Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Το γεύμα της Κυριακής


Μοσχάρι κατσαρόλας με πουρέ

Το Παλαιό Φάληρο είναι ένας υγροβιότοπος που κατοικείται από γέροντες - εξ ου και "παλαιό" - από γάτες και από σκύλους περιπάτου. Με τα ζώα να είναι, όπως συνήθως συμβαίνει, πιο ευαίσθητα και πιο ευφυή από τους ανθρώπους.  Είναι Κυριακή και επιστρέφω από το πρωινό μπάνιο μου στην παραλία Έδεμ. Η περιοχή εδώ κάποτε είχε μόνο αρχοντικά και κήπους αρχαίους αλλά τώρα πλημμυρίζεται από πολυκατοικίες σαν υπερωκεάνια. Ένα είδος προαποτύπωσης της "ανάπτυξης" των επενδυτών στην αθηναϊκή Ριβιέρα με το καζίνο της - πρόοδος χωρίς καζίνο, δεν είναι πρόοδος - και τον αρχιτεκτονικό Φαλλό της. Μεσημεριανό αποκάρωμα, κάθετος ήλιος με λιγοστές πια τις σκιές των δέντρων, πεύκων αιωνόβιων, αφού δήμος και ιδιοκτήτες - νοικοκυραίοι τα ξεριζώνουν μεθοδικά γιατί... σπάζουν τα πλακάκια των πεζοδρομίων με τις ρίζες τους. Η εκδίκηση του τσιμέντου. Μπάτης δροσιστικός παρ' όλα αυτά. Περνώντας σύρριζα από μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα διώροφου σπιτιού - από τα τελευταία εναπομείναντα πλην εισβάλουν οι ημεδαποί και αλλοδαποί νεόπλουτοι - κυριολεκτικά κεραυνοβολούμαι  από τη μυρωδιά σπιτικού φαγητού. Εδώ ακόμα επιβιώνει η παράδοση. Δεν λαθεύω, είναι μοσχαράκι κοκκινιστό στην κατσαρόλα. Μυρίζω το κρέας, μυρίζω τη σάλτσα, μυρίζω τη δάφνη και την ζαλιστική κανέλα. Συγχρόνως ταξιδεύω εξήντα περίπου χρόνια πριν και θυμάμαι τη μάνα μου να φτιάχνει κάπως έτσι και με παρόμοιες ευωδιές, σχεδόν Κυριακή παρά Κυριακή, το αγορασμένο με φειδώ μοσχαράκι - μισή οκά ακριβώς -  σοτάροντας το με τομάτα, κόκκινο κρασί και τα υπόλοιπα. Σιγοψήνοντας το ώρες σε σιγανή φωτιά ώστε "να κρατήσει τα ζουμιά του". Ήταν σταθερά κλασική η ερώτηση που μας έκανε από νωρίς το πρωί πριν φύγει για την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου: Τί θέλετε να συνοδεύει το ροζμπίφ (έτσι, συνεκδοχικά,  αποκαλούσε το μοσχάρι); Μακαρόνια, πουρές ή πατάτες τηγανιτές; Εμείς, τα παιδιά, λατρεύαμε τις τηγανιτές πατάτες ειδικά όταν τις παπαριάζαμε στην κόκκινη σάλτσα όμως η μάνα μου ήθελε μακαρόνια τα οποία μάλιστα πασπάλιζε πλουσιοπάροχα  με κίτρινο τυρί, πεκορίνο. Και βέβαια υπερίσχυε η γνώμη της μάνας μου. Ο πατέρας μου συνήθως ταξίδευε σε υπερπόντιους πλόες με γκαζάδικα αλλά και τις λίγες φορές που ήταν παρών, υποχωρούσε διακριτικά εμπρός στην επιθυμία της συμβίας του. Η μητριαρχία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ στο σπίτι μας. 


