Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ελληνικής Γλυπτικής Εγκώμιον!


 
Πόσο "ελληνική" είναι η ελληνική γλυπτική;

(Στον Θανάση Μουτσόπουλο, πάλι)

Η καθετότητα στα αγάλματα είναι η απτή έκφραση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη γη.
Αλόις Ριγκλ 

Γλυπτική είναι αυτό το πράγμα στο οποίο σκουντουφλάμε όταν οπισθοβατούμε για να δούμε καλύτερα έναν πίνακα.
Μπάρνετ Νιούμαν 

Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που μπορεί και φωτίζει...
Πάλι δύο λόγια για την γλυπτική τώρα. Για την πιο υποβαθμισμένη - ελπίζω σ' αυτό τουλάχιστον να συμφωνήσουμε - αλλά και διωκόμενη τέχνη. Ο Μπλανσό έγραφε ότι βλέπω - αντίθετα από το κοιτάζω - σημαίνει πάνω από όλα αγγίζω με το βλέμμα. Θα συμπλήρωνα "χαϊδεύω". Ευχαριστώ όθεν θερμά τους συναδέλφους καθηγητές Δημήτρη Σεβαστάκη και Νίκο Τρανό για την σπουδαία συμβολή και το βλέμμα τους τους στην χθεσινή ξενάγηση - συζήτηση στη γκαλερί Σιαντή και την έκθεση - αφιέρωμα των 18 νεότερων γλυπτών στον Θόδωρο Παπαγιάννη και το Α Εργαστήριο Γλυπτικής στην ΑΣΚΤ. Τίτλος "Γλυπτικής Εγκώμιον"...(Εγώ πρόσθεσα και το "Ρέκβιεμ" μ' ένα ερωτηματικό). Ο αγαπητός συνάδελφος Θανάσης Μουτσόπουλος ήταν ωσεί παρών. Όπως άλλωστε και οι προβληματισμοί του. Λόγου χάρη το αν δικαιούμαστε να μιλάμε για μιαν ελληνική γλυπτική. Κι ακόμη πιο μαξιμαλιστικά για την πιο ελληνική τέχνη. Ή, μήπως έτσι πέφτουμε στο σφάλμα της σωβινιστικής ιδεοληψίας. Με άλλα λόγια μπορεί ν' αναφερθεί κανείς στη διαχρονική συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας ή αναπαράγει εκείνο το τοτέμ που λάτρεψε σαν θρησκεία η γενιά του '30, η λεγόμενη και ελληνολατρική; (Ο Δημήτρης Σεβαστάκης αναφέρθηκε σχετικά σε θρησκευτικότητα και εκσυγχρονισμό. Τοποθετώντας τον Παπαγιάννη στον δεύτερο). 


Ανδρέας Λόλης, Γάντια, μαύρο μάρμαρο!

Γράφει πιο συγκεκριμένα ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ Θανάσης Μουτσόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του "Εγώ το έκανα πρώτα -  Αντιγραφή, αναπαραγωγή, μετατροπή και η έκλειψη του νοήματος" από τις εκδόσεις Πλέθρον - θεωρία τέχνης: 
"Πρόσφατα ένας πολύ γνωστός ιστορικός τέχνης στη χώρα μας (εμένα εννοεί!) δήλωνε ότι η γλυπτική είναι η κατεξοχήν ελληνική τέχνη. Ακούστηκε ωραίο, έτσι;  Όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοούσε: Έχουμε πολύ σπουδαίους γλύπτες στην αρχαιότητα (η ζωγραφική της εποχής έτσι κι αλλιώς δεν σώθηκε) και άρα και οι σύγχρονοι γλύπτες, οι οποίοι μοιάζουν πολύ με τους αρχαίους, μπολιάζονται από τη σπουδαιότητα των πρώτων. Τέτοια σχόλια τα λατρεύει η πατριωτική πλειοψηφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι όμως πρόκειται για μίαν απίστευτη διαστρέβλωση: Επί1600 χρόνια δεν παρήχθη καμία γλυπτική σ' αυτή τη γεωγραφική επικράτεια πέρα από τα τέμπλα των εκκλησιών..." (σελ. 31). 

Λουκάς Λουκίδης και Νίκος Τρανός 
Καταρχήν ας συμφωνήσουμε πως ό,τι φτιάχνεται στην Ελλάδα αυτόχρημα είναι και ελληνικό: Από σπίρτα ή τσίπουρα έως γλυπτά και τραγούδια. Όπως ανάλογα συμβαίνει με τα σπίρτα ή τα γλυπτά που παράγονται στις ΗΠΑ, την Ιταλία, το Λάος,  το Βιετνάμ κ.ο.κ. Και τώρα το ζωτικό ερώτημα: Μπορεί να έχει η σύγχρονη γλυπτική μας σχέση, έστω και μέσα από χάσματα ή ρωγμές - με την αρχαία; Ναι, απαντώ ανενδοίαστα, στο μέτρο που όλη η ευρωπαϊκή γλυπτική από την οικογένεια Πιζάνο της υστερογοτθικής τέχνης έως τον Ροντέν, τον Μαγιόλ, την Χέπγουορθ ή τον Νογκούτσι - αυτός επιπλέον είναι και Ιαπωνοαμερικανός! - αναφέρονται άμεσα στα αρχαιοελληνικά τους πρότυπα. Εμείς, έστω και σαν μακρινοί συγγενείς, δεν το δικαιούμαστε; Παρότι επιπλέον θεωρητικοί του μεγέθους του Αντρέ Μαλρώ, του Μισέλ Σεφόρ ή του Χέρμπερτ Ρηντ συνηγορούν υπέρ;  

Πιο συγκεκριμένα, όταν γράφει ο Χέρμπερτ Ρηντ μίαν ιστορία της μοντέρνας ζωγραφικής ή γλυπτικής, βλέπεις την άποψη ενός Βρετανού διανοούμενου. Όμοια και όταν γράφει ο Μισέλ Σεφόρ ή ο Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ βλέπεις, παρά τον διεθνισμό τους, τη ματιά του Γάλλου και του Αμερικανού. Αντιλαμβάνεσαι τη βούληση για υπεροχή της "εθνικής" τους σχολής. Επειδή δεν υπάρχει ιστορία που να μην είναι ιδεολογικοποιημένη. Εκούσια ή ακούσια. Κι επειδή κάθε εξιστόρηση ως αφήγηση είναι κατασκευή και μυθοπλασία. Πάνω από όλα. Μόνο εμείς προσέχουμε να είμαστε politically correct. Με την πιο αφελή έννοια. Έτσι, στα βιβλία του Ρηντ και του Σεφόρ, έστω και ως δεύτερα ονόματα, παίζουν οι περιπτώσεις του Γιόχαν Αβραμίδη, του Γεράσιμου Σκλάβου, του Κώστα Κουλεντιανού, του  Μάικ Λεκάκη - μόνου γλύπτη ανάμεσα στους τρομερούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους της Σχολής της Ν. Υόρκης - αλλά όχι και στην ιστορία της δυτικής γλυπτικής που πρόσφατα έγραψε ένας σπουδαίος συνάδελφος. (Αναφέρει πάντως την Χρύσα και τον Φιλόλαο). Και βέβαια και αυτός και ο Μουτσόπουλος δεν τολμούν να προτείνουν τον Χαλεπά - τον τόσο αδικημένο και ακατάταχτο - ή τον Χρήστο Καπράλο ως μεγάλα, ευρωπαϊκά μεγέθη του ΧΧ αιώνα. Επειδή μάλλον δεν αναφέρονται στην διεθνή βιβλιογραφία. Εγώ πάλι το κάνω. Επειδή είμαι κακός επιστήμων. Ή, γιατί αυτή θεωρώ ότι είναι η ευθύνη μου ως Έλληνα ιστορικού και κριτικού τέχνης. Ειδικά για τον "αθώο" Χαλεπά που μοιάζει μαγικά ν' αναβιώνει τον Τραγικό Μύθο χωρίς κανένα γραφικό φτιασίδωμα. (Δες το βιβλίο μου "Βαν Γκογκ Χαλεπάς - Ιδιοφυία και Τρέλα". Όπως συμβαίνει για παράδειγμα και στο θέατρο του Τερζόπουλου - ειδικά όταν το σκηνογραφεί ο Κουνέλλης - αλλά και στον "Θίασο" του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή στο "Προς Ελευσίνα" του Παύλου Μάτεσι. Δικά μας πράγματα και συγχρόνως παγκόσμια. (Να ένα στοίχημα που αδυνατούν να υπηρετήσουν οι καημένοι οι πολιτικοί μας). 

Κώστας Κουλεντιανός

Πόση λοιπόν αισθητική υποτέλεια, πόσος λυπηρός αρχοντοχωριατισμός κρύβεται στη στάση αυτή; Και κάτι πολύ ενδεικτικό: Δεν είναι ντροπή που το ΕΜΣΤ δεν εκθέτει έναν Σκλάβο, έναν Φιλόλαο, έναν Λεκάκη ή έναν Τάκι; Για να μην αναφέρω τον Χαλεπά ή τον Καπράλο. (Το ίδιο ισχύει και για τις πολύφερνες ιδιωτικές συλλογές ή τα ιδρύματα τέχνης. Ό τι ελληνικό είναι σιωπηρά απορριπτέο). Όπου εκτίθενται ασήμαντα έργα από τον μεταμοντέρνο χυλό ή την politically correct προπαγάνδα αλλά όχι κι η ελληνική σχολή (που όμως διαθέτει κάποιους διεθνείς εκπρόσωπους). Επαναλαμβάνω ότι ο "πάπας" Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, ο κομμουνιστής Αργκάν υπερασπίζονται, παρά τον διεθνιστικό μοντερνισμό τους, ο ένας την υπεροχή της αμερικανικής και ο άλλος της ιταλικής τέχνης. Γερμανοί, Ισπανοί, Γάλλοι διατηρούν τα εθνικά τους ονόματα αλλά εμάς η αποικιοκρατική νοοτροπία των διαφωτιστών μας "συμμάχων" επέβαλαν το πολύ πονηρό "Νεοέλληνες". Και βέβαια είναι εθνικισμός να το καταγγείλεις και επιστημονική αντικειμενικότητα να υιοθετήσεις ως επίσημη, εθνική θέση την ανθελληνική προπαγάνδα. Κάτι σαν την ύπαρξη αυτοφυούς, μακεδονικής γλώσσας που την αναγνώρισαν οι προοδευτικοί πολιτικοί και οι επιστημονικοί φωστήρες μας. Επειδή αυτό συνέφερε στους στόχους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Αλλά για την ελληνική γλυπτική ούτε λόγος! 
Και κάτι τελευταίο: Κάθε ιστορία όσο αντικειμενική ή επιστημονική κι αν διατείνεται πως είναι - παραμένει ένα αφήγημα. Δηλαδή μία κατασκευή. Και αναφέρεται έμμεσα ή άμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία. Έστω και όταν την κριτικάρει. Πολλώ μάλλον η ιστορία της τέχνης στην οποία παρεισφρέουν ποικίλα, αλλότρια στοιχεία, προσωπικά γούστα, αισθητικές επιρροές ή η γενικότερη, κοινωνικοπολιτική δυναμική αλλά και η κριτική πρόθεση του συγγραφέα. Πράγμα που θα ΠΕΙ ότι υπερασπίζεσαι την ιδιαιτερότητα της τέχνης σου ως ταυτότητα και ιθαγένεια κι αυτό συνιστά μείζονα, επιστημονική προσφορά. Αλλιώς οι άλλες κυρίαρχες κουλτούρες με το πολιτικό τους πρόταγμα αλλά και την αφομοιωτική τους δύναμη θα σε καταπιούν.

Θόδωρος Παπαγιάννης 

Πολύ πρόσφατα ο καθόλου "πατριώτης" Κώστας Κουτσουρέλης έγραφε:
"Είτε πρόκειται για δανεικά κεφάλαια, είτε για γλωσσικά δάνεια, είτε για ξενόφερτες συνήθειες και ήθη, ο δανεισμός μεταξύ ατόμων ή πολιτισμών συνδέεται με πολύ απτές και συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Πολύ σπανίως η σχέση δανειστή και δανειζόμενου γίνεται επί ίσοις όροις, αντιθέτως αντικατοπτρίζει σχέσεις και αξιώσεις ισχύος...Εν ολίγοις, οι ηττημένοι πολιτισμοί δανείζονται μέχρις ότου απορροφηθούν, μέχρις ότου απεκδυθούν εντελώς την ταυτότητά τους. Υιοθετούν αναγκαία την αυτοκατανόηση των δανειστών τους και σπεύδουν να παρουσιάσουν τον παρασιτισμό τους ως πολιτικά ουδέτερη ή και επωφελή διεργασία. Οι άρχουσες τάξεις μάλιστα ταυτίζονται τόσο με τους δανειστές τους, ώστε αποξενώνονται από τον λαό σε τέτοιον βαθμό ώστε, υπόρρητα, φτάνουν στο σημείο να τον απεχθάνονται. Ακριβώς η παρουσία του τούς θυμίζει τον παρασιτισμό τους, το γεγονός ότι είναι τρεχέδειπνοι σε ξένα συμπόσια. Οι ελληνικές ελίτ σήμερα είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Είτε ευρωπαΐζουν, είτε αμερικανοφέρνουν, είναι διπλά συμπλεγματικές. Προς τα έξω, επειδή οι εκεί ισχυροί τις αντιμετωπίζουν ως αυτό που είναι: ως κακομοίρηδες επαρχιώτες που αν αξιώθηκαν να πατήσουν το πόδι τους σ' ένα σπουδαίο ξένο πανεπιστήμιο ή σε κάνα ονομαστό μουσείο, λ.χ., είναι επειδή φρόντισε το σόι τους να κάνει μια δωρεά. Και προς τα έσω, επειδή καθετί το ελληνικό που έχει περισωθεί από το μένος τους τούς υπενθυμίζει διαρκώς πόσο κενοί και κίβδηλοι είναι".



