Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ξενάγηση στο Μουσείο Βορρέ - Παιανία


Την Κυριακή 23 Νοεμβρίου στη 1 το μεσημέρι ο Μάνος Στεφανίδης θα ξεναγήσει και πάλι όσους βούλονται στην έκθεση ΙΣΤΟΡΙΑ - ΕΙΡΩΝΕΙΑ και την εικαστική παρέμβαση του Άγγελου Παπαδημητρίου ΟΙ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΟΙ.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Δημήτρης Λουζικιώτης – Αναστενάρια

Εγκαίνια έκθεσης: Σάββατο 22 Νοεμβρίου και ώρα 7:30μ.μ. στο κτήριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, πεζοδρόμος Ερμού 134, πλατεία Ασωμάτων. Διάρκεια έκθεσης ως 30 /11.


 Το δράμα με τη φωτογραφία είναι ότι συχνά εξαντλείται στο ορατό. Καταφάσκει δηλαδή στο προφανές και φωταγωγεί το αυτονόητο. Πρόκειται για εκείνο το δράμα των μορφών που ξεκίνησε τον 19ο αιώνα από την παραστατική ζωγραφική και το νατουραλιστικό θέατρο αλλά που τώρα καταδυναστεύει εκτός των άλλων το σινεμά, την βιντεο-αρτ ή τις εικόνες των μήντια. Η τέχνη όμως ζωοποιείται όταν αποκολλάται από την κοινοτοπία. Όταν φτάνει απ' το ορατό στο αόρατο, όταν περισσότερο υπαινίσσεται και λιγότερο αναπαριστά. Όταν, τέλος, ακραγγίζει το ιερό, ψηλαφεί το αίνιγμα και δεν φοβάται το τρομερό. Τέχνη είναι με άλλα λόγια εκείνη η μεταφυσική που όμως φτιάχτηκε από ανθρώπινα χέρια και το θαύμα που δεν χρειάζεται έναν θεό για να επιφανεί.
Σε αυτό το δρόμο κινούνται οι εξαιρετικές φωτογραφίες του Δημήτρη Λουσικιώτη. Θέμα τους είναι τα Αναστενάρια και οι βακχεύοντες χριστιανοί με τις εικόνες των αγίων Κονσταντίνου και Ελένης στα χέρια. Η προετοιμασία της ιεροτελεστίας, η κορύφωση της δοκιμασίας, η απο-θέωση. Τα κάρβουνα που καίνε σαν μάτια, οι ψυχές που καίνε σαν κάρβουνα. Πρόκειται βέβαια για εκείνες τις ψυχές που εμπιστεύονται ακόμη και το ένστικτο και τη παράδοση σε μιαν εποχή που έχει απαξιώσει την παράδοση και απομείωσε την ποιητική των ενστίκτων. Που μεταμόρφωσε τον ορθολογισμό από εργαλείο και πυξίδα σε γκλομπ του αστυφύλακα που στέκει στη γωνία.
Ο Δημήτης Λουζικιώτης δημιουργεί ευκρινείς και πυκνές εικόνες που φλερτάρουν το σινεμά και που λένε ιστορίες για τα πρόσωπα, την πίστη ή το φόβο τους και για την υπέρβαση που δικαιούται ο καθένας αφήνοντας στον θεατή το προνόμιο να μαντέψει το τέλος όλων αυτών. Ανήσυχες οπτικές γωνίες, αιφνίδια instantanés, πανοραμικές όψεις, λεπτομέρειες εκφράσεων, το στιγμιαίο που φιλοδοξεί να γίνει αιώνιο, ο τρόμος του κενού και το χρώμα ως αποκάλυψη. Σπουδαία πράγματα δηλαδή για μιαν εποχή που θεωρεί σπουδαίο το σοβαροφανές και που φοβάται ό, τι ακριβώς αγνοεί. Σπουδαία πράγματα, τέλος, για όσους ακόμα επιμένουν να πιστεύουν σε εκείνα που δεν φαίνονται κι όμως υπάρχουν...

20/10/2014

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ;

Ναι, αρκεί να είναι ανοιχτό και το Πανεπιστήμιο
Βλάσης Κανιάρης, Το Ουρητήριο της Ιστορίας, 1979-80

