Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Ελεγεία για τη Κύπρο





Το ακόλουθο κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ. Για το ελλαδικό κράτος και τους πολίτες ψηφοφόρους του. Είναι τυχεροί οι Κύπριοι που διαθέτουν έναν τέτοιο καθρέφτη ώστε να δουν ξεκάθαρα το πρόσωπό τους. Μπορεί να είναι οδυνηρό αλλά συγχρόνως είναι και σωτήριο. Τέσσερα χρόνια μετά δεν έχει γραφεί ένα ανάλογο κείμενο για την δική μας εθνική γελοιότητα. Πράγμα που σημαίνει πως ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι μας συμβαίνει και γιατί:
Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει.

Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με: Ερχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλύνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Εχω γάμο» λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Εφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο! Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το '74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά. Γιατί, ό,τι ποτέ μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ' ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει "plan B". Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς "Όχι". Έστω και για μια στιγμή. Ένα "Όχι" καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας "Ναι".

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Edito 429

Στη τελευταία Athens Voice διάβασα το παρακάτω άρθρο το οποίο αναλύει τα "οικεία κακά" με εξαιρετικά διεισδυτικό τρόπο. Λίγα κείμενα ακτινογραφούν τόσο αντικειμενικά την Ελλάδα του σήμερα. Το προσυπογράφω ανεπιφύλακτα.

ΦΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΕΛΕΣ
Ο Φώτης Γεωργελές είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κοινωνιολογία και Πολιτική Οικονομία στο Παρίσι. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση

Είναι κρίμα που οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνο από τα λάθη τους. Και είναι πολύ κρίμα όταν αυτά τα παθήματα που γίνονται μαθήματα συμβαίνουν δίπλα μας, συμβαίνουν σε μας.
Μέσα σε 10 μέρες είδαμε το «what if». Την εναλλακτική πραγματικότητα που κι εδώ στην Ελλάδα τόσο φλογερά μας προπαγάνδιζαν όλα αυτά τα χρόνια. Η Κύπρος αντίκρισε την άβυσσο μόνο με την ορατή προοπτική της άτακτης χρεοκοπίας, ούτε καν με την ίδια τη χρεοκοπία. Κλειστές τράπεζες, όριο ανάληψης στα ΑΤΜ 100 ευρώ, κλειστά βενζινάδικα, καταστήματα που πωλούν μόνο μετρητοίς, ελλείψεις σε φάρμακα και τρόφιμα. Ο λαϊκισμός στα λόγια είναι αήττητος. Υπόσχεται πάντα το τέλειο. Όταν φτάνει η ώρα της πραγματικότητας είναι πια αργά. Ακόμα κι αν αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση, η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Όταν χρεοκοπείς δεν υπάρχουν καλές λύσεις. Καλό είναι το μικρότερο κακό. Η χαρά, δηλαδή, του δημαγωγού. Πάντα μπορείς να κατηγορήσεις μια κακή λύση. Εκ του ασφαλούς. Τσάμπα είναι. Μόνο που δεν είναι πάντα. Γιατί η μακροχρόνια επικράτηση του τυχοδιωκτικού λαϊκισμού στο τέλος τυφλώνει τις κοινωνίες. Τα ηρωικά όχι, οι επαναστάτες των καφενείων και οι ριζοσπαστικές λύσεις των τηλεοπτικών παραθύρων διαμορφώνουν το κλίμα. Και οδηγούν στις αυτοκτονικές επιλογές.
Έχουμε ήδη ξεχάσει ποιο ήταν το αρχικό σχέδιο διάσωσης. Μπροστά σε όσα συμβαίνουν κάθε μέρα, σε λίγο θα μας φαίνεται ιδανική λύση. Κι όμως, τότε κάποιοι πανηγύριζαν για την απόρριψή του. Μέχρι να δούμε το κόστος αυτής της απόρριψης, τις εναλλακτικές λύσεις. Τώρα, εκτεθειμένοι, γράφουν μελαγχολικές ελεγείες για «το γλυκόπικρο όχι της αυτοδιάθεσης». Δηλαδή, μας ακούσατε και καταστραφήκατε, αλλά μπορείτε να είστε περήφανοι, η καταστροφή ήταν δική σας απόφαση. Ο λαϊκισμός, ο τυχοδιωκτισμός του όλα ή τίποτα, ναυάγησε στην Κύπρο. Όλοι οι τσάμπα μάγκες που έβαζαν τα «πυρηνικά πάνω στο τραπέζι», που καταργούσαν, διέγραφαν, κήρυτταν ανεπιθύμητες τις τρόικες, έπαιζαν πόκερ με τραπουλόχαρτα τις χώρες. Μόνο που μάρκες ήταν οι άνθρωποι. Κι αυτοί πληρώνουν τώρα την παραφροσύνη του τυχοδιωκτισμού.
Η αρχική λύση ήταν η λιγότερο κακιά, δηλαδή καλύτερη. Ήταν μάλιστα καλύτερη για την Κύπρο παρά για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Γιατί, για το σύνολο, καλύτερο ήταν να διασφαλιστούν οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ. Να μη δημιουργηθεί ανασφάλεια, να επιβεβαιωθεί το ασφαλές καταφύγιο, να δοθεί η αίσθηση δικαίου. Για την Κύπρο, όμως, ήταν διαφορετικά. Η φούσκα του χρηματοοικονομικού τομέα σίγουρα δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί αλώβητη. Η αποθέρμανση, όμως, μπορούσε να γίνει ομαλά. Οι ξένες καταθέσεις να μείνουν στο νησί. Κάποιες θα έφευγαν έτσι κι αλλιώς, όμως μπορούσαν να κρατήσουν ένα μεγάλο μέρος. Το 9,9% στις μεγάλες καταθέσεις είναι χτύπημα, αλλά όχι οδυνηρό. Το μεγάλο κεφάλαιο ξέρει πότε πρέπει να πληρώνει για να έχει την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 9,9% ανεβοκατεβαίνουν οι ισοτιμίες των νομισμάτων κάθε μήνα, οι μετοχές κάθε βδομάδα, για το διεθνές κεφάλαιο δεν είναι τραγικό. Και για τους μικροκαταθέτες, όμως, είναι μια απώλεια που θα μπορούσε να ήταν έως και εθελοντική. Τα τελευταία χρόνια η Κύπρος έχει γίνει χρηματοπιστωτικό κέντρο πουλώντας υπηρεσίες βασισμένες στη σταθερότητα και τη νομιμότητα της ΕΕ. Από τη στιγμή που οι «οφ-σορ» θεωρήθηκαν κανονικές εταιρείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ξένα κεφάλαια συνέρεαν στο νησί.
