Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Νιόνιο, Αναστατώνομαι!



Είπαμε: στη σημερινή Ελλάδα οι μόνοι ευτυχισμένοι είναι οι πολιτικοί, οι διαφημίσεις κι όσοι επωφελούνται απ' αυτές.
 
Κάνει σουξέ αυτό τον καιρό η καινούρια, πάντα kitsch, διαφήμιση για τα Τζάμπο με τη λαϊκή τραγουδίστρια Στανίση. Όμως επίσης τρέχει και η διαφήμιση-έκπληξη της Nova με τον πολύ Διονύση Σαββόπουλο. Καταιγιστικές εικόνες, μοντάζ επιπέδου, μουσική και ερμηνεία που παραπέμπουν στα παλιά. Μόνο που πρόκειται κι εδώ για ... διαφήμιση. Το καλλιτεχνικό ύφος, κερδισμένο και καταξιωμένο απ' τον χρόνο, τώρα εκποιείται σε μια Φίρμα. Δεν ασχολούμαι καν με τον συμβολισμό. Το ότι δηλαδή η τηλεοπτική εικόνα, εν πολλοίς υπεύθυνη για το κοινωνικοϊδεολογικό αλαλούμ που ταλανίζει τη χώρα, εξαγνίζεται μέσα από τη φόρμα του Σαββόπουλου η οποία θυμίζει το “Περιβόλι του τρελού” ή το “Βρώμικο ψωμί”. Θα μου πείτε αυτό σ' ενοχλεί; Ναι, μ' ενοχλεί που ένας μύθος της γενιάς μου μετράει τόσο λίγο το όνομά του. Το κουβαλάει με τέτοια ελαφρότητα. Ας πούμε, ο Μάνος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Ούτε κι ο Μίκης, παρά την όποια του αδυναμία. Βλέπετε, και η αισθητική είναι θέμα αισθητικής. Πριν χρόνια είχα γράψει με βαριά καρδιά το παρακάτω πολύ αυστηρό κείμενο για το Νιόνιο. Λυπάμαι που ακόμα παραμένει επίκαιρο:

Απάντηση στο Νιόνιο,

«Είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια»
Λαϊκισμός λαϊκοέντεχνος

