Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Τσιμενδώνη να γίνει

Τσιμενδώνη να γίνει!

Σκέφτηκα πολύ πριν γράψω αυτό το κείμενο κυρίως γιατί με ενοχλούν οι αβασάνιστες μεμψιμοιρίες ιδιαίτερα όταν κάτι διαφορετικό επιχειρείται να γίνει σ' αυτό τον τόπο. 
Προφανώς και υπήρχε εδώ και χρόνια ένας ελαφρύς, τσιμεντένιος διάδρομος περιδρομικά του Παρθενώνα ο οποίος και γλιστρούσε ή ήταν συχνά επικίνδυνος. Πολύ ορθά αποφασίστηκε η ανακατασκευή του διαδρόμου που θα βοηθούσε τους επισκέπτες και τους ΑΜΕΑ κατά την κυκλοφορία τους στον ιερό βράχο. Εξάλλου η Ακρόπολη είναι η βαριά μας - κυριολεκτικά - βιομηχανία και πρέπει να την προσέχουμε. Είναι τόσο επικερδής εξάλλου! Εύκολα και σίγουρα λεφτά. Αφού δεν διαθέτουμε πλέον καμία άλλη, σοβαρή βιομηχανία... Από τότε που πολιτικοί και συνδικαλιστές - χωρίς να παραγνωρίζω και την βουλιμία τον πρώην εργοστασιαρχών - έκλεισαν κάθε μεγάλη μονάδα παραγωγής στη χώρα. Όμως μέχρι εδώ τα θετικά.
 Αυτό που έγινε στην ανάβαση και στην κορυφή του ιερού βράχου είναι απλά βλασφημία. Κυρίως γιατί χωρίς φαντασία χρησιμοποιήθηκαν παχείς όγκοι μπετόν - τους είδα ιδίοις όμμασι - και δεν σκέφτηκε κανείς κάποια άλλη λιγότερο μόνιμη και όχι τόσο αποκρουστική λύση, μία πιο ανάλαφρη, ξύλινη κατασκευή όπως αυτή ας πούμε που χρησιμοποιείται στα κότερα. Κάτι δηλαδή που και ασφαλές θα είναι και θα μπορεί εύκολα τόσο να τοποθετηθεί όσο και να απομακρυνθεί. Το να αντιμετωπίζουμε τον Βράχο σαν μία οποιαδήποτε άλλη δημόσια κατασκευή - του κωμικοτραγικού, μεγάλου Περιπάτου συμπεριλαμβανομένου - είναι αδιανόητο. Αν το ΚΑΣ πήρε τέτοια απόφαση είναι υπόλογο και αν η πολιτική ηγεσία την αποδέχτηκε, είναι δίπλα ένοχη. Όχι, η κυρία Μενδώνη δεν είναι μία ακούραστη εργάτρια του πολιτισμού που βάλλεται άδικα από τους ανεγκέφαλους ή τους...ζηλόφθονους. Είναι μία στυγνή γραφειοκράτις που εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία χωρίς ιδιαίτερες ευαισθησίες και, φοβάμαι, χωρίς βαθύτερη γνώση.
Θυμάμαι, εφτά χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμη αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Μουσείων - πριν με ξηλώσει ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Νίκος Ξυδάκης - τον αγώνα που είχα δώσει ώστε το εμβληματικό, παλιό μουσείο της Ακρόπολης, ευαίσθητα θαμμένο στον ιερό βράχο, άδειο πλέον, να μη γίνει αποθήκη όπως επέμενε η τότε γενική γραμματέας του ΥΠΠΟ - κατά σύμπτωση λεγόταν και αυτή Μενδώνη ! - αλλά να αξιοποιηθεί με μεγαλύτερη φαντασία και ουσία αυτός ο μοναδικός όσο και άριστα προστατευμένος χώρος. Να γίνει δηλαδή ένα σημείο αναφοράς του διαχρονικού, ελληνικού πολιτισμού σε σχέση με την παγκόσμια κοινότητα. Ένα μικρό, πολυμουσείο εναλλακτικών λύσεων. Με τεράστια, πολιτισμική αλλά και πολιτική σημασία για τη χώρα. Έχω επιχειρηματολογήσει πολλές φορές σχετικά και δεν χρειάζεται να επανέλθω. Έχω στείλει επιστολές σε πρωθυπουργούς και υπουργούς αλλά δυστυχώς σε ώτα μη ακουόντων. 
Απλώς σκεφτείτε στο παλιό μουσείο της Ακρόπολης να υπάρχει ένας χώρος όπου τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου θα έστελναν τα πιο σημαντικά τους εκθέματα για να στεγαστούν για ένα διάστημα δίπλα σε ένα κούρο ή μία παλαιολόγεια εικόνα. Για να φέρω μία τάξη μεγέθους ακόμη και την Τζοκόντα θα δάνειζε το Λούβρο αν ήταν να εκτεθεί στο βράχο της Ακροπόλεως. Εν προκειμένω ποιος θα ήταν ο ιδανικότερος χώρος για να εκτεθεί, στους εορτασμούς του 2021, η "Καταστροφή της Χίου" του Ντελακρουά παρά το παλιό μουσείο της Ακρόπολης; Φαντάζεστε τη δυναμική του συμβολισμού; Αλλά εμείς σκεφτόμαστε μόνο τα τσιμέντα.
Πρόκειται, υπογραμμίζω, για έναν στεγασμένο χώρο όπου οι τουρίστες θα μπορούσαν να ξεκουράζονται πίνοντας ένα ποτήρι νερό και που θα είχαν λόγο για να παραμείνουν λίγο περισσότερο στον ιερό βράχο. Ένα μέρος όπου επίσης θα παρουσιαζόταν με εύληπτο τρόπο, μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας, η τεράστια ιστορία του μνημείου. 
Αντί όλων αυτών που θα αξιοποιούσαν περισσότερο την Ακρόπολη χωρίς να την προσβάλλουν ή να την πληγώνουν, οι ... υπεύθυνοι επιλέγουν πρακτικές λύσεις, αποθήκες, μεταλλικές κατασκευές, τσιμεντώσεις, κακοσχεδιασμένα αναβατόρια κλπ. λες και ο Παρθενώνας με το Ερεχθείο είναι ο πύργος του Άιφελ ή κάποιος από τους εκατοντάδες μεσαιωνικούς πύργους της κεντρικής Ευρώπης. Καμία διαφορετική σκέψη εκτός της πεπατημένης. Αυτής της δηλαδή που θα φέρνει εύκολα λεφτά και ακόμη πιο "εύκολη" δόξα ενώ δεν θα προβληματίζει ιδιαίτερα τους υπεύθυνους. Αν ζούσαν ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο Γιώργος Δεσπίνης, ο Μανόλης Χατζηδάκης, ο Δημήτρης Κωνστάντιος, ο Άγγελος Δεληβορριάς θα αντιδρούσαν οπωσδήποτε. Σήμερα, ευτυχώς, υπάρχει ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης, ο κορυφαίος αρχαιολόγος μας, τον οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν περισσότερο. Όμως ο ίδιος δεν είναι επισκέπτης υπουργικών προθαλάμων αλλά ζει απομονωμένος στο μεγαλόπνοο έργο που έχει επιτύχει στη Μεσσήνη. Μία καινούργια μαγική Πομπηία. Έναν καινούργιο Μυστρά, με αρχαιοελληνικό πρόσημο τώρα.  Φοβάμαι, τέλος, ότι η τεχνοκρατική αντιμετώπιση του Παρθενώνα αντανακλά τη γενικότερη νοοτροπία όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά και της εποχής σχετικά με το τι είναι έργα και ακόμα περισσότερο τι είναι έργα πολιτισμού. Το τσιμέντο σαν αισθητική, σαν πανάκεια, σαν σημαία προόδου. Και βέβαια η ιδιωτική πρωτοβουλία πάνω από όλα! Η κόντρα Νιάρχου - Ωνάση που συνεχίζεται μέσω επιγόνων. Αφού έχει απομακρυνθεί τεχνηέντως η Αθηνά Ωνάση.Τι ανακούφιση είναι για το κράτος που βρίσκει χρήματα μόνο για τα ΜΜΕ. Έχω πάντως τη βεβαιότητα ότι ο πρωθυπουργός θα πληρώσει πολιτικά το τσιμέντωμα της Ακρόπολης ακόμη περισσότερο από όσο πληρώνει τον ανεκδιήγητο Μεγάλο Περίπατο. 

