Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η ΝΤΡΟΠΉ ΚΑΙ Η ΓΙΟΡΤΉ

 

Τι γιορτάζουμε αύριο, 24 Ιουλίου; Καλύτερα, τί γιορτάζει υποκριτικά το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο της χώρας; Γιατί θα βάλει αύριο ο κύριος Πάκης το καινούριο του μπλε αρζάν κοστούμι με την μεταξωτή, γαλάζια - να μην ξεχνιόμαστε κιόλας - γραβάτα και θα δέχεται στους κήπους του προεδρικού Μεγάρου; 
Γιατί θα φορέσει αύριο το σινιέ σακάκι του ο Αλέξης και το πανάκριβο πουκάμισο χωρίς γραβάτα - όλα κι όλα η "στολή " της επανάστασης είναι ό τι απέμεινε από την επανάσταση - και θα συγχαίρει εαυτόν και αλλήλους; 
 -Για την αποτυχία μιας εποχής, για την κατάντια μιας γενιάς, για την διχοτόμηση της Κύπρου μισόν αιώνα τώρα, για την φενάκη της δημοκρατίας, για τις συσσωρευμένες απάτες, τα ψευδώνυμα συνθήματα, τον εκμαυλισμό ενός ολόκληρου λαού, για την διάψευση του Πολυτεχνείου, για την κάλπικη μεταπολίτευση, για την παράδοση της χώρας από μέσα και την μετατροπή της σε προτεκτοράτο; - Τί στο διάβολο γιορτάζουν αύριο συγκινημένες οι πολιτειακές αρχές; 
Κανονικά αύριο θα έπρεπε να είναι μέρα σιωπής και εθνικής περισυλλογής. Ημέρα πένθους αφού δεν μπορεί, δεν δικαιούμαστε, να είναι μέρα οργής. Αφού η πλειοψηφία των πολιτών, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, είδε με ανακούφιση,τουλάχιστον, τους άξεστους κολονέλους. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια για τον "αδάμαστο" λαό. Πάντα και παντού οι λίγοι κάνουν τη διαφορά. Και έπειτα έρχονται οι επαγγελματίες του λαϊκισμού και καταθέτουν στεφάνους. Καλιώρα!
Α ρε Λαυρέντη! Που έγραφε κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης πικρά πλην εύστοχα. 
Εγώ λοιπόν αύριο δεν γιορτάζω ούτε την "επέτειο "της δημοκρατίας  (;) ούτε τα φυσικά μου γενέθλια, τι ατυχής σύμπτωση, γιατί βέβαια δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα να γιορτάζει κανείς το γεγονός ότι μεγαλώνει. Έστω και χωρίς να το θέλει. 
Αναρωτιέμαι πάντως όλοι οι υπόλοιποι τί γιορτάζουν; 

ΥΓ. Δεν γιορτάζω λοιπόν αλλά πενθώ την θλιβερή ματαίωση της γενιάς μου, της γενιάς του Πολυτεχνείου αλλά και την αποτυχία μας να φιάξουμε καλύτερη την επόμενη γενιά. Αυτή, ας πούμε, που θεωρεί αντίσταση να βεβηλώνει τα μνημεία της Ιστορίας και του Πολιτισμού θεωρώντας τα αστική παρακμή. Τέτοια διαστροφή! 
ΥΓ 2. Αφιερώνω το παρόν σημείωμα στην μνήμη συντρόφων μου ζωγράφων με ήθος και αγωνιστική προσφορά που μια σοβαρή πολιτεία και μια σοβαρότερη αριστερά θα είχε τιμήσει και αξιοποιήσει καλύτερα : Στον Βαγγέλη Φαεινό, στον Θανάση Στεφόπουλο, στον Θόδωρο Πάντο, στον Γιώργο Βογιατζή, στον Σταύρο Ιωάννου.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΒΑΣΊΛΕΙΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ



Όλοι σας  και μόνοι μας, δηλαδή μόνος μου και όλοι σας, που θα πει μόνοι μας και όλοι τους ώστε στο τέλος να κερδίζει ο κανένας ! Ο απόλυτος, εθνικοκεντρικός εγωκεντρισμός. Από την εποχή του Ομήρου.
Στην Ελλάδα του '60 υπήρχαν, τουλάχιστον, ομάδες με κοινή ιδεολογία και αισθητική. Λειτουργούσαν επίσης στοιχειώδη κοινωνικά ανακλαστικά κυρίως επειδή επεβίωνε - ακόμη - ο προνεωτερικός, προπτωτικός τύπος Έλληνα. Ας πούμε ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου ως μαμή ή ο "πατέρας" Ορέστης Μακρής των ταινιών εκείνης της εποχής. 
Σήμερα κυριαρχούν η υστερική δυσανεξία όλων προς όλους, ο φθόνος των πολλών μετρίων προς τους λίγους προικισμένους και η ακατανίκητη ηλιθιότητα που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε άρχοντες και αρχομένους, πατρίκιους και πληβείους. Στην Ελλάδα της παρακμής βασιλεύει η μία και αδιαίρετος, πλην ψοφοδεής, μονάδα. 
Οι πάντες αρχηγοί του εαυτού τους, από τον Πάγκαλο ως τον Σταύρο Θεοδωράκη, το πιο αξιοθρήνητο πείραμα πολιτικής ανανέωσης μέσα από το κυρίαρχο εγωτικό μοντέλο. Έχουμε πλέον μόνο αρχηγούς, κόμματα του ενός, χωρίς συνεργάτες ή συντρόφους. Το κόμμα του Λεβέντη, του Σταύρου, του Καρατζαφέρη, του Φώτη κλπ. Ο Σύριζα πάντως είναι το πιο κραυγαλέο παράδειγμα : Συνομαδώσεις με συγκολλητικό στοιχείο την εξουσία, δηλαδή τον Αλέξη. Ως πότε όμως; Ιδιαίτερα τώρα που εξέλειπαν τα ερωτικά παιγνίδια με τον "λαό "; Δηλαδή τις μονάδες εκείνες που αδυνατούν να συγκροτήσουν σύνολο. 
Σ' αυτόν τον τόπο κανείς δεν παραδέχεται κανένα κυρίως επειδή έχουν καταστραφεί οι ιεραρχίες, η στοιχειώδης αξιοκρατική κλίμακα, η πειθαρχία, το πνεύμα μαθητείας του νεότερου προς τον πρεσβύτερο και ο σεβασμός σε νόμους και παραδόσεις. Θεωρήσαμε, από σύμπλεγμα κατωτερότητας, ως απόλυτα ορθό και politically correct το αξίωμα "Απαγορεύεται το Απαγορεύεται "και φτάσαμε ανεπαισθήτως στο εντελώς άλλο άκρο. 
Ποιός να εμπνεύσει τώρα τι και σε ποιόν όταν οι πάντες αμφισβητούν τα πάντα και οι αξίες ή τα σύμβολα βρίσκονται σε τροχιά κατακρήμνισης;
Απορούσαν οι "προοδευτικοί " και εξανίσταντο γιατί οι μαθητές στην Βουλή των Εφήβων ζητούσαν σημαίες, παρελάσεις και εκκλησιασμούς από τον ιδεοληπτικό και άγευστο παιδείας αρμόδιο υπουργό.
Μα επειδή γυρεύουν εναγωνίως σύμβολα, πίστεις και σημεία αναφοράς, έστω και παρωχημένα, αλλά δεν τα βρίσκουν σε αυτή την γενικευμένη σύγχυση μέσων και σκοπών, ιδεών και ιδεολογημάτων. 
Αυτό που με φοβίζει πάντως   περισσότερο είναι το καθαρό, το κρυστάλλινο μίσος που διακρίνω καθημερινά στα μάτια των συμπολιτών μου για τον διπλανό τους. Τον οιονεί εχθρό τους. Κοινωνία του μίσους και της συμπλεγματικής ζήλιας, του αμύνεσθαι περί πάρτης, του βασιλείου του ενός. 
Ομως ο συντομότερος δρόμος για την κόλαση, είναι αυτός που έχει στρωθεί με χιλιάδες ατομικούς παραδείσους.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ, ΤΗ ΔΎΣΗ