Πρόκειται, διερωτώμαι, για τις τρομερές επετείους τις οποίες φοβάται η εξουσία, δηλαδή το «Πολυτεχνείο» και ο «Γρηγορόπουλος» ή μήπως είναι η χρυσή, ετήσια ευκαιρία για κάθε λογής γκρουπούσκουλο ή αναρχική φράξια να ξανακάψει την Αθήνα ή να επαναλάβει τη ξεθυμασμένη επαναστατική γυμναστική των καταλήψεων σχολείων και πανεπιστημίων; Πόσο αντέχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα ξανά αποχές, απώλειες μαθημάτων, διάλυση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χάος εντός και εκτός των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων; Ξεχάσαμε τι συνέβη πέρσι; Πόσες φορές δεν έχω ξεκινήσει για μάθημα αλλά πληροφορήθηκα στην είσοδο της Φιλοσοφικής ότι η γενική (;) συνέλευση (;;;) που έγινε αιφνιδίως την προηγούμενη, αποφάσισε τη κατάληψη του κτιρίου και την αναστολή των μαθημάτων, σε βαθμό ώστε το μεγαλείο του Πολυτεχνείου να γίνεται, σαράντα χρόνια μετά, η κατάρα της παιδείας; Ήδη φέτος έχασα μαθήματα τριών εβδομάδων. Ποιος νομιμοποιεί ποιόν, πόσο δημοκρατικό είναι μια μικρή ομάδα των ίδιων ανθρώπων αντιδημοκρατικά να εισβάλει στις συνεδριάσεις των πρυτανικών αρχών, ν’ απειλεί, να τραμπουκίζει με κάθε τρόπο και, συχνά-πυκνά, να καταστρέφει τη πανεπιστημιακή περιουσία ή στο όνομα του ασύλου να παραβιάζει το άσυλο; Υπάρχει πιο αποδοτικός τρόπος να απαξιώσουμε ως το μη περαιτέρω τα δημόσια πανεπιστήμια από την επαναλαμβανόμενη, χωρίς φαντασία και λογική, καταληψιακή υποκουλτούρα; Δεν ανοίγουμε έτσι διάπλατα το δρόμο για τα ιδιωτικά; Συμπέρασμα: Όχι στη βία από όπου κι αν προέρχεται. Και βέβαια όχι στο μαθητοπατερισμό και τον “φιλονεϊκό” λαϊκισμό.
Σχεδόν μισόν αιώνα μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά σε μια χώρα καθημαγμένη και από την οικονομική κρίση και από τη πολιτική ανικανότητα αλλά και την αδυναμία της κοινωνίας να δει την πραγματικότητα αδιαμεσολάβητη από χρόνιες ιδεοληψίες, βολικά ψεύδη ή ψυχοπαθολογική υποκρισία. Χάσαμε γενιές ολόκληρες μαθητών και φοιτητών παίζοντας με την αυθαιρεσία και τη βία των αποχών και των καταλήψεων. Επειδή δεν είναι επαναστατική πράξη το κλειστό σχολείο, η σιωπή αντί του λόγου, το λουκέτο αντί του μαθήματος. Είναι, αντίθετα, ηλιθιότητα όταν δεν είναι φασισμός. Έχουμε το θάρρος να το παραδεχτούμε; Το επίπεδο της παιδείας είναι οικτρό. Ο νυν και, κυρίως, ο προηγούμενος ανεκδιήγητος υπουργός της συμβάλλουν με τις μικροπολιτικές και τους ερασιτεχνισμούς τους στη κορύφωση του δράματος. Υπάρχει μια εντεινόμενη επίθεση της πολιτείας απέναντι στη δημόσια παιδεία παρά τα αντιθέτως λεγόμενα. Κι αυτή η παράνοια πυροδοτεί το «δίκαιο» των μπαχαλάκηδων αλλά και της κομματικής καμαρίλας που τους υποστηρίζει οδηγώντας σε ένα κρεσέντο αφροσύνης.
Ξεχάσαμε ήδη, φοβάμαι, τις αλλεπάλληλες καταλήψεις και τους βανδαλισμούς της Πρυτανείας του ΕΚΠΑ και την διπλή εντατική για τον πρώην Πρύτανη κ. Κίττα, την τριπλή πυρπόληση του Πολυτεχνείου με τις ανυπολόγιστης αξίας καταστροφές; Το λέω ευθέως: Ένας σπινθήρας αρκεί για να ξεσπάσουν προβοκάτσιες ένθεν κακείθεν. Κι αυτό θα βλάψει πρωτίστως τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο μέσος ψηφοφόρος είναι ευεπίφορος στην τρομολαγνεία της κυβέρνησης και δεν έχει περιθώρια για ακόμη ένα χαμένο ακαδημαϊκό έτος. Εκτός κι αν ξεχάσαμε τις 13! εβδομάδες του κλειστού ΕΚΠΑ πέρυσι και την γελοιότητα του εξαμήνου που διασώθηκε οικτρά κολοβωμένο. Είναι αφελές να ζητηθεί η έξωση των κομμάτων από τα ΑΕΙ εφόσον οι πάντες προσέρχονται σε αυτά φορώντας κομματικές ή ψευδοκομματικές ταυτότητες. Ας τηρηθεί τουλάχιστον ένα μίνιμουμ νομιμότητας, δηλαδή το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, η ακαδημαϊκή ιεραρχία και η λειτουργία των θεσμικών οργάνων. Το δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν είναι ιδιοκτησία κανενός ούτε η βία έλυσε ποτέ τα ποικίλα προβλήματα. Αντιθέτως, τα όξυνε. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο είναι μοναδική περίπτωση σ’ όλη την Ευρώπη. Κι αυτό δεν μας τιμά διόλου. Δεν μπορεί να είναι ταξικός εχθρός μας ο εκάστοτε εκλεγμένος Πρύτανης. Ούτε πάλι είναι λύση τα ΜΑΤ γύρω από τα Ιδρύματα. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που μας τραβάει προς τα κάτω.
Το παράδοξο επίσης είναι πως πρώτη δύναμη στα ΑΕΙ έρχεται η ΔΑΠ, η παράταξη που διοργανώνει τα πιο μαγικά πάρτι και τις εκδρομές στη Μύκονο. Δεν υπάρχει κινηματική πλειοψηφία στα πανεπιστήμια. Αντίθετα, υπάρχει ένα κλίμα απάθειας και μη συμμετοχής, κάτι δηλαδή άκρως ανησυχητικό. Μια γενιά που απαξιώνει κόμματα και επιλέγει την ιδιώτευση, την ατομική σωτηρία. Κυρίως επειδή απεχθάνεται τις μεθόδους των επιθετικών μειοψηφιών.
Εν τέλει η πόλωση, η αμοιβαία καχυποψία, η κομματίλα των εμπλεκομένων αναβιώνουν,πάλι, ένα εμφυλιακό = συγκρουσιακό κλίμα εκεί που θα έπρεπε να πρυτανεύσουν η καταλλαγή και η ψυχραιμία. Ό,τι χειρότερο…

Το kitsch και πώς να το λατρέψετε

Δεν πλησιάζει μόνο η επέτειος του Πολυτεχνείου αλλά κι εκείνη της κλοπής του Πικάσο από την Εθνική Πινακοθήκη. Κάποιοι το έχουν ήδη ξεχάσει. Συγκινημένοι ίσως από τα οστά της Αμφίπολης και το Ελληνικό τους DNA. Σιγά τώρα να μην ασχοληθούμε με έναν Ισπανό, έστω κι αν είχε αφιερώσει το έργο του στην Αντίσταση του Ελληνικού Λαού. Το παρελθόν ανέκαθεν μας βόλευε, το παρόν είναι αυτό που συνήθως μας δημιουργεί προβλήματα. Ιδού ένα παλιότερο κείμενό μου που όμως παραμένει επίκαιρο κυρίως επειδή επιμένει να μας υπενθυμίζει "οικεία κακά" (με τη καλή έννοια!).


