Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Για το Γκώστα, το Γκαβάφη, ντε!





Το πιο γελοίο: Ο Κώστας, ο Καβάφης κατά Φλομπέρ, τον διανοούμενο της Κυβέρνησης! Ψιλά γράμματα θα μού πείτε. Όπως λένε κι οι πασόκοι "ο Κώστας ο Καφάσης"! Με πρόταξη και επανάληψη του άρθρου.
Το γελοιοδέστερο ή μάλλον το θλιβερότερο είναι ότι πια οι πολλοί δεν κατανοούν την διαφορά... Ένα "ν" συχνά κάνει όλη την διαφορά ή τη ζημιά. Σαν μια φάλτσα νότα. Αν πούμε "το Καβάφη", θα ακούσουμε Γκαβάφη!
 Επειδή η γλώσσα είναι οι αποχρώσεις της. Είναι οι κυματισμοί και ο ρυθμός της. Είναι οι αναρίθμητες λεπτομέρειες της που πάντως δημιουργούν το ύφος. Είναι τέλος η αμείλικτη κυριολεξία της. 
Πράγματα πλέον ακατανόητα από όσους θεωρούν ότι οι λέξεις, τα ονόματα και οι σημασίες τους είναι απλώς πράγματα που τα χρησιμοποιούμε όπως μάς βολεύει και μετά τα πετάμε στην άκρη. Μια σαχλαμάρα εδώ, μια ατάκα εκεί, ένας στίχος ξεκάρφωτος πάρα πέρα για μικροπολιτικές εντυπώσεις. Από ημιμαθείς προς ημιμαθείς. Που δεν έχουν καν τον φόβο της αγνοίας τους. Που λένε, κυριολεκτικά, ό τι τούς γουστάρει. Ο Αλέξης, ο Φλομπέρ, ο Μπαρούφας, ο Κοτζιάς, ο Φίλης με τις γενοκτονίες ( της γλώσσας και των σημασιών της ) κλπ...
Ειλικρινά δεν ήθελα να μιλήσω σοβαρά για μια κοτσάνα που πέταξε κάποιος εν τη ρύμη του λόγου. Ούτε επιθυμώ να μπω στην ουσία των στίχων, στον  επιβλητικό όσο και αμφίσημο ή και δυσοίωνο τίτλο  τους. Στη συνταρακτική υποβολή τους.Είδα όμως τόσες βλακώδεις αντιδράσεις που δεν είναι χαμένος χρόνος να ειπωθούν δύο λόγια στο περιθώριο των κραυγών της  σημερινής ημέρας.  Κυρίως επειδή συνειδητοποίησα πως άνθρωποι που χρησιμοποιούν με τόσην εγκληματική ελαφρότητα τη γλώσσα είναι ικανοί για τα χειρότερα... Με τόσην επιφανειακότητα και επιπόλαιο, αριστερό (!) βολονταρισμό. Χωρίς τρόμο Ιστορίας. Επειδή με τη γλώσσα και μέσω της γλώσσας διακυβεύονται τα πάντα. Κερδίζονται ή χάνονται. Εξάλλου και η επικείμενη συμφωνία, γλώσσα και μόνο γλώσσα είναι. Με νοήματα, υπονοούμενα, συμφραζόμενα και λεπτομέρειες. Με αποχρώσεις που αναφέρονται στον χρόνο τον παρόντα. Αλλά κυρίως στον παρελθόντα και τον μέλλοντα. Αποχρώσεις που όποιοι τις αγνοούν, χάνουν. Και σε συμβολικό και σε πραγματικό επίπεδο...
ΥΓ. Και ναι διαφωνώ με την συμφωνία κυρίως γιατί την διεκδίκησαν και την ολοκλήρωσαν οι συγκεκριμένες προσωπικότητες. Παρ' ότι επιθυμώ να αρθεί η χρονίζουσα εκκρεμότητα που μόνο κακό κάνει στον τόπο. Και παρ' ότι ξέρω πως θα απαιτηθούν συμβιβασμοί. Όχι έτσι όμως! Όχι μ' αυτούς Κύριε ( κι άλλο ποίημα ). Τα ευφρόσυνα λόγια μάλιστα του παγκόσμιου συστήματος, οι ποιητικές παρόλες μέ κάνουν ακόμη πιο καχύποπτο. Διάβολε, για τον Αλέξη πρόκειται που έκανε το όχι ναι. Και που γράφει τη λαϊκή βούληση
 - την οποία θεωρεί σταλινικά "μάζα" - στα παλαιότερα των πανάκριβων παπουτσιών του ...

Στην φωτογραφία εδώ όση σημασία έχει το κυρίως θέμα έχει και η σκιά, η αντίστιξη του. Το πρώτο και το δεύτερο επίπεδο. Τα ενδιάμεσα. Οι πληροφορίες και οι σημασίες τους. Η ευαισθητοποίηση των αντιθέσεων.
 Ή μάλλον η σκιά και όσα η σκιά κρύβει, έχουν  μεγαλύτερη σημασία από αυτά που φωτίζονται στο πρώτο επίπεδο. Για όσους βέβαια βλέπουν και κατανοούν τις διαφορές...

