Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Κεφτεδάκια (μνήμη τεθνεώτων)

Η Βερονίκ είναι προτεστάντισσα. Για κάποιον σκοτεινό, πολιτιστικό λόγο η Βερονίκ δεν μπορεί να φτιάξει κεφτεδάκια. Τουλάχιστον όχι όπως τα έφτιαχνε η Β., η συγχωρεμένη μανούλα μου. Αυτό που επιτυγχάνει η Βερονίκ ύστερα από φιλότιμες προσπάθειες, είναι ένα αδιαβάθμητο προϊόν, κάτι ανάμεσα σε μπιφτέκια ατμού και σουτζουκάκια χωρίς σάλτσα και, κυρίως, χωρίς σουτζουκίλα. Αλλά τώρα ζητούμενό μας είναι αυτή η φευγαλέα, πλην άκρως αισθησιακή, έννοια της «κεφτεδοσύνης». Δύσκολα πράγματα! Το να μεταγγίσεις δηλαδή μια γεύση Σμύρνης στο Neuchatel κι εγώ να ονειρεύομαι κε-φτε-δά-κι-α. Bonjour Tristesse. Καληνύχτα παιδική μνήμη...

H μάνα μου τηγάνιζε κεφτέδες Πέμπτη παρά Πέμπτη, εναλλάξ με γιουβαρλάκια ή λαχανοντολμάδες. Λόγοι οικονομικοί και αισθητικοί επέβαλλαν κιμά μία φορά την εβδομάδα και κρέας -μοσχάρι, αρνάκι ή κοτόπουλο- κάθε Κυριακή (εκτός Νηστειών). Επίσης κάθε Τρίτη ψάρι, Τετάρτη όσπρια, Παρασκευή λαδερά κ.ο.κ. Κάθε Πέμπτη λοιπόν μοσκοβόλαγε όλο το σπίτι τσιγαρισμένο σκόρδο και τσιτσιρισμένο λάδι εφόσον τα κεφτεδάκια συνοδεύονταν από τηγανητές πατάτες (ροδέλες ή κανονικές), τυρί φέτα και ντοματοσαλάτα. Δηλαδή ζούσαμε ένα μικρό Πάσχα και μάλιστα με την ανάλογη ιεροτελεστία. Σε βαθμό ώστε να ξεχνιούνται τα δυσάρεστα της ημέρας ιδιαίτερα όταν η δεσποινίς Παγώνα, η αυστηρή, μεσόκοπη δασκάλα της Α' δημοτικού είχε τα νεύρα της. Με αποτέλεσμα ο χάρακας στα χέρια της να γίνεται ανελέητος. Ή, οι πρώιμες πίκρες λόγω Αρετής, μιας συμμαθήτριας που παρ' ότι σε περνούσε ένα κεφάλι, επέμενε να παλεύετε σε τρόπο ώστε το πρόσωπό σου να τρίβεται έως ασφυξίας επάνω σε δύο, αόρατα μεν παντοδύναμα δε, μικρά στήθη.

Κεφτεδάκια! Μας περίμεναν έτοιμα στη μεγάλη πιατέλα και τα τσιμπολογούσαμε κρυφά πριν ακόμη σερβιριστούν στο τραπέζι καταπίνοντάς τα με το στόμα ανοιχτό ώστε να ψύχονται ταυτοχρόνως, ενώ μασιούνταν. Καίγανε, βλέπετε! παράνομη λεία, όμως, δεν ήθελε και πολύ να εξαφανιστεί σε τρόπον ώστε να εμφανίζονται τάχιστα στον πάτο της πιατέλας οι δυσάρεστες φιγούρες του Γεωργίου Α' και της Ολγας, δείγμα ότι το είχαμε παρακάνει εγώ κι ο μικρότερος αδελφός μου. Κι ότι η μάνα θα θύμωνε. Πόσω μάλλον που, ενώ εγώ τσάκιζα τα κεφτεδάκια ο άλλος ξάφριζε τις πατάτες. Επειτα ο ένας απ' τους δύο, ο περισσότερο ένοχος, θα πήγαινε μια τσίγκινη κατσαρόλα που έκλεινε αεροστεγώς τυλιγμένη με καρό πετσέτα, ώστε να χωρέσουν δύο φέτες ψωμί, στο μηχανουργείο όπου δούλευε ο πατέρας μας, μερικά στενά πιο κάτω. Κατ' ουσίαν, από τον Αγιο Δημήτριο ώς τον Αγιο Διονύσιο ένας ευθύς δρόμος. Παρεκκλίναμε όμως πάντα προς την Αγιά Σοφιά για να δούμε τι έπαιζε ο κινηματογράφος «Καλιφόρνια». Κι όλα αυτά πολύ γρήγορα γιατί οι κεφτέδες δεν τρώγονται κρύοι.

Kι όμως. Υπήρξε σχετική εξαίρεση. Τα, άπειρα, κεφτεδάκια -μικρά και σφιχτά σαν θηλές- που έφτιαχνε συστηματικά η θεία Βιβή για τις μεζεδοανάγκες του ουζερί-καφενείου που διατηρούσε ο άντρας της στην Π. Κοκκινιά: ΤΩΝ ΦΙΛΑΘΛΩΝ. Αλλά και των χαρτοπαιχτών, των φλιπεράκηδων, των ταβλαδόρων, των ζαράκηδων, των προποτζήδων οι οποίοι παράλληλα έπαιζαν λαχεία της Ενώσεως Συντακτών, των ουζοποτών, των επαγγελματιών καφενόβιων και, ίσως, των φουμαδόρων χόρτου. Παραπάνω δεν ήξερα· ούτε και μ' ενδιέφερε.

Aυτό που μ' ενδιέφερε -και μ' ενδιέφερε υπαρξιακά- ήταν τα κρύα κεφτεδάκια της θείας μου. Με μαϊντανό, ίσως κύμινο, και μια γεύση ασυναγώνιστη. Τα κεφτεδάκια που βρίσκονταν -για λίγο- στον μπουφέ πλάι στην κουζίνα υγραερίου και μετά θα έπαιρναν το δρόμο για τους... φιλάθλους. Αν τα πήγαινε η ίδια η θεία μου, δεν υπήρχε καμία ελπίδα λαθροχειρίας. Αν τα πήγαιναν όμως τα ξαδέλφια ή εγώ ο ίδιος -το... λαχείο συντακτών που λέγαμε-, τότε δεν θα επεβίωναν ώς τον τελικό προορισμό τους ούτε τα μισά. Ο αμείλικτος νόμος της ζούγκλας του μεζέ. Προς, προσωρινή, δυστυχία των «φιλάθλων» και συναφών δραστηριοτήτων. Αλλά και στο καφενείο, τοποθετημένα ψηλά πάνω στο τεράστιο ψυγείο με τα σάμαλι, τις πάστες, τα κανταΐφια, τα γάλατα και τα σαλάμια -σε μιαν ιδανική δημοκρατία-, τα κεφτεδάκια δεν ήσαν ασφαλή. Μόλις ο κυρ Παναγιώτης πήγαινε για την γκανιότα ή το βιδάνιο, αρχίζαμε τις εφόδους ή τα άλματα επί κοντώ χρησιμοποιώντας το κοντάρι ενός λαχειοπώλη ή μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα. Ο, υστερόχρονος, θυμός του θείου μου και η μεθεόρτια τιμωρία δεν μας πτοούσαν. Εξάλλου δεν υπάρχει ηδονή χωρίς τίμημα. Οι προτεστάντες το πίστευαν αυτό ανέκαθεν...

