Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ελληνικής Γλυπτικής Εγκώμιον!


 
Πόσο "ελληνική" είναι η ελληνική γλυπτική;

(Στον Θανάση Μουτσόπουλο, πάλι)

Η καθετότητα στα αγάλματα είναι η απτή έκφραση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη γη.
Αλόις Ριγκλ 

Γλυπτική είναι αυτό το πράγμα στο οποίο σκουντουφλάμε όταν οπισθοβατούμε για να δούμε καλύτερα έναν πίνακα.
Μπάρνετ Νιούμαν 

Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που μπορεί και φωτίζει...
Πάλι δύο λόγια για την γλυπτική τώρα. Για την πιο υποβαθμισμένη - ελπίζω σ' αυτό τουλάχιστον να συμφωνήσουμε - αλλά και διωκόμενη τέχνη. Ο Μπλανσό έγραφε ότι βλέπω - αντίθετα από το κοιτάζω - σημαίνει πάνω από όλα αγγίζω με το βλέμμα. Θα συμπλήρωνα "χαϊδεύω". Ευχαριστώ όθεν θερμά τους συναδέλφους καθηγητές Δημήτρη Σεβαστάκη και Νίκο Τρανό για την σπουδαία συμβολή και το βλέμμα τους τους στην χθεσινή ξενάγηση - συζήτηση στη γκαλερί Σιαντή και την έκθεση - αφιέρωμα των 18 νεότερων γλυπτών στον Θόδωρο Παπαγιάννη και το Α Εργαστήριο Γλυπτικής στην ΑΣΚΤ. Τίτλος "Γλυπτικής Εγκώμιον"...(Εγώ πρόσθεσα και το "Ρέκβιεμ" μ' ένα ερωτηματικό). Ο αγαπητός συνάδελφος Θανάσης Μουτσόπουλος ήταν ωσεί παρών. Όπως άλλωστε και οι προβληματισμοί του. Λόγου χάρη το αν δικαιούμαστε να μιλάμε για μιαν ελληνική γλυπτική. Κι ακόμη πιο μαξιμαλιστικά για την πιο ελληνική τέχνη. Ή, μήπως έτσι πέφτουμε στο σφάλμα της σωβινιστικής ιδεοληψίας. Με άλλα λόγια μπορεί ν' αναφερθεί κανείς στη διαχρονική συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας ή αναπαράγει εκείνο το τοτέμ που λάτρεψε σαν θρησκεία η γενιά του '30, η λεγόμενη και ελληνολατρική; (Ο Δημήτρης Σεβαστάκης αναφέρθηκε σχετικά σε θρησκευτικότητα και εκσυγχρονισμό. Τοποθετώντας τον Παπαγιάννη στον δεύτερο). 


Ανδρέας Λόλης, Γάντια, μαύρο μάρμαρο!

Γράφει πιο συγκεκριμένα ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ Θανάσης Μουτσόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του "Εγώ το έκανα πρώτα -  Αντιγραφή, αναπαραγωγή, μετατροπή και η έκλειψη του νοήματος" από τις εκδόσεις Πλέθρον - θεωρία τέχνης: 
"Πρόσφατα ένας πολύ γνωστός ιστορικός τέχνης στη χώρα μας (εμένα εννοεί!) δήλωνε ότι η γλυπτική είναι η κατεξοχήν ελληνική τέχνη. Ακούστηκε ωραίο, έτσι;  Όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοούσε: Έχουμε πολύ σπουδαίους γλύπτες στην αρχαιότητα (η ζωγραφική της εποχής έτσι κι αλλιώς δεν σώθηκε) και άρα και οι σύγχρονοι γλύπτες, οι οποίοι μοιάζουν πολύ με τους αρχαίους, μπολιάζονται από τη σπουδαιότητα των πρώτων. Τέτοια σχόλια τα λατρεύει η πατριωτική πλειοψηφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι όμως πρόκειται για μίαν απίστευτη διαστρέβλωση: Επί1600 χρόνια δεν παρήχθη καμία γλυπτική σ' αυτή τη γεωγραφική επικράτεια πέρα από τα τέμπλα των εκκλησιών..." (σελ. 31). 

Λουκάς Λουκίδης και Νίκος Τρανός 
Καταρχήν ας συμφωνήσουμε πως ό,τι φτιάχνεται στην Ελλάδα αυτόχρημα είναι και ελληνικό: Από σπίρτα ή τσίπουρα έως γλυπτά και τραγούδια. Όπως ανάλογα συμβαίνει με τα σπίρτα ή τα γλυπτά που παράγονται στις ΗΠΑ, την Ιταλία, το Λάος,  το Βιετνάμ κ.ο.κ. Και τώρα το ζωτικό ερώτημα: Μπορεί να έχει η σύγχρονη γλυπτική μας σχέση, έστω και μέσα από χάσματα ή ρωγμές - με την αρχαία; Ναι, απαντώ ανενδοίαστα, στο μέτρο που όλη η ευρωπαϊκή γλυπτική από την οικογένεια Πιζάνο της υστερογοτθικής τέχνης έως τον Ροντέν, τον Μαγιόλ, την Χέπγουορθ ή τον Νογκούτσι - αυτός επιπλέον είναι και Ιαπωνοαμερικανός! - αναφέρονται άμεσα στα αρχαιοελληνικά τους πρότυπα. Εμείς, έστω και σαν μακρινοί συγγενείς, δεν το δικαιούμαστε; Παρότι επιπλέον θεωρητικοί του μεγέθους του Αντρέ Μαλρώ, του Μισέλ Σεφόρ ή του Χέρμπερτ Ρηντ συνηγορούν υπέρ;  

Πιο συγκεκριμένα, όταν γράφει ο Χέρμπερτ Ρηντ μίαν ιστορία της μοντέρνας ζωγραφικής ή γλυπτικής, βλέπεις την άποψη ενός Βρετανού διανοούμενου. Όμοια και όταν γράφει ο Μισέλ Σεφόρ ή ο Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ βλέπεις, παρά τον διεθνισμό τους, τη ματιά του Γάλλου και του Αμερικανού. Αντιλαμβάνεσαι τη βούληση για υπεροχή της "εθνικής" τους σχολής. Επειδή δεν υπάρχει ιστορία που να μην είναι ιδεολογικοποιημένη. Εκούσια ή ακούσια. Κι επειδή κάθε εξιστόρηση ως αφήγηση είναι κατασκευή και μυθοπλασία. Πάνω από όλα. Μόνο εμείς προσέχουμε να είμαστε politically correct. Με την πιο αφελή έννοια. Έτσι, στα βιβλία του Ρηντ και του Σεφόρ, έστω και ως δεύτερα ονόματα, παίζουν οι περιπτώσεις του Γιόχαν Αβραμίδη, του Γεράσιμου Σκλάβου, του Κώστα Κουλεντιανού, του  Μάικ Λεκάκη - μόνου γλύπτη ανάμεσα στους τρομερούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους της Σχολής της Ν. Υόρκης - αλλά όχι και στην ιστορία της δυτικής γλυπτικής που πρόσφατα έγραψε ένας σπουδαίος συνάδελφος. (Αναφέρει πάντως την Χρύσα και τον Φιλόλαο). Και βέβαια και αυτός και ο Μουτσόπουλος δεν τολμούν να προτείνουν τον Χαλεπά - τον τόσο αδικημένο και ακατάταχτο - ή τον Χρήστο Καπράλο ως μεγάλα, ευρωπαϊκά μεγέθη του ΧΧ αιώνα. Επειδή μάλλον δεν αναφέρονται στην διεθνή βιβλιογραφία. Εγώ πάλι το κάνω. Επειδή είμαι κακός επιστήμων. Ή, γιατί αυτή θεωρώ ότι είναι η ευθύνη μου ως Έλληνα ιστορικού και κριτικού τέχνης. Ειδικά για τον "αθώο" Χαλεπά που μοιάζει μαγικά ν' αναβιώνει τον Τραγικό Μύθο χωρίς κανένα γραφικό φτιασίδωμα. (Δες το βιβλίο μου "Βαν Γκογκ Χαλεπάς - Ιδιοφυία και Τρέλα". Όπως συμβαίνει για παράδειγμα και στο θέατρο του Τερζόπουλου - ειδικά όταν το σκηνογραφεί ο Κουνέλλης - αλλά και στον "Θίασο" του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή στο "Προς Ελευσίνα" του Παύλου Μάτεσι. Δικά μας πράγματα και συγχρόνως παγκόσμια. (Να ένα στοίχημα που αδυνατούν να υπηρετήσουν οι καημένοι οι πολιτικοί μας). 

