Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Εξ αφορμής...





Η ουσιαστική παιδεία είναι και γνώση και έμπνευση και έρωτας. Δεν είναι ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων. Ούτε βέβαια χαμερπής συναλλαγή, δούναι και λαβείν, εν είδει πορνείας  της μόρφωσης. Είναι σχέση αλλά όχι υποταγή. Είναι πειθαρχία αλλά όχι εξουσία. Κι ούτε βέβαια κατάχρηση της όποιας πνευματικής εξουσίας. Της αυθεντίας του διδασκάλου.
 Όλοι μα όλοι, έστω για μια φορά στη ζωή μας, είχαμε έναν χαρισματικό δάσκαλο. Που μάς ενέπνεε και απελευθέρωνε την πιο καλή, την πιο ποιητική πλευρά μας.  Αυτός και μόνο αυτός, δηλαδή η ανάμνηση του, συντηρεί ακόμη το διάτρητο κύρος μίας άνευρης και εργαλειακής εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης που τρέμει την αξιοκρατία εν ονόματι της δημοκρατίας και που προωθεί την μετριότητα σε κάθε επίπεδο από ανασφάλεια και υπολογισμό. Που φοβάται το ταλέντο και αντιπαθεί τη διαφορά. Που στήθηκε με μαζικό τρόπο, μαζικές πρακτικές για να φτιάχνει μαζάνθρωπους.
Για το κτήνος των Σερρών δεν θα πω λέξη. Έχω όμως να καταμαρτυρήσω πολλά για το περιβάλλον, τους συναδέλφους του, τους φοιτητές και τις οικογένειες τους, τους θεσμούς, το υπουργείο και όλους όσοι ανέχονταν και ανέχονται την περιρρέουσα σαπίλα σε μια συνωμοσία σιωπής.Τις κλίκες, τις ίντριγκες και τους ιντριγκαδόρους που υπερισχύουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα ώστε να προωθούν σταθερά τους εκλεκτούς, δηλαδή τους ομοίους τους. Αλλά και εμάς τους υπόλοιπους που υποκριτικά δεχόμαστε ως κοινωνία φοιτητές με μέσον όρο 4(!) και μοιράζουμε ελαφρά τη καρδία πτυχία και διδακτορικά χαμηλού επιπέδου. Μόνο και μόνο για να δουλεύει η "μηχανή" και το σύστημα να αναπαράγει τον εαυτό του. Πολλά τμήματα των ΑΕΙ και ΤΕΙ υφίστανται μόνο και μόνο για τους διδάσκοντες και την τοπική κοινωνία. Χωρίς πολιτική, προγραμματισμό και γνώση των ουσιαστικών αναγκών της αγοράς εργασίας και των επαγγελματικών προοπτικών. Ιδού η πικρή αλήθεια. Κι αυτός ο ανορθολογισμός επιτρέπει το ατομικό βόλεμα, τη σιωπή των αμνών και την χαμέρπεια όσων παρεισέφρησαν χαριστικά.
Προσωπικά θα σταθώ με σκεπτικισμό και στα θύματα του κτήνους. Εκείνους δηλαδή που προτίμησαν την συναλλαγή κι όχι την καταγγελία και τον πόλεμο. Που πήραν πτυχίο πληρώνοντας ... με όποιο νόμισμα. Ανεχόμενοι αυτή την κτηνωδία επί χρόνια. Πού ήταν οι φοιτητικές παρατάξεις, οι νεολαίες, οι ποικίλοι φωνασκούντες "εκπρόσωποι"; Αυτοί που καίνε τα πανεπιστήμια δεν πήραν μυρωδιά;
 Από την άλλη, νέοι άνθρωποι, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μεν, του 4 δε, έχουν τόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση ώστε να θεωρούν μια τέτοιου είδους "συναλλαγή" αναπόφευκτη! Είναι δυνατόν να μην είχαν ακούσει τίποτα οι λοιποί διδάσκοντες; Δεν είναι! 
Οι συνάδελφοι ξέρουμε πόση λάσπη διακινείται σχετικά στην φοιτητική κοινότητα με την παραμικρή αφορμή. Τα παιδιά είναι εξίσου σκληρά με τους ώριμους όταν διαισθανθούν αδυναμία ή κακοήθεια. Ο ακαδημαϊκός χώρος δεν είναι αγγελικός γι'αυτό ακριβώς οφείλουμε οι πάντες να επαγρυπνούμε. Και γι'αυτό απεχθάνομαι όσους επιμένουν ότι φαινόμενα βίας και λοιπής παραβατικότητας πρέπει να αποκρύπτονται διότι έτσι δυσφημείται (sic ) το Πανεπιστήμιο. Προσωπικά έχω ακούσει αυτή την μομφή για όσα γράφω, εκ των πλέον επισήμων χειλέων! Και έσται η δευτέρα πλάνη, μείζων της πρώτης!