Πρόσφατα φωτογράφισα ένα ανάγλυφο του Δ αι. π.Χ στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα χονδροειδές, επιτύμβιο που μιμείται τα περίτεχνα του Κεραμεικού. Το φιλοτέχνησε ένας απλός μαρμαράς που όμως μετείχε τότε της κοινής αισθητικής. Δεξιά ο γέρο πατέρας θρηνεί τον νεκρό γιο του, τον Αγήνορα. Το όνομα του είναι χαραγμένο ανάποδα στ' αριστερά. Αργότερα στον ίδιο τάφο θάφτηκε κι ο πατέρας. Το όνομα του είναι χαραγμένο στο κέντρο της σύνθεσης: Αγλωνίκης! Απλοϊκά. 
Αυτή η παράδοση, αυτή η καθόλου μεταφυσική σχέση με το υλικό, το μάρμαρο, επιβιώνει και στους ανακτορικούς χρόνους και στην εποχή του Βυζαντίου. Δείτε τα κιονόκρανα και τις παραστάδες στους σύνθετους, τετρακιόνιους ναούς της παλαιολόγειας αναγέννησης. 

Ως τα λιθανάγλυφα της τουρκοκρατίας. Στο Πήλιο και τις Κυκλάδες. Στα ξυλόγλυπτα του Άθω και των Μετεώρων ή στις κρήνες και τα υπέρθυρα της Πάρου και της Τήνου. Όμοια όπως συμβαίνει από τους αρχαίους τάφους της Ιερισσού, 400 π.Χ ως τα μαρμαράδικα του Πρώτου Νεκροταφείου της Αθήνας του ΙΘ αι. Η γλυπτική ουδέποτε σταμάτησε να ασκείται σε αυτή τη γη. Ουδέποτε απέλιπε η μαστοριά. Παράγοντας αισθητικά όσο και χρηστικά αντικείμενα. Λόγω μαρμάρου και λόγω ανάγκης. Με άλλη, βέβαια, νοηματοδότηση και λειτουργία. Επίσης η τορευτική, η χαλκοτεχνία και η μικρογλυπτική - π.χ το κόσμημα - ήταν δημοφιλή σ' όλο τον ελληνικό μεσαίωνα. Άλλο ένα ρομαντικό λάθος που διαπράττει ο αθεράπευτα ρομαντικός φίλος μου Θανάσης Μουτσόπουλος: Όταν μιλάμε για συνέχεια, δεν εννοούμε ότι ο Χ σύγχρονος γλύπτης είναι καλά και σώνει ένας νέος Φειδίας αλλά ότι απλώς μετέχει της κοινής, πλαστικής παράδοσης. Έστω και ως έσχατος. Τίποτα το μεταφυσικό σε αυτό. Αφού και το ίδιο το αρχέγονο, ελληνικό τοπίο με τους όγκους που αναδύονται ραδινοί από τη θάλασσα -  τα νησιά και τα ακρωτήρια - ή με τις χορευτικές καμπύλες των βουνών κάτω από ένα αμείλικτο φως που δεν αφήνει τίποτε στη σκιά, αποτελεί ένα τεράστιο μάθημα γλυπτικής. (Περισσότερα στο βιβλίο μου "Το Χρονικό της Ελληνικής Γλυπτικής", εκδόσεις Φιλιππότη).


Στο ίδιο μουσείο φωτογραφίζω ένα γλυπτό από πηλό ύψους ελάχιστων πόντων από την Θεόπετρα - μια σπηλιά των Τρικάλων - που αποδίδει, ήδη από την Νεολιθική εποχή, την ιερότητα της Μητρότητας - Θηλύτητας. Εν προκειμένω έχουμε την απαρχή της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Προσθέτω και τις περίφημες Ενκαντάδας - τα ανάγλυφα από την εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης που όταν τις έκλεβε ο Γάλλος Έλγιν το 1864 χριστιανοί, μουσουλμάνοι κι Εβραίοι είχαν βγεί στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Όπως ανάλογα οι Μήλιοι όταν Γάλλοι ναύτες έκλεψαν την Αφροδίτη, πρόβαλαν αντίσταση. Εις μάτην βέβαια. Σήμερα και αυτό το γλυπτό κι οι ημίπεσσοι της Θεσσαλονίκης εκτίθενται στο Λούβρο. Ενώ στο προαύλιο του Μουσείου έχουμε τ' ακριβή αντίγραφα. Σαν ελεημοσύνη.

 Στο ίδιο μοτίβο, ως προς τη συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας, παραθέτω το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη:
"...Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρον, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων, χίλια τάλαρα γύρευαν.  Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: “Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας".

Η αισθητική τους κόντρα στο μέτρο 

ΥΓ. Από την άλλη σκεφτείτε: Δάκης και Δέστε, Δασκαλόπουλος και Νέον, Ίδρυμα Ωνάση και... ό τι λάχει. Καλύβας και Ίδρυμα Νιάρχος σε συνδυασμό με Ζουμπουλάκη και Εθνική Βιβλιοθήκη. Τον Ζουμπουλάκη ούτε κι οι δικαστικές καταδίκες δεν πτοούν. Όλοι αυτοί ντρέπονται για τον τόπο και την ιδιαιτερότητα του. Τον διαχρονικό πολιτισμό μας. Τον οποίο οφείλουμε να στηρίζουμε ακόμη και ως ιδεολόγημα! Αφού... καλύτερα ιδεοληπτικός παρά κουβαλητής ξένων οψωνίων ("Μεγαλείων οψώνια" έγραψε ο Παπαδιαμάντης). Όμως το Σύστημα είναι ανίκητο. Ό, τι κι αν λέμε. Σαν την ηλιθιότητα. 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Μιλάτε σιγά! Η πατρίδα επωλήθη

Σιγά! Η πατρίδα επωλήθη...



Αφιερωμένο στους φιλότεχνους που ταξιδεύουν στο Ντουμπάι για τον Ρέμο 

Ας μιλήσουμε λίγο θεωρητικά στην αρχή για να περάσουμε ύστερα στον τρόμο των πρακτικών: Η καθετότητα αποτελεί βασικό στοιχείο αναδείξης του ύψους ως κομψής ανάτασης και έντασης μέσα στον τρισδιάστατο χώρο. Ιδιαίτερα τον δομημένο. Στην κλασική Αθήνα τέλειο ήταν εκείνο το κτίσμα που αρμονικά συνδύαζε την γλυπτική με την αρχιτεκτονική και τους κάθετους με τους οριζόντιους άξονες σ' ένα αδιαίρετο σύνολο. Η καθετότητα υπό όρους έχει αναγνωρίσιμα, αισθητικά χαρακτηριστικά.

 Δείτε την τολμηρή στήλη του Γιώργου Ζογγολόπουλου εμπρός από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης από το μακρινό '60. Χωροθετεί και ορίζει άξονες για τον ιστό της πόλης, σηματοδοτεί τον δημόσιο χώρο. Στον αντίποδα ο μικρός "Άγγελος" του Γιάννη Παππά είναι τόσος όσος χρειάζεται ώστε να δραματοποιηθεί το χωρικό περιβάλλον που ορίζει. Η καθετότητα και στα δύο παραδείγματα επιβάλλεται χωρίς βία αλλά με έναν ρυθμό σχεδόν χορευτικό. Ως Πίνα Μπάους στην περίπτωση του Ζογγολόπουλου και ως Μαριούς Πετιπά στον Παππά. 

Ο μπετονένιος καυλός* στον Άγιο Κοσμά - εκεί που υπήρχε η ήπια δόμηση των αθλητικών εγκαταστάσεων μέσα σε πυκνό πράσινο - δεν αυθαδιάζει απλώς με τον νεοπλουτίστικο, χυδαίο όγκο του στον Ιερό Βράχο ή τον μενεξεδί Υμηττό αλλά δίνει το στίγμα της αγοραίας αισθητικής που κυριαρχεί - με αποκορύφωμα τα μνημόνια - στον τόπο. Οι Βρυξέλλες, το ΔΝΤ, ο Τσίπρας, ο Άδωνις, η Μενδώνη, το ΚΑΣ, η προσχηματική λειτουργία της δημοκρατίας είναι οι φυσικοί αυτουργοί αυτού του εγκλήματος που θα μας στιγματίσει όλο τον εικοστό πρώτο αιώνα. Η Ελλάδα στα χέρια των πιο αδίστακτων κομραδόρων και των διαχρονικά δοσίλογων. Ο καυλός είναι ακόμη πιο αποκρουστικός από το παραλιακό μέτωπο καθώς επισημοποιεί τη θάλασσα του τσιμέντου που έχει κατακλύσει το λεκανοπέδιο, από την Πάρνηθα ως την Πεντέλη και τον Υμηττό. Εδώ και μισόν αιώνα. Την άθλια αρχή την έκανε η Χούντα, το ολοκληρωτικό όμως χτύπημα το έδωσε η δημοκρατία. Από την αντιπαροχή του '60 και το ξεπάτωμα κάθε ιστορικού κτίσματος το '70 ως τον ΓΟΚ των οκταόροφων (!) πολυκατοικιών στην Πειραϊκή και το Παλαιό Φάληρο με υπογραφή Λαλιώτη το '80. Ώστε να γεμίσει όλη η Αττική με τις χιλιάδες ανώνυμες κατασκευές της αρπαχτής, της μη αρχιτεκτονικής. Οι εργολάβοι έπιασαν δουλειά από την Κυψέλη και το Αιγάλεω ως τα πρανή των γύρω βουνών. Ό,τι δηλαδή καίγεται μεθοδικά κάθε καλοκαίρι για να γίνει μπετόν τον άλλο χειμώνα. Το πρόσφατο τσιμέντο στην Ακρόπολη σαν το σύμβολο μιας συλλογικής ήττας τώρα δικαιώνεται. Τα σπίτια του λαού, οι βίλες και τα ακριβά διαμερίσματα με θέα τώρα αποκτούν την κορωνίδα τους. 
Ο καυλός της παραλιακής είναι η αποθέωση του εγωκεντρισμού απέναντι στο σύνολο. Η απόλαυση του ενός απέναντι στην κοινωνία και τα συμφέροντα της, τη φύση και την αισθητική της, την ιστορία και τα ίχνη της στον τόπο. Οι πλούσιοι - απαραίτητη προϋπόθεση - ένοικοι του "Πύργου της Κολάσεως" θα έχουν το προνόμιο της εξαιρετικής θέας όλου του Αργοσαρωνικού και του Λεκανοπεδίου. Αυτοί μόνο. Και επιπλέον ένα αίσθημα υπεροχής. Ότι είναι οι από πάνω, οι υπέροχοι, οι διαφορετικοί. Οι κύριοι "γαμάω" και το δείχνω. Με άλλα λόγια το γνωστό "Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε;" τώρα και με όρους αρχιτεκτονικού φασισμού.


Όλη η Ελλάδα ένα απέραντο Airbnb με την άδεια του κράτους ενώ την ίδια στιγμή το πρόβλημα της στέγης είναι οξύτατο για το ένα τρίτο του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι θα βολεύουν στην αθηναϊκή Ριβιέρα που εξελίσσεται σε παραθαλάσσιο Παγκράτι (με απίστευτα όμως μεγαλύτερο, κυκλοφοριακό αδιέξοδο). Όσοι χρησιμοποιούν την Ποσειδώνος ήδη το γνωρίζουν πολύ καλά. Πρώτο συμπέρασμα: Η σεμνή πατρίδα μας έχει ξεπουληθεί και τα "φιλέτα" της Αττικής έχουν γίνει πολύφερνος μεν κατιμάς δε για τις νέες ελίτ. Που διαθέτουν χρήμα αλλά όχι και γούστο ή παιδεία. Και βέβαια την αισθητική του Άδωνι, του Αλέξη και του Κυριάκου. Και από κοντά τα διεθνή funds, τα κοράκια της γης, οι επενδυτές των τραπεζών που ξεπούλησαν ό,τι μπορούσε να πουληθεί. Οι μικροϊδιοκτήτες είδαν το τυρί αλλά όχι και τη φάκα. Μετέτρεψαν τα κλειστά τους διαμερίσματα σε Airbnb και τώρα απολαμβάνουν την κατάληψη του κέντρου και των περιχώρων από τα στίφη των τουριστών. Με ό,τι σημαίνει αυτό και βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Δηλαδή τουριστική μονοκαλλιέργεια και ουδεμία εξαγωγή. Τελικό συμπέρασμα: Μαζί τα καταστρέψαμε. Όλοι μας. Η εξουσία του κομματισμού και της ευκολίας μαζί με τον λαό της αρπαχτής και του ανίδρωτου, του αντιπαραγωγικού πλουτισμού. Του λαού, όλων ημών δηλαδή, που χαζεύει αποχαυνωμένος σαν να βλέπει ριάλιτι, τον τόπο του να βουλιάζει. Χωρίς όραμα, χωρίς κεντρική ιδέα, χωρίς ηγεσία. Η ύβρις του Αγίου Κοσμά είναι η εκδίκηση - σαν ταφόπλακα - εκείνης της Ιστορίας που επικαλούμαστε μεν αλλά ούτε γνωρίζουμε στ' αλήθεια, ούτε τιμούμε. Μια επανάσταση θα έπρεπε να γίνει στη χώρα. Κι αυτή δεν μπορεί παρά να είναι πολιτιστική. Ποιός όμως είναι ο άξιος;

ΥΓ. Θυμάμαι τον δάσκαλο μου, τον αείμνηστο ακαδημαϊκό Σπύρο Ιακωβίδη ο οποίος είχε ανασκάψει υποδειγματικά το πρωτοελλαδικό νεκροταφείο του Αγίου Κοσμά. Το άλλο, ανάλογο είναι στο Τσέπι Μαραθώνα. Κάποτε υπήρχαν και αρχαιολόγοι και αρχαιολογία.