Κώστας Κουλεντιανός

Πόση λοιπόν αισθητική υποτέλεια, πόσος λυπηρός αρχοντοχωριατισμός κρύβεται στη στάση αυτή; Και κάτι πολύ ενδεικτικό: Δεν είναι ντροπή που το ΕΜΣΤ δεν εκθέτει έναν Σκλάβο, έναν Φιλόλαο, έναν Λεκάκη ή έναν Τάκι; Για να μην αναφέρω τον Χαλεπά ή τον Καπράλο. (Το ίδιο ισχύει και για τις πολύφερνες ιδιωτικές συλλογές ή τα ιδρύματα τέχνης. Ό τι ελληνικό είναι σιωπηρά απορριπτέο). Όπου εκτίθενται ασήμαντα έργα από τον μεταμοντέρνο χυλό ή την politically correct προπαγάνδα αλλά όχι κι η ελληνική σχολή (που όμως διαθέτει κάποιους διεθνείς εκπρόσωπους). Επαναλαμβάνω ότι ο "πάπας" Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, ο κομμουνιστής Αργκάν υπερασπίζονται, παρά τον διεθνιστικό μοντερνισμό τους, ο ένας την υπεροχή της αμερικανικής και ο άλλος της ιταλικής τέχνης. Γερμανοί, Ισπανοί, Γάλλοι διατηρούν τα εθνικά τους ονόματα αλλά εμάς η αποικιοκρατική νοοτροπία των διαφωτιστών μας "συμμάχων" επέβαλαν το πολύ πονηρό "Νεοέλληνες". Και βέβαια είναι εθνικισμός να το καταγγείλεις και επιστημονική αντικειμενικότητα να υιοθετήσεις ως επίσημη, εθνική θέση την ανθελληνική προπαγάνδα. Κάτι σαν την ύπαρξη αυτοφυούς, μακεδονικής γλώσσας που την αναγνώρισαν οι προοδευτικοί πολιτικοί και οι επιστημονικοί φωστήρες μας. Επειδή αυτό συνέφερε στους στόχους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Αλλά για την ελληνική γλυπτική ούτε λόγος! 
Και κάτι τελευταίο: Κάθε ιστορία όσο αντικειμενική ή επιστημονική κι αν διατείνεται πως είναι - παραμένει ένα αφήγημα. Δηλαδή μία κατασκευή. Και αναφέρεται έμμεσα ή άμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία. Έστω και όταν την κριτικάρει. Πολλώ μάλλον η ιστορία της τέχνης στην οποία παρεισφρέουν ποικίλα, αλλότρια στοιχεία, προσωπικά γούστα, αισθητικές επιρροές ή η γενικότερη, κοινωνικοπολιτική δυναμική αλλά και η κριτική πρόθεση του συγγραφέα. Πράγμα που θα ΠΕΙ ότι υπερασπίζεσαι την ιδιαιτερότητα της τέχνης σου ως ταυτότητα και ιθαγένεια κι αυτό συνιστά μείζονα, επιστημονική προσφορά. Αλλιώς οι άλλες κυρίαρχες κουλτούρες με το πολιτικό τους πρόταγμα αλλά και την αφομοιωτική τους δύναμη θα σε καταπιούν.

Θόδωρος Παπαγιάννης 

Πολύ πρόσφατα ο καθόλου "πατριώτης" Κώστας Κουτσουρέλης έγραφε:
"Είτε πρόκειται για δανεικά κεφάλαια, είτε για γλωσσικά δάνεια, είτε για ξενόφερτες συνήθειες και ήθη, ο δανεισμός μεταξύ ατόμων ή πολιτισμών συνδέεται με πολύ απτές και συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Πολύ σπανίως η σχέση δανειστή και δανειζόμενου γίνεται επί ίσοις όροις, αντιθέτως αντικατοπτρίζει σχέσεις και αξιώσεις ισχύος...Εν ολίγοις, οι ηττημένοι πολιτισμοί δανείζονται μέχρις ότου απορροφηθούν, μέχρις ότου απεκδυθούν εντελώς την ταυτότητά τους. Υιοθετούν αναγκαία την αυτοκατανόηση των δανειστών τους και σπεύδουν να παρουσιάσουν τον παρασιτισμό τους ως πολιτικά ουδέτερη ή και επωφελή διεργασία. Οι άρχουσες τάξεις μάλιστα ταυτίζονται τόσο με τους δανειστές τους, ώστε αποξενώνονται από τον λαό σε τέτοιον βαθμό ώστε, υπόρρητα, φτάνουν στο σημείο να τον απεχθάνονται. Ακριβώς η παρουσία του τούς θυμίζει τον παρασιτισμό τους, το γεγονός ότι είναι τρεχέδειπνοι σε ξένα συμπόσια. Οι ελληνικές ελίτ σήμερα είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Είτε ευρωπαΐζουν, είτε αμερικανοφέρνουν, είναι διπλά συμπλεγματικές. Προς τα έξω, επειδή οι εκεί ισχυροί τις αντιμετωπίζουν ως αυτό που είναι: ως κακομοίρηδες επαρχιώτες που αν αξιώθηκαν να πατήσουν το πόδι τους σ' ένα σπουδαίο ξένο πανεπιστήμιο ή σε κάνα ονομαστό μουσείο, λ.χ., είναι επειδή φρόντισε το σόι τους να κάνει μια δωρεά. Και προς τα έσω, επειδή καθετί το ελληνικό που έχει περισωθεί από το μένος τους τούς υπενθυμίζει διαρκώς πόσο κενοί και κίβδηλοι είναι".



Πρόσφατα φωτογράφισα ένα ανάγλυφο του Δ αι. π.Χ στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα χονδροειδές, επιτύμβιο που μιμείται τα περίτεχνα του Κεραμεικού. Το φιλοτέχνησε ένας απλός μαρμαράς που όμως μετείχε τότε της κοινής αισθητικής. Δεξιά ο γέρο πατέρας θρηνεί τον νεκρό γιο του, τον Αγήνορα. Το όνομα του είναι χαραγμένο ανάποδα στ' αριστερά. Αργότερα στον ίδιο τάφο θάφτηκε κι ο πατέρας. Το όνομα του είναι χαραγμένο στο κέντρο της σύνθεσης: Αγλωνίκης! Απλοϊκά. 
Αυτή η παράδοση, αυτή η καθόλου μεταφυσική σχέση με το υλικό, το μάρμαρο, επιβιώνει και στους ανακτορικούς χρόνους και στην εποχή του Βυζαντίου. Δείτε τα κιονόκρανα και τις παραστάδες στους σύνθετους, τετρακιόνιους ναούς της παλαιολόγειας αναγέννησης. 