Τί μοναδική γεύση όμως ήταν αυτή! Και τί μυρωδιά, συν την όραση, το ζεστό, λαχταριστό πιάτο, που δοκίμαζαν γλυκά τις αισθήσεις μας! Φορούσαμε που λέτε, τις λευκές, λινές πετσέτες γύρω απ' το λαιμό προσέχοντας να μην πιτσιλίσει η λαχταριστή, κόκκινη σάλτσα το επίσης λευκό τραπεζομάντηλο. Εις μάτην βέβαια. Η μάνα μου, πάντοτε οικονόμα ως παιδί της Κατοχής, κρατούσε δύο, τρεις μερίδες και για τη Δευτέρα, τις οποίες μας σερβίριζε με πουρέ η ρύζι όταν επιστρέφαμε από το σχολείο. Με αυτόν τον απλό πλην ουσιαστικό τρόπο η τόσο γρήγορα ξοδεμένη χαρά της Κυριακής επεκτεινόταν κάπως στην κεκανονισμένη μελαγχολία της, ατέλειωτης, Δευτέρας. 
Η μάνα μου ήξερε να κάνει μετρημένα, επτά φαγητά σ' όλη την καριέρα της ως μητέρας και νοικοκυράς. Τα έκανε όμως πολύ καλά επειδή ...η επανάληψη ήταν μήτηρ πάσης μαθήσεως, πράγμα που ίσχυε κατ' εξοχήν για την μητέρα μου. Επίσης ήξερε να μοιράζει το διαιτολόγιο της εβδομάδας με σοφό τρόπο: Την Κυριακή, όπως είπαμε, κρέας, αρνάκι στο φούρνο, κοτόπουλο λεμονάτο κ.λπ, τη Δευτέρα τα υπόλοιπα της Κυριακής, την Τρίτη ψάρι, την Τετάρτη όσπρια, την Πέμπτη γαύρο το καλοκαίρι, κεφτεδάκια ή γιουβαρλάκια τον χειμώνα, την Παρασκευή κάτι λαδερό, το Σάββατο μανέστρα ή κάτι εξίσου εύκολο και ελαφρό. Σπανακόρυζο ας πούμε ή πατάτες τηγανιτές "ορφανές". Δηλαδή σκέτες ή με συνοδεία μορταδέλας. Θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι ζούσαμε όλη την εβδομάδα για το εορταστικό γεύμα της Κυριακής;

Και τότε όμως δεν έλειπαν τα απρόοπτα. Θυμάμαι τη μάνα μου, κάποιες φορές, να ξεχνιέται στο πεζοδρόμιο με τις διάφορες γειτόνισσες ενώ μέσα στην κουζίνα το φαΐ ετοιμαζόταν...μόνο του. Θυμάμαι τον πατέρα μου να φωνάζει έντρομος "Βαρβάρα κάτι καίγεται" αλλά και τη μητέρα μου να γυρίζει ατάραχη, χωρίς πανικό στον τόπο του εγκλήματος, την ανεπιτήρητη κουζίνα της. Το όλο στυλ της διαλαλούσε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί η κερδισμένη της υπεροχή στο σπίτι - είπαμε, είχαμε αναμφισβήτητα μητριαρχία - από ένα μικρό ατύχημα. Έτσι επέστρεφε πάλι μετά από λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο της...φλυαρίας μ' ένα καθησυχαστικό χαμόγελο και με δηλώσεις του τύπου: "Το έσβησα με λίγο κρασί (το κρέας στην κατσαρόλα). Είχε αρπάξει ελάχιστα στις άκρες, τρώγεται μιά χαρά". Και βέβαια ουδείς προέβαλε αντίρρηση ή εξέφραζε διαμαρτυρίες. Και ασφαλώς το τρώγαμε όλοι εκόντες άκοντες αναβάλλοντας τα περί ευωχίας όνειρα για την επόμενη Κυριακή. Η ίδια όμως για να δώσει το καλό παράδειγμα, ένα συμβολικό σάλπισμα οικογενειακής ειρήνης, έβαζε πάντα στον εαυτό της το καμμένο κομμάτι. Κοιτάζοντας όλους τους υπόλοιπους κατευθείαν στα μάτια. Γιατί έτσι κάνουν οι αληθινοί αρχηγοί! 


ΥΓ 1. Απομακρύνομαι γρήγορα από την μπαλκονόπορτα των μυρωδιών και των αναμνήσεων. Ήδη σκέφτομαι όλη την οικογένεια που θα μαζευτεί εκεί σε λίγο γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι. Τελετουργικό σαν μια μορφή εφήμερης τέχνης. Και σαν σπονδή σ' έναν κόσμο που οριστικά απομακρύνεται δίνοντας τη θέση του σε καινούργιες, αγοραίες μυρωδιές, ετοιματζίδικα ντελίβερι και fusion cuisine. Ένα είδος Airbnb της γεύσης με προαγορασμένη την απόλαυση που σφραγίζει οριστικά μιαν Airbnb πατρίδα.  

