Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Ο Αλέξης σαν Λάκης

Από το μακρινό και ελπιδοφόρο 2006, ιδού τι έγραφα στον 30χρονο τότε Τσίπρα για του ποικίλους τυχοδιώκτες και δήθεν διανοούμενους που από νωρίς τον περιτριγύριζαν. Το πρόβλημα παραμένει από τότε: Οι επιλογές των προσώπων είναι το ίδιο άθλιες με τις εφαρμογές των ιδεών.


Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

Μη χοιρότερα! Καθυστερημένα όνειρα βρωμούν σαν μπακαλιάρος
ΝΙΚΗΤΑΣ ΡΑΝΤΟΣ

 
Όχι Αλέξη. Λάθος. Δεν γινόμαστε ποτέ μέρος του παιχνιδιού, αλλά εμείς διαμορφώνουμε και τους όρους και το παιχνίδι. Αν μπορούμε. Και βέβαια αντιμετωπίζουμε τους μηχανισμούς και τους «σταρ» της τηλεόρασης αφ' υψηλού κι από μακριά. Κάνοντας ένα είδος αντάρτικου πόλης. Χτυπάμε και φεύγουμε. Δεν αφηνόμαστε να μας καταστήσουν οικείους, αναλώσιμους και δεδομένους. Ούτε καταλήγουμε όπως εκείνοι οι επαγγελματίες της Αριστεράς που γυρνάνε από κανάλι σε κανάλι σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, λέγοντας με χίλιους σημειολογικούς τρόπους «κοιτάξτε με λίγο! Είμαι μικρός, ασήμαντος αλλά είμαι διαθέσιμος. Εμφανίζομαι όπου με καλέσουν: από τη μια στην άλλη ζούγκλα. Αδιακρίτως».

Ο Λαζόπουλος δεν είναι κριτής του συστήματος αλλά νευραλγικό -καθότι ευφυέστατος- κομμάτι του. Το να σαρκάζεις τους γελοίους που κάνουν καριέρα πουλώντας σβουνιές και κακά αγελάδας εκμαυλίζοντας ένα χύδην κοινό που έχει όμως άνωθεν προετοιμαστεί είκοσι τόσα χρόνια τώρα, δεν είναι δα δύσκολο. Το να μορφώσεις ψυχαγωγώντας και το να συζεύξεις το λαϊκό με το λόγιο προς χάριν αυτού του αποπροσανατολισμένου και ριγμένου σκόπιμα σ' ένα πέλαγος ευήθειας κοινού, αυτό είναι το δύσκολο. Και κάτι τέτοιο κανένας Λάκης παντός καιρού ή πορείας -από την αυλή της Εκάλης ως τον Νικήτα Κακλαμάνη- δεν είναι σε θέση να επιτύχει. Δεν έχει τη γνώση, δεν έχει το ταλέντο, δεν έχει την αισθητική, δεν έχει την αθωότητα. Για μας, όμως, ελπίζω ακόμη, αισθητική και ηθική είναι ένα. Τελεία και παύλα.

Έκανες τη διαφορά επειδή είσαι διαφορετικός και επειδή απευθύνθηκες σε έναν κόσμο που περιφρονεί βαθύτατα τους πρωταγωνιστές και τις μεθόδους της τηλε-δημοκρατίας, τα απαστράπτοντα τίποτε του γυαλιού που οδηγούν συνειδητά και μεθοδικά τον τόπο στην πιο βαθιά κατρακύλα υπακούοντας σε σκοτεινές εντολές κατάμαυρων αφεντικών. Γιατί δεν μπορεί να είναι τυχαίο και «αυθόρμητο» όλο αυτό το κακό. Ούτε μπορεί να ερμηνεύσει τα πάντα μόνο η δίψα του κέρδους, η αναπόδραστη φτήνια της αγοράς ή η ροπή μας, σχεδόν υπαρξιακή, στο όλο και περισσότερο ευτελές. Στο ότι δηλαδή πειραματιζόμαστε με όρους πραγματικότητας ως προς το πόσο πιο χαμηλά μπορεί αυτή η πραγματικότητα να φτάσει.

