Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Ο Υπερσιβηρικός, η Υπερδομή και ...ο Αληθεινός!





Κι ολάκερη η Ευρώπη κοιταγμένη
απ’ το πτερύγιο μιας αμαξοστοιχίας
που τρέχει ολοταχώς.


 

Ο Γαλλοελβετός ποιητής Μπλεζ Σαντράρ (ψευδώνυμο που σημαίνει “φλεγόμενη στάχτη” 1887-1961) έγραψε το 1913 το εκτενές ποίημα “Η πρόζα του Υπερσιβηρικού” στο οποίο περιγράφει γλαφυρά τη Μογγολία, το Χαρμπίν, το Πόρτ-Άρθουρ, την έρημο Γκόμπι κ.λ.π. Όταν τον ρώτησαν κάποτε αν πραγματικά ταξίδεψε μέχρις εκεί απάντησε χαρακτηριστικά: «Τι σημασία έχει; Εσάς πάντως σας ταξίδεψα!».

Η Ελλάδα σήμερα, περισσότερο από ο, τιδήποτε άλλο, έχει δραματικά ανάγκη από κάποιον που να μπορεί να την ταξιδέψει. Να την ταξιδέψει, έξω από τη κυρίαρχη μιζέρια και κατάθλιψη αλλά και να της υποδείξει δρόμους διαφυγής από τη παρακμή εντός και εκτός. Να επιτρέψει ξανά στους νέους το δικαίωμα να ονειρεύονται μακριά από τις δυναστικές, τεχνοκρατικές λογικές. Να ξαναδώσει αυτοπεποίθηση σ’ αυτούς που έχουν λυγίσει εξαιτίας του αυταρχισμού, της μετριοκρατίας, των απραγματοποίητων μεταρρυθμίσεων που όλο εξαγγέλλονται και ποτέ δεν γίνονται από μια ελίτ που είναι και φθαρμένη και διεφθαρμένη. Από έναν κύκλο εξουσίας πολιτικό, οικονομικό, μηντιακό αποτελούμενο από εκατό (100) ανθρώπους – όχι περισσότερους – κινούμενους αποκλειστικά σε απόσταση 15 (δεκαπέντε) χιλιομέτρων. Δηλαδή την πλατεία Κολωνακίου, τις δύο πλατείες της Φιλοθέης και την πλατεία της Κηφισιάς. Σ’ αυτό το παραλληλόγραμμο ζει, κινείται και αποφασίζει για τις τύχες όλων μας η εγχώρια νομενκλατούρα. Απ’ αυτό το χρυσό κλουβί πολιτικοί, καναλάρχες, μεγαλοεπιχειρηματίες και μεγαλοεργολάβοι του δημοσίου εποπτεύουν (;) ολόκληρη τη χώρα. Από τη Γαύδο ως την Ορεστιάδα. Εξ ου και οι αποφάσεις τους είναι ομφαλοσκοπικές, «υπεράνω» και αυταρχικά αυθαίρετες. Τρομαχτικό παράδειγμα ο χρυσός της Χαλκιδικής και οι Σκουριές. Οι αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας – το χρυσό κλουβί που λέγαμε – παίρνονται ερήμην της εκεί πλειοψηφίας, νομιμοποιούνται όπως νομιμοποιούνται από τη βουλή του Άδωνι, της Φώφης και του Κασιδιάρη – άλλο ένα «επίτευγμα» του κοινοβουλευτισμού μας – και επιβάλλονται από τα ΜΑΤ. Μ’ έχει, ειλικρινά, εντυπωσιάσει η μαζικότητα και το ανυποχώρητό των κατοίκων της Χαλκιδικής απέναντι σε μια επένδυση που υποτίθεται θα τους οδηγήσει στον παράδεισο. Δεν μπορεί, φοβάμαι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι να εθελοτυφλούν και να έχουν δίκαιο αποκλειστικά ο Πάχτας, ο Παπακωνσταντίνου και ο Μιχελάκης. Το κράτος αυθαιρετεί συνταγματικά και το Σύνταγμα «εκσυγχρονίστηκε» βάσει της αισθητικής του κ. Βενιζέλου και των συμφερόντων που αυτός εκπροσωπεί. Κανείς δεν επιτρέπεται να εφησυχάζει μετά από αυτά. Κανείς δεν μπορεί να τους έχει εμπιστοσύνη.

Ποιος λοιπόν, θα μας ταξιδέψει;

Προσωπικά πιστεύω πως υπάρχει ένα πρόσωπο στην εξόχως «επαγγελματική» και γραφειοκρατούμενη, ελληνική αριστερά που μπορεί πάλι, έστω και μέσα από παλινωδίες ή αρχαϊσμούς, να μας ταξιδέψει. Ένα πρόσωπο που δεν βαρύνεται από τα εγκλήματα της εξουσίας που ευαγγελίζεται μίαν άλλη πολιτική τόσο για τον τόπο όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη και που ήδη αναδεικνύεται σε επαρκέστατο αγορητή του Κοινοβουλίου και σε μια προσωπικότητα που σταδιακά απαλλάσσεται από χρόνιες αγκυλώσεις του πολιτικού μας ερωτήματος. Όσο περισσότερο βάλλεται από το εγχώριο και το διεθνές κατεστημένο, όσο περισσότερο δαιμονοποιείται, τόσο αποδεικνύεται το πόσο χαρισματικός είναι. Κι αν διαφωνεί ο κ. Ψυχάρης, ο κ. Πρετεντέρης ή ο κ. Παπαχρήστος, Πρόσφατα στη Βουλή διέλυσε τον πεφυσιωμένο αλαζόνα Βενιζέλο, πράγμα που παραδέχτηκε ακόμα και ο Χρ. Γιανναράς στην κυριακάτικη επιφυλλίδα του. Η εναλλακτική πολιτική του αυτός προτείνει, παρά την απίστευτη δυσφήμιση της από τα ΜΜΕ, έχει θετική απήχηση και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες με αποτέλεσμα να μην είναι ουτοπία ένα κοινό Μέτωπο του Νότου. Όμως σ’ όλα αυτά υπάρχει ένα εμφανές έλλειμμα κι αυτό δεν είναι άλλο από την πολιτική για τον πολιτισμό. Η φροντίδα για το «εποικοδόμημα και τη σχετική του αυτονομία» όπως έγραφε ο Μαρξ. Ακόμη περισσότερο για τον κοινό Ευρωπαϊκό μας πολιτισμό που σήμερα τον διαχειρίζονται απλώς για να τον απαξιώσουν, γραφειοκράτες και πολιτιστικοί μάνατζερς πολυεθνικών.
Η Αριστερά θα έπρεπε να πλειοδοτήσει σ’ έναν πολιτισμό της καθημερινότητας, των απλών, των ελάχιστων πραγμάτων που όμως κάνουν τη διαφορά, μακριά από διεκπεραιωτικούς λαϊκισμούς και ξεπερασμένη συνθηματολογία. Σήμερα υπάρχει ένας δημιουργικός πυρετός στο τόπο – κυρίως ανάμεσα στους νέους – που ζητά επιτακτικά έκφραση και διέξοδο. Η επίσημη πολιτεία κωφεύει και από ιδεολογική αγκύλωση και από αντικειμενική αδυναμία λόγω μνημονίου. Κι όμως! Εκατοντάδες δημόσια κτήρια παραμένουν κλειστά – μερικά τα φυλάνε μάλιστα τα ΜΑΤ – αντί να δοθούν δανεικά σε θεατρικές και μουσικές ομάδες, σε χορευτές και ζωγράφους, σε δημιουργούς που δεν έχουν στέγη, ή εργαστήρια ώστε να μεταμορφωθούν σε κυψέλες δημιουργίας ανασταίνοντας ταυτόχρονα υποβαθμισμένες και νεκρωμένες περιοχές. Παράλληλα το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και προς τους ξένους καλλιτέχνες που παρεπιδημούν στην Ελλάδα. Χωρίς κεφάλαια και μεγαλεπήβολα … προτζέκτς! Τόσο απλά. Αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι το συστήνουν, κοινωνιολόγοι το συνιστούν, αλλά η τρικομματική κυβέρνηση, αλλού ντ' αλλού,  νοιάζεται μόνο πως θα διορίσει τα δικά της παιδιά στην διαλυμένη ΕΡΤ.