Αυτό που κυριαρχεί χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη είναι το kitsch ως αισθητική επιλογή, με την κ. Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα αρχιέρειά του. Το πλέον, όμως, ανησυχητικό -τουλάχιστον για όσους έχουν την αφέλεια ν' ανησυχούν- είναι πως μ' αυτό το kitsch μια ολόκληρη κοινωνία βολεύεται και εφησυχάζει. Έτσι νομιμοποιημένο και "αισθητικό", το kitsch διαπερνά την τέχνη, τους εκπροσώπους και την αγορά της, κατακλύζει τα ΜΜΕ ή την τηλεόραση και φτάνει στα κράσπεδα του Κοινοβουλίου, στον πυρήνα της πολιτικής.
Το kitsch γίνεται εντέλει ο μέγιστος πολιτικός συμβολισμός, γίνεται πολιτικός ρόλος. Εκεί ακριβώς οφείλεται η διαιώνιση της θητείας της κ. Λαμπράκη, εκεί αποδίδω πως ακόμη βρίσκεται στο απυρόβλητο και πως τα συνήθως κανιβαλικά ΜΜΕ δεν την έχουν αγγίξει. Είναι, βλέπετε, σαρξ εκ της σαρκός τους.
Με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης δεν έχω τίποτε προσωπικό, όπως δεν έχω τίποτε προσωπικό με τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος τη διόρισε, ή με τον αείμνηστο Λαμπράκη που τη στήριζε. Οι διαφωνίες μου είναι αισθητικές, δηλαδή πολιτικές, και πάντα τις εξέφραζα δημόσια όταν ακόμη ήμουν υφιστάμενός της, συχνά διωκόμενος. Όμως τώρα το θέμα μας δεν είναι η κ. Λαμπράκη ούτε η καριέρα της που λήγει άδοξα και εν μέσω ορυμαγδού (είναι το μόνο σόου στο οποίο δεν πρωταγωνιστεί. Οι κάμερες είναι ανοιχτές, αλλά εκείνη άφαντη!).
Το θέμα μας είναι το kitsch ως χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης εποχής, αυτής της Μεταπολίτευσης, και ως σήμα κατατεθέν μιας κοινωνίας που καλύπτεται από ρόλους και περσόνες αλλά όχι από πρόσωπα. Επειδή "ρόλος" είναι ο Άδωνις υπουργός, ρόλος είναι η "φιλάνθρωπη" είδηση με την οποία τελειώνει κάθε βράδυ το Mega, ρόλος ο βαρυαλγών και εκτίων ποινή για χάρη της πατρίδας κ. Βενιζέλος, ρόλος ο γενικός διευθυντής του κρατικού ραδιοφώνου που γίνεται εξώφυλλο στη "Ραδιοτηλεόραση".
Το kitsch είναι εδώ, εύχαρι και κυρίαρχο για να μας πει πως "όλα πάνε καλά" -η συνήθης μεταμοντέρνα συνθήκη- ενώ δεν πάνε. Κι είναι σφάλμα της αριστεράς που, ενώ έχει άποψη για τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, δεν έχει εξίσου μαχητική και ανατρεπτική άποψη για την Εθνική Πινακοθήκη, την ΕΡΤ ή το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που αποδέχονται οι διευθυντές τέτοιων θεσμών να διορίζονται από τον εκάστοτε υπουργό Πολιτισμού και να μην προκηρύσσονται οι θέσεις τους μέσα από ανοιχτές διαδικασίες και με εκδήλωση διεθνούς -γιατί όχι;- ενδιαφέροντος.
Οφείλουμε, λοιπόν, πρώτα να θωρακίσουμε τα μουσεία μας κι έπειτα να τα καταστήσουμε ανταγωνιστικά σε σχέση με το παγκόσμιο μουσειολογικό γίγνεσθαι. Αντίθετα, εμείς τ' αντιμετωπίζουμε σαν γκαλερί ή χώρους κοσμικής επίδειξης της εγχώριας νομενκλατούρας. Γι' αυτό και είναι "βαρετά" ή "αντιπαθή" στους νεότερους και γι' αυτό δεν ανταποκρίνονται στον ευρύτερο παιδαγωγικό τους ρόλο. Σ' έναν τόπο όπου κυριαρχούν η ημιμάθεια και το δήθεν -όπου ακόμη και ο θεσμός του πρωθυπουργού είναι τελικά ένας ρόλος- δεν είναι διόλου περίεργη η εξόφθαλμη υποβάθμιση των μουσείων -της βαριάς, πολιτιστικής μας βιομηχανίας- εκ μέρους της πολιτείας. (Φαντάζομαι ότι στο μέλλον ο βουλευτής κ. Βελόπουλος θα εποφθαλμιά το ΥΠΠΟ λόγω του ιδεολογικού του βάρους).
- Και ο Πικάσο; Γιατί δεν ήταν τόσα χρόνια αναρτημένος στα μόνιμα εκθέματα; Γιατί αυτό το έργο - προσφορά στην Αντίσταση των Ελλήνων υπήρξε αποσιωπημένο και ανενεργό; Μα επειδή είναι "άσχημο", επειδή είναι ένα έργο επιθετικό, ένα έργο διαμαρτυρίας που φτιάχτηκε για να ενοχλεί κι όχι για ν' αρέσει. Και η αισθητική του kitsch που πρεσβεύει η Εθνική Πινακοθήκη πλειοδοτεί μόνο σε "κάτι το ωραίον"! Στην τέχνη υπάρχουν όμως έργα που καλύπτουν τη συλλογική μας ανάγκη για εύκολη συγκίνηση και για τα δάκρυα των "ευαίσθητων" και έργα που φτιάχτηκαν για να υπερασπιστούν τα δάκρυα της οδύνης και για να ενοχλήσουν όσους τα προκάλεσαν. Τόσο απλά.
Υπάρχει μια τέχνη διακοσμητική, που γοητεύει τους χορτάτους και τους εφησυχασμένους, και μια τέχνη που καταγγέλλει και ονειρεύεται. Που αμφισβητεί και αυτοαμφισβητείται. Που είναι καχύποπτη και δεν θέλει να καταστεί προϊόν πολυτελείας, γέρας και κοινωνικό status στα χέρια των νεόπλουτων. Που αποτελεί μέσο αυτογνωσίας και κλειδί για να προσπελαθούν τα μυστήρια της ύπαρξης.
- Αν η τέχνη μπορεί να είναι κάτι τόσο γοητευτικό και διεισδυτικό μαζί, επιτρέπεται να τη συγχέουμε με το επιπολάζον, αισθητικό kitsch και τα πολιτικά παράγωγά του;
ΥΓ. 1.: Η απώλεια του Πικάσο που εξυμνεί τη συμμετοχή των Ελλήνων στον πανευρωπαϊκό αντιφασιστικό αγώνα αποκτά και μιαν άλλη, συμβολική διάσταση αυτή τη στιγμή που ένα τμήμα της ευρωπαϊκής ελίτ επιχειρεί να καταστήσει την Ελλάδα πιόνι της. Ποιος δεν το βλέπει;
ΥΓ. 2.: Αν το πολιτικό kitsch πιστεύετε ότι εκπροσωπείται αποκλειστικά από τον Κουλούρη, τότε ζείτε ακόμη στην εποχή της Μεταπολίτευσης!
Σημείωση: 
Στην καταρρέουσα εικαστική μας πραγματικότητα η μυρωδιά της πτωμαΐνης φαίνεται από την έλλειψη κριτικών και κριτικής -το αγλαό επίτευγμα του Ρομαντισμού- από τον απορφανισμό θεωρητικών και θεωρίας -το γέρας του Διαφωτισμού-, από την εξαφάνιση ειδικών, μαχητικών περιοδικών και ψυχωμένων ομάδων έτοιμων να σαρκάσουν τα αόρατα ρούχα του ξεβράκωτου βασιλιά (ελληνιστί High lights). Βέβαια περισσεύουν οι curators, τα «βραβεία», οι «θεματικές» εκθέσεις, και οι πληρωμένες καταχωρίσεις.