Ως τα λιθανάγλυφα της τουρκοκρατίας. Στο Πήλιο και τις Κυκλάδες. Στα ξυλόγλυπτα του Άθω και των Μετεώρων ή στις κρήνες και τα υπέρθυρα της Πάρου και της Τήνου. Όμοια όπως συμβαίνει από τους αρχαίους τάφους της Ιερισσού, 400 π.Χ ως τα μαρμαράδικα του Πρώτου Νεκροταφείου της Αθήνας του ΙΘ αι. Η γλυπτική ουδέποτε σταμάτησε να ασκείται σε αυτή τη γη. Ουδέποτε απέλιπε η μαστοριά. Παράγοντας αισθητικά όσο και χρηστικά αντικείμενα. Λόγω μαρμάρου και λόγω ανάγκης. Με άλλη, βέβαια, νοηματοδότηση και λειτουργία. Επίσης η τορευτική, η χαλκοτεχνία και η μικρογλυπτική - π.χ το κόσμημα - ήταν δημοφιλή σ' όλο τον ελληνικό μεσαίωνα. Άλλο ένα ρομαντικό λάθος που διαπράττει ο αθεράπευτα ρομαντικός φίλος μου Θανάσης Μουτσόπουλος: Όταν μιλάμε για συνέχεια, δεν εννοούμε ότι ο Χ σύγχρονος γλύπτης είναι καλά και σώνει ένας νέος Φειδίας αλλά ότι απλώς μετέχει της κοινής, πλαστικής παράδοσης. Έστω και ως έσχατος. Τίποτα το μεταφυσικό σε αυτό. Αφού και το ίδιο το αρχέγονο, ελληνικό τοπίο με τους όγκους που αναδύονται ραδινοί από τη θάλασσα -  τα νησιά και τα ακρωτήρια - ή με τις χορευτικές καμπύλες των βουνών κάτω από ένα αμείλικτο φως που δεν αφήνει τίποτε στη σκιά, αποτελεί ένα τεράστιο μάθημα γλυπτικής. (Περισσότερα στο βιβλίο μου "Το Χρονικό της Ελληνικής Γλυπτικής", εκδόσεις Φιλιππότη).


Στο ίδιο μουσείο φωτογραφίζω ένα γλυπτό από πηλό ύψους ελάχιστων πόντων από την Θεόπετρα - μια σπηλιά των Τρικάλων - που αποδίδει, ήδη από την Νεολιθική εποχή, την ιερότητα της Μητρότητας - Θηλύτητας. Εν προκειμένω έχουμε την απαρχή της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Προσθέτω και τις περίφημες Ενκαντάδας - τα ανάγλυφα από την εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης που όταν τις έκλεβε ο Γάλλος Έλγιν το 1864 χριστιανοί, μουσουλμάνοι κι Εβραίοι είχαν βγεί στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Όπως ανάλογα οι Μήλιοι όταν Γάλλοι ναύτες έκλεψαν την Αφροδίτη, πρόβαλαν αντίσταση. Εις μάτην βέβαια. Σήμερα και αυτό το γλυπτό κι οι ημίπεσσοι της Θεσσαλονίκης εκτίθενται στο Λούβρο. Ενώ στο προαύλιο του Μουσείου έχουμε τ' ακριβή αντίγραφα. Σαν ελεημοσύνη.

 Στο ίδιο μοτίβο, ως προς τη συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας, παραθέτω το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη:
"...Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρον, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων, χίλια τάλαρα γύρευαν.  Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: “Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας".

Η αισθητική τους κόντρα στο μέτρο 

ΥΓ. Από την άλλη σκεφτείτε: Δάκης και Δέστε, Δασκαλόπουλος και Νέον, Ίδρυμα Ωνάση και... ό τι λάχει. Καλύβας και Ίδρυμα Νιάρχος σε συνδυασμό με Ζουμπουλάκη και Εθνική Βιβλιοθήκη. Τον Ζουμπουλάκη ούτε κι οι δικαστικές καταδίκες δεν πτοούν. Όλοι αυτοί ντρέπονται για τον τόπο και την ιδιαιτερότητα του. Τον διαχρονικό πολιτισμό μας. Τον οποίο οφείλουμε να στηρίζουμε ακόμη και ως ιδεολόγημα! Αφού... καλύτερα ιδεοληπτικός παρά κουβαλητής ξένων οψωνίων ("Μεγαλείων οψώνια" έγραψε ο Παπαδιαμάντης). Όμως το Σύστημα είναι ανίκητο. Ό, τι κι αν λέμε. Σαν την ηλιθιότητα. 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Μιλάτε σιγά! Η πατρίδα επωλήθη

Σιγά! Η πατρίδα επωλήθη...



Αφιερωμένο στους φιλότεχνους που ταξιδεύουν στο Ντουμπάι για τον Ρέμο 

Ας μιλήσουμε λίγο θεωρητικά στην αρχή για να περάσουμε ύστερα στον τρόμο των πρακτικών: Η καθετότητα αποτελεί βασικό στοιχείο αναδείξης του ύψους ως κομψής ανάτασης και έντασης μέσα στον τρισδιάστατο χώρο. Ιδιαίτερα τον δομημένο. Στην κλασική Αθήνα τέλειο ήταν εκείνο το κτίσμα που αρμονικά συνδύαζε την γλυπτική με την αρχιτεκτονική και τους κάθετους με τους οριζόντιους άξονες σ' ένα αδιαίρετο σύνολο. Η καθετότητα υπό όρους έχει αναγνωρίσιμα, αισθητικά χαρακτηριστικά.

 Δείτε την τολμηρή στήλη του Γιώργου Ζογγολόπουλου εμπρός από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης από το μακρινό '60. Χωροθετεί και ορίζει άξονες για τον ιστό της πόλης, σηματοδοτεί τον δημόσιο χώρο. Στον αντίποδα ο μικρός "Άγγελος" του Γιάννη Παππά είναι τόσος όσος χρειάζεται ώστε να δραματοποιηθεί το χωρικό περιβάλλον που ορίζει. Η καθετότητα και στα δύο παραδείγματα επιβάλλεται χωρίς βία αλλά με έναν ρυθμό σχεδόν χορευτικό. Ως Πίνα Μπάους στην περίπτωση του Ζογγολόπουλου και ως Μαριούς Πετιπά στον Παππά. 