Καρδιά ραγισμένη





Δεν έχει δάκρυα γιαυτό περιμένει τη βροχή να κάνει το χρέος της. Να τον ανακουφίσει.
Δεν βγαίνει πια από το σπίτι του. Πού να  πάει; Δεν τον περιμένει κανείς εκεί έξω. Όλα τελείωσαν όπως έπρεπε, επειδή τα πάντα τελειώνουν. Κάποτε. Επειδή έτσι πρέπει. 
Ζει λοιπόν το πένθος του γαλήνιος  μετρώντας τα ψήγματα χαράς που ξέμειναν στη τσέπη του από όσα έζησε. Σαν τις καραμέλες που κολούσαν στο παιδικό του παντελόνι... Σαν τις μασημένες τσίχλες. Και τ' όνομα της; Μακάρι να ξεθώριαζε κι αυτό από τη μνήμη του όπως ξεθωριάζει η μορφή της στη ψυχή καθώς ξεπλένεται κάθε που βρέχει. Ας λένε το όνομα της αλλά στόματα. Ας το φωνάζουν όσο πιο δυνατά γίνεται. Αυτός συνήθισε τη σιωπή.
Τώρα είναι λίγο πιο σκυφτός, λίγο πιο κουρασμένος, λίγο πιο μεγάλος. Τώρα είναι πάλι ο εαυτός του, λίγο πιο δυνατός μέσα στην αδυναμία του. Λίγο περισσότερο άδειος.
Τί είχε να περιμένει; Τί δεν ήξερε; Ο έρωτας είναι πάντα εγωιστής και βραχύβιος. Ο έρωτας υπάρχει για να τελειώσει. Ο έρωτας αντριεύει  μέσα από τον πόνο και την ηδονή. 
Ο αγαπημένος του χρόνος είναι πια ο αόριστος, είναι ο υπερσυντέλικος. Οι χρόνοι του έρωτα.Της αγάπης πάλι ο μέλλων διαρκείας. Θα σ' αγαπάω για πάντα! Πόσο αγαπούσε τις υπερβολές που ξεστόμιζε με τόση βεβαιότητα σφίγγοντας τις μικρές γροθιές της. Η καημενούλα, η φτωχή μου αγάπη. Στάζει τώρα ανώφελη μέσα στο άδειο δωμάτιο σαν υγρασία. Τί έχει λοιπόν άλλο να περιμένει παρά την φιλανθρωπία των αναμνήσεων; Τί άλλο από εκείνα τα δάκρυα της ανακούφισης που όμως δεν έρχονται;
Μόνο η βροχή τον παρηγορεί πια.

22/9/2016

ΥΓ. Κι αυτός ο Banksy, τι διάβολος! Διάσημος κι ανώνυμος σαρκάζει το σταρ σύστεμ έχοντας συλλάβει το πρόβλημα σε όλο του το βάθος. Δεν υπάρχουν σήμερα πρωτογενής τέχνη, κινήματα, μεγάλοι δημιουργοί που να ανοίγουν τον δρόμο, μυθικά έργα κλπ. Υπάρχει μόνο μία παντοδύναμη αγορά και οι βαθύπλουτοι που την συντηρούν αγοράζοντας κύρος. Ένα τρομαχτικό παιχνίδι εξουσίας τελικά.
Κι ο ίδιος ο Banksy, τίποτε περισσότερο από ένας τρομοκράτης που λες και βγήκε από το V for Vendetta. Ανατρέπει την κατεστημένη κλίμακα με έργα εφήμερα, σχεδόν κοινότοπα, καθιστά πανάκριβα τα γκράφιτι και την αισθητική τους, υποχρεώνει να πληρώσουν με εκατομμύρια πράξεις αναρχίας οι συντηρητικοί και οι καπιταλιστές. Βέβαια δεν προτείνει φόρμα όμως διαθέτει χιούμορ.Δεν είναι ούτε Picasso ούτε καν Bacon. Είναι όμως το πιο σημαντικό σημείο των καιρών... 
Τον ξέρουν οι πάντες και ιδιαίτερα οι νέοι που  συνήθως σνομπάρουν ως βαρετά και δήθεν τα εικαστικά. Είναι έξω αλλά και μέσα σε μουσεία, δημοπρασίες και γκαλερί. Έξω στους δρόμους αλλά και μέσα σε μεγάλες συλλογές. Είναι χωρίς τιμή και πανάκριβος. Είναι ο Banksy!

6/10/2018

Κολυμπώντας με τον Γιουνκ





Πρωινή βουτιά στη Ραφήνα. Υπό το βλέμμα του Βούδα. Εννοώ αυτού του παντεπόπτη, εκρηκτικού Ήλιου. Που διαθέτει κάποια δισεκατομμύρια χρόνια ακόμα για να επιδεικνύει σπάταλα τη δύναμη του. Δίδαγμα: Πρέπει να είμαστε αληθινά ευτυχισμένοι με κάθε κόστος, δηλαδή αληθινά αντάξιοι της βαθιάς μας μελαγχολίας. Λίγο πιο πέρα τα καμμένα καπνίζουν ακόμη και οι ψυχές ψιθυρίζουν ανήσυχες. Μη μάς ξεχνάτε. Τόση ομορφιά, τόση ησυχία αλλά και τόσος πόνος κρυμμένος κάτω από τα θεατρικά σύννεφα.
Το ζήτημα δεν είναι ότι τελειώνει κάτι. Το ζήτημα είναι πως...