ΥΓ1: Το σημαντικότερο ματς του φετινού πρωταθλήματος ήταν αναμφίβολα ο αγώνας του Ολυμπιακού στην αφιλόξενη Καλαμαριά, την οποία και ποδοπάτησε 3-0 με δύο προσωπικά γκολ του βετεράνου κυρ Σωκράτη κι ένα πλασέ του εκκολαπτόμενου παιχταρά Πετράκη, στις καθυστερήσεις.

ΥΓ2: Το γήπεδο του Παναθηναϊκού στον Ελαιώνα πάλι, δείχνει πως το φίλαθλο πνεύμα και η οικολογική ευαισθησία θριαμβεύουν όταν συνεργάζονται αρμονικά επιχειρηματίες, εργολάβοι, τοπική αυτοδιοίκηση και οραματιστές πολιτικοί. Βωβούπολη για κωφάλαλους πολίτες.

Ο Μ. Στεφ. είναι μέλος της εταιρείας όσων ξύνονται χωρίς φαγούρα
Από εξώφυλλο του περιοδικού (δε)κατα.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Οικονομία στο νερό, βρε!

Τρώτε κόλλυβα! Ψηφίστε δολοφόνους

Το πρόβλημα είναι ότι παίρνουμε τους εαυτούς μας -και τα έργα ημών- πολύ στα σοβαρά. Χωρίς τον ελάχιστο αυτοσαρκασμό ή υποψία χιούμορ. Ο φόβος μήπως και δεν ανταποκριθούμε στις προδιαγραφές τις οποίες οι ίδιοι -και οι μαμάδες ημών, ασφαλώς- έχουμε θέσει για το «εγώ» μας, είναι οι δυνάστες του καθημερινού μας βίου. Στις κοινωνίες του «μανιακού καπιταλισμού» (Ουίλιαμ Γκρέιντερ) και του αξιοθρήνητου, συμπλεγματικού ατομισμού η τήρηση μιας στοιχειώδους ηθικής ωφελεί άμεσα την οικονομική πρακτική (Αμάρτια Σεν). Ολα τ' άλλα είναι αμαρτίες νεοφιλελεύθερων που αναλφάβητοι όντας απέτυχαν τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Και γέρασαν στη μικροπολιτική, στην κομματοκομραδορική διεκπεραίωση. Πράγμα που επιτέλους άρχισε ν' αντιλαμβάνεται η αντιδογματική αριστερά, η οποία παραδεχόμενη τις αδυναμίες της, μπορεί να κοιτάει τον πολίτη στα μάτια εξορκίζοντας τον καταναλωτή μέσα του. Αρκεί βέβαια κι η ίδια να εξορκίσει τα μικροαστικά ανακλαστικά της και ν' απαλλαγεί από τη μέγκενη των οργανωμένων συντεχνιών, υπέρ του συνόλου. Το οποίο σύνολο, κατακερματισμένο και τηλε-διαφωτιζόμενο, οφείλει να γίνει πάλι από μάζα συλλογικός μηχανισμός που συγκρούεται και που αμφισβητεί. Βλέπετε, τίποτε δεν παραδίδεται έτοιμο. Ούτε καν η παρακμή μας.

Οι φτηνές πόρνες απ' τον πρώην σοσιαλιστικό παράδεισο που αποκατέστησαν τον ερειπωμένο ανδρισμό της Δύσης αλλάζοντας συγχρόνως και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της «αγίας οικογένειας», δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε πως στο Μεσοπόλεμο και κατά τον Εμφύλιο οι ελληνίδες πουτάνες κυριαρχούσαν στα «σπίτια» της Εγγύς Ανατολής, στη Βηρυτό ή το Κάιρο. Και πως στο «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του L. Durrell πρωταγωνιστούν τέσσερις, αντίστοιχα, εκδιδόμενες συμπατριώτισσές μας. Σε βαθμό ώστε κάποιο διδακτορικό του εγγύς μέλλοντος να συγγράψει μιαν οικονομική ιστορία της Ευρώπης υπό το πρίσμα της πορνείας. Εκεί δηλαδή που η ελληνική παραγωγικότης πρόσφερε πολλά.

' Η αλλιώς το πώς η φτώχεια καταγράφεται πρωτίστως στο σώμα του άλλου μισού τ' ουρανού. Και πώς το ευνουχισμένο αρσενικό μαθαίνει τον έρωτα κυρίως ως «πελάτης». Απ' αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται ούτε το Internet με τους προχωρημένους χρήστες του. Και κάτι τελευταίο: Μισώ την εργαλειακή και επίπεδη έκφραση «κάνω έρωτα», ανέμπνευστη μεταφορά του, επίσης πεζού, «make love». Φίλοι μου στην Κύπρο μου 'λεγαν τα αντίστοιχα, πολύ πιο επιτυχή, ιδιόλεκτα: «έπεσαν μαζί», «επήρεν την», «έπιασέ την», «έσμιξαν», αλλά και τα κάπως καταστροφολογικά «επείραξέν την» ή «εχάλασέ την». Και σ' αυτά όμως κυριαρχεί το δρων αρσενικό, ενώ το παθητικό θήλυ μένει άφωνο. Μου άρεσε πολύ επίσης η φράση που είπε ο ζωγράφος Στας Παράσκος: «Οι σπουργίτες πεθανίσκουσι κάμνοντες έρωτα. Πάνε κι έρχονται στην σπουργίτα 15-20 φορές». Η επιθυμία δηλαδή και η δημοκρατία των στρουθίων. Οι γενναίοι της ΕΛ.ΑΣ., πάλι, και οι κουκουλοφόροι των Εξαρχείων είναι οι πιο σοβαροί, άρρενες επαγγελματίες αυτής της χώρας. Αν ξεχάσουμε το αρχαιότερο επάγγελμα. Πληρώνονται για να μην κάνουν τίποτε. Ή, μάλλον, για να προσποιούνται ότι προστατεύουν οι μεν την τάξη, ενώ οι δε ότι την ανατρέπουν. Κοινό στοιχείο πορνών και αστυφυλάκων, η προσποίηση. Εβλεπα προχθές δύο νεαρούς μπάτσους στην Κολοκοτρώνη να τρομοκρατούν φραστικά μια φοβισμένη μετανάστρια. Επειτα θα πήγαιναν να φυλάξουν υπερήφανοι τ' αφεντικά τους στου Μαξίμου, στον ΣΕΒ, στο «Διογένης Παλάς». Ηγουν το κυρίαρχο σύστημα. Οι «αναρχικοί», πάλι, πριμοδοτώντας τον μικροαστικό πανικό συμβάλλουν στην επαύξηση των μέτρων καταστολής. Ολα αυτά σημαίνουν νέες θέσεις εργασίας για άνεργους νέους της Χρυσής Αυγής στα Σώματα Ασφαλείας ή τις ιδιωτικές Σεκιούριτι. Αλλά και μποντιμπιλντεράς σε νυχτερινό κέντρο δεν είναι άσχημα. Αρκεί να 'χεις προϋπηρεσία σε διαδηλώσεις. Με τα ΜΑΤ και μετά ξύλου. Εφόσον οι οργισμένοι οικοδόμοι του ΚΚΕ είναι πλέον μύθος. Στην Ελλάδα χτίζουν πια μόνο Αλβανοί και μπογιατίζουν Πολωνοί. Οι Πολωνέζες, πάλι, ξέρετε τι κάνουν. Ζήτω το ΝΑΤΟ! Ζήτω η Ε.Ε.! Ζήτω τα 4 χρόνια της Ν.Δ.! Ζήτω ο κ. Σουφλιάς και τα μέτρα του για το περιβάλλον, τους βιότοπους, τον Αχελώο και την εξοικονόμηση υδάτινων πόρων! Και εσύ όμως γελοίε γιωταχή πόσο ηλίθιος πρέπει να είσαι, για να πλένεις με τις ώρες το κονσερβοκούτι σου σπαταλώντας κάτι που δεν σου ανήκει. Στην Κύπρο ήδη ανακοίνωσαν διακοπές στην υδροδότηση. Η λειψυδρία ενδημεί στη Μεσόγειο.