Φωνάζω χρόνια πως τα εκατοντάδες (sic) αρχαιογνωστικά μουσεία της χώρας μπορούν ν’ ανοίξουν τους χώρους τους – με μέτρο, με ευφυείς προτάσεις – και στη σύγχρονη τέχνη. Σ’ έναν διάλογο, όχι εύκολο, συχνά οδυνηρό αλλά εξόχως ενδιαφέροντα, του παρελθόντος με το σήμερα. Οι πάντες θα ωφελούνταν απ’ αυτή την όσμωση. Είναι ντροπή το εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο να έχει κλειστές αίθουσες – όπως π.χ. τα κυκλαδικά – ελλείψει φυλαάκων και να μην μετατίθενται εκεί δημόσιοι υπάλληλοι που σχολάζουν ή είναι υπεράριθμοι στις υπηρεσίες τους. Καλά να μην μπορούν να πατάξουν οι τρικομματικοί φωστήρες τη φοροδιαφυγή αλλά ούτε και να μετακινήσουν δέκα υπαλλήλους από το ένα γραφείο στο άλλο;
Αυτές τις μέρες τρέχει στο ΕΜΣΤ μια συνταρακτική αναδρομική έκθεση, εξαιρετικά παρουσιασμένη. Πρόκειται για τα έργα του Δημήτρη Αληθεινού, ενός Έλληνα που ταξιδεύει σ’ όλο τον πλανήτη για να τιμήσει τους πολιτισμούς του κόσμου. Πρόκειται για μια έκθεση με μήνυμα πολιτικό, οικολογικό, ανθρωπιστικό η οποία θα τιμούσε τα μεγαλύτερα μουσεία της Δύσης. Επιπλέον συνδυάζει το θέαμα, το χιούμορ αλλά και έναν υψηλό προβληματισμό σχετικά με το τι είναι (καλυτερα τι θα έπρεπε να είναι) modernité σήμερα. Διερωτώμαι πόσοι πολιτικοί, νυν και πρώην υπουργοί πολιτισμού, εκπρόσωποι της Αριστεράς ή της Δεξιάς με τις πατριδογνωστικές του κορώνες έχουν δει αυτή την έκθεση. Δυστυχώς, ξέρω την απάντηση. Και εδώ είναι το ζήτημα. Ο λαός -ή, ό, τι θεωρεί “λαό” τέλος πάντων η κυρίαρχη ελίτ- είναι, συχνά, επαρκέστερος, από την ηγεσία του. Διερωτώμαι, τι έκανε για τον πολιτισμό ο κ. Γ. Καμίνης παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις του. Που είναι μια συμφωνική ορχήστρα του Δήμου, γιατί έκλεισε και η καινούργια και η παλιά δημοτική πινακοθήκη, που είναι οι πολιτιστικές παρεμβάσεις στις γειτονιές, που είναι το άνοιγμα στους νέους; Άλλη μια αποτυχία χρυσωμένη με τις καλύτερες των προθέσεων. Και το ερώτημα επιμένει μελαγχολικό : Σ’ αυτή τη κρίσιμη στιγμή της δυσθυμίας και της απελπισίας ποιος θα μπορέσει να μας εμπνεύσει;
Έστω κι αν ο υπερσιβηρικός πέφτει μακριά και οι περιοχές του είναι απρόσιτες, το ταξίδι όμως είναι αναγκαίο. Ας γίνει τουλάχιστον ένα πρώτο βήμα. Όποιος δεν δρα, δεν δικαιούται και να ονειρεύεται : Και χωρίς το όνειρο δεν υπάρχει ζωή.

Υ.Γ 1 Σύμβουλος πολιτισμού του πρωθυπουργού είναι ένας καλλιτέχνης διανοούμενος που υπήρξε κάποτε γραμματέας του Joseph Beuys. Διερωτώμαι ποιος είναι ο σύμβουλος πολιτισμού των άλλων πολιτικών αρχηγών. Και αν βεβαίως γνωρίζουν τον Beuys. Επειδή στον τόπο μας, εκτός της άγνοιας, βασιλεύει κι η υποκρισία.

Υ.Γ. 2 Οι γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά αλλά και το κέντρο είναι κατάφορτες από εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα γκράφιτι που  φτιάχνονται φανατικά και με όλο και μεγαλύτερη αισθητική εμβέλεια από αναρίθμητους “ανώνυμους”. Αυτή η ζωγραφική τρέλα που επιμένει δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάτι.


Υ.Γ. 3 Πολιτισμός, εντέλει, σημαίνει την ικανότητά μας να μιλάμε τη γλώσσα των νεκρών. Τίποτε μακάβριο σ’ αυτό. Επειδή μόνο η γλώσσα  των νεκρών κατέχει τις λέξεις του μέλλοντος. Τις λέξεις που θα συλλαβίσουν τα μωρά του αύριο. Ας επιτρέψουμε τουλάχιστον σε αυτά να ταξιδέψουν.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Ιστορίες με σκύλους

Ι.

Με συγκινεί βαθιά αυτός ο διακριτικός τρόπος
με τον οποίο συνοδεύει ο γέρο σκύλος το αφεντικό του
όταν βγαίνουν βόλτα στο πάρκο οι δυο τους.
Πως του αφήνει τη πρωτοβουλία ώστε να νομίζει
ότι αυτός τον οδηγεί ενώ συμβαίνει το αντίθετο.
Απλά ο γέρο σκύλος βγάζει βόλτα, κάθε μέρα,
τον ηλικιωμένο του ιδιοκτήτη στο πάρκο.
Τους βλέπω να κινούνται αργά στο πεζοδρόμιο
να περιμένουν το φανάρι κοιτώντας ο ένας
τον άλλον στοργικά, θαρρείς και είναι οι μόνοι
τρυφεροί σ' έναν σκληρό κι αδιάφορο κόσμο.