ΥΓ. Ραφήνα, νωρίς το πρωί. Ένα αργοπορημένο φεγγάρι επιμένει σε μιαν ασημένια επίδειξη δύναμης και ένας φασαριόζικος ήλιος έβαλε πρωινό καυγά με τα σύννεφα πως τάχα του αμφισβητούν τη λάμψη. Την περασμένη Κυριακή, θυμάστε, έβρεχε όλη μέρα.
Η θάλασσα γλυκιά και ζεστή σαν αγκαλιά έχει 23 βαθμούς μέσα και 18 έξω. Αργοσαλεύει κάτι στο βυθό που με ταράζει. Όσα που αγνοούμε, είναι αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Σκέφτομαι πως αυτή η εποχή έχει τόση γλύκα επειδή ποτέ δεν διανοήθηκε να κάνει τα όσα τρομερά πράττει το καλοκαίρι. Κατευνασμός και συμφιλίωση με τη μοίρα των πραγμάτων. Τη μοίρα μας.
Το πλοίο που φεύγει στο βάθος σαν φθινοπωρινός, διακριτικός επισκέπτης συνοψίζει όλα τα μυστικά της ζωής. Το ταξίδι, τον χωρισμό, την επιστροφή. Σύμφωνα με τον Jung καλύτερα να  αφήνεις αυτό που θέλει να φύγει ώστε να μπορέσει να έρθει αυτό που θέλει να μείνει.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Αν σας αρέσει!





Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και δεν επιτρέπεται να τα συγκαλύπτουμε άλλο. Οι θεσμοί νοσούν επειδή η δημοκρατία νοσεί επειδή νοσεί η κοινωνία. Ή και το αντίστροφο. Όμως είναι ίδιο το αποτέλεσμα.


Δεν είχαμε ανάγκη το πρόσφατο τραγικό γεγονός της Γλάδστωνος για να καταλάβουμε εκείνη την αλήθεια που βιωματικά, λίγο ως πολύ, όλοι γνωρίζουμε: ότι δηλαδή οι συμφώνως τω νόμω προστάτες μας αστυνομικοί σπάνια ενεργούν στο πλαίσιο του νόμου. Κι ότι οι αστυνομικοί βλέπουν υπεροπτικά όταν δεν μισούν τους πολίτες. Εν ολίγοις οι αστυνομικοί σιχαίνονται, οι αστυνομικοί φοβούνται, οι αστυνομικοί αδιαφορούν, οι αστυνομικοί συμπράττουν, οι αστυνομικοί εκτονώνονται, οι αστυνομικοί κωλυσιεργούν, οι αστυνομικοί λουφάρουν, οι αστυνομικοί αγνοούν, οι αστυνομικοί δεν θέλουν να μάθουν, οι αστυνομικοί βολεύονται, οι αστυνομικοί αισθάνονται αδικημένοι, οι αστυνομικοί έχουν αποκοπεί από το κοινωνικό σώμα, οι αστυνομικοί σπάνια είναι η λύση και συχνά το πρόβλημα, οι αστυνομικοί είναι επικίνδυνοι. Κι αν σας αρέσει!


Η κοινωνία πληρώνει πολύ ακριβά τους αστυνομικούς και σε συμβολικό επίπεδο. Δεν μας αρέσει αλλά είναι πραγματικότητα. Οι αστυνομικοί στοιχίζουν πολύ. Από την εποχή του Κορκονέα, που πυροβόλησε θολωμένος τον μικρό Γρηγορόπουλο, με αποτέλεσμα να καεί τότε επί μήνες η Αθήνα και να επαναλαμβάνεται το σκηνικό κάθε χρόνο εν είδει τελετουργίας του τρόμου, δεν έχουν αλλάξει, δηλαδή βελτιωθεί, πολλά πράγματα. Η ελληνική αστυνομία, συνήθως, αντιδρά αργά, καθυστερημένα, σπασμωδικά, ασυντόνιστα, χωρίς συνεπές σχέδιο διαρκείας, άλλοτε γραφειοκρατικά, άλλοτε δημοσιοϋπαλληλικά και, το χειρότερο απ´ όλα, συχνά - πυκνά εκδικητικά. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι είναι υποστελεχωμένοι, με ελλειπή εκπαίδευση, άθλιους μισθούς, διαρκή ψυχολογική πίεση, κοινωνικό αποκλεισμό. Θα τους αναγνωρίσουμε τα δίκαια τους. Όμως κι εμείς  ξέρουμε πως η κάθε πολιτική εξουσία χρησιμοποιεί τους αστυνομικούς ως πραιτοριανούς που ως κύριο στόχο έχουν να προστατεύουν τις εγχώριες ελίτ κι όχι εμάς, τους απλούς πολίτες. Τους ανυπεράσπιστους.


Χρόνια φωνάζω και μάλιστα εξ αριστερών πως δεν μπορεί να είναι ταξικός στόχος ο αστυφύλακας της γωνίας. Και ότι ο κλεφτοπόλεμος των ψευτοεξεγερμένων των Εξαρχείων με τις δυνάμεις της καταστολής απλώς θεσμοποιεί τη βία σε καθημερινή πλέον βάση. Δεν μπορεί να είναι στόχος ο πιτσιρικάς που φυλάει τα γραφεία ενός κόμματος το οποίο επιμένει να στεγάζεται στα Εξάρχεια ώστε να προκαλούνται συνεχή επεισόδια. Το ότι δεν έχουμε ακόμη νεκρούς δεν απαλλάσσει κανέναν.