ΥΓ. Ανεκδιήγητη είναι και η απάντηση του γραφείου τύπου της κ. Υπουργού απέναντι στις δικαιολογημένες αιτιάσεις των πολιτών. Γιατί απλοί πολίτες αντέδρασαν σχετικά και όχι οι λαλίστατοι συνήθως δημοσιογράφοι, ο πνευματικός κόσμος ή η Ακαδημία Αθηνών. Εξυπνακισμός, ακκισμός, ειρωνία και υπεροψία χαρακτηρίζουν το κείμενο. Ή καλύτερα, υπεροψία και μέθη. Της εξουσίας προφανώς. Όμως, για πόσο;

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2020

Ανοιχτή επιστολή στον κ. Μητσοτάκη

Κύριε πρωθυπουργέ 
Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η εικαστική κοινότητα είδε με ευχάριστη έκπληξη την επίσκεψή σας στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Αν δεν με απατάει η μνήμη μου, είναι η πρώτη φορά που πρόεδρος της κυβέρνησης επισκέπτεται το κακοπαθημένο και επί δεκαετίες υπολειτουργούν, άβολο κτίριο του πρώην Φιξ. Κι αυτό είναι παρήγορο. Ιδιαίτερα μάλιστα αυτή τη δύσκολη ώρα όπου και η τέχνη και οι άνθρωποι της χειμάζονται μαζί και δίπλα με την υπόλοιπη κοινωνία. Είμαστε, λοιπόν, ανακουφισμένοι που επιτέλους το μουσείο είναι ανοιχτό και σάς ευχαριστούμε γι' αυτό αλλά έχουμε σοβαρές ενστάσεις ως προς τη λειτουργία και, κυρίως, ως προς το περιεχόμενο του. 
Επειδή πρόκειται για ένα μουσείο που προσεγγίζει τη σύγχρονη τέχνη μ' έναν τρόπο άκρως ιδεολογικοποιημένο, "αφ' υψηλού" θα έλεγα, ως προς τον ενδεχόμενο χρήστη ο οποίος οφείλει να "μάθει" κάποιον άνωθεν επιλεγμένο "κανόνα" αλλά όχι και να συγκινηθεί ή να συμμετάσχει. Αντανακλά, φοβάμαι, τις δογματικές επιλογές της πρώτης του διευθύντριας την οποία διόρισε ο κ. Βενιζέλος το μακρινό '90 και οι μονομανίες της οποίας, π.χ η καλλιτέχνις Δανάη Στράτου, δεσπόζουν έως σήμερα. Εξοστρακίζοντας κυριολεκτικά καλλιτέχνες και τάσεις που άφησαν ανεξίτηλο ίχνος στη μικρή ιστορία της σύγχρονης τέχνης μας και που άνοιξαν γόνιμους διαλόγους με τα μεγάλα κινήματα και τους βασικούς εκπροσώπους της τέχνης του εικοστού αιώνα: Όπως ο Γεράσιμος Σκλάβος, ο Τάκις, ο Αχιλλέας Απέργης, η Βασιλική Τσεκούρα, ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος αλλά και ο πολυμήχανος Μποστ ή ο Αρκάς, μαζί με τους εκπρόσωπους του γκράφιτι οι οποίοι πρωταγωνιστούν τα τελευταία χρόνια στην καθημερινότητα μας και έχουν αναγνωριστεί διεθνώς όπως ο Στέλιος Φαϊτάκης ή ο Ίνο. Από την άλλη δημιουργοί όπως ο Τάσσος ή η Βάσω Κατράκη σνομπάρονται ως ελληνοκεντρικοί ενώ οι διεθνείς Prassinos, John Christoforou, Lekakis, Hatzi, ή Nonda παραγκωνίζονται ως... passé ! 
Αντιλαμβάνεστε κ. Πρωθυπουργέ ότι έχουμε ένα μουσείο ουσιαστικά "ανιστορικό" και μάλλον "δήθεν" το οποίο απλώς μιμείται την διεθνή του μοντέρνου χωρίς όμως να υπερασπίζεται είτε την αιτιακή σχέση της νεοελληνικής με τη διεθνή τέχνη και, πρωτίστως, να μην προβάλει τη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Αυτό που θα ονομάζαμε λίγο απλουστευτικά και συμβολικά "εθνική σχολή". Ό, τι δηλαδή ουσιαστικά ενδιαφέρει όχι μόνο τον ντόπιο αλλά πρωτίστως και κυρίως τον ξένο επισκέπτη του μουσείου. Αυτόν που δεν ενδιαφέρεται να δει μία ακόμα περιφερειακή και επαρχιώτικη εκδοχή των μουσείων που έχει στη χώρα του αλλά το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, σήμερα. 
Και στην Ελλάδα υπάρχει μία μεγάλη παράδοση ζωγραφικής την οποία σ
το ΕΜΣΤ κυριολεκτικά όσο και αδικαιολόγητα αποσκορακίζει. Ενώ συγχρόνως απομειώνεται και ο πολιτικός ρόλος που εξ ορισμού οφείλει να έχει ένας τέτοιος θεσμός. Έχετε επισκεφθεί την καγκελάριο Μέρκελ στο ιδιαίτερο της γραφείο και έχετε δει πώς πίσω της υπάρχει κρεμασμένος ο εθνικός ζωγράφος της ενωμένης Γερμανίας, ο Gerhard Richter, γεννημένος στη Δρέσδη και μεγαλωμένος στο ανατολικό μπλοκ. Όπως επίσης έχετε δει το Μνημείο της Συμφιλίωσης, το Neue Wache, με το γλυπτό της Käte Kollwitz στο οποίο η ίδια αγκαλιάζει τον σκοτωμένο στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, γιό της. Τα αναφέρω αυτά για να δείξω τον τεράστιο πολιτικό συμβολικό ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη την οποία εδώ συχνά αντιμετωπίζουμε ως οχληρό προϊόν ή υπόθεση κοσμικής επίδειξης.  