Ο μπετονένιος καυλός* στον Άγιο Κοσμά - εκεί που υπήρχε η ήπια δόμηση των αθλητικών εγκαταστάσεων μέσα σε πυκνό πράσινο - δεν αυθαδιάζει απλώς με τον νεοπλουτίστικο, χυδαίο όγκο του στον Ιερό Βράχο ή τον μενεξεδί Υμηττό αλλά δίνει το στίγμα της αγοραίας αισθητικής που κυριαρχεί - με αποκορύφωμα τα μνημόνια - στον τόπο. Οι Βρυξέλλες, το ΔΝΤ, ο Τσίπρας, ο Άδωνις, η Μενδώνη, το ΚΑΣ, η προσχηματική λειτουργία της δημοκρατίας είναι οι φυσικοί αυτουργοί αυτού του εγκλήματος που θα μας στιγματίσει όλο τον εικοστό πρώτο αιώνα. Η Ελλάδα στα χέρια των πιο αδίστακτων κομραδόρων και των διαχρονικά δοσίλογων. Ο καυλός είναι ακόμη πιο αποκρουστικός από το παραλιακό μέτωπο καθώς επισημοποιεί τη θάλασσα του τσιμέντου που έχει κατακλύσει το λεκανοπέδιο, από την Πάρνηθα ως την Πεντέλη και τον Υμηττό. Εδώ και μισόν αιώνα. Την άθλια αρχή την έκανε η Χούντα, το ολοκληρωτικό όμως χτύπημα το έδωσε η δημοκρατία. Από την αντιπαροχή του '60 και το ξεπάτωμα κάθε ιστορικού κτίσματος το '70 ως τον ΓΟΚ των οκταόροφων (!) πολυκατοικιών στην Πειραϊκή και το Παλαιό Φάληρο με υπογραφή Λαλιώτη το '80. Ώστε να γεμίσει όλη η Αττική με τις χιλιάδες ανώνυμες κατασκευές της αρπαχτής, της μη αρχιτεκτονικής. Οι εργολάβοι έπιασαν δουλειά από την Κυψέλη και το Αιγάλεω ως τα πρανή των γύρω βουνών. Ό,τι δηλαδή καίγεται μεθοδικά κάθε καλοκαίρι για να γίνει μπετόν τον άλλο χειμώνα. Το πρόσφατο τσιμέντο στην Ακρόπολη σαν το σύμβολο μιας συλλογικής ήττας τώρα δικαιώνεται. Τα σπίτια του λαού, οι βίλες και τα ακριβά διαμερίσματα με θέα τώρα αποκτούν την κορωνίδα τους. 
Ο καυλός της παραλιακής είναι η αποθέωση του εγωκεντρισμού απέναντι στο σύνολο. Η απόλαυση του ενός απέναντι στην κοινωνία και τα συμφέροντα της, τη φύση και την αισθητική της, την ιστορία και τα ίχνη της στον τόπο. Οι πλούσιοι - απαραίτητη προϋπόθεση - ένοικοι του "Πύργου της Κολάσεως" θα έχουν το προνόμιο της εξαιρετικής θέας όλου του Αργοσαρωνικού και του Λεκανοπεδίου. Αυτοί μόνο. Και επιπλέον ένα αίσθημα υπεροχής. Ότι είναι οι από πάνω, οι υπέροχοι, οι διαφορετικοί. Οι κύριοι "γαμάω" και το δείχνω. Με άλλα λόγια το γνωστό "Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;" τώρα και με όρους αρχιτεκτονικού φασισμού.


Όλη η Ελλάδα ένα απέραντο Airbnb με την άδεια του κράτους ενώ την ίδια στιγμή το πρόβλημα της στέγης είναι οξύτατο για το ένα τρίτο του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι θα βολεύουν στην αθηναϊκή Ριβιέρα που εξελίσσεται σε παραθαλάσσιο Παγκράτι (με απίστευτα όμως μεγαλύτερο, κυκλοφοριακό αδιέξοδο). Όσοι χρησιμοποιούν την Ποσειδώνος ήδη το γνωρίζουν πολύ καλά. Πρώτο συμπέρασμα: Η σεμνή πατρίδα μας έχει ξεπουληθεί και τα "φιλέτα" της Αττικής έχουν γίνει πολύφερνος μεν κατιμάς δε για τις νέες ελίτ. Που διαθέτουν χρήμα αλλά όχι και γούστο ή παιδεία. Και βέβαια την αισθητική του Άδωνι, του Αλέξη και του Κυριάκου. Και από κοντά τα διεθνή funds, τα κοράκια της γης, οι επενδυτές των τραπεζών που ξεπούλησαν ό,τι μπορούσε να πουληθεί. Οι μικροϊδιοκτήτες είδαν το τυρί αλλά όχι και τη φάκα. Μετέτρεψαν τα κλειστά τους διαμερίσματα σε Airbnb και τώρα απολαμβάνουν την κατάληψη του κέντρου και των περιχώρων από τα στίφη των τουριστών. Με ό,τι σημαίνει αυτό και βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Δηλαδή τουριστική μονοκαλλιέργεια και ουδεμία εξαγωγή. Τελικό συμπέρασμα: Μαζί τα καταστρέψαμε. Όλοι μας. Η εξουσία του κομματισμού και της ευκολίας μαζί με τον λαό της αρπαχτής και του ανίδρωτου, του αντιπαραγωγικού πλουτισμού. Του λαού, όλων ημών δηλαδή, που χαζεύει αποχαυνωμένος σαν να βλέπει ριάλιτι, τον τόπο του να βουλιάζει. Χωρίς όραμα, χωρίς κεντρική ιδέα, χωρίς ηγεσία. Η ύβρις του Αγίου Κοσμά είναι η εκδίκηση - σαν ταφόπλακα - εκείνης της Ιστορίας που επικαλούμαστε μεν αλλά ούτε γνωρίζουμε στ' αλήθεια, ούτε τιμούμε. Μια επανάσταση θα έπρεπε να γίνει στη χώρα. Κι αυτή δεν μπορεί παρά να είναι πολιτιστική. Ποιός όμως είναι ο άξιος;

ΥΓ. Θυμάμαι τον δάσκαλο μου, τον αείμνηστο ακαδημαϊκό Σπύρο Ιακωβίδη ο οποίος είχε ανασκάψει υποδειγματικά το πρωτοελλαδικό νεκροταφείο του Αγίου Κοσμά. Το άλλο, ανάλογο είναι στο Τσέπι Μαραθώνα. Κάποτε υπήρχαν και αρχαιολόγοι και αρχαιολογία.

*Καυλός στην αρχαιότητα ονομαζόταν ο βλαστός της συκιάς, ο οποίος μοιάζει με το ανδρικό πέος. Ο Θουκυδίδης - πάντα επίκαιρος - τον αναφέρει ως πολιορκητικό κριό (στα Πλαταϊκά).

Τα όνειρα της πόλης

Νίκος Αναγνωστόπουλος - Το λυχνάρι του Αλαντίν 


"Να ζήσει ο καθένας την όποια ζωή του
όχι σαν πιόνι αλλά ως υλικό της Ιστορίας"