ΥΓ 2. Και μια και το έφερε η κουβέντα, η παρέμβαση στο φιλέτο του Ελληνικού, σηκώνει πολλή κουβέντα. Τώρα που προχώρησαν τα έργα, είναι πια προφανείς οι επιδιώξεις και η αισθητική των "επενδυτών". Αφού το πολυδιαφημισμένο "Πάρκο Ελληνικού" τελικά γίνεται μια ολόκληρη "Πόλη Ελληνικού" εκεί που ήταν οι ήπιες, αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Ή, μάλλον, μια παραθαλάσσια μεν πυκνοκατοικημένη δε φαβέλα για εκατομμυριούχους που θα δημιουργήσει απίστευτη συμφόρηση σ' όλα τα νότια προάστια. Πολιτζμός, τουριζμός, αιζθητική. 

ΥΓ 3. Άσχετο: Στην εποχή της απελπισίας και της βαρβαρότητας, η τέχνη δεν μπορεί να μας σώσει. Μπορεί όμως να δώσει στην απελπισία μας περιεχόμενο.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Κριτική των Περσών


Ιστορία και παρωδία 

"[.....] Τα παλιά γεγονότα είναι κόσμος προσωπικός, παράσταση φιλοτεχνημένη από ασάφειες, ατέλειες, άπειρα λάθη [...] Το πόρισμα γι’ αυτό το κομμάτι του παρελθόντος δεν θα δοθεί ποτέ. Η εικόνα δεν εκπονείται. Είναι η εικασία του εαυτού της, μια σπουδή του κενού" 
Κώστας Μαυρουδής 


Τι σπουδαίο κείμενο οι "Πέρσαι" του Αισχύλου και πόσο διαχρονικά επίκαιρο. Ιδιαίτερα σήμερα που η υπερφίαλη Δύση επιτίθεται στην αυτοκρατορία των νεότερων Αχαιμενιδών ενώ εκείνοι με σθεναρότητα και αξιοπρέπεια αντιστέκονται. Που υπενθυμίζει σαν τον Αναγνωστάκη ότι κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ εφόσον ουδείς μαθαίνει κάτι απ' την φρίκη του. Η ιστορία σαν παρωδία δηλαδή. Πόσο μεγάλο θέατρο έγραψε λοιπόν, λίγο μετά τον θρίαμβο της Σαλαμίνας, ο πρώτος τραγικός μας με τόσα και τέτοια ευρήματα ή ανατροπές που κανένας ψευδομοντερνισμός δεν μπορεί να αμαυρώσει! Ένας ύμνος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δεν διαχωρίζει τους νικητές από τους ηττημένους και ένας διαρκής θρήνος για την ανθρώπινη μοίρα που αφορά σε όλες τις μάνες, είτε γεννήθηκαν στην Αθήνα είτε στα Σούσα (Αισχύλος). Και έπειτα ο ποιητικός λόγος! Τί μέγεθος διαθέτουν τόσο τα λυρικά κομμάτια του χορού όσο και οι πυκνοί μονόλογοι των πρωταγωνιστών αντιστικτικά προς τις παρεμβάσεις των κορυφαίων που εκπροσωπούν το θρηνούν πλήθος. Με αποκορύφωμα, κατά τη γνώμη μου,  τον τραγικό κατάλογο των νεκρών Περσών που απαγγέλλει με οιμωγές αρχικά ο Αγγελιοφόρος - ο σωστά δραματικός Σταύρος Σβήγκος - κι έπειτα και ο χορός, ο ίδιος - που ρωτάει για την τύχη των αγαπημένων του - αλλά και ο Ξέρξης αργότερα όταν θρηνεί τους άριστους του στρατού του. Ξενικά, πλην ελληνοποιημένα, ονόματα στη σειρά είτε αρχόντων, είτε σπουδαίων πολεμιστών που τώρα τα λείψανα τους χτυπιούνται από τα κύματα στα βράχια της Σαλαμίνας. Υψηλή ποίηση μόνο με συλλαβές (!) ακατανόητων ονομάτων που εκφωνούνται ρυθμικά και παραπέμπουν στον νηών κατάλογο του Ομήρου. Ή, τον βασιλιά της Ασίνης. Σαν αυτά του Δαδάκη, του Αρυοβαρζάνη ή του Μεγάβαζου (αυτοσχεδιάζω) και του Συμάκη και Πολέμονα - πολύς Ηρόδοτος είχε διαβαστεί προηγουμένως από τον νεαρό δραματουργό - που προλαβαίνουν τον Οζυμανδία του Σέλεϊ ή τους ήρωες του Έζρα Πάουντ. Και στα οποία ονόματα κρύβεται ατόφιος λετρισμός αλλά κι ένας σπινθήρας άπεφθης συγκίνησης για όσους σπουδαίους και τρανούς υπήρξαν χτες αλλά δεν υπάρχουν σήμερα. Σαν τους τόσους επώνυμους της ιρανικής ηγεσίας που μία βόμβα τους στέρησε από την μία στιγμή στην άλλη, το γλυκό της ημέρας φως (Πίνδαρος). Με τον ίδιο τον Τραμπ να κομπάζει με τον πιο ιταμό τρόπο στα μικρόφωνα του κόσμου - ένα τέτοιο υπήρχε και στην ορχήστρα της Επιδαύρου - ότι θα μπορούσε να εξοντώσει σ' ένα λεπτό και τη νέα ηγεσία των Περσών όταν αυτή οδηγούσε τον δολοφονημένο Χαμενεΐ στην τελευταία του κατοικία. Τριπλή ύβρις! 


Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης αξιοποιεί την κρουστή μετάφραση του μεγάλου φιλόλογου Παναγιώτη Μουλά προσθέτοντας, κατά το έθος, κάποια δικά του εμβόλιμα κείμενα ως αναφορές στην ζοφερή επικαιρότητα που άλλοτε λειτουργούν και άλλοτε όχι. Όπως επίσης αξιοποιεί τα 17 αγόρια και κορίτσια του νεανικού χορού - ωραία η υπέρβαση από το πρωτότυπο αφού και αυτά κάποτε θα γίνουν γέροντες - η κίνηση των οποίων, άλλοτε άναρχη κι άλλοτε ρυθμικά συντονισμένη, δημιουργούσε σταθερά ένα εικαστικό σύννεφο πάνω από την ορχήστρα. Καθόμουν στην πρώτη σειρά του κοίλου και είχα την ευκαιρία να δω και ν' ακούσω όλα αυτά τα χειροποίητα ευρήματα από πρώτο... χέρι. Φαντάζομαι ότι οι θεατές του άνω διαζώματος θα είχαν μία ακόμα πιο εντυπωσιακή εικόνα. Εγώ όμως αφουγκράστηκα με απόλυτη ευκρίνεια το κείμενο και επίσης χάρηκα που οι πρωταγωνιστές δεν φορούσαν - τα τόσο διασπαστικά - χειλόφωνα. Αφού ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Επιδαύρου είναι σταθερά η ανθρώπινη φωνή. Αδιαμεσολάβητη. 
Σίγουρα και ο Δημήτρης Καταλειφός,  ο παλιός μου φίλος από τον Συνασπισμό, και η Μαρία Ναυπλιώτου διαθέτουν τραγικό μέγεθος αλλά και το απαιτούμενο κύρος για το τόσο απαιτητικό κοίλον της Επιδαύρου. (Φανταστείτε: Ένας που έβηχε ενοχλητικά από πολύ ψηλά, κάλυπτε τα κρουστά των μεγαφώνων)! Μόνο που ο μεν  Καταλειφός μού θύμιζε τον Θείο Βάνια ή τον Οιδίποδα επί Κολωνώ - σχετικά πρόσφατες του επιτυχίες - ενώ η Ναυπλιώτου τον φορμαλισμό της υπέρκομψης ερμηνείας της στην Μαρία Κάλλας. Μικρό το κακό. Έστω κι έτσι δεν είναι συχνό να βλέπεις μεγάλα μεγέθη στην Επίδαυρο και με τέτοιαν εκφορά λόγου. Αντίθετα με γοήτευσε η μουσική του άγνωστου μου Jeph Vanger με τον ηλεκτρονικό - προγραμματικό ήχο που παρέπεμπε στον Γιάννη Χρήστου και την μεγαλειώδη παράσταση του Κουν από το 1965. Όπως και το ευρηματικό ντουέτο του λαϊκού θρήνου στο τέλος (από την Σικελία ή την Κάτω Ιταλία); 
 Γενική παρατήρηση: Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έκανε μία φιλότιμη προσπάθεια σ' ένα κολοσσιαίο έργο και επιχειρώντας να επιλύσει τα επιμέρους προβλήματα που θέτουν οι "Πέρσαι", κατάφερε και να συγκινήσει τους σημερινούς θεατές και να μην προδώσει τον τραγικό λόγο. Πράγμα πολύ σπουδαίο στην εποχή μας. Ευφυής ήταν επίσης η αξιοποίηση μέσω της δράσης του χορού της αχανούς πλατείας πίσω από το προσκήνιο... Κάτι που θα ήταν αδιανόητο σ' άλλες εποχές. Δεν κατάφερε όμως να δώσει μίαν ολοκληρωμένη σύνθεση όλων αυτών των καλαίσθητων - αναμφίβολα - σπαραγμάτων. Μεγάλες σιωπές ή δραματικά κενά λειτουργούσαν εν τέλει αντίστροφα από τις προθέσεις του δημιουργού. Δεν είναι φρόνιμο, τέλος, να εξαντλούμε όλες μας τις ιδέες και το προσωπικό μας οπλοστάσιο σε ένα μόνο έργο, σε μία παράσταση. Η οποία εγγράφεται πάντως στα θετικά του φετινού φεστιβάλ. 