Μια μεσαία τάξη, λογιστικά γραφεία, δικηγορικά, σύμβουλοι επενδύσεων, φοροτεχνικοί, τραπεζικοί και τα παρελκόμενα, άνθισε προσφέροντας πρωτοφανή ευμάρεια. Με 5-6% τόκους καταθέσεων, η κυπριακή κοινωνία μπορούσε άνετα να μοιραστεί τη ζημιά του 6,75% για να κρατήσει όσο μπορούσε περισσότερους πελάτες. Με τη διανομή μετοχών τα ομόλογα του φυσικού αερίου χρύσωναν το χάπι στους χαμένους καταθέτες, αν τα πράγματα είχαν λήξει εκείνο το μοιραίο απόγευμα της Τρίτης, αν οι τράπεζες άνοιγαν κανονικά την επόμενη μέρα, είναι πολύ πιθανόν ότι θα είχαν γλιτώσει τη μεγαλύτερη ζημιά.
Έπειτα έκλεισαν οι τράπεζες, πάγωσαν οι καταθέσεις, χάθηκαν όλες οι μεγάλες καταθέσεις της Λαϊκής, κουρεύτηκαν 30-40% της Κύπρου, θα μπουν περιορισμοί στην κίνηση του κεφαλαίου, στις αναλήψεις. Ο φορολογικός παράδεισος κλείνει βιαίως. Περιορισμοί κεφαλαίου ίσον τέλος ξένων καταθέσεων.
Δεν τα ήξεραν όλα αυτά; Δεν μπορούσαν να τα υπολογίσουν; Βράδυ στην τηλεόραση, Έλληνας πολύ αριστερός πολιτικός θρηνεί: «Από τον καημένο τον απλό άνθρωπο, που έχει 2.000 στην τράπεζα, που μπορεί να είναι φτωχός πρόσφυγας από την Κυρήνεια, του παίρνουν τα λεφτά. Οι σκληροί, οι ανάλγητοι, οι εκδικητικοί Ευρωπαίοι». Το κρεσέντο του λαϊκισμού. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, ο φτωχός (πριν 40 χρόνια) πρόσφυγας, θα έχανε 135 ευρώ. Λιγότερα από μια κλήση της τροχαίας γιατί δεν φορούσε ζώνη.
Ο λαϊκισμός σκοτώνει. Έχει φτιάξει το κλίμα. Δεν υπάρχει ψύχραιμη σκέψη, μόνο πατριώτες και προδότες. Λίγοι, καλομαθημένοι, άπληστοι πολιτικοί το μόνο που ξέρουν είναι η πλειοδοσία πατριωτισμού και επανάστασης. Αγράμματοι, χωρίς καμία επαφή με την παγκόσμια πραγματικότητα, ξέρουν μόνο να πλειοδοτούν στην τηλεόραση. Με ένα σύνθημα: Κανένας συμβιβασμός, να μη χάσουμε απολύτως τίποτα. Η μέθη της απληστίας οδηγεί πάντα στον γκρεμό. Αργά ή γρήγορα, στο τέλος, ο λογαριασμός έρχεται. Και η παραζαλισμένη κοινή γνώμη που τη μια μέρα διαδηλώνει πανηγυρίζοντας το «ηρωικό όχι», την επομένη διαδηλώνει να μην κλείσει η Λαϊκή, να μη χάσουν τη δουλειά τους. Απορρίπτουν το σχέδιο διάσωσης και την άλλη μέρα οι ίδιοι άνθρωποι διαμαρτύρονται για τις επιπτώσεις του όχι.
Να καταργούμε τα μνημόνια αλλά να παίρνουμε τα λεφτά τους, να είμαστε στο ευρώ αλλά να μην ακολουθούμε τους κανόνες της Ευρώπης. Άλμα στο κενό αλλά χωρίς επιπτώσεις, ηρωισμός αλλά χωρίς απώλειες, επανάσταση αλλά light.
Η Ευρώπη επιλέγει τα θύματά της, λέει ο πρόεδρος της χώρας μας. Αν εμείς δεν είμαστε η Ευρώπη, αν είμαστε τα θύματά της, γιατί μένουμε; Γιατί δεν εισηγείται και αυτός να βγούμε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα; Αν έχεις προσέξει, όλοι αυτοί μόνο κατηγορούν. Κανείς δεν λέει τι θα γίνει, τι προτείνει. Άμα χρεοκοπείς, βρε παιδί μου, τι λες να κάνουμε; Άσ’ την την Ευρώπη, αφού θέλει να μας υποδουλώσει, να την αγνοήσουμε. Να μη ζητάμε λεφτά, δεν μας τα δίνει με το ζόρι, την παρακαλάμε. Κανείς δεν αναφέρει καν αυτό το μικρό ζήτημα. Καταγγέλλουν τους Γερμανούς, τους Ευρωπαίους, τους γκάνγκστερ, τους τοκογλύφους.