À propos η ελληνική γλυπτική, η πιο ελληνική τέχνη, ελλείπει δραματικά από το μουσείο. Ονειρεύομαι ως εκ τούτου ένα μουσείο που να δείχνει με απόλυτη ανεξιθρησκεία όλες τις τάσεις της Ελληνικής τέχνης, και τους εικονοκλάστες και τους εικονολάτρες, από τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο ως τον Απόστολο Γεωργίου και τον Σακαγιάν, από τον Κλέαρχο Λουκόπουλο ως τον Θόδωρο Παπαγιάννη ή τον Βασίλη Σκυλάκο και από τον Γιάννη Μπουτέα ως την Ευαγγελία Μπασδέκη και τον Γιάννη Αδαμάκο. Αλλά επίσης και τους νέους ζωγράφους μας που είναι πραγματικά μία έκπληξη και που οφείλει ένα μουσείο νέων όπως οφείλει να είναι το ΕΜΣΤ και να τους στηρίξει και να τους προβάλει.
Αυτό που θέλω από σας, τους πολιτικούς, είναι να δημιουργήσετε θεσμούς έτσι ώστε να βοηθηθούν και η τέχνη και εκπρόσωποι της χωρίς όμως κομματικές παρεμβάσεις ή φαβοριτισμούς. Επειδή είναι αδιανόητο το ΕΜΣΤ να μην έχει διευθυντή και να μεθοδεύεται πάλι ο διορισμός κάποιου, καθόλα άξιου, αλλά πού δεν θα επιλεγεί μέσα από ανοιχτές διαδικασίες. Θα θυμάστε ότι λίγο πριν την πτώση του ο ΣΥΡΙΖΑ προκήρυξε, με ανοικτή διαδικασία τη θέση του διευθυντή αλλά μετά απέρριψε όλες τις συμμετοχές για τυπικούς λόγους. Προφανώς δεν είχε συμμετάσχει ο κομματικός φίλος.  Έχουμε λοιπόν την παγκόσμια πρωτοτυπία κ. πρωθυπουργέ να διαθέτουμε μουσεία χωρίς διευθυντές - ένα τέτοιο είναι και το μουσείο της Ακρόπολης - αλλά και διευθυντές χωρίς μουσεία. Και εδώ βέβαια αναφέρομαι στην περίπτωση της Εθνικής Πινακοθήκης η οποία επίσης δεινοπαθεί για χρόνια. Φοβάμαι μάλιστα πως για τις εκδηλώσεις του 2021 θα μας ετοιμάσουν το ίδιο, ξαναζεσταμένο φαγητό του 1990 αφού ούτε οι συλλογές έχουν ανανεωθεί μέσω αγορών, ούτε έχουν προσελκυσθεί δωρεές από τους ιδιώτες εκείνους που διαθέτουν εξαιρετικά έργα. Και αφού, τέλος, δεν έχει αλλάξει καθόλου η παρακμιακή νοοτροπία που ίσχυε στην Εθνική Πινακοθήκη ως προς τις επιλογές της. Τα αναφέρω όλα αυτά με πικρία γιατί είμαι ένα παιδί της Εθνικής Πινακοθήκης και έχω δουλέψει εκεί περισσότερα από 20 χρόνια έχοντας στήσει, εκτός των άλλων, το πιο επιτυχημένο της παράρτημα, αυτό της Κέρκυρας.  Από τότε ζητούσα κύριε πρωθυπουργέ το παράρτημα αυτό να γίνει κέντρο της σύγχρονης βαλκανικής τέχνης, ένα αίτημα τόσο αισθητικό όσο και πολιτικό. Ένα αίτημα που μπορεί να αξιοποιηθεί και από το ΕΜΣΤ σήμερα. Η Αθήνα δεν μπορεί να γίνει Βερολίνο ή Νέα Υόρκη, μπορεί όμως να καταστεί η πολιτιστική πρωτεύουσα των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου ανταλλάσσοντας εκθέσεις φερ'ειπείν με το  εξαιρετικό μουσείο του Τελ Αβίβ και προωθώντας τους Έλληνες δημιουργούς στο Βουκουρέστι, τη Σόφια ή τα Σκόπια. Εκεί, στα Σκόπια, υπάρχει ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης που φιλοξενεί Έλληνες δημιουργούς όπως είναι ο Γαΐτης, ο Κεσσανλής,  ο Ζογγολόπουλος, η Όπη Ζούνη κλπ. Δεν είναι εντυπωσιακό; Δεν είναι ένα μάθημα;
Τέλος θέλω να θίξω το θέμα των μαικήνων της σύγχρονης τέχνης οι οποίοι θέλουν να βοηθήσουν το ΕΜΣΤ. Μακάρι! Όμως είναι άλλο πράγμα να στηρίξουν τις επιλογές ενός εθνικού μουσείου που υποτάσσεται σε συγκεκριμένους θεσμούς και άλλο να επιβάλουν τα ιδιωτικά τους γούστα. Η απόσταση είναι τεράστια. Προσωπικά πιστεύω πως το ΕΜΣΤ μπορεί να επιβιώσει, χωρίς να χρειάζεται την οικονομική στήριξη των ιδιωτών, αρκεί να παίξει χωρίς ακροβατισμούς τον εθνικό, παιδευσιακό του ρόλο και να συνεργαστεί άμεσα με το όμορο μουσείο της Ακρόπολης έτσι ώστε οι επισκέπτες και των δύο να αποκομίζουν μία ολοκληρωμένη εικόνα ελληνικής τέχνης διαχρονικά.
Έγραψα "αποκομίζουν" και όχι... αποκοιμίζουν. Επειδή επιτυχημένα μουσεία είναι αυτά που χαρίζουν, πλάι στη γνώση και την απόλαυση. Όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας. Και που είναι σοβαρά αλλά όχι σοβαροφανή. Αυτό κυρίως ...