Από την κρατική αυθαιρεσία που συνέχεια αυτοσχεδιάζει ξεδιάντροπα, που στελεχώνει μουσεία και θεσμούς με ακατάλληλους μεν, κομματικά εγκάθετους δε και που επιτρέπει χρόνια τώρα από ανικανότητα σε μια σπείρα ανέραστων φανατικών -γεμάτων μωροφιλοδοξία και ζήλια- να κάνει παιχνίδι...

Στην ΑΣΚΤ επί 30 χρόνια διδάσκονταν μόνον τον Alberti, και καπέλα σ' ένα kitsch, νεοαναγεννησιακό τίποτε. Σήμερα, ήρθε η ώρα του θερισμού. Ανάμεσα στους παραστατικούς κορνιζάδες και τα βραβεία ΔΕΣΤΕ η απόσταση είναι ο περίπατος «Φίλιον» - «Ντα Κάπο».

Ας το πούμε απλά: χωρίς θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη. Κάποτε οι έλληνες καλλιτέχνες γνώριζαν πώς να πουν κάτι και αγνοούσαν τι ήθελαν να πουν. Σήμερα τα «πώς» και τα «γιατί» μπερδεύονται, γλυκά σ' ένα φοντί από στραπατσάδα. Την τέχνη πλέον διακονούν τα Β.Π. παιδιά των μπαμπάδων τους οι οποίοι πλούτισαν νύχτα και φοβούνται να δείξουν τα χέρια τους τη μέρα. Ανορεξικά, ανερωτικά, νευρωτικά πλην φιλήδονα τα ίδια, θεωρούν τέχνη την αδυναμία να βολέψουν το σώμα τους στον κόσμο. Αυτό εξάλλου είναι το θέμα κάθε post μεταμοντερνισμού, κάθε τέχνης στην εποχή του τέλους της τέχνης. Όταν η υπερπροσφορά δεν δημιουργεί μόνο σύγχυση ή πλησμονή αλλά κυρίως κατατονία.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Ξενάγηση στο Μουσείο Βορρέ - Παιανία

Την Σάββατο 15 Νοεμβρίου στη 1 το μεσημέρι ο Μάνος Στεφανίδης θα ξεναγήσει όσους βούλονται στην έκθεση ΙΣΤΟΡΙΑ - ΕΙΡΩΝΕΙΑ και την εικαστική παρέμβαση του Άγγελου Παπαδημητρίου ΟΙ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΟΙ.
 
 

Η ΔΙΚΗ


Ο τρόμος και η αθλιότητα σε εικόνες

Γιάννης Κολιός, Η Δίκη του Γιόζεφ Κ. - Χαρακτική -Τεχνοχώρος 13/11, ώρα 20.00 

Καιρός το κλασαι, καιρός το μισσαι, καιρός το αποθανεν.