 
 

                                                    
Άλλο το ηλιοβασίλεμα, η πιο "εικονογραφική" ελληνική σύνθεση δύο λέξεων που κάνουν τον έρωτα όπως θα  έλεγε κι ο Σεφέρης,  άλλο η δύση, λιτή, αρχαία κι απέριττη λέξη... και άλλο η άγρια Δύση, αυτή που τώρα μάς συμβαίνει. Αυτή που μας κυβερνάει ερήμην μας. Νοήμονες άνθρωποι κατά τ' άλλα  έχουμε παραδώσει τα κλειδιά της χώρας, του πολιτισμού της, των πλουτοπαραγωγικών πηγών, της ιστορίας της, κατά περίπτωση,  σε έναν τεχνοκράτη Ολλανδό, σε ένα Γερμανό, σε έναν Γάλλο. Και περιμένουμε να σωθούμε από την καλοσύνη των ξένων. Και από τη συγκατάβαση τους. Από τα δάνεια ή τις χορηγίες τους. Ο Φαμπρ, ο νέος διευθυντής του Μπενάκη Ντεκότ, η Ντοκουμέντα, η διευθύντρια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το εν γένει πολιτιστικό διεθνές κεφάλαιο που προσφέρεται να προσφέρει αφιλοκερδώς στον τόπο, είναι 
κατ 'αρχάς φαινόμενα ευπρόσδεκτα, απηχούν την έξοδο από τον τριτοκοσμικό απομονωτισμό μας, αποτελούν την Politically correct παγκοσμιοποίηση μας. Όμως κατά βάθος υπογραμμίζουν τη βαθιά, εθνική παρακμή μας που υπερακοντίζει την όποια προσωρινή ή χρονίζουσα κρίση. Όλοι μας, παίζοντας  παιχνίδια εν ου παικτοίς, συμπαθείς και χαριτωμένοι-  αλλά όχι αθώοι- κατά τ ' άλλα, συμμετέχουμε ως μοιραίοι και ανεύθυνοι παρατηρητές στη δύση του τόπου μας.
ΥΓ . Εξ ονύχων 1: Η μυκονοποίηση της Τήνου άρχισε με τους ευαίσθητους Τήνιους να πρωτοστατούν. Ο Άγιος Ρωμανός γίνεται σιγά σιγά Γλυφάδα, φασαρία, σκουπίδια, γλύστρες για σκάφη, κομμένα αρμυρίκια και  ... αξιοποίηση υπό την αιγίδα του Λιμεναρχείου. Στα φανερά! 
2. Εδήλωσε σε επίσημη συνέντευξη τύπου ο φίλος μου Μιχαήλ Μαρμαρινός ότι ο άλλος φίλος μου Δημήτρης Δημητριάδης ασχολήθηκε έναν ολόκληρο μήνα με το κείμενο της Λυσιστράτης ( sic). Ανατρίχιασα! 
Γιαυτό σας λέω, δεν πρόκειται για κρίση. Για παρακμή πρόκειται  ...

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Τριαντάφυλλο στο στήθος

 

Το κορυφαίο, ίσως, έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, φιλοτεχνημένο γύρω στο 1918, στο μεταίχμιο των λεγόμενων λογικών και μεταλογικών έργων. Έμφορτο από κλασσικιστικές μνήμες αλλά και υπαινικτικές, αφηγηματικές ανατροπές, πολλά δευτερεύοντα επεισόδια γύρω από την κυρίαρχη ιστορία της ωραίας κοιμωμένης- τέχνης και του πρίγκιπα- γλύπτη που την ξυπνάει. Που ξυπνάει το κάλλος που κοιμάται μέσα στην ύλη. 
Όμως η παρούσα λεπτομέρεια είναι απολύτως αυτοβιογραφική και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.  Προσέξτε πως αποδίδεται το στήθος της Πεντάμορφης και μάλιστα γυμνωμένο. Ανατροπή των στερεότυπων του μύθου, αυτόγχθων μοντερνισμός, εξομολόγηση εκ βαθέων, ψηλάφηση του ίμερου και της ομορφιάς με τρεμάμενα, γεροντικά χέρια. 
Ήταν  η μόνη περίπτωση για τον Μπάρμπα Γιαννούλη να αγγίξει ένα κοριτσίστικο στήθος. Μέσα από την γλυπτική του. Αποκλειστικά . Όση μοναξιά κι αν κρύβει κάτι τέτοιο. 
Και δείτε πόσο αισθησιακά το πλάθει. Μνήμη και ανάμνηση της γυναίκας που δεν γνώρισε ποτέ ... η τέχνη ως παραπονεμένο υποκατάστατο της ζωής που δεν βιώθηκε, ως άλλοθι της επιθυμίας. Ή μάλλον αυτού του τόσο  φευγαλέου πράγματος που οι άνθρωποι ονομάζουν ευτυχία.

 

Μάθημα σχεδίου, η μονοκοντυλιά του Μπάρμπα Γιαννούλη. Ανάμνηση του Απακανθιζομένου; Πάντως η κίνηση είναι άρτια, λιτή, περίοπτη. Το χέρι και η ματιά του γλύπτη ... Το δράμα του υπάρχειν με όρους γραφής.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Στη μνήμη των παλιών συντρόφων μου στο τμήμα πολιτισμού του Συνασπισμού Άσπας Παπαθανασοπούλου, Δάντη Χρυσικού, Βασίλη Ανδρεόπουλου και Θανάση Στεφόπουλου στον οποίο οφείλουμε μιαν αναδρομική έκθεση των έργων του. 