Το άλλο θαύμα: Στην Ελλάδα με τις ακτογραμμές που υπερβαίνουν τα 15.000 χιλιόμετρα και τα 6.000 νησιά έχουμε 100.000 πισίνες. Ενώ μόλις φέτος φιάχτηκαν άλλες 7.000. Είμεθα λαός πισινών. Το νερό που χρειάζονται όλες αυτές συν το νερό που εξατμίζεται (7-8 κυβ. μέτρα εβδομαδιαίως) θα πότιζε τον, ούτως ή άλλως ανοικονόμητο, κάμπο. Κι αυτό δεν είναι λαϊκισμός, κ. Μάνο. Εγώ πάντως το καλοκαίρι θα κολυμπάω στη νεότευκτη πισίνα του κ. Κούγια. Για να την έχει διαφημίσει τόσο η τιβί, θα είναι μοναδική.

ΥΓ1. Ο Κώστας Καραμανλής, ο χειρότερος υπουργός Πολιτισμού από τη Μεταπολίτευση. Ξεπέρασε και τον Ευάγ. Βενιζέλο. Ο Λιάπης πάλι, αναλόγως, δεν τα πάει άσχημα. Η εκδήλωση με την UNESCO είναι ελπιδοφόρα.

ΥΓ2. Το καλύτερο μνημόσυνο για τη Μελίνα, να φέρετε πίσω τα Ελγίνεια. Να πιστέψετε, επιτέλους, σε κάτι (Κι ας μη το πιστεύετε κατά βάθος, ούτε εσείς ούτε οι μεταμοντέρνοι «κοσμοπολίτες» που σας αβαντάρουν). Αχρηστοι!

Ιωάννα Φίλιου, γκαλερί 7, επειδή ο τόπος εκτός από Ελληνες διαθέτει και... ελληνάκια.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Mirage!

Ακου ένα όνειρο Ψυχή μου

Κόντες Διονύσιος


Και νά που πρέπει να ξαναθυμηθείς τα νανουρίσματα που σου έλεγε η μάνα μισόν αιώνα πριν. Λέξεις αρχαίες και μελωδίες ξεχασμένες, που αιφνιδίως καθίστανται επίκαιρες για να διαπαιδαγωγήσουν τα βρεφικά αφτάκια στο μάθημα της γλώσσας-πατρίδας. Εξω, η πρώιμη Ανοιξη πορεύεται στους δρόμους του ήλιου κι ένας δριμύς αέρας κανονίζει τα πώς και τα τι των σύννεφων της θάλασσας και των κυμάτων τ' ουρανού. Η Αριάδνη ρουφάει τον κόσμο και μισοκλείνει τα μάτια στη βασιλική αντηλιά. Τραγουδάω:

Αγιε μου Γιώργη Σκυριανέ/ Μεγαλομάρτυρα τρανέ/ Μαρέ γυιε(δις) μου κανακάρη/ Ποια Μαντόνα θα σε πάρει

Εμείς, οι άνθρωποι της σύγχρονης υπαρξιακής μελαγχολίας, διαπράττουμε ένα -και μόνον- θανάσιμο αμάρτημα. Παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά. Η επιστημονική αγυρτεία -εφεύρεση της ακύρωσης του θανάτου (μας)- επιβάλλει να διαστείλουμε παρά φύσιν το τώρα και να το ζούμε όχι με όρους αιωνιότητας, αλλά σε ποινή καταναγκαστικής ευτυχίας. Οι άνθρωποι του σήμερα εθίζονται στη ναρκωτική ουσία της εξαφάνισης της δυστυχίας, επειδή την ταυτίζουν με τη δυστυχία (;) των γηρατειών και του θανάτου. Ενώ στην πραγματικότητα ο ένας και μοναδικός μας θάνατος, φύσει και θέσει καλός, είναι ό,τι θα διαρκέσει για πάντα από εμάς κι αυτό που καθιστά το κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας πολύτιμο. Ωστε να το δαπανήσουμε άφοβα άμα τη εμφανίσει και να μην το τοκίζουμε μικρόψυχα σε κανένα -μεταμοντέρνο- μέλλον. Αυτή η αίσθηση θα δώσει και στον θάνατό μας το γλυκαντικό εκείνο βάθος που υπαινισσόμουν στο προπροηγούμενο κείμενο. Αγαπητοί μου συνομιλητές όπου γης! Το ότι με διαβάζετε στη Νέα Υόρκη, με συγκίνησε βαθύτατα. Το ότι, επίσης, συχνά διαφωνείτε μαζί μου, είναι θετικό γιατί η αντίρρηση συντηρεί τον διάλογο. Εδώ πάλι στη μητρυιά-πατρίδα μας κανείς δεν συζητεί, ουδείς συγκρούεται. Βλέπετε, τους πιάσαμε την ώρα του φαγητού. Καταναλώνουν, μπλοφάρουν, αρπάζουν, ευτελίζουν, μπουκώνονται, φιλούν με λιγδιασμένα στόματα γιατί νομίζουν πως αυτό θα τους καταστήσει αθάνατους.

Στον δυτικό κόσμο πρέπει επειγόντως να επαναδιαπραγματευτούμε την έννοια του θανάτου αλλά και την αξία της προσφοράς. Του δοσίματος. Επ' αυτού ο αρχαίος ελληνικός κόσμος από τον Ηράκλειτο ώς τον Πλωτίνο -με μια στάση στον φιλέλληνα Μάρκο Αυρήλιο- έχει να μας μάθει πάρα πολλά. Ιδού μια μάχη για το όνομα που έχει ελπίδες να κερδηθεί. Κι όταν οι Ελληνες συνειδητοποιήσουν την αξία του ονόματός τους, θα τους ενδιαφέρει λιγότερο αν αποκαλούνται παράλληλα και Μακεδόνες Μανιάτες ή Πόντιοι. Νά ένα στοίχημα που δεν περνάει από τα χέρια κανενός Νίμιτς, ΟΗΕ ή οποιουδήποτε -παροδικού πάντως- πλανητάρχη. Κάποιοι νομίζουν ότι κατοχυρώνουν το μέλλον με το να κατασκευάζουν το παρελθόν. Εσται, όμως, η εσχάτη πλάνη μείζων της πρώτης.

Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης από την Αμμόχωστο μου έλεγε πως η μητέρα του, όταν έφυγαν άρον-άρον τον Ιούλιο του 1974, ανησυχούσε για το μισό κοτόπουλο που άφησε στο ψυγείο. Μαγική σμίκρυνση μιας τεράστιας τραγωδίας στην πιο ασήμαντη συνέπειά της. Μέσα από την οποία όμως κανείς μπορεί ν' ανιχνεύσει τον σιωπηλό πόνο και των ανθρώπων και των πραγμάτων (τους). Το αδιάκοπο δράμα των προσφύγων όλου του κόσμου. Τον θάνατο που είναι παρών σε κάθε φέτα ζωής. Ενώ... Πάντα μια μισοφαγωμένη φτερούγα περιμένει μήπως και της δοθεί η δυνατότητα να πετάξει ξανά...