Αυτή η δίκη δεν τελειώνει ποτέ. Αυτή η δίκη συνεχίζεται στο διηνεκές έστω κι αν είναι γνωστή η ετυμηγορία της. Σε αυτή τη δίκη δικαζόμαστε όλοι χωρίς οίκτο και εξαιρέσεις. Και ασφαλώς καταδικαζόμαστε. Είμαι βέβαιος πια μετά από τόσα διαβάσματα και ανάλογη, αναγνωστική, εμπειρία. Κανένα άλλο κείμενο του 20ου αιώνα δεν συνοψίζει πιο εμβληματικά τα κακά που προηγήθηκαν στο κόσμο μας, δεν προοικονομεί τον επικείμενο, απόλυτο τρόμο. Η “Δίκη” ξεκόβει από τη παράδοση του Bildungsroman, μυθολογεί το δράμα της ιστορίας με τους τρόπους του Benjamin, προφητεύει το γυμνό, τραγικό τοπίο των Cantos του Pound, δείχνει στον Brecht πως να λαξεύσει τους ανυπεράσπιστους, καθημερινούς του ήρωες. Και κάτι περισσότερο: Ακυρώνει τα εργαλεία και τις μεθόδους πολυάριθμων κοινωνιολόγων, πολιτικών αναλυτών, ανθρωπολόγων, ιστορικών, ψυχολόγων κλπ. Η “Δίκη”, με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και την μοναδική της κορύφωση, καταγγέλλει έμμεσα όλους προηγηθέντες ουμανισμούς και προσφέρει στην αισθητική θεωρία και την επιστήμη έναν καινούργιο όρο. Έναν όρο που μπορεί άνετα να αντικαταστήσει τα επίθετα “ζοφερός”, “τρομερός”, “φρικτός”, κ.α.. Πλέον διαθέτουμε για τη λέξη “καφκικός”. Ούτε ο Klimt, ούτε ο Κokoschka, ούτε ο Malher, ούτε ο Schnitzler, ούτε ο Freud, ούτε ο Wedekind την κατάκτησαν, παρ’ ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την πλησίασαν.
Ο Κάφκα, κυρίως με τη “Δίκη” - αλλά και με τον “Πύργο” ή την “Μεταμόρφωση”-, αντιμετωπίζει τη μεταφυσική του κακού, γίνεται ο κατ’ εξοχήν ερμηνευτής – προφήτης των ποικίλων ολοκληρωτισμών οι οποίοι θα αυλακώσουν το δέρμα του προηγούμενου αιώνα. Πριν και μετά το άγος δυο παγκοσμίων πολέμων. Γίνεται έτσι εκείνος που είδε πρώτος στην εποχή του με τα μάτια του τα ίδια την Κόλαση όπως την ατένισαν ο Dante, o Bosch, o Blake ή o Nietzsche στη δική τους.
Η “Δίκη” καταγγέλλει στεντόρεια το απόλυτο κράτος του Hegel ως μήτρα του κάθε ολοκληρωτισμού και θέτει σε κρίσιμη βάσανο τις κοινωνικές θεωρίες του Marx αλλά και του Max Weber. Αν τα βιβλία μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο κι αν οι ιδέες είχαν την δύναμη να φρονηματίσουν το ανθρώπινο κτήνος και μόνο η ανάγνωση της “Δίκης” έπρεπε να αποτρέψει το Ολοκαύτωμα. Το ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη δεν βαρύνει βέβαια ούτε τον Κάφκα ούτε mutatis mutandis τον Wagner αλλά όλους εμάς τους υπόλοιπους. Τα βιβλία είναι όπλα, απαιτούνται όμως και πολεμιστές. Επίσης τα βιβλία, όπως κι όλα τα έργα τέχνης γενικότερα, έχουν την μαγική ιδιότητα να υπερβαίνουν τον χρόνο, να αποκόβονται απ’ την εποχή που τα παρήγαγαν και να εκπέμπουν την ενέργειά τους στο διηνεκές. Μόνο που οι αντιστάσεις της κάθε ιστορικής στιγμής βαίνουν συρρικνούμενες και η βαρβαρότητα σταθερά ελλοχεύει…
Υποστήριξα όλα αυτά για να πω απλά πόσο επίκαιρη είναι η “Δίκη” και σήμερα και πόσο αναγκαία είναι η … αναψηλάφησή της. Νομίζω πως ο κάθε αναγνώστης αυτού του κειμένου, ακόμη και ο πιο αθώος -δηλαδή ο πιο αδιάφορος- δεν μπορεί παρά να σκηνογραφήσει στο μυαλό του τις εμμονικές, τις ζοφερές εικόνες που ο συγγραφέας περιγράφει. Οι σελίδες της “Δίκης” λειτουργούν σαν σκαλέτα για μια ταινία τρόμου στο μυαλό μας. Έστω κι αν είναι κυρίως μια πολιτική διακήρυξη. Επίσης σε ελάχιστα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν ανακαλεί τόσο άμεσα ο (ζοφερός) λόγος τη (ζοφερή) εικόνα. Και αυτό είναι άκρως ενδεικτικό για την στροφή που θα κάνει ο μοντερνισμός μετά τον Κάφκα. Το αόρατο οφειλεί να γίνει οδυνηρά, χειροπιαστά ελέγξιμα ορατό. Με ανάλογο αίσθημα κινήθηκε κι ο Γιάννης Κολιός. Υποτάσσοντας στο δεδομένο καφκικό κλίμα τα σαράντα τόσα του επίμονα σχέδια. Ο γερμανικός εξπρεσιονιστικός κινηματογράφος αλλά και τα μαθήματα του Oskar Schlemmer στο Bauhaus υπήρξαν καθοδηγητές του. ν ρχ ν ο χώρος. Γεωμετρικός αλλά και παραμορφωμένος, ακριβής αλλά και καταχθόνιος.
-Πως εξεικονίζεται το κακό; Με χάρακα και με προοπτική!
Στη συνέχεια έπρεπε να μορφοποιηθεί ο κ. Josef K. Δηλαδή ένας από εμάς. Μια φιγούρα με μειωμένα στο ελάχιστο τα ανθρωπολογικά της χαρακτηριστικά ώστε να δοθεί ακόμα πιο δραματικά το πόσο ανύπαρκτη- ανίσχυρη είναι εμπρός στην ακαταδάμαστη όσο και απρόσωπη εξουσία. Προσέξτε: το κράτος στερεί από τον κύριο Κ. το πρόσωπό του επειδή ακριβώς και το ίδιο βιώνει το ιστορικό δράμα της έλλειψης προσώπου.
Κάποιος θα πρέπει να συκοφάντησε τον κ. Γιόσεφ Κ. διότι χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό ένα ωραίο πρωί συνελήφθη…’’ Η λιτότητα εκφραστικών μέσων και η παραπειστική απλότητα της αφήγησης που παραπέμπει σε βιβλική παραβολή, καταντούν σπαραχτικές.
Όμοια, ακολουθεί και η εικονογράφηση. Με απέριττα μέσα, με
chiaroscuro με την απολυτοποίηση του μαύρου και του άσπρου, του συν και του πλην, του σχεδιαστικού κουτιού-κλωβού μέσα στο οποίο εγκιβωτίζεται ο κατηγορούμενος, ο ζωγράφος βρίσκει τον τρόπο για να δηλώσει τα όρια της τραγωδίας.