Γιατί κάνουμε τέχνη;
Για να αντέξουμε μιαν καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν αφήνει διεξόδους. Γιατί να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της πεπατημένης και της προαποφασισμένης νόρμας. Τα φτερά που δεν έχουμε καλύπτει η τέχνη. Κάθε μορφής. Αλλά και κάθε μορφή τέχνης συγκροτεί μιαν ιδιαίτερη γλώσσα επικοινωνίας. Από την εικόνα ως τον λόγο και από τον μουσικό ήχο ως την χορευτική κίνηση. Όλα - μπορεί να - είναι τέχνη αρκεί να οδηγούν και τον πομπό και τον δέκτη τους σ' εκείνη την ψυχοδιανοητική κατάσταση που ονομάζουμε αισθητική μέθεξη και ηδονή. 
Τί είναι έργο τέχνης;
Νομίζω πως είναι εκείνο το ιδιότυπο δημιούργημα που γεννιέται απρόοπτα, σαν μιαν αιφνίδια θύελλα ή έναν κεραυνό εν αιθρία την στιγμή ακριβώς που το συνειδητό επιτρέπει στο ασυνείδητο ν' αποκαλύψει τους θησαυρούς αλλά και τα φαντάσματα του και να εκφραστεί. Δηλαδή έργο τέχνης είναι εκείνη η πολύτιμη όσο και επισφαλής ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, την τεχνική επεξεργασία και το παιχνίδισμα της φαντασίας, την προσήλωση σε μια ιδέα και την απόρριψη ταυτόχρονα κάθε εγκεφαλικής εμμονής. Ακόμη και σε καλλιτεχνικές εκφράσεις τόσο συνθέτες όσο ας πούμε είναι ο κινηματογράφος ή η όπερα, οι παράγοντες έμπνευση, αυτοσχεδιασμός ή και τύχη βαδίζουν δίπλα δίπλα με την οργάνωση, τον προγραμματισμό αλλά και την σκληρή, μεθοδική εργασία. Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που φωτίζει. Όσο το σκέφτομαι αυτό θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος ορισμός του εικαστικού έργου. Μία κι αυτό έχει πάντα να κάνει με την αγωνία του φωτός να ξεπεταχτεί από το αδιαπέραστο σκοτάδι. Από την άλλη ο κάθε δημιουργός παλεύοντας με τους προσωπικούς του δαίμονες είναι υποχρεωμένος, υπερνικώντας ανασφάλειες ή αδυναμίες, να πιστέψει και να διεκδικήσει τόσο το αριστούργημα όσο και το μαγικό λυχνάρι. Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας που θα έλεγε κι ο Γιώργος Θεοτοκάς. Όλοι οι άλλοι εκεί έξω, οι τεχνοκράτες κι οι προσγειωμένοι, ας δηλώνουν υπεροπτικά άπιστοι. Ο καλλιτέχνης - οφείλει να - είναι ταπεινά πιστός. Αυτός είναι ο Γολγοθάς, αυτή κι η ανάσταση του.
Τις ανωτέρω σκέψεις μού προκάλεσε το περιδιάβασμα στα πολύχορδα και σύνθετα έργα του εικαστικού δημιουργού Νίκου Αναγνωστόπουλου τα οποία δείχνει σε τρεις στοχαστικές ενότητες στην παρούσα έκθεση της Δημοτικής Πινακοθήκης Κυκλάδων. Γνωρίζω τον Αναγνωστόπουλο και από τα οξυδερκή όσο και πολύ προσωπικά του κείμενα όσο και από τις εικονογραφικές του προτάσεις στις οποίες η φωτογραφία, το κολάζ και οι ζωγραφικές παρεμβάσεις δημιουργούν υποβλητικά, συχνά ασπρόμαυρα, σύνολα στα οποία συνυπάρχουν η νοσταλγία και η ποιητική, θεατρική αίσθηση. Κοιτάζοντας τα πράγματα λίγο έκκεντρα, λίγο λοξά, χαμηλώνοντας τους φωτισμούς όπως η σουρντίνα στο πιάνο, ο Αναγνωστόπουλος έχει την ευκαιρία να διαλεχθεί με την ιστορία και να καλέσει τις αγλαές μορφές του παρελθόντος στο σήμερα και να τις επανενεργοποιήσει. Ερωτευμένος με το Αιγαίο και τον πολιτισμό του θέλει η τέχνη του να είναι διαλεκτική συνέχεια αυτού του πολιτισμού κι αυτής της παράδοσης. Και κατά την άποψη μου το καταφέρνει με αρκούντως πρωτότυπο τρόπο. 
Είναι απόλυτα ενδεικτικοί των προθέσεων του οι τίτλοι των τριών ενοτήτων που ανέφερα παραπάνω: 
Τα όνειρα της πόλης:
(Δηλαδή ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο με πολύ σοβαρά όμως αισθητικά αποτελέσματα)!
Ορίζοντες του νου:
 (Μία περιπλάνηση που καθιστά τον θεατή συμμέτοχο και συνταξιδιώτη σε μιαν ασυνήθιστη, συναισθηματική - αισθητική διαφυγή). 
Μετά ειδώλια - Κυκλάδες:
 (Το εμμονικό - εννοιολογικό θέμα του δημιουργού στο οποίο σταθερά επανέρχεται και με το οποίο ενώνει την αγάπη του για την Σύρο, μια πόλη - σύμβολο του αναδυόμενου νεότερου Ελληνισμού με την διαχρονική τέχνη των Κυκλάδων, τέχνη η οποία αποτελεί τον πρώτο μοντερνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο). 


Νομίζω ότι έστω και με τα λίγα αυτά λόγια οι ευαισθητοποιημένοι επισκέπτες θα ψυχανεμισθούν πως κάτι αλλοιώτικο συμβαίνει εδώ. Τα έργα, σας διαβεβαιώνω, αιχμαλωτίζουν με την πρώτη ματιά αλλά διεκδικούν τον χρόνο τους για να αποκαλύψουν κάποια από τα μυστικά τους. Διεκδικούν τον χρόνο σας δηλαδή! Είπαμε: Το λυχνάρι του Αλαντίν δεν παραδίδεται εύκολα. Όμως αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Τα σημαντικά έργα αντιστέκονται στις εύκολες και τις μονοσήμαντες αναγνώσεις απαιτώντας κι ένα δεύτερο βλέμμα. Πιο εσωτερικό. Αυτό είναι κι η άμυνα τους...

ΥΓ. Η ζωγραφική γεννήθηκε από τη ντροπή του κενού. Η μουσική από τον φόβο της σιωπής. Ενώ η ποίηση δημιουργήθηκε από την αγωνία των λέξεων να γίνουν εικόνες. Νομίζω ότι ο Αναγνωστόπουλος γνωρίζει καλά αυτή τη διαδικασία. 
Κατά τα λοιπά κι εγώ αντιμετωπίζω τόσο την φωτογραφία όσο και τον κινηματογράφο ως συνέχειες της ζωγραφικής. Ως προεκτάσεις αυτής της αρχέγονης, ανεξάντλητης, πάρα τις κασσάνδρες, μήτρας των εικόνων και τον αέναο όσο και πεισματικό διάλογο, τα δάνεια ή τα αντιδάνεια, ανάμεσα στην κινούμενη μορφή και την στατική. Αφού τα πάντα εκκινούν από μία λευκή επιφάνεια, από μίαν οθόνη, ένα άσπρο χαρτί, ένα κάδρο, ένα πλάνο. Κι αφού όλα είναι στην αρχή ασπρόμαυρα κι ασπρόμαυρα γίνονται και στο τέλος. Απ' την άλλη η ζωγραφική - γραφική - γραφή είναι τόσο αρχαία όσο και το προπατορικό αμάρτημα και είναι το ευνοημένο (ευλογημένο) μέσον δια του οποίου ο λόγος γίνεται σάρκα. Και που το φως γεννιέται από τη σκιά όπως ακριβώς το ορατό από το αόρατο. Ποτέ αντίθετα. Συνεχώς.