Ούτε διπλωματία, ούτε καν σκάκι





Το αίσχος της κυβερνώσας αριστεράς... Άθλια πιόνια στην διεθνή σκακιέρα αθλιότερων συμφερόντων.Το σύνολο της υποκρισίας, της ανακολουθίας, των ιδεολογημάτων και των ψευδών που τώρα, θλιβερά εξαργυρώνονται. Υπηρέτες των νατοϊκών συμφερόντων χωρίς καν να εξασφαλίσουν τα εξ ανατολών σύνορα μας από τον επίμονο "σύμμαχο" μας, έδωσαν όνομα, ιθαγένεια, έξοδο στην θάλασσα, αναθεώρηση της ιστορίας για να πάρουν καλή γειτονία!
 Νομιμοποιώντας το κατασκεύασμα των Στάλιν, Τίτο  αλλά και ΚΚΕ - για να  μην ξεχνιόμαστε. Ο  τέταρτος Γύρος του Εμφυλίου ολοκληρώθηκε χθες. Οι Τσίπρας  και Κοτζιάς κατάφεραν ό, τι δεν επέτυχε  ο Δημοκρατικός Στρατός το 1948-9 με τους Σλαβομακεδόνες στον Γράμμο.
Το 1918, εκατό χρόνια πριν, η Ελλάδα, έστω και εν μέσω διχασμού, απελευθέρωνε την Μακεδονία επιτυγχάνοντας την μεγαλύτερη νίκη της μετά την Παλιγγενεσία. Την εθνική της αποκατάσταση. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά, υπογράφουμε μιαν ήττα με τα ίδια μας τα χέρια, χωρίς καν πόλεμο. Και μάλιστα με τους Τούρκους να διεκδικούν όχι πια γκρίζες αλλά αναφανδόν κόκκινες ζώνες. Δώδεκα νησίδες κατ' αρχήν... Ποιά Ίμια; Τώρα λέγονται Καρντάκ επίσημα. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Λέξεις, ονόματα, ονοματοθεσίες δημιουργούν την ιστορία. Κράτη που δεν υπερασπίζονται τα εδάφη τους, ή τα ονόματα των εδαφών τους μοιραία παραιτούνται από αυτά. Παραιτούνται από την ιστορία, τα ιστορικά τους δικαιώματα. Όταν υποχωρείς, ο αντίπαλος επωφελείται αυτόματα καλύπτοντας τον κενό χώρο. Όταν υποστέλλεις τις σημαίες από τους πύργους σου, τα άλογα του αντιπάλου κάνουν παιχνίδι. Κι εσύ έχεις παροπλίσει όλους σου τους τρελούς! Καλά από διπλωματία, αλλά ούτε κι από σκάκι κ. Κοτζιά;
ΥΓ 1. Είναι ενδεικτικό ότι η συμφωνία ενόχλησε Ρώσους, Βούλγαρους, Αλβανούς, Σέρβους - κυρίως - αλλά ευχαρίστησε Γερμανούς και Αμερικανούς. Μετά τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς οι Τσίπρας - Κοτζιάς έδωσαν την χαριστική βολή στα Βαλκάνια.
ΥΓ. 2  Και τα Πανεπιστήμια και οι πρυτάνεις και οι πανεπιστημιακοί και η ακαδημαϊκή κοινότητα και η πνευματική ηγεσία τί κάνουν; Θα σας έλεγα, αλλά είναι πολύ πρωί ακόμη.
( Ή μάλλον πολύ, πολύ αργά ).
ΥΓ 2. Θα το πω κι ας ακούγεται πολύ βαρύ: Διαχρονικά η ηγεσία της ελληνικής αριστεράς αποδεικνύεται κατώτερη της πατρίδας. Κατώτερη μας...

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Eν δε φάει και όλεσσον – Για τον Πατρασκίδη και τη ζωγραφική του





Ακόμα και η Νύχτα κάποτε φοβάται το σκοτάδι της…
Μ. Σ.

H ζωγραφική υπήρξε η πρώτη, η ηρωική, η ιερή μορφή γραφής. Η εικόνα, φορτισμένη με όλο το συναισθηματικό βάρος του νοήματος , της πληροφορίας. Η γραμμή που χορεύοντας γράφει, περι-γράφει τον κόσμο. Η σύγκρουση φωτός- σκιάς που σηματοδοτεί τον αγώνα της ύπαρξης απέναντι στην ανυπαρξία, το είναι που σαρκώνεται και που λάμπει ακόμα και στη φθορά του. Αποτολμώ εδώ έναν ορισμό της ζωγραφικής εν είδει παραδοξολογίας: Η τέχνη δεν (πρέπει να) έχει σχέση με την ηθική και την ομορφιά. Και τούτο γιατί και η ομορφιά και η ηθική είναι δέσμιες της αισθητικής κάθε εποχής αλλά και των προκαταλήψεων που διαφορετικοί άνθρωποι εκφράζουν σε διαφορετικούς καιρούς. Η τέχνη, συχνά ενοχλητική, δυσάρεστη, ασυμβίβαστη προς το τρέχον γούστο,  πορεύεται τον δικό της δρόμο της δύσκολης επικοινωνίας, της δύσκολης επιβολής, της δύσκολης εμπλοκής στα βλέμματα και τις σκέψεις των ανθρώπων. Με άλλα λόγια η τέχνη είναι κάτι που κερδίζεται μέσα από την αμοιβαία όσο και επώδυνη ωρίμανση πομπού και δέκτη.