ΥΓ. Νομίζω πως πρωτοαγάπησα τη 
ζωγραφική όταν πολύ μικρός παρατηρούσα εκστατικός τα σχέδια που έφτιαχνε ο άνεμος στον ουρανό μαζεύοντας ή σκορπίζοντας τα σύννεφα. Αλλά και ό, τι ξέρω για την ζωγραφική, ο ουρανός με τις ατέρμονες εικόνες του μού το δίδαξε. Πάντα για μένα ο ουρανός είναι η οθόνη, το τεντωμένο πανί, ο πιο αρχέγονος καμβάς. Εκεί γράφονται και σβήνονται όλα. Συνεχώς. Όσο ατενίζουμε, όσο κοιτάμε αποσβολωμένοι όσο βλέπουμε, υπάρχουμε. Κι όταν κάποτε δεν θα βλέπουμε πια, τότε θα τελειώσει κι η ζωγραφική της ζωής μας. 

Μάνος Στεφανίδης
Καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο ΕΚΠΑ

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020

Από τον Σκαλκώτα στον Φασιανό

Από τον Σκαλκώτα στον Φασιανό
μέσω Γαΐτη

Από την χθεσινή συνάντηση στον Καπετάν Μιχάλη τους εθιμικούς τσακωμούς της οποίας ήδη μνημόνευσε χιουμοριστικά ο Βαγγέλης Κούμπουλης, ιδού μερικά ακόμα στοιχεία - επιχειρήματα: 
Η διένεξη μου με τον μουσικοσυνθέτη Χάρη Βρόντο οφειλόταν στην εξής διαφωνία μας: Έχει υπάρξει ο Αλέκος Φασιανός εξπρεσιονιστής; Έχει ο εξπρεσιονισμός μια σαφή, ιστορικά προσδιορισμένη τεχνοτροπία ή μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα το χώρο ή την εποχή; Εγώ επέμενα, συνεπικουρούμενος από τον Πάρι Τσεβά, ότι ο Φασιανός ήταν και παραμένει εξπρεσιονιστής, έστω ενός προσωπικού, στρογγυλεμένου στυλ, ενώ ο Βρόντος άστραφτε και βροντούσε διαφωνώντας.
 Έστω κι αν τις τελευταίες δεκαετίες το ύφος του Φασιανού, σταθερά αναγνωρίσιμο ούτως ή άλλως, δεν έχει την ένταση ή τη δραματικότητα των νεανικών του έργων έχοντας καταστεί πιο διακοσμητικό, σχηματοποιημένο ή επίπεδο, παραμένει ωστόσο εξπρεσιονιστικό όσο και προσωπικό. Παρά την τεράστια παραγωγή και την αναπόφευκτη τυποποίηση - ευκολία.
Ο Φασιανός όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στην γκαλερί Ζυγός έκανε μεγάλη αίσθηση με το πρωτόγονο, άμεσο στυλ του και την απόρριψη του οποιουδήποτε ακαδημαϊσμού. Ήταν τότε που ο Ανδρέας Εμπειρίκος τού αφιέρωσε το ποίημα Ράγκα Παράγκα προσφωνώντας τον μάλιστα Αλέξη και ο, ούτως ή άλλως, φιλότεχνος Νίκος Καρούζος έγραφε για αυτόν θερμές κριτικές.
 Η γραφή του Φασιανού προσέγγιζε ασφαλώς τις ανάλογες του Διαμαντή Διαμαντοπούλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Γιώργου Μαυροΐδη με ευθεία αναφορά στην αττική αγγειογραφία αλλά και το Θέατρο Σκιών. Καλλιτεχνική έκφραση που ήταν και η μορφολογική εμμονή της γενιάς του Τριάντα. Και των διανοουμένων και των καλλιτεχνών. 
Συμπέρασμα: Πρόκειται εδώ για την ιθαγενή εκδοχή του γερμανικού, πρωτίστως, εξπρεσιονισμού τον οποίο συναντάμε από τον Κόντογλου ως τον Κάρολο Κουν και θα την ονόμαζα "λαϊκό εξπρεσιονισμό". Δηλαδή σύζευξη της εξπρεσιονιστικής, υπαρξιακής έντασης με την εγχώρια, λαϊκή παράδοση, την αμεσότητα και την χρωματική της δύναμη.
 Ο Φασιανός επιπλέον εισάγει αυτήν την έντεχνη παιδικότητα αλλά και την τόλμη στις χρωματικές αντιπαραθέσεις, στοιχεία που τον καθιστούν - παρά τα διάφορα σκαμπανεβάσματα της σταδιοδρομίας του - πολύ σημαντικό ζωγράφο, από τους σημαντικότερους του τόπου (όπως εξάλλου και τον Θεοφυλακτόπουλο). 
Το συγκεκριμένο έργο εκτέθηκε το 1967 στην γκαλερί Facchetti και είναι χαρακτηριστικό της naïveté που καλλιεργεί μεθοδικά ο καλλιτέχνης. προσέξτε για παράδειγμα στην άκρη αριστερά υπάρχει ένα πιάτο και από κάτω η επιγραφή φακές (το ιδιότυπο χιούμορ του Αλέκου: φακές - Φακέτι)! Ως συμπλήρωμα των απόψεών μου παρουσιάζω ένα έργο του Γιάννη Γαΐτη από τη σειρά Μικρόκοσμος επίσης εκτεθειμένο στο Παρίσι και φιλοτεχνημένο το 1963. Εδώ η εξπρεσιονιστική διάθεση συνταιριάζει απόλυτα με την γενικότερη τάση του informel που κυριαρχεί εκείνη την περίοδο στην κεντρική Ευρώπη.

ΥΓ. Στο φίλο μου τον Χάρη έταξα να ανεβάσω έναν δυσεύρετο πίνακα που ψάρεψα από μία παλιά δημοπρασία των Christie's στην Αθήνα, πριν πολλά χρόνια. Πρόκειται για την προσωπογραφία του αγαπημένου του και αγαπημένου μου Νίκου Σκαλκώτα που φιλοτέχνησε το 1927 ο ξεχασμένος σήμερα ζωγράφος Σπυρίδων Βανδώρος (1882 - 1940) με τον τίτλο "Σκαλκώτας, ο βιολιστής". Η ανάρτηση αφιερώνεται στη μνήμη του γιού του Σκαλκώτα που έφυγε αιφνίδια πριν από λίγες μέρες. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε, ο Σκαλκώτας που χάθηκε επίσης αδόκητα το 1949, υπήρξε ένας πάρα πολύ ωραίος άντρας.
Τελευταίο επιχείρημα: Δύο ακόμη εξπρεσιονιστικά έργα του Φασιανού που αρέσουν στον γάτο της Αριάδνης Balls.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Ένας δήμαρχος που κατάντησε μηδενικό

Ένας δήμαρχος που κατάντησε μηδενικό

Συμπαθούσα το νέο δήμαρχο της Αθήνας, το έχω ξαναπεί, κυρίως λόγω της τραγικής δολοφονίας του πατέρα του, του δράματος δηλαδή που τον στιγμάτισε από την παιδική του ηλικία. Πίστευα πώς αυτός τουλάχιστον θα ξέφευγε από τον κανόνα της ασημαντότητας των πορφυρογένητων της πολιτικής μας σκηνής. Δηλαδή πώς εκτός από το βαρύ επώνυμο και την επικοινωνιακά προκατασκευασμένη επιτυχία θα διέθετε και στοιχειώδεις διαχειριστικές αρετές.
 Έφτασε όμως μόνο ο Μεγάλος Περίδρομος για να καταφανούν όχι μόνο η ανικανότητα αλλά και η αλαζονεία, το πείσμα και η απόλυτη άγνοια της πραγματικότητας που διακρίνουν δυστυχώς τον κύριο Μπακογιάννη. 
Και δεν είναι μόνο η εκτός τόπου και χρόνου και χωρίς σοβαρό σχεδιασμό - εν μέσω δε κορωνοϊού - συγκεκριμένη πρωτοβουλία, ούτε η άθλια επικοινωνιακή της διαχείριση και το δυσανάλογα τεράστιο κόστος της, είναι πρωτίστως ο τρόπος και το ήθος με το οποίο δήμαρχος αποδέχτηκε την αποτυχία του! Σαν να μην συνέβη τίποτε, να μην πληγώθηκε ανεπανόρθωτα το κέντρο της πόλης αλλά και οι πολυδοκιμαζόμενοι κάτοικοι της, ο ίδιος ηλίθια αθώος δήλωσε πάνω κάτω πως ό τι έγινε, έγινε πάμε για άλλα!
Φωτογράφησα χτες, Σάββατο απόγευμα, μ' έναν πολύ γλυκό καιρό και αρκετή δροσιά, την πεζοδρόμηση της λεωφόρου Όλγας. Μου έκανε εντύπωση η απόλυτη ερημιά του τοπίου, ούτε ένας περιπατητής, ούτε ένας ποδηλάτης αλλά και η φθορά του πρόσφατου έργου. Για να μη θίξω το γενικότερο κιτς της αστυνόμευσης του όλου εγχειρήματος από δύο βαριεστημένους, δημοτικούς υπαλλήλους. 
Δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω πως είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε παρέμβαση στο ιστορικό κέντρο χωρίς να λυθεί πρώτα η τεράστια πληγή του τραμ το οποίο απέκτησε διπλό τερματικό σταθμό στο Σύνταγμα αλλά σταματάει, λόγω κακοτεχνιών, στην Κασομούλη, πριν το Φιξ, δημιουργώντας απίστευτο πρόβλημα σε όσους το χρησιμοποιούν. Ο Δήμαρχος αντί να ενεργοποιήσει τις νεκρές σιδηροτροχιές - οι οποίες καταλαμβάνουν επιπλέον και δύο ολόκληρες λωρίδες - φυτεύει ζαρντινιέρες και χουρμαδιές για να κάτσει μεν ο κανένας, να επωφεληθούν όμως οι συνήθεις εργολάβοι του δημοσίου. Με τις ενέργειες του αυτές πάντως ο δήμαρχος έθαψε για πάντα τις υπερβάλλουσες πολιτικές του φιλοδοξίες γιατί, όλα κι όλα, ο Έλληνας ψηφοφόρος μπορεί να είναι αφελής, μπορεί να ξεχνάει εύκολα αλλά όταν θυμώσει, γίνεται πολύ εκδικητικός. Αυτό το ξέρει καλά η μαμά του. Ήρθε η ώρα να το συνειδητοποιήσει και ο ίδιος...