Ο Διονύσης Σαββόπουλος σε συνέντευξή του στο «Ποντίκι» δηλώνει εμφαντικά. «Τιμώ τον Πάγκαλο αλλά δεν τα φάγαμε μαζί». Για να τιμά τον κ. αντιπρόεδρο, προφανώς έχει το λόγο του, ως προς το δεύτερο όμως σκέλος της δήλωσής του υπάρχουν συγκεκριμένες ενστάσεις:
Αγαπητέ Νιόνιο, δυστυχώς μαζί τα φάγατε. Αυτοί ως εξουσία που συναλλάσσεται και εξαγοράζει, εσύ ως ευφυέστατος πλην θεσμικός καλλιτέχνης που παρέσχες αφειδώς στο σύστημα το άλλοθι που είχε ανάγκη. Επειδή έχει περάσει θλιβερά πολύς καιρός από το «Βρώμικο Ψωμί», την ελεγεία του Κοεμτζή, ή τον «Πολιτευτάκια». Αλλά ακόμη και από την εποχή που χλεύαζες τον τύπο εκείνο με την πιτυρίδα, το μούσι και το τσαντάκι, τον ενημερωμένο από τον Κακαουνάκη ή τους κωλοέλληνες που λίγο ρατσιστικά αμαύρωναν την αρχαιοελληνική (σου) καθαρότητα. Έπειτα ήρθαν τα μητσοτάκ, οι κολεγιές με την κυρία Μαρίκα, οι κρατικές, εθνικοπατριωτικές συναυλίες με τον υπουργό Βαρβιτσιώτη -είχες βλέπει και το γιό σου φαντάρο- αλλά και οι απίστευτα χαριτωμένες μεν, παπαροειδείς δε κοινότητες των Ελλήνων που με ορθοδοξίες και άλλες κοινοτοπίες φτιάχνουν άλλους γαλαξίες κλπ. Μετά ήρθε ο Μυλοπόταμος και οι Φιλιππινέζες συν τα πατριαρχεία . Εν ολίγοις ως main stream καλλιτέχνης κατάφερες, νόμισες, να έχεις και τον σκύλο και τη πίτα ακέραιους. Είναι έτσι όμως; Τι σχέση έχει ο Νιόνιος του «Κύτταρου» και του «Ροντέο» με το Μέγαρο και Παλλάς; Μονάχα το αναλλοίωτο στυλ ενός ταλέντου που ξέρει οβιδιακά να μεταλλάσσεται για να βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα. Να γιατί τα φάγατε μαζί. Προς θεού δεν υπαινίσσομαι αρπαχτές ή ποινικά κολάσιμες πράξεις. Υποστηρίζω ευθέως ότι κι εσύ υπήρξες από νωρίς τμήμα της συγκάλυψης. Της αποσιώπησης και της κυρίαρχης συναίνεσης οι οποίες καταδίκασαν αυτόν τον τόπο στη νιρβάνα της άγνοιας και στο σκοτάδι του «έχει ο Θεός». Σ΄ εκείνο το γιαλαντζί εκσυγχρονισμό δηλαδή όπου όλα αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, αρκεί να μην θιγεί το star system και τα κυρίαρχα ιδεολογικά στερεότυπα. Αυτόν τον φασιστοειδή, πολυσυλλεκτικό λαϊκισμό, τέλος, που εξίσωσε την ποιότητα ζωής με τη χυδαία κατανάλωση και την τέχνη με τη φαντασμαγορία ή την άνευ όρων διασκέδαση. Αυτόν πληρώνουμε τώρα. Και ως προς αυτό φταίμε όλοι. Αφού οι κεφαλές του τόπου κοιτούσαν απλώς την καριέρα τους. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Όσων έγκαιρα προέβλεψαν την κρίση αποκαλύπτοντας και κριτικάροντας τους μηχανισμούς που την προκαλούσαν. Και γι αυτό υπέστησαν περιθωριοποιήσεις αποκλεισμούς κλπ. Μπορείς να το φανταστείς, εσύ ο αγαπημένος των ΜΜΕ, με το κάπως αφ΄ υψηλούς υφάκι; Διανοητές ή δημιουργοί όπως ο Παναγιώτης Κονδύλης ή ο προφητικός Βλάσης Κανιάρης του «Ελλάδα αλίμονο» από το 1980, ήσαν δια βίου αποσιωπημένοι από τα κυρίαρχα έντυπα και κάποια τσογλάνια της δημοσιογραφίας, Η λίστα λ.χ. των κομμένων από τον ΔΟΛ υπήρξε περιώνυμη. Αντίθετα οι εύκολες γραφίδες ή οι καλλιτέχνες – διακοσμητές, όλοι δηλαδή οι σημαιοφόροι μιας συγκίνησης σε τιμή ευκαιρίας, πρωταγωνιστούσαν. Αστειάκια, εξυπναδούλες, δηθενιές, κασσανδρισμοί εκ του ασφαλούς και στον ρόλο του Χορν ο Φασουλής. Επίσης, άλλοι «διεθνείς» μας συγγραφείς ή δαφνοστεφανωμένοι ποιητές της αριστεράς έπαιρναν αιωνόβιες εκπομπές στη τηλεόραση –για να ταυτίζεται στο διηνεκές η κουλτούρα με τη νύστα–, χρυσοφόρες θέσεις στο κράτος του ωραίου και παράλληλα έναν φωτοστέφανο που τους θεοποιούσε εν ζωή με το αζημίωτο. Να γιατί σταμάτησε να γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης αν θυμάσαι, να γιατί αναχώρησαν αυτοβούλως ο Χειμωνάς κι ο Λάγιος, να γιατί μαράζωσαν εκτός κρατικών επιχορηγήσεων ο Νίκος Νικολαίδης ή ο Άρης Ρέτσος ενώ αντίθετα ο Δημήτρης Λιγνάδης ή Κακαουνάκης γελοιοποιούν την Επίδαυρο και δεν κουνιέται φύλλο!
Μεγάλε τραγικέ, της τέχνης, ρετιρέ
ευάερο, ευήλιο, διαμπερέ! (sic).
Τι πνεύμα! Τι δράμα, λοιπόν, η σιωπή των αμνών - διανοούμενων! Ο άλλος πικρόχολος Σαλονικιός φίλος σου Χριστιανόπουλος το είπε καλά. «Φανταστείτε που έχει φτάσει ο τόπος όταν θεωρούν μεγάλους ποιητές τη Δημουλά κι εμένα!». Εκεί φτάσαμε. Όλοι με όλα. Και με τον Κωστάκη και με τον Γιωργάκη. Και με τους «ομιχλιστές» και με τα κατά παραγγελίαν βραβεία ή το κρατικό χρήμα. Και κυρίως με ένα νεποτισμό που συνεχίζεται, αδιαμφισβήτητος, κι ένα υπουργείο πολιτισμού γεμάτο ανέμπνευστους κλειδοκράτορες που απλώς μοιράζουν πολιτιστικό χρήμα. Κανείς δεν αντιστέκεται; Αντιστεκόταν το «Αντί» γι΄ αυτό είχαμε καταντήσει γραφικοί οι συντάκτες του. Αντιστέκονται ακόμη κάποιοι δημοσιογράφοι που είναι εργαζόμενοι αλλά όχι υπάλληλοι του αφεντικού τους. Ούτε, πολύ χειρότερα, συνέταιροι. Όπως ο Στάθης ή ο Κ. Αγγελόπουλος ή ο πρόωρα αποσυρμένος -από αηδία- Βασίλης Καββαθάς. Καταλαβαίνεις βέβαια γιατί μου λείπει ο Μάνος Χατζιδάκις και ο ποιητικός – διαβρωτικός λόγος του. Η οξύτατη, παρέμβαση του στα κοινά που ήταν αριστοκρατική άλλα ποτέ αφ υψηλού. Τελικά όλοι όσοι αντιστέκονται είναι αριστοκράτες. Σαν τον Δήμο Θέο ή τον Κωστή Παπαγιώργη ή τον Δημήτρη Αληθεινό ή τον Νίκο Μπάικα ή τον συνθέτη Χάρη Βρόντο (απολυμένο πλέον από το Γ΄ πρόγραμμα)!
Έτσι λοιπόν σήμερα η αποστροφή σου για τους κωλοέλληνες επειδή είναι αφ υψηλού αλλά δεν αγγίζει την ουσία της νόσου, μου θυμίζει την σιδερωμένη έκφραση της Όλγας Τρέμη. Και δεν τσιμπάω. Όχι άλλη, μεταλλαγμένη ΚΝΕ πια στο δημόσιο βίο. Νιόνιο, υπήρξες ο πιο προικισμένος της γενιάς σου και έχεις γράψει συνταρακτικά πράγματα. Αλίμονο, σήμερα η μουσική σου προκαλεί συγκίνηση ή και νοσταλγία. Σίγουρα πάντως αμηχανία. Σου θυμίζω την Καλομοίρα στο Ηρώδειο του Μητρόπουλου και της Wiener Philarmoniker. Και ποτέ πια σοκ. Και αυτό είναι άδικο. Πρωτίστως για σένα…



ΥΓ 1
Τρώγαμε στο ουζερί του καπετάν Μιχάλη, στη Φειδίου, ο Γουδέλης, ο Καββαθάς και ο Βεριόπουλος όταν μας αιφνιδίασε μια εξαιρετική πλανόδια μπάντα. Ρουμάνοι και Αλβανοί αδελφωμένοι. Τι ρούμπες, τι σουίνγκ, τι αυτοσχεδιασμοί! Τι ηρωικό πράγμα τελικά η καθημερινότητα! Μαγεία. Αυτούς πρέπει να τους επιχορηγεί το ΥΠΠΟ, πέταξε ο Βασίλης και γελάσαμε. Τώρα όμως που καλοσκέφτομαι δεν είναι αστείο. Οι μπάντες αυτές διατηρούν ακόμη εκείνο τον αυτοσχεδιαστικό τρόπο της χαράς που τόσο λείπει στα μαραζωμένα μας στέκια. Θυμάσαι Νιόνιο;
Κι επίσης επειδή ισορροπούν ρωμαλέα πάνω στη τεντωμένη κλωστή της τέχνης και της επιβίωσης.
ΥΓ 2
Τελικά και από το υπόγειο φαίνεται η θάλασσα. Ευτυχώς. Μόνος που πέρασε πολύς καιρός χωρίς να γίνει το θαύμα σε αυτόν το τόπο. Τι κι αν κατεβαίνει ο Άγγελος; Βρίσκει στέρφα τη λίμνη.
ΥΓ 3
Όταν έμπαινε ο Δούρειος Ίππος, οι Τρώες έβλεπαν μπάλα στην τηλεόραση. Όπως και τώρα...