Έμαθα από νωρίς να δυσπιστώ προς εκείνη την τέχνη, εκείνη την έκφραση που αρέσει με την πρώτη ματιά. Που ο δέκτης δεν καταβάλλει ούτε καν την ήσσονα προσπάθεια για να κατανοήσει και να συγκινηθεί.  Μιλώ για την τέχνη που γοητεύει χωρίς τίμημα και που ο διάλογος ανάμεσα στον θεατή και την εικόνα έχει τόσο απρόσκοπτη ροή ώστε να θυμίζει διάρροια. Κανένα εμπόδιο, καμιά νοητική δυσκολία, κανένα αισθητικό παράδοξο. Σαν εκείνο τον έρωτα που περνάει αμέσως στην σεξουαλική ολοκλήρωση χωρίς ένα φιλί, ένα χάδι, την παραμικρή αμφιβολία. Αντιλαμβάνεστε πως μια τέτοια σχέση ή ακόμα χειρότερα μια τέτοια τέχνη, λίγο διαφέρει από την πορνική συναλλαγή.
Και στην περίπτωση του Λάκη Πατρασκίδη, ζωγραφική είναι εκείνη η έκφραση που δεν παραδίδεται με το πρώτο. Είναι εκείνο το οχυρό που βρίσκεται, αν μου επιτρέπεται αυτή η λυρική παρομοίωση, σε δυσπρόσιτο ύψωμα και όχι σε πατημένη πεδιάδα. Γι αυτό και η κατάκτηση του, είναι πολύ πιο ερεθιστική και πιο ενδιαφέρουσα αφού δεν ρισκάρει μόνο ο ζωγράφος αλλά και ο θεατής. Δεν θα προχωρήσω λοιπόν μιλώντας για τη ζωγραφική του στις εύκολες κατατάξεις που χρησιμοποιούμε ”οι ειδικοί” κατά την ένδον επικοινωνία μας, δηλαδή χαρακτηρισμούς του τύπου Εξπρεσιονισμός, Νέα Παραστατικότητα, Νεοεξπρεσιονισμός, Άγρια Ζωγραφική, Νέοι Άγριοι, Τρανσαβανγκάρντια κ.λ.π. αλλά θα μιλήσω με όρους ασφαλείς, κλασικούς.





Εδώ και μισόν αιώνα ο Λάκης Πατρασκίδης επανασυναρμολογεί μεθοδικά τα πατροπαράδοτα διεστώτα της ζωγραφικής τη φιγούρα, τον χώρο και διερευνά τα όσα έχει να αφηγηθεί η φιγούρα εν χώρω και εν χρόνω. Επειδή μέσα σε αυτήν την παραπλανητική απλότητα των οπτικών νοημάτων κορυφώνεται όλο το δράμα της εικόνας. Αλλά και κάθε παραστατικό δράμα. Δηλαδή, το σώμα με σάρκα και οστά, όχι το συμβολικό ή το αφηρημένο αλλά εκείνο το απόλυτα συγκεκριμένο που έχει αίμα από καρμίνα και που το σκέπει ένας ουρανός από κοβάλτιο. Το σώμα-σήμα, κορμί-κείμενο.

Υπάρχει μια ζωγραφική που κρύβει τις πληγές της ύπαρξης από φόβο ή υστεροβουλία. Il faut être absolument heureux. Αλλά υπάρχει και μια ζωγραφική που αποκαλύπτει τις πληγές με υπερηφάνεια προς γνώσιν, θεωρίαν αλλά και ίασιν. Ιl faut être absolument modernes dans notre mélancholie. Η τέχνη γίνεται έτσι ο δύσκολος τρόπος να μιλήσεις για πράγματα που φαίνονται εύκολα αλλά δεν είναι. Που οφείλεις να εκτεθείς αν θέλεις να αποκτήσεις ένα μίνιμουμ αξιοπιστίας και να παραγάγεις έργο το οποίο θα υπάρξει στο χρόνο. Σε βάρος της έωλης επικαιρότητας ή του εφήμερου και υπέρ εκείνου του χρόνου που στάλα-στάλα γίνεται ιστορία. Αφού τέχνη εν τέλει είναι να ψιθυρίσουμε την απόλυτα προσωπική μας ιστορία στο αυτί της αιωνιότητας. Αυτό μόνο!
Στη ζωγραφική του Λάκη Πατρασκίδη παρατηρείται σταθερή ανέλιξη ενώ τηρούνται αμετάβλητες οι αρχικές σταθερές: σώματα χωρίς πρόσωπα δηλαδή όλοι εμείς χωρίς τις ανυπόφορος μάσκες του καθωσπρεπισμού ή της συμβατικής επιβίωσης που συμπλέκονται, συγκρούονται, ερωτεύονται, πληγώνονται, παθιάζονται, ανασταίνονται, πεθαίνουν… Πολεμιστές που παίρνουν δύναμη από τη γη σαν τον Ανταίο, που φυτρώνουν από τα δόντια του μυθικού δράκοντα και που θέλουν να υπάρξουν με φως, λάσπη και αέρα. Eν δε φάει και όλεσσον, όπως διαβάζουμε να παρακαλεί ο Αίας τον Δία στη ραψωδία Ρ της Ιλιάδας. «Μέσα στο φως, κατάστρεψέ μας»! Ευκαιρία λοιπόν για τον Πατρασκίδη να δουλέψει τα πιο πικρά κίτρινα, τα πιο χοϊκά βιολέ, τις πιο θερμές τέρες και όμπρες. Αλλά και να ζωγραφίσει εραστές που φέρνουν τον έρωτα τους στα χέρια σαν σφάγιο προς θυσία και σαν λάφυρο μετά από μια κανιβαλική τελετή. Επειδή στην ζωγραφική το κόκκινο χρώμα είναι πολυτιμότερο από το αίμα και επειδή κάθε ζωγραφική είναι μια κατάδυση, είτε στο άπειρο του λευκού είτε στο άπειρο του μαύρου. Σαν την κατάδυση του Οδυσσέα στον Άδη, σαν μια Νέκυια των εικόνων. Αφού μόνο μέσα από το σκοτάδι μπορεί να γεννηθεί το φως.