Μ. Πέμπτη 2026
Μάνος Στεφανίδης 

(Αύριο, Κυριακή, 24/5, στις 12 το μεσημέρι θα ξεναγήσω στην έκθεση)

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Γλυπτικής Εγκώμιον ή Ρέκβιεμ;

 

Το Α Εργαστήριο γλυπτικής της ΑΣΚΤ - 18 γλύπτες τιμούν τον Θόδωρο Παπαγιάννη - σε επιμέλεια του Μάνου Στεφανίδη

(Στην γκαλερί Σιαντή - Εγκαίνια, Παρασκευή, 15 Μαΐου, 7.30 μ.μ)

Το έργο τέχνης είναι a priori αγαπητικό πράγμα. Ακόμη κι όταν δεν μας (σας) αρέσει. Ακόμα περισσότερο όταν ενοχλεί. Όταν ξεβολεύει τον θεατή από τις εύκολες προκαταλήψεις του. Όταν του θυμίζει πράγματα που θα ήθελε να ξεχάσει. Όταν φέρνει εμπρός στα μάτια του εικόνες που φοβάται να δεί. Ή, ακόμη χειρότερα, εικόνες που θέλει να ξεχάσει. Γιατί ακριβώς τότε το έργο τέχνης έχει επιτελέσει - και μάλιστα επιτυχώς - την πιο ουσιαστική αποστολή του. Την αμφισβήτηση εκείνης της παγερής, αισθητικής ομοιομορφίας που επιβάλλεται άνωθεν.
Θα γίνω πιο συγκεκριμένος μέσα από ένα ιστορικό παράδειγμα: Difesa della natura λεγόταν η οικολογική - αισθητική "εκστρατεία" - παρέμβαση που ξεκίνησε ο μύθος του μοντερνισμού J. Beuys από το 1980 ως τον θάνατο του στο πλαίσιο της κοινωνικής γλυπτικής που από νέος ευαγγελιζόταν. Μια έκφραση - διαμαρτυρία για την υπεράσπιση της φύσης που χειμάζεται από τον ανθρώπινο φασισμό και για μια τέχνη που δεν θέλει να γίνει παρακολούθημα ή διακόσμηση της αστικής πλήξης αλλά να λειτουργεί ως επαναστατική ανατροπή και πρωτοπορία. Ο Beuys ως γλύπτης και εννοιολογικός καλλιτέχνης με την φιλοδοξία αλλά και την οίηση ενός Michelangelo του εικοστού αιώνα, πίστευε ότι μπορούσε να ξαναπλάσει τον κόσμο. Αυτό ήταν: Ο τελευταίος ρομαντικός και ιδεαλιστής σ' έναν κόσμο ραγδαίας, υλιστικής πραγμοποίησης.
Και σήμερα; Σήμερα δεν απειλείται από την προελαύνουσα ισοπέδωση και την ραγδαία εμπορευματοποίηση μόνο η φύση αλλά και η τέχνη η ίδια και μάλιστα η πιο πολιτική και κοινωνική έκφραση της, η πιο δημόσια και δημοκρατική, η γλυπτική. Αυτή η ομαδική έκθεση γλυπτικής που περιλαμβάνει συμβολικά και δειγματοληπτικά λίγες και λίγους από τους εκατοντάδες (!) μαθητές του σπουδαίου δασκάλου Θόδωρου Παπαγιάννη και αποφοίτους του ιστορικού Α Εργαστηρίου Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας στον σχεδόν μισόν αιώνα της θητείας του εκεί, θέλει να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης. Αντίσταση απέναντι στην αποξένωση της γλυπτικής, της ιστορικής αυτής τέχνης, από το ευρύτερο κοινό - και μάλιστα στην ίδια της την κοιτίδα - αλλά στην υποβάθμιση της μέσα στο κυρίαρχο, εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μοιάζει η γλυπτική με το αισθητικό - ιδεολογικό της εύρος να μην αφορά σε μια πολιτεία που γίνεται όλο και πιο συγκεντρωτική και αντιθεσμική υπηρετώντας περισσότερο τον τύπο παρά την ουσία της Δημοκρατίας. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αλίμονο αν, αναφερόμενοι στην τέχνη και μάλιστα στη γλυπτική, να μην υποχρεωθούμε να μιλήσουμε πολιτικά. Αυτό θα ήταν αυτοκατάργηση και του δημιουργού και του δημιουργήματος του. 

Άρα με την έκθεση αυτή επαναφέρουμε στον δημόσιο διάλογο το τεράστιο ζήτημα της γλυπτικής ως δημόσιας τέχνης στην πατρίδα μας αλλά και τον κόσμο. Προσωπικά δεν ξέρω αν τίτλος αυτής της έκθεσης θα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση, το εγκώμιο ή το requiem της γλυπτικής. Δεν είναι εδώ ούτε ο τόπος, ούτε το χρόνος για να εξηγήσω αναλυτικά τι εννοώ μιλώντας και για εγκώμιο αλλά και για ρέκβιεμ. Υπάρχουν πολλά, αναλυτικά και εξειδικευμένα κείμενα, και δικά μου και άλλων, πολύ σοβαρών μελετητών, που αναλύουν το πρόβλημα της γλυπτικής σήμερα. Τις αιτίες και τα αίτια της κρίσης της.
Αυτό όμως που έχω να πω και μέσα από το έργο του δάσκαλου Θόδωρου Παπαγιάννη - για το έργο του οποίου έχω μιλήσει διεξοδικά αλλού - αλλά και των πάμπολλων μαθητών του, αναγνωρισμένων καλλιτεχνών σήμερα, είναι ότι η γλυπτική όσο κι αν αμφισβητείται άλλο τόσο και αντιστέκεται εις πείσμα όλων των εμποδίων. Θεσμικών και μη. Τα συμπόσια γλυπτικής που διοργανώνουν ο Παπαγιάννης και οι φίλοι ή οι μαθητές του εδώ και δεκαετίες σε όλη την Ελλάδα, είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της αντίστασης. Κι αυτό είναι πολύ παρήγορο. 
Ο αείμνηστος καθηγητής της ιστορίας της τέχνης Cesare Brandi, σημαντική πνευματική μορφή της Ιταλίας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό με την σπουδαία μελέτη του «Αρκάδιος ή περί γλυπτικής» (1983, εκδόσεις Νεφέλη). Στο βιβλίο αυτό τέθηκαν μισόν αιώνα πριν, τα κρίσιμα προβλήματα που επανεξετάζουμε αυτή τη στιγμή. 
Θα υπογράμιζα εδώ ότι η γλυπτική, η τέχνη γενικότερα, μερικές φορές, γίνεται η χαρούμενη έκφραση της απελπισίας, ο πιο γενναίος τρόπος να εξορκίσεις τον θάνατο ανασταίνοντας - μέσα από εικόνες και φόρμες - τους νεκρούς του. Τίποτα μακάβριο σ' αυτό. Αντιθέτως. Και τώρα; Αυτές οι σχεδόν τρεις γενιές γλυπτών που αποφοίτησαν από το Α Εργαστήριο της ΑΣΚΤ με το πολύμορφο έργο τους που καλλιεργεί κάθε δυνατή έκφανση του τρισδιάστατου αντικείμενου εν χώρω και χρόνω - ένας πρώτος ορισμός της γλυπτικής και εν μέρει της αδελφής της, της αρχιτεκτονικής - είναι ελπιδοφόρα απάντηση...

Σημ. Είναι πολύ ευτυχής η σύμπτωση της συγκεκριμένης έκθεσης με το Συμπόσιο Γλυπτικής που οργανώνει ο Δήμος Αλίμου στον λόφο Πανί την ίδια περίοδο και με επιμελητή τον υπογράφοντα. Συμμετέχουν ο Θ. Παπαγιάννης, ο Χρ. Λαζαράκης, ο Β. Βασίλη, ο Δ. Σκαλκώτος, ο Γ. Σταματόπουλος. Με συνεργάτες τον Γρηγόρη Βασιλείου, την Γεωργία Νίκα και τον Χρήστο Βαγιάτα. Και τον αρχαίο λόφο Πανί ένα ανοιχτό μουσείο εν τω γίγνεσθαι για όλους τους περιπατητές. Μία αληθινή γιορτή τέχνης με την γλυπτική, την πιο ελληνική τέχνη, πάλι στο επίκεντρο.