Αλέξη, εμείς είμαστε η πραγματικότητα και για τον λόγο αυτό οφείλουμε να διατηρήσουμε τους εαυτούς μας μοναδικούς και πολύτιμους. Και, προς Θεού, δεν ζηλεύουμε τις ατάκες ή τα εύκολα αστεία τους. Ο Σπύρος Βούγιας υπήρξε μια ελπιδοφόρα περίπτωση, η οποία κάηκε ταχύτατα, γιατί δεν είχε αντιστάσεις και κατά βάθος αυτό που φιλοδοξούσε ήταν να γίνει κομμάτι του συστήματος. Και το σύστημα, Αλέξη μου, είναι αμείλικτο.

Ως τώρα χρησιμοποίησες έξυπνα το παντοδύναμο μέσο, πέτυχες την περιπόθητη για κάθε δημόσια δράση «αναγνωρισιμότητα», μίλησες στους νέους, τους περιθωριοποιημένους και τους αηδιασμένους από τη χειροπιαστή παρακμή, έκανες την υπέρβαση. Η συμμετοχή σου, όμως, στον Λαζόπουλο ήταν φάουλ. Για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν πέρασες εσύ στην τηλεόραση την αισθητική σου, αλλά μάλλον η τηλεόραση σε ισοπέδωσε αφομοιώντας τη διαφορετικότητά σου. Ο πονηρός κομπέρ, τέλος, σε χρησιμοποίησε ως άλλοθι στην μπαλαφάρα μιας εκπομπής που πιάνεται από τα τηλε-κόπρανά της για να υπάρξει. Οχι δεν είναι αυτό χιούμορ, δεν είναι πνεύμα, είναι ένας ανιαρός μανιερισμός του τύπου «εφευρίσκω τον εαυτό μου και τον πουλάω σαν κάτι άλλο εμπρός σε απελπισμένους θεατές».

Ο αείμνηστος Χατζιδάκις ονόμαζε γνωστό, πολυπράγμονα τραγουδιστή «Μαγάρα» με την έννοια ότι μαγάριζε οικειοποιούμενος όλα τα είδη. Με ανάλογο τρόπο λειτουργούν κι οι γυάλινοι δυνάστες μεταμορφώνοντας σαν την Κίρκη τους συντρόφους σε χοίρους και, αντίθετα από τον Μίδα, το χρυσάφι σε πίτουρα...

ΥΓ. Γράφει ο Κάλας από το Μανχάταν το 1977: «... Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιοδέντρων / επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι / τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους / τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton / και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους βουδιστές / του Colorado αναρχικούς κι αιρετικούς. Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο κάθε Κομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Αθωνα / τις πυραμίδες, την Αφροδίτη. / Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου / στις αρτηρίες της Βαβυλώνας / στην παλάμη του μέλλοντος».

Αυτοί είμαστε, Αλέξη μου, μην το ξεχνάς!


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/11/2006


Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΛΑΓΝΕΙΑΣ





Της Σίας Κ.


Αγανάκτησις Καίσαρος Εμμανουήλ:
-Κυρία τηλεόρασις, θα σταματήσεις
να μας κόβεις την χολή με τας ειδήσεις;
Μάριος Μαρκίδης


 

ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΣΤΕ την αδυναμία μας. Το ωχρό μας είδωλο στον καθρέφτη. Δηλαδή τα μάτια του άλλου, που βλέπει, συνήθως, ό,τι δεν είμαστε. Και που πιστεύει ό,τι δεν εννοούμε. Και που βολεύεται απ' αυτή την αναπηρία των αισθημάτων γιατί κατ' ουσίαν, αυτό που θέλει είναι να μην αποκαλυφθεί το προσωπικό, εσωτερικό του έλλειμμα. Η ανικανότητά του. Ο έρωτας είναι το πιο πρόσφορο μέσο της εφηβείας για να γνωρίσει τον εαυτό της και τον κόσμο. Επειδή είναι το πιο εγωπαθές συναίσθημα, η πιο ανασφαλής επένδυση. Στον έρωτα δεν προσελκυόμαστε τόσο από ένα σώμα όσο από το φάντασμά του. Γι' αυτό και είμαστε ικανοποιημένοι περισσότερο με τα μάτια κλειστά παρά ανοιχτά. Κι όσο η πείνα δεν κορέννυται τόσο το βλέμμα γίνεται όλο και πιο εσωτερικό. Ως το έσχατο ξόδεμα. Ως την τελευταία φάση του έρωτα. Ως την ολοκλήρωσή του. Που είναι η προδοσία.

ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

ΞΟΔΕΥΟΥΝ δύναμη ακόμη κι οι αδύναμοι. Οι αισθήσεις πληθύνονται σαν τους ιχθύς του Ευαγγελίου και οι τυφλοί αναβλέπουν, ενώ η ένδειά τους αποδεικνύεται πλούτος. Ο,τι πονάει είναι το ίδιο στο τέλος που γιατρεύει και το δράμα λάμπει αναστάσιμα. Στην αγάπη, η δυσκολία γίνεται συνήθεια και η ομορφιά ηθική, δηλαδή τρόπος να ζούμε την καθημερινότητά μας ποιητικά. Αρα η αγάπη είναι ο κατ' εξοχήν εχθρός της σημερινής κοινωνίας της αγοράς και των αποστειρωμένων αισθημάτων. Είναι αυτός ο τρόπος που αντιβαίνει ολοκληρωτικά τον κυρίαρχο τρόπο. Αυτόν που μας έμαθαν οι γονείς μας κι αυτόν που μεταδίδουμε στα παιδιά μας, πιστεύοντας πως έτσι τα προστατεύουμε από τους κινδύνους της ευαισθησίας. Οι άνθρωποι του σήμερα για να επιβιώσουν και για να θεωρούνται επιτυχημένοι, οφείλουν να είναι σκληροί, ατομιστές, εγωκεντρικοί, επαγγελματίες των αισθημάτων. Εξ ου και η τεράστια μοναξιά ένα γύρω. Οι άνθρωποι μόνοι τους, απίστευτα μόνοι τους, όλο και περισσότερο.

ΕΤΣΙ, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΞΙΣΩΝΕΤΑΙ με το σεξ. Από απελπισία. Κι αυτό πάλι γίνεται, κατά μόνας. Η κοινή παρουσία δύο σωμάτων είναι περιστασιακή, λυμφατική κι αδέξια. Αμέσως μετά θα ακολουθηθούν διαφορετικοί δρόμοι. Τι αστείο! Στην εποχή της ερωτικής υπερπροσφοράς και του εύκολου, του εύκολα εξαγοράσιμου ερωτισμού ο έρωτας λείπει. Συρρικνώνεται και εγκαταλείπει. Τα σώματα γίνονται μηχανές όλο και πιο τελειοποιημένες, δηλαδή όλο και πιο ανίκανες να εκτεθούν, να γνωρίσουν, να δώσουν, ν' αφεθούν, να πονέσουν λυτρωτικά. Η μεταμοντέρνα συνταγή ευτυχίας απαγορεύει τον πόνο. Και είναι αυτή η φενάκη που πολλαπλασιάζει το ανικανοποίητο και τη δυστυχία των ανθρώπων ώς τα όρια της απελπισίας.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Ο ΕΡΩΣ ήταν θεός τρυφερός και τρομερός, στην εποχή του Διαφωτισμού και της τέχνης του ροκοκό υποβιβάστηκε σε κοσμικό φαρσέρ και μεταπράτη της ηδονής. Θυμηθείτε τον Λακλό και τις «Επικίνδυνες σχέσεις» ή την ομόδοξη ταινία «Βαλμόν» του Φόρμαν. Σήμερα ο έρωτας είναι ψυχαναλυτής που πληρώνεται πανάκριβα για τις συνεδρίες του ή διπλωματούχος - γυμναστής - από τα ΤΕΦΑ που δουλεύει στα βόρεια προάστια και το πρωί μαγειρεύει για κάποια τηλεοπτική Ρούλα ή Βούλα, θα σας γελάσω. Αυτά τα πρότυπα καταναλώνουμε και πιστεύουμε ότι έτσι θα υπερβούμε τον τρόμο του σώματος και το σώμα του χρόνου· με εξτένσιον, πίλινγκ και τα συναφή.

ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΚΤΟ, σχεδιαστές και γραφίστες, έκανα κάποτε το εξής πείραμα: έβαλα τα αγόρια να σχεδιάσουν από μνήμης το γυναικείο φύλο και τα κορίτσια το άρρεν. Τα δεύτερα δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Από την αρχαιότητα ακόμα τα εξωτερικά γεννητικά όργανα, π.χ. του Ηρακλή, προσφέρονταν στη δημόσια θέα. Τ' αγόρια όμως τα βρήκαν σκούρα παρ' ότι επαίρονταν για την πλούσια σεξουαλική τους εμπειρία. Κατ' ουσίαν το σώμα του συντρόφου μας είναι ένας άγνωστος. Κι ακόμη χειρότερα, είναι ένας άγνωστος που δεν θέλουμε ή φοβόμαστε να γνωρίσουμε. Η τηλεόραση επ' αυτού παίζει έναν πολύ αρνητικό ρόλο, πλασάροντας ως γυναικεία ή ανδρικά πρότυπα κάποια ά-φυλα, ερμαφρόδιτα πλάσματα που υποβιβάζουν την επιθυμία σε συνδικαλισμό και την επαφή σε «στάση» και πόζα της showbiz.

ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΑ ΘΕΜΑΤΑ καταπιαστήκαμε σήμερα. Με πράγματα που δεν συζητιούνται και δεν διευκρινίζονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν κιόλας! Το μυαλό μου γυρίζει συνεχώς στ' αδικοχαμένα παιδιά των συνεχιζόμενων ηλίθιων, τροχαίων δυστυχημάτων. Στον έρωτα που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν. Στη ζωή που γεύτηκαν τόσο λίγο (αλλά πάντως στην πιο τρυφερή και αθώα εκδοχή της). Στην ευθύνη, τέλος, όλων μας καθώς η οδική βία και η προσωπική μας παράνοια διόλου δεν έχουν συσταλεί. Κοιτάζω γύρω μου τα τρελά βλέμματα των εγκλωβισμένων οδηγών. ΟΛΟΙ τους, όλοι μας είμαστε υποψήφιοι δολοφόνοι. Και διόλου δεν σκεφτόμαστε πως ο «αντίπαλός» μας στη διπλανή λωρίδα τον οποίο εξωθούμε σε συμπλεγματική κόντρα ή σ' επιδειξιομανή σούζα, μπορεί να 'ναι το παιδί μας. Ανθρωποειδή ανέραστα και καταδικασμένα όχι στη μοναξιά -που είναι ιερή- αλλά στη μόνωση, ανεγκέφαλοι «κάποιοι» επιδεικνύουν στην άσφαλτο το μόνο προσόν που διαθέτουν: ένα απαστράπτον αυτοκίνητο, ιδανικό τους φέρετρο για το πουθενά... Κι αμέσως μετά ο κατασκευασμένος τρόμος για τις ειδήσεις των 8.