*Καυλός στην αρχαιότητα ονομαζόταν ο βλαστός της συκιάς, ο οποίος μοιάζει με το ανδρικό πέος. Ο Θουκυδίδης - πάντα επίκαιρος - τον αναφέρει ως πολιορκητικό κριό (στα Πλαταϊκά).

Τα όνειρα της πόλης

Νίκος Αναγνωστόπουλος - Το λυχνάρι του Αλαντίν 


"Να ζήσει ο καθένας την όποια ζωή του
όχι σαν πιόνι αλλά ως υλικό της Ιστορίας"

Γιατί κάνουμε τέχνη;
Για να αντέξουμε μιαν καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν αφήνει διεξόδους. Γιατί να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της πεπατημένης και της προαποφασισμένης νόρμας. Τα φτερά που δεν έχουμε καλύπτει η τέχνη. Κάθε μορφής. Αλλά και κάθε μορφή τέχνης συγκροτεί μιαν ιδιαίτερη γλώσσα επικοινωνίας. Από την εικόνα ως τον λόγο και από τον μουσικό ήχο ως την χορευτική κίνηση. Όλα - μπορεί να - είναι τέχνη αρκεί να οδηγούν και τον πομπό και τον δέκτη τους σ' εκείνη την ψυχοδιανοητική κατάσταση που ονομάζουμε αισθητική μέθεξη και ηδονή. 
Τί είναι έργο τέχνης;
Νομίζω πως είναι εκείνο το ιδιότυπο δημιούργημα που γεννιέται απρόοπτα, σαν μιαν αιφνίδια θύελλα ή έναν κεραυνό εν αιθρία την στιγμή ακριβώς που το συνειδητό επιτρέπει στο ασυνείδητο ν' αποκαλύψει τους θησαυρούς αλλά και τα φαντάσματα του και να εκφραστεί. Δηλαδή έργο τέχνης είναι εκείνη η πολύτιμη όσο και επισφαλής ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, την τεχνική επεξεργασία και το παιχνίδισμα της φαντασίας, την προσήλωση σε μια ιδέα και την απόρριψη ταυτόχρονα κάθε εγκεφαλικής εμμονής. Ακόμη και σε καλλιτεχνικές εκφράσεις τόσο συνθέτες όσο ας πούμε είναι ο κινηματογράφος ή η όπερα, οι παράγοντες έμπνευση, αυτοσχεδιασμός ή και τύχη βαδίζουν δίπλα δίπλα με την οργάνωση, τον προγραμματισμό αλλά και την σκληρή, μεθοδική εργασία. Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που φωτίζει. Όσο το σκέφτομαι αυτό θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος ορισμός του εικαστικού έργου. Μία κι αυτό έχει πάντα να κάνει με την αγωνία του φωτός να ξεπεταχτεί από το αδιαπέραστο σκοτάδι. Από την άλλη ο κάθε δημιουργός παλεύοντας με τους προσωπικούς του δαίμονες είναι υποχρεωμένος, υπερνικώντας ανασφάλειες ή αδυναμίες, να πιστέψει και να διεκδικήσει τόσο το αριστούργημα όσο και το μαγικό λυχνάρι. Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας που θα έλεγε κι ο Γιώργος Θεοτοκάς. Όλοι οι άλλοι εκεί έξω, οι τεχνοκράτες κι οι προσγειωμένοι, ας δηλώνουν υπεροπτικά άπιστοι. Ο καλλιτέχνης - οφείλει να - είναι ταπεινά πιστός. Αυτός είναι ο Γολγοθάς, αυτή κι η ανάσταση του.
Τις ανωτέρω σκέψεις μού προκάλεσε το περιδιάβασμα στα πολύχορδα και σύνθετα έργα του εικαστικού δημιουργού Νίκου Αναγνωστόπουλου τα οποία δείχνει σε τρεις στοχαστικές ενότητες στην παρούσα έκθεση της Δημοτικής Πινακοθήκης Κυκλάδων. Γνωρίζω τον Αναγνωστόπουλο και από τα οξυδερκή όσο και πολύ προσωπικά του κείμενα όσο και από τις εικονογραφικές του προτάσεις στις οποίες η φωτογραφία, το κολάζ και οι ζωγραφικές παρεμβάσεις δημιουργούν υποβλητικά, συχνά ασπρόμαυρα, σύνολα στα οποία συνυπάρχουν η νοσταλγία και η ποιητική, θεατρική αίσθηση. Κοιτάζοντας τα πράγματα λίγο έκκεντρα, λίγο λοξά, χαμηλώνοντας τους φωτισμούς όπως η σουρντίνα στο πιάνο, ο Αναγνωστόπουλος έχει την ευκαιρία να διαλεχθεί με την ιστορία και να καλέσει τις αγλαές μορφές του παρελθόντος στο σήμερα και να τις επανενεργοποιήσει. Ερωτευμένος με το Αιγαίο και τον πολιτισμό του θέλει η τέχνη του να είναι διαλεκτική συνέχεια αυτού του πολιτισμού κι αυτής της παράδοσης. Και κατά την άποψη μου το καταφέρνει με αρκούντως πρωτότυπο τρόπο. 
Είναι απόλυτα ενδεικτικοί των προθέσεων του οι τίτλοι των τριών ενοτήτων που ανέφερα παραπάνω: 
Τα όνειρα της πόλης:
(Δηλαδή ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο με πολύ σοβαρά όμως αισθητικά αποτελέσματα)!
Ορίζοντες του νου:
 (Μία περιπλάνηση που καθιστά τον θεατή συμμέτοχο και συνταξιδιώτη σε μιαν ασυνήθιστη, συναισθηματική - αισθητική διαφυγή). 
Μετά ειδώλια - Κυκλάδες:
 (Το εμμονικό - εννοιολογικό θέμα του δημιουργού στο οποίο σταθερά επανέρχεται και με το οποίο ενώνει την αγάπη του για την Σύρο, μια πόλη - σύμβολο του αναδυόμενου νεότερου Ελληνισμού με την διαχρονική τέχνη των Κυκλάδων, τέχνη η οποία αποτελεί τον πρώτο μοντερνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο). 


Νομίζω ότι έστω και με τα λίγα αυτά λόγια οι ευαισθητοποιημένοι επισκέπτες θα ψυχανεμισθούν πως κάτι αλλοιώτικο συμβαίνει εδώ. Τα έργα, σας διαβεβαιώνω, αιχμαλωτίζουν με την πρώτη ματιά αλλά διεκδικούν τον χρόνο τους για να αποκαλύψουν κάποια από τα μυστικά τους. Διεκδικούν τον χρόνο σας δηλαδή! Είπαμε: Το λυχνάρι του Αλαντίν δεν παραδίδεται εύκολα. Όμως αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Τα σημαντικά έργα αντιστέκονται στις εύκολες και τις μονοσήμαντες αναγνώσεις απαιτώντας κι ένα δεύτερο βλέμμα. Πιο εσωτερικό. Αυτό είναι κι η άμυνα τους...

ΥΓ. Η ζωγραφική γεννήθηκε από τη ντροπή του κενού. Η μουσική από τον φόβο της σιωπής. Ενώ η ποίηση δημιουργήθηκε από την αγωνία των λέξεων να γίνουν εικόνες. Νομίζω ότι ο Αναγνωστόπουλος γνωρίζει καλά αυτή τη διαδικασία. 
Κατά τα λοιπά κι εγώ αντιμετωπίζω τόσο την φωτογραφία όσο και τον κινηματογράφο ως συνέχειες της ζωγραφικής. Ως προεκτάσεις αυτής της αρχέγονης, ανεξάντλητης, πάρα τις κασσάνδρες, μήτρας των εικόνων και τον αέναο όσο και πεισματικό διάλογο, τα δάνεια ή τα αντιδάνεια, ανάμεσα στην κινούμενη μορφή και την στατική. Αφού τα πάντα εκκινούν από μία λευκή επιφάνεια, από μίαν οθόνη, ένα άσπρο χαρτί, ένα κάδρο, ένα πλάνο. Κι αφού όλα είναι στην αρχή ασπρόμαυρα κι ασπρόμαυρα γίνονται και στο τέλος. Απ' την άλλη η ζωγραφική - γραφική - γραφή είναι τόσο αρχαία όσο και το προπατορικό αμάρτημα και είναι το ευνοημένο (ευλογημένο) μέσον δια του οποίου ο λόγος γίνεται σάρκα. Και που το φως γεννιέται από τη σκιά όπως ακριβώς το ορατό από το αόρατο. Ποτέ αντίθετα. Συνεχώς.


Μ. Πέμπτη 2026
Μάνος Στεφανίδης 

(Αύριο, Κυριακή, 24/5, στις 12 το μεσημέρι θα ξεναγήσω στην έκθεση)

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Γλυπτικής Εγκώμιον ή Ρέκβιεμ;

 

Το Α Εργαστήριο γλυπτικής της ΑΣΚΤ - 18 γλύπτες τιμούν τον Θόδωρο Παπαγιάννη - σε επιμέλεια του Μάνου Στεφανίδη

(Στην γκαλερί Σιαντή - Εγκαίνια, Παρασκευή, 15 Μαΐου, 7.30 μ.μ)

Το έργο τέχνης είναι a priori αγαπητικό πράγμα. Ακόμη κι όταν δεν μας (σας) αρέσει. Ακόμα περισσότερο όταν ενοχλεί. Όταν ξεβολεύει τον θεατή από τις εύκολες προκαταλήψεις του. Όταν του θυμίζει πράγματα που θα ήθελε να ξεχάσει. Όταν φέρνει εμπρός στα μάτια του εικόνες που φοβάται να δεί. Ή, ακόμη χειρότερα, εικόνες που θέλει να ξεχάσει. Γιατί ακριβώς τότε το έργο τέχνης έχει επιτελέσει - και μάλιστα επιτυχώς - την πιο ουσιαστική αποστολή του. Την αμφισβήτηση εκείνης της παγερής, αισθητικής ομοιομορφίας που επιβάλλεται άνωθεν.
Θα γίνω πιο συγκεκριμένος μέσα από ένα ιστορικό παράδειγμα: Difesa della natura λεγόταν η οικολογική - αισθητική "εκστρατεία" - παρέμβαση που ξεκίνησε ο μύθος του μοντερνισμού J. Beuys από το 1980 ως τον θάνατο του στο πλαίσιο της κοινωνικής γλυπτικής που από νέος ευαγγελιζόταν. Μια έκφραση - διαμαρτυρία για την υπεράσπιση της φύσης που χειμάζεται από τον ανθρώπινο φασισμό και για μια τέχνη που δεν θέλει να γίνει παρακολούθημα ή διακόσμηση της αστικής πλήξης αλλά να λειτουργεί ως επαναστατική ανατροπή και πρωτοπορία. Ο Beuys ως γλύπτης και εννοιολογικός καλλιτέχνης με την φιλοδοξία αλλά και την οίηση ενός Michelangelo του εικοστού αιώνα, πίστευε ότι μπορούσε να ξαναπλάσει τον κόσμο. Αυτό ήταν: Ο τελευταίος ρομαντικός και ιδεαλιστής σ' έναν κόσμο ραγδαίας, υλιστικής πραγμοποίησης.
Και σήμερα; Σήμερα δεν απειλείται από την προελαύνουσα ισοπέδωση και την ραγδαία εμπορευματοποίηση μόνο η φύση αλλά και η τέχνη η ίδια και μάλιστα η πιο πολιτική και κοινωνική έκφραση της, η πιο δημόσια και δημοκρατική, η γλυπτική. Αυτή η ομαδική έκθεση γλυπτικής που περιλαμβάνει συμβολικά και δειγματοληπτικά λίγες και λίγους από τους εκατοντάδες (!) μαθητές του σπουδαίου δασκάλου Θόδωρου Παπαγιάννη και αποφοίτους του ιστορικού Α Εργαστηρίου Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας στον σχεδόν μισόν αιώνα της θητείας του εκεί, θέλει να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης. Αντίσταση απέναντι στην αποξένωση της γλυπτικής, της ιστορικής αυτής τέχνης, από το ευρύτερο κοινό - και μάλιστα στην ίδια της την κοιτίδα - αλλά στην υποβάθμιση της μέσα στο κυρίαρχο, εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μοιάζει η γλυπτική με το αισθητικό - ιδεολογικό της εύρος να μην αφορά σε μια πολιτεία που γίνεται όλο και πιο συγκεντρωτική και αντιθεσμική υπηρετώντας περισσότερο τον τύπο παρά την ουσία της Δημοκρατίας. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αλίμονο αν, αναφερόμενοι στην τέχνη και μάλιστα στη γλυπτική, να μην υποχρεωθούμε να μιλήσουμε πολιτικά. Αυτό θα ήταν αυτοκατάργηση και του δημιουργού και του δημιουργήματος του. 