ΥΓ. Γράφει ο Κώστας Μαυρουδής στο τόσο διεισδυτικό βιβλίο του "Η αθανασία των σκύλων":
«Η μνήμη των σκύλων που τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα τις πόλεις έχει κληρονομηθεί κατά το ήμισυ από τους παλιούς προγόνους τους» (σ. 38). 
Υφίσταται όμως βαθιά μνήμη στα ζώα που ν’ αναπαριστά κάτι; Στους σκύλους του συγκεκριμένου βιβλίου ναι, όπως εξάλλου και στα ψάρια του Iggy Pop, όπου the fish knows. Αλίμονο αν δεν γινόταν μνήμη το τραύμα –η κλωτσιά του άξεστου, ας πούμε– κι αν δεν αποθησαυριζόταν το παλιό γεγονός. Τότε θα κατέρρεε εξευτελισμένος και ο, όποιος, πολιτισμός των ανθρώπων εμπρός στον ήρεμο και ταπεινό πολιτισμό των σκύλων. Στον τραγικό μύθο είναι έντονη η εικόνα των σκυλιών που κατασπαράζουν τα κουφάρια των πάλαι ποτέ ηρώων. Σαν ειρωνεία της ιστορίας. Ιδού όμως κι άλλα ερωτήματα από τον συγγραφέα:

" — Τί σημαίνει αυτό που πέρασε;
— Γιατί κρύβονται, σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα" ;

Γιατί η τέχνη να μην είναι επανάσταση, θα συμπλήρωνα, και να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο; Μ’ άλλα λόγια, πότε η τέχνη γίνεται ιστορία και πότε η ζωή παρωδία; Δηλαδή η ειρωνεία της ιστορίας της, της ίδιας;

Μάνος Στεφανίδης 
Τέως καθηγητής του τμήματος θεατρικών σπουδών στο ΕΚΠΑ 





Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Το χαλί μας το black!


Το χάλι μας το μαύρο!
(Ή, Πόσο μαύρη υπήρξε η Ωραία Ελένη; )