ΥΓ. 1
Πέρσι, τέτοιο καιρό ο νεόκοπος δήμαρχος και ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας πανευτυχείς επισκέφθηκαν την έκθεση Άρτ Αθήνα στο Ζάππειο. Εκεί στάθηκαν για πολλή ώρα στο περίπτερο του Εικαστικού Κύκλου και την γλυπτική κατασκευή "Φωτεινή Καρυάτιδα" του Χρήστου Αντωναρόπουλου. Ο κ. Μπακογιάννης έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό  σχετικά, δήλωσε στους παριστάμενους δημοσιογράφους ότι το γλυπτό αυτό το θέλει για το δήμο και έδωσε το τηλέφωνο κάποιου παρατρεχάμενου του στον καλλιτέχνη για τα περαιτέρω. 
Ο καλλιτέχνης επικοινώνησε με τον "ιδιαίτερο" οι υποσχέσεις επανελήφθησαν αλλά το γλυπτό δεν στήθηκε ποτέ. Όπως και κανένα άλλο γλυπτό εξάλλου. Για έργα τέχνης είμαστε τώρα; Προέχουν οι χουρμαδιές και τσιμεντοβαφές.
Ο λόγος, επιτρέψτε μου βάσιμα να υποθέσω, ήταν κυνικά απλός: Βλέπετε, το κόστος του γλυπτού ήταν ελάχιστο, δεν ξεπερνούσε δύο ζαρντινιέρες ή έναν ευκάλυπτο. Δηλαδή δεν άφηνε περιθώρια - πώς να το πω κομψά; - για την αυτονόητη αμοιβή των μεσαζόντων, παρατρεχάμένων κλπ. Ό,τι δηλαδή σημαίνει εργολαβία για το δημόσιο. Γνωστά πράγματα για όσους παροικούν στην Ιερουσαλήμ.
 Και να σκεφτεί κανείς πως αντί του μεγαλεπήβολου άχρηστου Περίδρομου ο κ. Μπακογιάννης θα μπορούσε, σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο και την Σχολή Καλών Τεχνών να κάνει κάποιες στοχευμένες παρεμβάσεις ομορφαίνοντας την πόλη μέσα από την τέχνη, από το design και μέσα από τις προτάσεις των σύγχρονων δημιουργών. Λειτουργικές, καλαίσθητες και με ελάχιστη δαπάνη.

ΥΓ 2
Ξέρετε ποιό είναι το πλέον όμορφο σημείο του αθηναϊκού κέντρου; Εκείνο το οποίο δεν προσεγγίζουμε ποτέ. Αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στην αρχή της Βουλιαγμένης και το τέλος της λεωφόρου Όλγας. Από τους στύλους του Ολυμπίου Διός στην παλιά κοίτη του Ιλισού και τη κομψή εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, χτισμένης πάνω στα ερείπια του ναού της Εκάτης, το 1872. Ένα τεράστιο, αρχαιολογικό πάρκο, κλειστό και απρόσιτο σήμερα, το οποίο βαραίνουν ή μονοπωλούν κάποιες αθλητικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα, το tennis club (!) και ένα κολυμβητήριο που είναι πια ανενεργό. Θα ήταν σοφό όλες αυτές οι άχρηστες εγκαταστάσεις, τα πάρκινγκ, τα γήπεδα και οι βοηθητικοί χώροι τους να αποσυρθούν - θα μπορούσαν κάλλιστα να μεταφερθούν στο φαληρικό Δέλτα -  ο χώρος να απελευθερωθεί και να αποδοθεί σε δημόσια χρήση. Αθηναίοι και τουρίστες θα είχαν ένα μικρό αλλά πλούσιο σε εναλλαγές και αρχαιότητες φυσικό τοπίο με ήρεμη, πλούσια βλάστηση για να το περπατήσουν.  Ένα μικρό αλλά πολύτιμο central park στην καρδιά της Αθήνας και απέναντι από το αντίστοιχο της Ακρόπολης...

Επειδή είναι το Σκοτάδι που γεννάει το Φως

ΕΠΕΙΔΉ ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΆΔΙ
 ΠΟΥ ΓΕΝΝΆΕΙ ΤΟ ΦΩΣ

Μια σύνοψη της σύγχρονης, ελληνικής τέχνης με 21+1 δημιουργούς. Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, εγκαίνια Παρασκευή 
31 Ιουλίου, στις 8.30 μ.μ.

"...Ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο 
με το μεγάλο διασκελισμό 
ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται 
μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά, τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό 
τ’αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν".

Τάσος Λειβαδίτης, 
"25η ραψωδία της Οδύσσειας" 

Τέχνη αποκαλείται το σκοτεινό, εκείνο ορυχείο της  παγκόσμιας μελαγχολίας. Καμία εύκολη παρηγοριά. Όμως... Τύχη αγαθή μού επιτρέπει και φέτος, για τέταρτη, συνεχή χρονιά, να επιμελούμαι της κεντρικής, καλοκαιρινής έκθεσης που παρουσιάζει το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού. Τις προηγούμενες φορές ήταν ο "Σύλλογος Καλλιτεχνών" η κινητήριος δύναμη ενώ φέτος από κοινού με την επίσης παλιά γνώριμο της Τήνου, την  γκαλερίστα Μαρία Αλμπάνη, προσπαθήσαμε να συνθέσουμε ένα εικαστικό παζλ το οποίο φιλοδοξεί όχι βέβαια να συμπεριλάβει ολόκληρη τη σύγχρονη δημιουργία του τόπου μας αλλά, τουλάχιστον, να δείξει κάποιες, βασικές παραμέτρους της. Πιο συγκεκριμένα προτείνουμε 21+1εμβληματικούς δημιουργούς και συγχρόνως κάποια ιστορικά ονόματα πλάι στους καινούργιους! Στήνοντας, ελπίζουμε, ένα θέαμα εύληπτο, ισορροπημένο ανάμεσα σε σκοτάδι και σε φως αλλά και ανάλογο του χώρου στον οποίον φιλοξενείται. Δηλαδή στην πιο σημαντική, πολιτιστική μονάδα - κατά τη γνώμη μου - των Κυκλάδων και δίπλα στους θησαυρούς της μόνιμης έκθεσης του Γιαννούλη Χαλεπά.
Οφείλω να υπογραμμίσω εξαρχής πως πάντα μία ομαδική έκθεση είναι ένας συμβιβασμός, ένα αναγκαίο και συχνά αναγκαστικό compromis. Και αυτό ισχύει, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς ακόμη και για μεγάλες, για φιλόδοξες, μουσειακές εκθέσεις.
 Εν προκειμένω λοιπόν επιδιώξαμε να συμμετάσχουν είκοσι ένας αντιπροσωπευτικοί καλλιτέχνες που να εκπροσωπούν την πολυδιάστατη και εν πολλοίς αντιφατική εποχή μας επιμένοντας στην εξάντληση κατά το δυνατόν όλου του φάσματος. Κατά το δυνατόν, όλων των τεχνοτροπιών. Έπειτα επιμείναμε στην επιλογή των έργων ώστε να είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά και ενδιαφέροντα των συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Αν το επιτύχαμε, θα το κρίνετε εσείς. Και βέβαια η αναφορά στις δυσκολίες του εγχειρήματος δεν έχει ως στόχο να απομειώσει τις δικές μας ευθύνες. Απεναντίας. 