 
  

Οι μεν, οι λίγοι, στο τόπο μας  ζουν μακάριοι το εφήμερο όνειρο τους στην εκγερμανισμένη Ευρώπη  και οι άλλοι, οι πολλοί, τους χρόνιους εφιάλτες τους. Η ουτοπία που έγινε δυστοπία. Έξι χρόνια συμπληρωμένα και οι προοπτικές για τον τόπο γίνονται όλο και πιο δυσοίωνες με το σύστημα εξουσίας, είτε δεξιού είτε αριστερού  πρόσημου, να μην θέλει καμία αλλαγή στον σαπισμένο του πυρήνα και με τις ευκαιρίες για ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις να χάνονται η μια μετά την άλλη. Έτσι, το δράμα των νεότερων γενιών  μετατρέπεται σε τραγωδία διαρκείας χωρίς κάθαρση. Μόνο με ύβρεις. Πρόκειται για το δράμα μιας χώρας που βιώνει τη τραγωδία της με όρους φαρσοκωμωδίας. Με περικλέτους ή φασουλήδες σε πόζες μοιραίων και ρόλους αμλέτων. Υπάρχουν, ακόμη, κάποιοι ανεπίληπτοι αριστεροί που η άποψη τους διαθέτει και ήθος και κύρος. Παράδειγμα  ο Περικλής Κοροβέσης ο οποίος πρόσφατα περιέγραψε μελανά το υφιστάμενο κώμα της αριστεράς στον επώδυνο δρόμο της από την ανέξοδη θεωρία στην υπεύθυνη πράξη. Προσωπικά με πονάει αυτή η πρώτη φθορά αριστερά των ανεπάγγελτων επαγγελματιών της ιδεολογίας και των λεγεωνάριων του συστήματος κυρίως γιατί "καίνε" σε βάθος χρόνου τα πράγματα που πίστεψα και για τα οποία αγωνίστηκα με δεκάδες συντρόφους.
Τί (δεν) μάθαμε, λοιπόν, στα χρόνια της κρίσης; Ότι η δωροδοκία και ο χρηματισμός δεν επιτρέπεται να αποτελούν κανόνα λειτουργίας ενός σύγχρονου κράτους και ότι η πολυνομία και η αρνησιδικία μηδενίζουν απολύτως το αίσθημα δικαίου, a priori κατά τ' άλλα συνθήκης της ευνομούμενης πολιτείας. Επιπλέον νόμοι που αλληλοακυρώνονται ή ψηφίζονται ευκαιριακά για να ατονήσουν μετά από λίγο, Βουλή που λειτουργεί ως πολυπλυντήριο συμφερόντων, δικαιοσύνη που αν δεν μεροληπτεί υπέρ των εκάστοτε ισχυρών, κωλυσιεργεί και καθυστερεί απαράδεκτα ή απονέμεται αλά καρτ, κρατικοί λειτουργοί που δεν πράττουν το καθήκον τους χωρίς την ανάλογη " υγρασία " την οποία απαιτούν χωρίς αιδώ αλλά και χωρίς φόβο τιμωρίας, δημόσιο διαλυμένο από την κομματοκρατία ,τον φαβοριτισμό, την υπαλληλική νοοτροπία, την έλλειψη ιεραρχίας αλλά και πρωτοβουλιών, την γραφειοκρατία κ.ο.κ. 
Δεν αμφισβητώ τον μόχθο και την συνέπεια των λίγων, καταγγέλλω την παγιωμένη νοοτροπία συναλλαγής που έχει, επί δεκαετίες, καταστεί η ελεεινή magna carta των πολλών. Επειδή, ακόμα και σήμερα με το κράτος υπερχρεωμένο και κατεδαφισμένο, ουδείς (!) συνάπτει οικονομική συμφωνία με υπηρεσία του δημοσίου χωρίς να καταβάλει στους εμπλεκόμενους υπαλλήλους το θεσμοθετημένο και "νόμιμο" 20%. Η "παρανομία" θεωρείται ότι αρχίζει όταν οι απαιτήσεις είναι υψηλότερες. Οι πάντες, πλην των κυβερνώντων, γνωρίζουν ότι ακόμα και για μία πετούγια που θα μπει σε δημόσιο κατάστημα, το τιμολόγιο είναι υπερκοστολογημένο. Αφήστε τα μείζονα δημόσια έργα και τους εργολήπτες τους, τα νοσοκομεία ,τα πανεπιστήμια, την τοπική αυτοδιοίκηση κλπ. Ακόμη και τώρα! Χωρίς να νοιάζεται επί της ουσίας κανείς. Λες και ζούμε στην εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, λες και η νεοτερικότητα είναι ένα κακό όνειρο που το ξορκίζουν στα καθ' ημάς το μπαξίσι και το ρουσφέτι. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό για μιαν σύγχρονη, ριζοσπαστική αριστερά: να διαλύσει τις συντεχνιακές μαφίες, να πατάξει την συστημική διαπλοκή,να εξυγιάνει τον παρασιτικό συνδικαλισμό,να εξορθολογίσει την κρατική μηχανή διεκδικώντας μικρότερο, παραγωγικότερο και φθηνότερο κράτος, να περιστείλει - αν μη τι άλλο - την θηριώδη φοροδιαφυγή, να κυνηγήσει απηνώς τους επίορκους δημοσίους υπαλλήλους, να προωθήσει σε θέσεις ευθύνης τους καλύτερους αλλάζοντας άρδην και το θεσμικό πλαίσιο επιλογής και, κυρίως, τον καρκίνο της κατεστημένης νοοτροπίας.
 Έτσι θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και θα πραγματοποιηθούν παραγωγικές επενδύσεις, όταν το κράτος από μπαμπούλας - φορομπήχτης καταστεί υπηρέτης του πολίτη και αρωγός κάθε δημιουργικής του προσπάθειας. Σε ένα κοινωνικό τοπίο γενικευμένης απαξίωσης των πάντων από τους πάντες - εν προκειμένω ο ρόλος μιας ισοπεδωτικά καταγγελτικής αριστεράς υπήρξε καταστροφικός για τα πρότυπα συμπεριφορών που δημιούργησε - σε μια χώρα που η ανομία είναι ο νόμος και οι νόμοι αφορούν πάντα στους άλλους κι όχι σε μας, τα αυτονόητα και τα απλά θα αποτελούσαν αληθινή επανάσταση.
Θέλετε να πάμε και βαθύτερα; Χωρισμός εκκλησίας και κράτους τώρα, αναθεώρηση άμεσα του Συντάγματος στα κρίσιμα άρθρα της ευθύνης υπουργών, της απεμπλοκής της δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση, της ουσιαστικής αποκέντρωσης της εξουσίας. Επίσης Βουλή 200 βουλευτών περιορισμένης θητείας  χωρίς σκανδαλώδη προνόμια και υπέρογκες συντάξεις, ασυμβίβαστο υπουργού- βουλευτή, εργασιακή δικαιοσύνη, θέσπιση υπερκομματικών υπουργείων Εξωτερικών, Παιδείας, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας  κλπ. Αυτά θα ήταν αληθώς αριστερά επιτεύγματα, θα ανακούφιζαν τον χειμαζόμενο πολίτη και θα βελτίωναν πραγματικά τη θέση μας στην ευρύτερη, ευρωπαϊκή οικογένεια. Αντ' αυτών τί έχουμε; Κωλυσιεργίες, μιθριδατισμό, μικροπολιτικές καθυστέρησης και αναβολών που προδίδουν την εδραία βούληση να μην αλλάξει τίποτε. Η τέλεια συνταγή για τον γκρεμό. Η απόλυτη άρνηση της πολιτικής.
Γιαυτό σου λέω: Κάνε και κάτι αριστερό Αλέξη, εκτός από δηλώσεις και από λέξεις!
ΥΓ1!  Εξ όνυχος τον λέοντα: Εδώ στην Τήνο δεν δίνουν πλέον αποδείξεις ούτε τα κεντρικά μαγαζιά κι αν ζητήσεις, σε αγριοκοιτάζουν. Νησί πασόκων ανέκαθεν και έδρα ρασοφόρων που "αξιοποιούν " με το παραπάνω το λαϊκό, θρησκευτικό αίσθημα, ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ για τον Έμφια αλλά τώρα απειλούν με Χ.Α. ( sic )! Όσοι σπέρνουν θύελλες λαϊκισμού ... Ή όπως έλεγε ο μισο-Τηνιακός Κανιάρης " Ό τι θέλει ο λαός ..."
ΥΓ2!  Ο διχασμός ανάμεσα σε πρώην συντρόφους κακά κρατεί, κι ας έχουμε φάει μαζί ψωμί κι αλάτι. Κυρίως το δεύτερο, σε μεγάλες ποσότητες. Πολλοί με ψέγουν για τα γραφόμενα μου. Θα με προτιμούσαν οργανικό διανοούμενο τύπου Κυρίτση - Τσέκερη, ή Τσουκαλά - Βέλτσου να αναμένω την συναυλία της Σίρλεϊ Μπάσεη και να χειροκροτώ τους τυχοδιωκτισμούς του Βαρουφάκη ή τους μικρομαξιμαλισμούς του Μαξίμου. Μα τί θέλεις, μού λένε, να πέσει η κυβέρνηση και να έρθει ο Κυριάκος; Τέτοια πολιτική ανάλυση! Με άλλα λόγια η εξουσία ως αυτοσκοπός. Εγώ πάλι πειράζει που αντί για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ ( και της Σίρλεϊ ) αγωνιώ για το μέλλον της χώρας;