20/3/2011


Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

A André Evrard



Derrière les phénomènes se cachent toujours les idées


Repons XV (2009)

65 x 92 cm
Huile sur toile



Je n'avais pas imaginé rencontrer, dans un vieil atelier près du château de Neuchâtel et de sa Collégiale, non loin du lac, un véritable artiste platonique.
Il s'agit d'André Evrard (1936), un peintre qui transforme les stimuli optiques et les moyens matériaux de son art en images qui, plus que toute autre chose, reflètent des idées. Bien évidement il y a la lumière et ses ombres, la densité et les transparences de la couleur, les formes nettes qui dialoguent avec la géométrie, les graduations toniques qui, tant dans ses huiles que dans ses gravures, aquarelles ou dessins, racontent des paroxysmes, des tensions ou des pertes. Mais il y a quelque chose de plus: il s'agit du drame de la matière qui lutte pour se dépasser elle-même, pour réaliser, de par sa dynamique interne, des idées. Disons, par exemple, l'idée de l'élégance, de la clarté, de la finesse, de la méditation, de la mélancolie, de la musique des choses qui ne proviennent pas d'instruments de musique. L'idée de la musique par d'autres moyens.

Une approche historico-théorique classerait le travail d'Evrard dans l'abstraction concrète ou dans une sorte de peinture conceptuelle. Pourtant les classifications s'épuisent en général à la surface et elles ne touchent pas à l'essentiel. Et en l'occurrence, l'essence est ici liée à la métamorphose continuelle de l'élément matériel en élément spirituel. Cela paraît simple mais ça ne l'est pas. Puisque nous vivons à l'époque du marché de l'image, de la fantasmagorie des images qui n'ont que peu à faire avec la vérité et l'engagement de la peinture. Evrard défend avec dignité cet engagement et par son œuvre contemplative et idéaliste, il fait une proposition presque politique. L'art exige le don de soi et devient une manière de vivre. C'est ce qu'entendait Cézanne lorsqu'il le comparait avec la prêtrise qui exige un esprit clair. Ou Van Gogh qui soutenait qu'un artiste ne peint pas avec des couleurs mais avec son cœur brisé.

Aujourd'hui, nous avons un art de la facilité et du sensationnalisme, tout comme nous avons une théorie qui ressemble plus à de la publicité ou de la propagande et qui est influencée par la logique du marché. Evrard, au contraire, suivant la grande tradition du modernisme européen, croit en un art qui précède le temps et qui fonctionne de manière pédagogique, guidante et révélatrice. Par l'abstrait de ses compositions se révèle tout un monde résolument réaliste (une réalité vraie). Il suffit que l'on puisse le voir. Que l'on puisse faire ressortir de l'impression matérielle le reflet immatériel, les idées, tel que le professe Platon.

Ah, n’oublions pas ses aquarelles ! Toujours sur le fil entre le visible et l’invisible, ou mieux encore, ce qui mérite d’être vu. Peut-être qu’au fond de ses compositions peut-on distinguer un lieu idéal, le lac sous sa forme archétypale, le ciel comme paradis.

A mon avis, la peinture d'André Evrard théologise sans, bien entendu, que l'existence d'un dieu soit nécessaire. De toute manière, dans la théorie platonicienne des idées, l' "ôntos ôn,  L'Être de l'Être, l'idée centrale qui se trouve au sommet de la pyramide des idées, s'identifie tant à l'idée du dieu qu'à l'idée du beau. En d’autres mots, le beau se laisse difficilement découvrir.

 

Sans titre (2010)

38 x 28 cm
Aquarelle

P.S. Les modernistes adoraient la phrase fameuse de Georges Braque : "J’aime la règle qui corrige l’émotion". Dans le cas d’André Evrard, le contraire est aussi valable puisque, pour lui, l’émotion ne tombe jamais dans le sentimentalisme, elle est l’idée incarnée.