 Συμπερασματικά : Ουδείς αισθάνεται ασφαλής με αυτή την αστυνομία. Και το γεγονός αυτό, εκτός από τον συνεχή  φόβο, «νομιμοποιεί» και την αυτοδικία. Ευτυχώς τουλάχιστον που μειώνεται η ανεργία μέσα από τον πολλαπλασιασμό των ιδιωτικών σεκιούριτι. Ιδού λαμπρό μέλλον για τους νέους μας, είτε ως ιδιωτικοί μπάτσοι είτε ως μπράβοι της νύχτας. Για τη υπόγεια σχέση όλων αυτών με τη Χρυσή Αυγή και την macho αισθητική των Ελληναράδων, έχω μιλήσει άλλες φορες. Τώρα επαναλαμβάνω πως ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω αγκυλώσεων, έχασε μοναδική ευκαιρία να κάνει τομή στο αστυνομικό σώμα όταν δεν επέτρεψε στον υπουργό Γιάννη Πανούση, καθηγητή εγκληματολογίας, να προχωρήσει σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Δηλαδή να επιτύχει τον εκδημοκρατισμό του, χωρίς να το ευνουχίσει αλλά και χωρίς να το αφήσει ασύδοτο. 


«Αν σας αρέσει» είναι η κτηνώδης δήλωση κάποιου που είναι συνδικαλιστής, που διαθέτει νοοτροπία Χρυσαυγίτη, τουλάχιστον, και που βέβαια είναι κακός αστυνομικός. Που εκφράζει τέλος την συλλογική μας αποτυχία. Η κοινωνία συστηματικά εκφασίζεται με τον Νόμο ανενεργό, η παράλογη βία παραμονεύει παντού, ο φόβος απλώνει τα πλοκάμια του και σε συντηρητικούς «νοικοκυραίους» και σε «προοδευτικούς» του ευρέος φάσματος. Οι κατ´ εξακολούθηση σπασμένες βιτρίνες στο κέντρο της πόλης δεν είναι ούτε διαμαρτυρία, ούτε επανάσταση. Είναι ωμή απειλή και ηλίθια βία και ως τέτοια προκαλεί καινούργια βία. Δεν είναι της παρούσης αλλά ανάμεσα στην αυτοδικία του Ρουβίκωνα και εκείνη των «νοικοκυραίων» υπάρχουν χτυπητές, ποιοτικές διάφορες. Τους μεν οπλίζει η χρόνια ιδεοληψία, τους δε η χρόνια απελπισία. Έχουμε συνηθίσει πια την ασύδοτη εγκληματικότητα που εισβάλλει μέρα μεσημέρι σε σπίτια ή μαγαζιά, ληστεύοντας, βασανίζοντας και δολοφονώντας. Άλλοτε ένας φαρμακοποιός, άλλοτε ένας επιχειρηματίας, άλλοτε ένας κοσμηματοπώλης, άλλοτε ένας περιπτεράς, άλλοτε ένας ταξιτζής, άλλοτε ένας βενζινοπώλης, άλλοτε το μαγαζί που διανυκτερεύει ... το χρονικό αυτό  της βίας και του αίματος δεν έχει τέλος. Με σχεδόν καθημερινή παρουσία στο αστυνομικό δελτίο των επαναληπτικών φρικωδιών εναντίον των απομονωμένων υπερηλίκων που γίνονται η εύκολη λεία της πιο σαδιστικής εγκληματικότητας. Έτσι είναι. Οι πιο ανυπεράσπιστοι, τα πιο εύκολα θύματα. Κι αν σας αρέσει.


 Για να μην αναφερθώ πάλι στην ραγδαία γκετοποίηση της Αθήνας που επιτρέπει σε εμπόρους, βαποράκια και χρήστες να συναλλάσσονται μέρα μεσημέρι, εμπρός στα μάτια των παιδιών, να τρυπιούνται έξω από τα σχολεία ή εκτεθειμένοι σε πεζοδρόμια και πλατείες, εμπρός στους αιφνιδιασμένους περαστικούς ή τους εξοικειωμένους περιοίκους, στο κέντρο και τις συνοικίες  μιας πόλης που έχει καταντήσει εφιάλτης... Που έχουν καταστεί άβατο ολόκληρες περιοχές του ιστορικού κέντρου. Κι αν σας αρέσει. 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Τραγωδία και κτηνωδία μιας πόλης