Αν για μια μόνο στιγμή βουλώσεις τ’ αυτιά σου στα συνθήματα της παραφροσύνης, θα αντιληφθείς ότι η επαναστατική τους στάση συνίσταται στο να ζητάμε συνέχεια λεφτά. Γιατί μας δίνετε 12, θέλουμε 17. Κι άλλα δάνεια. Πιο πολλά χρόνια. Τόσα χρειαζόμαστε. Δεν μας τα δίνετε χωρίς όρους; Είστε εκβιαστές, τιμωρητικοί, προτεστάντες, γκάνγκστερ. Η αριστερά που έχει κάνει τον παρασιτισμό ιδεολογία και η δεξιά που έχει κάνει τον πατριωτισμό επάγγελμα, στην πραγματικότητα αδιαφορούν και για θέσεις και για πολιτικές απόψεις και για ιδεολογίες. Ένα πράγμα τούς συνενώνει. Ο αντιευρωπαϊσμός, ο αντιδυτικισμός, ο τυχοδιωκτισμός του παρασιτισμού. Είμαστε στη Δύση μόνο άμα μας τα ακουμπάει χωρίς όρους. Αλλιώς, αν πρέπει να γίνουμε κι εμείς «κανονικά» κράτη, καλύτερα απέναντι. Γι’ αυτό και οι εκλεκτικές συγγένειες με τους διάφορους Μιλόσεβιτς και Σαντάμ.
Αυτές τις λίγες μέρες έπεσαν όλα τα προσωπεία. Όσοι κατηγορούσαν το «ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο» έδιναν μάχες για να το διασώσουν, την ώρα που το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα αρχίζει δειλά να το ελέγχει. Όσοι φώναζαν για την «υποδούλωση» της χώρας έβλεπαν ως λύση να παραδώσουν το νησί στον Πούτιν. Όσοι διαδήλωναν γιατί «σώζουν τις τράπεζες με τα λεφτά των φορολογούμενων» έβρισκαν λύση να κατασχεθούν τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων. Όσοι ζητούσαν για την Ελλάδα μια λύση «όπως της μεταπολεμικής Γερμανίας», όταν το 50% των καταθέσεων πήγαν σταδιακά στην ανόρθωση της χώρας, τώρα έδιναν μάχες για τις καταθέσεις των Ρώσων ολιγαρχών.
Κατηγορούν τη Μέρκελ φτιάχνοντας στα Μέσα Ενημέρωσης μια παρανοϊκή ατμόσφαιρα Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, την ώρα που στην αντιμετώπιση της κυπριακής χρεοκοπίας ομοφωνούν όλα τα κράτη, όλα τα κοινοβούλια της Ευρώπης, όλα τα κόμματα, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, οι δεξιοί, οι σοσιαλδημοκράτες, οι πράσινοι, ακόμα και το αριστερό DieLinke. Χωρίς καμία ανάλυση της πραγματικότητας, με πλήρη άγνοια, προτείνουν στον Πούτιν να αναλάβει τις τράπεζες για να κρατήσουν μέσα τα κεφάλαια των ολιγαρχών που βγήκαν από τη Ρωσία ακριβώς για να τον αποφύγουν. Προτείνουν δημοψήφισμα για έξοδο από το ευρώ, όταν ακριβώς η θέση της Κύπρου στην ευρωζώνη ήταν που την έκανε ελκυστικό χρηματοοικονομικό κέντρο. Προτείνουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, πιστοί μόνο στη δημαγωγία και τον καταστροφικό λαϊκισμό.
Μπορούμε να κατηγορήσουμε για τα πάντα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως πρέπει πια να τελειώνουμε με τον τυχοδιωκτισμό που καταστρέφει τις χώρες μας. Πρέπει να το αποδεχθούμε. Η συλλογική σκέψη και πολιτική της Ευρώπης των 27 χωρών, όσα λάθη κι αν κάνει, είναι καλύτερη από τις καταστροφικές κορόνες ενός πολιτικού προσωπικού που δεν διστάζει να παίξει με το λαό του για να διατηρήσει το χρεοκοπημένο μοντέλο που κατέρρευσε.
Από την άλλη, είναι φανερό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί πια να παίζει το ρόλο του παιδονόμου που εκ των υστέρων, με το άνοιγμα και το κλείσιμο της χρηματοδότησης, θα βάζει σε κοινή τροχιά τις αποκλίνουσες οικονομίες 27 κρατών. Θα αντιμετωπίζει όλο και πιο πολλά τέτοια φαινόμενα τυχοδιωκτικού λαϊκισμού που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν στη διάλυση. Η απάντηση είναι μόνο προληπτική. Μόνο η εσπευσμένη εναρμόνιση τραπεζικών, ασφαλιστικών, φορολογικών συστημάτων, μόνο η μεγαλύτερη ενοποίηση μπορεί να οδηγήσει, όσες χώρες τουλάχιστον πραγματικά το θέλουν, σε μια βιώσιμη Ευρώπη. Αλλιώς οι φυγόκεντρες θα ενταθούν, οι άτακτες χρεοκοπίες θα είναι στην ημερήσια διάταξη και, το χειρότερο, σ’ αυτή την Ευρώπη της αποτυχίας παιχνίδι θα κάνουν οι πιο τυχοδιωκτικές και σκοταδιστικές πολιτικές δυνάμεις.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ξεναγήσεις