Είμαστε αυτό που επιθυμούμε λέει ο Lacan. Kαι η εκπλήρωση της επιθυμίας συνιστά μια πρώτη μορφή του κακού αφού αγνοούμε τι είναι αυτό που επιθυμούμε. Η επιθυμία είναι εγγεγραμμένη προτού ακόμη αποκτήσουμε συνείδηση του εγώ. Μπαίνουμε στο πεδίο της επιθυμίας μέσα από τη γλώσσα. Γλώσσα, γραφή (αναπαράσταση της γλώσσας), εικόνα (συμβολικό είδος γραφής). Ως επιθυμούντα όντα ζούμε μόνο την έλλειψη της (manque à être). To κακό, πάλι, είναι η ψευδαίσθηση που σου κρύβει την μόνη αλήθεια που δικαιούσαι: εκείνη του θάνατού σου. Αν το κακό είναι το αντίθετο του αγαθού κι αν το αγαθό, το όντως ον, ταυτίζεται με τον θεό, τότε ο θάνατος του θεού καθιστά το κακό κενό νοήματος. Το κακό καταντά ένα trompe loeil κι αυτό κάνει ακόμη πιο θλιβερή τη θλιβερή ανθρώπινη μοίρα. Απ’ την άλλη, η στοιχειακή δομή των πραγμάτων είναι δομή δυαδική αντίθετων (Μανιχαϊσμός): μέρα-νύχτα, ζεστό-κρύο, άσπρο- μαύρο, βόρειο-νότιο, κόλαση-παράδεισος, άνω-κάτω, συν-πλην, κλπ. Δυαδική η λειτουργία των υπολογιστών, διπλή η έλικα του DΝΑ και τα ζεύγη των γονιδίων. Ο Levi-Strauss ανάγει τη στοιχειώδη λογική του ανθρώπινου εγκεφάλου στη “δυαδική” λογική αντιθέσεων και συσχετισμών. Είναι όμως η φύση ή ο άνθρωπος που επιβάλλει έτσι μια στοιχειώδη δομή στα φαινόμενα; Το αριστερά-δεξιά ή το εμπρός-πίσω νοούνται πάντα ως προς ένα γνωστικό υποκείμενο. Όμοια το αγαθό και το κακό. Με τον θάνατο του θεού το κακό υποστασιοποιείται. Χωρίς μεταφυσική άλω πια, τρυπώνει στα κορμιά και τα βασανίζει με επιθυμίες. Γίνεται ενοχή, απωθημένο, τύψη, λαγνεία, ταυτίζεται με την αδυναμία, τη φθορά, τον θάνατο της ύπαρξης, το παράλογο της ύπαρξης. Αντίθετα προς τον “καλύτερο δυνατό κόσμο” των διαφωτιστών, το κακό αφορά στον τρόμο του υποκειμένου εμπρός στον χρόνο που το κατατρώγει έως τον απόλυτο αφανισμό του.
Ο Kant πρώτος σκέφτηκε σύμφωνα με την οντολογική δυαδικότητα που παρουσιάσαμε πιο πάνω. Έκτοτε αυτό που εννοούν οι μοντέρνοι ως τέχνη δεν είναι παρά η συνέχιση του ιερού με άλλα μέσα...όταν οι θεοί εγκαταλείπουν τον κόσμο.1 Ο Εβραίος Κάφκα, με τη “Δίκη”, γίνεται ο ευαγγελιστής μιας θρησκείας χωρίς θεό. Και μιας πίστης στην οποία οι ψυχές φυλακίζουν βασανίζοντας τα σώματά τους και όχι το αντίθετο. Μοιραία το σώμα μας, αυτή η σχεδία της ύπαρξης που διαπλέει το ποτάμι του χρόνου, στιγματίζεται από το κακό, το οποίο μπορεί να πάρει τα πρόσωπα ενός διχασμένου “εαυτού” αλλά κι ενός “άλλου” που μπορεί να απειλεί ή απλώς να εμποδίζει το δρόμο προς την ευτυχία (Schmerz). Το κακό γίνεται το υποκατάστατο του χαμένου θεού για να παραφράσουμε την Lou Andreas Salomé. Η ίδια ως η καλύτερη μαθήτρια του Friedrich Nietzsche γράφει: ...“Εφόσον ο θεός είναι νεκρός… κανένας δεν απαλλάσσεται από τα βάσανα και τους κινδύνους της επινόησης του εαυτού του. Πρέπει να επινοήσει, να θεμελιώσει και να αντέξει μόνος του το καλό και το κακό, το μέτρο και τα όρια.’’2
Αντίστοιχα ο κυρίος Κ. συνειδητοποιώντας τα δικά του αδιέξοδα αιφνιδίως μιλάει εξ ονόματος όλων μας. Ιδού το πολιτικό στοιχείο που υπαινίχθηκα πιο πάνω: “Ό, τι συνέβη σε μένα αποτελεί ένα περιστατικό και σαν τέτοιο δεν έχει μεγάλη σημασία αλλά είναι χαρακτηριστικό μιας στρεβλής πολιτικής που στρέφεται και εναντίον πολλών άλλων. Χάριν αυτών και όχι χάριν του εαυτού μου στέκομαι τώρα εδώ.” Το περιεχόμενο της “Δίκης” είναι ταυτόχρονα πολιτικό και υπαρξιακό. Δεν είναι η Μοίρα όπως στην αρχαία τραγωδία ούτε η Ύβρις, αλλά η πολιτική αυθαιρεσία που συντρίβει τον πολίτη Κ. Και ακριβώς γι’ αυτό αναδεικνύεται σε ανώνυμο, έστω ήρωα, υποτασσόμενος στον διαλεκτικό ανορθολογισμό του Διαφωτισμού όπως περιέγραψε ο Horkheimer. Ακολούθως και οι εικόνες του Κολιού επιμένουν στις οξείες γωνίες, στα (ιδεολογικά και χωροπλαστικά) αδιέξοδα, στον τρόμο του λευκού και την τρομοκρατία του μαύρου. Η τέχνη του εξορκίζει τον φασισμό που καραδοκεί σε κάθε μικροαστική μας ασφάλεια, σε κάθε ιδεολογική μας ευκολία. Η φιγούρα του κύριου Κ. οφείλει να περάσει απ’ όλους τους αναβαθμούς της ταπείνωσης, του εξευτελισμού, της ισοπέδωσης, της ντροπής (τα οποία θα επιβίωνε και μετά από τη φυσική του εξόντωση) για να συνειδητοποιήσει το υπαρξιακό του λάθος, τη μέρα που έχασε ανάμεσα στη Τρίτη και την Τετάρτη. Την Τετάρτη των Τεφρών τελικά. Όπως το “Μαύρο Τετράγωνο” του Malevich κατοχυρώνει τα όρια μεταξύ του χτες και του αύριο όπως επίσης και το ρίγος αυτής της μετάβασης, έτσι και τα σχέδια της “Δίκης” απλουστευμένα ως το μη περαιτέρω ακριβώς για να καταστούν εκκωφαντικά, δείχνουν το κενό που άφησαν η φυγή του θεού και ο θάνατος της ελπίδας. Ώστε να βλέπουμε σ’ αυτά κάτι, παραφράζοντας τον Malevich, σ’ αυτή την φόρμα του απόλυτου, ό,τι παλιότερα έβλεπαν οι άνθρωποι στο πρόσωπο του θεού… Απ’ την άλλη καμιά εικόνα δεν είναι αθώα. Ή, μάλλον, κάθε εικόνα και το τίμημά της…