Άρα με την έκθεση αυτή επαναφέρουμε στον δημόσιο διάλογο το τεράστιο ζήτημα της γλυπτικής ως δημόσιας τέχνης στην πατρίδα μας αλλά και τον κόσμο. Προσωπικά δεν ξέρω αν τίτλος αυτής της έκθεσης θα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση, το εγκώμιο ή το requiem της γλυπτικής. Δεν είναι εδώ ούτε ο τόπος, ούτε το χρόνος για να εξηγήσω αναλυτικά τι εννοώ μιλώντας και για εγκώμιο αλλά και για ρέκβιεμ. Υπάρχουν πολλά, αναλυτικά και εξειδικευμένα κείμενα, και δικά μου και άλλων, πολύ σοβαρών μελετητών, που αναλύουν το πρόβλημα της γλυπτικής σήμερα. Τις αιτίες και τα αίτια της κρίσης της.
Αυτό όμως που έχω να πω και μέσα από το έργο του δάσκαλου Θόδωρου Παπαγιάννη - για το έργο του οποίου έχω μιλήσει διεξοδικά αλλού - αλλά και των πάμπολλων μαθητών του, αναγνωρισμένων καλλιτεχνών σήμερα, είναι ότι η γλυπτική όσο κι αν αμφισβητείται άλλο τόσο και αντιστέκεται εις πείσμα όλων των εμποδίων. Θεσμικών και μη. Τα συμπόσια γλυπτικής που διοργανώνουν ο Παπαγιάννης και οι φίλοι ή οι μαθητές του εδώ και δεκαετίες σε όλη την Ελλάδα, είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της αντίστασης. Κι αυτό είναι πολύ παρήγορο. 
Ο αείμνηστος καθηγητής της ιστορίας της τέχνης Cesare Brandi, σημαντική πνευματική μορφή της Ιταλίας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό με την σπουδαία μελέτη του «Αρκάδιος ή περί γλυπτικής» (1983, εκδόσεις Νεφέλη). Στο βιβλίο αυτό τέθηκαν μισόν αιώνα πριν, τα κρίσιμα προβλήματα που επανεξετάζουμε αυτή τη στιγμή. 
Θα υπογράμιζα εδώ ότι η γλυπτική, η τέχνη γενικότερα, μερικές φορές, γίνεται η χαρούμενη έκφραση της απελπισίας, ο πιο γενναίος τρόπος να εξορκίσεις τον θάνατο ανασταίνοντας - μέσα από εικόνες και φόρμες - τους νεκρούς του. Τίποτα μακάβριο σ' αυτό. Αντιθέτως. Και τώρα; Αυτές οι σχεδόν τρεις γενιές γλυπτών που αποφοίτησαν από το Α Εργαστήριο της ΑΣΚΤ με το πολύμορφο έργο τους που καλλιεργεί κάθε δυνατή έκφανση του τρισδιάστατου αντικείμενου εν χώρω και χρόνω - ένας πρώτος ορισμός της γλυπτικής και εν μέρει της αδελφής της, της αρχιτεκτονικής - είναι ελπιδοφόρα απάντηση...

Σημ. Είναι πολύ ευτυχής η σύμπτωση της συγκεκριμένης έκθεσης με το Συμπόσιο Γλυπτικής που οργανώνει ο Δήμος Αλίμου στον λόφο Πανί την ίδια περίοδο και με επιμελητή τον υπογράφοντα. Συμμετέχουν ο Θ. Παπαγιάννης, ο Χρ. Λαζαράκης, ο Β. Βασίλη, ο Δ. Σκαλκώτος, ο Γ. Σταματόπουλος. Με συνεργάτες τον Γρηγόρη Βασιλείου, την Γεωργία Νίκα και τον Χρήστο Βαγιάτα. Και τον αρχαίο λόφο Πανί ένα ανοιχτό μουσείο εν τω γίγνεσθαι για όλους τους περιπατητές. Μία αληθινή γιορτή τέχνης με την γλυπτική, την πιο ελληνική τέχνη, πάλι στο επίκεντρο.


ΥΓ. Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά ανώφελη πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Αναγκαιότητα σχεδόν υπαρξιακή . Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι η καθημερινή ζωή μας αλλά...κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει να μεταμορφώσει την πεζή μας καθημερινότητα σε μαγεία. Είμαστε εμείς οι ίδιοι αλλά στην ιδανική εκδοχή μας. Αυτό συνιστά ό,τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

After Dark Images

Βασίλης Αντωνάκος, After Dark Images 



(Στη γκαλερί Καπόπουλος από χτες...
με black light effet)

Η ζωγραφική είναι ένα άλλο είδος πληγής που αντί για αίμα τρέχει χρώμα. Που γεννιέται στο σκοτάδι αλλά υπάρχει μόνο στο φως. Που υπερασπίζεται περισσότερο το αόρατο παρά το ορατό. Που καθιστά τέλος πολύτιμο ακόμη και το πιο ασήμαντο. Μέσα από την μαγεία τέχνης και τεχνικής. 


Ο Βασίλης Αντωνάκος είναι ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης με προσωπικό ύφος και εντελώς αντισυμβατική γραφή που μοιάζει να χλευάζει τα συνήθη, ζωγραφικά κλισέ και την "ασφάλεια" εκείνου του ακαδημαϊκού ρεαλισμού που με βαρετή ομοιομορφία διδάσκουν οι σχολές καλών τεχνών. Με αλματώδη εξέλιξη τα τελευταία δέκα χρόνια και ως προς τα εκφραστικά του μέσα και ως προς την ανανεωμένη θεματογραφία ο Αντωνάκος παρουσιάζει σήμερα στην γκαλερί Καπόπουλος δύο ενότητες εντυπωσιακών πινάκων μεγάλων διαστάσεων. Πινάκων συχνά φτιαγμένων με fluorescent χρώματα τα οποία ιριδίζουν ακόμη και στο σκοτάδι και που με την χρήση blacklight αποκτούν καινούργια πρόσωπα, άλλες χρωματικές εκδοχές. Ένα "θαύμα" δηλαδή του συνδυασμού τέχνης και τεχνολογίας.
Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα επιθετικά μεγα - πορτρέτα μοιραίων κοριτσιών εμπνευσμένων από την διαφήμιση, το σήμα κατατεθέν του Αντωνάκου, τα οποία "αιμορραγούν" στον καμβά κοιτώντας τον θεατή κατ' ευθείαν στα μάτια σαν ηρωίδες του φίλμ νουάρ. Ένα ελληνικό ανάλογο της διεθνούς Γαλλίδας ζωγράφου Françoise Nielly. Η δεύτερη, τέλος, αποτελείται από συνθέσεις με παραμορφωμένους ήρωες της Μάρβελ και των κόμικς, για παράδειγμα τον Deadpool, την Daisy, ή τον Spiderman όπου το γκροτέσκο και το θηριώδες, το παράλογο και το γελοίο, δημιουργούν συμπλέγματα άγριας ομορφιάς. Μιας ομορφιάς που απηχεί πολύ έντονα την ακραία, εκρηκτική αισθητική του σήμερα και τα οπτικά πρότυπα των παγκοσμιοποιημένων μεγαλουπόλεων. Από το Τόκιο στο Δελχί και από το Χονγκ Κονγκ στο Λος Άντζελες. Ο ζωγράφος - illustrator παρουσιάζει εδώ έναν δυστοπικό κόσμο τεράτων σαν αυτά που κινηματογράφησε ο Γιώργος Λάνθιμος στην ταινία Poor Things ή ο Κουέντιν Ταραντίνο στη σάτιρα των b movies απορρίπτοντας τα κλισέ που συναντάει κανείς στην φιλοτέχνηση των παραδοσιακών πορτραίτων. Επιλέγοντας μια φόρμα που παραπέμπει στο μετά Pop, την street art, την gothic μπραβούρα αλλά και την τόσο επιδραστική στις εικόνες της εποχής μας μυθολογία του Joker (ιδιαίτερα μετά την απογείωση της από την υπνωτιστική ερμηνεία του μοναδικού Hoakin Fenix, του απόλυτου σταρ του dark). 



Ο Βασίλης Αντωνάκος έγινε αρχικά γνωστός από τον επιθετικό - εκρηκτικό τρόπο που επιλέγει να παρουσιάσει το γυναικείο πρόσωπο σαν την δραματική έκρηξη ενός υπερμεγεθυμένου καθρέφτη που περιέχει συγχρόνως και το κάλλος που χάνεται αλλά και την πληγή που επιμένει να αιμορραγεί. Μία λαμπερή σάρκα, ένα μαγνητικό βλέμμα που βυθίζεται στο κόκκινο, το χρυσαφί και το μαύρο. Στην συνέχεια η θεματική του εμπλουτίζεται με τους πρωταγωνιστές μιας αξιοθρήνητης - αξιολάτρευτης όπερας ηρώων του σκότους που γοητεύουν και εντυπωσιάσουν...Σαρκασμός οπτικός, χρωματική παραφορά, επιθετική χρήση των ηρώων - συμβόλων που αγαπούν τα παιδιά για την αθωότητα τους και που ανελέητα διαστρέφουν οι ενήλικες, ένα σύμπαν upside down δηλαδή, και επιλογή συχνά όχι του πινέλου αλλά του μαχαιριού για φιλοτεχνηθεί τελικά η φόρμα. Κι αυτό κάτι σημαίνει. 
Ο Βασίλης Αντωνάκος δεν εμπνέεται, ούτε ανοίγει διάλογο με την εντόπια, εικαστική σκηνή αλλά μάλλον, όπως εξάλλου και ο συνομήλικος του Γιάννης Βαρελάς με την διεθνή. Και πολύ καλά κάνει. Δηλαδή με τον Philip Guston, τον George Condo αλλά και με άλλους Αμερικανούς καλλιτέχνες που δουλεύουν με την γεωγραφία του ενστίκτου και το υποσυνείδητο, όπως το δίδυμο Paul McCarthy και Mike Kelley. Μόνο που στην περίπτωση του Αντωνάκου το ανθρώπινο πρόσωπο αντιμετωπίζεται σαν ένας ολόκληρος πλανήτης αντικρουόμενων πληροφοριών ενώ πάλι το σώμα αποδίδεται σαν την καρικατούρα εκείνης της έμφοβης ψυχής που δεν αντέχει το βάρος της. Δηλαδή το γελοίο συμφύρεται με το τρομακτικό. Κατά βάθος δηλαδή στα έργα του δεν υπάρχει μόνο η ένταση της κραυγής αλλά και ο ψίθυρος μιας υπόκωφης μελαγχολίας. Αυτό δηλαδή που συνέβαινε και στους μεγάλους ρομαντικούς δασκάλους του 19ου αιώνα. Δηλαδή η επίκληση του θανάτου σαν ένα είδος εξορκισμού για εκείνη τη ζωή που δεν ποτέ δεν είναι αρκετή...

ΥΓ. Γιατί κάνουμε τέχνη; Για να αντέξουμε μια καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν επιτρέπει διεξόδους. Για να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της προαποφασισμένης νόρμας. Εκτός της πεπατημένης. Τα φτερά που δεν έχουμε, αυτό καλύπτει η τέχνη. Για όποιον αισθάνεται την έλλειψη...

Φωτό: Με τον d.j του χτεσινού πάρτι. Πίσω μου ο designer του καταλόγου Δ. Πληβούρης.

New kid in Town!


Γλυπτική, η επιστροφή της γηραιάς κυρίας 


Δεν πρόλαβε να τοποθετηθεί και έγινε ήδη ένα hotspot της πόλης. Έγινε τοπόσημο γλυπτικής στην πατρίδα της γλυπτικής. Της πιο ελληνικής τέχνης. (Κι ας ενοχλεί κάποιους αυτή μου η τοποθέτηση. Π.χ τον συνάδελφο και φίλο καθηγητή του ΕΜΠ κ. Θανάση Μουτσόπουλο. Όπως τουλάχιστον φαίνεται στο τελευταίο του βιβλίο). Αναφέρομαι βέβαια στον "Καθήμενο Γέροντα της Αλεξάνδρειας" του Πραξιτέλη Τζανουλίνου ο οποίος αξιοποίησε εμπνευσμένα και την σχετική φωτογραφία του Καβάφη αλλά και τον ανάλογα καθιστό Φερδινάνδο Πεσσόα της Λισαβόνας.

 Γιατί όμως αρέσει αυτό το άγαλμα; Επειδή έχουμε δεινοπαθήσει τόσο πολύ από την κακή, δημόσια γλυπτική. Επειδή είναι θεατρικά οικείο και επειδή έχει τοποθετηθεί από το Ίδρυμα Ωνάση στην ιδανικά ειδική θέση. Φωτιζόμενο άψογα. Και κυρίως επειδή δεν έχει βάση! Σκεφτείτε το. Η έλλειψη βάσης μπορεί να είναι καινοτομία. Δηλαδή ο Καβάφης του Τζανουλίνου δεν έχει το απαραίτητο (;) βάθρο που έχουν πάντα οι προτομές ή οι ανδριάντες. Με την ανάλογη ρητορική πόζα αλλά και την ψυχρή απόσταση. Το βάθρο αποτελεί ένα ζήτημα: Ανήκει στο γλυπτό εξ αρχής ή είναι η "εκθειαστική" προσθήκη της πόλης; Που προσθέτει στο γλυπτό ένα "κατασκευασμένο" κύρος; Ο Γέροντας της Αλεξάνδρειας πάλι είναι τόσο γειωμένος που καθίσταται αμέσως οικείος. Δεν έχει ανάγκη από προβολή. Αρκεί σ' αυτή την σοφή σκηνογραφία της ταπεινότητας. Και σε ωθεί να καθήσεις δίπλα του. Σαν ίσος προς ίσο. Ενώ κρατάει και το καπέλο σαν έτοιμος για να φύγει. Αφού πρώτα ποζάρει με τον συγκαθήμενο του για μιαν αναμνηστική πόζα. Παιχνίδι μαζί και ουσία. Γλυπτικό θέατρο! Ο ίδιος ο γλύπτης έλεγε χτες στο ραδιόφωνο ότι η βασική ιδιότητα της γλυπτικής είναι να κατεβαίνει στο χώμα. Να εκκινεί από τον πηλό και να πλάθει έναν κόσμο κυριολεκτικά από το μηδέν. Όπως και το θέατρο εξ άλλου...