ON OFF - 10/10/2004

Αντηλιά



Οδός Πυθέου, Νέος Κόσμος, Χειμώνας 1959





Θέλω τον ήλιο! (φινάλε των «Βρικολάκων» του Ίψεν)

Μνήμη τεθνεώτων

Στις μέρες του χειμώνα, με την περιορισμένη ηλιοφάνεια, η λιακάδα βιωνόταν, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν το χρόνο, σαν υπέρτατη προσφορά. Κυριακή, δεκαετία του '50, σε μια γειτονιά του Νέου Κόσμου, στη οδό Πυθέου. Λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό, συνήθως πατάτες με κρέας στο φούρνο ή κοκκινιστό με μακαρόνια, η οικογένεια ποζάρει γύρω από τον λευκασμένο παππού ρουφώντας κυριολεκτικά τον ήλιο και μισοκλείνοντας τα μάτια στην αντηλιά με ευδαιμονία. «Αντηλιά», λέξη η έννοια της οποίας δύσκολα συναντάται σ' άλλη γλώσσα, καθώς σημαίνει τη μουσική αντήχηση του φωτός σε μιαν επιφάνεια που δημιουργεί τις απόλυτες σκιές προσώπων και αντικειμένων.

Οι άνθρωποι εδώ εκτίθενται στον φακό, ευτυχείς που έχουν επιζήσει από μια λαίλαπα και αθώοι, ακόμη, από τα επερχόμενα κακά. Εκφράζουν το ήθος της εποχής, το στηριγμένο στην απόλυτη ανέχεια και την αυτονόητη αξιοπρέπεια. Οι μικρές χαρές είναι τεράστιες στα μάτια τους, τα θαμπωμένα απ' την αντηλιά του καινούριου άγνωστου που έρχεται γοργά. Τρεις γενιές έχουν παραταχθεί μ' ενστικτώδη ιεράρχηση βάζοντας συνειδητά στο κέντρο τον γέροντα και τα δύο μικρά. Χωρίς τις σάχλες ενός μελό ρομαντισμού τύπου Ιακωβίδη και γερμανικής σχολής, το γήρας δεν καθίσταται γραφικό και η παιδικότητα δεν αναλίσκεται αδαπάνως (νεοελληνιστί, «τζάμπα μπεμπέ»). Ούτε βέβαια παρατείνεται εσαεί, όπως συμβαίνει σήμερα με τους παλιμπαιδίζοντες μεσήλικους και τους δεσμώτες ή τις δεσμώτριες μιας παρατεταμένης, με ψυχικά μπότοξ, εφηβείας.

Σας έλεγα τις προάλλες πως ο χρόνος είναι χρώμα, εννοώντας πως η στιγμή μπορεί (και) να συλλαβίζεται σύμφωνα με την κίνηση του ήλιου στον απέναντι τοίχο ή τη μεταβολή της απόχρωσης του βιολέ κατά την ώρα της Δύσης. Είναι τότε, δηλαδή κάθε μέρα (!), που όλοι (θα μπορούσαμε να) μεγαλώνουμε ευτυχισμένοι μέσα από την έκσταση του ηλιοβασιλέματος, χωρίς μιζέριες για την απώλεια του χρόνου αλλά με τη συνείδηση (ενός ακόμη) θριάμβου. Το φαντάζεστε; Κάθε δειλινό θριαμβεύουμε απλώς (επι)ζώντας! Αρκεί, βεβαίως, να έχουμε αξιοποιήσει πριν την επίσκεψη της αντηλιάς στο κατώφλι των επιθυμιών μας.

Ο άντρας με το μουστάκι, η γυναίκα με τα μαύρα, το κοριτσάκι με το φιόγκο, το αγοράκι με τα λουστρίνια και τα σοσόνια, τα γιλέκα, οι καρό φούστες και τα ταγέρ των ενηλίκων, οι καρέκλες με τις σκιές τους στον ξεφλουδισμένο τοίχο, η μορφή δεξιά που μόλις φαίνεται από το σπαστό παράθυρο, το τσιμεντένιο, χωρίς πλακάκια, πεζοδρόμιο, το χώμα του δρόμου, όλα τα επιμέρους συγκροτούν ένα όλον που ως συγκολλητική ουσία του έχει την κυρίαρχη αντηλιά. Αυτή μελώνει τα βλέμματα των προσώπων τυραννώντας τα τρυφερά, αυτή διαγράφει τις λιγνές σιλουέτες -η εθνική μας παχυσαρκία δεν έχει ενσκήψει ακόμα ούτε βέβαια έχει εκδηλώσει ηγετικές φιλοδοξίες-, αυτή εμψυχώνει τον πεζοπόρο φωτογράφο που γύριζε τις γειτονιές προσφέροντας επαγγελματικά εκδοχές αιωνιότητας, αυτή τον καθιστά πραγματικό άγγελο φωτός. Η συγκυρία, τέλος, έκανε ώστε πέντε βλέμματα να κοιτούν το φακό και τρία να υποκύπτουν στην αντηλιά δημιουργώντας αντιστικτικά, φούγκα. Ο χειμώνας και η υγρασία του τοίχου εδώ κατατροπώθηκαν και οι άνθρωποι του ήλιου κυνηγούν το φωτεινό θήραμά τους από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο...