Manos Stefanidis
Neuchâtel, le 26 août 2014

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

D'Avignon à New York

"La disparition des lucioles", collection Lambert en Avignon




Je suis minoritaire, je le sais. Peut-être que tout le monde applaudit à l'initiative des musées américains d'exposer des chefs-d'œuvre de leurs collections dans la rue: "Jusqu'au 31 août, 58 tableaux et photos célèbres sont exposés à New York, à San Francisco et le long des autoroutes. L'ambition d'"Art Everywhere" est d'attirer le public dans les musées", lit-on dans l'Express-L'Impartial du 25 août 2014. Douglas Druick, directeur de l'Art Institut de Chicago souligne: "Notre espoir est que ces apparitions éphémères d'art dans les rues incitent les gens à aller voir les chefs-d'œuvre".
Pardonnez-moi mais mais tout cela est une fantasmagorie inutile. Surtout parce-qu'elle annihile la magie et le mystère des tableaux en les réduisant à de simples images. De plus, elle tente de persuader le public que la peinture, l'art en général, n'est rien de plus qu'un cadre lumineux, telle une publicité. Les tableaux sont uniques, ils ont une aura, comme le disait Walter Benjamin, qui, à l'époque du "tout image", est rabaissée au niveau de simple image, c'est-à-dire à de simple surface. Plus j'y pense, plus je réalise que ce qui me déranger est que le tableau soit traité à l'égal d'une information électronique comme à la télévision ou sur l'ordinateur.
Il se passait la même chose lorsque la Pinacothèque Nationale de Grèce distribuait par le journal "To Vima" des reproductions, aussi ridicules que fidèles, au large public. Il y a toujours le danger du populisme lorsqu'on cherche à éduquer le public. Car avant d'éduquer le public, il faut d'abord l'initier. La "démocratie" dans l'art fonctionne souvent comme un boomerang. 
Les œuvres d'art doivent toujours être vues dans un lieu spécifique, même dans une prison! A cette époque de grand embarras face à la mise sur pied de grandes expositions (même Beaubourg refait une rétrospective de Dali, un artiste autant populaire que surestimé), j'ai vu à Avignon une exposition extraordinaire. La Collection Lambert en Avignon a organisé du 18 mai au 25 novembre 2014 "la disparition des lucioles", une exposition à la prison Sainte-Anne. 110 artistes environ sont présentés dans les cellules des trois étages de cette prison désaffectée, fonctionnant comme le musée idéal des cauchemars, de la claustrophobie, de l'isolation, de la douleur du corps et de l'âme mais aussi de l'espoir de l'évasion. Pour les spectateurs il y avait en même temps un sentiment d'enfermement et une procédure de catharsis. On y voyait quelqu'uns des noms habituels que non pas la pratique des muséologues mais l'usage des curateurs répète dans tous les coins du monde (Warhol, Carl André et Beuys nécessairement et Basquiat, Twombly, Fabre et Broodthaers à l'occasion). La plupart des artistes vivants ont choisi eux-même leur cellule. Quel symbolisme! L'installation de Miroslav Balka dans la cour était tout simplement géniale. Il s'agissait de la résurrection de chacun sans métaphysique. De même que les œuvres d'Anselm Kiefer, de Wei-Wei, du couple Kabakov, du groupe Claire Fontaine, Roni Horn, Belinde De Bruyckere et Kiki Smith. De plus, les curateurs ont ingénieusement mis en valeur les œuvres de Pasolini, de Boltanski, de On Kawara, de Jean Genet et de Louise Bourgeois. 
L'exposition se lit à différents niveaux, comme le voudrait Foucautl: niveau sociologique, politique, anthropologique, psychologique. Mais il s'agit surtout d'un grand spectacle, un théâtre dans le théâtre puisque le procès de monsieur Josef K. continue et se perpétue tel une mise en abyme. 
Une profonde théâtralité mais pas une fantasmagorie. 






















Photos Pierre-André Maire, Véronique Maire, Manos Stefanidis












Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

HABEMUS ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΝ!

Στην Ελλάδα, σήμερα, οι μόνοι ευτυχισμένοι είναι οι πολιτικοί και οι διαφημίσεις.
Μ.Σ.




Θρίαμβος! Όλα είναι πλέον έτοιμα. Ο σημαντικότερος επίτροπος που έστειλε ποτέ η Ελλάδα στην Ε.Ε. είναι καθ’ οδόν προς τις Βρυξέλλες. Μαζεύει ήδη τους φακέλους, τα διπλωματικά έγγραφα, τις γραβάτες και τα σακάκια του, τα μπλέιζερ και τα μονόκουμπα, τα ριχτά και τα μεσάτα, εκείνα που έχουν δυο σκισίματα, εκείνα που έχουν ένα, τι φόρτος εργασίας, τι ευθύνη, και εκείνα που δεν έχουν κανένα... Δηλαδή, τα πιο επίσημα! Τα μαύρα με την μπλε ριγέ ρίγα, τα γκρίζα κασμίρια, τα καφέ τουίντ, τα καρώ φανελένια, τα σουέτ για το κρύο, βεβαίως-βεβαίως. Και μαζί με τους στυλογράφους και τις σημειώσεις του, μαζί με τα απομνημονεύματα του Ταλεϋράνδου και τα Αρχεία σε δώδεκα τόμους (απο την Εκδοτική Αθηνών) του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο τέως αντιπρόεδρος, τέως πρόεδρος του Κινήματος Πολιτών, τέως δήμαρχος και νυν επίτροπος ήρθε η στιγμή να διαλέξει τα πουκάμισα που θα εκπροσωπήσουν τις πολιτικές του ιδέες ενώπιον του Γιουνκέρ: τα αρζάν, τα υποκίτρινα, τα σικλαμέν, τα λευκά, τα υπόλευκα, τα γκρίζα. Η υπόθεση, όπως αντιλαμβάνεστε, δεν είναι παίξε-γέλασε. Έτσι, πάνοπλος ο κ. Αβραμόπουλος θα παίξει τον ρόλο που ο Σαμαράς, σε ρόλο Ιστορίας, τον προόρισε για να παίξει. Υπάρχουν, όμως, και μερικά μικρά πολιτικά προβλήματα. Ας πούμε, κατά τη πρώτη επίσημη συνεδρία της Κομισιόν τι γραβάτα θα φορέσει; Αν φορέσει γαλάζια θα φανεί εθνικιστικό, το κόκκινο προκαλεί – εξαπανέκαθεν, που να σας εξηγώ τώρα – το πράσινο πασοκίζει ξεδιάντροπα, το πορτοκαλί δημαρίζει, ενώ το κίτρινο παραπέμπει στο μίσος και τη σύγκρουση. Jamais! Ένας Αβραμόπουλος ποτέ δεν συγκρούεται...
Βλέπετε πόσα διπλωματικά ζητήματα μπορεί να εγείρει ένας λαιμοδέτης; Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι επιλέγει εκείνες τις γραβάτες με τα φλούο χρώματα και τα πουά που φορούν ο Ομπάμα και ο Μπάϊντεν. Δεν είναι σαν να υποδηλώνει σαφή φιλοαμερικανισμό; Ακόμη και μια απλή μπλέ νουάρ γραβάτα να διαλέξει ο Χαριέστατος, θα μοιάζει τόσο πολύ με τον Γιουνκέρ που ντύνεται πάντα έτσι με νερόβραστο στιλ, ώστε θα δημιουργηθεί ένα κάποιο ζήτημα ταύτισης. Και δεν είναι κομψό στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία. Αντιλαμβάνεστε πως η θέση του αντιπροσώπου μας δεν είναι εύκολη. Ακόμη και παπιγιόν να φορέσει – ο φιόγκος θα του πηγαίνει μούρλια – είναι σίγουρο πως θα ενοχλήσει εκείνον τον φιόγκο τον Πρωθυπουργό του Βελγίου Di Rupo που το φοράει μονίμως. Είμαστε τώρα να δημιουργούμε ψυχρότητα μεταξύ των συμμάχων και των ετέρων; Ξανά jamais! Και δεν θέλω εξυπνάδες, να πάει χωρίς γραβάτα, γιατί τότε θα θυμίζει τον Τσίπρα και τον Αλαβάνο. Τα ύστερα του κόσμου! Σ’ έναν υπεύθυνο πολιτικό δεν ταιριάζει ούτε ο λαϊκισμός, αλλά ούτε και η προκλητικότητα. Τέλος, τι σακάκι θα φορέσει; Το εθναρχικό μπλέιζερ που ταιριάζει απόλυτα στο αρχηγικό του προφίλ ή μάλλον ένα κλασικό σμόκιν μαζί με τα παράσημα που έδρεψε στα πολεμικά πεδία και τα πεύκα του Πενταγώνου; Όμως τότε θα θυμίζει λόγω παραστήματος τον Κωνσταντίνο τον τέως και δεν είναι σώφρον. Αν εννοείτε τι εννοώ. Η παραμικρή αστοχία εκ μέρους του και θα αρχίσουν οι διάφοροι μικρόψυχοι τα παγκάλεια ρήματα περί “Mr. Nothing” – αγγλικά είναι πιο σικ – και άλλες τέτοιες βλακείες. Θα μου πείτε πώς ο Αβραμόπουλος στέλνεται στις Βρυξέλλες για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της λαθρομετανάστευσης. Εντάξει, αφού λύσει το ακανθώδες πρόβλημα των γραβατών, ε τότε θα ασχοληθεί και με τα επουσιώδη…