Αυτά και άλλα, ανάλογα θέματα θέτουμε προς συζήτηση με την ομαδική έκθεση "Γλυπτικής Εγκώμιον" στην γκαλερί Σιαντή όπου 18 + 1 καλλιτέχνες αποτίουν φόρο τιμής στον δάσκαλο τους τον Θεόδωρο Παπαγιάννη. Από την προσεχή Παρασκευή! (Όμως επ' αυτού οφείλουμε να επανέλθουμε). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γλυπτική, αυτή η παραμελημένη αλλά και τόσο ελληνική τέχνη, καθίσταται πάλι επίκαιρη. Πρόκειται για την άμεση επιστροφή της Γηραιάς Κυρίας. (Έστω κι αν ενοχλούνται διάφορες γηραιές κυρίες στο ΥΠΠΟΑ ή αλλού).

ΥΓ. Το μεγαλοπρεπές, υπερβολικό βάθρο αλλά και το βήμα στο κενό σαρκάζει ο "Σημαιοφόρος" που τον τυφλώνει η ιδεολογία - σημαία του, το επίσης πρόσφατο "λαθραίο" γλυπτό - πρόκληση του Μπάνκσι στο Λονδίνο. Στα καθ' ημάς ο φίλος Χρήστος Αντωναρόπουλος ζωγραφίζει εδώ και πολύ καιρό σημαιοφόρους με τις παντιέρες τους όμως σαν ασπίδες ή και σαβάνα. Μέσα πάμε καλά...


Προβολή αναφερόμενου κειμένου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Πρωτομαγιά 2026!

Μαγική εικών: Πού είναι τα νούφαρα;

Καλή, εργατική πρωτομαγιά σύντροφοι. Επειδή σήμερα δεν είναι μόνο αργία, ούτε απλά απεργία. Δυστυχώς είναι και κάτι χειρότερο. Είναι ανεργία. Και ανασφάλεια.  Επίσης...Όλα καλά με τη φυσική της αριστεράς. Όμως η μεταφυσική της είχε, νομίζω ανέκαθεν, πρόβλημα. Πρόβλημα θεωρητικό, διαχρονικά. Κι έπειτα αυτό το μίσος δεξιών και αριστερών τόσο κιτς σήμερα. Τόσο ύποπτο. Τόσο υπερεκτιμημένο και πολλαπλώς εθνικά πληρωμένο. Όχι μόνο ταξικό μίσος, λοιπόν, σύντροφοι. Καιρός και για λίγη, έστω, ταξική αγάπη!

Λίγες μέρες πριν, την Μ. Τετάρτη, ακούσαμε το τροπάριο του Ιούδα, την συγκλονιστική, δηλαδή, μεταφορά της προδοσίας ατίμητου:
 "Μισών εφίλει και φιλών επώλει". Πόσοι άλλοι, φευ, και πόσες άλλες δεν έχουν κάνει το ίδιο. Ήτοι, μισούσαν φιλώντας μας και φιλούσαν πουλώντας. Εγώ, πάλι, σας εύχομαι, τουλάχιστον, να μη προδώσουμε εμείς οι ίδιοι τους ανυποψίαστους πάλι εαυτούς μας.
(Μισών, φιλών...Μού λείπεις περισπωμένη!)


Φωτό: Πρωτομαγιά με τον απίστευτο φίλο μου ΠαναγιώτηΤανιμανίδη! Για τον οποίο δεν θα πω πολλά πάρα μόνο ότι παραμένει ανεξάντλητος κι ακούραστος. Κι ότι είναι βασικός χορηγός του Αναρχικού Μουσείου εν Αμονίω. Πίσω μας είναι η μικρή λίμνη, στο σπίτι του Claude Monet, στο Ziverny. Δεν με πιστεύετε; Όσο για τα νούφαρα, βρίσκονται στον πίνακα του αείμνηστου Θόδωρου Πανταλέων και την αφίσα του Πικάσο πίσω του. Η φωτογραφία τραβήχτηκε μόλις πέρσι στο ατελιέ του, στα Βριλήσσια κι απαθανάτισε σαράντα χρόνια αδιατάρακτης φιλίας.

ΥΓ. Η δική μου άχραντη αριστερά τουλάχιστον προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να εξορκίσει τον αφόρητο μικροαστισμό της καθημερινότητας και να ονειρευτεί έναν κόσμο πιο δίκαιο. Όπου η τέχνη θα πρωταγωνιστεί όχι μόνο σαν δικαίωμα αλλά κυρίως ως υπαρξιακή ανάγκη.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Άπιστοι πιστοί!

Για τους άπιστους όλου του κόσμου 


"Τα γεγονότα, αγαπητέ μου Σάντσο, είναι οι εχθροί της αλήθειας"
Δον Κιχώτης

Εμπρός της γης οι λυπημένοι 
Σαν Μαρξ 

Τα σώματα σώζουν τις ψυχές. Και τα φιλιά αγιάζουν τα στόματα. Ο Caravaggio φιλοτεχνεί αυτό το επαναστατικό έργο, αριστερά, ενώ είναι μόλις τριάντα χρονών. Επιλέγει σχολαστικά τις πληβειακές φιγούρες που θα του ποζάρουν (τις ξαναβρίσκουμε και σε άλλες του συνθέσεις σαν έναν θίασο ρεπερτορίου που αλλάζουν οι ίδιοι ηθοποιοί διαφορετικούς ρόλους) και στήνει κυριολεκτικά ένα δράμα δωματίου αποκαθαίροντας την αφήγηση του από οτιδήποτε περιττό. Φωτίζονται μόνο όχι τόσο οι πρωταγωνιστές όσο η παράφορη δράση τους. Οι κινήσεις κι οι μορφασμοί, οι μούτες όπως λέμε στο θέατρο.

 Ο άφωνος αγώνας του δρώντος αμφισβητία Θωμά και του παθητικά υπομένοντος, του αναστημένου Χριστού. Ο Θεός μοιάζει να υποφέρει από το θρασύ δάχτυλο του ανθρώπου που αναμοχλεύει έτσι ωμά τη πληγή Του. Σ' ένα σώμα που έχει απαλλαγεί πλέον από τα υλικά του δεσμά. Την ανάγκη όπως θα έλεγε κι ο Μαρξ. Έχουμε εδώ ένα δάχτυλο - μαχαίρι επώδυνο, φτιαγμένο από έναν ζωγράφο, έμπειρο μαχαιροβγάλτη.Τόσος ενοχλητικός βερισμός εν προκειμένω όσος ποτέ ακόμη και στο πιο ακραίο Χόλιγουντ! 
Η ένταση των τεσσάρων προσώπων σ' αυτό το μοναδικό close up, είναι τέτοια που ο θεατής την αισθάνεται σχεδόν σωματικά. Κυριαρχεί η αισθητική των σκισμένων βρώμικων ρούχων, των λερωμένων χεριών, της βαριάς αναπνοής. Του ιδρώτα από την αγωνία ή τον φόβο. Αυτός ο αδίστακτος, εμπρός στο προσωπικό του διερώτημα, Θωμάς κερδίζει στο τέλος τον θεατή. Θα φτάσει ως το τέλος. Θα ψηλαφήσει την αλήθεια κυριολεκτικά...Ποιός δεν θα ήθελε να είναι στη θέση του; 

Εξάλλου σ' αυτή την σύνθεση του αναρχικού Καραβάτζο η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα και την πραγματικότητα, τον θεατή και τον θεώμενο, την μεταφυσική της τέχνης και την φυσική της ζωής έχουν θαυμαστά μηδενιστεί. Μπαρόκ γαρ! Υπάρχει μόνο ό τι βλέπεται και η όραση γίνεται αφή. Ποτέ άλλοτε τέτοιος και τόσος αισθησιασμός στην τέχνη. Ο Θωμάς και ο δάσκαλος του σε μιαν επαφή στα όρια της ερωτικής βίας. Με τα σώματα να σώζουν τις ψυχές. Κόβοντας σαν μαχαίρια.
Και στο βάθος το καθολικό Ιερατείο, οι εκπρόσωποι του κονκλάβιου, να γλείφει τα δάχτυλα του για το θεόπεμπτο δώρο του βλάσφημου ζωγράφου. "Ιδού! Βάλτε τα ίδια τα δάχτυλα σας μέσα στο σώμα του Θεού" είναι σαν να λένε. "Γλείψτε τα αν σας κάνει κέφι! Εξάλλου για Σώμα και Αίμα πρόκειται. "Κυριολεκτικά επί των τύπων των ήλων" (στους τύπους θα σταθούμε;). "Μπορείτε! "
(Αν μπορείτε, μη πιστεύετε τώρα.Το μείζον επιχείρημα των επαγγελματιών της πίστης). Τώρα που νιώσατε το άπειρο στο βρώμικο, το θνητό ακροδάχτυλο σας. 

Ο τυχοδιώκτης Caravaggio αναδεικνύεται έτσι ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής του Χριστιανισμού μετά τον Απόστολο Παύλο. Και συγχρόνως ο ίδιος εγκαινιάζει εδώ εκείνη την εποχή όπου ο λόγος θα υποχωρεί σταθερά εμπρός στην γοητεία της εικόνας. Στην υποβολή και την μαγγανεία της. Όπου ο λόγος θα καταστεί έρμαιο της σαγήνης της.
Αφού πρόκειται για εκείνη την σαγήνη στην οποία ακόμα και οι πιο άπιστοι εν τέλει θα πιστέψουν...

ΥΓ. Το δάχτυλο του Θωμά διευρύνει εδώ τον χώρο μ' έναν τρόπο υπερβατικό. Ψαύοντας τη πληγή ψάχνει την ψυχή τη ζώσα. Βέβαια ο Καραβάτζο δεν επιτρέπεται ακόμη να κάνει με το μαχαίρι του, αυτό που θα επιχειρήσει στην εποχή μας μέσω του spatialismo του ο επίσης αιρετικός της εικόνας Lucio Fontana (1899 - 1968). Να δημιουργήσει δηλαδή τον χώρο όχι με την αναπαράσταση αλλά με την σωματική σχέση, την άσκηση βίας πάνω στον καμβά. Ώστε η πραγματικότητα να υποδύεται τον εαυτό της χωρίς άλλες, ιλουζιονιστικές διαμεσολαβήσεις. Αναφορά στην γενικότερη βία αλλά και την υπέρβαση των λογής ορίων. Αισθητική του μινιμαλισμού αλλά και της υποβολής της κερδισμένης μ' ένα μαχαίρι. Μόνο που όλα αυτά τα τερτίπια είναι τόσο εφήμερα. Και τόσο στερημένα από βαθύτερο συγκλονισμό. Τα έργα του Φοντάνα και τόσων άλλων θα μείνουν μόνα τους μέσα στα βιβλία με την ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Ή σε τοίχους μουσείων για να τα παρατηρούν όλο και λιγότεροι. Χασμώμενοι. Ενώ οι άλλοι, οι πολλοί θα είναι έξω, στα πάρκα και το φως.
Περιμένοντας το επόμενο θαύμα που όταν έρθει η ώρα, θα πραγματοποιήσει πάλι η τέχνη. Από τα χέρια κάποιου νέου Καραβάτζο.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Δράκοι!

Ένα παιχνίδι τρέλας και φρονιμάδας 

Dragons - Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος 
(Η αισθητική διαχείριση των συμβόλων)

 Ξενάγηση, Σάββατο, 25 Απριλίου, στις 12 το μεσημέρι, International Art Center, Άλιμος,  Εύβοιας 38, στους Τράχωνες. Πίσω από την εκκλησία Παμμακάριστος. 


