεν είναι τυχαίο.
Τώρα όμως δεν έχει να κάνει με την αρχαιοπληξία ή τον βυζαντινισμό παππαδαριού και χρυσαυγιτών, έχει περισσότερο να κάνει με την αφαίμαξη κάθε εμπιστοσύνης στον εαυτό μας. Κανείς πια δεν εμπιστεύεται κανέναν. Ο κλέφτης και ο απατεώνας κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με σένα. Το λαμόγιο που σου έδωσε την άδεια για το αυθαίρετο είναι «κολλητός» σου. Ο υπάλληλος που σου χορήγησε ψεύτικη σύνταξη σου κλείνει το μάτι στον δρόμο. Αλλά με μικροσυμφέροντα και κομπίνες δεν κτίζονται σχέσεις αλληλεγγύης. Μόνο συμμορίες κτίζονται έτσι. Οπότε, τώρα που όλος αυτός ο «δημοκρατικός παράδεισος» γκρεμίζεται εκ θεμελίων, κανείς δεν αγαπάει κανέναν πια. Εύκολα μισούμε ο ένας τον άλλον. Και ακόμα πιο εύκολα, όπως επιμένει και το Χαστουκόδεντρο, γινόμαστε guinea pigs για χάρη συμφερόντων που δεν μας αφορούν αλλά ακόμα πολλοί τα πιστεύουμε, ακόμα ύστερα από τόσες ήττες, τόσες άσκοπες θυσίες, τόσα ξεπουλήματα, πολλοί τα πιστεύουμε ότι είναι δικά μας.
Θα μπορούσατε να φαντασθείτε την “επόμενη μέρα” της κρίσης; Θα είναι μια “μέρα” αφύπνισης ή μια “μέρα” ενός νέου διχασμού;
O διχασμός είναι κιόλας εδώ. Σχετίζεται με το ζήτημα της εμπιστοσύνης που μόλις σας ανέφερα. Ο διχασμός, κι αυτό προσπαθώ να εξηγήσω με το Χαστουκόδεντρο, αφορά όλη τη μεταπολεμική μας Ιστορία. Σχεδόν δεν ζούμε χωρίς αυτή την πανούκλα, δεν αναπνέουμε διαφορετικά ως λαός. Αλλά είναι λογικό. Από τη στιγμή που μια κυρίαρχη ομάδα δεν ανήκει σ’ αυτή τη χώρα, από τη στιγμή που μια κυρίαρχη οικονομικά και πολιτικά ελίτ ζει μονίμως ως ξένη σ’ αυτή τη χώρα και στηρίζεται γενναία και σε σταθερή βάση από τον ξένο παράγοντα, οι υπόλοιποι εξ ανάγκης στρέφονται εναντίον της. Σήμερα όμως έχει συμβεί το εξής τραγελαφικό: απέναντι στην κυρίαρχη ελίτ συνασπίζονται τα πιο ετερόκλητα στρώματα του πληθυσμού. Ετερόκλητα όχι απο ταξική άποψη, αλλά από πολιτική: άδειασε τόσο τραγικά πολύ το πολιτικό μυαλό του μέσου Έλληνα, ελάφρυνε τόσο απελπιστικά πολύ η μεταπολίτευση την πολιτική σκέψη του μέσου Έλληνα, που τώρα, περισσότερο από ποτέ, κάτω από τη βία της κρίσης, λειτουργεί σαν τρελαμένο χάμστερ που το έβαλαν σε καινούργιο πείραμα (από το κλουβί του απολίτικου ωχαδερφισμού στο κλουβί του συνειδητού πολίτη) και δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει για να ξαναβρεί την ηρεμία του, το φαγάκι του, το σπιτάκι του κ.λπ. Ναι, τώρα, η αδειοσύνη μιας λάιτ εποχής παραχωρεί τη θέση της στην απόγνωση, αυτή με τη σειρά της στην τρέλα κι αυτή πάλι, στην παράλογη βία.
Ναι, ο διχασμός είναι ήδη εδώ, ναι, η βία είναι ήδη εδώ. Και τίποτε δεν πρόκειται να τελειώσει εδώ. Η Ιστορία τιμωρεί πολύ σκληρά τους αδιάβαστους μαθητές της. Και η βία, πανάρχαια μαμμή της Ιστορίας, καλώς ή κακώς, έχει εδώ τον ύστατο λόγο. Η «αφύπνιση», η όποια αφύπνιση, πάντα καταφθάνει με αξιοσημείωτη καθυστέρηση.
INFO
Το χαστουκόδεντρο , μυθιστορία
Άρης Μαραγκόπουλος
Εκδόσεις Τόπος 2012
Σελ. 444, Τιμή € 18,00








Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Το αβγό και το τσόφλι του

 Σάββας Πουρσανίδης, Μπάντα, 2010 (λεπτομέρεια)
Το έργο είναι κάρβουνο σε μουσαμά και έχει μήκος 9μ.!
Εκτίθεται ως το τέλος Νοεμβρίου στην Αποθήκη 9 του λιμένος Θεσσαλονίκης.

Αν πολιτισμός είναι ο καθολικός ιστός που συνέχει τις ανθρώπινες συλλογικότητες με τις δραστηριότητές τους, τότε και η εξουσία, ως μορφή διοίκησης και ελέγχου αυτών των δραστηριοτήτων, αποτελεί μια ακόμη εκδήλωση πολιτισμού (όπως εξάλλου η ιεροτελεστία του πολέμου, οι θρησκείες, η τέχνη, το δίκαιο κ.λπ.). Πρόκειται, πιο απλά, για ένα υποσύνολο που όμως έχει τη δυνατότητα να καθορίζει δραματικά τη λειτουργία του συνόλου, όπως ο υπηρέτης του κ. Πούντιλα στο θεατρικό του Μπρεχτ, ποδηγετεί το αφεντικό του.

Η τέχνη, πάλι, αφορά σε πολύτιμες ατομικότητες που όμως μπορούν να μιλήσουν καίρια -και έγκαιρα- εκ μέρους του συνόλου. Και μάλιστα μ' έναν τρόπο που αδυνατεί να μιμηθεί η εξουσία και οι φορείς της (όσο κι αν θα το ήθελαν). Θυμηθείτε για παράδειγμα τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε τότε η λιτή δήλωση του Σεφέρη εναντίον των συνταγματαρχών. Επίσης η τέχνη, ως υποσύνολο του πολιτισμού όπως είπαμε, εκφράζει κατά βάθος ένα modus moriendi (μια στάση ως προς το θνήσκειν), ενώ ο πολιτισμός αποτελεί σταθερά κατάφαση, ένα modus vivendi.

Και η εξουσία όμως, το σύστημα δηλαδή ελέγχου των ανθρώπινων συλλογικοτήτων, ενδιαφέρεται για ευρύτερες καταφάσεις και γι' αυτό αναφέρεται μεν αξιωματικά στον «λαό», αντιμετωπίζοντάς τον όμως στην εκπτωτική του διάσταση.

Άλλοθι της εξουσίας, όπως υπογραμμίζει και ο Μακιαβέλι, αποτελεί το γεγονός πως και η δημαγωγία και ο λαϊκισμός και το πολιτικά συμφέρον αποτελούν πολιτιστικά επιφαινόμενα των ζευγών πόλις-πολίτης και πολιτισμός-πολιτική. Κατά βάθος, λοιπόν, η εξουσία διαχειριζόμενη συλλογικότητες και προσβλέποντας σε υποκείμενα -στα καθ' ημάς ο Weber δεν πολυβοηθάει θεωρητικά εφόσον πρόκειται χυδαϊστί για «ψηφαλάκια»- αντιπαρατίθεται μοιραία προς την τέχνη και την εγγενή τάση της να την αμφισβητεί διεκδικώντας όχι το εφικτό αλλά το ιδανικό.