ΥΓ.1 Ξέχασα να αναφέρω το μεγαλύτερο επίτευγμά του στη δημαρχία της Αθήνας: τις πτυσσόμενες ηλεκτρονικές μπάρες στο ιστορικό κέντρο που δεν λειτούργησαν ποτέ. Τι έμπνευση, τι φινέτσα, τι ταχύτητα εκτέλεσης! Θα μου πείτε βέβαια πως κόστισαν πανάκριβα και δεν λειτούργησαν ποτέ. Το είχα καταλάβει από την αρχή πως είστε μικρόψυχοι ... 
ΥΓ. 2 Πλάκα πλάκα έτσι γίνονται οι περιουσίες. Τίμια και πολιτισμένα: κάτι κάγκελα εδώ, κάτι πεζοδρόμια πιο εκεί, κάτι ράβε-ξήλωνε, κάτι διαδρόμους για τους τυφλούς παραπέρα ... 20% να είναι η προμήθεια, σώθηκε ο κάθε εμπλεκόμενος.
ΥΓ. 3 Έχουν κάγκελα οι Βρυξέλλες;


Ο δικός μας θα ήταν καλύτερος για το ρόλο.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ΣΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΧΑΡΔΟΥΒΕΛΗ ΜΙΑ ΜΥΓΑ!



Έπρεπε να πάει μια η ώρα προχτές βράδυ για να θυμηθεί επιτέλους ο καθηγητής Υπουργός - τρέμε Βενιζέλε! - κ. Χαρδούβελης το σπαθί του. Ο ως τότε νηφάλιος, νεόκοπος τσάρος έχασε τη ψυχραιμία του ακούγοντας τον αναβαλλόμενο από τον καταπέλτη Νάσο Αθανασίου, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ. Τι, όμως, ενόχλησε τον ως τότε μειλίχιο σαν Βούδα, Υπουργό; Τίποτε άλλο παρά τα ίδια του τα κείμενα τα οποία είχαν δημοσιευτεί στο ΒΗΜΑ, τη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και αλλού, σε χρόνο ανύποπτο, και τα οποία με τον επιστημονικό στόμφο καφετζούς προφήτευαν ότι η κρίση θα ξεπεραστεί αν όχι το 2012 τουλάχιστον το 2013 και ότι το 2015 θα έχουμε επιστρέψει στα εισοδήματα του 2008 (sic)! Διερωτήθηκε στη συνέχεια ο βουλευτής της Αριστεράς: “Αν αποτύχατε παταγωδώς στις επιστημονικές προβλέψεις σας τότε, γιατί να σας έχω εμπιστοσύνη ότι θα επιτύχετε σήμερα;” Και συνέχισε: “ Με ποιά κριτήρια μπορεί να γίνει Υπουργός ένας τραπεζίτης; Και πόσο επαρκής μπορεί να είναι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για το τόπο δεδομένου ότι οι χώρες δεν μπορεί να διοικούνται σαν τράπεζες;” Επάνω σε αυτό εξανέστη ο κ. Χαρδούβελης ψελλίζοντας με αμηχανία πως έκανε πάντα το καθήκον του και πως έγραφε τα όσα έγραφε για να μην τρομάξει (sic) τον κόσμο! Λες και το καθήκον ενός επιστήμονα δεν είναι να ομολογεί την αλήθεια, όσο οδυνηρή και αν είναι αλλά να λέει επιτηδευμένα ψεύδη τα οποία αποτελούν επιπλέον, τι σύμπτωση, την επίσημη γραμμή του ΔΟΛ και της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ. Και τα οποία, επιπλέον, υπερασπίζονται τη θέση των Βρυξελλών-Βερολίνου περί βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, πράγμα που δεν είναι αλήθεια όπως υποστηρίζει και ο δάσκαλος του Χαρδούβελη, ο Πωλ Κρούγκερ. Οι τεχνοκράτες κ.κ. Παπακωνσταντίνου, Παπαδήμος, Στουρνάρας και Χαρδούβελης με το συγκαταβατικό ύφος και τους σεμνούς τρόπους, όπως θα έλεγε ο ποιητής, βρέθηκαν στη θέση που βρέθηκαν για να παίξουν αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο ρόλο. Μόλις ολοκληρωθεί ο ρόλος τελειώνει και το έργο για αυτούς. Οι οιμωγές των πληττομένων δεν τους αγγίζουν. Δεν είναι αυτή η δουλειά τους. Δεν είναι αυτός ο ρόλος τους. Να αισθάνονται ή να συμπονούν. Αυτοί οφείλουν να πράξουν το “καθήκον” τους. Με κάθε θυσία (δική μας) βέβαια. Ο ίδιος ο καθηγητής Υπουργός παραδέχτηκε στον βουλευτή Ζακύνθου του ΣΥΡΙΖΑ πως το νομοσχέδιο-λαιμητόμος που συνυπογράφει περιέχει πολλές αδικίες (sic)! Ε και; Τι τον νοιάζει! Αυτός θα πληρώσει τα σπασμένα; Ο κ. Χαρδούβελης μετά από εμάς κια αφού μας σώσει, θα συνεχίσει τη καριέρα του στις ΗΠΑ. Κι αν αποτύχουν και εκεί οι οικονομολογικές του προβλέψεις θα το γυρίσει, ασφαλώς, στη μετεωρολογία... Ένας επιστήμονας ποτέ δεν χάνεται όταν μάλιστα έχει τόσο ευδόκιμη θητεία στο ενσαρκωμένο όνειρο του καπιταλιστικού παραδείσου, τις τράπεζες.