Σύμφωνοι, η ζωγραφική. Ο κόσμος των εικόνων που μεγεθύνει την εικόνα του κόσμου. Δίπλα της και η μουσική με το δικό της ηχητικό σύμπαν που μπορεί να προσεγγίσει μέσα από την συγκίνηση, τον άλλον που ίσως είμαι. Και οι δύο αυτές μορφές τέχνης, ζωγραφική και μουσική, λειτουργούν πέραν του λόγου, είναι "υπέρλογες" και "αντικειμενικά" αφηρημένες. Το έμβρυο, μέσα στο αμνιακό υγρό, ακούει τον σταθερό χτύπο της καρδιάς της μάνας του. Η πρώτη μας σχέση με τη μουσική. Και βλέπει φως μέσα από τις μεμβράνες των υπό διαμόρφωση ματιών του. Η πρώτη μας σχέση με την εικόνα. Η παραδείσια μας εποχή. Έπετα ο λόγος, σταθερά ορίζοντας συνεχώς τα πράγματα, σταθερά περιορίζει τους ορίζοντες. Ενώ οι εικόνες με τις φαντασιώσεις που αποτυπώνουν, μας απελευθερώνουν. Ή όχι; 

Είναι ενδεικτικό ότι η τελευταία έκθεση  - παρέμβαση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων το 2025 ονομάζεται "Γίγαντες και Μολοσσοί". Όντα στα όρια του μυθικού και του πραγματικού. Των συμβόλων και της ιστορίας. Ενώ πάλι το 2021 παρουσίασε στο Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου - Ευταξία την ενότητα "Παλιγγενεσία" όπου οι ήρωες του 21 παρουσιάζονταν σαν φιγούρες μάνγκα ή θεάτρου σκιών ή σαν μεταμφιεσμένοι ήρωες ενός φαντασμαγορικού πάρτι της, προειρημένης, ιστορίας. Με τους ρόλους να μπερδεύονται γλυκά. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Για την αισθητική διαχείριση των διαχρονικών συμβόλων. 
Ο Παπαμιχαλόπουλος ασχολούμενος από φοιτητής με τα κόμικς, την εικονογράφηση αλλά κι όλες τις εφαρμογές της οπτικοποιημένης αφήγησης πρώτον απέκτησε από νωρίς ένα ιδιαίτερο, προσωπικό ύφος, εύκολα αναγνωρίσιμο και δεύτερον την τεράστια εξοικείωση με τα σύμβολα και τις φιγούρες της παγκόσμιας μετά - ποπ αισθητικής αλλά και της μεταμοντέρνας, προκλητικής, ηλεκτρονικής μυθολογίας. Σε τρόπον ώστε να συνδέει ο ίδιος ανεξίθρησκα και άκρως γοητευτικά διαφορετικές κουλτούρες και αντιτιθέμενους κόσμους προσδοκώντας αν όχι την ανάσταση πεθαμένων πολιτισμών, τουλάχιστον την εγρήγορση των σημερινών θεατών. Την εγρήγορση τους απέναντι στην πολυδιάστατη πραγματικότητα που βιώνουμε σε μιαν εποχή αφενός παγκοσμιοποίησης και αφετέρου ισοπεδωτικού, πολιτιστικού και ιδεολογικού συγκρητισμού. Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο δημιουργός με την φαντασμαγορία αλλά και το ξάφνιασμα των εικόνων του. Νεαρός πατέρας ο ίδιος μοιράζεται με τους δύο γιούς του το ίδιο πάθος  για τα Ludic Heroes (Ήρωες του Παιχνιδιού) δηλαδή τα πρόσωπα που συμμετέχουν ενεργά σε "μυθολογίες" οι οποίες δημιουργούνται κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού, όπως ο Zagreus (ο αρχαίος Ζαγρεύς)στο Hades (Άδης).
Παράλληλα ο ίδιος εμπνέεται άμεσα από την τέχνη της Ανατολής σε τρόπον ώστε ο Παπαφλέσσας του να επελαύνει πάνω σ' έναν κινέζικο δράκο ενώ το χρυσό φόντο της σύνθεσης να είναι συγχρόνως αναφορά στην βυζαντινή Κωνσταντινούπολη αλλά και την απαγορευμένη Πόλη στο Πεκίνο.

 Επιχειρώντας έτσι μέσα από την πειθώ όχι μόνο της τέχνης του αλλά και της υψηλής τεχνικής του να αμβλύνονται - ή και να εξαφανίζονται - οι αντιθέσεις ανάμεσα στο διπολικό μας κόσμο. Μέσα από την ποιητική αλλά και την πολιτική δυναμική της τέχνης.
Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ζωγράφος και χαράκτης Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δηλώνει πως η λειτουργία της τέχνης είναι να καταδεικνύει τα κανονιστικά πλαίσια της καθημερινότητας και να προτείνει διεξόδους υπέρβασής τους. Εξομολογείται ότι τον απασχολεί στο έργο του η διαφορά της τέχνης στην ανατολή και τη δύση, καθώς και η σχέση λαϊκής τέχνης και λόγιας κουλτούρας (δες το σχετικό κείμενο στην ηλεκτρονική παρουσίαση της συλλογής Σωτήρη Φέλιου). 
Πώς λειτουργούν όμως οι δράκοι, ή οι μολοσσοί, ή οι γίγαντες, ή εκείνα τα περίεργα, γκροτέσκα όντα που ισορροπούν ανάμεσα στην πιο προωθημένη τεχνολογία και τα πιο αρχετυπικά σύμβολα του πανανθρώπινου πολιτισμού; Θέλει να εντυπωσιάσει απλώς ο καλλιτέχνης ή στοχεύει σε κάτι ουσιαστικότερο;  Αντιγράφω από την Wikipedia: "Ο κινεζικός δράκος (龙, lóng) είναι ένα καλόβουλο, μυθικό ον που συμβολίζει την απόλυτη εξουσία, την αυτοκρατορική δύναμη, την καλοτυχία, την ευημερία και την αρμονία. Αντίθετα με τους δυτικούς δράκους, θεωρείται προστάτης, φέρνει βροχή για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει το Yang (αρσενική, δυναμική ενέργεια)".


Νομίζω ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ηθελημένα ή αθέλητα συγκεντρώνει στη δουλειά του, σαν λευκή μαγεία, όλη τη μαγική ενέργεια της Ανατολής για να εξορκίσει τρόπον τινά την διαβολική ικανότητα της Δύσης να καταστρέφει μέσα από την προωθημένη της τεχνολογία αυτά τα ίδια τα μοναδικά, πνευματικά της επιτεύγματα. Πρόκειται δηλαδή για έναν νεορομαντικό εικαστικό στοχαστή που όπως οι flâneurs του 19ου αι. ή ο Νίτσε έβλεπαν τον υλικό πολιτισμό και την αλλοτρίωση που προκαλούσε, σαν τον καρκίνο του πνευματικού. Αν ζούσε  Παπαμιχαλόπουλος στο βικτωριανό Λονδίνο θα ήταν ένας προραφαηλίτης, φίλος του ζωγράφου και ποιητή Dante Gabriel Rossetti. Ζει όμως στην Ελλάδα της κρίσης και της ισοπέδωσης για αυτό επιλέγει επειδή είναι ντιλετάντης, να δραπετεύει από το δύστηνο παρόν μέσα από την μαγική του εικονογραφία.
 Διαβάζω: "...Η ρομαντική ευαισθησία θεμελιώνεται πάνω στην εμπειρία της απώλειας, στην οδυνηρή πεποίθηση ότι μέσα στη νεωτερική καπιταλιστική πραγματικότητα κάτι πολύτιμο έχει χαθεί, για το άτομο αλλά συγχρόνως και για την ανθρωπότητα ..." 
(Από το βιβλίο των Michael Löwy - Robert Sayre "Ρομαντισμός εναντίον Καπιταλισμού").
Με άλλα λόγια η νοσταλγία για κάτι που έχει χαθεί διά παντός βρίσκεται στη καρδιά του ρομαντικού πένθους.Το Πένθος προκαλούν η, βεμπεριανή, απομάγευση, η ποσοτικοποίηση και η εκμηχάνιση του κόσμου. Του κόσμου μας. Ρομαντισμός σημαίνει πάνω απ' όλα νοσταλγία για κάτι οριστικά χαμένο από και αντίσταση σε πραγματικότητα που είναι εκ προοιμίου αποκρουστική. (Θυμηθείτε τι λέει η Blanche Dubois στο Λεωφορείον ο Πόθος). Η έρευνα, ακριβώς, σε όλα εικαστικά επίπεδα γραφής του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου και το σαφές ρομαντικό της υπόστρωμα. Με όλους τους φτερωτούς δράκους, τους μολοσσούς ή τις τίγρεις του.


 Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να παραθέσω εδώ ένα κείμενο της φοιτητικής μου νεότητας που τότε με είχε επηρεάσει πολύ και το οποίο μιλάει για κάποιες, άλλες τίγρεις. Έλεγε τότε ο Μεγάλος Τιμονιέρης:
«Ο ιμπεριαλισμός κι όλοι οι αντιδραστικοί, αν εξεταστούν στην ουσία τους, από μακροπρόθεσμη σκοπιά, από στρατηγική άποψη, πρέπει να θεωρούνται αυτό που πραγματικά είναι - χάρτινες τίγρεις. Πάνω σε αυτό πρέπει να οικοδομούμε τη στρατηγική μας σκέψη. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης ζωντανές τίγρεις, σιδερένιες τίγρεις, πραγματικές τίγρεις που μπορούν να καταβροχθίσουν ανθρώπους. Πάνω σε αυτό πρέπει να οικοδομούμε την τακτική μας σκέψη».
Ομιλία στη Συνάντηση της Πολιτικής Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο Ουχάν (1 Δεκεμβρίου 1958), όπως παρατίθεται σε σημείωση στο «Συνομιλία με την Αμερικανίδα ανταποκρίτρια Άννα Λουίζ Στρονγκ», Επιλεγμένα Έργα, τόμος IV, σελ. 98–99).
Δράκοι και τίγρεις και άβαταρ, όταν αναφερόμαστε στην τέχνη, βρίσκονται όλα και όλοι συμφιλιωμένοι σ' έναν προπτωτικό, ιδανικό παράδεισο μακριά από την αμαρτία, την σωματική πληγή ή την επώδυνη γνώση. Ή, όπως θα τον τραγουδούσε ο δικός μας ρομαντικός τροβαδούρος: 

Ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη 
ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
 κι η παρθένα με τον σατανά...


Φωτό: Απροσδόκητη όσο και γοητευτική συνύπαρξη διαφορετικών, πολιτισμών, ήρωες του '21 όπως δεν τους έχετε ποτέ ξαναδεί.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Ήρωες και "ήρωες"

Εις ανάμνησιν της χθεσινής ημέρας 


Εντόπισα πρόσφατα μία εξαιρετική εικαστική συλλογή στην Κηφισιά η οποία μεταξύ των άλλων αριστουργημάτων (Γύζης, Οικονόμου, Παπαλουκάς, Σπυρόπουλος κ.α) περιλαμβάνει το ολόσωμο πορτρέτο του γλύπτη Θανάση Απάρτη (φωτό 1) φτιαγμένο στο Παρίσι, μάλλον στο ατελέ του φιλέλληνα μαθητή του Ροντέν Αντουάν Μπουρντέλ από τον φίλο του, ζωγράφο Βρασίδα Τσούχλο (1904 - 1981). Παραλλαγή του ίδιου θέματος εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Αμφότεροι οι πίνακες πρέπει να φιλοτεχνήθηκαν γύρω στα 1926-28. Οι Τσούχλος και Απάρτης ήταν φίλοι με τον εξπρεσιονιστή αυτόχειρα ζωγράφο Μίμη Βιτσώρη (1902 - 1945), αδελφό του αρχειομαρξιστή και αργότερα ηγετικού στελέχους των τροτσκιστών Γιώργου Βιτσώρη ο οποίος κατά την δικτατορία του Μεταξά κατέφυγε στο Παρίσι.
 Ο Γ. Βιτσώρης, γεννημένος στην Καβάλα (1899 - 1954), προσωπικός φίλος του Τρότσκι - είχε διαφυλάξει μάλιστα και το αρχείο του - ήταν παντρεμένος με την επίσης κομμουνίστρια ηθοποιό Νίτσα Βιτσώρη με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Λιάνα. Αργότερα η Νίτσα χώρισε και παντρεύτηκε τον επίσης αριστερό ηθοποιό Χρήστο Τσαγανέα. Αμφότεροι συμμετείχαν ενεργά στο ΕΑΜ και συνυπηρέτησαν στο τότε Βασιλικό Θέατρο. Είναι γνωστό πως το ζευγάρι πρωτοστάτησε στην εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη από την τρομερή και φοβερή ΟΠΛΑ.

Το "αστείο" είναι πως η Λιάνα Βιτσώρη - Τσαγανέα, επίσης ηθοποιός και συγγραφέας, θα παντρευτεί τον κονφερανσιέ της χούντας, τον πολυτάλαντο Γιώργο Οικονομίδη και θα υπάρξει ο μεγάλος του έρωτας. Θυμάμαι από την ΥΕΝΕΔ να παιανίζει το άσμα του Οικονομίδη "Μα εγώ αγαπώ τη Λιάνα /δεν έχει μάτια πλάνα /δεν είναι καλλονή..." Όπως επίσης θυμάμαι τις συχνές επικλήσεις από την εκπομπή του στο κυριακάτικο ραδιόφωνο "Τα νέα μας ταλέντα" με τον Μίμη Πλέσσα στο πιάνο, προς την πεθερά του Νίτσα παράλληλα με τις αναφορές στην συγγενή του Δέσποινα Παπαδοπούλου. Και βέβαια το ακατάσχετο υμνολόγιο του στη δικτατορία. Στις 12 ακριβώς το μεσημέρι, την ώρα που είχε βραδιάσει στην Ελλάδα. Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα ; Για αυτόν ακριβώς το λόγο: Για να θυμόμαστε... Για να συγχωρούμε, για να ξεπερνάμε αλλά να μην ξεχνάμε.


Ο Απάρτης (1899 - 1972) εξελέγη καθηγητής  στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας το 1961 και ήταν ο πρώτος αριστερός δάσκαλος ανάμεσα σ' ένα πολύ συντηρητικό περιβάλλον καθηγητών. Το 1967 εκλέχθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Παρισιού. Έλαβε τις τιμητικές διακρίσεις του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (Γαλλία, 1939) και του Ταξιάρχη του Φοίνικα (1960).