Λίγα λόγια τώρα για τον τίτλο: Προσπαθήσαμε η έκθεση αυτή να σηματοδοτεί την αισιόδοξη πλευρά της δυσοίωνης περιόδου που ζήσαμε όλοι μας και εν μέρει ζούμε ακόμη. Το πραγματικό και το συμβολικό σκοτάδι που κυκλοφορεί απειλητικό και στη χώρα μας και τον κόσμο με την απειλή, τις αρρώστιες ή και τον θανάτο να κρύβεται ακόμη στις πιο αθώες και πιο ανθρώπινες χειρονομίες. Σ' ένα χάδι δηλαδή ή ένα φιλί, μία χειραψία ή μία αγκαλιά... Παράλληλα να υπενθυμίζουμε ότι αργά ή γρήγορα το φως ακολουθεί και ότι το σκοτάδι εκτός από απελπισία ή ζόφο - αυτά δηλαδή που δημιούργησε ο εγκλεισμός, ο φόβος και η απομόνωση - μπορεί να λειτουργήσει και ως εκκολαπτήριο, ως πυροκροτητής δημιουργίας. Αφού είναι πάντα απαραίτητη η δυσκολία ακόμα και η οδύνη για να κυοφορήσει το καινούργιο τον εαυτό του και να (ανα)γεννηθεί η τέχνη.
Λέω συχνά πως η πλειονότητα των καλλιτεχνών - ιδιαίτερα οι εικαστικοί καλλιτέχνες και οι συγγραφείς - έζησαν κατά την περίοδο της αναγκαστικής απομόνωσης μία εξαιρετικά, οικεία συνθήκη. Μια και οι ίδιοι έτσι ζουν ανέκαθεν, απομονωμένοι στα εργαστήρια ή τα γραφεία τους, μόνοι, κατάμονοι με τον εαυτό τους, με τα φαντάσματα ή τα οράματα τους, με τις δυσκολίες αλλά και τις υπερβάσεις των δυσκολιών. Με τα τεχνικά, τα αισθητικά ή τα ιδεολογικά ζητήματα που τους προκαλεί η δουλειά τους ίδια. Γιατί αυτό σημαίνει τέχνη. Τον τρόπο μας να ψιθυρίσουμε την απόλυτα προσωπική μας ιστορία στο αυτί της αιωνιότητας. Κι αν ακούσει!

Συνοπτικά ας πούμε εδώ ότι μεταπολεμικά η ζωγραφική μας αρδεύεται από δύο σχολές: εκείνη του Μπουζιάνη που θρηνεί το σώμα και την άλλη του Τσαρούχη που το αποθεώνει. Κάπου στη μέση ο Διαμαντόπουλος κι ο Σπυρόπουλος. Και κάπου μακριά ο Παπαλουκάς, συνεχιστής της έρευνας του Παρθένη, του Μαλέα, του Νικολάου Λύτρα και του Οικονόμου. 
Στην μπουζιανική παράδοση πιστώνω τον  Τριανταφυλλίδη, τον Μίμη Βιτσώρη, την Μαραγκοπούλου, την Λαγάνα αλλά και τον νεανικό Φασιανό, τον Μάιπα, τον Σταύρο Ιωάννου, τον Μυταρά, τον Πατρασκίδη, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Πολυμέρη, τον Μορταράκο, τον Ξένο, τον Κοντοβράκη, τον Μαντζαβίνο κλπ. Στην τσαρουχική πάλι ουκ έστιν αριθμός. Από τον Κυριάκο Κατζουράκη ως τον Παύλο Σάμιο, τον Αντωναρόπουλο, τον Ρόρρη ή τον Δασκαλάκη. Με τον Σακαγιάν σταθερά στο μεταίχμιο της αφήγησης περί το  σώμα αλλά και της αποδόμησης του προσώπου και της ιστορίας του. Χωρίς να παραβλέπω την προσωπική γλώσσα ή τα επιτεύγματα του καθενός ( όπου υπάρχουν ).
Οφείλω να επισημάνω ότι τα μουσεία της σύγχρονης τέχνης ξεχωρίζουν για την προβληματική σχέση τους με τον εξπρεσιονισμό. Υπενθυμίζω ότι έχουν αγνοήσει συστηματικά ζωγράφους του μέγεθος ενός Τζον Χριστοφόρου, ενός Nonda, ενός Prassinos, του αγνώστου Γιάννη Μαλτέζου, του πληθωρικού Μηνά αλλά επίσης και την εξπρεσιονιστική περίοδο του Κανιάρη, του Κεσσανλή, του Δεκουλάκου, του Σαχίνη κλπ. Εκεί δηλαδή που η εξπρεσιονιστική φόρμα συναντούσε την αφηρημένη γραφή και η χειρονομία τον ψυχισμό.
Πού καταλήγουμε; Ότι ιστορία είναι εκείνο το κείμενο που σταθερά πρέπει να ξαναγράφεται.

... Επειδή το σκοτάδι που γεννάει το φως. Κι όχι αλλιώς ... Κάτω από τον γενικό όσο και συμβολικό τίτλο όπως προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, συστεγάζονται ετερόκλητοι καλλιτέχνες, παλαιότεροι και νεότεροι, ιστορικά πρόσωπα και πρωτοεμφανιζόμενοι δημιουργοί σε τρόπον ώστε η όποια σύνθεση της ομαδικής έκθεσης να προκύπτει μέσα από τις αντιθέσεις ή τις αντιπαραθέσεις των επιμέρους.
Και εδώ, και στην έκθεση αυτή, υποστηρίζω την εδραία μου πεποίθηση: Ότι δηλαδή η τρομερή προμάμη που λέγεται ζωγραφική - κάτι σαν την φοβερή γιαγιά της ωραίας, μικρής Ερέντιρα του Γκαμπριέλ Μάρκες - η αρχέγονη μήτρα δηλαδή που εκκόλαψε κάθε νεότερη μορφή εικόνας από τη φωτογραφία ως τη video art, παραμένει η κυρίαρχη, εικαστική έκφραση στη χώρα μας. Όσους  εννοιολογισμούς κι αν υποστηρίξουν θεωρητικοί ή δημιουργοί που μπερδεύουν την πραγματικότητα με την ιδεοληψία. Έτσι λοιπόν η έμφαση μας δίνεται στην ζωγραφική, είτε αυτή είναι αφηγηματική, είτε κινείται στα όρια της αφαίρεσης, της ποιητικής υποβολής και των κρυμμένων, συμβολικών μηνυμάτων. Της ψυχολογικής αναπαράστασης μιας πραγματικότητας που a priori δεν αναπαριστάται, που "κρύπτεσθαι φιλεί". Επειδή πάντα ακόμα και στην πιο αφελή, εξωτερικά, εικόνα κρύβεται ένα αίνιγμα το οποίο αποκαλύπτεται μόνο στους μυημένους. Σ' εκείνους δηλαδή που είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο εμπρός στο έργο τέχνης και να του αφιερωθούν συναισθηματικά. Και τότε αυτό θα ανταποκριθεί. Το κέρδος από αυτήν την κοινωνία - επικοινωνία είναι τεράστιο για τον θεατή αλλά και για το ίδιο το δημιούργημα. Το οποίο ζει μία καινούργια ζωή και αποκτά καινούργιο περιεχόμενο ανάλογα με τα μάτια που το κοιτάζουν. Ανάλογα με τα ήθη και τους τρόπους.
Έτσι, ανάμεσα στον στοχαστικό μινιμαλισμό του Μορταράκου και τον μπαρόκ εξπρεσιονισμό του Κυριάκου Κατζουράκη όπως και στη φαντασμαγορία των εικόνων του Αδαμάκη, του Μισούρα ή του Μανουσάκη, υπάρχει μία λεπτή, κόκκινη κλωστή που συνδέει ανεπαίσθητα μεν αλλά ουσιαστικά τις δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Το ίδιο θα ισχυριζόμουν για τα δραματικά προσωπογραφήματα της Γωγώς Ιερομονάχου και του Βασίλη Σούλη σε σχέση με την ευαίσθητη σήμανση των υλικών στη φεμινιστικό οπτική της Σπυριδούλας Πολίτη ή το αναρχικό χιούμορ του Κώστα Λάβδα. Θα μπορούσα να επεκταθώ επίσης στον διάλογο ανάμεσα στον Βασίλη Σελιμά, τη Μανταλίνα Ψωμά από την μια και τον Αντρέα Βούσουρα με τον Άρη Κατσιλάκη από την άλλη, ιδιαίτερα όταν τα αντικείμενα που απεικονίζονται στους πίνακες των μεν αποκτούν υλική υπόσταση, σάρκα και οστά, στην κατασκευή ή τα γλυπτά των δε. Ή, πάλι το "μουσικό" μοίρασμα ανάμεσα στην αφαίρεση και την αφηγηματικότητα που συναντάμε στα έργα τόσο της Κατερίνας Μερτζάνη όσο και του Παναγιώτη Δανιηλόπουλου (Θράφια). Ανάλογα ο Τζουλιάνο Καγκλής και ο  Αχιλλέας Πιστώνης στις πολυεπίπεδες συνθέσεις των κρύβουν μια δεύτερη ιστορία πίσω από την αυτονόητη πρώτη... Επίσης μ' ενδιαφέρει πολύ το πολιτικό στοιχείο που εντοπίζεται άμεσα ή έμμεσα και σε εξόφθαλμα, πολιτικά έργα (Κωνσταντίνος Πάτσιος) αλλά και σ' εκείνα που επιμένουν σε αισθητικά, κατεδαφιστικά σχόλια (Γιώργος Καζάζης). Τέλος επιδίωξα να υπάρχει ζωντανός ο διάλογος ανάμεσα ζωγραφική, τη γλυπτική ή τις κατασκευές. Ο Νεκτάριος Κοντοβράκης με τη διττή του έρευνα εκπροσωπεί εν προκειμένω τόσο τη ζωγραφική όσο και τη γλυπτική. Όπως εξάλλου κι ο Νίκος Καλαφάτης με τον χαριτωμένο ναϊβισμό των κατασκευών του ισορροπούν ανάμεσα στην επιφάνεια και τον χώρο.