ΥΓ: Τώρα καταλαβαίνω γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να ονειρευτούν. Γιατί, για αυτούς τα όνειρα είναι η χειρότερη τιμωρία τους.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ρεμβασμός Δεκαπενταύγουστου και Εφιάλτης*



 


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 08/08/2002

«Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που θα υπάρξει· αν υπάρχει μία, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δύο τρόποι υπάρχουν για να γλιτώσεις από το μαρτύριό της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της, έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν' αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε να διαρκέσουν, δώσ' τους χώρο» (Ίταλο Καλβίνο).



... Οι σκιές δεν αγαπάνε, αποφαίνεται ο λαϊκός αοιδός και έτσι συγκρούεται με το τελευταίο κείμενο της 17Ν, το οποίο αναγνωρίζει συναισθήματα στις σκιές και παραδέχεται τύψεις εκ μέρους όσων σκιαμαχούν.

Επιτέλους μια ρωγμή συγκίνησης σ' αυτό το μπετόν της βίας και της τεχνοκρατικής, της εξειδικευμένης γνώσης.

Μιας γνώσης που προέρχεται αποκλειστικά από πηγές της Ασφάλειας και που η ριγηλή της λαμπρότητα μοιάζει να πείθει τους πάντες: τους εκσυγχρονιζόμενους αριστερούς και τους ασυγχρόνιστους δεξιούς.

Ήδη η ευτυχία πλανάται πάνω απ' τη χώρα, εφόσον οι σκιές συνελήφθησαν κι είναι πλέον ακίνδυνες και εφόσον το κακό αποσκορακίστηκε. Νομίζουν...

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Προσωπικά καθίσταμαι περίλυπος έως θανάτου, όταν ένας τόσο πολυεπίπεδος, κοινωνικοπολιτικός μηχανισμός φορτώνει όλα τα κακά στην κακόμοιρη, μικροαστικούλα και προσαρμοσμένη προς τα τρέχοντα ιδανικά του αυθαίρετου και του πανωσηκώματος -τι ερωτική λέξη!- εγχώρια τρομοκρατία. Γιατί έτσι ξεχνάμε την τρομοκρατία των ολυμπιακών κατασκευών, που μετράει ήδη πάνω από μισή ντουζίνα παράπλευρα θύματα, την τρομοκρατία των εθνικών οδών με τις επαναληπτικά δολοφονικές κακοτεχνίες τους, την τρομοκρατία της κρατικής περίθαλψης ή παιδείας με τα βραχύχρονα και μακρόχρονα εγκλήματα που διαπράττουν.

Απ' την άλλη, σιχαίνομαι τη βία και το συνακόλουθο φόβο που προκαλεί, απ' όπου κι αν προέρχεται. Και με βδελύττει το αυθαίρετο «δικαίωμα» κάποιων να δολοφονούν στο όνομα μιας νεφελώδους «επανάστασης», που όμως καθιστά πιο ισχυρή και επίφοβη την πιο συντηρητική συντήρηση, ανακυκλώνοντας εκ του πονηρού τα γενετικά αδιέξοδα της αριστεράς. Η 17Ν εμπέδωσε τους κατασταλτικούς μηχανισμούς στον τόπο, μυθοποίησε τις ασφαλίτικες μεθόδους και επέτρεψε, βοηθούντων των κορακιών ΜΜΕ, στους φασίστες να (ξανα)πούν τα κορακίστικά τους. Η 17Ν ολοκλήρωσε τη λυμφατική μεταπολίτευση, λειτουργώντας σαν ΠΑΣΟΚος που έπιασε την καλή, αλλά και που βολεύεται από την πανάκεια κάποιων απλοϊκά ευθύγραμμων συνθημάτων. Ισως γι' αυτό η 17Ν διεκδίκησε ένα υπόγειο λαϊκό έρεισμα και, εν τινι μέτρω, το απέκτησε. Είναι ως εκ τούτου υποκρισία να μην της το αναγνωρίζουμε.

Πόσο μάλλον που επί τριάντα χρόνια η ίδια κράτησε το ισχύον πολιτικό σύστημα σε εξευτελιστική επιφυλακή και ένιους των κρατούντων σε ψοφοδεή ετοιμότητα, εφόσον κάποιοι από τους μεγιστάνες μας ήσαν υποχρεωμένοι ν' απολαμβάνουν τους τίμιους κόπους τους, συνοδευόμενοι από λεγεώνες σεκιουριτάδων και φουσκωτών. Η 17Ν θαυματούργησε από τη σκοπιά αυτή στο πιο λούμπεν συλλογικό υποσυνείδητο και ίσως εξ αυτού η απογοήτευση του ευρέος κοινού. Ο Ρομπέν των Δασών δεν παραδίδεται σε σαγιονάρες.