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΚΙΝΕΖΟ!




Η Ενωμένη Ευρώπη είναι πια ιστορία που σχετίζεται περισσότερο με το χθες παρά με το σήμερα. Δυστυχώς. Αυτό συνιστά την βαθύτερη κρίση της. Από την άλλη η ιστορία, η καθόλου Ιστορία, προχωράει με μικρά-μικρά βήματα.. Αλλά προχωράει. Οι ντετερμινιστές της ιστορίας όπως ο Χέγκελ ή ο Μαρξ, όπως ο Φουκουγιάμα αλλά όχι ο Καστοριάδης και ο Αξελός, πιστεύουν σε μια κορύφωση, ένα μεσσιανικό τέλος που θα επιτύχει την πραγμάτωση της πανανθρώπινης ουτοπίας. Τη δικαίωση της ιστορίας. Όπως είπαμε όμως, η ιστορία προχωράει ακροποδητί. Με μικρά, αβέβαια, πλην μοιραία βήματα. Η ιστορία γράφεται πάντα όταν οι ισχυροί προετοιμάζουν το επόμενό τους, τελεσίδικο, λάθος. Είναι τότε που οι θεοί γελάνε από ψηλά.

Η Ενωμένη Ευρώπη, μισόν αιώνα τώρα, προχωράει με τα δικά της, μικρά, αβέβαια βήματα. Μοιραία βήματα όμως. Με Παλινδρομήσεις, οπισθοβασίες, δειλούς βηματισμούς εμπρός και πάλι πίσω. 

Χονδρικά, τα πράγματα αλλάζουν ανά δεκαετία. Τόσο αντέχει η ανθρώπινη συνθήκη την ανθρώπινη σύμβαση. Γι' αυτό μιλάμε για τα 60', τα 70', τα 80'. Σήμερα, είτε αρέσει αυτό στους ιδεοληπτικούς είτε όχι, η Ευρώπη διαθέτει δυο τεχνοκράτες μεν, σημαντικούς δε πολιτικούς οι οποίοι έχουν σφραγίσει τη δεκαετία που διανύουμε. Πρόκειται για το δίδυμο Μέρκελ - Σόιμπλε. Ο άλλος μεγάλος παίκτης εντός-εκτός Ευρώπης, λέγεται Πούτιν. Και ο τρίτος σπουδαίος όσο και διακριτικός για τα τρέχοντα ήθη των πολιτικών της φανφάρας, παράγοντας είναι ο Μπαράκ Ομπάμα που συμπληρώνει το παζλ. Πέραν τούτων ουδείς. Πέραν τούτων οι πολυεθνικές, οι ανεξέλεγκτες αφηνιασμένες τράπεζες και οι φιλάνθρωποι τύπου Σόρος και λέσχης Bildenberg. 

Παρένθεση: αντιλαμβάνεστε βέβαια τι είδους και ποιον ρόλο μπορεί να παίξει ο καημένος ο Αλέξης με το θίασό του, τον Κοτζιά, τον Τσακαλώτο ή τον Σταθάκη σ' αυτό το τρομακτικά κυνικό σκηνικό. Στο νερόλακκο παλεύουν τα βουβάλια κι ένα βατραχάκι θέλει να τα σκηνοθετήσει! Και δεν είναι ούτε ο Ροντήρης, ούτε ο Κουν, ούτε καν ο Λιβαθινός. Άλλη παρένθεση: Η αληθινή Ελλάδα σήμερα δεν βρίσκεται στα χέρια του Σκουρλέτη ή της Τζάκρη, αλλά του Κουνέλλη και του Τερζόπουλου, του Καβάκου και του Κουμεντάκη, του Μπάικα και του Άγγελου Παπαδημητρίου. Αν δεν τους ξέρετε τόσο το χειρότερο για σας. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τον πολιτισμό που σας αποκρύπτουν την ίδια στιγμή που κρύβονται πίσω από αυτόν για να παίξουν τα δικά τους μικροπολιτικά παιχνίδια επικοινωνίας και προπαγάνδας. 

Και τι μέλλει γενέσθαι; Σ' αυτόν τον ορυμαγδό η Ευρώπη οφείλει να ξανασχεδιάσει τον δρόμο της για την επόμενη δεκαετία, μια δεκαετία που ξεκίνησε, άλλοι λένε πολύ νωρίς, άλλοι λένε πολύ αργά. Είναι τόσο εύκολο να διαλυθεί αυτή η μίζερη Ευρώπη που ζούμε ώστε αξίζει να ξαναπροσπαθήσει κανείς! Για την κοινή μας ιστορία ρε γαμώτο. Αυτήν που προχωράει ακροποδητί όπως ήδη είπαμε. Ούτως ή άλλως η Ιστορία θα την υποχρεώσει, την Ευρώπη, να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες πολύ σύντομα. Πολύ σύντομα οι νυν παίκτες θα καταστούν παρελθόν και οι νέοι θα τους αντικαταστήσουν (ελπίζουμε όχι τύπου Ολάντ ή Κάμερον). 

Και μέσα σ' όλα αυτά ο Αλέξης μας. Πολύ νέος για να πεθάνει, πολύ μαλακός κι άπειρος για να αντισταθεί. Όπως θα έλεγε και ο "αρχαιολόγος" στην ταινία "Δράκος" του Νίκου Κούνδουρου: "Αυτά έχουμε, αυτά θα τους δώσουμε". Ε, κι εμείς διαθέτουμε Αλέξη, σάρκα εκ της σαρκός μας. Γεννηθέντα και ου ποιηθέντα από τα σαράντα τόσα χρόνια πολιτικού λαϊκισμού! 