ΥΓ1. Είδα στον ύπνο μου (Mirage!) τον μπαρμπα-Γιαννούλη να τρυπάει θυμωμένος τις φουσκωμένες γλυπτικές καρδιές στο Σύνταγμα και την Ακαδημίας. Τη στιγμή που επενέβαιναν τα ΜΑΤ για να τον συλλάβουν, «εγώ είμαι τρελός» και, επιπλέον, πεθαμένος» είπε και δραπέτευσε στα σύννεφα. «Δος μου τη βελόνα σου», φώναξα. «Πρέπει να έχει ο καθένας τη δική του», πρόλαβε να μου απαντήσει.

ΥΓ2. «Θέλω να παντρευτώ μικρή». Μου εξομολογήθηκε μια φοιτήτριά μου. «Για να προλάβω να ξαναπαντρευτώ». Ο καθείς και η βελόνα του.

ΥΓ3. Ο φίλος μου απ' το «Αντί» Μανώλης Βασιλάκης δικαιώθηκε, τελικά, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο και απέρριψε τις δεκάδες αγωγές που είχαν υποβάλει τα μέλη του «Δικτύου 21» εναντίον του. Μέχρι τότε είχε φτάσει στα επαγγελματικά, ηθικά και οικονομικά του όρια. Το ίδιο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκατέστησε και τον δημοσιογράφο Νικήτα Λιοναράκη, αποφαινόμενο πως «τα δημόσια πρόσωπα είναι περισσότερο δεκτικά κριτικής από οποιονδήποτε άλλον». Και ότι «η αποκατάσταση της τιμής δεν μπορεί να συνδυάζεται με χρηματική αποζημίωση». Οπως επιβάλλει ο, ακόμη εν ισχύι, αμαρτωλός νόμος Βενιζέλου. Αγαπητοί επισκέπτες και συνεργάτες του μουσείου της Πλάκας.

ΥΓ4. Επειδή λέτε πως διαρκώς γκρινιάζω. Δείτε, αν προλαβαίνετε, κάποιες εκθέσεις που θα μπορούσαν να σταθούν παντού στον κόσμο: Του Τζουλιάνο Καγκλή στην «Εκφραση», του Αγγελου Παναγιωτίδη στον «Εικαστικό Κύκλο», της Ελένης Παυλοπούλου στον «Αστρολάβο» και του Τάσου Παυλόπουλου στον Kalfayan.

* Ο Μ. Στεφανίδης είναι επιχειρηματίας, συνεργάζεται με το ΥΠ.ΠΟ., προωθεί τα Mirages και αντιπαθεί τα Eurofighters. Πειράζ';


7 - 16/03/2008

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

Σαν παλιό σινεμά

Δεν της άρεσα της Μπέτυς
γιατί ήμουν τζαναμπέτης

Πέτρος Μαζνώκης από το ποίημα «Ωδή στη Μπεάτα Ασημακοπούλου»

Βλέπω, πια, τηλεόραση μόνο για να διασκεδάσω· με τους τιβί σταρ να μου θυμίζουν όλο και περισσότερο τους πρωταγωνιστές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ετσι ο Γιώργος Τράγκας είναι για μένα ένα υβρίδιο ανάμεσα στον Σπύρο Καλογήρου και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, ενώ ο Κακαουνάκης είναι σαφώς η μετεμψύχωση του Αυλωνίτη σε συνδυασμό με τον Γιάννη Φέρμα. Η Ολγα Τρέμη παραπέμπει στη Μαίρη Χρονοπούλου και στην ταινία «Μια κυρία στα μπουζούκια», ενώ όταν έχει τις μαύρες της είτε λόγω των ανοησιών που πρέπει να υποστηρίζει ή εξαιτίας των μπουζουκιών που έχει γύρω της, φέρνει λίγο σε Κατερίνα Βασιλάκου. Είπα μπουζούκια και σκέφτηκα ότι ο Μανώλης Καψής είναι ένας μετανεωτερικός Ερρίκος Μπριόλας, ενώ ο Πρετεντεράκος θα μπορούσε να είναι ο Ηλιόπουλος στον «Δράκο» ή ο διανοούμενος Κακκαβάς με τα γυαλιά στην ταινία που παίζει τον ποιητή με αντίπαλο τον Βέγγο. Δυστυχώς, όμως, ουδείς τηλεοπτικός ανήρ μπορεί να αντιπαρατεθεί με τον αξεπέραστο Βέγγο. Ακόμη. Η Τατιάνα, πάλι, μου υπενθυμίζει τι ομορφόσογο είμαστε. Εχουμε, λοιπόν, και λέμε: Νίκος Ευαγγελάτος ίσον Βασιλάκης Καΐλας (όταν μεγάλωσε). Γρηγόρης Αρναούτογλου, Βασιλάκης Καΐλας μικρός. Αννα Παναγιωταρέα -ιδιαίτερα όταν φοράει εκείνα τα σταυρωτά σακάκια του αυστριακού ναυάρχου- αβλεπί Ρένα Βλαχοπούλου συν (λίγο) Αννα Παναγιωτοπούλου. (Επίσης, ουδεμία τιβί σταρ μπορεί να φτάσει την Γεωργία Βασιλειάδου. Δυστυχώς. Ή, μάλλον, ευτυχώς!). Γιώργος Λιάγκας, sans voir Αλέκος Τζανετάκος. Είπα «Λιάγκας» θυμήθηκα τον Νίκο Χατζηνικολάου. Τον βρίσκω, λοιπόν, μια και μέση κατάσταση ανάμεσα σε Χρήστο Νέγκα και Ανδρέα Μπάρκουλη (όταν έκανε στροφή στο ποιοτικό). Παραδόξως τον Ανδρέα Μπάρκουλη (πριν κάνει στροφή στο ποιοτικό) θυμίζει κι η Ελλη Στάη. Η Μπήλιω Τσουκαλά μου θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Μάρθα Καραγιάννη και Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ενώ ο Γιώργος Κύρτσος παραπέμπει σε Δημήτρη Μπισλάνη. Ο Μάκης είναι, βέβαια, ο αδιαμφισβήτητος Νίκος Ξανθόπουλος με ξανθές ανταύγειες Λάκη Κομνηνού όταν ο τελευταίος πρωταγωνιστούσε στα ελληνικά γουέστερν. Ο Θέμος, πάλι, είναι ο χυμώδης συνδυασμός Γκιωνάκη και Φραγκίσκου Μανέλη (ως προς την άρθρωση), ενώ ο Καμπουράκης είναι ο τηλε-Βουτσάς -όταν διαπράττει γκάφες- και ο Γιώργος Παπαζήσης - όταν λέει αστεία. Ο Οικονομέας ασφαλώς είναι ο Στέφανος Ληναίος στη ταινία που κάνει τον φιλομαθή αστυφύλακα, ενώ η Μάρω Ζαχαρέα είναι η Βουγιουκλάκη στο φιλμ «Η Μαρία της σιωπής» (Σκηνοθεσία: αδελφός Βουγιουκλάκης, σύζυγος Θοδωρής). Ο Ρουσόπουλος, πάλι, μου θυμίζει τον Χάρρυ Κλυνν στην ταινία τα «100 καναρίνια» ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Τζαβέλα. Η Ρίκα Βαγιάνη σαφώς Μπεάτα Ασημακοπούλου λόγω στιλ.