Επίσης θέλει να ενσωματώσει στην πρακτική της εκείνη τη διάσταση του πολιτισμού που τη συμφέρει άμεσα: τουτέστιν, την πολιτική προπαγάνδα, την πιο προφανή κουλτούρα της εξουσίας. Στην εποχή του πάπα Ιουλίου Β', ενός πραγματιστή άθεου, λεγόταν Cappella Sixtina και έφερε την υπογραφή μιας απόλυτης μεγαλοφυΐας. Στις μέρες μας μπορεί να είναι ένα dvd που το τολμηρό του περιεχόμενο δεν αποκλείει την αισθητική του αξία. Η πρωτοποριακή έκφραση, με άλλα λόγια, μπορεί να επιτευχθεί με ελάχιστα μέσα.

Τέλος η, όποια, εξουσία επιμένει στο πρόδηλο, ενώ η τέχνη, κατ' εξοχήν υποκειμενική, θηρεύει το αφανές. Έτσι ανάμεσά τους υψώνεται ένας τοίχος ασυνεννοησίας.

Αν δεν με πιστεύετε, προσέξτε τ' αμήχανα χαμόγελα των πολιτικών όταν, υποχρεούνται να, συνυπάρχουν μ' εκπροσώπους του πολιτισμού αλλά και πόσο αισθάνονται στα νερά τους όταν φωτογραφίζονται με επιχειρηματίες. (Λογικό· αμφότεροι υδρεύονται από την ίδια, κρατική, κρήνη).

Ανέκαθεν, πάλι, οι άνθρωποι του πολιτισμού στρέφονταν προς την αριστερά -το αντίθετο συμβαίνει μόνο παραμονές εκλογών- γιατί εκεί έβρισκαν μιαν στοιχειώδη παραμυθία σε σχέση με το οραματικό που σας ανέφερα, η αριστερά όμως έστω κι αν δεν κυβέρνησε ποτέ στον τόπο μας, αποτελεί πάντα μια μορφή πολιτικής εξουσίας και, όπως κάθε εξουσία, παραμένει συντηρητική στον πυρήνα της. (Εξ ου και η πασιφανής αμηχανία ως προς μιαν αριστερή πολιτική της που να ριζοσπαστικοποιεί τον πολιτισμό. Κι εδώ, δυστυχώς, δεν έχει τσίπρα επάνω της). Αλλά και όπου άσκησε εξουσία, κατέφυγε στους πιο ζντανοφικούς ακαδημαϊσμούς (ο Σοστακόβιτς αποτελεί αμφίστομο παράδειγμα).

Παρ' ότι λοιπόν το ζευγάρι αριστερά-πολιτισμός υπήρξε του συρμού για πολύ, μάλλον σήμερα δεν τραβάει το τρένο (ο συρμός δηλαδή). Η έλλειψη βαθύτερης παιδείας και καλλιέργειας είναι ψηλαφητή σ' όλο το φάσμα της πολιτικής ηγεσίας.

Η συνακόλουθη παρακμή των ομόκεντρων κύκλων τέχνης και πολιτισμού είναι αναπόδραστη. Το κυρίαρχο καταναλωτικό μοντέλο προβάλλει τον ηδονισμό με τόσο χυδαίο τρόπο ώστε το όποιο αίτημα για πνευματικότητα καταντά ύβρις.

Κοντολογίς ο πολιτισμός είναι το όλον, το αρχετυπικό αβγό της ανθρώπινης κοινωνίας, ενώ η εξουσία αποτελεί το κέλυφος που το συγκρατεί. Όταν οι εκπρόσωποι της εξουσίας είναι στοιχειωδώς καλλιεργημένοι, π.χ. οι Μέδικοι, ο Φρειδερίκος ο Μέγας, ο Τολιάτι, ο Αλεξ. Παπαναστασίου, ο Πομπιντού, ο Π. Κανελλόπουλος, απολαμβάνουν σεμνά και τον κρόκο και τ' ασπράδι.