Προφανώς είναι Κυριακή. Επειδή οι άνθρωποι φορούν τα καλά τους, επειδή ανταλλάσσουν επισκέψεις -με πάστες ή φοντάν και, το απαραίτητο, λικέρ-, επειδή έχουν χρόνο να σπαταλήσουν χαζολογώντας στην αντηλιά. Μια καθημερινή μέρα θα βρίσκονταν στις δουλειές τους, σοβαροί και συγκεντρωμένοι, χωρίς διάθεση για φωτογραφικούς συναισθηματισμούς ή άλλα τέτοια. Η Κυριακή, όμως, είναι το γέρας της εβδομάδας, είναι ο χρόνος που πλατειάζει εορταστικά για να εξορκιστεί η μελαγχολία που επίκειται. Μόλις βραδιάσει. Ακόμη, όμως, ο ήλιος κρατάει, η αντηλιά αντηχεί και το τραπέζι-σύμβολο της family reunion, περιμένει. Η φωτογραφία θα βγει σε αρκετά αντίγραφα και θα μοιραστεί ενθύμιον σε συγγενείς ή φίλους. Για να στολίσει πορτοφόλια, άλμπουμ ή εταζέρες...

Τώρα κάποιοι έχουν πεθάνει και κάποιοι βρίσκονται σε ηλικίες που (πρέπει να) διαλογίζονται το θάνατο. Τώρα το μονώροφο σπίτι κι ο μέσα κήπος έγιναν νευρωτική πολυκατοικία με θυροτηλέφωνο για να ελέγχει τους επισκέπτες και τον ήλιο. Τώρα ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε. Η αντηλιά, όμως, επιμένει πάντα στον νέο, σαγρέ τοίχο με τα γκράφιτι και τα μηχανάκια. Κι οι καινούριοι άνθρωποι δεν έχουν παρά να βγουν έξω...

Αλληλογρ.: Κυρία Μαρία Μπασλή, συμφωνώ με τα περισσότερα της πολυσέλιδης επιστολής σας. Φοβάμαι, όμως, πως δεν κάνω ούτε για γκουρού ούτε, καν, για τεκνό. Κυρία Αλ. Γούλα, μ' αρέσει όπως διατυπώνετε. Ιδιαίτερα όταν γράφετε για μουσική.


7 - 07/10/2007

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Ποιος είσαι;


Η νύχτα και το φεγγάρι που γεμίζει,το παιχνίδι 
των σκιών,το μυστικό πως όλα θα γίνουν καλύτερα.
Στην ευτυχία που δικαιούμαστε. Αύριο...