Σώματα τέλος που βαρέθηκαν τις ψυχές τους, ψυχές που γδύθηκαν τα σώματα τους, η μοιραία Πιετά του καθενός μας. Η ζωγραφική εδώ καθίσταται η αρχέγονη μήτρα που γεννοβολάει ακατάπαυστα εικόνες. Που μας ξαναγεννά αιώνιους μέσα στην οδυνηρή φθαρτότητα μας. Εικόνες που όσο και αν κρατιούνται από το παρελθόν, αχνοφωτίζουν -το δυσκολότερο- σαν οπτικές προφητείες το μέλλον. Ένα μέλλον φύσει δυσοίωνο. Αρκεί να μην φοβηθούμε να δούμε.....

 Μάνος Στεφανίδης

29-4-18

Μάνος Στεφανίδης

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Τί είναι η έμπνευση;





Ο καλλιτέχνης, ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο μουσικός, ο ηθοποιός δεν είναι κάποιο ον διαφορετικό από τον μέσο άνθρωπο. Δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν είναι εξωγήινος, έστω κι αν είναι ξεχωριστός. Απεναντίας. Είναι βουτηγμένος στον μέσο όρο πολύ πιο πολύ από τον θεωρούμενο, μέσο όρο. Με μία και μόνη διαφορά. Ο ποιητής, ο ζωγράφος κλπ. είναι συνεχώς διαθέσιμος, διημερεύει ακούραστος, είναι ανοιχτός στο θαύμα, στην διαφορετική ερμηνεία. Πολύ περισσότερο. Είναι αυτός που περιμένει νυχθημερόν το θαύμα. Αυτή είναι η περίφημη έμπνευση. Ή,  μάλλον αυτό που οι πολλοί ονομάζουν "έμπνευση". Η διαθεσιμότητα, με άλλα λόγια, σε ό τι μάς υπερβαίνει. Στο υπερφυές. Καλλιτέχνης είναι αυτός που αντέχει την καθημερινότητα και δεν βουλιάζει σ'αυτήν.
Και κάτι ακόμα. Ο καλλιτέχνης διαθέτει κάτι μάλλον σπάνιο. Εννοώ την συναισθηματική ευφυία, δηλαδή την ικανότητα να διακρίνεις το πολύτιμο στο ασήμαντο, το διαρκές στο εφήμερο...  Αυτό που περνάει απαρατήρητο από τους πολλούς. Κάτι τέτοιο συχνά τον καθιστά αθώο σαν παιδί αλλά και επικίνδυνο σαν κάποιον που είδε το πρόσωπο της Μέδουσας και δεν μαρμάρωσε.
Πολλές φορές, πάλι, τέχνη γίνεται εκείνη η λεπτομέρεια που φάνηκε αδιάφορη ή και βαρετή στο πλήθος. Που δεν συνήγειρε, ούτε ερέθισε τους πολλούς. Επειδή η τέχνη, πριν γίνει ενόραση ή ομορφιά, υπήρξε άσκηση και μόχθος και αποτυχία και αυτοσυγκέντρωση και αγρυπνία.  Ισως γι'αυτό ο ποιητής, όντας διαθέσιμος, πάντα διανυκτερεύει...

( Στη φωτογραφία μια προτομή που ανακάλυψα στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Που πηγαίνει αυτός ο νεαρός αξιωματικός, χρόνια ολόκληρα μετά τον θάνατο του; Πού επιστρέφει; Η απάντηση είναι ήδη μια μορφή τέχνης. Γλύπτης του προπλάσματος ο Θόδωρος Παπαγιάννης )

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Τέλος Εποχής. Ξανά

( Καληνύχτα Κεμάλ )