ΥΓ. Αντιγράφω από το βιβλίο του Αρτέμη Μάτσα "Θεατρικές Μνήμες" το κείμενο που αναδημοσιεύεται στο lifo: 

"...Ο Γιώργος Βιτσώρης σπούδαζε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Λότνερ, στο ιστορικό ερειπωμένο τώρα κτίριο της οδού Φειδίου 3, που αργότερα μετονομάστηκε σε Ελληνικόν Ωδείον, παράλληλα με την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Καθηγητές της Σχολής ο περίφημος ηθοποιός Νίκος Παπαγεωργίου, άντρας της Σαπφώς Αλκαίου, πατέρας της πρωταγωνίστριας Μαρίας Αλκαίου, και η Θεώνη Δρακοπούλου (η Μυρτιώτισσα). Ανάμεσα στους συμμαθητές του η μεγάλη Ελένη Παπαδάκη, η Αντιγόνη Μεταξά (η θεία Λένα αργότερα), ο Κώστας Κροντηράς, η Κατερίνα Κακούρη και η Νίτσα Βιτσώρη (σ.σ. πριν Λάσκαρη και αργότερα Τσαγανέα) που την ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν (σ.σ. το 1921) και έκαναν μια κόρη, τη μετέπειτα πρωταγωνίστρια Λιάνα Βιτσώρη, θεατρική συγγραφέα, τιμημένη και ως ποιήτρια..._

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Πάθη και Πάθος

Πάθη και Πάθος


Θε' να νηστεύω το φιλί ώσπου να με φιλήσεις
 Άσμα Ασμάτων

Σε τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον...
Ιδιόμελο της Μ. Παρασκευής

Η ψυχική προετοιμασία για το Πάσχα αρχίζει με την συμβολική, διπλή εορτή  του Ευαγγελισμού, δηλαδή του ευφρόσυνου αγγέλματος της Ενανθρώπησης του Θεού και ολοκληρώνεται την Μεγαλοβδομάδα. Τότε που ένας ουρανός, μόλις ξεπλυμένος από την ανοιξιάτικη βροχή μπλεδίζει ιριδίζοντας απόκοσμα. Γλυκασμός από το ανομολόγητο θαύμα των ημερών αλλά και αφόρητη νοσταλγία για εκείνη την παιδικότητα που χάθηκε και που ακόμη διεκδικούμε. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο! Πάθη κι άλλα πάθη καθώς προσεγγίζουμε το Πάθος.
Προηγήθηκαν οι εβδομάδες των Χαιρετισμών  στην απόλυτη, την άμωμη Γυναίκα, η τον θείον μαργαρίτην αποκυήσασαν. Την καιόμενην βάτον. Την αεί θαλαττεύουσαν εν τω πελάγει των θλίψεων. Την δρόσον την μυστικήν... Το πυρίμορφον όχημα, την χαρμονή των Αγγέλων! 
Αλήθεια, διερωτώμαι, η Κεχαριτωμένη και Άχραντος λατρεύτηκε μεν και λατρεύεται από πλήθη καμνόντων, από τα ναυάγια της ζωής, η ίδια όμως ερωτεύτηκε ποτέ; Αισθάνθηκε εκείνο το σκίρτημα που νιώθουν ασχέτως και οι έφηβοι και οι γέροι όταν σαν από θαύμα το ένα βλέμμα διασταυρώνεται με το απέναντι βλέμμα; Και δεν εννοώ έρωτα σωμάτων αλλά μόνο ματιάς...
Όχι. Κατηγορηματικά όχι! Δεν προβλεπόταν στην συμφωνία. Για την οποία βέβαια η ίδια ούτε ρωτήθηκε καν. "Ιδού η δούλη Κυρίου γέννητω μοι κατά το ρήμα Σου". Σε μια κοινωνία ανδρών οι γυναίκες είχαν ένα και μόνο δικαίωμα που συνιστά και αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση: Να υποτάσσονται. Υπήρξε δηλαδή η κόρη της Ναζαρέτ, μια γυναίκα που επελέγη μεν για τον υπέρτατο ρόλο, για να κυοφορήσει τον Αχώρητον, χωρίς όμως να δεχτεί ούτε το ελάχιστο της σωματικής έξαψης. Επαναλαμβάνω: Όχι συνουσία αλλά έστω ένα χάδι στο μάγουλο, ένα φιλί στα μαλλιά, ένα φιλί στο στήθος, ένα φιλί στα χείλη. Ένα τρυφερό μυστικό στο αυτί της. Τής προσφέρθηκε το απόλυτο μεγαλείο χωρίς όμως ούτε την παραμικρή σταγόνα ερωτικής συγκίνησης. Χωρίς δηλαδή αυτή την έξαψη της σάρκας, την απογείωση του σώματος που νιώθει και η πιο ασήμαντη, η πιο άσχημη γυναίκα. Και καταδικάστηκε να την ερωτεύονται μόνο ανέραστοι καλόγεροι σε σκοτεινά κελλιά και να της εξομολογούνται το κουραστικό, το άκαρπο πάθος τους με πυρετικά μάτια.
 Έπειτα όλα αυτά τα εγκώμια, όλα αυτά τα χαίρε, τα Ανύμφευτε, τα Κεχαριτωμένη, τα Παντάνασσα, το Όρος Αλατόμητον, το Βάθος Αμέτρητον ηχούν λίγο σαν μεταφυσική ειρωνεία. Γιατί, τί να τον κάνεις τον ουρανό, αν δεν κουβαλάς και λίγο χώμα επιθυμίας στις τσέπες σου; Λίγο ιδρώτα ηδονής; Ένα άγγιγμα στις λαγόνες;
Η Παναγία Παρθένος διαλέχτηκε για να ζήσει ισόβια το προοικονομημένο πένθος της. Το κόστος της αιωνιότητας! Το μόνο πάθος να είναι το πένθος. Εν τέλει, ο μόνος και βέβαια ανεκπλήρωτος έρωτας της, ήταν εκείνος προς τον Μονογενή της, τον Υιόν και Λόγον του Θεού,  που όμως της απηύθυνε στην κορυφαία στιγμή του προσωπικού Του μαρτυρίου αλλά και της δικής της δοκιμασίας τον πιο πικρό λόγο. Τον λόγο της αποξένωσης: "Γύναι, ιδού ο υιός σου" δείχνοντας της έναν ξένο. Μπορεί λοιπόν να μην βίωσε τον έρωτα, έζησε όμως την προδοσία από τον έρωτα όπως και όλοι εμείς οι υπόλοιποι, οι στερημένοι από κάθε ευλογία του επέκεινα. Σ'αυτό μοιάζουμε μαζί της. Ίσως γιαυτό, από όλα τα πρόσωπα του θρησκευτικού Μύθου, η Μαρία είναι το πιο προσιτό, το πιο οικείο. Μάς ενώνουν με εκείνην όχι οι απέραντοι, οι άδειοι ουρανοί αλλά τα ανώφελα, τα σπαταλημένα δάκρυα για έναν έρωτα που δεν έστερξε ...

ΥΓ. Πάντα στην συνείδηση μου η Μαρία έχει την μορφή είτε της παλαιολόγειας Παναγίας του Μέρωνα στο Ρέθυμνο είτε της Ειρήνης Παππά όταν ερμήνευε στη Ρώμη μεταξύ των άλλων - stabat mater, μονόλογος της Μήδειας κλπ. - κι ένα δικό μου κείμενο (!) σχετικό με το πένθος του έρωτα και την Σεμέλη, την ερωμένη του Δία που κάηκε από το ίδιο της το πάθος. Τέλος της δεκαετίας του '80 στο Κολοσσαίο!  Φορώντας το εκπληκτικό ένδυμα του Γιάννη Μετζικώφ. Δεν θυμάμαι το όνομα του Ιταλού φωτογράφου. Αχ Ειρήνη, ποτέ δεν κατάφερα να σού πω όπως και όσο θα έπρεπε, το τεράστιο ευχαριστώ που σού οφείλω...

Ο θάνατος είναι η τελευταία απόδειξη- ευκαιρία για αγάπη. Ευτυχείς όσοι πεθαίνουν αγαπώμενοι.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Ο πρώτος αριστερός της ιστορίας



" Όταν έλθης εν δόξη μετ' αγγελικών δυνάμεων και καθίσης Ιησού εν θρόνω διακρίσεως, μη με Ποιμήν αγαθέ διαχωρίσης. Οδούς δεξιάς γαρ οίδας, διεστραμμέναι γαρ εισίν αι ευώνυμοι*..." 
Τροπάριο της Μ. Δευτέρας 

Ο Χριστός, όπως ξέρουμε από τις ευαγγελικές περικοπές, ως ύψιστη έκφραση άκρας ταπείνωσης αλλά και ισχυρού συμβολισμού δέχτηκε να σταυρωθεί ανάμεσα σε δύο ληστές, τον έναν εκ δεξιών και τον άλλον εξ ευωνύμων. Απ' τα αριστερά του δηλαδή. Αυτός, ο "ευώνυμος" ληστής, είναι σαφώς ο πρώτος καταγεγραμμένος αριστερός της ιστορίας. Οι γραφές εδώ λέγοντας ο ευώνυμος κι όχι ο αριστερός ληστής προτείνουν έναν ξεκάθαρο ευφημισμό. Αφού εν προκειμένω το κακό, το αριστερό, ντύνεται με καλό όνομα εν είδει εξορκισμού: Εύ + όνομα = ευώνυμος, αυτός με το καλό όνομα. Ο καλότυχος. Προς τί όλα αυτά; Επειδή η καθημερινή μας εμπειρία θέλει το αριστερό να είναι το περίεργο και το δύσκολο ως το πιο σπάνιο - οι δεξιόχειρες αποτελούν την πλειονότητα του πλανήτη, όπως εξ άλλου και οι δεξιοί - ενώ το δεξί είναι το ευκολόχρηστο, το πλεονάζον και συνεπώς το θετικό. Να μην ξεχάσουμε και την σχετική ευχή "Να σου πάνε όλα δεξιά". Αντιθέτως, αδέξιος είναι όποιος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά το δεξί του χέρι.
Ο αριστερός ληστής λοιπόν είναι αυτός που απευθύνεται στον Χριστό στην έσχατη στιγμή της κοινής οδύνης, του ζητάει συγχώρηση και μέσα σε μία και μόνο φράση - ομολογία εγκλωβίζει όλη την μετέπειτα δογματική και την κατήχηση της νέας θρησκείας. Επειδή του ζητάει να τον συγχωρήσει - άρα αναγνωρίζει τα εγκλήματα του αλλά και την δυνατότητα άφεσης των αμαρτιών - κι έπειτα τον παρακαλεί να τον θυμηθεί στον παράδεισο: "Μνήσθητι μου Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου". (Από το κατά Λουκάν). Δηλαδή αποδέχεται την μετά θάνατον ζωή αλλά και την ευσπλαχνική δυνατότητα απόδοσης δικαιοσύνης από την ανώτερη δύναμη.
Και ο Χριστός όμως έχει την ευκαιρία να κάνει "από του ξύλου του Σταυρού" επίδειξη της θεϊκής του δύναμης - ειδικά την στιγμή της υπέρτατης οδύνης Του - αλλά και το πρώτο του θαύμα μεθιστάμενος εκ του θανάτου εις την ζωήν. Δηλαδή στην ανάσταση, την πονηρή εμμονή κάθε θρησκείας. Όχι πια ως, έστω, τέλειος άνθρωπος αλλά ως ήδη ο προ αιώνων Θεός: "Αμήν, λέγω σοι ότι σήμερον μετ' εμού έση εν τω Παραδείσω". Λέει στον αριστερό του ληστή αγνοώντας τον δεξιό. (Πάλι από το κατά Λουκάν).
Και είναι ο αριστερός, ο εξ ευωνύμων, ληστής ο πρώτος που θα μπει, κουβαλώντας τον ξύλινο σταυρό του μαρτυρίου του, στην άνω Ιερουσαλήμ. Το θέμα εδώ είναι σκοπίμως ταξικό, και μάλιστα επαναστατικώ δικαίω, αφού ο ανατρεπτικός Χριστός στον σύντομο, πολιτικό βίο Του, απευθύνθηκε κυρίως σε πόρνες, τελώνες και ληστές δηλαδή τους λούμπεν και τους προλετάριους της εποχής του. Επίσης μαστίγωσε τους εμπόρους και τους σαράφηδες (αργυραμοιβούς) μέσα στον ίδιο τον Ναό του Σολομώντος αποστρεφόμενος εμπράκτως το πολιτικό και το οικονομικό κατεστημένο. Δηλαδή τους γραμματείς και τους Φαρισαίους...(Οι σύγχρονοι μας πάλι διανοούμενοι και ψευτοεπαναστάτες πράττουν το εντελώς αντίθετο). Κι έπειτα αναρωτιέστε ποιά είναι τα πρότυπα του μαρτυρίου και της θυσίας των αριστερών αλλά και ποιές οι καταγωγικές εικόνες των πρόσφατων, ιστορικά πολύτιμων φωτογραφιών οι οποίες - επιμένω - διατυπώνουν πολιτικό λόγο πιο βαρυσήμαντο από όλες τις αγορεύσεις και των τριακοσίων της Βουλής (πριν μειωθεί ο αριθμός των). Εμένα, τουλάχιστον, μου υποδεικνύουν αυτές οι ιερές εικόνες της θυσίας ποιές πρέπει να είναι οι πολιτικές μου επιλογές στις προσεχείς εκλογές (οψέποτε αυτές γίνουν). Πάντως ο Εσταυρωμένος Κύριος δείχνει ξεκάθαρα στον πρωθυπουργό μας ποιός είναι ο μόνος δρόμος που του έχει απομείνει. Αυτός της ταπείνωσης και του μαρτυρίου. Του Γολγοθά δηλαδή και της θυσίας για να λυτρωθεί το έθνος. Όσο για εμάς τους υπόλοιπους...Τί άλλο; Καλή μας Ανάσταση! (Το πιάσατε το υπονοούμενο); 

* Κάτι ήξερε μάλλον ο μελωδός από διεστραμμένους "ευώνυμους". Τους δεξιούς τους ξέρουμε καλά όλοι μας. Ονόματα δεν λέμε - χρονιάρες μέρες - υπολήψεις δεν θίγουμε!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Το τέλος της ομορφιάς

Ο Κουνς, ο Τραμπ κι ο Τζιακομέττι!