Ποτέ γνωρίζουμε καλύτερα τον άλλον; Όταν είμαστε μαζί ή όταν έχουμε χωρίσει; Όταν τον κρατάμε στην αγκαλιά μας και αισθανόμαστε κατάβαθα τη γλύκα της ασφάλειας ή όταν πια έχει φύγει χτυπώντας με οργή την εξώπορτα πίσω του; Ειλικρινά δεν ξέρω. Αν και γνώρισα κάποιους ανθρώπους στ´ αλήθεια, όταν πια είχε μπει ανάμεσά μας σαν σύννεφο ομίχλης η απόσταση και ο χρόνος. Τους είδα όπως ήταν όταν δεν τους έβλεπα πια! Για να συνειδητοποιήσω, κάπως αργά, ότι ήμουν μαζί με κάποιον άλλον. Ίσως και για χρόνια. Κάποιον που δεν υποπτευόμουνα και που ο συναισθηματισμός μου μ´ εμπόδιζε να γνωρίσω. Απ'την άλλη,πιστεύω πως κάθε γνωριμία,κάθε σχέση είναι ένα είδος άσκησης για τη μεγάλη σχέση που θάρθει κάποτε. Έτσι είναι. Χρησιμοποιούμε τους άλλους και μας χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ώσπου να εμφανιστεί ο άλλος που θα γίνει δικός. Αν έρθει ποτέ κι αν γίνει. 
Έτσι είναι. Ως τότε θα ερωτευόμαστε ένα φάντασμα, το manequino εκείνο, σαν τα ανθρωποειδή του De Chirico, που έχουμε φτιάξει τόσο με τα χέρια όσο και με τη φαντασία μας. Τον πραγματικό σύντροφο όμως θα τον γνωρίσουμε, αν τον γνωρίσουμε, μόνο μετά. Μόνο με την απόσταση ανάμεσά μας. Χωρίς τα γλαρωμένα βλέμματα ή τα υγρά χείλια. Χωρίς τα λόγια, προπάντων αυτά, αλλά με τη σιωπή. Προπάντων αυτή. Ακριβώς όπως απομακρυνόμαστε για να βλέπουμε καλύτερα έναν πίνακα.Για να τον δούμε συνολικά. Και είναι τότε που η γνώση του άλλου, η ουσιαστική του γνωριμία, δεν έχει καμιά σημασία, πιά.  

ΥΓ .Οι σονάτες για τσέλο του Μπετόβεν με τον Πάμπλο Καζάλς (τον οποίο η Σία δεν ήξερε). Δεν πειράζει Σία, ξέρεις άλλα. Απλώς ένας μικρός Παρθενώνας στη καρδιά του ευρωπαϊκού Κλασικισμού, ένα σύνολο βαθύ που λέει όλα όσα νιώθεις μεν αλλά δεν μπορείς να πεις εσύ. Εντέλει, αλίμονο σ'όσους δεν νιώθουν. Σκεφτείτε,υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν ένα σούπερ μάρκετ απ´ ένα μουσείο. Κυρίως γιατί σ'ένα μουσείο περισσότερο απ´ τα έργα πρέπει να δεις τον εαυτό σου.Κι αυτό δεν το αντέχουν.
    
ΥΓ 2.Ο Αριστοτέλης έγραψε στα Φυσικά πως η τέχνη, όταν δεν μιμείται τη φύση, ολοκληρώνει όσα η φύση αδυνατεί να τελειοποιήσει. Κι ο Νίτσε πως τέχνη είναι εκείνο το ψέμα που κάνει υποφερτή την πραγματικότητα (την αλήθεια ).

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Μεθεόρτια

Μεθεόρτια λύπη όπως την είδε η Αριάδνη Στεφανίδη
 
Απάσας και άπαντας τους συμμετασχόντας στον χτεσινό βαρύτατον εορτασμόν μας ολοψύχως συλλυπούμεθα. Προσωπικά ευχαριστήρια δεν θα αποσταλώσι. Ουφ! Πέρασε κι αυτό. Του χρόνου πάλι αν αντέξουμε. Του χρόνου και του Κρόνου που τρώει τα δικά μας παιδιά, τις μέρες μας, τα χρόνια μας...

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Γενέθλια

Μνήμη των ξαδέλφων μου Λευτέρη Ταμβακοπούλου και Αλέκας Μπαζανή-Βλάχου που έφυγαν στη διάρκεια αυτού του καταραμένου Ιουλίου, ανάμεσα σε δυο πανσελήνους. Φαντάζομαι θα συμφωνούσε ο Μάνος, δεν είναι μόνο ο Απρίλης ο μήνας ο σκληρός. 