Πολύ άσχημο το τέλος της Μάνιας Τεγοπούλου που κατέληξε χτες σε ηλικία 59 ετών, αλκοολική και με σακατεμένο το συκώτι της. Άσχημο και θλιβερό. Πρόκειται για την κατάρα των Ατρειδών, μεταφερμένη κωμικοτραγικά στην εποχή του " Όλα επιτρέπονται - Όλα τα παίγνια είναι νόμιμα και Όλα είναι ένα παιχνίδι - ακόμη και η Επανάσταση". Η σύνολη εποχή της Μεταπολίτευσης με άλλα λόγια. Τραγικό τέλος.  Όπως εξάλλου και της Ηλέκτρας, της πρώτης της ξαδέλφης που κάηκε ζωντανή με το τσιγάρο της. Η γλυκιά, εύθραυστη, αντιφατική Ηλέκτρα... Η πιο αφοσιωμένη μαθήτρια του Γιώργου Μαυροΐδη. Η Μάνια πάλι υπήρξε μονομανής, αλλοπρόσαλλη και έβαλε επί των ημερών της την οριστική ταφόπλακα στην ιστορική εφημερίδα. Δεν έφταιγε όμως μόνο αυτή. Ή μάλλον έφταιξε ελάχιστα. Η Ελευθεροτυπία λειτουργούσε χρόνια ως ΔΕΚΟ του ΠΑΣΟΚ με εκατοντάδες (!) άχρηστους μισθωτούς και με ανεξόφλητα πλην πλουσιοπάροχα δάνεια. Συγχρόνως υπήρξε εκ του ασφαλούς και με το αζημίωτο το απόλυτο, αριστερό άλλοθι του Συστήματος. Η εφημερίδα των διανοουμένων και κάθε προοδευτικού, έστω κατά δήλωση,  ψηφοφόρου. Ασκούσε δηλαδή βελούδινη εξουσία, με τους επικεφαλής της να ζούνε σαν  πρίγκιπες ενός κατά φαντασίαν σοσιαλισμού, παιδιά του Αντρέα, του Άκη και του Κοσκωτά. Συνοδοιπόροι της 17 Νοέμβρη και κύριοι υπεύθυνοι της πολιτικής αγωγής του Τσίπρα και της γενιάς του... Ο νυν πρωθυπουργός στην Ελευθεροτυπία έμαθε όσα ξέρει ή δεν ξέρει....
Θυμάμαι τον Αλέξη, νεόκοπο μόλις αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να παρουσιάζει ενθουσιασμένος στο μπαρ Booze το βιβλίο μου" Γυάλινο Μάτι" με τις επιφυλλίδες μου από την Κυριακάτικη Ε και το τηλεπεριοδικό της. (Εκεί με πρωτοέστειλε η διεύθυνση της εφημερίδας, φοβούμενη το ύφος που καλλιεργούσα στο Αντί. Όλα κι όλα, στην Ελευθεροτυπία περίσσευε η ευπρέπεια).
Η καλύτερη λοιπόν εφημερίδα της Μεταπολίτευσης είναι βασικά και η υπεύθυνη για τον ιδεολογικό πολτό  που κυριάρχησε έκτοτε. Περισσότερο ακόμη και από τον ΔΟΛ. Επειδή επέτρεπε όλες τις αποχρώσεις του μωβ... από τον Μίχα ως τον Ιό και από τον πάντα εύστοχο Βότση ως τις πραγματείες του Κουφοντίνα. Γραμμή της εφημερίδας ήταν το πιασιάρικο "Στηρίζουμε τη κυβέρνηση, ελέγχουμε την εξουσία". Ήταν τόσο βολικό που χωρούσε οποιαδήποτε ανάλυση αφού στις σελίδες της πρωταγωνιστούσαν δημοκρατικά όλα τα κυρίαρχα στερεότυπα. Πολυφωνία γαρ. Εξ ού και η δημοφιλία της.
 Βασιλιάς βέβαια του στυλ " Όλοι έχουν δίκιο, από τα Εξάρχεια ως τον Σημίτη και τον Άκη " υπήρξε ο σερ Φυντανίδης, διπλωμάτης και ικανότατος ισορροπιστής, με την αστρονομική αμοιβή των 50 κάτι χιλιάδων ευρώ τον μήνα. Αλλά κι όλοι οι μισθοί των διακεκριμένων στελεχών κυμαίνονταν ανάμεσα στις 10 και τις 20 χιλιάδες... Η Ελλάδα της ψεύτικης ανάπτυξης, του ύποπτου εκσυγχρονισμού, του εύκολου ψεύδους απέναντι στην πάντα οδυνηρή αλήθεια. Δεν θα δίσταζα να υποστηρίξω πως η Ελευθεροτυπία του Ευάγγελου Γιαννοπούλου με τους προικισμένους συντάκτες ήταν το άλλο σκέλος, το σοβαρό, σε σχέση με τα έντυπα του Κωστόπουλου. Οι δύο εκδοτικοί πυλώνες του ΠΑΣΟΚ. Ούτως ή άλλως συνεκτικό πρόσωπο αμφοτέρων υπήρξε ο Κώστας Λαλιώτης.
Η ιστορία της Ελευθεροτυπίας συνεκδοχικά ερμηνεύει απολύτως την ιστορία της κρίσης σε μια χώρα που έμαθε άλλα να λέει, άλλα να πιστεύει και άλλα να πράττει. Το τέλος, φυσικό και συμβολικό, των Τεγόπουλων σηματοδοτεί το τέλος μίας εποχής. Κυρίως συμβολίζει την απομυθοποίηση της αριστεράς και των "συνοδοιπόρων" της και τον κορεσμό ή μάλλον την κατάντια των ιδεολογιών. Η κατάντια ακριβώς  της Εφημερίδας των Συντακτών δηλοί του λόγου το αληθές. Οι δημοσιογράφοι πάλι εξακολουθούν να είναι ό τι ήσαν πάντα: Χαριτωμένοι απλώς ή και ευφυείς στις καλύτερες περιπτώσεις, χυδαίοι και δουλικοί συνήθως, υπάλληλοι πάντα είτε κομμάτων, είτε μεγαλοεργολάβων, είτε σκοτεινών προσώπων που βγάζουν λεφτά στο περιθώριο νόμων και υπονόμων. Οι υπάρχουσες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν οδυνηρά τον  κανόνα. Πώς σας ακούγεται σήμερα το σύνθημα " Ελέγχουμε την Εξουσία";

ΥΓ. Και λίγη αυτοκριτική: Πήγα στην Ελευθεροτυπία λόγω του Θανάση Τεγόπουλου και έφυγα επί Μάνιας Τεγοπούλου. Έπαιρνα πενήντα ή ογδόντα ευρώ το κομμάτι. Ήμουν ένας ανάμεσα στους 800!!! Δεν είχα , πάντως, την τύχη να γνωρίσω τον Κίτσο, την ψυχή του εντύπου. Είχε πεθάνει νωρίς. Έκανα και εκεί αυτό που κάνω πάντα. Να συγκρούομαι. Γιαυτό και είχα μεγάλη αναγνωσιμότητα και μάλιστα με κείμενα που αποθέωναν τον πολιτισμό και μυκτήριζαν την πολιτική. Ο Θανάσης μάλιστα που ήταν πολύ διαβασμένος, μού επέτρεπε να πειραματίζομαι με φόρμες πιο λυρικές, αντιδημοσιογραφικές. Σήμερα έχω το φ.μπ σαν ημερολόγιο δοκιμών και σαν υποκατάστατο. Μου λείπει όμως φοβερά η εφημερίδα. Η αγωνία αν θα μπει το κείμενο ή θα το κόψει ο αρχισυντάκτης. Εννοώ τον Σήφη Πολυμίλη που δεν άφηνε να περνάνε κείμενα μου εναντίον του Λαμπράκη και του Ψυχάρη. Σήμερα είναι αρχισυντάκτης στο Βήμα. Πού αλλού;
Καληνύχτα Μάνια, καληνύχτα Κεμάλ...




Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΚΑΡΟΥΖΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΟΡΓΗ ΤΟΥ

  
Εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως
είναι· τα οραματίζομαι.
Βλέπω κρεμασμένη μια κόκκινη πετσέτα…
Τετέλεσται· ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.
Μιλώ από ένα υπόγειο· μιλώ απ’ το υπερώο
Της Ελλάδας.

Νίκος Καρούζος, από τον Ερυθρογράφο, 1988

«Δεν καταδέχομαι να μην πεθάνω» επέμενε ο Νίκος Καρούζος, ποιητής αλλά και ζωγράφος. πιστεύοντας πως η τέχνη είναι η μόνη και γι’ αυτό η μόνη ιδιοτελής, έστω, αθανασία που μας παραχωρήθηκε. Και με έρωτα και με θάνατον, ακαταπαύστως. Η ιστορία της αισθητικής συχνά προφήτευσε είτε τον θάνατο της τέχνης εν γένει είτε ειδικά της ζωγραφικής. Αυτής της γηραιάς κυρίας που αν και ταυτισμένη με την δημιουργία και την ακμή του αστικού πολιτισμού αλλά και περιφρονημένη, από τον Duchamp και τους αβαγκαρντιστές, ως έκφραση απλώς του αμφιβληστροειδούς, σταθερά επιστρέφει μυστηριωδώς ανανεωμένη. Έχοντας τώρα ν' αντιπαλέσει με τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο και τις λοιπές μορφές της τεχνολογικής ανα-παράστασης. Σέρνει λοιπόν τα μαύρα πέπλα της φτιάχνοντας χειροποίητο φως και ορίζοντας χειροποίητο σκοτάδι σαν να μας λέει πως δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα μαζί της.
Κοινός τόπος επίσης πως η τέχνη είναι εκείνο το ψέμα που πάντως μπορεί να υπερασπιστεί τη μόνη υπαρκτή αλήθεια. Κοινός τόπος, επίσης, πως “γνώση” είναι ο κομψός τρόπος με τον οποίο συνήθως οι ευφυείς άνθρωποι καλύπτουν την υπαρξιακή, την ακατάλυτη τους άγνοια. Εν αρχῆ, εξάπαντος, των πάντων ην το δράμα των εικόνων που έκρυβαν λέξεις και το δράμα των λέξεων που αποκάλυπταν εικόνες. Εικόνες που με τη σειρά τους αναζητούσαν, διαρκώς, καινούρια νοήματα: Αρχαίες λέξεις που ξαναζούν, αρχαίες εικόνες που φανερώνονται μαγικά για ν’ αφηγηθούν το ίδιο, το προκατακλυσμιαίο παραμύθι από την αρχή. Έπειτα η πρωταρχική εικόνα, το πρόσωπο του μαγεμένου Νάρκισσου που καθρεφτίζεται στο αρυτίδωτο νερό, έδωσε τον πρώτο “πίνακα”. Η σχετική ιστορία ακολούθησε. Προφορικά πρώτα, γραπτά ύστερα. Από τότε όποιος θέλει να δει το πρόσωπο του άλλου -ή το δικό του- σκύβει πάνω από ένα κείμενο.
Στη συνέχεια υπήρξε εκείνο το πρόσωπο που δεν έπρεπε να ιδωθεί, μέσα στο έρεβος, αν ήθελε να ξαναζήσει. Να ξεφύγει απ’ το βασίλειο των σκιών. Μόνος οδηγός η Μουσική που έπαιζε κάποιος απελπισμένος του έρωτα για να σώσει τη πολύκλαυστη Ευρυδίκη του. Ήδη έχουν μαζευτεί πάρα πολλά στοιχεία ή σύμβολα ώστε να συγκροτηθεί επαρκής λόγος: Πρόκειται για εικόνες και λόγια και ήχους και τραύματα που όμως μαλακώνουν με τη χρήση των εικόνων, των λόγων ή των ήχων. Κυρίως όμως γεννήθηκε απ’ όλα αυτά ο πιο βαρυσήμαντος έκτοτε συμβολισμός της τέχνης: Πως, δηλαδή, η ίδια μπορεί να μην νικάει το θάνατο αλλά αποτελεί τη μόνη μορφή αθανασίας που εμείς οι άνθρωποι δικαιούμαστε (αλλά και αντέχουμε).
Το φαίνεσθαι σταθερά να υπερφαλαγγίζει το είναι, ώστε κάποτε το είναι να καταντήσει κάτι υδαρές σαν τοματοπολτός. Πώς λεγόταν εκείνος ο καλλιτέχνης που ζωγράφιζε κουτιά κέτσαπ; Κι ο άλλος πάστες; Στην τέχνη τίποτε δεν απαγορεύεται. Ούτε καν το φιλότιμο. Μόνο που στα καθ' ημάς ξεχειλίζει η επαρχιωτίλα και εξέλιπαν οι αληθινοί τύποι. Αυτοί που έκαναν τέχνη τη ζωή τους και γνώριζαν πως κάποια πράγματα δεν πουλιούνται. Ιδίως το παρόν. Σαν τον Ακριθάκη, τον Κατσαρό, τον Καρούζο τον ακτήμονα, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Τορνέ, τον Μαυροΐδη, τον Διαμαντόπουλο.
«Πωλείται το παρόν». Αυτή η επιγραφή ανέκαθεν με διέλυε γιατί ανέκαθεν τη διάβαζα συμβολικά. Ποιος πουλάει τι και γιατί; Αλαφιασμένοι άνθρωποι, ιδρωμένες παλάμες, βύθια έκφραση που αγωνίζεται να πουλήσει ό, τι δεν πουλιέται μήπως και εξαγοράσει την, αδιαπραγμάτευτη πάντως, ειμαρμένη. Έντρομοι μικροαστοί, τα ευσεβή και σεβάσμια καθάρματα του Αναγνωστάκη που, αφού κυλίστηκαν στο ξίγκι και το λίπος εν ζωή, αφήνουν περιουσίες ολόκληρες σε μοναστήρια για να εξαγοράσουν την πιο ιδιοτελή αθανασία. Άλλοι πάλι, πιο πολύφερνοι και «ενημερωμένοι», γίνονται ευεργέτες των πατριαρχείων των ίδιων για να έχουν πιο άμεση και υψηλή μεσιτεία. Μια