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμη παραδείγματα αλλά προτιμώ να σας αφήσω να τα ανακαλύψετε μόνοι σας. Θα με ρωτήσετε ίσως εύλογα: Μήπως είναι λίγο αυθαίρετοι όλοι αυτοί συνδυασμοί; Και θα σας απαντούσα λίγο αξιωματικά ως εξής: Στην τέχνη δεν υπάρχει υψηλότερος νόμος από εκείνον της αυθαιρεσίας. Αρκεί αυτή η τελευταία να είναι δημιουργική. Να οδηγεί από το ανοργάνωτο χάος στο οργανωμένο.
Τέλος υπογραμμίζω πως η έκθεση αυτή των είκοσι δύο (21+1) δημιουργών αφιερώνεται στη μνήμη ενός καλλιτέχνη που σημάδεψε την ελληνική πρωτοπορία που αγάπησε την Τήνο ζώντας εκεί τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής του και που μετά θάνατον το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού τού αφιέρωσε έκθεση - ντοκουμέντο το 2016, οργανωμένη από τον συνάδελφο Χριστόφορο Μαρίνο. Όπως ίσως οι περισσότεροι ξέρουν, με τον Βλάση Κανάρη (1928 - 2011) μας συνέδεε αδελφική φιλία αλλά και σχέση δασκάλου μαθητή. Μόνο που συχνά οι ρόλοι εναλλάσσονταν. Γιατί ο σοφός Βλάσης ήξερε να γίνεται μαθητής όταν το απαιτούσε η ανάγκη. Του οφείλουμε όλοι, τού οφείλω προσωπικά πάρα πολλά. Έστω λοιπόν ως επιστέγασμα αυτής της έκθεσης ο διάλογος που προκύπτει  ανάμεσα στο έργο ενός μεγάλου καλλιτέχνη που ενώ έχει φύγει, είναι σταθερά παρών αλλά και των νεότερων δημιουργών που διαπνέονται από την ίδια ευαισθησία, την ίδια πολιτική εγρήγορση. Την ίδια, εντέλει, φιλοδοξία ως προς το να ειπωθούν με τρόπο απλό και πράγματα δύσκολα και επώδυνα.

ΥΓ 1. Άσχετο: Τα σύννεφα της δύσης  δημιουργήθηκαν για να δοξάζουν την αθανασία του Tiepolo . Όπως και ορισμένες βροχερές θάλασσες για να υπερασπίζονται την φήμη του Turner. Τελικά ο Θεός φιάχνοντας τον κόσμο, τον έπλασε με πηλό σαν γλύπτης και τον έντυσε με χρώματα σαν ζωγράφος. Ο Θεός, φαίνεται πως  δημιούργησε κατ' αρχάς τους καλλιτέχνες και έπειτα  ξεκουράστηκε. Οι καλλιτέχνες ανέλαβαν όλα τα υπόλοιπα. 
Σημείωση : Φοβού εκείνη την ζωγραφική που ακυρώνει το βλέμμα. Συχνά επίσης, οι καλλιτέχνες οι ίδιοι, από ανασφάλεια ή υπεροψία, ακυρώνουν με τα καυστικά τους σχόλια το έργο των συναδέλφων τους. Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο που θα έλεγε και ο Νίτσε, ίσως όμως και αναγκαίο. Χωρίς συγκρούσεις δεν υπάρχει προχώρημα. Σκέφτομαι, τέλος, πως η τέχνη μοιάζει με ένα τεράστιο, πήλινο γλυπτό που για να κατασκευαστεί χρειάζεται τόσο τη φωτιά όσο και τη λάσπη.

ΥΓ 2. Οφείλω και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω θερμά όλους όσοι συνέβαλαν σε Αθήνα και Τήνο για την πραγματοποίηση αυτής της έκθεσης. Ευχαριστώ επίσης τον πρόεδρο του ΙΤΗΠ κ. Ευάγγελο Γκίνη, τα μέλη του Δ.Σ, τον καλλιτεχνικό διευθυντή κ. Μάριο Βιδάλη και τον τεχνικό διευθυντή κ. Γιώργο Φωτόπουλο για την σταθερή βοήθεια τους. Τη Μαρία Αλμπάνη με την οποία κάνουμε πολλά κι ελπίζω να κάνουμε περισσότερα στο μέλλον. Και βέβαια τους είκοσι έναν καλλιτέχνες που μού εμπιστεύτηκαν χωρίς μεμψιμοιρίες το έργο τους. Τέλος τον Αλέξη Κανιάρη, σταθερό φίλο μου και φυσική συνέχεια στα μάτια μου του Βλάση. "Όσα δεν ζήσαμε, αυτά μάς ανήκουν".