 
24 Ιουλίου, η επέτειος της φαλκιδευμένης μας Δημοκρατίας. Και τα γενέθλιά μου. Μη ρωτάτε τι κλείνω, ρωτήστε τι ανοίγω. Πετάω το παρελθόν σαν μολυσμένο κουφάρι, που θα έλεγε και ο Ναούμ Γκάμπο, και προστρέχω στο μέλλον και τις θεότητες του. Εξάλλου η νεότητα δεν είναι ηλικία, είναι στάση, είναι τρόπος να ζεις, είναι η βούληση του να είσαι αλλιώς. 
Επίσης μόνο οίκτος για κάποιους γερασμένους εικοσάρηδες που αγωνιούν από τώρα για τη συντάξη τους, που κρύβονται πίσω από την ασφάλεια του μέτριου, που υποδύονται τον έρωτα μέσα από κλισέ, χωρίς αληθινά πάθη, αλλά με συνταγές παθών. Αλλά και χωρίς εκείνη την ηδονή του κενού, τη μόνη ηδονή που νομιμοποιεί, λόγω υψηλού κόστους, όλες τις υπόλοιπες. Γιορτάζω λοιπόν και γιορτάζω μόνος, χαρούμενα λυπημένος, ερήμην της γενιάς μου, που ξεπούλησε και ξεπουλήθηκε, που αρνήθηκε να ωριμάσει, να επωμισθεί τις ευθύνες της ιστορίας, νομίζοντας πως έτσι δεν θα γεράσει ποτέ. Και τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, κοιτάει αλλού, αδιάφορα, χωρίς ενοχές. 
Αυτό ήμουν πάντα. Μη σας φαίνεται αλαζονικό. Γεμάτος λάθη ή αδυναμίες αλλά και σταθερά μόνος εναντίον όλων. Το μόνο μου παράσημο: "Μόνος μου και όλοι σας". Κάνοντας τον απολογισμό ξέρω τι ΔΕΝ κέρδισα. Τουλάχιστον ας συνειδητοποιούσαν όλοι οι άλλοι γύρω μου, έστω για λίγο, τι έχουν χάσει ζώντας χωρίς να ζουν. Πόση ζωή του έφυγε από τα χέρια, πόσοι έρωτες κακοφόρμησαν από ανία και έλλειψη πάθους. Α, το πάθος πληρώνεται πάντα, και μάλιστα ακριβά. Αλίμονο αν δεν ήτανε έτσι. Εγώ περιμένω το αύριο και το καινούριο που θα μου φέρει. Πόσοι ακόμα το μπορούν;

ΥΓ. 1 Η σύντροφός μου κάθε βράδυ ή σχεδόν, πολλά απογεύματα ή νωρίς το πρωί, ακούγοντας τη μουσική που αγαπάμε, με πείθει πως είμαι νέος και εγώ της το ανταποδίδω με ευγνωμοσύνη. Είναι ένας τρόπος να μετράω το χρόνο με δευτερόλεπτα έντασης και όχι με χρόνια πλαδαρότητας, με την ηδονή όχι διάλειμμα αλλά κατάσταση και με τα γενέθλιά μου να γιορτάζονται κάθε μέρα, ή σχεδόν...
ΥΓ. 2 Γενέθλια σημαίνουν εκείνη τη μέρα που κανείς αναμετρά το παρελθόν με όρους μέλλοντος και τον θάνατο με όρους ζωής.
ΥΓ. 3 Οι φίλοι μου ας ακούσουν το δημοτικό τραγούδι "τ´ αντρειωμένου τ´ άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται..." σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη και την ιερή φωνή της αγαπημένης Βίκυς Μοσχολιού. Επίσης, την Première Gymnopédie: Lent et douloureux του Erik Satie, για να ευθυμήσουμε λίγο!
ΥΓ. 4 Η τέχνη,όπως και η γιορτή,είναι εκείνο το ψέμα που κάνει λίγο λιγότερο αποκρουστικό το ψέμα της ζωής.