Εχει κι ο τρόμος την αισθητική του. Τέλος, τη 17Ν, επειδή ακριβώς είναι βαμμένη στο αίμα και εξυψώθη -νοσηρά και εγκληματικά έστω- σε περιωπή Θεού, όπως θα 'λεγε κι ο Μάτεσις, δεν δικαιούται κανείς τηλεπαραθυράς να χλευάζει: Και μάλιστα εκ του ασφαλούς, ως τυπικό παπαγαλάκι του ordine nuovo. Διαισθάνομαι πως τα όσα αγνοούμε σχετικά με την εγχώρια, ιδιωτική τρομοκρατία, τον εισοδισμό ή τις μεταλλάξεις της, είναι απείρως περισσότερα από όσα γνωρίζουμε. Και όσα, πάλι, γνωρίζουμε, προέρχονται από πηγές τις οποίες θα έπρεπε να ελέγχουμε βασανιστικά. Αιφνιδίως, βρέθηκε όλη η Ελλάδα να ενημερώνεται τηλεοπτικά από τους πιο διαβουκολημένους υπαλλήλους της δημοσιογραφίας και της «διανόησης». Τόσοι σκεπτόμενοι στα φλύαρα δελτία κι ούτε μια αμιγής σκέψη! Ούτε μία, έστω, παραδοχή αγνοίας· ούτε ο παραμικρός σκεπτικισμός. Ξεχνάμε ίσως ότι ο «σκεπτόμενος» του Rodin φτιάχτηκε για να επιστέψει τη γλυπτική πύλη της Κολάσεως. Κι όλα αυτά, ενώ φυσομανάει ο Αύγουστος ξεραίνοντας δάκρυα, αίματα ή φιλιά. Πάντως, δεν περισσεύει καρδιά για ρεμβασμό. Ίσως αυτό είναι το οδυνηρότερο τίμημα της Hi Tec εποχής μας. Διεκδικήσαμε το δικαίωμα στην ασφάλεια -ζήτωσαν η δημόσια τάξη και η κρατική Ασφάλεια- αλλά απεμπολήσαμε το δικαίωμα στο ρεμβασμό. Εξ ου και οι αυγουστιάτικοι εφιάλτες. Υπάρχουν όμως και οι θετικές παρενέργειες. Π.χ. θα μπορούσαμε να τρομοκρατήσουμε εγχώριους και αλλοδαπούς τρομοκράτες μέσω του πολιτισμού μας.

Διάβολε, είμαστε εξ αποδοχής κληρονόμοι μιας αρχαιοπινούς κληρονομίας. Τσιφλίκι μας οι Μαραθώνες για να στήσουμε λεμβοδρόμια, οι Λυσιστράτες για να τις κάνουμε λαϊκό μιούζικαλ -μισό a cappella μισό με μικρόφωνο- τα αρχαία θέατρα και οι τραγωδίες για να θριαμβεύουν οι σύγχρονες τραγικές σκιές. Γιατί είπαμε: οι σκιές δεν αγαπάνε, κι ας λέει ό,τι θέλει η προκήρυξη, αλλά καταδυναστεύουν τους όσους ζωντανούς. Οι σκιές παραπέμπουν στη δίδυμη πόλη Ευσαπία του Καλβίνο, η οποία έχει το ακριβές αντίγραφό της κάτω απ' τη γη, έτσι ώστε «δεν υπάρχει τρόπος να μάθεις ποιοι είναι οι ζωντανοί και ποιοι οι νεκροί...».

Εμείς, όμως, ας αισιοδοξούμε. Γίνονται ακόμη, πράγματα στον τόπο. Οπως διαβάζουμε στην «Ε» της 1.8, ο Γαβράς θα παρουσιάσει μεγάλο θέαμα το 2003 στη Μετροπόλιταν Οπερα της Ν. Υόρκης με Μπάλτσα και Νταλάρα, που θα έχει χαρακτήρα έντονα ελληνικό, αλλά και οικουμενικό (λες και θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς). Μόνο που να, όπως διαβάζουμε στο ρεπορτάζ της Ν. Χατζηαντωνίου... «την καλλιτεχνική του σύλληψη θα μας την ανακοινώσει ο κ. Γαβράς, μόλις την ολοκληρώσει».




* Αναδημοσιεύω αυτό το παλιό κείμενο επειδή πληροφορήθηκα ότι παρουσιάστηκε επισήμως πριν αρκετές μέρες το βιβλίο του Κουφοντίνα στο κεντρικό αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με την κοσμητεία της Σχολής να δηλώνει αμηχάνως περίπου αναρμόδια για το συμβάν. Για το οποίο "συμβάν" πάντως έκανε επίσημη παρέμβαση και έλαβε μέτρα εναντίον της Νομικής ο Πρέσβης των ΗΠΑ. Πράγμα που σημαίνει πως η συζήτηση για την ακαδημαϊκή ελευθερία και τις προϋποθέσεις της είναι πάντα θλιβερά επίκαιρη στο τόπο μας.

ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ


Προχώρα ρε κοιμισμένε!
Οδηγικό Δημώδες
ΜΕΓΑΛΗ ΓΙΟΡΤΗ ΣΗΜΕΡΑ. Και δεν εορτάζουν μόνο οι Παναγιώτες, οι Παναγιώτηδες ή οι Παναγιωταρέες (με το συμπάθιο μέρα που είναι). Λίγο πολύ γιορτάζουμε όλοι μας, αφού μετέχουμε κάπως στον «Μεγάλο Ύπνο» που θα 'λεγε και ο Καραγάτσης ή ζούμε σ' ένα συμβολικό «Σπίτι του Ύπνου» όπως είναι ο τίτλος νεότερου αγγλικού μυθιστορήματος, το οποίο περιγράφει την Αγγλία της Θάτσερ προαναγγέλλοντας τη Βρετανία του Μπλερ. Όπως οι μπούφοι, κοιμόμαστε μακάρια στο κλαδί μας, έστω κι αν αυτό είναι έτοιμο να σπάσει, ναρκωμένοι από τα παραμύθια που τόσο εύκολα και σε τόσο ληθαργικές δόσεις καταναλώνουμε. Είναι κι αυτός ο ζεστός καιρός που βοηθάει το πατροπαράδοτο καλοκαίρι της λήθης, της ραστώνης και της αποκάρωσης των καρπουζιών . Των παντοίων φρούτων που μας προμηθεύουν οι Λωτοφάγοι και Λαιστρυγόνες τελικά. Τρως για να ξεχάσεις και ξεχνάς κοιμώμενος. Αυτή την τελετή του ύπνου, της μακάριας βύθισης στον κόσμο των ονείρων και του εξορκισμού της πραγματικότητας την επικροτούν και την υποβοηθούν ποικίλες δυνάμεις, εξουσίες, τηλε-δημοκρατίες και τηλε-αρχηγοί που υπεραμύνονται του εθνικού μας δικαιώματος στον νήδυμον ύπνο. Προς το συμφέρον τους, βέβαια. Κοιμισμένοι, βλέπετε, βλέπουμε καλύτερα τα προγράμματά τους, γινόμαστε πιο ευχειραγώγητοι, σαν την Sonnambula της γνωστής όπερας, αληθινοί υπνοβάτες του ίδιου μας του βίου, θιασώτες μιας χαρούμενης νύστας, μιας κοιμήσεως, μιας λησμονιάς που καταπραΰνει και βολεύει. Το πολύ πολύ να βαφτίσεις τους εφιάλτες σου «όνειρα» και να ξεμπερδέψεις. Καλά είναι κι έτσι. Με ελάχιστες προσδοκίες κι ακόμη πιο λίγα αιτήματα απ' τον ουρανό. Κοιμήσου και παρήγγειλα (στον πρόεδρο της ΕΡΤ) το νέο πρόγραμμα που θα σε ξυπνήσει και θα σε αναβαθμίσει. Χρόνια σας πολλά, κυρία Παναγιωταρέα μου. Είπα «Θάτσερ» και σας θυμήθηκα.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ, ΠΑΝΤΩΣ, που κοιμόμαστε. Το κακό είναι που ενώ κοιμόμαστε, νομίζουμε ότι είμαστε ξύπνιοι και έξυπνοι. Όλα αυτά, βέβαια, ώσπου να φωνήσει ο ρημάδης ο αλέκτωρ. Και τότε δεν αρκούν τα πικρά δάκρυα και η μεταμέλεια της Πέτρας Φον Καντ. Έλα Αλέκτορ! (Πήγα να γράψω «Ακτωρ» από κεκτημένη συνήθεια. Ή Χάνιμπαλ Λέκτορ). Απ' την άλλη, σε μια κοινωνία της ύπνωσης και του λήθαργου η κοιμισμένη παραγωγή γενικά και η ξάγρυπνη ανεργία είναι φυσικά επακόλουθα του υπνωτικού ντελίριου που περιέγραψα πιο πάνω. Το κράτος καθεύδει πάνω στα σκήπτρα της εξουσίας του, νωθρό, υστερόβουλο, άβουλο και παρωχημένο. Κοντά σ' αυτό κοιμάται και η πατρίδα που σήμερα, της Κοιμήσεως, εορτάζει καθ' άπασαν την επικράτειαν με γουρουνόπουλα, πατάτες στο φούρνο, ουζάκια, μπίρες και λοιπά μεσημεριανού ύπνου σημαντικά. Σσσσ! Τουλάχιστον σήμερα μην την ξυπνάτε. Ηρεμήστε και σεις ω βροντώδη μηχανάκια με τους αμήχανους οδηγούς σας και σεβαστείτε τη σιέστα του Έθνους. Στα πόδια της Θεοτόκου έχουν ακουμπήσει τρυφερά τα κεφαλάκια τους, πλάι στο Θείο Βρέφος, οι αρχηγοί των κομμάτων και οι διοικητές των τραπεζών, οι πρόεδροι του ΣΕΒ και του Χρηματιστηρίου, οι ιδιοκτήτες των μιντιακών συγκροτημάτων, οι προσφιλείς μας επικεφαλής των κρατικών καναλιών και κοιμούνται τρυφερά. Η Θεοτόκος τούς χαϊδεύει μητρικά τα καραφλά κρανία που της θυμίζουν κάρες μοναχών στα οστεοφυλάκια του Αγίου Όρους και τους νανουρίζει με τι-ρι-ρεμ, ριρέμ. Κάνουν που δεν κάνουν τίποτε, ας κοιμηθούν λίγο παραπάνω. Ίσως έτσι βοηθήσουν και την πατρίδα περισσότερο. Εξάλλου για μερικούς ανθρώπους τα όνειρά τους είναι η τιμωρία τους.
Ο ΥΠΝΟΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΙ από τη μεταφυσική του θανάτου και την οντολογία της Ανάστασης. Εξάλλου η «Κοίμησις» της Θεοτόκου συνοδεύεται στην εικονογραφία Ανατολής και Δύσης από την «Μετάστασιν». Το θριαμβικό δηλαδή ανέβασμά της στον ουρανό πάνω σε γελαστά σύννεφα και σεβίζοντες αγγέλους. Στην ορθοδοξία μάλιστα η Κοίμηση διατυπώνεται πληθωρικά με τους Αποστόλους που έρχονται να θρηνήσουν εκ περάτων στη Γεθσημανή ή τον ασεβή εκείνον Ιεφωνία που ήθελε -ο κακόφωνος- να ψαύσει την παρθενία της Αειπαρθένου και ρομφαία Κυρίου του έκοψε σύρριζα τα ξερά του όπως θα 'λεγαν με θυμό ο Κόντογλου και ο Πεντζίκης... Όλα αυτά στο κάτω μέρος. Γιατί στο επάνω, αλλά στον ίδιο χωροχρόνο, κυριαρχεί η επιβλητική ενσώματος αποκατάσταση της ταπεινής Μαρίας πλάι στο θρόνο του Υιού της. Τέτοια δικαίωση των φτωχών και καταφρονεμένων κανένας Μαρξ, κανένας Λένιν δεν θα μπορούσαν τόσο χειροπιαστά να φανταστούν. Συνεκτικό στοιχείο όλης της σύνθεσης ο ίδιος ο Χριστός που παραστέκεται πάνω απ' το νεκροκρέβατο της μάνας του κρατώντας μάλιστα μια πλαγγόνα, μια Παναγίτσα αγκαλιά, το σύμβολο της ψυχής της. Άσπιλη, μικρή και σεμνή σαν την ως τώρα πορεία της Ν.Δ., βοήθειά της. Και βοήθειά μας. Χρόνια πολλά!

ON OFF - 14/08/2005