Πιστεύω λοιπόν πως παρά τα τερατώδη λάθη, ο Τσίπρας, έστω και αργά, έστω και επώδυνα για όλους πας, έστω και άκρως δαπανηρά για έναν υπερχρεωμένο τόπο, μαθαίνει και… εξελίσσεται. Μαθαίνει όσα δεν έμαθαν και δεν κατάλαβαν άλλοι πολύ πιο πεπειραμένοι και πολύ πιο εκτεθειμένοι από τον ίδιον. Όπως π.χ. ο Κωστάκης, ο Γιωργάκης, ο Αντωνάκης, οι Βαγγέλαι (ο Σαλονικιός κι ο Κρητικός). Ο Τσίπρας είναι από τα 18 του χρόνια ο Γκαστόνε της πολιτικής. Όλα του βγαίνουν κι όταν ακόμα κάνει ολέθρια λάθη ή παρασύρει τον τόπο σε ανυπολόγιστες καταστροφές. Φταίει προφανώς η απειρία του αλλά και οι ιδεοληψίες των φανατικών του άμεσού του περιβάλλοντος. Φταίει επίσης ότι δεν έχει ανθρώπους να μιλήσει κι ότι δεν εμπιστεύεται άλλους παρά τους τόσο απαρχαιωμένους παππούδες του κόμματος. Τα φλάμπουρα της Κουμουνδούρου. Φταίει τέλος, ότι ο ίδιος είναι ο πιο αδίστακτος πατροκτόνος της μεταπολεμικής πολιτικής μας ιστορίας (ακόμη κι εγώ αισθάνομαι ένα τέτοιο πολιτικό του θύμα. Του προανήγγειλα τα περισσότερα λάθη του εγκαίρως με δημόσια κείμενα και προσωπικές επιστολές. Δε μ' άκουσε ποτέ αλλά μου απαντούσε με το γνωστό, ακαταμάχητο, τουλάχιστον για τους πολλούς, χαμόγελό του). 

Και τώρα τι κάνουμε; Ο Τσίπρας και οι Πασόκοι του παραμένουν ακόμα επαγγελματίες της επανάστασης, μένουν αριστερά ή μήπως υποδύονται άτεχνα τραγικούς ρόλους χωρίς όμως ψυχή και άποψη αλλά φορώντας απλώς προσωπεία και κοθόρνους; Ο Αλέξης παραμένει, ακόμη, κυρίαρχος του παιχνιδιού σε ένα μεταμοντέρνο πολιτικά, έρημο μπεκετικό τοπίο. Έωλό του επιχείρημα η απόλυτη αποτυχία των προηγουμένων. Είναι όμως αυτό αριστερά; Στην μεταμοντέρνα συνθήκη μπορεί και ναι. Τι πρέπει να κάνει; Μακάρι να' ξερα! Να εφαρμόσει, ας πούμε, πολιτικές αντί μικροπολιτικών και να πάψει να λειτουργεί σαν μικρομέγαλος δημογέροντας της Κουμουνδούρου, αλλά ως Ευρωπαίος ηγέτης. Ανασχηματισμός λοιπόν τώρα, με προσωπικότητες ευρέος φάσματος! Από τον Λυκούδη ως τον Χριστοδουλάκη και από τον Τριγάζη ως τον Τάσο Γιαννίτση αλλά και η θεσμική ενίσχυση του ΤΑΙΠΕΔ όσο και προσωπικά του Στέργιου Πιτσιόλα τον οποίο πολεμούν άνθρωποι γηράσαντες εν αμαρτίαις και εν διαπλοκαίς. Και η αξιοποίηση, γιατί όχι, του Νίκου Κωνσταντόπουλου. Αφού η στροφή προς την κεντροαριστερά είναι ρεαλιστικός μονόδρομος, τότε προέχει και η αξιοποίηση των αρίστων. Ο Μπαλτάς, παρά τα λάθη του, παραμένει ένας άνθρωπος και με κύρος και με άποψη. Όπως εξάλλου ήταν κι ο Γιάννης Πανούσης, ο οποίος φαγώθηκε από εσωκομματικές κλίκες, ενώ μπορούσε να δημιουργήσει μια μικρή κοσμογονία στη νοοτροπία και τη λειτουργία των σωμάτων ασφαλείας.

Η προδομένη, απογοητευμένη (και λόγω προσωπικού βολέματος ή ιδίου συμφέροντος) κοινωνία, αυτός ο κατατονικός πολτός που μοιάζει -σε ένα πρώτο επίπεδο τουλάχιστον- να μην αντιδρά σε τίποτε, χρειάζεται επειγόντως ένα καινούριο, πραγματιστικό όραμα το οποίο η κλίκα του Μαξίμου προσώρας αδυνατεί να της δώσει… Γιατί; Μα γιατί κάνει τον Κινέζο!

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Με αφορμή την έκθεση του Βλάση Κανιάρη στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού: 25 Ιουνίου – 31 Οκτωβρίου 2016




Χριστόφορος Μαρίνος: Συνεργάστηκες πλειστάκις με τον Βλάση Κανιάρη και είσαι ίσως ο μόνος που έχει πειραματιστεί επιμελητικά με το έργο του. Αναφέρω ενδεικτικά την έκθεση Αναφορά-Επαναφορά στην γκαλερί Titanium το 1989 και την έκθεση Γενέθλιον στο Μουσείο Μπενάκη το 2008. Στην πρώτη περίπτωση πρότεινες μια πρωτότυπη και ρηξικέλευθη για την εποχή της αναπαράσταση (reenactment) της σημαίνουσας ατομικής έκθεσης του καλλιτέχνη στην γκαλερί Ζυγός το 1958 και, στη δεύτερη περίπτωση, έφερες σε συνομιλία τα ανδρείκελα και τους «χώρους» του με τις συλλογές του Μουσείου. Θα ήθελα να σταθούμε λίγο στη σχέση έργου και επιμέλειας. Σύμφωνα με την εμπειρία σου, ποιες είναι οι δυνατότητες που προσφέρει, από επιμελητική άποψη, ένα έργο όπως αυτό του Κανιάρη; 