ΥΓ. Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά ανώφελη πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Αναγκαιότητα σχεδόν υπαρξιακή . Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι η καθημερινή ζωή μας αλλά...κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει να μεταμορφώσει την πεζή μας καθημερινότητα σε μαγεία. Είμαστε εμείς οι ίδιοι αλλά στην ιδανική εκδοχή μας. Αυτό συνιστά ό,τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

After Dark Images

Βασίλης Αντωνάκος, After Dark Images 



(Στη γκαλερί Καπόπουλος από χτες...
με black light effet)

Η ζωγραφική είναι ένα άλλο είδος πληγής που αντί για αίμα τρέχει χρώμα. Που γεννιέται στο σκοτάδι αλλά υπάρχει μόνο στο φως. Που υπερασπίζεται περισσότερο το αόρατο παρά το ορατό. Που καθιστά τέλος πολύτιμο ακόμη και το πιο ασήμαντο. Μέσα από την μαγεία τέχνης και τεχνικής. 


Ο Βασίλης Αντωνάκος είναι ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης με προσωπικό ύφος και εντελώς αντισυμβατική γραφή που μοιάζει να χλευάζει τα συνήθη, ζωγραφικά κλισέ και την "ασφάλεια" εκείνου του ακαδημαϊκού ρεαλισμού που με βαρετή ομοιομορφία διδάσκουν οι σχολές καλών τεχνών. Με αλματώδη εξέλιξη τα τελευταία δέκα χρόνια και ως προς τα εκφραστικά του μέσα και ως προς την ανανεωμένη θεματογραφία ο Αντωνάκος παρουσιάζει σήμερα στην γκαλερί Καπόπουλος δύο ενότητες εντυπωσιακών πινάκων μεγάλων διαστάσεων. Πινάκων συχνά φτιαγμένων με fluorescent χρώματα τα οποία ιριδίζουν ακόμη και στο σκοτάδι και που με την χρήση blacklight αποκτούν καινούργια πρόσωπα, άλλες χρωματικές εκδοχές. Ένα "θαύμα" δηλαδή του συνδυασμού τέχνης και τεχνολογίας.
Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα επιθετικά μεγα - πορτρέτα μοιραίων κοριτσιών εμπνευσμένων από την διαφήμιση, το σήμα κατατεθέν του Αντωνάκου, τα οποία "αιμορραγούν" στον καμβά κοιτώντας τον θεατή κατ' ευθείαν στα μάτια σαν ηρωίδες του φίλμ νουάρ. Ένα ελληνικό ανάλογο της διεθνούς Γαλλίδας ζωγράφου Françoise Nielly. Η δεύτερη, τέλος, αποτελείται από συνθέσεις με παραμορφωμένους ήρωες της Μάρβελ και των κόμικς, για παράδειγμα τον Deadpool, την Daisy, ή τον Spiderman όπου το γκροτέσκο και το θηριώδες, το παράλογο και το γελοίο, δημιουργούν συμπλέγματα άγριας ομορφιάς. Μιας ομορφιάς που απηχεί πολύ έντονα την ακραία, εκρηκτική αισθητική του σήμερα και τα οπτικά πρότυπα των παγκοσμιοποιημένων μεγαλουπόλεων. Από το Τόκιο στο Δελχί και από το Χονγκ Κονγκ στο Λος Άντζελες. Ο ζωγράφος - illustrator παρουσιάζει εδώ έναν δυστοπικό κόσμο τεράτων σαν αυτά που κινηματογράφησε ο Γιώργος Λάνθιμος στην ταινία Poor Things ή ο Κουέντιν Ταραντίνο στη σάτιρα των b movies απορρίπτοντας τα κλισέ που συναντάει κανείς στην φιλοτέχνηση των παραδοσιακών πορτραίτων. Επιλέγοντας μια φόρμα που παραπέμπει στο μετά Pop, την street art, την gothic μπραβούρα αλλά και την τόσο επιδραστική στις εικόνες της εποχής μας μυθολογία του Joker (ιδιαίτερα μετά την απογείωση της από την υπνωτιστική ερμηνεία του μοναδικού Hoakin Fenix, του απόλυτου σταρ του dark). 



Ο Βασίλης Αντωνάκος έγινε αρχικά γνωστός από τον επιθετικό - εκρηκτικό τρόπο που επιλέγει να παρουσιάσει το γυναικείο πρόσωπο σαν την δραματική έκρηξη ενός υπερμεγεθυμένου καθρέφτη που περιέχει συγχρόνως και το κάλλος που χάνεται αλλά και την πληγή που επιμένει να αιμορραγεί. Μία λαμπερή σάρκα, ένα μαγνητικό βλέμμα που βυθίζεται στο κόκκινο, το χρυσαφί και το μαύρο. Στην συνέχεια η θεματική του εμπλουτίζεται με τους πρωταγωνιστές μιας αξιοθρήνητης - αξιολάτρευτης όπερας ηρώων του σκότους που γοητεύουν και εντυπωσιάσουν...Σαρκασμός οπτικός, χρωματική παραφορά, επιθετική χρήση των ηρώων - συμβόλων που αγαπούν τα παιδιά για την αθωότητα τους και που ανελέητα διαστρέφουν οι ενήλικες, ένα σύμπαν upside down δηλαδή, και επιλογή συχνά όχι του πινέλου αλλά του μαχαιριού για φιλοτεχνηθεί τελικά η φόρμα. Κι αυτό κάτι σημαίνει. 
Ο Βασίλης Αντωνάκος δεν εμπνέεται, ούτε ανοίγει διάλογο με την εντόπια, εικαστική σκηνή αλλά μάλλον, όπως εξάλλου και ο συνομήλικος του Γιάννης Βαρελάς με την διεθνή. Και πολύ καλά κάνει. Δηλαδή με τον Philip Guston, τον George Condo αλλά και με άλλους Αμερικανούς καλλιτέχνες που δουλεύουν με την γεωγραφία του ενστίκτου και το υποσυνείδητο, όπως το δίδυμο Paul McCarthy και Mike Kelley. Μόνο που στην περίπτωση του Αντωνάκου το ανθρώπινο πρόσωπο αντιμετωπίζεται σαν ένας ολόκληρος πλανήτης αντικρουόμενων πληροφοριών ενώ πάλι το σώμα αποδίδεται σαν την καρικατούρα εκείνης της έμφοβης ψυχής που δεν αντέχει το βάρος της. Δηλαδή το γελοίο συμφύρεται με το τρομακτικό. Κατά βάθος δηλαδή στα έργα του δεν υπάρχει μόνο η ένταση της κραυγής αλλά και ο ψίθυρος μιας υπόκωφης μελαγχολίας. Αυτό δηλαδή που συνέβαινε και στους μεγάλους ρομαντικούς δασκάλους του 19ου αιώνα. Δηλαδή η επίκληση του θανάτου σαν ένα είδος εξορκισμού για εκείνη τη ζωή που δεν ποτέ δεν είναι αρκετή...

ΥΓ. Γιατί κάνουμε τέχνη; Για να αντέξουμε μια καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν επιτρέπει διεξόδους. Για να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της προαποφασισμένης νόρμας. Εκτός της πεπατημένης. Τα φτερά που δεν έχουμε, αυτό καλύπτει η τέχνη. Για όποιον αισθάνεται την έλλειψη...

Φωτό: Με τον d.j του χτεσινού πάρτι. Πίσω μου ο designer του καταλόγου Δ. Πληβούρης.

New kid in Town!