Όταν είναι βουλιμικοί, βιάζονται, λόγω αγνοίας, να φάνε το αβγό τους με τα τσόφλια.

Σας θυμίζω τι ζήσαμε στο δικτατορικό kitsch αλλά και στην εποχή του «πολιτισμού των πολιτισμών». Στην εποχή δηλαδή μιας μελαγχολίας που παρατείνεται. Κάποιοι θα πουν «Σιγά τ' αβγά!». Η κρίση όμως του τόπου όλο και βαθαίνει.


«Ίμερος ή η Εκδίκηση της Σελήνης»

 
 
 
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ 
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΑΜΙΟΥ


Η Γκαλερί Σκουφά, οι εκδόσεις Μίλητος και ο Παύλος Σάμιος σας προσκαλούν το Σάββατο 10 Νοεμβρίου στη 1μμ. στην παρουσίαση του βιβλίου «Ίμερος ή Η Εκδίκηση της Σελήνης».

Το βιβλίο, με ζωγραφική του Παύλου Σάμιου, πεζά και έμμετρα κείμενα του Μάνου Στεφανίδη και ένα ποίημα του Νάσου Βαγενά, θα παρουσιαστεί κι από τους τρεις στο πλαίσιο της έκθεσης ζωγραφικής ‘Επί Χάρτου’ στον χώρο της γκαλερί.




Σκουφά, Σκουφά 4, Κολωνάκι, 2103643025,  info@skoufagallery.gr, www.skoufagallery.gr

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ανδρέας Δεβετζής. Απρόσωπες πολυκατοικίες, προσωπεία ύπαρξης και οι ψυχές τους.

Απόσπασμα από τον κατάλογο της έκθεσης του Α. Δεβετζή, η οποία εγκαινιάζεται την Τετάρτη 7/11 στη Γκαλερί Titanium, Βασ.Κωνσταντίνου 47, στις 8μμ.
Την έκθεση θα προλογίσει ο Μ.Σ.





Μέσα απ' το φως ακόμη και το κενό αποκτά υπόσταση. Και η τέχνη είναι εκείνος ο Λαβύρινθος, στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο κι όχι στην είσοδο. M.Σ.


ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τέχνη είναι το κλάμα μας αλλιώς, και το γέλιο μας βέβαια. Σπανιότερα όμως. Την τέχνη γεννούν ο έρως, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης και η κοινωνική ανάγκη. Η ευκολία την εκφυλίζει, η εγωπάθεια την ακυρώνει, το δράμα την σώζει. Εξάλλου, μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί ελεηθήσονται. Η τέχνη λοιπόν είναι το έλεος σ' έναν ανήλεο κόσμο. Είναι επίσης η δύναμη που προκύπτει από την αδυναμία μας. Εδώ ακριβώς έγκειται και το θαύμα της. Η τέχνη, τέλος, περισσότερο από «έργα» ή «αριστουργήματα» συγκροτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο του υπάρχειν. Και καθιστά καλλιτέχνη όποιον υιοθετεί αυτόν τον τρόπο, ενώ περιφρονεί βαθιά τις τρέχουσες πόζες, τις εμμονές περι την κατανάλωση ή την επίδειξη, την αγραμματοσύνη που περνιέται για στιλ, τα δάνεια φώτα που σβήνουν μ' ένα «κλικ» και χλευάζει όσους την ταυτίζουν με την ιδιοκτησία. Η τέχνη μπορεί, μην το ξεχνάτε, ν' ανήκει σε όλους, πλούσιους ή πένητας, με μιαν αμείλικτη δημοκρατία. Προσοχή όμως. Οι εγκλώβισμένοι στον ματεριαλισμό δύσκολα ραντίζονται από την δρόσο της πνευματικότητάς της και ευκολότερα βολεύονται με υποκατάστατα. Η τέχνη επαφίεται τόσο στην παιδεία όσο και στο ένστικτο, τόσο στο λαϊκό, δηλαδή το συλλογικό, – υπόστρωμα της κάθε ατομικότητας- όσο και στο υποκείμενο, τον μοναδικό της πυρήνα. Η τέχνη είναι πολύτιμη επειδή δεν μπορούμε να την ορίσουμε επακριβώς. Όπως λ.χ. ορίζουμε ένα, έστω, πολύπλοκο μηχάνημα ή ένα φυσικό φαινόμενο. Η τέχνη γεννιέται με την αστραπή και με την αστραπή πεθαίνει. Είναι σκοτεινή και απρόσιτη στους γελοίους που την υποτιμούν νομίζοντας πως την έχουν κλειδωμένη στα μικροαστικά τους ντουλάπια ή τα μουσειάκια της πλάκας. Ενώ είναι γενναιόδωρη και παρηγορητική στους αθώους και τους αναμάρτητους, σαν τον Ντον Τζιοβάνι και τον Βαν Γκογκ, και στους ελαφροΐσκιοτους ή σαλούς σαν τον Χαλεπά, τον Στέρη ή τον Σκλάβο. Όσοι πάλι αμαρτάνουν για χάρη της καθαγιάζονται αυτόματα, σαν τον Βιγιόν, τον Καραβάτζο, τον Ρεμπό ή τον Εμπειρίκο. Οι αστοί έχουν περισσότερες πιθανότητες μαζί της παρά οι προλετάριοι (ιδιαίτερα όταν πλουταίνουν προς εκδίκηση) μόνο που έχουν εκλείψει οι αστοί σήμερα. Σαν τον Κώστα Παπαϊωάνου, τον Κοσμά Πολίτη, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Δημήτρη Καπετανάκη, την Κοραλία Θεοτοκά, τον Γιώργο Μαυροϊδη,τον Νίκο Εγγονόπουλο, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Γιώργο Μακρή, τη Φλέρη Νταντωνάκη, τον Μόραλη, τη Χρύσα και τον Νίκο Κεσσανλή, τον Χειμωνά, τον Κούνδουρο, τη Μαρία και τον Βλάση Κανιάρη κι οσους από την αριστερά συνδυάζουν πνευματικότητα και αριστοκρατία, δηλαδή εγκράτεια και συγχρόνως περιφρόνιση στη νεοπλουτίστικη λίγδα.