ζωή ρουσφέτια, μεσίτες, εξαγορές και αγοραπωλησίες. Πόσο πάει ο Παράδεισος; Πόσο πάει το αγορασμένο, μελαψό σώμα στην Ευριπίδου; Πόσο πάει ο νεαρός στην Κουμουνδούρου; Δος μοι τούτον τον ξένον, του εκ βρέφους ως ξένοι ξενωθέντα εν κόσμω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλή πού κλίναι. Δώσ' τον μου. Αφού όλα αγοράζονται! Δικά μας και ξένα. Το πνεύμα το «τραπεζικό» να 'ναι καλά. Το μόνο «πνεύμα» που μας ενώνει. Το ούριο euro, το υμνηθέν υπό προφητών και μεσιτών της τέχνης. Εν τη παλάμη πάσα η έκφραση, η έμπνευση, η συγκίνηση. Ο Ιούδας είχε δίκαιο. Και ο Θωμάς. Μακάριοι οι καχύποπτοι, σου λέει ο άλλος. Αν δεν ψηλαφήσω το πληρωμένο, το ξένο, το αγορασμένο σώμα, πώς να πιστέψω και γιατί; Μου λείπει το κίνητρο God damn it!
Πόσες και πόσες σταυρώσεις, πόσες θυσίες και αίματα κι ούτε μία ανάσταση. Εις αιώνας αιώνων αλλά και σε κραδασμούς δευτερολέπτων. Ανάμεσα στα «μη», τα «όχι», τα «αντίο», τα «ποτέ πια», πόσοι μικροί θάνατοι, πόσες αδικαίωτες αιμορραγίες όταν η σάρκα δεν γίνεται πνεύμα κι όταν καταβυθίζεται στον Άδη η επιθυμία. Και πόση μοναξιά, πόση ξένωση! Επειδή η σταύρωση είναι η μοίρα των ανθρώπων, γι' αυτό η μελαγχολία της ημέρας είναι τόσο υποβλητική. Γιατί σου δίνει πρόγευση ορίων και καθιστά εν τοις πράγμασιν τη χαρμολύπη τρόπο ζωής, τραύμα ύπαρξης σωτήριο. Εφόσον δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα για να κατοπτεύσεις αληθινά έναν κόσμο παρά από το ύψος ενός σταυρού. Σχεδόν ευτυχισμένος! Εκτός κι αν μετράμε την ευτυχία με μέτρα της αγοράς και με υποχρεωτικό το happy end όπως στις αμερικάνικες ταινίες. «Ποιος κοτάει να δει το χάος στο εκτυφλωτικό μεγαλείο του;», διερωτάται ο Κακναβάτος κι ο Καρούζος αγκομαχάει μήπως και παγιδέψει το αόρατο στην ορατότητα. Ε, κάτι ήξερε κι αυτός από σταυρώσεις, όπως εξάλλου ο Κατσαρός, ο Λειβαδίτης, ο Καχτίτσης, ο Χειμωνάς, ο Μπουζιάνης, ο Στέρης, ο Κ. Παπαϊωάννου.
Ο Καρούζος ονόμαζε τα ποιήματα ενθύμια φρίκης. Και τα οπτικά τους ανάλογα ; Είναι η επιθυμία της γραφής να (ξανα)γίνει εικόνα ∙ δηλαδή η λατρεία του ορώμενου. Επίσης είναι η επισφαλής ανισορροπία ανάμεσα στον λόγο και το θέαμα, το οράν και το εννοείν ∙ ο έρωτας των λέξεων για τα πράγματα και η βούληση των πραγμάτων να εκτεθούν οντολογικά. Ακόμη η γλώσσα ως ύλη, ως ματιέρα. Πάλι αποκαλυπτικός ο Καρούζος : Δεν βγάζω γλώσσα, βγαίνω απ’ τη γλώσσα. Ομφάλιος λώρος ανάμεσά τους και εμβρυουλκός και νυφική παστάδα συγχρόνως η γραφή. Επειδή γράφοντας έρχεται ο κόσμος, για να παραφράσουμε άλλον ποιητή, κι επειδή η γραφή χαράζει τα όρια του, όποιου, κόσμου κι επειδή πάντα είναι ένα κείμενο που υπερβαίνει τα όρια αυτά. Χιλιάδες χρόνια τώρα....
ΥΓ. 1  Και η τέχνη, όμως, είναι ταξική. Προχωράει με τους κυνόδοντες και στομώνει όταν χρησιμοποιεί τους τραπεζίτες της. Βαρετοί νεόπλουτοι που την προβάλλουν ως άλλοθι και πλυντήριο και την εξισώνουν με τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ενώ αξίζει απείρως περισσότερο. Αλλά πώς να εξηγήσεις τώρα εικόνες σε νεκρωμένα, από το αλισβερίσι της αγοράς, κουνέλια; Αν η τέχνη έχει μια δυνατότητα, αυτή εστιάζεται σε στοχοθεσία της ρήξης και της υπέρβασης, ιδιαίτερα όταν όλες οι άλλες δυνάμεις επιμένουν στη συναίνεση της συγκάλυψης και τη μετριοπάθεια της μετριότητας. Εφόσον ανέκαθεν οι άνθρωποι της εξουσίας και τα ενεργούμενα του συστήματος βολεύονταν από την επικράτηση των ηλιθίων, την αποθέωση της κοινοτοπίας και το ντομίνιο του μέτριου. Όλα κάτι να θυμίζουν έτσι ώστε να καταπνίγονται οι αμφιβολίες και να συνεχίζεται η ληθαργική νιρβάνα των αμνοεριφίων· και η σιωπή τους ωσαύτως. Όταν λοιπόν η τέχνη δεν είναι ταξική, τότε είναι ύποπτη, αυτοαναιρούμενη και δεν κομίζει τίποτε καινούριο παρά μόνο τ' αποφόρια της συντήρησης και τα δράμα της διακόσμησης ή της διατεταγμένης ευωχίας των θαμώνων του «λαϊκοέντεχνου» (όπως λέμε... «εθνοσοσιαλισμός», «ελληνοχριστιανισμός», «κεντροδεξιά» κι άλλα λεκτικά παράδοξα ή «παίγνια» κατά Βίτγκενσταϊν και «χαρτοπαίγνια» κατά Βαρβέρη). Επειδή όπως τραγουδάει ο Γ. Σαραντάρης (1908-1941): «Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».
Υ.Γ. 2
Και στην έρημη γη το μεθυσμένο χόρτο
Δράστης της ωραιότητας ο ποιητής.