Η Ελένη Μενεγάκη παραπέμπει σε Ελένη Ερήμου, ενώ μια ψηλή ξανθιά στον Alpha που παίζει αναπληρωματική -guest star- είναι τόσο χαρούμενη όταν εμφανίζεται ώστε μπορεί να ανακοινώνει πυρηνικό πόλεμο με ένα χαμόγελο ώς τ' αφτιά. Αυτή μου θυμίζει τη Χλόη Λιάσκου όταν παίζει την ψηλή και άχαρη χαζή. Είπα «αφτιά» και θυμήθηκα τον Γιώργο Αυτιά, τον ευτυχή συνδυασμό Νίκου Ρίζου και Κώστα Χατζηχρήστου. Τέρενς Κουίκ ίσον Δημήτρης Καλλιβωκάς ή Γιώργος Τσιτσόπουλος όταν λέει τη μοναδική ατάκα «Εφαγα πολύ πεπόνι». Ο Γιώργος Παπαδάκης είναι το γκανιάν για τον ρόλο του Λάμπρου Κωνσταντάρα αν δεν υποδυθεί τον Μίμη Φωτόπουλο. Το κορίτσι δίπλα του είναι η Σοφία Ρούμπου που έπαιξε την κωφάλαλη στην ταινία «Το κορίτσι της καμπίνας 13». Μάρθα Βούρτση η Αννα Δρούζα και Γιώργος Πάντζας ο Ακης Παυλόπουλος. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ο Μανώλης Καψής μπορεί να είναι Ανδρέας Ντούζος, ενώ η Ελλη Στάη, λόγω σεξαπίλ, Ζωή Λάσκαρη. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μου θυμίζει λίγο Λαυρέντη Διανέλο και λίγο Νότη Περιγιάλη. Ενώ ο Σπύρος Παπαδόπουλος δεν μου θυμίζει πια τίποτε. Τέλος ο Λαζόπουλος είναι ένα πολύχρωμο pastische από Χατζηχρήστο, Χορν, Λαμπέτη, Μαρίνο, Γιάννη Ξανθούλη και -όταν τραγουδάει - Γιάννη Μπέζο. Ξέχασα κανέναν; Δεν πειράζει καθόλου!

ΥΓ. 1: Λέω στην Αριάδνη αργά «Γκαρρρ - γκάααα- νναςςςς» και το βρέφος δακρύζει από τα γέλια.

ΥΓ. 2: Τον Κώστα Σημίτη τον ξεχάσαμε αφού έφυγε από του Μαξίμου. Τον Κώστα Καραμανλή θα τον ξεχάσουμε ενώ θα βρίσκεται ακόμη εκεί.

ΥΓ. 3: Τώρα που πέρασε αρκετός καιρός μπορούμε πιο ψύχραιμα να πούμε ότι το τετραήμερο πένθος και η τηλε-ταφή με τιμές αρχηγού κράτους του Χριστόδουλου ήταν μια πολιτική επιλογή της δεξιάς, η οποία εξέπεμπε έτσι τον πιο χαρισματικό εκπρόσωπό της. Ομως και τα πλήθη που συνέρρεαν στο ψύχος για να προσκυνήσουν το λείψανο ή εκείνα τα 3 εκατομμύρια που υπέγραψαν για τις ταυτότητες επίσης κάτι σημαίνουν. Εκτός κι αν στις δημοκρατίες οι πλειοψηφίες -αλλά και οι μειοψηφίες- είναι απλώς πιόνια του πολιτικού μάρκετινγκ.

ΥΓ. 4: Επίσης, οι «προοδευτικοί» που την έπεσαν με «αντιδιαδήλωση» στη διαδήλωση των «φασιστών». Τα εισαγωγικά τα θεωρώ αναγκαία γιατί καμία εκδήλωση βίας, σωματικής ή ιδεολογικής, δεν μπορεί να διεκδικεί θετικό πρόσημο. Και κανείς «προοδευτικός» δεν δικαιούται να απαγορεύσει σε κάποιον να εκφράσει την, έστω, «αντιδραστική» του άποψη.

ΥΓ. 5: Κι ας τελειώνουμε κάποτε από την χυδαία κακόγουστη κατάληψη - και δήωση - των Προπυλαίων κάθε τρεις και λίγο. Ας κάνουν την «επανάστασή» τους οι «εξεγερμένοι» λίγο πιο πέρα.


Σπύρος Χειμωνάκης, 1996 (Απ' τη σειρά - αφιέρωμα στο ελληνικό σινεμά).


7 - 09/03/2008

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Απώλεια βάθους

Αυτό το πρόσωπο, για να δείξει, θέλει κορνίζα αιμάτινη.

Κ. Δημουλά


Υπάρχει ως όρος στη νευροψυχολογία: η ανικανότητα να αντιλαμβάνεσαι την τρίτη διάσταση· την απώλεια της αίσθησης βάθους· την καταδίκη να βιώνεις τα περίοπτα πράγματα σαν να ήταν δισδιάστατα· όπως ακριβώς τα καρτούν αντιμετωπίζουν τ' άλλα καρτούν (ενώ στην ηχητική μπάντα ακούγεται εύθυμη μουσική). Η ασθένεια της εποχής μας: Οι εικόνες χωρίς (εννοιακό) βάθος πεδίου και η χαζοχαρούμενη μουσική που συνοδεύει την απώλεια (όπως και τότε: στον «Τιτανικό»). Η εποχή των εικόνων κατάντησε η πλήρης τους αναίρεση.

Νομίζω πως ανήκω σ' εκείνο το τελευταίο είδος ανθρώπων που δεν έχουν επισκεφθεί το Mall και δεν έχουν ψωνίσει απ' το ΙΚΕΑ. Που αντιπαθούν τους μαζικούς, αχανείς χώρους των οποίων η -υποτιθέμενη- φθήνια σε προκαλεί ωμά φωνάζοντας: Κατανάλωνε! Σήκωσε όλο το μαγαζί! Εξάλλου τα πράγματα εδώ είναι αβαρή, αβαθή και δύο διαστάσεων. Εχεις το μέγιστο προνόμιο να γνωρίζεις την τιμή όλων των πραγμάτων άρα δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την αξία κανενός. Ψώνιζε για να υπάρχεις. Να το βάρος σου.

Τα βράδια που γυρίζω βλέπω τεράστια πλήθη να συνωθούνται έξω από τους μεγα-χώρους της μαζικής διασκέδασης. Εκεί που αοιδοί σταρ (;) άδουν αηδίες (χωρίς ερωτηματικό) και η διατεταγμένη ψυχαγωγία γίνεται ψύχωση ή νευρωτική ιεροτελεστία, που όμως αποκλείει τον κάθε αυθορμητισμό. Τα μαυροφορεμένα κοριτσόπουλα με τα μίνι πάνω στα τραπέζια, την ενδεδειγμένη ώρα, έχουν προβάρει τις κινήσεις τους στην εντέλεια το προηγούμενο απόγευμα αυτοθαυμαζόμενες στον εφηβικό καθρέφτη. Η έλλειψη βάθους, η απώλεια της προοπτικής οδυνηρά προφανής.

κόσμος της πρώιμης Αναγέννησης -αυτό που ονομάζουμε Quattrocento- στήριξε την ανθρωποκεντρική στροφή του σε μια στέρεα, προοπτική κατασκευή. Το ένα και μοναδικό σημείο φυγής υπογράμμιζε τον ζωτικό -ιδεολογικά- ρόλο και του κέντρου και της περιφέρειας. Τα χωρικά επίπεδα διαρθρώνονταν διαλεκτικά ώστε να προκύψει ο «τόπος», πανταχόθεν σεσημασμένος. Τα ανάερα βήματα των αστροναυτών στο σεληνιακό τοπίο 500 χρόνια αργότερα στοιχήθηκαν στα επιτεύγματα αυτής της προοπτικής: «Δοκεί δε μέγα τι είναι και χαλεπόν ληφθήναι ο τόπος», υποστηρίζει στα «Φυσικά» του ο Αριστοτέλης (Είναι δύσκολο και συνάμα μεγαλειώδες να συλληφθεί η έννοια του τόπου). Κυρίως επειδή ως τόπος ορίζεται το υλικό εκείνο σημείο στο οποίο συγκλίνουν θεωρητικές βεβαιότητες και πειραματικές ανησυχίες.