ΟΙ ΨΥΧΕΣ
Πώς ζωγραφίζονται οι ψυχές; Ο Γκρέκο το έμαθε από τη βυζαντινή παράδοση και τις εικόνες της “Κοιμήσεως”. Γι' αυτό στην “Ταφή του Κόμητα Οργκάθ” ένας Άγγελος κρατάει τη ψυχή-φάσμα του νεκρού. Ο Ανδρέας Δεβετζής είναι ένας σύγχρονος ζωγράφος, ευαίσθητος, παρατηρητικός, τελειομανής – χωρίς όμως τις εμμονές του δήθεν μοντέρνου- ο οποίος θέλει να ζωγραφίζει τα πράγματα αλλά και την ψυχή τους, το φως αλλά και το μυστήριο που το συνοδεύει, τις σκιές αλλά και την απελπισία που τις νοηματοδοτεί, τα πρόσωπα αλλά και την αύρα τους, τα κτήρια αλλά και την ιστορία τους, τα σώματα αλλά και τον καϋμό τους. Σ' όλη του τη ζωγραφική έρευνα ως σήμερα ζωγραφίζει το οπτικό ερέθισμα αλλά και το “άλλο”, τα πράγματα, τα πρόσωπα, τους χώρους αλλά και το αίνιγμά τους σαν ένα σημερινό σχόλιο στα επιτεύγματα της pittura metafisica έναν αιώνα πριν.
Έλεγε ο Γιώργος Βακιρτζής, πολυεπίπεδος δημιουργός, ενεργός πολίτης και πρόδρομος εκείνων των πορτρέτων που αργότερα θα έκαναν διάσημο τον Andy Warhol: ποιός είναι ο καλύτερος χορευτής; Εκείνος που μπορεί να ερμηνεύσει την εποχή του ξεπερνώντας την. Καθιστώντας τα προσωπικά του βιώματα, την ιδιαιτερότητα της εφηβείας ή της γειτονιάς του πανανθρώπινη συνείδηση. Και που βέβαια κουβαλάει το παρελθόν και τους θησαυρούς του όχι σαν αχθοφόρος αλλά σαν σκυταλοδρόμος. Παρηγοριέται από το παρελθόν ονειρευόμενος το μέλλον.
Εξάγοντας, εν τέλει, νόημα από το μηδέν ή το θάνατο και καθιστώντας την Τέχνη μεγαλειώδη μεταφορά της ύπαρξης. Και μάλιστα της ύπαρξης του καθενός. Αφού εδώ έγκειται το πιο βαθύ μυστικό της δημιουργίας: στη μνημείωση της μονάδας, αυτής της έννοιας που απώλεσαν οι μεγάλες επαναστάσεις ομνύοντας στα πλήθη και στις μάζες. Ενώ στην πραγματικότητα την Ιστορία αλλάζουν τα πρόσωπα εκείνα που συνεργάζονται με τις εξίσου προσωποποιημένες συλλογικότητες. Ο Δεβετζής δουλεύει μεθοδικά αποτυπώνοντας αυτά που γνωρίζει και ακραγγίζοντας όσα δεν γνωρίζει αλλά υποπτεύεται πως υπάρχουν. Επειδή δεν παίζει κανείς με τις ψυχές!

ΡόΛΟΙ

 Madi Furguson is Desdemona and Will Carson is Othello in the Mobtown Players' production of Othello, opening October 26. Photo by Kelly Brady.

Πόσο ανακουφιστικά ωραίο
όταν οι ηθοποιοί ξεντύνονται τους ρόλους τους
κι όταν γίνονται άνθρωποι όπως όλοι πάλι
πεινώντας, κρυώνοντας ή ροχαλίζοντας
όταν κοιμούνται σε λάθος πλευρό
κι όταν λίγο σάλιο τρέχει απ το στόμα τους
αφημένοι στον ύπνο σαν παιδιά.
Οι ηθοποιοί ξεχνάνε τις πίκρες της ημέρας
τις δυσκολίες της εφήμερης δουλειάς τους
φορούν τα καθημερινά τους ρούχα
και ξέρουν πως δεν είναι πια ο Ριχάρδος,
ο Ιάγος, η Αντιγόνη ή η Δεισδαιμόνα
Κι αν έτσι περιμένουνε το θάνατό τους
δεν πειράζει λένε είναι κι αυτός ένας ρόλος.





Το μάθημα "Αρχιτεκτονική και Σκηνογραφία" της Τρίτης 6/11 μεταφέρεται το Σάββατο 10/11 στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, Κουμπάρη 1, Κολωνάκι, στις 12 το μεσημέρι.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Για τον Βασίλη

Με αφορμή την έκθεση του στο κτήριο Κωστή Παλαμά (Ακαδημίας και Σίνα) από σήμερα 2 έως 16 Νοεμβρίου.




Πρώτες έρχονται οι ενστικτώδεις ανάγκες και μετά η πολυτέλεια του “περιττού”. Το μη απαραίτητο ορίζει τον άνθρωπο. Είναι η ψυχή μας, είναι η απόδειξη της πνευματικότητάς μας αυτό. Είναι αυτό που σηκώνει τον άνθρωπο όρθιο στα πόδια του.”
Βασίλης Φωτόπουλος (1934-2007)