Για μένα ο Τζεφ Κουνς αποτελεί το απόλυτο σύμβολο μιας απόλυτης, καλλιτεχνικής ρηχότητας και το ξεδιάντροπο προϊόν εκείνου του μάρκετινγκ κι αυτής της αγοράς τέχνης που διακινεί - και μάλιστα σε αστρονομικές τιμές - το φαντασμαγορικό τίποτα της εποχής. Το πολύχρωμο κιτς των κατασκευασμένων σταρ του μεταμοντέρνου. Ο καλλιτέχνης αυτός είναι επικεφαλής μιας ολόκληρης βιομηχανίας τεχνιτών που κατασκευάζουν τις "ιδέες" του αλλά και ενός χαρτοφυλακίου επενδυτών - ντήλερ της υπεραξίας που οι ιδέες του αποκτούν, όταν καταστούν τα στιλπνά και λεία σαν μπαλόνια, μεταλλικά "γλυπτά" του. Αυτά δηλαδή που διακινούνται με πειστικό όσο και ληθαργικό τρόπο στους ζάπλουτους μυημένους. Τοποθετώ σε εισαγωγικά τη λέξη γλυπτά, γιατί κατ' εξοχήν στην Ελλάδα η έννοια της γλυπτικής είναι συνυφασμένη από τα αρχαία χρόνια με την γλυφή, δηλαδή το λάξευμα του σκληρού υλικού αλλά και το πλάσιμο - μοντελάρισμα της φόρμας ώστε να εξαχθεί μέσα από την αδρανή ύλη η αισθητική μορφή που ως τότε υπνώττει. Στα ποπ "γλυπτά" του Κουνς από την άλλη κυριαρχούν η υπερβολή του μεγέθους σε συνδυασμό με την σκόπιμη κοινοτοπία του θέματος - το κιτς που λέγαμε με άλλα λόγια - και πάνω απ' όλα η σκανδαλώδης άρνηση κάθε πνευματικότητας που θα διατάραζε τη αν - αίσθητη ραστώνη την οποία απαιτούν ο κατασκευαστής και τα δημιουργήματα του από το κοινό. 

Πρόκειται για έργα που θέλουν να είναι όσο πιο ουδέτερα γίνεται και άρα συμβατά σ' έναν κόσμο που δεν έχει αγκάθια, ακίδες ή χάσματα (εξ ου και η συμπαγής στιλπνότητα τους). Κι εδώ ταιριάζει το αρχαίο σύνθημα της κόκα κόλα "Όλα πάνε καλά"! Έστω κι αν όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Τί θέση παίρνει η τέχνη σ' έναν κόσμο σταδιακού εκβαρβαρισμού; Αποκλειστικός στόχος όμως του Κουνς είναι το θέαμα που θα προκύψει από όλο αυτό το mélange του προφανούς, το να εντυπωσιάσει δηλαδή όσους δεν δυσκολεύονται να εντυπωσιαστούν από τα καινούργια (;) αόρατα ρούχα του βασιλιά. Ή, θα πρόσθετα, από την ναρκισσευόμενη ανοησία εκείνου του ολιγομελούς τζετ σετ που συγκροτούν οι διεθνείς γκαλερί για ολίγους, τα μουσεία της μόδας, οι εστέτ των πετροδολαρίων ή οι βαθύπλουτοι συλλέκτες που μπερδεύουν το γούστο με την επίδειξη, το στυλ με την ανία και την φαντασμαγορία με την αισθητική. Που επειδή έχουν εξορίσει από τον προσωπική τους ζωή την βαθύτερη συγκίνηση, τον συγκλονισμό που η μεγάλη τέχνη ανέκαθεν δημιουργούσε, θέλουν να την στερήσουν κι από τους άλλους. Ο Τζεφ Κουνς είναι ένας, ακόμη, διάδοχος του εξίσου κυνικού και αδίστακτου Άντυ Γουόρχολ χωρίς όμως τον αυτοσαρκασμό και το βιτριολικό χιούμορ του τελευταίου. Χωρίς το παγωμένο ταλέντο του που σφράγισε το τέλος του μοντέρνου και την απαρχή της παρακμής. 

Κυρίως όμως ο Τζεφ Κουνς εκφράζει καλλιτεχνικά το πρόσωπο των ΗΠΑ όπως διαμορφώθηκε από την προεδρία των δύο Μπους ως τον Τραμπ: Δηλαδή έχουμε σε συμβολικό επίπεδο τον κυνισμό απέναντι στους αδύναμους - ιδιαίτερα όταν αυτοί είναι σύμμαχοι - την περιφρόνηση σ' ό, τι δεν συμμορφώνεται με τo american style που επεβλήθη μεταπολεμικά στον πλανήτη ως lingua franca, την παχυλή άγνοια της ιστορίας και των τοπικών πολιτισμών αλλά και συγχρόνως αποικιοκρατική επίδειξη σε κάθε γωνιά της υδρογείου του καουμπόικου γούστου που εκφράζουν οι κυρίαρχες ελίτ της υπερδύναμης. Στα μάτια μου ο Κουνς είναι ανάλογα κενό δοχείο αλαλάζον όπως κι ο επικίνδυνα αγράμματος πρόεδρος του τόσο σε πολιτιστικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Αφού κι εκείνος ως παγκόσμιος (sic) καλλιτέχνης, νέος Νέρων, κάνει εξαγωγή - επιβολή του προϊόντος του ως νέου style international - όπως ήταν το περίφημο υστερογοτθικό ύφος πριν την Αναγέννηση - στο πλαίσιο αφενός της ιδεολογίας της αυτοκρατορίας και αφετέρου ενός neocolonialism που απαξιοί καν να επιχειρηματολογήσει αισθητικά προς τους υπηκόους θεωρώντας την στρατιωτική - και άρα πολιτιστική - υπεροχή του δεδομένη. 


Κι εμείς; Εμείς - δηλαδή οι ελίτ του τόπου - ως προτεκτοράτο και αποικία αποδεχόμαστε τον Αμερικανό μεσσία ως σωτήρα της επαρχιωτικής και τριτοκοσμικής τέχνης μας. Κάτι ανάλογο δεν έγινε πριν από λίγες μέρες με τον ηθοποιό εκείνο που εκπροσωπούσε το Χόλιγουντ απέναντι στο εγχώριο, ασήμαντο σταρ σύστεμ; Με την μόνη διαφορά ότι ο Μπραντ Πιτ είναι ταλαντούχος ενώ ο Κουνς όχι. Κι ότι ο πρώτος διαθέτει λαϊκή αποδοχή λόγω του λαϊκού μέσου που υπηρετεί, του σινεμά, ενώ ο δεύτερος είναι προϊόν ενός κλειστού συστήματος. Σ' αυτό ακριβώς το ιδεολογικό - αισθητικό πλαίσιο και οι υπεύθυνοι του, ιδιωτικού, Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης κάλεσαν τον Τζεφ Κουνς και την balloon metallica Aφροδίτη του ως έναν διάλογο (!) με τα μοναδικά Ειδώλια του μουσείου αφού συχνά το συμπληρωματικό Μέγαρο Σταθάτου λειτουργεί και ως χώρος περιοδικών εκθέσεων. Ποιός δεν θυμάται για παράδειγμα την σπουδαία παρέμβαση εκεί του Γιάννη Κουνέλλη πριν από αρκετά χρόνια; Όμως το σημερινό θέαμα είναι άκρως απογοητευτικό κι απλώς εκφράζει υποτέλεια της αποικίας προς ένα αισθητικό πρότυπο τόσο διάτρητο όσο και ευτελές. Κι αφού περισσεύουν τα χρήματα - αντιστρόφως ανάλογα φοβάμαι με τις πρωτότυπες προτάσεις - θα ήταν πολύ ενδιαφέρον, αν οργανωνόταν ένα αφιέρωμα στην ελληνική γλυπτική με θέμα, γιατί όχι, τη μητρότητα. Από τον Χαλεπά, τον Σκλάβο, τον Απάρτη, την Μπούμπα Λυμπεράκη, τον Καπράλο ως την Μπέλλα Ραφτοπούλου, τον Κλουβάτο και τον Λάππα και από τον Γιώργο Γεωργιάδη, τον Θόδωρο Παπαγιάννη, τον Κυριάκο Ρόκο, τον Παρμακέλη ως την Χριστίνα Σαραντοπούλου κ.α - οι σφαιρικοί όγκοι της οποίας είναι ομολογουμένως πολύ πιο καλοσχεδιασμένοι. Ένα διαχρονικό αφιέρωμα, με άλλα λόγια, στην ελληνική γλυπτική. Εκτός κι αν ντρέπονται οι διάδοχοι της χαρισματικής Ντόλυς Γουλανδρή - την ήξερα προσωπικά - για την σύγχρονη μας δημιουργία ή δεν συνειδητοποιούν ότι διευθύνουν ένα μουσείο μοναδικό στον κόσμο που μπορεί και παρουσιάζει της απαρχές της παγκόσμιας γλυπτικής. Συμπέρασμα: Η αληθινή καινοτομία δεν είναι να μιμείσαι το τετριμμένο και το πασίγνωστο αλλά να ανακαλύπτεις αλλιώς κάτι που θεωρούσες δεδομένο. Και βέβαια να υπερασπίζεσαι την τέχνη του τόπου σου διάβολε! 
Σκέφτομαι ακόμη ένα αφιέρωμα στους κορυφαίους γλύπτες της διασποράς Μάικλ Λεκάκη, Κουλεντιανό, Χρύσα ή Φιλόλαο - εμείς, στη Λάρισα το καταφέραμε ως προς τον τελευταίο - αλλά και τον ισάξιο τους ζωγράφο Θεόδωρο Στάμο, κορυφαίο του αμερικανικού, αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Ή, τον άγνωστο, σκοτεινό Διαμαντή Διαμαντόπουλο. Όμως ο αρχοντοχωριατισμός των φιλότεχνων του Κολωνακίου δεν καταδέχεται τα ελληνικά "προϊόντα" κι ας είναι παγκόσμιας αποδοχής αλλά τα εισαγόμενα. Μόνο και μόνο επειδή έχουν την σφραγίδα της υπερδύναμης. Φαίνεται ότι η πορεία των εγχώριων ελίτ μετά τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ορίζεται αποκλειστικά από τον Πιουριφόι στην Γκίλφοϊλ. Αποκλειστικά.

Διαβάζουμε στο σχετικό δελτίο τύπου: 
"Για το έργο Balloon Venus Lespugue ο Koons εμπνέεται από την παλαιολιθική «Αφροδίτη του Lespugue», αγαλματίδιο από χαυλιόδοντα μαμούθ, το οποίο χρονολογείται περίπου 28.000 χρόνια πριν από την εποχή μας. Παραπέμποντας στη μορφή της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, η απεικόνισή της έχει επηρεάσει διαχρονικά το έργο του Koons ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η ερμηνεία του καλλιτέχνη για την «Αφροδίτη του Lespugue», μέρος της σειράς Antiquity που ξεκίνησε το 2008, περιλαμβάνει μεγάλο εύρος αναφορών στην ιστορία της τέχνης, από τον Μποτιτσέλι και τον Τιτσιάνο έως τον Ντυσάν και τον Μπρανκούζι, και γενικότερα στις διαχρονικές έννοιες περί ομορφιάς και μορφής. Ο Koons μετέτρεψε το φετιχιστικό πρωτότυπο, γνωστό για τα υπερβολικά καμπυλόμορφα στοιχεία του, σε ένα επιβλητικό γλυπτό από γυαλισμένο και ανακλαστικό ανοξείδωτο χάλυβα που μοιάζει να είναι φτιαγμένο από μπαλόνια, θυμίζοντας τις αναλογίες των έργων του Τζακομέττι..."

Μάλιστα. Του Μποτιτσέλι! Αλλά και του Αλμπέρτο Τζιακομέττι! Του γλύπτη δηλαδή που συνδύασε τον μοντερνισμό με τον υπαρξισμό και την μεγάλη έκφραση με την πιο βαθιά εκφραστική απόγνωση. Του γλύπτη των ορίων με τις νηματοειδείς, βασανισμένες φιγούρες που ενέπνευσαν τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Ζαν Ζενέ. Μωραίνει Κύριος...Εμένα πάλι ήρθε χτες το βράδυ στον ύπνο μου ο δαιμόνιος Αλμπέρτο, μού έδωσε μια βελόνα και με διέταξε να ξεφουσκώσω τα μπαλόνια του Κουνς. "Μη φοβάσαι" μου είπε "Θα καθαρίσω εγώ"!