Προσέξτε, τώρα, τι μπορεί να συμβεί σε μια πλατεία, τι υπάρχει στο χωρικό της βάθος (αρκεί να μην την προσλαμβάνουμε σαν τηλεοπτική πληροφορία):

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς / Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο. / Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην πλατεία Κάνιγγος / Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους / έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη. / κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι / μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς, / ίσως κανείς, τον υποπτεύθηκε / μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Τάσος Δενέγρης, περιοδ. «Πάλι», 1966

-Καταλάβατε; Δεν σας θυμίζει η παραπάνω εικόνα τις συνταρακτικές συρματώδεις φιγούρες του Giacometti που διασχίζουν ένα μπρούτζινο επίπεδο, την πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία;

Ωρες ώρες ο κλινικός ρεαλισμός, η εμμονή στην αφηγηματική ή εικονιστική λεπτομέρεια δημιουργούν έναν φλοιό ασφάλειας στ' αντικείμενα εμποδίζοντάς τα να καταστούν υδαρή και να λιώσουν. Αυτό μου θυμίζουν οι περιγραφές του McEwan στα βιβλία του «Στην Ακτή» ή «Σάββατο», οι οποίες παραπέμπουν πάλι στις εξονυχιστικές λεπτομέρειες των σωμάτων του Lucian Freud αλλά και στη σαρκάζουσα επιχειρηματολογία του Terry Eagleton. Το άκρον άωτον του βρετανικού πραγματισμού μ' άλλα λόγια.

Που θα πει: Να ξανακερδίσουμε το βάθος των εικόνων, για να στηριχτούν οι λέξεις επαρκέστερα και να ξεδιπλωθούν τα νοήματα με εγκυρότερο τρόπο. Αυτό το χαμένο βάθος απ' τα λόγια κι απ' τον κόσμο γύρω, το ψηλαφείς σε κάθε βήμα. Πρόκειται για μια διαφάνεια του τίποτε, ό,τι ονομάζει ο Gianni Vattimo «the transparent society»· δηλαδή τη διάλυση εικόνων κι ερμηνειών και έναν απορφανισμό της όποιας δεσπόζουσας αναφοράς. Οταν τα πράγματα διατηρούν την τιμή αλλά χάνουν την αξία τους σ' ένα συμβολικό trompe l'oeil όπου βάθος και βάρος έχουν συρρικνωθεί στη μονοείδεια του πλάτους (ώστε να λάμπουν εμφανιζόμενα στην flat TV, ήγουν στην επίπεδη οθόνη, εκεί που απόλλυται κάθε αισθητική διάσταση βάθους).

πειρασμός του υπάρχειν -όπως θα 'λεγε κι ο Ε. Cioran- θα υπερισχύσει άραγε της γλυκιάς ηδονής να εξαερωθούμε χάνοντας κάθε βάρος και να ζούμε μη υπάρχοντας; Δηλαδή απαλλαγμένοι -έτσι βολεύει καλύτερα- από την υποχρέωση του θανάτου (μας); Επειδή σήμερα άνθρωποι και πράγματα πεθαίνουν ερήμην του θανάτου τους κι αυτό συνιστά τεράστια αδικία για όλη την προηγούμενη ζωή τους...

ΥΓ.1 Στα πρανή του Μεγάρου Μουσικής στέκει απαξιωμένος, βρόμικος και αφώτιστος ο ανδριάντας του Ελ. Βενιζέλου, έργο του Γιάννη Παππά. Ο Δήμος Αθηναίων, το ΥΠΠΟ αλλά και οι Φίλοι της Μουσικής -που όχι μόνο βαριακούνε αλλά και δεν καλοβλέπουν-, δεν αισθάνονται ελάχιστη ντροπή ιστορίας; Αν επρόκειτο για γελοίες αγελάδες και ηλίθιες καρδούλες θα τις φώτιζαν, φαντάζομαι.

ΥΓ.2 Οποιος βρει το όνομα του αρχιτέκτονα που έφτιαξε την υπογειοανώγεια γκαραζόπερα του Μεγάρου κερδίζει κατάλογο του Destroy Athens. Αντίθετα, τ' όνομα του εργολάβου είναι πασίγνωστο. Το ξέρει και ο ανακριτής κ. Οικονόμου. Μόνον ο κ. Λιάπης μοιάζει να το αγνοεί.

ΥΓ.3 Τι γλυκαντικός ο λόγος του νέου αρχιεπισκόπου. Σε βαθμό που να θυμώνεις με τον Θεό επειδή δεν υπάρχει.

Ο Μ. Στεφανίδης είναι (τέως) γ.γ. του Ελληνοϊαπωνικού Ομίλου «Σι-Χαμάρα».


Γιάννης Ασημακόπουλος, Trompe l'oeil, Τεχνοχώρος «Το Μήλο», 2008: Επιστροφή στην αιματηρή υλικότητα των πραγμάτων και στην επανάκτηση της προοπτικής όχι ως επίδειξης δεξιοτεχνίας αλλά ως διατύπωσης μιας άλλης ποιητικής. Σαν ένα όνειρο στερεοσκοπικό, όπου συναισθηματικό βάρος και πνευματικότητα γίνονται ένα...


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Τρισυπόστατοι

Με αφορμή τα κοινά έργα που φιλοτέχνησαν οι Στ. Βότσης, Στας Παράσκος και Στ. Μεταξάς κι εκτίθενται όλο τον Μάρτιο στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρνακας

Εχετε ακούσει για έναν δράκο με τρία κεφάλια; Θυμάστε το παραμύθι του γενναιόκαρδου με τις τρεις καρδιές στα στήθη και τα έξι χέρια; Σας έχουν μιλήσει για το θαύμα του Αγίου Αθανασίου στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο με το οποίο απέδειξε το τρισυπόστατον της μιας θεότητας; Ελιωσε στα χέρια του ένα κεραμίδι και διαχωρίστηκαν θυματουργικά τα τρία στοιχεία που το συγκροτούν: χώμα, νερό, φωτιά.

Η παρούσα ζωγραφική ενότητα έχει συγκροτηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια και συνίσταται στο ότι τρεις καταξιωμένοι ζωγράφοι, ο Στέλιος Βότσης, ο Στας Παράσκος και ο Στέφος Μεταξάς, «συνεργάζονται» επάνω στον ίδιο καμβά, συνυπογράφουν εντέλει το ίδιο έργο μοιράζοντας δημοκρατικά ιδέες, αισθητικές απόψεις, πλαστικές λύσεις και μορφικές λεπτομέρειες. Ο καθένας προσέρχεται στον έναν, πλην τρισυπόστατο, πίνακα καταθέτοντας την ατομικότητα και το κατακτημένο προσωπικό του στιλ, στο τέλος όμως τα τρία διαφορετικά ύφη συναιρούνται σε ένα και το έργο αποκτά, σχεδόν μαγικά, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Αρα το ότι και οι τρεις υπογράφουν στην άκρη αυτή την πρωτότυπη τρισυπόστατη ζωγραφική, είναι κάτι το απόλυτα φυσικό.