Μάνος Στεφανίδης: Σε ευχαριστώ θερμά που το αναγνωρίζεις και είσαι βέβαια ένας από τους ελάχιστους. Τον Κανιάρη απασχολούσε εντονότατα το θεωρητικό υπόβαθρο του έργου τέχνης αλλά και οι χωρικές συνθήκες παρουσίασής του. Τον προβλημάτιζε επί μέρες ή και μήνες η υλοποίηση μιας ιδέας η οποία έπρεπε να καταστεί «έργο». Για το λόγο αυτό δεν δίσταζε να κάνει εξαντλητικές συζητήσεις με τους θεωρητικούς που εμπιστευόταν (π.χ. τον Rosenthal ή τον Pfehr) πριν προχωρήσει στην εκτέλεσή του. Άλλωστε ήταν περιώνυμη η ντυσανική του αμφιθυμία σχετικά με το τι είναι έργο και μη έργο. Η συνεργασία με τον Κανιάρη δεν ήταν ποτέ εύκολη. Αυτό δεν την καθιστούσε λιγότερο απολαυστική. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πόσο ανακουφισμένος ένιωθε όταν, μετα από μήνες κυοφορίας, έβρισκε τη λύση που επιθυμούσε σε κάποιαν από τις καλλιτεχνικές εμμονές του. Π.χ. για την "Ενδεχόμενη Ζωγραφική" (1981-1995), δηλαδή έναν κύλινδρο χαρτιού που ξετυλιγόταν με σπάγγο στην γκαλερί 3 για να σηματοδοτήσει το άρρητο. Ή, πάλι, την αγωνία του για την ενότητα "Ό, τι θέλει ο λαός..." που παρουσιάσαμε στη Νέα Υόρκη το 2003. Ή, τέλος, τη δράση "Αντίδωρο" το Νοέμβριο του 2009 στους Breeder. Μπορούσε να σου τηλεφωνήσει τα μεσάνυχτα για να μοιραστεί μαζί σου μια ιδέα. Η επαναφορά του '58 στο Titanium κατ´ ουσίαν επαναπρότεινε την πρώτη, ατομική έκθεση αφηρημένης ζωγραφικής που έγινε ποτέ στον τόπο μας, αποδεικνύοντας ότι ο Κανιάρης συμπορευόταν με το informel που κυριαρχούσε τότε στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ διατυπώνοντας έμμεσες αναφορές στη γραφή του Pollock. 
Για το "Γενέθλιον" το οποίο εκ των υστέρων λάτρεψε θεωρώντας το, σαφώς υπερβολικά, την καλύτερη του έκθεση, αρχικά είχε πάρα πολλές αντιρρήσεις. Ξεκινήσαμε να συζητάμε για μια έκθεση σχεδίων με την πιο ευρεία έννοια της εκφραστικής διαδικασίας (π.χ. πως σχεδιάζει ένας τυφλός) με βάση τα μαθήματά του στην Sommerakademie του Salzburg και καταλήξαμε στην γνωστή σκηνογράφηση του Μουσείου Μπενάκη μέσα από τον απροσδόκητο διάλογο ετερόκλητων εικόνων, νομιμοποιημένων πάντως λόγω της εγγενούς τους θεατρικότητας. Σχεδόν νομοτελειακά, οι φιγούρες ή τα objets του Κανιάρη διεκδίκησαν ρόλους, διεκδίκησαν το δικαίωμα να συνομιλήσουν προνομιακά με την εκτεθειμένη «επίσημη» ιστορία αναδεικνύοντας έτσι και τις πολιτικές και τις αισθητικές τους δυνατότητες. Σε αυτό με εμπιστεύτηκε απόλυτα και εγώ βέβαια αξιοποίησα την εμπειρία μου από την Εθνική Πινακοθήκη. 
Η αναπάντεχη μεταμόρφωση που υφίστανται οι εγκαταστάσεις του Κανιάρη ή «φτωχική» με όρους Arte povera γλυπτική του όταν εκτίθενται σε μη θεσμικούς χώρους όπως π.χ. στο lobby του Hilton και στην έκθεση που διοργάνωσα εκεί το 2002, ή στο σχολείο του Αρνάδου (Τήνος, Ιούλιος του 2009), επιτρέπει στον επιμελητή να επιχειρήσει ανατροπές σε σχέση με την συμβατική αντιμετώπιση των έργων και να τους προσδώσει νέες διαστάσεις, νέα ερμηνευτικά κλειδιά. 
Συμπέρασμα: Όσο πιο προσωπικό και ανατρεπτικό είναι ένα έργο τόσο πιο ισότιμα, πιο ελεύθερα, πιο δημιουργικά επιτρέπει στον επιμελητή να το διαχειριστεί. Το έργο του Κανιάρη είναι ένα τέτοιο έργο. 




ΧΜ: Μπορώ να καταλάβω γιατί η συνεργασία ενός επιμελητή με τον Κανιάρη θα ήταν απαιτητική. Πρέπει να ήταν από τους λίγους Έλληνες καλλιτέχνες που είχε τόσο καλή αίσθηση του χώρου. Για παράδειγμα, είναι εντυπωσιακό και αξιοθαύμαστο πόσο αποτελεσματικά χειρίστηκε το εγκαταλειμμένο εργοστάσιο του Φιξ για την έκθεση του 1980. Όπως αναφέρει ο ίδιος στη συνέντευξή μας το 2009, δούλευε μέσα στο εργοστάσιο για μήνες προκειμένου να διαμορφώσει όπως ήθελε τον χώρο, ενώ την ιδέα για την έκθεση την επεξεργαζόταν μέσα του για χρόνια. Έχουμε δηλαδή μια τέχνη «αργής καύσης». Το είχε επισημάνει και ο Ρεστανί σε ένα κείμενό του για τον καλλιτέχνη: «Από τον Κανιάρη δεν πρέπει να περιμένει κανείς αστραπές ξαφνικής έμπνευσης, απότομες αποκαλύψεις, μια πρόοδο με εντυπωσιακά άλματα ή με διαδοχικές μεταμορφώσεις». Στο ίδιο κείμενο, αναφερόμενος στα αντικείμενα του Κανιάρη, ο Ρεστανί σημειώνει και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου. «Είναι σαν να βγαίνουν από το θέατρο του Παραλόγου. Ανήκουν στους ήρωες του Μπέκετ». Αυτή η σύγκριση με το θέατρο χρήζει επανεξέτασης. Μήπως τελικά αυτό το θεατρικό στοιχείο καθιστά τα έργα του Κανιάρη γοητευτικά/πόλο έλξης για έναν επιμελητή; Τι ήταν αυτό που εσένα σε τράβηξε στη δουλειά του ώστε να τη μελετήσεις επισταμένως και να την επιμεληθείς;  