Ο γέρο σκύλος κάθε τόσο κοντοστέκεται
και κοιτάζει τον συνοδό του αν ακολουθεί
αν κουράστηκε, αν λαχανιάζει, αν τον πιέζει το λουρί.
Κάνει, τάχα μου, πως χαζεύει ένα λουλούδι,
ή, πως σηκώνει το πόδι για πιπί στο δέντρο.
Συνθηματικά είναι όλα αυτά και σαν κινήσεις
αβροφροσύνης. Συμπεριφορές είναι που
συνηθίζουν, ακόμη, οι σκύλοι κι έχουν ξεχάσει
πολλοί άνθρωποι. Πάνω απ' όλα προσέχει
τον γέρικο σύντροφό του να μην εκθέσει,
να νοιώθει πως αυτός έχει την πρωτοβουλία
ώσπου να γυρίσουν και οι δυο ασφαλείς
στο σπίτι για μιαν, ακόμα, ημέρα...
 



ΙΙ

Ήταν εκείνος κι ήταν κι ο σκύλος του.
Το σκύλο του έβγαζε εκείνος βόλτα
καθημερινά στο πάρκο, το ψωραλέο.
Κι ήταν κι ο άλλος που ήταν μόνος του.
Τόσο μόνος όσο όλοι οι άλλοι, οι μοναχοί του κόσμου.
Και έβγαζε ο άλλος βόλτα τον εαυτό του μόνο
καθημερινά στο ψωραλέο πάρκο.
Μα φτάνει ο καιρός που η ευτυχία εκλείπει.
Πέθανε ο σκύλος κι εκείνος μόνος κι ανήμπορος.
Τότε ο άλλος, ο τόσο μόνος, ίσως να σκέφτηκε
ή, πάλι, ο εαυτός του ήταν που σκέφτηκε κι είπε
εκείνον να έβγαζε στο πάρκο βόλτα.

-Ψωραλέο εσύ πάρκο, τι είδους χαρά μπορείς να δώσεις;
Κι όμως. Εκείνος έλαμψε τότε από ευχαρίστηση,
από ευχαρίστηση, τότε, έλαμψε κι ο άλλος
-από ευχαρίστηση κι ο εαυτός του πλάι-.

Τήνος 28/8/11

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Ονομάτων Περίσκεψις

Κείμενο που δημοσιεύθηκε στις 2/3/2012. Ευχαριστούμε που μας το θύμισε σήμερα ο Σταμάτης Κραουνάκης στο ΒΗΜΑ FM.


Χάρρυ Κλυνν, 9 Οι δυο όψεις του ιδίου νομίσματος


Δεσποινίς,
 μου χαρίζετε το ονοματάκι σας;

Υπήρχε μια βουκολική, προνεωτερική εποχή που κυκλοφορούσαν ονόματα όπως Γιάννος, Μήτρος, Πάνος, Νάσος, Κίτσος, Φρόσω, Ποτούλα, Δέσπω, Νικόλας, Μπάμπης, Βάγγος και Στράτος. Αργότερα, την περίοδο του ΄50 με την προϊούσα αστικοποίηση συμφύρονται δημοκρατικά τα λαϊκά ονόματα Στέλιος ή Αργύρης με τα «μοντέρνα» και σικ Άκης, Μάκης Σάκης, Τάκης, Λάκης, Τώνης ή Βούλης. Ήγουν τα παντοδύναμα υποκοριστικά των μικροαστών με τα οποία – νόμιζαν – ότι ξεκολλούσαν από την παραδοσιακά ενδημούσα μιζέρια τους και ότι μεταμορφώνονταν σε «προηγμένους». Η λαϊκή τάξη, πάλι, σταθερά υποστήριξε τα Γιώργος και Θανάσης και Παντελής και Σωτήρης και Παναγιώτης και Κώστας – Κωσταντής και Αλέκος και Βασίλης. Ενώ η επαρχία πλειοδοτούσε διαφοροποιούμενη στα Νικολός, Δημητρός, Μιχαλιός, Κίτσος, Μήτσος και τα συναφή. Αθάνατη Βλαχομπογδανία! Στο ΄60, τη χαρισάμενη εποχή που έληξε άδοξα και υπήρξε η χαμένη κιβωτός μιας Ελλάδας – Ατλαντίδας, επιχωριάζουν τα ποικίλα, ερωτογενή υποκοριστικά του τύπου Σούλα, Τούλα, Βούλα, Ρούλα κλπ. Το “-ούλα”, δημοφιλέστατο, ταίριαζε με όλα ή μάλλον με …ούλα. Όπως λέμε κορίτσι χυμώδες αφρώδες, αφροδισιακό και με τα ούλα του.
Επίσης τότε εμφανίστηκαν τα Φανή, Βάσω, Μπέμπα (sic), Δώρα (σταδιακά μεταμορφούμενο σε Ντόρα) ως άρνηση του βαρετού, πλην κυρίαρχου ονοματολογικού ακαδημαϊσμού. Νέες ιδέες! Είναι η εποχή που οι Νεοέλληνες ανακαλύπτουν τα τζιν, τα καρώ πουκάμισα τις τσίχλες, την Μαίρυλιν και τον Τζέιμς Ντην. Άρα τα αμερικανοποίητα ελληνογενή παίζουν στο φουλ. Φαίη (από το Φωτεινή) Τζίμης, Τζένη, Νάνσυ (Αθανασία) Πέγκυ – η πάλαι ποτέ Ποτούλα- Τζόνης κλπ. Παράλληλα οι Αναστασίες μεταμορφώνονται ακαριαία και μαζικά σε Νατάσες – Πόλεμος και Ειρήνη – οι Βασιλικές γίνονται Βανέσες, οι Βαρβάρες Βέρες, οι Τασίες, οι Μαρίες σταδιακά εκλείπουν ενώ θάλλουν η Μαίρη, η Καίτη – εκ του πάλαι ποτέ δημοφιλέστατου Κατίνα – η Νταίζη, η Σίσυ, η Ζώζη – εκ του Ζωή ή Γεωργία –η Σία– από το Διονυσία ή το Αθανασία – η Λίλη, η Κική – Ευαγγελίες αμφότερες – και για κάποιες εξαντρίκ περιπτώσεις τα Σωσώ, Σμαρώ, Άρης, Τέλης, Νάσος (εξευγενισμένο), Βάσος, Νίκος Ντίνος, Κωστής, Μάνος –τρε σικ- Χάρης κλπ. Ο Μοντερνισμός πάει παντού μαζί με τη φορμάικα ή το μωσαϊκό. Το ΄70 δεν το συζητώ. Να πάει από κει που ΄ρθε. Να το αναλύσουν οι κοινωνιολόγοι του Παντείου – μπερμπαντείου πανεπιστημίου και οι στοχαστές – οδοντίατροι της γενιάς του Πολυτεχνείου. Για το ΄80 όμως έχω να πω πολλά. Στα ΄80 αρχίζει η μεγαλειώδης στροφή των νεοελλήνων προς τις αρχαίες τους κοιτίδες. Νεοκλασικισμός στη διαπασών. Κοίτα να δεις! Τώρα πλέον οι Μπάμπηδες και οι Μαιρούλες γεννούν Δάφνες και Δανάες και Θάλειες ενώ παράλληλα θάλλουν τα ευγενή, αρχαιοπρεπή ονόματα όπως Ερατώ, Λήδα, Λυδία, Άρτεμις, Ιάσων, Νεφέλη -πολύ το σύγνεφο αδέλφια- Ορέστης -από το Βόλο κατά κανόνα-, Κίμων, Ιόλη, Ρωξάνη, - Μετζικώφ, λεξιλάγνε!- και βέβαια Αλέξανδρος σε εξοντωτικές δόσεις και Κωνσταντίνος – χιλιάδες φορές – και Πάτροκλος (sic). Πάνω στη σύγχυση ξυπνά το Βυζάντιο και ζητεί κι αυτό τα δικαιώματά του: Νικηφόρος, Ρωμανός, Αλέξιος, Μιχαήλ πλάι σε Θεοδώρες, Αναστασίες – οι …αποκαταστημένες Νατάσες- και βέβαια πλάι στην αυτάδελφη Θεοφανώ. Ήγουν ο Τερζάκης σαν Beckett.