ΥΓ. Η τέχνη όπως και ο έρωτας είναι εκείνο το ψέμα που υπερασπίζεται όχι γενικά και αόριστα μιαν αλήθεια, αλλά την αλήθεια του καθενός.


Neuchâtel 13 Αυγούστου

Μάνος Στεφανίδης




1Marcel Gauchet, Η απομάγευση του κόσμου Μια πολιτική ιστορία της θρησκείας Le desenchantement du monde: Une histoire politique de la religion, εκδ.Πατάκη, μτφρ. Άντα Κλαμπατσέα 2011,σελ 422.
2Λίντε Ζάλμπερ, Λου Αντρέας Σαλομέ, Η βιογραφία μιας μοιραίας γυναίκας, εκδ. Μελάνι μτφ. Χριστίνα Λούμελ-Αυγερινού, σ. 78.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Νίκος Κουφάκης, Πορσελάνη από άθραυστα υλικά


Οικογενειακή πορσελάνη, διηγήματα, Κέδρος, 2014

...Πίσω στο διήγημα, πρέπει να μικρύνω τη σκηνή με τα παιδιά που οδυγούν πολύ βιαστικά την πομπή με τον νεκρό προς το κοιμητήριο, οι περιγραφές είναι φλύαρες, τυμίζουν κεφάλαιο απο μυθιστόρημα, δοκιμάζω να γίνω ακριβής και καίριος, καίριος, αυτή είναι η λέξη, βγαίνω στο μπαλκόνι, (...) σκέφτομαι τι γοητευτικό να πέφταμε μαζί νεκροί σε ένα σεισμό, τα πρόσωπά μας αντικριστά κι από πάνω η εποχή μας σε συντρίμμια, θα δελεάζαμε τους αρχαιολόγους του μέλλοντος, θα μας ανακάλυπταν μαρμαρωμένους και ωραίους στον απολιθωμένο έρωτά μας που δεν πρόλαβε να παγώσει, τη φαντάζομαι όταν ήμουν μικρός στις παρέες των όμορφων κοριτσιών που μας επισκέπτονταν τα καλοκαίρια, ...”

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του Νίκου Κουφάκη που παρουσιάζει αφομοιωμένα τόσο το μάθημα του μοντερνισμού (εσωτερικός μονόλογος, ανατροπή της γραμμικής αφήγησης και μια διαρκής mise en abime όπου οι ιστορίες μπαινοβγαίνουν η μία στην άλλη) όσο και στο παράδειγμα των “δασκάλων” του Τάσου Γουδέλη και Κώστα Μαυρουδή, στους οποίους και αφιερώνει το βιβλίο. Ένα παράδειγμα λιτότητας μέσων στοχασμού, υποφώσκουσας λυρικότητας και εκείνης της ακρίβειας η οποία επιτρέπει στα άδηλα ν' αναδυθούν.

Τι είναι, όμως, “τέχνη” και πιο ειδικά “λογοτεχνία”; Πως προσλαμβάνεται; Αποτελείται από πολλά πρόσωπα ή από ένα; Σε ποιόν απευθύνεται και ποιος την δημιουργεί; Εξελίσσεται ανάλογα τον τόπο και τον χρόνο ή παραμένουν τα βασικά της χαρακτηριστικά της αναλλοίωτα: Μπορεί να οριστεί με ασφάλεια ή κάθε καινούργια προσέγγισή της προσκρούει στην παλαιότερη επιτείνοντας την σύγχυση; Είναι η τέχνη ένα επιστημολογικό ζήτημα σαφώς οριοθετημένο ή συνιστά προσωπική υπόθεση του καθενός ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες; Όταν ο Roland Barthes δημοσιεύει το 1968 το ερεθιστικό του δοκίμιο “Ο θάνατος του Συγγραφέα” ανανεώνοντας την φιλολογία περί θανάτου της τέχνης, του καλλιτέχνη κλπ, υπαινισσόταν και την απώλεια –το πλέον οδυνηρό- του αισθητικού υποκειμένου; Μ’ άλλα λόγια όσο επίκαιρο είναι το ερώτημα “Τι ανάγκη έχουμε σήμερα τη τέχνη, ας πούμε τη τέχνη του λόγου;” άλλο τόσο επίκαιρο πρέπει να είναι το ερώτημα “Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τέχνη;”.

Ο Νίκος Κουφάκης στην πρώτη του αυτή επίσημη, λογοτεχνική εμφάνιση με τα διηγήματα (;) της "Οικογενιακής Πορσελάνης" αποδεικνύεται γνώστης ενός πολύ κρίσιμου μυστικού της δημιουργικής γραφής. Ότι δηλαδή η τέχνη έχει ως θέμα της την ίδια τη τέχνη και την ιστορία της αφενός και τη μνήμη με τις δικές της ιστορίες αφετέρου. Έτσι τα αφηγήματα του Κουφάκη -προσωπικά θα τα χαρακτήριζα σημειώσεις για ένα μεταμυθιστόρημα- αντί να είναι αυτοπαθή και ομφαλοσκοπικά, αντί να μηρυκάζουν εξιστορήσεις σε ένα πρώτο επίπεδο που αντανακλά την πιο αυτονόητη σχέση με τα πράγματα, αφορμώνται από το βιωμένο υλικό της μνήμης για να χτίσουν πράγματα πιο σύνθετα. Πράγματα στα οποία αμιλλώνται η λεπταίσθητη παρατήρηση και ο στοχασμός που συνακόλουθα απορρέει.

Στα λογής κυκλοφορούντα κείμενα που υποκρίνονται τη λογοτεχνία, το εξωτερικό ερέθισμα παρουσιάζεται πάντα συμπαγές και δεδομένο, χωρίς τίποτε να διαταράσσει την ασφάλεια αυτού του συμπαγούς κόσμου. Αντίθετα, στην υποψιασμένη λογοτεχνία, ο "κάλλιστος" κόσμος δεν είναι παρά σπαράγματα, φραγκμέντα, σκιές που αφορούν σε άλλες σκιές, υπαινιγμοί, αντανακλάσεις, μυστικά φώτα που κάνουν τη μπορντούρα της πορσελάνης να λάμπει για μια στιγμή και ν' αλλάξει μορφή αμέσως μετά. Ο Κουφάκης αξιοποιεί τόσο τη χαρισάμενη παιδική ηλικία που έχει στοιχειώσει μέσα του (η Κρήτη του ´70, ερωτικό ανικανοποίητο και μια νεαρή καθηγήτρια, μήλο της έριδος και του έρωτα μαζί) όσο και την δυναμική σχέση του με την ιστορία ή την “γεωγραφία” της φιλοσοφίας και με τα έργα του ώριμου μοντερνισμού: ο Proust και ο Joyce, ο Picasso και η σκιά της ερωτικής επιθυμίας (Marie-Thérèse Walter), η φαινομενολογία του Heidegger και ο υπαρξισμός του Sartre. 
 