Τρομάζω με την κτηνωδία του φ.μπ. Την ανώνυμη χυδαιότητα, την διαστρέβλωση, την συλλογική υποκρισία, την ακαταδάμαστη αναισθησία. Την ευκολία των αναθεμάτων και των γενικεύσεων. Το φτηνό μίσος όλων προς όλους και την νοσηρότητα του καθενός. 
  Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Πέθανε με φριχτό θάνατο. Ας μην τον διασύρουμε άλλο. Ούτε άγιος, ούτε ήρωας. Όμως νεκρός πια. Μακριά και από τη ζωή και από τις ευκαιρίες ή τις αδυναμίες που η ζωή ή προσφέρει ή προκαλεί. Εφόσον πρόκειται πλέον για ένα ακόμη θλιβερό θύμα και της ζωής του της ίδιας αλλά και μίας πόλης που σταδιακά γίνεται ζούγκλα και έχει πλέον γκετοποιηθεί. Είναι άθλιο λοιπόν να αντιδικούμε πάνω από το πτώμα ενός νέου ανθρώπου που πρόλαβε να διαλύσει τον εαυτό του προτού οι υπόλοιποι τού διαλύσουν το κρανίο με τον τρόπο που πάντες οι υποκριτές αυτής της χώρας είδαμε.
 Και που εξακολουθούμε να θέλουμε να αντλήσουμε πολιτικά οφέλη από ένα ράκος όλοι οι ουσιαστικοί ένοχοι: Φιλισταίοι "ακτιβιστές", πολιτικοί επαναστάτες που σιχαίνονται τους "νοικοκυραίους" επειδή ίσως θα ήθελαν να τούς μοιάσουν έχοντας σπίτι, οικογένεια κλπ, ρυπαρά κομματόσκυλα που βρήκαν την ευκαιρία για προεκλογική κατήχηση, συλλογικότητες που κάνουν συνδικαλισμό με την επιθυμία και που θεωρούν την εκπόρνευση για τη δόση πράξη αντίστασης. Έχω φίλους ομοφυλόφιλους που δεν έχουν καμία σχέση με όλο αυτό το νοσηρό κλίμα. Απεναντίας.
Και έπειτα όλοι εμείς οι άλλοι που ανεχόμαστε παθητικά αυτή την αυξανόμενη παρακμή στο όνομα του δικαιωματισμού, που επιτρέπουμε την διάχυτη και πολλαπλά θεσμοθετημένη βία στο όνομα της δημοκρατίας και την έλλειψη ασφάλειας, πρόληψης, επιβολής του νόμου στο όνομα της ελευθερίας. 
Δηλαδή σε όλα αυτά που οδηγούν στην αυτοδικία, τον νόμο της ζούγκλας και την μετατροπή των πολιτών σε αγέλη που είτε κλωτσάει έναν αιμόφυρτο πεσμένο κάτω, είτε ακόμα χειρότερα, παρακολουθεί παθητικά το θέαμα σαν να είναι Σαρβάιβορ.
Κι έπειτα το κράτος και οι εκπρόσωποι του ... που δεν εμφανίζονται ποτέ όταν υπάρχει ανάγκη βυθίζοντας στην απελπισία τους νοικοκυραίους - Ξεχάσαμε μάλλον γρήγορα το Μάτι. Και που όταν εμφανίζονται, τα κάνουν όλα λάθος. Επειδή στερούνται της πιο βασικής κοινωνικής μόρφωσης, εξίσου και ανεκπαίδευτοι και ευνουχισμένοι. Πραιτωριανοί δηλαδή ενός συστήματος που πλέον τούς χρησιμοποιεί αποκλειστικά για την ασφάλεια των υψηλών προσώπων. Της εγχώριας νομενκλατούρας, δεξιάς και αριστερής. Για τους υπόλοιπους είναι ανύπαρκτοι. 
 Έχω μάθει, προσωπικά, να λειτουργώ με εικόνες: Από τη μια λοπόν βλέπω τις μεραρχίες των μπάτσων που ανέβηκαν στη Σαλονίκη για να προστατεύσουν έναν νεαρό, αριστερό πρωθυπουργό ο οποίος πήγε νύχτα, κρυφά, με το προεδρικό αεροσκάφος κι όχι εκείνο της γραμμής και που κατέλυσε στο Μακεδονία Παλλάς με την συνοδεία 11 ( έντεκα ) αυτοκινήτων ασφαλείας!
Κι από την άλλη παρατηρώ το αφύλακτο, έκθετο κέντρο. Από το τουριστικό Γκάζι ως την ερημωμένη Ομόνοια μέσω Μενάνδρου και πλατείας Θεάτρου. Εδώ σάς θέλω ευαίσθητοι. Τί, εν προκειμένω, κάνετε οι πονόψυχοι; Εκατοντάδες είναι όλοι αυτοί που σέρνονται και τρυπιούνται μέρα και νύχτα στα πεζοδρόμια και τις γωνίες της πόλης, από το Πεδίο του Άρεως ως την πλατεία Εξαρχείων, με τους εμπόρους και τα βαποράκια να επιτελούν το έργο τους ανενόχλητοι υπό τα βαριεστημένα ή και ένοχα όμματα του Δήμου, της Αστυνομίας, των υγειονομικών υπηρεσιών, των ποικίλων Πανεπιστημίων και Πολυτεχνείου(!)  ... δηλαδή του κράτους ημών και της κρατικής μας παρακμής εν γένει. Και βέβαια εμπρός στα μάτια των παιδιών που προφανώς δεν έχουν δικαιώματα αλλά είναι έκθετα σε κάθε είδους ασχημία.
 Προσωπικά, πάλι, σέβομαι τους περισσότερο  τους νοικοκυραίους παρά τους Ρουβίκωνες. Δηλαδή όλους αυτούς που προσπαθούν να επιβιώσουν ανάμεσα στη βρώμα, τη βία, τη πορνεία, την παρακμή την εγκατάλειψη, το ναρκεμπόριο γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, την Κυψέλη, το Μεταξουργείο κλπ. Όλους όσοι κάθε Παρασκευή και Σάββατο από τις 11 μ.μ έως τις 2 π.μ υφίστανται τον θεσμικό πόλεμο των δακρυγόνων στη Στουρνάρη και Τοσίτσα. Εκεί, στο άβατο της Πατησίων όπου οι δύσμοιροι επιβάτες των λεωφορείων κατεβαίνουν για να συνεχίσουν με τα πόδια και τα τρόλεϊ αλλάζουν σιωπηρά διαδρομή. Κύριε Σκουρλέτη, εσείς βέβαια δεν έχετε τέτοια προβλήματα στην ασφαλή Εκάλη. Οι υπόλοιποι;
 Τί συμβαίνει λοιπόν τώρα;  Όλος αυτός ο εγκαταλελειμμένος και ανυπεράσπιστος κόσμος έχει παραδοθεί από "προοδευτικά" χέρια στους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής και στην προπαγάνδα όσων επιμένουν ότι ο κανόνας είναι η εξαίρεση κι ότι αν δεν ντύνεσαι drag queen, είσαι άγευστος της αληθινής ζωής. Αυτή η διευρυμένη ανομία και η αντίληψη "ο σώζων εαυτόν σωθήτω" είναι που εκτρέφουν τον ρατσισμό, την ομοφοβία, την έμφυλη βία.
Από την άλλη οι "δικαιωματιστές" και οι οπαδοί της νεφελώδους και χύμα πολυπολιτισμικότητας κατακεραυνώνουν τους αστούς και τα πάθη τους όταν δεν κάνουν και οι ίδιοι τα ανάλογα. Δηλαδή όταν οι μικροί δεν ανακουφίζονται στη Φυλής και οι μεγάλοι, οι πιο ψαγμένοι, στα σκοτεινά της πλατείας Αιγύπτου ή της Κουμουνδούρου ... με νεαρούς Αφγανούς ή Κούρδους. Με την υποκρισία να περισσεύει. Από κάθε πλευρά.
Όχι, το τελευταίο θύμα του γενικευμένου, κοινωνικού εκφασισμού δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε άγιος. Γι'αυτό και δεν μπορεί να γίνει παράδειγμα. Αφού ούτε καν έζησε τη ποθητή διαφορετικότητα ή την έκσταση που ίσως ονειρευόταν. Αλλά ούτε και τον έρωτα, φοβάμαι, όπως τον δικαιούται κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ασχέτως κοινωνικών απαγορεύσεων. Εκτός κι αν έρωτας είναι να ψαρεύεται κανείς στα μπαρ ή τους "ειδικούς" χώρους για μια νύχτα. Ο ανυπεράσπιστος νεκρός της Γλάδστωνος έζησε περισσότερο το κυνηγητό, την αρρώστια, την εξάρτηση και τελικά τη βία. Της οποίας βίας έγινε ο ίδιος και θύτης και θύμα...