Σήμερα πάλι διανύουμε μια κρίσιμη, μεταμοντέρνα μεσοπερίοδο οπότε ευνοούνται οι συγχωνεύσεις, οι συγκρητισμοί και γενικά ο μέσος όρος. Το κυρίαρχο ύφος της εποχής απαιτεί τη συνύπαρξη των αντιθέτων σε ένα χαριτωμένο mélange. Νέα Ήθη. Ως εκ τούτου κυκλοφορούν ονόματα- υβρίδια κυρίων και υποκοριστικών ή ονόματα - συγχωνεύσεις δύο λχ γιαγιάδων που θέλουν καλά και σώνει να συνυπάρξουν στο βαφτιστικό της αυτιστικής, εκ των πραγμάτων, εγγονούλας τους. Τέτοια οικογενειακά δράματα γέννησαν ονόματα – τέρατα όπως Ευτυχιάννα, Ελενίκη, Γιωργιάννα, (Νταλάρα), Μαριδώρα, Ελεάννα, Μαριλίλη, Ανναρέα (από το Παναγιωταρέα ίσως;) Αναλίζα (από το κορνίζα, εφόσον το Κοντολίζα είναι ξενόφερτο), Γιωργανδρέας, Σπυραβάγγελος, Μαριβέρα (sic) προφανώς από δυο πολύ επίμονες και επιθετικές γιαγιάδες, Μαρικαίτη, Μαρισόφη, Αννακαίτη, ανά – κατά – δια – μετά, άνω – κάτω, μάρε γιε μου κανακάρη και ούτω καθεξής. Το παν πάντως είναι να υπάρχει δημιουργική φαντασία και παπάς πρόθυμος κι όχι τζαναμπέτης τυπολάτρης ώστε να πραγματοποιήσει βάπτιση έστω κι αν το μωρό λέγεται …Μαιρηλέων!

ΥΓ Δεν το συζητώ, δικαιωματικά το υιοθετημένο μωρό δύο γκέι πρέπει να λέγεται Σεργκέι.!

Ανακοίνωση - ξεναγήσεις

Σε αναπλήρωση των χαμένων μαθημάτων Ιστορίας της Τέχνης ο διδάσκων Μάνος Στεφανίδης, θα ξεναγήσει τους φοιτητές και κάθε ενδιαφερόμενο:

α) την Παρασκευή 15 Μαρτίου στις 9 το βράδυ στην αναδρομική έκθεση του Νίκου Κασκούρα "Μια ζωγραφική για το αύριο που έγινε χτες", χώρος: Booze Cooperativa, Κολοκοτρώνη 57, μετρό Μοναστηράκι.

β) το Σάββατο 16 Μαρτίου στις 12.30 το μεσημέρι στην αναδρομική έκθεση του Δημήτρη Αληθεινού (φωτο) στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Ρηγίλλης & Β. Γεωργίου, Μετρό Ευαγγελισμός.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΣΚΟΥΡΑ

 ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΧΤΕΣ
 
 
Εγκαίνια: Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013 στις 20.30.Στις 21.00, ξενάγηση από τον επιμελητή της έκθεσης Μάνο Στεφανίδη
 
Διάρκεια: 7 - 21 Μαρτίου
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά από τις 20.00 - 00.00
Χώρος: Booze Gallery, Κολοκοτρώνη 57 (είσοδος και από την πλατεία Αγ. Ειρήνης)




    O αέρας κατεβάζει συνεχώς παγωμένες αναμνήσεις.
    Ας δούμε τι μας επιφυλάσσει το υπόλοιπο της Δημιουργίας.
    Νάσος Βαγενάς, “Γένεσις”

Πως ζωγραφίζεται το κενό; Ή, ακόμα χειρότερα, το αόρατο; Τι είδους εικόνες οφείλει σήμερα να ζωγραφίσει ένας ζωγράφος όταν από παντού του διαμηνύουν το θάνατο της ζωγραφικής; Πως κανείς μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο εικαστικά καίριο και τον ιδεαλισμό του ελάχιστου αποφεύγοντας τις κοινοτοπίες, τις επαναλήψεις και τη οπτική ανία; Πως αποδίδεται μορφοπλαστικά το βαθύτερο υπαρξιακό δράμα χωρίς να καταφεύγουμε σε μελό αφηγηματικότητες; Με ποιους τρόπους μπορεί να ανανεωθεί η εικονογραφική παράδοση χωρίς να καταφύγουμε στην εύκολη εικονογραφία και στην, ακόμη ευκολότερη, διακόσμηση;
Σ' αυτά και σε άλλα τόσα ανάλογα ερωτήματα θέλει ν' απαντήσει με τη ζωγραφική του ο Νίκος Κασκούρας. Μια ζωγραφική που δίνει υπόσταση στο ελάχιστο, στη χειρονομία,  στο πρωταρχικό, και που εμφανίζεται συνολικά σαν μια επίμονη άσκηση λιτότητας. Όλη της η θεματική επικεντρώνεται ανάμεσα στη φιγούρα και στο χώρο, ανάμεσα σ' ένα τοπίο-πλέγμα-φυλακή και σ' ένα κατακερματισμένο πρόσωπο-προσωπείο που θα μπορούσε να είναι όλοι εμείς. Τελικό ερώτημα: Πως ζωγραφίζονται η πτώση, η διάσπαση, η αποσύνθεση, η απώλεια, η έκπτωση της έννοιας αλλά και της εικόνας;
Τιμώ τη ζωγραφική του Νίκου Κασκούρα γιατί είναι ασυμβίβαστα γενναία σ' ένα κόσμο προσκυνημένων και εμπόρων και σ' ένα καλλιτεχνικό χώρο που κυριαρχείται από μετριότητες και “επαγγελματίες”. Ο Κασκούρας καταγγέλλει σιωπώντας, ζωγραφίζοντας, επιμένοντας. Μια εύκολη ακαδημαϊκή προσέγγιση θα ονόμαζε τους έντονα φορτισμένους, χειρονομιακούς πινάκες του εξπρεσιονιστικούς. Εγώ τους ονομάζω “ζωγραφική ενός απελπισμένου ανθρωπισμού”.