Προσωπικά μου αρέσουν οι δημιουργοί που έχουν εμμονές. Που επιστρέφουν ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα, όχι τόσο για να το τελειοποιήσουν -αυτό θα ήταν αφέλεια- αλλά για να τελειοποιήσουν, όσο γίνεται, τον εαυτό τους· αυτό σημαίνει αγιοσύνη. Αφού η τέχνη αποτελεί μια μορφή αγιότητας (που όμως δεν φοβάται να αμαρτήσει). Κι αφού η αμαρτία, υπό όρους, δηλαδή όταν εμφορείται από αναπαλλοτρίωτο πάθος, είναι κι αυτή, μορφή αγιότητας. Άρα, με τη σειρά της, διεκδικεί το πρόσωπο (και το προσωπείο) της τέχνης.
Ο Βασίλης Φωτόπουλος υπήρξε ένας πρίγκιπας για τη γενιά του. Μπορούσε να είναι την ίδια στιγμή ασκητικός και πολυτελής, εγκόσμιος αλλά και πέραν του κόσμου, θεόθεν αλήτης, δηλαδή πλάνης και ανέστιος όπως συγχρόνως αριστοκράτης και λάτρης της ζωής στην πιο υψηλή της σημασία. Την πιο υψηλή της εκδοχή. Άλλοτε βυζαντινός και άλλοτε σύγχρονος κοσμοπολίτης, ήξερε επίσης να βιώνει λάθα επειδή κατά βάθος διέθετε απόλυτη επίγνωση της αξίας του. Σε αυτή την επίγνωση οφείλεται και η ταπεινοφροσύνη του. Η άκρα ταπείνωσις. Σ' έναν κόσμο μέτριων γνώριζε πως η προσωπική του λάμψη και ενοχλούσε και έδινε λαβή σε λογής ασχημίες. Ο ίδιος ανήκει πλέον στο ίδιο πάνθεον όπου κατοικοεδρεύουν η Μελίνα, ο Ντασέν, ο Κακογιάννης, ο Τσαρούχης, ο Κουν, ο Μινωτής, η Κάλλας, ο Μόραλης, ο Χατζιδάκις, η Παξινού, η Λαμπέτη, ο Γκάτσος, ο Εμπειρίκος, ο Κατράκης, ο Κούρκουλος, ο Χειμωνάς, ο Διαμαντόπουλος, ο Γκίκας,...
Σε όλη του τη ζωή, κονταροχτυπήθηκε με το κάλλος και με το τρομερό που πάντα ελλοχεύει στα σπλάχνα της ομορφιάς. Μακρυά από διακοσμητικότητες και φλυαρίες υποστήριξε μιαν ανθρωποκεντρική ζωγραφική που είχε στο επίκεντρό της τα απαραίτητα λύτρα της θέωσης: το τραύμα, την οδύνη, το δράμα της ύπαρξης, τη χοϊκή φλόγα... Μια ζωγραφική με έντονες θεατρικές αναφορές, ένα εικαστικό θεατρογράφημα, στην εποχή ακριβώς της κρίσης της ζωγραφικής και της κρίσης του θεάτρου. Της κρίσης της αναπαράστασης τελικά. Η ζωγραφισμένοι του έφηβοι πάλι, αυτοί οι ιδιότυποι ignudi, συνεχίζουν με άλλους τρόπους την παράδοση του ανδρικού κορμού όπως την διατύπωσαν ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος και ο Διαμαντόπουλος. Πρόκειται για μοναξιές που επιδιώκουν απελπισμένα επικοινωνία. Συλλογικότητα. Αγάπη. Ηδονή. Ελευθερία.
Στο Βασίλη Φωτόπουλο οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του Διαμαντή Διαμαντόπουλο. Ένα έργο αλλόκοτο, μυστικό και ιδιοφυές. Ο Βασίλης μου έμαθε ακόμη το πολύτιμο της κάθε μέρας. Ξεχωριστά...
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μελαγχολία στο βλέμμα του. Ακόμη κι όταν γελούσε.

Μάνος Στεφανίδης
1/11/2012