Αρχικά αυτό το avantgarde πείραμα ξεκίνησε σαν παιχνίδι ανά δύο. Ο καλλιτεχνικά και ηλικιακά νεώτερος Μεταξάς, μαθητής του Βότση και του Στας, ζήτησε εν είδει άσκησης να ζωγραφίσει από κοινού με τον Στέλιο ένα έργο. Με τον καιρό η ζύμωση πέτυχε, το κρασί των κόκκινων και των μενεξεδιών ψήθηκε καλά και το παιχνίδι απέκτησε σοβαρότητα και φιλοδοξίες μεγαλύτερες. Και οι τρεις, πλέον, δουλεύουν συστηματικά ο ένας πάνω ή δίπλα ή επί της φόρμας του άλλου και το πείραμα καθίσταται όλο και πιο ενδιαφέρον. Ο Στέλιος Βότσης μεταφέρει τη γεωμετρική κομψότητα των πλανητικών του Αγγέλων και τις δωρικές αναλογίες των οπτικών του αφηγήσεων, ο Στας Παράσκος τους χρωματικούς χυμούς μιας ζωγραφικής γλώσσας που υπερασπίζεται την ιθαγένεια με όρους διεθνείς και ο Στέφος Μεταξάς τους ποιητικούς λαβυρίνθους ενός κόσμου τόσο αλλού σαν παραμύθι, αλλά και τόσο περίπλοκου σαν το κουβάρι της Αριάδνης.

Το αποτέλεσμα το βλέπετε! Λογική, επιθυμία, συναίσθημα, στοχασμός, λογιοσύνη, λαϊκότητα, αυθορμητισμός, μέτρο, ρυθμός, αντιθέσεις, όλα μαζί συνθέτουν το μαγικό κεραμίδι του Αγίου Αθανασίου. Η μαγεία -η αλχημεία της τέχνης!

Οταν ο Βερόκιο ζωγράφιζε τη «Βάπτιση του Χριστού» λέγεται ότι ο μαθητής του Λεονάρντο ντα Βίντσι ζωγράφισε τον ξανθό, μεταφυσικό άγγελο δεξιά.

Ο Μπρέγκελ ο Βελούδινος είχε κι άλλους συνεργάτες στις συνθέσεις του για να του φτιάχνουν τα πουλιά ή τα λουλούδια γύρω από τα ιερά πρόσωπα. Ενώ ο Ρούμπενς επέβλεπε απλώς τους βοηθούς του όταν μεγέθυναν τις επικές του συνθέσεις.

Η μοντέρνα τέχνη μάς δίνει ανάλογα, πλην σπάνια, παραδείγματα καλλιτεχνικών συνεργασιών: Ομάδα Brucke, Bauhaus, Σουρεαλιστές, Ποπ αρτ κ.ά.

Βλέπετε σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις της συνεργασίας ο κάθε δημιουργός οφείλει να αναστείλει το ego του, να υποτάξει το εγώ του στο συμφέρον του συνόλου. Κι αυτό σε μιαν εποχή τόσο αλαζονική, εξαιτίας ανασφάλειας κυρίως, δεν είναι εύκολο.

Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο star system έχουν αποφασίσει να ζουν μόνοι κι ακοινώνητοι σαν τους λύκους.

Η αληθινή όμως τέχνη εκκολάπτεται μεν στην ιερή μόνωση, αλλά θάλλει μέσα από τον διάλογο και την επικοινωνία. Αλλιώς καταλήγει σε θλιβερό αυτισμό.

Τι υπέροχο μάθημα λοιπόν για τους νεότερους αυτή η τρισυπόστατη ζωγραφική των τριών φίλων, τι παρηγοριά σε μια εποχή που όλοι οι κυρίαρχοι μηχανισμοί μοχθούν για να θέσουν τους ανθρώπους όχι δίπλα αλλά απέναντι. Αλλά και τι κέρδος για μας τους υπόλοιπους, οι οποίοι καλούμαστε να διαβάσουμε τους συγκεκριμένους πίνακες με μιαν καινούρια ελευθερία. Μακριά από έτοιμες συνταγές. Γιατί μην ξεχνάτε: Το έργο τέχνης μπορεί να αρχίζει από το μυαλό και τα χέρια του δημιουργού του αλλά ολοκληρώνεται στο μυαλό και τα μάτια του υποψιασμένου αποδέκτη. Δικαιοσύνη!

ΥΓ. 1: Θυμάμαι, τώρα, το κοινό έργο - μηχανή των R. Indiana και R. Rauschenberg στη Συλλογή Σμάλενμπαχ του Ντίσελντορφ.

ΥΓ. 2: Διαβάζω στην, εξαιρετική, όσο και πολυτελέστατη, ελληνική έκδοση του έργου «Η τέχνη από το 1900» των Hal Foster, Rosalind Krauss, Yve-Alain Bois και Benjamin Buchloh (ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, επιμέλεια Μιλτ. Παπανικολάου) κι άλλες περιπτώσεις ζευγαριών όπως οι Αλμπερς - Σλέιτερ Μαρκί, Ράουσενμπεργκ - Κέιτζ, Ντεμπόρ - Ασγκερ Γιορν, Βιλεγκλέ - Ενς (Hains) κ.λπ. Το βιβλίο παρακολουθεί τα γεγονότα χρόνο με το χρόνο και σε κρίσιμες ενότητες παραθέτει στρογγυλές τράπεζες των συγγραφέων! Λείπουν όμως οι κοινοί πίνακες Μπέικον - Φρόιντ όπως και η οποιαδήποτε αναφορά στο έργο του τελευταίου. Ούτως ή άλλως, όμως, ο ογκώδης αυτός τόμος είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί ως προς τη μοντέρνα και τη σύγχρονη τέχνη στον τόπο μας.

ΥΓ. 3: Συμπληρώνονται φέτος τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ντισάν και τα 100 χρόνια από τη γέννηση του λεπταίσθητου μοντερνιστή ποιητή Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941). Ενός «Σολωμού» του Μεσοπολέμου -κι όχι μόνο για την ιταλομάθειά του- που ξεχάστηκε γρήγορα:

«Ο ύπνος είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος γεμάτος δώρα... που τα μαζεύουν όλοι. Ο ύπνος είναι ένας κύκνος αυθόρμητος που ανάβρυσε πάνω στα νερά της ψυχής. Ο πόθος μας δεν του μοιάζει».

Ο Μ. Στεφανίδης είναι μέλος των Π.Π.Π. (Ποιητών Προφορικής Ποίησης).


Ο Στέφος Μεταξάς στην τελευταία ατομική του έκθεση (Λευκωσία, 2007)
7 - 24/02/2008

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Κλάματα

(Της Δάφνης)

Δάκρυ-δάκρυ πέφτουνε της βροχής οι στάλες

Π. Γαβαλάς
Α. Κουλούρης

Τι ντροπή! Τόσον καιρό και δεν ήξερα η λέξη «κλάμα» με πόσα και ποια δάκρυα γράφεται. Κι έφτασε ένα μωρουδίστικο προσωπάκι πλημμυρισμένο, μαύρα χαράματα, από μια βροχή παραπόνων για να με πάρει απ' το χέρι και να μου συλλαβίσει, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κλάματα αυτού του κόσμου. Μέχρι τότε υπερηφανευόμουν και θεωρούσα ένδειξη ευαισθησίας μοναχά το δικό μου δάκρυ. Τώρα έμαθα πως ισχύει εντελώς το αντίθετο. Τα προσωπικά μας δάκρυα παρηγορούν συνήθως έναν πληγωμένο εγωισμό και συχνά καταλήγουν σε καταβόθρες αυτισμού. Αυτό όμως που μόνο μετράει -και που ελάχιστα μας απασχολεί- είναι το δάκρυ των άλλων. Εφτασα πενήντα χρόνων για να (ξανα)γίνω μαθητής στον πόνο προσπαθώντας να τον αποφλοιώσω απ' οτιδήποτε ατομικιστικό. Να τον πολλαπλασιάσω με όρους οικουμένης. Επειδή ωστόσο τα δάκρυα των ανθρώπων ποτίζουν πρώτα τη φρυγμένη γη ή τα διψασμένα δάση και μετά οι βροχές του Θεού. Ανέκαθεν συνέβαινε έτσι.