Το κρίσιμο ερώτημα

Τι είναι λοιπόν «τέχνη»; Πως προσλαμβάνεται; Αποτελείται από πολλά πρόσωπα ή από ένα; Σε ποιόν απευθύνεται και ποιος την δημιουργεί; Εξελίσσεται ανάλογα τον τόπο και τον χρόνο ή παραμένουν τα βασικά της χαρακτηριστικά της αναλλοίωτα: Μπορεί να οριστεί με ασφάλεια ή κάθε καινούργια προσέγγισή της προσκρούει στην παλαιότερη επιτείνοντας την σύγχυση; Είναι η τέχνη ένα επιστημολογικό ζήτημα σαφώς οριοθετημένο ή συνιστά προσωπική υπόθεση του καθενός ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες; Όταν ο Roland Barthes δημοσιεύει το 1968 το ερεθιστικό του δοκίμιο “Ο θάνατος του Συγγραφέα” ανανεώνοντας την φιλολογία περί θανάτου της τέχνης, του καλλιτέχνη κλπ, υπαινισσόταν και την απώλεια –το πλέον οδυνηρό- του αισθητικού υποκειμένου. Μ’ άλλα λόγια όσο επίκαιρο είναι το ερώτημα “Τι ανάγκη έχουμε σήμερα τη τέχνη;” (ας πούμε τη τέχνη της εικόνας, αφού αυτό είναι το αντικείμενο των συγκεκριμένων σκέψεων με αφορμή τη ζωγραφική του Νίκου Κασκούρα), άλλο τόσο επίκαιρο πρέπει να είναι το ερώτημα “Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τέχνη;”
Ας πούμε ότι η τέχνη είναι ένα πολύτροπο, γοητευτικά παράξενο και ασυνήθιστα άγριο, σπάνιο ζώο. Κρύβεται μέσα στο τελευταίο αχανές τροπικό δάσος. Έτσι ώστε να είναι σχεδόν αδύνατο να την εντοπίσει κανείς· πολλώ μάλλον να την αιχμαλωτίσει. Για τον λόγο αυτό, εκστρατεύουν καθημερινά ως τη καρδιά του δάσους σε χώρο δημόσιο όσο και ψυχικά “ιδιωτικό”, κυνηγοί, έμποροι, φυσιοδίφες, ιστορικοί τέχνης, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, αισθητικοί της φιλοσοφίας, πολιτικοί επιστήμονες, οικονομολόγοι και λογής τυχοδιώκτες, χρυσοκάνθαροι κριτικοί ή εστέτ δημοσιογράφοι νομίζοντας πως με μιαν, έστω, φωτογραφία της θα κάνουν τη τύχη τούς.
Όμως αυτό το σπάνιο και μονήρες αγρίμι, η τέχνη, ξέρει, χιλιετίες τώρα, και να επιβιώσει όπως η φύση του επιτάσσει αλλά και ν’ αποφύγει τις πολλές συνάφειες του κόσμου ενστικτωδώς γνωρίζοντας πως αυτή η συνάφεια με τον κόσμο αποτελεί και τη βασική αιτία απώλειας τόσων ειδών από την πανίδα και τη χλωρίδα του πλανήτη.
Το αγρίμι “τέχνη” έχει φτερά για να πετάει ενώ είναι και υδρόβιο. Το μακρύ και σκληρό του ρύγχος ανοίγει εύκολα λαγούμια όποτε χρειάζεται να κρυφτεί στη έγκατα της γης. Τη μέρα προσαρμόζεται στα χρώματα του περιβάλλοντος σαν χαμαιλέων ενώ το βράδυ φωσφορίζει εντυπωσιακά βρίσκοντας το δρόμο του από την ίδια του την φωταύγεια. Έχει επτά ζωές σαν τη γάτα, άλμα αίλουρου, σαγόνια καρχαρία, τρέφεται με τους κυνόδοντες και όχι με τους τραπεζίτες, η ουρά του θυμίζει ξωτικού  -αλλά όμως δεν είναι- και το λοφίο του  είναι απλά χάρμα ιδέσθαι. Πόσοι όμως έχουν αξιωθεί να το δουν; Το έχουν κυνηγήσει κατά καιρούς μάγοι και σαμάνοι της φυλής για να ταυτιστούν μαζί του, βασιλιάδες-ιερείς ή αυτοκράτορες-πολεμιστές για να ενσπείρουν δέος στους λαούς τους, μποέμ τύποι για να προσφέρουν το πτίλωμα ή τον πολύτιμο όνυχα των άκρων του στην αγαπημένη τους και κυνικοί έμποροι με αισθητικές όμως ανησυχίες για να αισχροκερδίσουν απ’ το χρυσόμαλλο δέρας του ή για να εντυπωσιάσουν τους κύκλους των νεόπλουτων στους οποίους συχνάζουν.  Να όμως που ήρθε και η εποχή όπου τα τροπικά δάση πατιούνται, τα παρθένα σημεία της γης εκλείπουν και τα σπάνια ζώα της χειμάζονται. Ο υπερθερμαινόμενος πλανήτης δεν επιτρέπει πια στα εκλεκτά εκ των ειδών του να προσαρμόζονται εύκολα αλλά και να κάνουν χρήση των τροπικαλιστικών τους ιδιοτήτων. Όταν εν γένει η επιβίωση των έμβιων όντων είναι τόσο προβληματική σε χρόνο συντελεσμένο μέλλοντα, αυτό το υπερνοήμον αγρίμι του έχει αντί για φολίδες ιδέες στο δέρμα του και είναι μαζί και εικόνα και λόγος και ενέργεια και η υπέρβαση τους ταυτόχρονα, μπορεί να δώσει, άραγε, παράταση ζωής σ’ όλους εμάς τους υπόλοιπους; Ή, έστω μιαν ψευδαίσθηση αθανασίας όπως ανέκαθεν, εξάλλου, έκανε; Μήπως η μόνη, πολιτική πρωτίστως, απάντηση στο αδιέξοδο είναι η ουτοπική (;) πρόταση να γίνουμε το αγρίμι αυτό όλοι εμείς;
Ο Lévi-Strauss στην “Άγρια Σκέψη” του ονόμασε τους πρωτόγονους μύθους φαντασιακές λύσεις πραγματικών, κοινωνικών αντινομιών. Πράγμα που θα πει ότι η υπερπραγματικότητα της τέχνης ερμηνεύει αποκλειστικά τις διαφορές, πραγματικότητες που εγκυμονεί η πραγματικότητα της εποχής πας. Εφόσον η τέχνη, όπως και η γλώσσα, αποτελεί την επιτομή της κοινωνικής πρακτικής, το επιστέγμα της κοινωνικής διαδικασίας. Επίσης πρέπει να υπογραμμιστεί πως σε περιόδους κρίσης αυτό που πρώτα απ’ όλα αμφισβητείται, δεν είναι η τέχνη ή η ιδεολογία αλλά το κυρίαρχο σύστημα ιστορίας που συνέχει όλα τα’ άλλα. Αν στο κείμενο που διαβάζετε, υπάρχει απ’ την αρχή ως το τέλος μια ιστορική προοπτική, ένας ιστός φαινομένων που εξηγεί το παρόν μέσα από τις δράσεις του παρελθόντος και που το μέλλον προκύπτει διαλεκτικά από τις συνθήκες των δυο προηγουμένων, για τη τέχνη του 21ου αιώνα αυτός ο ιστορικός κάνναβος μοιάζει να έχει διαρραγεί. Στη θέση των ισχυρών προσωπικοτήτων του παρελθόντος ή των ρευμάτων που υλοποιούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το πρόταγμα της νεοτερικότητας, σήμερα έχουμε τη διάχυση και τον πολυμερισμό ενός μεταμοντερνισμού που φοβάται να επωμισθεί το ιστορικό βάρος του μοντέρνου. Εξ ου και η σοβούσα κρίση της σύγχρονης τέχνης.