ΜΣ: Πολύ ορθά υπογραμμίζεις την ιστορική σημασία της έκθεσης στο Παγοποιείο Φιξ, όπως επίσης την ιδιάζουσα σχέση του Κανιάρη με τον χώρο (ιδεολογικοποιημένο στο έπακρο και έμφορτο κοινωνικών συμπαραδηλώσεων) αλλά και τον χρόνο ως συνείδηση της ιστορίας. Κατ’ ουσίαν, στο «λαικό» υπερθέαμα του Φιξ με τον χαρακτηριστικό τίτλο Hélas-Hellas ή Ο ζωγράφος και το μοντέλο του, ο Κανιάρης ολοκληρώνει το πολιτικό δράμα που εξέθεσε το 1969 στη νέα γκαλερί επί της Τσακάλωφ. Αλλά και το Παγοποιείο το έστηνε περισσότερο απο έξι μήνες (έχω στο αρχείο μου διαφάνειες προβολής, με ημερομηνία 1979). 
Δηλαδή ωρίμαζαν οι ιδέες του πολύ αργά αλλά ωρίμαζαν! Χωρίς να γίνονται φλυαρία ή επανάληψη! Και κάτι ακόμα που νομίζω πως είναι πολύ ενδεικτικό του τρόπου συνεργασίας του με τον επιμελητή: Το πασίγνωστο Ουρητήριο –ένας τοίχος με πολιτικά συνθήματα και εμπρός του φιγούρες– άρχισα να το ονομάζω από τις αρχές του ’90 Ουρητήριο της Ιστορίας, τίτλο που αποδέχτηκε τελικά και ο ίδιος επειδή πλάι στον Duchamp έβαζε και την ελληνική ιδιαιτερότητα, τα δίπολα εθνικό-διεθνικό, εντόπιο-παγκόσμιο, κέντρο-περιφέρεια. 
Απ’ την άλλη, αυτή η λιτή θεατρικότητα και το δράμα των ανδρείκελων χωρίς πρόσωπο που συγκροτούν το έργο του, κατ’ ουσίαν μου ενέπνευσαν την πολυθεματική έκθεση “ζωγραφικός χώρος-θεατρικότητα” την οποία παρουσίασα το 1985 στο μέγαρο Κουλούρα του Π. Φαλήρου (Αθήνα, πολιτιστική πρωτεύουσα) με την υποστήριξη των Ιόλα, Πανιάρα και Κανιάρη. 
Αυτό που εξακολουθητικά με γοητεύει στον Κανιάρη είναι πως παραμένει μοντερνιστής χρησημοποιώντας ως υλικό τα ράκη της σύγχρονης ιστορίας μας, επιμένοντας στην έννοια του παράλογου, της ιθαγένειας και της ποιητικής της φθοράς. Αγαπημένη του ρητορική ερώτηση: «μα τι νόημα έχει;». Βασανιστική εμμονή ενός ανθρώπου που ήξερε να ανασύρει το πολύτιμο από το ασήμαντο και βέβαια μοναδικό μάθημα για όσους ήταν γύρω του. 
Πάντως τόσο η σχέση του με το παράλογο και τον Μπέκετ (που είχε υπογραμμίσει ο Ρεστανί ήδη απο τη δεκαετία του ’60) όσο και η πυκνή θεατρική ατμόσφαιρα των μεγάλων εγκαταστάσεών του, π.χ. το Κουτσό ή το Αριβεντέρτσι Βιλκόμεν, όπως ορθά επισημαίνεις χρήζουν περαιτέρω μελέτης. Όταν αρχίσουμε και στον τόπο μας να βγάζουμε τους καλλιτέχνες από τα κουτάκια της μεθοδολογικής συντήρησης και δούμε το έργο τους per se ως διαπολιτιστικό επίτευγμα. Ο πολιτικός Κανιάρης υπήρξε προφανής εξ αρχής. Καιρός να δούμε και τον υπαρξιακό...
Κατακλείδα: Αντιλαμβάνεσαι πόσο χάρηκα όταν κάποιοι παλιοί μαθητές μου ζήτησαν να μεσολαβήσω ώστε ο Κανιάρης να τους δανείσει μια φιγούρα για να την χρησημοποιήσουν ως βασικό σκηνογραφικό στοιχείο σε μια παράσταση. Πράγμα που έγινε πριν απο 5 χρόνια στο θέατρο του Νέου Κόσμου.



ΧΜ: Έχει ενδιαφέρον που αναφέρεις την αγαπημένη ερώτηση του Κανιάρη. Όταν τον πρωτοσυνάντησα το 2008 με αφορμή την έκθεση Αριβεντέρτσι Βιλκόμεν στην γκαλερί Καλφαγιάν, πριν ξεκινήσει να μου μιλάει για την ενότητα Μετανάστες, μου έθεσε το ερώτημα: «Τελικά, βρίσκετε κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή τη δουλειά;». Κανείς άλλος καλλιτέχνης δεν με έχει ρωτήσει κάτι αντίστοιχο. Και ομολογώ ότι μόλις πρόσφατα συνειδητοποίησα το νόημα αυτής της ερώτησης, όταν απομαγνητοφώνησα εκείνη τη συζήτησή μας για να συμπεριληφθεί στον κατάλογο της έκθεσης στο ΙΤΗΠ. Υπάρχει μια δημιουργική αμφιβολία στη σκέψη του Κανιάρη. Νομίζω πως σε αυτή την αμφιβολία θα πρέπει να αποδώσουμε και την αποστροφή του απέναντι σε πολλές όψεις της ελληνικής κουλτούρας, την οποία διακρίνει η καχυποψία και ο λαϊκισμός. Ο Κανιάρης θα συμφωνούσε με τις θέσεις που διατυπώνει ο Νικόλας Σεβαστάκης σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Όλες οι ύστερες μοντέρνες κοινωνίες, ακόμα και αυτές με ιδιόμορφες ή αρχαϊκές πλευρές, όπως η ελληνική, είναι κοινωνίες της καχυποψίας και όχι της δημιουργικής αμφιβολίας. Δεν θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα ή προηγούμενες θέσεις. Υπάρχει η κουλτούρα της καχυποψίας και της διαβολής. Η καχυποψία παράγει μόνο ένα μικρομίσος, έναν κοινωνικό φθόνο». Παρενθετικά, να σημειώσω ότι η αναφορά στον συγκεκριμένο στοχαστή δεν είναι τυχαία: στο εξώφυλλο του βιβλίου του Κοινότοπη χώρα: Όψεις του δημόσιου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα (2004) φιγουράρει μια φωτογραφία του Ουρητήριου της Ιστορίας (1980). Τα έργα του Κανιάρη επιτελούν αυτό ακριβώς που οφείλουν αλλά αδυνατούν να κάνουν οι κοινωνίες και το οποίο παρατηρεί ο Σεβαστάκης: θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα. Αυτό το μικρομίσος όμως δεν είναι γνώρισμα μόνο της ελληνικής κοινωνίας αλλά και της ευρωπαϊκής. Όταν οι Καλφαγιάν παρουσίασαν στη φουάρ της Κολωνίας το έργο Προοπτική (1971), κάποιοι γερμανοί επισκέπτες πετούσαν κέρματα στο κόκκινο κράνος εργοταξίου που βρίσκεται αναποδογυρισμένο μπροστά στο ανδρείκελο, το οποίο στα μάτια τους προφανώς συμβόλιζε τον Έλληνα επαίτη επί γερμανικού εδάφους. Το συμβάν αυτό αποδεικνύει κατά τη γνώμη μου ότι ο Κανιάρης πέτυχε τον σκοπό του, μιας και η Προοπτική του κατάφερε να εκτονώσει, έστω και στιγμιαία, την ένταση που υπάρχει αυτή τη στιγμή ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Πόσα έργα έχουν τέτοια δυναμική που να είναι ικανά να ενοχλήσουν το κοινό και ταυτόχρονα να συνοψίσουν τις τεταμένες σχέσεις και το χάσμα επικοινωνίας ανάμεσα σε μια «ανυπάκουη» χώρα του Νότου και στις πειθαρχημένες κοινωνίες του ανεπτυγμένου Βορρά;
Εσύ που τον γνώριζες τόσο καλά, ποια πιστεύεις ότι θα ήταν η αντίδρασή του σε ένα τέτοιο συμβάν; Στη συνέντευξή μας πάντως, δεν κρύβει την απογοήτευσή του για τον τρόπο που το ελληνικό κοινό –ακόμη και οι αριστεροί– είχε αντιμετωπίσει την έκθεσή του στο Φιξ το 1980. Ενώ περίμενε να γίνει ένας διάλογος ή να προκύψει αντίλογος για την επικριτική του στάση, όλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι.  
Μ.Σ. Θίγεις αυτήν τη στιγμή μερικά πολύ κρίσιμα ζητήματα: 