ΥΓ. Οι δικαιωματιστές, οι προοδευτικοί, οι συλλογικότητες, όλο το pollitically correct  που πουλάει το gay parade ως πράξη ελευθερίας αγνοώντας το σκοτεινό, ιδεολογικό κιτς που υποκρύπτει, θα εκτονωθούν στους φυσικούς αυτουργούς του δράματος. Αγνοώντας τους αληθινούς πλην αόρατους. Τους ηθικά υπεύθυνους. Οι οποίοι είναι έτοιμοι για την επόμενη τραγωδία. Ίσως επειδή υπάρχει και εδώ η υπόγεια σχέση του βασανιστή με το θύμα του. 

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Failure as success in Painting*





Όλα τα ανθρώπινα σε δύο φωτογραφίες: Η ιστορία της μεταπολεμικής τέχνης, η γοητεία της τέχνης εν γένει, οι σχέσεις των ανθρώπων της τέχνης και η υπόγεια εξουσία τους αλλά και η δική της τρομερή εξουσία πάνω στους ανθρώπους... Η επίδραση της σ' αυτά που γράφονται αλλά και σε ό τι δεν γράφεται μεν, όμως καθορίζει, τυραννικό και ακατανίκητο, απόψεις, μεγέθη, πρόσωπα και, εν τέλει, την επίσημη ιστορία. Και της τέχνης και την άλλη, την ευρύτερη...
Τα κείμενα, πάλι, ως χλωμές αντανακλάσεις όσων υπήρξαν κάποτε για να καταντήσουν μετά...από λαμπρές εκφάνσεις ζωής, λέξεις.
Πιο συγκεκριμένα ...Ο Bram, από το Αβραάμ, van Velde, Ολλανδός ζωγράφος της Σχολής του Παρισιού (1895 - 1981) περιπλανώμενος, αποτυχημένος καλλιτέχνης που τελικά εκπόρθησε το κάστρο της Ιστορίας, σχεδόν άθελα του ή και εν αγνοία του... 
... Και βέβαια ο Ιρλανδός συγγραφέας Sam, από το Σαμουήλ, Beckett ... ο προφήτης της ήρεμης απελπισίας και της χαρούμενης αποτυχίας, φίλος, πάτρονας και υπερασπιστής του πρώτου ως το τέλος της πολυκύμαντης, βασανισμένης ζωής τους. Τί τους συνέδεε; Δύο προτεστάντες εμιγκρέδες στο καθολικό Παρίσι του Μεσοπολέμου. Η κρίσιμη αυτή γνωριμία θα κάνει τον Beckett τεχνοκριτικό...  Παρ' ότι ο ίδιος, γύρω στο 1948, αποφάσισε να μην ξαναγράψει για τον Welde επειδή κατάλαβε ότι τα κείμενα του με τον πεσιμισμό και τον αρνητισμό ως προς την σημασία της τέχνης, μάλλον έκαναν κακό παρά καλό στον προστατευόμενο του. Υπενθυμίζω πως η πρώτη μελέτη του Beckett για τον Welde δημοσιεύτηκε το 1946, δέκα χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία τους στο Παρίσι, στο περίφημο περιοδικό του Christian Zervos, το Cahiers d'art. 
 Ήταν ακριβώς η εποχή που ο ζωγράφος ξανάρχισε να ζωγραφίζει μετά από μια πολύχρονη κατάθλιψη λόγω του θανάτου της γυναίκας του μέσα στον ισπανικό Εμφύλιο - ζούσε τότε στη Μαγιόρκα - αλλά αργότερα λόγω της γερμανικής κατοχής στο Παρίσι. Ούτως ή άλλως η ζωγραφική για τον ίδιο ήταν "μια πράξη καταστροφής του εγώ" ενώ ο φίλος του συγγραφέας τόν αποκαλούσε peintre d' empechêment (των εμποδίων). 
Ο Beckett γράφοντας για τον Welde και τον αδελφό του, επίσης ζωγράφο, είναι σαν να μιλάει για τον εαυτό του. Για τα δικά του αδιέξοδα. Για μια τέχνη που δεν θέλει να είναι ωραία - δηλαδή αισιόδοξη - αλλά ανεπιτήδευτα ά-σχημη, χωρίς δεδομένο σχήμα, σαν ασήμαντη, αδιάφορη ... δηλαδή αληθινή.
Θάλεγε κανείς πως ο ένας δημιουργός εφηύρε τον άλλον και η συμπόρευση τους στάθηκε μοιραία αφού οι όποιες τους επιτυχίες στηρίχτηκαν στη βαθιά συνειδητοποίηση της υπαρξιακής μας αποτυχίας εν γένει. Τέτοια ζευγάρια καλλιτεχνών και ζωγράφων δεν είναι ασυνήθιστα. Θυμηθείτε τον Rodin και τον Rilke, τον Manet και τον Zola, τον Manet και τον Cézanne, τον Courbet και τον Baudelaire, τον Malarmé και τους συμβολιστές κλπ.