Γιατί, αλήθεια, κλαίει ένα μωρό; Ετσι εκφράζεται, λέει η παιδοψυχολογία, μιλάει, επικοινωνεί, ζητάει ανταπόκριση και δηλώνει πως κάτι το ενοχλεί. Ή, απλώς, κλαίει για να πει «υπάρχω!». Ομως εγώ πια μαθαίνω πως ένα μωρό κλαίει για τα δάκρυα όλου του κόσμου. Αυτού που υπάρχει κι αυτού που υπήρξε. Και πως μόνο ένα βρέφος έχει ένα τέτοιο, τρομαχτικό δικαίωμα. Τα δάκρυά του καθίστανται έτσι πολυτιμότερα από τα αιφνίδια, καταγάλανα χαμόγελά του, καθώς χύνονται κρουνηδόν με ακατάσχετους λυγμούς σαν σπονδή στη ματαιότητα και την απώλεια και σαν χρησμός για το κακό που παραμονεύει. Και που μπορούμε, με λίγα περισσότερα δικά μας δάκρυα, να το ξορκίσουμε. Αν όχι για πάντα, τουλάχιστον προσωρινά. Τα δάκρυα ενός βρέφους συμβολίζουν επίσης την προκατακλυσμιαία διαφάνεια, είναι το υφάλμυρο κουκούτσι της αθωότητας, αποδίδουν πιστά τη γεύση νεογέννητης Αφροδίτης ή ακόμη την υφή σύννεφων που κολυμπάνε, αντιστρόφως της συνήθειάς τους, σε ωκεανούς.

Α, ο Γιάννης Βαρβέρης πόσο δίκιο έχει όταν γράφει πως «όλοι εσείς που ταξιδεύετε στα μάτια μου, προσέξτε μην βάλω τα κλάματα και σας πνίξω». Εκεί συμβαίνουν οι μεγάλοι κλυδωνισμοί και ξεσπούν οι θυελλώδεις καταιγίδες. Στα βλέμματα των ανθρώπων έχουν τις ρίζες τους και οι καταχθόνιοι σεισμοί και οι ανεπαίσθητοι φρικιασμοί μιας σοροκάδας...

Απ' τα βλέμματα, εξάλλου, κρέμονται οι επιθυμίες, σαν τους καρπούς απ' το δέντρο της Γνώσης ή σαν τα σταφύλια που ανεμίζει προκλητικά εμπρός στο ανυπόμονο χέρι του μικρού Ερωτα ο παίζων Σάτυρος του Χαλεπά.

Σε κομψές καμπύλες που ανοίγουν και κλείνουν στο χώρο καθώς τα σώματα σαλεύουν, εγκλωβίζεται η γοητεία του συγκεκριμένου γλυπτού (όπως και κάθε αληθινού γλυπτού άλλωστε).

Τι γενναιοδωρία, λοιπόν, αυτά τα δάκρυα εκ μέρους των βρεφών προς έναν τέτοιο κόσμο κι ένα πλήθος παρασυρμένο απ' τη λατρεία της ηλίθιας καθημερινότητας και την ανασφάλεια της μικροαστικής μικρομεσαίας ευτυχίας, το οποίο ξέχασε, από επαγγελματική διαστροφή, να δακρύζει. Πιστεύω πως αυτά τα κλάματα κρατούν την ισορροπία του πλανήτη και, έστω ανεπιγνώτως, ισοφαρίζουν το έλλειμμα ανθρωπιάς όλων μας. Αυτό το μωράκι που σπαράζει δίπλα μου, προχωρημένα μεσάνυχτα, κλαίει ενστικτωδώς για τα πάθη και τις πληγές του κόσμου, ενώ συγχρόνως επείγεται να ποτίσει μ' όλον τον ενθουσιώδη οίστρο των δακρύων του κάποιες άνυδρες ψυχές. Αύριο θα μεγαλώσει και το κλάμα του θα καταστεί περισσότερο υπολογιστικό. Ενας απαιτητικός εαυτός θ' αναρριχηθεί στα κλαδιά αυτού του μικρού θαύματος που με κοιτάζει τώρα μ' ένα σοβαρό βλέμμα παιδιογέροντος και που είναι έτοιμο είτε να φωτίσει γύρω με λαμπρό γέλιο ανατολής είτε να με γειώσει μ' αιφνίδιο μπουρίνι λυγμών. Κι έπειτα, αυτός, ο γλυκαντικός κυματισμός των παραπόνων που κοπάζουν σιγά σιγά! Είναι τότε ακριβώς που η ευτυχία μετριέται με δευτερόλεπτα. Τα δάκρυα στεγνώνουν, οι λυγμοί σταματούν, τα βλέφαρα βαραίνουν, η αναπνοή γίνεται κανονική, η Αριάδνη ήδη κοιμάται. Κι είναι η σειρά σου τώρα κοιτώντας την στο μυρωδάτο λίκνο να δακρύσεις όσο κι αν θέλεις να αυτοκυριαρχηθείς. Ούτως ή άλλως τα δάκρυα της ευτυχίας είναι η δύναμη της αδυναμίας σου.

ΥΓ. 1: Τι κρίμα που το φλερτ μου με τους εκάστοτε υπουργούς Πολιτισμού κρατάει τόσο λίγο. Είναι γιατί, παρά την έμφυτη ροπή μου προς ονειροπόληση, η πραγματικότητα εμφανίζεται πάντοτε αμείλικτη.

ΥΓ. 2: Οποιος ενδιαφέρεται ειλικρινά για τη σημερινή κατάντια του ΥΠΠΟ, πρέπει να ψάξει τις παρενέργειες του περίφημου υπουργοκεντρικού πολυνόμου Βενιζέλου, ο οποίος λειτουργεί ως η απόλυτη βούληση του ενός. Ο υπουργός, αποκλειστικά, στελεχώνει, βάσει του νόμου αυτού, επιτροπές, διορίζει διευθυντές, μοιράζει κονδύλια εν λευκώ, ετάζει νεφρούς, θύει και απολύει. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε.

ΥΓ. 3: Απ' την άλλη, η Επιθυμία του επικεφαλής των φίλων της... Μουσικής παραμένει ο υπέρτατος Νόμος του ΥΠΠΟ. Το αν κυβερνάει το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. έχει λίγη σημασία. Οι άνθρωποι του ΔΟΛίου Αρχοντος νέμονται, ακόμη, τα πάντα. Με τις υγείες μας.

ΥΓ. 4: Οφείλει όμως κανείς να παραδεχτεί πως ο νυν πρωθυπουργός και, ένιοι, υπουργοί του γράφουν τις καλύτερες εκθέσεις ιδεών. Στην εφαρμογή υστερούν...

Ο Μ. Στεφανίδης είναι πρόεδρος των φίλων της Μουσικής που βαριακούουν.


7 - 17/02/2008