Όπα παιδιά! Κατακλύζεται πάλι το διαδίκτυο από αντικρουόμενες απόψεις κι αποψάρες, από λάβρους λιβέλους εναντίον του Hollywood και του Noland, σκηνοθέτη της πολυσυζητημένης Οδύσσειας αλλά και παράλληλες αντεπιθέσεις εκ μέρους της μαύρης ηθοποιού που υποδύεται την Ωραία Ελένη - η κυρία Λουπίτα από το Κονγκό - η οποία, η μαύρη, τόλμησε και τα έβαλε, λέει, με τον Όμηρο (!) με την ιστορία μας (sic) και ούτω καθεξής. Πάλι όπα παιδιά! Δεν έχει να πάθει τίποτα η Ελένη, ούτε να φοβηθεί η Οδύσσεια, ούτε προφανώς κι ο Όμηρος από τις άστοχες, έστω, παρεμβάσεις ή τις δόλιες (;) διαστροφές του μύθου για τους όποιους, εμπορικούς λόγους. Εξάλλου δεν είναι η πρώτη φορά και, όπως οσμίζομαι, δεν θα είναι ούτε η τελευταία. Το δωδεκάθεο και οι ήρωες του Ομήρου αποτελούσαν ανέκαθεν τα πιο τερπνά αναγνώσματα κάθε πολιτισμένης εποχής και σταθερή πηγή έμπνευσης ολόκληρης της Δύσης. Από τον Ντα Βίντσι ως τον Πικάσο και από τον Μοντεβέρντι ως τον Όφενμπαχ. Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι πρόκειται για μύθο - που βέβαια καλύπτει ιστορικά γεγονότα - και όχι για την ιστορία καθαυτή και ότι ο μύθος, ήδη από την αρχαιότητα, ήταν εύκαμπτος, σκόπιμα πολύμορφος ώστε να μεταμορφώνεται ανάλογα τις περιστάσεις παραμένοντας ανοιχτός σε ποικίλες ερμηνείες και προσεγγίσεις. Λειτουργούσε σαν ένδυμα τόσο της φυσικής όσο και της μεταφυσικής τάξης των πραγμάτων του αρχαίου κόσμου. Ειδικά ο αρχετυπικός, ελληνικός μύθος κατάφερε, με την ασύλληπτη γοητεία του, να γίνει η μυστική συνείδηση όλης της ανθρωπότητας και να διαποτίσει πάμπολλες επιμέρους κουλτούρες. Άρα λοιπόν ουδείς φόβος και ουδείς κίνδυνος υπάρχει ω Συνέλληνες, δηλαδή άλλα λόγια να αγαπιόμαστε και άρες μάρες κουκουνάρες. Επιστρέψετε ήσυχοι στις βαρετές τηλεμαχίες όπου διάφοροι ανόητοι ταλαιπωρούν τα ήδη κακοπαθημένα ελληνικά αλλά και στις εξηλιθιωμένες, κομματικές κοκκορομαχίες. Εκτός κι αν τα βάλουμε και με τον Ευριπίδη ή τον Σεφέρη που διατείνονται ότι ολόκληρος ο τρωικός πόλεμος έγινε για να αδειανό πουκάμισο...για μίαν Ελένη! Όσο για μένα πίστευα και πιστεύω ότι black is beautiful. Και ότι δεν αναγνωρίζονται ιδιοκτήτες ούτε στον μύθο, ούτε στην ιστορία, ούτε εν γένει στον πολιτισμό. Αλλά ότι υπάρχουν απλώς άνθρωποι που έχουν την ευαισθησία να δημιουργήσουν από το παλιό το καινούργιο αξιοποιώντας την παράδοση με τους τρόπους του σήμερα και άλλοι που απλώς αντιμετωπίζουν την πολύτιμη όντως ιστορία τους σαν ένα είδος airbnb, κάτι προς άμεση εκμετάλλευση. Όπως συνήθως σκέφτονται και συχνά πράττουν οι μενδωνίτσες του ΥΠΠΟ. 
Εξάλλου, όπως ισχυρίζονται και οι πρώτοι διαστροφείς του ελληνικού (μας!) μύθου, οι Λατίνοι με τον Βιργίλιο, Οβίδιο και τα ρέστα, de gustibus at coloribus non disputandum est. Δηλαδή όταν πρόκειται για τα προσωπικά γούστα του καθενός, δεν υπάρχουν κανόνες και προφήτες αλλά...όλα πουτάν@! 


ΥΓ. Το 2016 είχα στην οργανώσει στο Μουσείο Βορρέ της Παιανίας μαζί με τον άνθρωπο - ορχήστρα Άγγελο Παπαδημητρίου μίαν αλλοιώτικη έκθεση υπό τον τίτλο: Ιστορία και Ειρωνεία. Είχαμε μάλιστα εκδώσει και έναν ιδιαίτερα ευρηματικό κατάλογο, σχεδιασμένο εξ ολοκλήρου από τον Άγγελο. Είμαι λοιπόν στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι ο κατάλογος επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Νίκας ενώ παράλληλα τον προσεχή Οκτώβριο θα παρουσιαστεί ένα είδος "Ιστορία και Ειρωνεία νούμερο 2" που αλλού, στο πάντα φιλόξενο μουσείο Βορρέ.