Ο ζωγράφος διατηρεί στους πίνακες του ένα χαλαρό, συνθετικό πλαίσιο και έπειτα δουλεύει πάνω σ'αυτό το σχεδίασμα "εξπρεσιονιστικά" γεμίζοντας το με μισοτελειωμένα, χρωματικά "επεισόδια" και κρατώντας τα δυνατά περιγράμματα των επιμέρους μορφών σαν οδηγούς. Τα χρώματα είναι έντονα, αδούλευτα ως προς την υφή τους, μοιάζουν "μουτζουρωμένα" και με σταξίματα άγχους και βιασύνης. Το ύφος του είναι αυθόρμητα ανεπιτήδευτο, σχεδόν πρόχειρο - αφτιασίδωτο, ένα υδαρές σύνολο οπτικών φράσεων που καταλήγουν σε κραυγές. Μια άρνηση της ζωγραφικής της αναπαράστασης, εξιδανικευμένης ή μη, αλλά και μιας απόρριψης της αφαίρεσης ως informel μανιερισμού. 
Σκέφτομαι τώρα ότι τα ανάλογα θα έγραφα και για τον συγγραφέα αν αντί για φόρμες ή χρώματα μιλούσα για φράσεις ή λέξεις. Τέτοια επιτυχία στην οντολογική διακρίβωση της αποτυχίας! Αμφότεροι δεν θέλουν να μιλήσουν, δεν έχουν κάτι να πουν, επιλέγουν όμως την εικόνα ή τη λέξη ως απόλυτα ισοδύναμα της σιωπής. Γράφω ή ζωγραφίζω έτσι χωρίς νόημα, άρα υπάρχω.
Θυμάμαι τώρα τον φίλο μου Ιάσονα Μολφέση, δημιουργό εξίσου διεισδυτικό και ανεπιτήδευτο ως προς το αίσθημα ματαιότητας της τέχνης, ο οποίος έκανε για χρόνια στο Παρίσι σιωπηλή παρέα με τον Beckett:
 "Περνούσε από το ατελιέ μου, έμπαινε μέσα, κοιτούσαμε για λίγο τα σκυλιά μας, χάιδευε έπειτα κάποια έργα και έφευγε..." Θυμόταν ο Έλληνας γλύπτης και ζωγράφος.
Το 1947 ο Welde υπέγραψε συνεργασία με την galerie Maeght για να εκδιωχθεί στη συνέχεια κακήν κακώς μετά από αλλεπάλληλες αποτυχίες, καλλιτεχνικές και οικονομικές. Το 1948 εκθέτει στην Ν. Υόρκη και την γκαλερί Kootz εξίσου αποτυχημένα παρά τα καλά λόγια του de Kooning. Τραγική ειρωνεία:
 Ο de Kooning εκθέτει ένα μήνα μετά πίνακες ανάλογης αισθητικής και θριαμβεύει! Είναι, βλέπετε που ο πολύς Clement Greenberg γράφει για τον έναν Ολλανδό ύμνους ενώ αγνοεί τον άλλο που δεν ανήκε στην ομάδα του. Παρά την προφανή σχέση των δύο ζωγράφων και το πασιφανές γεγονός ότι ο Welde προλαβαίνει τον αμερικανικό, αφηρημένο εξπρεσιονισμό μια δεκαετία νωρίτερα! 
Γι'αυτό ακριβώς ο Serge Guilbaut έγραψε πως στις ΗΠΑ η τέχνη του Bram υπήρξε the invisible Painting. Αόρατος, μ' άλλα λόγια, και ο ίδιος και τα έργα του. Πολύ αργότερα η γαλλική γκαλερί συνεργάστηκε ξανά με τον πρώην αποδιοπομπαίο ζωγράφο. Η τύχη του πάντως αλλάζει γύρω στο 1975 με ένα μπαράζ εκθέσεων σε όλη την Ευρώπη αλλά όχι στην Αμερική. Αυτής της χρονιάς είναι και η φωτογραφία που δημοσιεύω με τον Beckett. Σύμπτωση: Στην γκαλερί Maeght πάλι και την παρουσίαση τιμητικού τόμου για τον Ολλανδό. Προσέξτε πως κοιτάζει ο ίδιος τη φωτογραφία του στο βιβλίο. Η ομοιότητα, της έκφρασης τουλάχιστον, των δύο ανδρών είναι άκρως εντυπωσιακή. Σαν κορσικανοί αδελφοί. Σαν σιαμαίοι. Άλλη, ζωγραφική αγάπη του Ιρλανδού ήταν ο συμπατριώτης του Francis Bacon. Μόνο που στην περίπτωση του Bram πρόκειται για οικογένεια. Οικογένεια μοναχικών ανθρώπων.