Ξεναγήσεις για φοιτητές, σπουδαστές και όποιον προαιρείται:

Αναδρομική έκθεση του Δημήτρη Αληθεινού, ΕΜΣΤ, Κτίριο Ωδείου Αθηνών: Βασ. Γεωργίου Β’ 17 -19 & Ρηγίλλης, Αθήνα (είσοδος επί της οδού Ρηγίλλης), μετρό Ευαγγελισμός
Τρίτη 26/3, 12.30-2.00 μμ
Τετάρτη 27/3, 10.00-11.30 πμ, 12.30-2.00μμ
Πέμπτη 28/3, 12.30-2.00 μμ
 


 

25η Μαρτίου 2013

ΟΥΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΟΥΤΕ ΘΑΝΑΤΟΣ
(μόνο αηδία)

Ηχήστε οι σάλπιγγες, ηρώων σκιές ομπρός

μήπως και ξυπνήσει ο κοιμήσης λαός.
Ομπρός γονατισμένα αδέλφια, ομπρός,
ακούστε πως σας κράζει ο Σικελιανός.
Κατά τους θουρίους, κατά τας γραφάς
ακούστε απ' τον Άδη πως άδει ο Παλαμάς.
-Δάσκαλε, με παιάνας και με αναπαίστους
το καθήκον τους τώρα ξαναπές τους.
Με τους λυρικούς σου διθυράμβους
νέους να διεκδικήσουμε θριάμβους.
Κι από τη καντίφλα και από το μαράζι
κι από μιαν Ευρώπη που μας κάνει χάζι
και που γουστάρει να μας προστάζει,
αδέλφια ομπρός, γέροι, γκέι, άνηβοι και νιές
ξανά, περήφανοι να εβγούμε στες αγορές!
Νέα δάνεια, καταναλωτικά, προσοδοφόρα
να ξαναμοιράσουμε σε όλη τη χώρα.
Και με το Σαμαρά, νέο Κολοκοτρώνη,
να ορκιστούμε στο ευρώ που μας ενώνει
δεξιούς, αριστερούς, κεντρώους και αδέξιους
σε χειρισμούς χρηματοεθνικά αμφιδέξιους.

-Φράου Μέρκελ, καγκελάριε,
 την χώρα που αψηφάς
την έχτισε ο Αλέξανδρος
την είχε ο Κοσκωτάς,
Διάκος στην Αλαμάνα
αλλά και ο Προβόπουλος
διάδοχος Γκαργκάνα.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών,
υπέρ των τραπεζίτων
    υπέρ των τραπεζών!     

Ηχήστε οι σάλπιγγες, ήρωες νέοι ομπρός
και πίσω με τζιπούρες ακλουθάει ο λαός
με λάβαρα, κάρτες πιστωτικές κι άλλα τζοβαΐρια
στα σίγουρα να πορευτούμε στα τσακίδια...