Μία Αφροδίτη και για σένα

Όλοι μας δικαιούμαστε μιαν Αφροδίτη. Όπως κι οι Αφροδίτες δικαιούνται κι αυτές τον Άρη τους. Η Αφροδίτη όμως της Δρέσδης είναι μοναδική. Έργο του Giorgione ( 1475/6 - 1510 ) μαθητή του Bellini και σύγχρονου του Tiziano τον οποίο πάντως πρόλαβε σε καινοτομίες και υπερέβαλε σε πειραματισμούς ή δημιουργία υποβολής. Πρόκειται πραγματικά για έναν αινιγματικό και πολυσήμαντο πίνακα. Με την γυμνότητα του μοντέλου να προσλαμβάνει σχεδόν μεταφυσική διάσταση.
... Ιδού, λοιπόν, ένα από τα μυστήρια της τέχνης: Ο Τζορτζόνε με δέκα μόλις γνωστά έργα που του αποδίδονται με ασφάλεια, είναι πιο μεγάλος καλλιτέχνης από τον Τισιανό με τα εκατοντάδες αριστουργήματα. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο ένας πέθανε νεότατος από χολέρα, σε μιαν πανδημία όπως και τώρα, ενώ ο άλλος υπερήλικας και αποδεκτός από αυτοκράτορες ή βασιλιάδες. Το κατεστημένο δηλαδή της εποχής. Κι ότι ως πρόσφατα κάποια έργα του Τζορτζόνε χρεώνονταν στον Τισιανό. Καθόλου περίεργο πράγμα αφού πολλές ημιτελείς συνθέσεις του συμπληρώθηκαν από τον ίδιο τον Τισιανό, τους μαθητές του αλλά και από τον Sebastiano del Piombo. 
Εν προκειμένω η Αφροδίτη της Δρέσδης (1505 π.) υπήρξε το πρότυπο για την Αφροδίτη του Ουρμπίνο του Τισιανού τριάντα ολόκληρα χρόνια αργότερα! Φιλοτεχνήθηκε την ίδια εποχή με την Μόνα Λίζα και θεωρείται ανώτερη της στο αίνιγμα και την ατμόσφαιρα. 
Εδώ η γυμνότητα της κοιμωμένης θεάς είναι τόσο φυσική αλλά και μυστηριώδης όσο και το τοπίο του ιταλικού βορρά γύρω της. Η στάση της θυμίζει την "Εύα" του Κωνσταντίνου Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη μόνο που εδώ η αιδημοσύνη είναι το κύριο χαρακτηριστικό της γυναίκας. Τα κλειστά της μάτια μάλιστα επιτρέπουν στον άντρα θεατή - βιαστή να την κουρσέψει ανενόχλητος με το βλέμμα της επιθυμίας. Η τέχνη του Τζορτζόνε συνδιαλέγεται άμεσα με την καθαρή ποίηση. 
" ... ο Τζορτζόνε επιτυγχάνει μια μοναδική απόδοση της ερωτικής χαράς αλλά συγχρόνως της γλυκιάς μελαγχολίας που δημιουργεί ο έρωτας". Τέλος, εδώ ο ύπνος υποδηλώνει και την ερωτική πράξη αλλά και τον επικείμενο "θάνατο" της σχέσης. Ή μήπως υπονοείται επιπλέον μια μορφή αυτοϊκανοποίησης; Αν σκεφτεί κανείς πως είναι ιδιωτική παραγγελία και μάλιστα από ανθρώπους υψηλού επιπέδου και ελευθερίων τρόπων ζωής, η υπόθεση είναι πολύ εύστοχη. (Επειδή με ρωτήσατε πολλοί αλλά όχι πολλές)!

( από το βιβλίο μου Μια Ιστορία της Ζωγραφικής, Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση και από τους ιμπρεσιονιστές στον Πικάσο, εκδ. Καστανιώτη σελ. 199 )

Ο λόγος... η γραφή κι ο έρωτας!

Ο ΕΝ ΓΚΑΝΑ ΓΑΜΟΣ

Στις Δάφνη - Σοφία και Αριάδνη - Μαρίνα
 που γιόρταζαν ( και στους γάμους τους! )

Μόνο στον προφορικό λόγο είμαι ο εαυτός μου. Είμαι εγώ μόνο όταν μιλάω. Με την δύναμη και τις δυνατότητες της αδυναμίας που είμαι. Τότε που και η σιωπή μου παράγει νόημα. Αφού η ομιλία είναι πάνω από όλα υπόθεση του σώματος.
Στον γραπτό λόγο τώρα εμφανίζεται κάποιος άλλος που απλώς με μιμείται. Που μού μοιάζει. Και είναι τότε που η γραφή αγωνίζεται να θυμηθεί όσα κάποτε ειπώθηκαν (βιώθηκαν) από το υποκείμενο, το σώμα που λέγαμε και που το καταφέρνει (η γραφή) ελάχιστα. Κι είναι ακριβώς τότε που το γράψιμο γίνεται συνώνυμο της απώλειας αφού όσα διασώζει, είναι ελλειμματικά ή, κατά βάθος, ασήμαντα. Αντίθετα προφορικότητα σημαίνει γονιμότητα, αυτοσχεδιασμός, διαρκής έκπληξη. Τότε που μαγικά βλασταίνει κι ο βράχος. 
Στον προφορικό λόγο, τέλος, διασώζονται ακέραια η αμηχανία, το τραύλισμα αλλά και ο ναρκισσισμός, η υποβολή ή η έκλαμψη της έμπνευσης και η μαγεία της παράστασης. Επειδή η γραφή συνιστά ανα - παράσταση ενώ ο λόγος είναι παράσταση!
Στον γραπτό μένει μόνο η επιτήδευση αλλά και το άγχος της επιτήδευσης. Να θέλεις δηλαδή να είσαι ο εαυτός σου και να μπορείς... Να γιατί έχει δίκαιο ο Σκλόβσκι και άδικο ο Σωσύρ. ( Η Ανατολή πάλι ποδηγετεί τη Δύση ).
 Πως να το κάνουμε, ο προφορικός λόγος, η ζωντανή γλώσσα είναι ο πολιτισμός στη βαθύτερη ουσία του καθώς αναβρύζει μέσα απ' τον χρόνο, όντας το αίμα και η σάρκα του χρόνου. Η γραφή πάλι είναι μια πολυτελής πλην αλυσιτελής αποθήκη, ένα μουσείο μνήμης όπου διασώζονται και διατηρούνται μόνο όσα - διάτρητα - κατάφεραν να διατηρηθούν και να διασωθούν απ' την ζωή που ρέει ασυγκράτητη στην ασύγκριτη κοίτη της. Δηλαδή τα ελάχιστα πράγματα. Φαντάζεστε να είχαμε τη φωνή του Πλάτωνα όταν δίδασκε όπως φερ' ειπείν έχουμε την Μαρία Κάλλας όταν δίδασκε στο Τζούλιαρντ;
Συμπέρασμα: Να δείξουμε κι όχι να κρύψουμε τις πληγές μας... Και βέβαια, συμβολικά μιλώντας, όποιος αδυνατεί να μιλήσει τη γλώσσα των νεκρών, ελάχιστα μπορεί να κατανοήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Το δράμα του σύγχρονου πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην έκλειψη της προφορικότητας. 

ΥΓ... Χρόνια συλλαβίζοντας έμαθα πια 
τη χρυσή γλώσσα, τη γλώσσα των νεκρών.
Ποιάν άλλη γλώσσα τώρα αξίζει να μιλήσω;

Φωτογραφία: Άγιος Νικόλαος, ο Ορφανός, άνω πόλη Θεσσαλονίκης, περίπου 1310, παλαιολόγεια αναγέννηση. Η επιγραφή του θαύματος στον Γάμο της Κανά αποδίδεται φωνητικά, όπως προφέρεται η φράση: 
Ο εν Γκανά γάμος! Προσέξτε τις χειρονομίες των νεόνυμφων. Σεμνές και γεμάτες διστακτικότητα εμπρός στη νέα εμπειρία. Ο έρωτας δεν είναι απαραίτητος για ό τι επακολουθήσει. Η βοήθεια του κρασιού κρίνεται όμως απαραίτητη.
 Το μνημείο ζωγραφίζεται την ίδια εποχή που ο Giotto δουλεύει στην cappella Scrovegni της Πάδοβας. Προσέξτε τους κοινούς μπλε ουρανούς και στα δύο εικαστικά σύμπαντα. Εξ Ανατολών το φως. Ex Oriente lux!