Να μην μπερδεύουμε τον Bram με τον Henry van de Velde, Βέλγο ζωγράφο αρχικά και μετέπειτα διάσημο αρχιτέκτονα του Αρ νουβώ και "προστάτη" του Gropius!

Διαβάστε τα σχετικά κείμενα του Beckett, Le Monde et le pantalon (1945-46), Peintres de l'empêchement (1948), εκδόσεις Minuit, 1991. Και βέβαια το Trois dialogues (1949), Minuit, 1998.

* Gwenaël Keridou, Failure as Success in Painting: Bram van Velde, the Invisible, 14/2/2015, ιστοσελίδα, Hyperallergic

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Γιάννης Σπυρόπουλος*





Ξαναβλέπω τώρα με άλλα μάτια ένα έργο που πρωτοείδα στο ατελιέ του ζωγράφου στην Εκάλη τριάντα χρόνια πριν. Τί με γοήτευε τότε, τί εξακολουθεί και τώρα να με γοητεύει; Δύσκολο να το πεις. Τα μεγάλα έργα δύσκολα χωράνε σε λόγια.
 Ασφαλώς πρόκειται για την ματιέρα του που δημιουργεί όλα αυτά τα μυστικά τοπία, τις ένδον εικόνες, τους εξωπραγματικούς φωτισμούς, τις μικροϊστορίες, τα μικροεπεισόδια. Ασφαλώς πρόκειται για τις εκρήξεις και τα θαύματα που  δημιουργεί η κίνηση του χρωστήρα ή της σπάτουλας στον καμβά.
 Όμως είναι και κάτι άλλο που έχει να κάνει με την δράση της φόρμας, το δράμα των μορφών που αναδύονται αφηρημένες μεν αλλά και άμεσες. Ανάγλυφες. Υλικές σαν το αίμα. Μυστικές σαν ανομολόγητα συναισθήματα. 
Ζωγραφισμένη ύλη, ιερή ύλη, ζωή που πρόλαβε να μετουσιωθεί σε εικόνα. Ζωγραφική που υπερβαίνει το ορατό για να επιτρέψει την θέαση του αόρατου. Τη μυστική χαρά που ελαφρώνει τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων .
ΥΓ. Το έργο, νομίζω, εκτέθηκε  στη Ντοκουμέντα του 1965. Μεγεθυμένο αποτελεί τον ιδανικό χώρο για να παιχτεί η Ορέστεια. Ή η μικρούλα, η πεισματωμένη, η απόλυτη - και μάλλον αδικημένη - Αντιγόνη του Λιβαθηνού.

* Το πίνακας λέγεται Χρονικό Ε και φιλοτεχνήθηκε το 1963.