Μαρσέλ Ντισάν, είσαι ακόμα εδώ;

Πολλοί είναι αυτοί που κατά καιρούς, μην μπορώντας να αποδεχθούν τις μεταλλάξεις του μοντερνισμού, προφητεύουν το “τέλος της τέχνης”, “τον θάνατο της ζωγραφικής” κ.λ.π.  Η αλήθεια είναι πως μετά την κοσμογονία των ρευμάτων του 20ού αιώνα, και ειδικά εκείνο του ντανταϊσμού, η τέχνη δεν ήταν ποτέ ίδια με πριν, όπως και η λογοτεχνία δεν ήταν ποτέ ίδια μετά τον Οδυσσέα του Τζόις. Κάθε καλλιτεχνική έκφραση όμως, είτε ως πνευματικό δημιούργημα είτε ακόμη και ως εμπορικό προϊόν συνέχισε να υφίσταται, γιατί η τέχνη είναι ένα παλίμψηστο, μια σειρά από αλλεπάλληλα στρώματα δημιουργίας σε διαφορετικό χώρο και χρόνο που συχνά επικοινωνούν μεταξύ τους μέσα από μυστικά λαγούμια. Μονοχρωματικοί πίνακες,  για παράδειγμα, υπήρχαν στην Ινδία του 17ου αιώνα πολύ πριν τους επινοήσει ο Ρόθκο,  τα κυκλαδικά ειδώλια εμπεριείχαν τις αφαιρετικές μορφές των γλυπτών του Μουρ και του Τζακομέτι, τα νεκρικά πορτρέτα των Φαγιούμ δάνεισαν την υπερβατικότητά τους στις βυζαντινές εικόνες και στις προσωπογραφίες του Κόντογλου και του Τσαρούχη.
Η αγωνία τους βέβαια ίσως να πηγάζει από τη διαπίστωση πως το μεταμοντέρνο αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό την τελεολογική υπόσταση της μοντερνιστικής θεώρησης του κόσμου, δηλαδή μια “κάθετη” αντίληψη της προόδου, η οποία ήθελε όλες τις κοινωνίες να προοδεύουν προς ένα απόλυτο σημείο, άλλες με μεγαλύτερη και άλλες με μικρότερη ταχύτητα, και την αντικατέστησε με μια “οριζόντια” αντίληψη όπου πολλά πράγματα συμβαίνουν ταυτόχρονα δίχως να συγκλίνουν  σε κάποιο σημείο.  Υπ’ αυτή την έννοια, πώς μπορούν  να μετουσιωθούν σε πράξη τα λόγια του Μισέλ Φουκό “μια νέα μορφή του μοντέρνου έκανε πάντα την εμφάνισή της, κάθε φορά που η ιστορία άλλαζε δραστικά τη σχέση μας με το παρόν;”. Ποια μπορεί να είναι σήμερα η έννοια του μοντέρνου και ποια θα είναι τα στοιχεία που θα την απαρτίζουν; Αρκεί η αντίσταση στην ομογενοποίηση του πολιτισμού, όταν ανά πάσα στιγμή οι αμείλικτοι μηχανισμοί της παγκοσμιοποίησης είναι έτοιμοι να οικειοποιηθούν κάθε μορφή ρήξης και αμφισβήτησης; Μερικοί επιμένουν σε μια αισιόδοξη προοπτική, όπως ο Μαουρίτσιο Κατελάν που την ονομάζει μάλιστα «γλυκιά ουτοπία». Κάποιοι άλλοι,  όπως ο θεωρητικός Νικολά Μπουριό, συγγραφέας του γνωστού βιβλίου Σχεσιακή αισθητική,  προτείνει τον όρο “alter modernism”, ενός δηλαδή εναλλακτικού μοντερνισμού που δεν θα αποθεώνει την ιδέα της πρωτοτυπίας – σχετική ούτως ή άλλως, αφού ως γνωστόν παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει ̶ και θα αντικαθιστά τη στατική διδασκαλία με τη δυναμική εμπειρία που αναπτύσσεται μεταξύ του θεατή και του έργου τέχνης.
Όπως ήδη είπαμε, στη θέση των ισχυρών προσωπικοτήτων του παρελθόντος ή των ρευμάτων που υλοποιούν διαλεκτικά, το ένα μέσα απ’ το άλλο, το πρόταγμα της νεωτερικότητας σήμερα ισχύει μάλλον ένας κυρίαρχος “μηχανισμός” που έχει ελάχιστη σχέση με την αισθητική και τις σημασίες της. Και βέβαια η δεσποτεία της αγοράς που άγχεται μεν για όλο και πιο καινούργια προϊόντα αλλά όχι για την ιστορική αποκατάστασή τους. Κάτι πρέπει να χαθεί και κάτι να πεθάνει για να γεννήσει ένα έργο τέχνης. Κι αυτόν τον ισολογισμό των ψυχών και των μορφών αδυνατούν ν’ αντιληφθούν οι έμποροι.
Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο και την ιστορική συγκυρία, τοποθετώ το έργο του Νίκου Κασκούρα, αυτού του ιδιότυπου εκπροσώπου του δικού μας “alter modernism”.  Ένα έργο που αποστρέφεται το φολκλόρ και την Ελληνορθόδοξη αισθητική και διασαλπίζει μέσα από την κυρίαρχη, εθνικιστική υστερία ένα τραγούδι συναδέλφωσης και πανανθρώπινης αλληλεγγύης. Μοναδικός οδηγός σε αυτόν το δύσκολο δρόμο τι άλλο παρά η τέχνη...

Μάνος Στεφανίδης
επ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών


Περισσότερα στο επίμετρο του βιβλίου μου Μια ιστορία της ζωγραφικής, εκδ. Καστανιώτη, 2008, το σχετικό με το μεταμοντέρνο και στο 10ο τόμο του Ελληνομουσείου-Επτά Αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, β' έκδοση.



Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Μνήμη Νίκου Αλεξίου (1960 - 2011)



Στο Μοντερνισμό, οι μικροαστοί εκστασιάζονται μπροστά σε αυτό που δεν κατανοούν. Κυρίως γι' αυτό. Για την ακατανοησία. Για την οποία και υπαρξιακά ντρέπονται. Στο Μεταμοντέρνο, πάλι, ω του θαύματος, εκστασιάζονται από αυτό που κατανοούν απόλυτα. Ή, που έτσι νομίζουν.
 Και άλλη αντίφαση: Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, κατεξοχήν θεσμικός εκπρόσωπος του εγχώριου καπιταλισμού, διαθέτει συλλογή έργων τέχνης, διεθνούς πλέον εμβέλειας, η οποία όμως ασκεί κριτική τόσο στο καπιταλισμό όσο και στους νεόπλουτους εκπροσώπους τους. Μαζοχισμός; Όχι, μάλλον πονηρή επένδυση. Τα "Merda d'Artista" του Piero Manzoni, όπως και το "Ουρητήριο" του Duchamp χτυπάνε limit up στο χρηματιστήριο της τέχνης και αποτελούν το τρόπαιο πανάκριβων, διεθνών συλλογών. Όσο πιο ακριβά πουλιούνται τόσο περισσότερο απομειώνεται το νόημα και εκμηδενίζεται η επαναστατικότηα τους. Ιδού η μεγάλη δύναμη του καπιταλισμού: Να ξανακάνει σκατά, πληρώνοντάς τα μάλιστα πανάκριβα, τα ιδεολογικοποιημένα merda d'artista ( ή τα Merzbau του Schwitters, αν προτιμάτε).