Γλυπτική, η επιστροφή της γηραιάς κυρίας 


Δεν πρόλαβε να τοποθετηθεί και έγινε ήδη ένα hotspot της πόλης. Έγινε τοπόσημο γλυπτικής στην πατρίδα της γλυπτικής. Της πιο ελληνικής τέχνης. (Κι ας ενοχλεί κάποιους αυτή μου η τοποθέτηση. Π.χ τον συνάδελφο και φίλο καθηγητή του ΕΜΠ κ. Θανάση Μουτσόπουλο. Όπως τουλάχιστον φαίνεται στο τελευταίο του βιβλίο). Αναφέρομαι βέβαια στον "Καθήμενο Γέροντα της Αλεξάνδρειας" του Πραξιτέλη Τζανουλίνου ο οποίος αξιοποίησε εμπνευσμένα και την σχετική φωτογραφία του Καβάφη αλλά και τον ανάλογα καθιστό Φερδινάνδο Πεσσόα της Λισαβόνας.

 Γιατί όμως αρέσει αυτό το άγαλμα; Επειδή έχουμε δεινοπαθήσει τόσο πολύ από την κακή, δημόσια γλυπτική. Επειδή είναι θεατρικά οικείο και επειδή έχει τοποθετηθεί από το Ίδρυμα Ωνάση στην ιδανικά ειδική θέση. Φωτιζόμενο άψογα. Και κυρίως επειδή δεν έχει βάση! Σκεφτείτε το. Η έλλειψη βάσης μπορεί να είναι καινοτομία. Δηλαδή ο Καβάφης του Τζανουλίνου δεν έχει το απαραίτητο (;) βάθρο που έχουν πάντα οι προτομές ή οι ανδριάντες. Με την ανάλογη ρητορική πόζα αλλά και την ψυχρή απόσταση. Το βάθρο αποτελεί ένα ζήτημα: Ανήκει στο γλυπτό εξ αρχής ή είναι η "εκθειαστική" προσθήκη της πόλης; Που προσθέτει στο γλυπτό ένα "κατασκευασμένο" κύρος; Ο Γέροντας της Αλεξάνδρειας πάλι είναι τόσο γειωμένος που καθίσταται αμέσως οικείος. Δεν έχει ανάγκη από προβολή. Αρκεί σ' αυτή την σοφή σκηνογραφία της ταπεινότητας. Και σε ωθεί να καθήσεις δίπλα του. Σαν ίσος προς ίσο. Ενώ κρατάει και το καπέλο σαν έτοιμος για να φύγει. Αφού πρώτα ποζάρει με τον συγκαθήμενο του για μιαν αναμνηστική πόζα. Παιχνίδι μαζί και ουσία. Γλυπτικό θέατρο! Ο ίδιος ο γλύπτης έλεγε χτες στο ραδιόφωνο ότι η βασική ιδιότητα της γλυπτικής είναι να κατεβαίνει στο χώμα. Να εκκινεί από τον πηλό και να πλάθει έναν κόσμο κυριολεκτικά από το μηδέν. Όπως και το θέατρο εξ άλλου...


Αυτά και άλλα, ανάλογα θέματα θέτουμε προς συζήτηση με την ομαδική έκθεση "Γλυπτικής Εγκώμιον" στην γκαλερί Σιαντή όπου 18 + 1 καλλιτέχνες αποτίουν φόρο τιμής στον δάσκαλο τους τον Θεόδωρο Παπαγιάννη. Από την προσεχή Παρασκευή! (Όμως επ' αυτού οφείλουμε να επανέλθουμε). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γλυπτική, αυτή η παραμελημένη αλλά και τόσο ελληνική τέχνη, καθίσταται πάλι επίκαιρη. Πρόκειται για την άμεση επιστροφή της Γηραιάς Κυρίας. (Έστω κι αν ενοχλούνται διάφορες γηραιές κυρίες στο ΥΠΠΟΑ ή αλλού).

ΥΓ. Το μεγαλοπρεπές, υπερβολικό βάθρο αλλά και το βήμα στο κενό σαρκάζει ο "Σημαιοφόρος" που τον τυφλώνει η ιδεολογία - σημαία του, το επίσης πρόσφατο "λαθραίο" γλυπτό - πρόκληση του Μπάνκσι στο Λονδίνο. Στα καθ' ημάς ο φίλος Χρήστος Αντωναρόπουλος ζωγραφίζει εδώ και πολύ καιρό σημαιοφόρους με τις παντιέρες τους όμως σαν ασπίδες ή και σαβάνα. Μέσα πάμε καλά...


Προβολή αναφερόμενου κειμένου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Πρωτομαγιά 2026!

Μαγική εικών: Πού είναι τα νούφαρα;

Καλή, εργατική πρωτομαγιά σύντροφοι. Επειδή σήμερα δεν είναι μόνο αργία, ούτε απλά απεργία. Δυστυχώς είναι και κάτι χειρότερο. Είναι ανεργία. Και ανασφάλεια.  Επίσης...Όλα καλά με τη φυσική της αριστεράς. Όμως η μεταφυσική της είχε, νομίζω ανέκαθεν, πρόβλημα. Πρόβλημα θεωρητικό, διαχρονικά. Κι έπειτα αυτό το μίσος δεξιών και αριστερών τόσο κιτς σήμερα. Τόσο ύποπτο. Τόσο υπερεκτιμημένο και πολλαπλώς εθνικά πληρωμένο. Όχι μόνο ταξικό μίσος, λοιπόν, σύντροφοι. Καιρός και για λίγη, έστω, ταξική αγάπη!

Λίγες μέρες πριν, την Μ. Τετάρτη, ακούσαμε το τροπάριο του Ιούδα, την συγκλονιστική, δηλαδή, μεταφορά της προδοσίας ατίμητου:
 "Μισών εφίλει και φιλών επώλει". Πόσοι άλλοι, φευ, και πόσες άλλες δεν έχουν κάνει το ίδιο. Ήτοι, μισούσαν φιλώντας μας και φιλούσαν πουλώντας. Εγώ, πάλι, σας εύχομαι, τουλάχιστον, να μη προδώσουμε εμείς οι ίδιοι τους ανυποψίαστους πάλι εαυτούς μας.
(Μισών, φιλών...Μού λείπεις περισπωμένη!)


Φωτό: Πρωτομαγιά με τον απίστευτο φίλο μου ΠαναγιώτηΤανιμανίδη! Για τον οποίο δεν θα πω πολλά πάρα μόνο ότι παραμένει ανεξάντλητος κι ακούραστος. Κι ότι είναι βασικός χορηγός του Αναρχικού Μουσείου εν Αμονίω. Πίσω μας είναι η μικρή λίμνη, στο σπίτι του Claude Monet, στο Ziverny. Δεν με πιστεύετε; Όσο για τα νούφαρα, βρίσκονται στον πίνακα του αείμνηστου Θόδωρου Πανταλέων και την αφίσα του Πικάσο πίσω του. Η φωτογραφία τραβήχτηκε μόλις πέρσι στο ατελιέ του, στα Βριλήσσια κι απαθανάτισε σαράντα χρόνια αδιατάρακτης φιλίας.

ΥΓ. Η δική μου άχραντη αριστερά τουλάχιστον προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να εξορκίσει τον αφόρητο μικροαστισμό της καθημερινότητας και να ονειρευτεί έναν κόσμο πιο δίκαιο. Όπου η τέχνη θα πρωταγωνιστεί όχι μόνο σαν δικαίωμα αλλά κυρίως ως υπαρξιακή ανάγκη.