Σκεφτείτε: Υπό μιαν έννοια το έργο τέχνης δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αφού και μετά την υλική περάτωσή του, κάθε εποχή το εμπλουτίζει με τη δική της ανάγνωση, έτσι ώστε αυτό που αποκαλούμε “νόημα”, ν΄ αποτελεί ένα ανοιχτό σύνολο ή ό,τι ο Umberto Eco ονομάζει “opera aperta”. Σκεφτείτε επίσης, τη περίπτωση εκείνου του καλλιτέχνη που επιστρέφει ξανά και ξανά στο δημιούργημά του, πίνακα, κείμενο, γλυπτό, θεατρική παράσταση κλπ. προσθέτοντας ή αφαιρώντας στοιχεία, έτσι ώστε η κάθε τελευταία εκδοχή να αποτελεί απλώς ένα σταθμό αλλά όχι το πέρας της πορείας προς τη δημιουργία. Έτσι, ο Picasso δεν μεταγράφει απλώς κλασικά έργα όπως οι Meninas ή οι “Γυναίκες στο Αλγέρι”, αλλά δίνει πολλαπλές εκδοχές των έργων αυτών – μερικές φορές ξεπερνώντας τις 30 ή 40 - και δημιουργώντας κατ΄ ουσίαν ένα “δίκτυο σχεδίων αναφοράς” ώστε έργο να είναι το σύνολο τους ενώ ο καθένας, χωριστά, πίνακας ν΄ αποτελεί μιαν ενδεικτική χειρονομία, ένα σχόλιο, ένα μετακείμενο, ένα σπάραγμα έννοιας. Εφόσον τέχνη είναι το σκοτεινό κι άγριο πράγμα που έχει ελάχιστη ή μηδαμινή σχέση με την “καλαισθησία”. Η καλαισθησία διευθετεί, η τέχνη ανατρέπει. Τέχνη είναι οτιδήποτε ορίζει τον εαυτό του σαν τέχνη. Τ' αξιολογικά κριτήρια έπονται. Και βέβαια η ζυγαριά του χρόνου.

Αν το νόημα, το σημαινόμενο σύμφωνα με τους μεταδομιστές, είναι ένα παροδικό, κυλιόμενο αποτέλεσμα λέξεων ή σημαινόντων, συνεχώς μετατοπιζόμενων, εν μέρει παρόν και εν μέρει απόν πώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί μια τελεσίδικη εκδοχή του; Μια κυρίαρχη σημασία του νοήματος αυτού; Μια και μόνη αλήθεια; Τι γοητευτικό, αλήθεια, αδιέξοδο! Στο Κουφάκη η οικονομία των μέσων λειτουργεί μέσα από θραυσματικές εικόνες με τη κάθε “ιστορία” να συνεχίζεται δυνητικά σε επόμενα κείμενα σε άλλα βιβλία... Άποψή μου είναι πως δεν επιτρέπεται, δεν μπορούμε να γράφουμε αν διαρκώς δεν αναρωτιόμαστε γιατί γράφουμε και τι είναι η γραφή κι αν απλώς γράφουμε επειδή γράφει όλος ο κόσμος ή επειδή γνωρίζουμε ανάγνωση και γραφή και θέλουμε να το αποδείξουμε. Άρα γράφουμε για την ανάγκη της γραφής κι όχι για να κατευνάσουμε κάποια ναρκισσευόμενη ματαιοδοξία μας. Σας διαβεβαιώ πως ο τίτλος “συγγραφέας” ούτε επίζηλος μπορεί να είναι πια στις μέρες μας ούτε καν κερδοφόρος.

Ίσως λογοτεχνία εν τέλει να είναι η αδυναμία της γλώσσας να μιλήσει για ό,τι τεκταίνεται στην παραμεθόριο του βιώματος. Για να παραφράσω τον Γ. Αριστηνό, η άπελπις προσπάθεια να μεταφερθεί στο ρηματικό της ιδίωμα μια εκστατική εμπειρία, ένα μεταφυσικό ρίγος ή πιο συχνά η αίσθηση αμετάδοτη που γλιστράει μέσα από τις τρύπες του λόγου, και οδηγεί στην παραληρηματική ανάφλεξη, στο ασυνάρτητο τραύλισμα, σ’ ένα κύμα ασύνδετων λεκτικών σπασμών, στα κενά ή λευκά που συναντάμε στους μεγάλους ρομαντικούς και, τέλος, στη σιωπή. Αυτό είναι που κάνει τον Valéry να γράψει στον Gide “είμαι ολότελα βυθισμένος στον Lohengrin. Η μουσική του θα με κάνει να μην ξαναγράψω πια”. Μπροστά στο αδιέξοδο της γραφής να περιγράψει με ενάργεια και πυκνότητα ένα νόημα, μια εικόνα, ένα αδιόρατο και φευγαλέο συναισθηματικό νεφέλωμα, ο συγγραφέας καταφεύγει αναγκαστικά σε συγγενικά, ομογενή, όμως ανοίκεια προς τη φύση του, καλλιτεχνικά μέσα: η ζωγραφική και η μουσική σύνθεση θα είναι τα “βοσκοτόπια” της κουλτούρας που θα πριμοδοτήσουν τη γραφή με τη δική τους ξεχωριστή, εκφραστική δύναμη.  Η πορσελάνη του Κουφάκη, φιαγμένη από υλικά αντοχής, λειτουργεί συχνά σαν ακριβές διαπασών: αντηχεί εικόνες από τον κινηματογράφο, τη μουσική, τη ζωγραφική... Κι αυτό κάνει τα πολυεπίπεδα κείμενά του άκρως γοητευτικά. 
 
 
Δημοσιεύθηκε στα "Ενθέματα" της Κυριακάτικης Αυγής.