 Kurt Schwitters Merzbau (Teilansicht: Grosse Gruppe), um 1932 zerstört (1943) Foto (Repro): Kurt Schwitters Archiv im Sprengel Museum Hannover © Pro Litteris, Zürich

Μέρες Ραδιο-φόνου και ολίγα περί Δημοσιογραφίας

Γκράφιτι από την Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου
                               

Περίμενα λίγο να περάσει η “επέτειος”, δηλαδή η ημέρα του ραδιοφώνου για να καταγράψω λίγες σκέψεις για τη κατάντια του μέσου σήμερα. Εγώ, σε αντίθεση με τους “εορτασμούς”, θα μιλούσα για μέρα αβάσταχτης ελαφρότητας και για επέτειο θεσμοποιημένης σαχλαμάρας και βίας ενός λόγου τόσο ρευστού που μπορεί να διαποτίζει και ν’ αλλοιώνει τα πάντα σαν υγρασία. Επειδή σήμερα το ραδιό-φονο στα χέρια ατάλαντων και υστερόβουλων έχει γίνει το κατ’ εξοχήν μέσο που προπαγανδίζει την ηλιθιότητα, την μετριοκρατία, την αναγωγή του κοινότοπου σε αξία, την απελπισία, τελικά. Δεκάδες δεκάδων σταθμοί καθ΄ άπασαν την επικράτεια, κρατικοί, δημοτικοί, ιδιωτικοί, με εκατοντάδες «παραγωγούς», μοντέλα που δημοσιογραφούν και δημοσιογράφους που έχουν σαν μοντέλο τον εργοδότη τους, αναπέμπουν ολημερίς κι ολονυχτίς τη φωνή του κυρίου τους εν μέσω αδολεσχιών, τρισβάρβαρων ελληνικών και διαφημίσεων.
Επειδή αυτό είναι το κυρίως πρόγραμμα του ραδιο-φόνου: Οι διαφημίσεις που ξεφυτρώνουν παντού με την αναίσθητη αισθητική τους και τον κακόζηλο λόγο τους και που κυριαρχούν όχι μόνο στις ειδικές ζώνες αλλά και στα κυρίως προγράμματα μεταμορφώνοντας “έγκυρους” δημοσιογράφους, σε φτηνιάρηδες διαφημιστές προς δόξαν πάσης (αντι)δεοντολογίας. “Θέλετε ένα διήμερο στο Πήλιο;”, “Μια φριτέζα κι ένα σεσουάρ;”. “Τηλεφωνήστε στον xeftila fm τώρα!”. Τι καλύτερο σε εποχές κρίσης από τα «δώρα» που μοιράζουν επώνυμοι δημοσιογράφοι στα ερτζιανά; Αν είσαι μάλιστα τυχερός, μπορεί να σου πει «καλημέρα» ο Νίκος Χατζηνικολάου ή ο Γιώργος Τράγκας αυτοπροσώπως. Δηλαδή όλοι αυτοί που κατέστρεψαν τη σημασία και τον ρόλο των εφημερίδων, των περιοδικών, των τηλεοπτικών ειδήσεων, τώρα διαλύουν και το ραδιόφωνο. Στη κορυφή της σοβαροφανούς γελοιότητας είναι οι σταθμοί που συνδέονται με δημοσιογραφικά συγκροτήματα δηλαδή ο ΣΚΑΪ και ΒΗΜΑ FM. Έπεται ο Real και πάει λέγοντας. Εκπομπές που φωνασκούν για το τίποτε, ηλίθια αστειάκια, κουτσομπολιό και ακατάσχετη ποδοσφαιρολογία λες και τίποτε από την πολυδύναμη, δυσοίωνη πραγματικότητα που ζούμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι, δεν τους αγγίζει. Επί 24 ώρες ανακυκλώνονται τα ίδια και τα ίδια, κονσερβαρισμένη, καρεκλαδική μουσική, οι πολιτικές απόψεις του Άδωνι, η αμπελοφιλοσοφία του Πάγκαλου ενώ η επικαιρότητα αντιμετωπίζεται τόσο διαμεσολαβημένα και υποκριτικά ώστε να μεταμορφώνεται σε οντολογικό κακό.
Ζούμε την έκπτωση του λόγου αλλά και την επιβολή μιας διασκέδασης τόσο στανικής που μοιάζει με αγγαρεία. Και πάνω απ’ όλα την λατρεία του αυτονόητου και του κοινότοπου. Αυτό το κλίμα είναι που οδήγησε σταθερά, χρόνια τώρα, στην απαξίωση των εφημερίδων, ενώ τώρα καταβαραθρώνει και το ραδιόφωνο, άλλοτε προπύργιο όλων εκείνων των φωνών που ήθελαν να διαφοροποιούνται από τον κανόνα. Ως άλλοθι πνευματικότητας παίζει που και που ο αντιδραστικός λόγος του Στέλιου Ράμφου αλλά ποτέ του Φώτη Τερζάκη ή του Κώστα Βεργόπουλου. Εφόσον για το ελληνικό ραδιόφωνο συλλήβδην δεν υπάρχει τέχνη, θέατρο, σοβαρή μουσική, δημιουργοί, νέοι που να διαφοροποιούνται από το life style, τον κωστοπουλισμό, τον τσαγκαρουσιάνικο «ερωτισμό». Αλλά και τη νέα μόδα ενός ασπόνδυλου, δήθεν spleen που αρκείται στον ναρκισσισμό μιας μελαγχολίας που δεν θέλει να εντοπίσει (και να καταπολεμήσει) τα αίτια της. Γι’ αυτό με ενοχλούν πια τα κείμενα του Νίκου Γ. Ξυδάκη. Επειδή χρησιμοποιούν μιαν ολόκληρη στήλη για να μιλήσουν γενικά και αόριστα για το νεοελληνικό δράμα αντί να καταγγείλουν και ν’ αποκαλύψουν με συγκεκριμένες αναφορές τη σήψη που ενδημεί γύρω. Κι αυτό είναι υποκρισία. Ο Ν.Γ.Ξ. διετέλεσε αντιπρόεδρος των Ελλήνων τεχνοκριτών χωρίς να γράφει κριτικές τέχνης και σήμερα δημοσιεύει επιφυλλίδες χωρίς τον θυμό του αληθινού δημοσιογράφου (όπως λ.χ έκανε ο Αντώνης Καρκαγιάννης). Και τον αναφέρω ονομαστικά επειδή δεν είναι άμοιρος ταλέντου. Απλώς αποδέχεται τη μη-ρήξη που επιβάλλει το σύστημα ελπίζοντας πως έτσι θα διασωθεί (το σύστημα). Που δεν θα διασωθεί!
Εγώ, πλέον, ονομάζω, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τους δημοσιογράφους Υ.Ε.Π., δηλαδή “Υπαλλήλους Επιχειρήσεων Πληροφορίας” και δεν προσδοκώ πολλά πράγματα απ’ αυτούς. Το διαδίκτυο έχει αντικαταστήσει, ήδη, πολλές από τις πρώην λειτουργίες τους ροκανίζοντας ανεπαισθήτως και την εξουσία και την αυθεντία τους. Δείγμα αυτής της παρακμής είναι η απόλυτη κυκλοφοριακή επιτυχία τηλε-μετα-εφημερίδων όπως το «Πρώτο Θέμα», ή η Real news (η οποία πάει ζευγάρι με Πάριο) σε βάρος παλαιών και σοβαρών εντύπων. Αλλά και η γενική κατρακύλα των ημερήσιων και των κυριακάτικων φύλλων. Τα οποία θα πήγαιναν καλύτερα, ιδού το οξύμωρο, αν δεν τα έγραφαν δημοσιογράφοι και δεν τα «διακοσμούσαν» κειμενικά οργανικοί διανοούμενοι (γερασμένοι πια από τις τόσες δεκαετίες αυτοαναφορών και κωλοτούμπας). Ονόματα τόσο υπερτιμημένα που τα ξεχνάς μόλις σταματήσουν να εμφανίζονται (ο αδήριτος νόμος των ΜΜΕ). Και να σκεφτεί κανείς ότι δημοσιογράφοι υπήρξαν και ο Φραγκιάς και ο Κοτζιάς και ο Βουρνάς και η Έλλη Παπά και ο Στάθης Δρομάζος…
 Όμως ας κλείσουμε με το ραδιόφωνο. Επειδή αυτό το «εύκολο» μέσο που τώρα κατακλύζεται από αντιραδιοφωνικές φωνές και ετοιματζίδικη αισθητική, θα μπορούσε να είναι αληθινό, λαϊκό σχολείο. Για αληθινή ψυχαγωγία και ενημέρωση. Όπως κάποτε ήταν το Γο πρόγραμμα επί Χατζιδάκι. Τον οποίον η νυν διεύθυνση θυμάται μόνο ως επετειακό άλλοθι αφού δεν κάνει τίποτε για να ενεργοποιήσει τη παράδοση εκείνου. Το Γο πρόγραμμα παραμένει μουσειακό, αφυδατωμένο, κλειστό προς κάθε νέα ιδέα, φοβικό προς κάθε νέο πρόσωπο. Και δεν είναι άμοιρο ποικίλων σκανδάλων. Μια πρώτη κίνηση αλλαγής θα ήταν η απομάκρυνση του διευθυντή του, Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο οποίος δεν διαθέτει ούτε το ταλέντο, ούτε τον οίστρο του Μάνου. Και ο οποίος ουδέν ρηξικέλευθο πράττει εκτός από το να αυτοδιαφημίζεται ως … συμπολίτης του Καβάφη. Και σύντροφος... της Φωτεινής! Καληνύχτα σύντροφε...
Μόνο που μια απομάκρυνση του θα έφερνε σε σύγκρουση το πολιτικό κατεστημένο και την τρικομματική κυβέρνηση με τους δικαιούχους του Ιδρύματος Ωνάση. Βλέπετε, είναι πολλά τα λεφτά. Είναι τώρα εποχή για αλλαγές και ηρωισμούς;