1. Ο Κανιάρης ήταν βαθιά αφοσιωμένος στο έργο του και ίσως γ΄αυτό δεν έδινε τόση σημασία στην υλική του πραγμάτωση όσο στην παιδαγωγική του διάσταση. Μ΄ άλλα λόγια δεν τον ενδιέφερε η φαντασμαγορία των εικόνων αλλά η ουσία των πραγμάτων. Έλεγε συχνά πως τον ενδιέφερε να ανακαλύψουν οι άνθρωποι τον Duchamp στο γιαπί της απέναντι γωνίας, στα σκουπίδια που οι μικροαστοί περιφρονούν. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου ό, τι συνήθως ονομάζουμε ναρκισσισμό του καλλιτέχνη, για αυτό και τον βασάνιζε, πράγμα σπάνιο για τον τόπο, το τελικό νόημα του έργου τέχνης, ο ουσιαστικός ρόλος του. Ένας συνομήλικος, άσπονδος φίλος του μου έλεγε πριν απο χρόνια στην Τήνο: "Ο Κανιάρης έχει μείνει στο ΄70, τί καινούριο έχει κάνει από τότε;" Αυτή είναι μια επιπόλαιη και άκρως ναρκισσιστική προσέγγιση που επενδύει αποκλειστικά στην ψευδομεταφυσική του καινούριου!
Ο αληθινός καλλιτέχνης κάνει πάντα το ίδιο έργο επιμένοντας ιδεοληπτικά στις εμμονές του και εμβαθύνοντας συνεχώς στο όραμά του. Πώς αλλιώς; Η έννοια της επανάληψης είναι πολύ σχετική. Αντίθετα, ο εύκολος εντυπωσιασμός δεν συνιστά εξέλιξη. Απλότητα, όλο και μεγαλύτερη απλότητα ως τα όρια της γυμνότητας, να ο μόνος δρόμος προς την αλήθεια. Υπάρχουν έργα τέχνης που εξαντλούν την ενέργειά τους άμα τη εμφανίσει στο θέατρο της αγοράς. Υπάρχουν όμως κι άλλα που σχεδόν εκβιάζουν το στάγδην βραδέως του χρόνου προς μιαν ολοκλήρωση που διαρκώς αναβάλλεται. Τι ομορφιά! Αγαπημένη φράση του Κανιάρη ήταν: "Εγώ φτιάχνω έργα που πιθανόν να γίνουν έργα τέχνης στο μέλλον."
Θυμάμαι αυτή την στιγμή την συγκινητική επιστολή που έστειλε ο Γ. Κουνέλλης στην Μαίρη Κανιάρη λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Βλάση, υπογραμμίζοντας πόσο ουσιαστικός καλλιτέχνης υπήρξε. Μην ξεχνάς πως αυτοί οι δύο συνοδοιπόρισαν σχεδόν πενήντα χρόνια αναπτύσσοντας έναν σιωπηλό όσο και εκφραστικό διάλογο. Τίποτε πιο διαφωτιστικό από το βλέμμα του ενός καλλιτέχνη στο έργο ενός άλλου καλλιτέχνη...



2. Η άλλη τρομακτικά ενδιαφέρουσα διάσταση της δουλειάς του, πλην της ψυχικής-υπαρξιακής, είναι η πολιτική. Ο Κανιάρης λειτουργεί απο την πρώτη στιγμή ως ένας πολιτικός και μάλιστα αριστερός καλλιτέχνης. (θλιβερή παρένθεση: ίσως γι αυτό στην κηδεία του, δεν παρέστη κανένας πολιτικός της Αριστεράς πλην της τότε αντιδημάρχου Άννας Φιλίνη -“menschliches, zu menschliches!”)
Μέτρησε περιπτώσεις: Η πρώτη του έκθεση το '58 ήταν αφιερωμένη στό πολύνεκρο εργατικό ατύχημα των ορυχείων της Marcinelle. Η έκθεση του '69 με τους γύψους, τα συρματοπλέγματα και τα γαρύφαλα αναφερόταν σθεναρά στην δικτατορία. Και μάλιστα μ΄ έναν τρόπο τόσο προκλητικά εμφανή που κατατέληγε να είναι σχεδόν αόρατος. Ένας Broodthaers που χαστουκίζει τον Παττακό κι εκείνος νομίζει πως τον παρασημοφορούν!
Αμέσως μετά, στις μεγάλες σκηνικές συνθέσεις σε Παρίσι, Στοκχόλμη, Βερολίνο, Αμβούργο, Ντόρτμουντ κ.α., ο Κανιάρης διαπραγματεύεται την κοινωνικοπολιτική διάσταση της μετανάστευσης, την οικονομική αλληλοεξάρτηση Ελλάδας-Γερμανίας, το συνολικότερο ευρωπαικό πρόβλημα κτλ. Ήταν τότε που έφτιαξε το προφητικό -τελικά- έργο της γερμανικής σημαίας που αποροφά την ελληνική, sic! Η συγκλονιστική σειρά “Fremdarbeiter-Gastarbeiter” παραμένει ως σήμερα μια από τις πιο διεισδυτικές προτάσεις του ύστερου ευρωπαϊκού μοντερνισμού. 
Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Κανιάρης εκτέθηκε δίπλα στον Beuys στην εξαιρετική έκθεση “Face à l'histoire” -θα το μεταφράζαμε Ενώπιον της Ιστορίας- που οργανώθηκε στο Centre Pompidou το 1996. (δες περισσότερα στοιχεία και φωτογραφίες στο βιβλίο μου "Ελληνομουσείον", Β΄ τόμος). 
Το 1998 στην Μπιενάλε της Βενετίας ο Κανιάρης παρουσιάζει ένα υπερμέγεθες κεραμικό αγγούρι   με τον ενδεικτικό τίτλο "πού ο Βορράς πού ο Νότος;" Τότε λίγοι το κατάλαβαν, σήμερα όμως; Υπάρχει σήμερα πιό εύστοχη εικαστική εικόνα απο την διείσδυση του σκληρού Βορρά στον ευπαθή Νότο; Aν δεν ήταν ένα τόσο πολιτικό έργο θα ήταν ένα σεξουαλικό αριστούργημα, τύφλα νάχει ο Jeff Koons! 
Όμως η μεγάλη προσφορά του Κανιάρη έγκειται στην τόσο έγκαιρη και τόσο έγκυρη καταγγελία του λαικισμού ήδη από την δεκαετία του ΄90. Αν κάτι θύμωνε και συγχρόνως κατέθλιβε τον Βλάση ήταν η ευκολία με την οποία η Αριστερά κατάπινε αμάσητα τα παραδείγματα της πασοκικής αισθητικής. Μ΄άλλα λόγια "Ό τι θέλει ο λαός, από πίσω κι από μπρος"
Τότε ελάχιστοι το κατάλαβαν, αρκετοί το λοιδόρησαν, σήμερα όμως; Ο Κανιάρης έτρεφε βαθύτατη περιφρόνηση για όλην αυτή την κατατονική κοινωνία.