Υ.Γ. 1 Άσχετο: Μετά την μήνυση Βγενόπουλου εναντίον Τσίπρα (αν θυμάστε) ήρθαμε στις αγωγές Μαρινάκη εναντίον της “Αυγής”. Να βλέπαμε τουλάχιστον λίγη μπάλα. . .
Υ.Γ. 2 Κι άλλο άσχετο: Ως προς τον Άγιο Βαλεντίνο τώρα -βοήθειά μας-, εμείς οι αριστεροί (οφείλουμε να) γιορτάζουμε την αγάπη κάθε μέρα. Εμπράκτως… Και όχι μόνο το ταξικό μίσος.
Υ.Γ. 3 Το κράτος στην Ελλάδα είναι το “υπερβατικό σημαίνον” που έλεγε ο Lacan. Οι πάντες εξαρτώνται έμμεσα ή άμεσα από αυτό, το απομυζούν, το κλέβουν, το λεηλατούν, το ονειρεύονται, το εξορκίζουν, το θεοποιούν, το αποστρέφονται, το υπονομεύουν, το καταριούνται, το έχουν ανάγκη... Υπάρχουν μέσα απ' αυτό δεξιοί, αριστεροί και αμφιδέξιοι! Χωρίς το κράτος, ο παρών πολιτικός θίασος δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Αλλά και τα 4/5 του περιώνυμου λαού. Από αγρότες μέχρι καθηγητές πανεπιστημίου. Μήπως η αναρχική (αντικρατική) θεωρία έχει (κάποιο) δίκαιο;
Υ.Γ. 4 Τι μέγιστο μάθημα για τη ντόπια νομενκλατούρα η παραίτηση του Βενέδικτου! Ο οποίος έγραψε ιστορία όχι εγκαθιστάμενος σ' ένα θώκο αλλά εγκαταλείποντας τον. Αντίθετα, σε μας, οι πάντες θεωρούν εαυτούς αναντικατάστατους παντού! Από πινακοθήκες και μουσεία ως προεδρίες της Δημοκρατίας. Προς δόξαν του εθνικού μας “ιδρυματισμού”. Καλημέρα σας κυρία Αρβελέρ!
Υ.Γ. 5 Είμαι φυσιογνωμιστής. Η φάτσα του Hollande, του ολλανδέζου μεταπράτη του σοσιαλισμού, δεν μου αρέσει. Αν ο Σαρκοζί μου θύμιζε ποντικό, αυτός μου θυμίζει τσαλαπετεινό. Δει δη ηγετών. Και στην κεντρική Ευρώπη. Buongiorno Cavalliere!
Υ.Γ. 6 Τέλος, όσο τις απεργίες τις διοργανώνουν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, δηλαδή οι έχοντες και κατέχοντες εργασίες, και διαδηλώνοντες με φραπέδες και κομπολόγια, το σύστημα δεν έχει να φοβάται τίποτε. Όταν αποφασίσουν να διαδηλώσουν οι εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων και των απελπισμένων, χωρίς προγάστορες εργατοπατέρες και κουρασμένα κομματόσκυλα, τότε το σύστημα θα πρέπει αληθινά ν' ανησυχεί.
Υ.Γ. 7. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα, έκοψαν κι από τους συνταξιούχους ομογενείς εκ Βορείου Ηπείρου τη μικρή σύνταξη που τους έδινε ο ΟΓΑ. Οργανώθηκαν και διαδήλωσαν στη Βουλή. Δεν το έδειξε κανένα κανάλι... Καληνύχτα κυρία Τρέμη μου!