Ν. Καρούζος

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΤΟ ΠΈΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΆΝΔΡΑΣ


( λίγες σκέψεις για το μεταπολεμικό, ελληνικό θέατρο εν όψει των στρογγυλών τραπεζιών που διοργανώνει το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 6 Ιουνίου και στα οποία θα συμμετάσχω )
Πόσο είναι νόμιμο να εκθειάζεις τον έρωτα αποσιωπώντας την οδύνη από τον έρωτα, εκείνο το πένθος που νομοτελειακά τον ακολουθεί; Ο Δημητριάδης ταυτίζει τον έρωτα με την βακχεία και μεταμορφώνει την μάντισσα κακών που όμως δεν πιστεύει κανείς, την Κασσάνδρα, σε βακχίδα του Απόλλωνα εξισώνοντας το ιερό με τον πόθο. Η παρθένα θα ευαγγελιστεί τον ίμερο καθιστάμενη οιονεί ιέρεια της Αφροδίτης. "Ποτέ μην αρνείστε σ' εκείνον που ποθεί, εκείνο που ποθεί"...
Τώρα είναι η σειρά του θεϊκού εραστή, του Απόλλωνα, να διονυσιαστεί. Ο πόθος ως εμμονή ζωής είναι για τον Δημητριάδη η ονειρεμένη λύση στο αίνιγμα της ζωής. Από την άλλη έχουμε την αποθέωση της γυναίκας μέσα από την προσέγγιση - πολύ ευτυχή - ομολογουμένως - και του σκηνοθέτη Θάνου Σαμαρά και της ερμηνεύτριας Έλλης Τρίγγου. Μια κοσμογονία εικόνων απογειώνει τον μονόχορδο, αξιωματικό λόγο του ποιητή - συγγραφέα. Την ερωτική επί του Όρους ομιλία του. Την ανάβαση στο λόφο της Κύπριδος. Παρατηρημένο: Όσο πιο αποδραματοποιημένο, δηλαδή συμβολικά ακίνητο, είναι ένα κείμενο, τόσο πιο πολύ προσφέρεται σε ξέφρενη, σκηνοθετική δράση. Ό τι δηλαδή σώζει την παράσταση και καθαίρει τον θεατή στον Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας. Ό τι καθιστά τη λυρική πρόζα, θέατρο και θέαμα. Κατά τ' άλλα;
Κατά τ' άλλα είμαστε περαστικοί από τις ζωές των ανθρώπων και οι άνθρωποι, μόνοι στο τέλος και μοναδικοί στο άθλημα της μοναξιάς, συμβιώνουν περισσότερο με τις αναμνήσεις των σωμάτων παρά με τα σώματα τα ίδια. Το εφήμερο του ίμερου είναι ο δυσοίωνος χρησμός του αιώνιου θήλεος. Έστω και αν δεν τον πιστεύει κανείς.
 

ΒΙΒΛΙΚΌΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ

 -Ποιά κείμενα μπορούν να καταστούν θέατρο; Οι μοντέρνοι θα έλεγαν τα πάντα ενώ οι μεταμοντέρνοι συμφωνώντας θα πρόσθεταν με την γνωστή αποδομητική τους διάθεση “τα πάντα και επιπλέον εκείνα που δεν έχουν ακόμα γραφτεί”. 
Αν ο κάθε κλασικισμός υπερασπίζεται την καλλιέπεια και τον ορθολογισμό της αφήγησης δηλαδή το προφανές των πραγμάτων, ο κάθε νεοτερισμός διατείνεται πως αν υπάρχει κάποια αλήθεια, αυτή κρύβεται στο παραλήρημα του εσωτερικού μονολόγου, στο τυχαίο ασαμπλάζ εικόνων ασύνδετων που αντανακλούν περισσότερο τα σκοτάδια του μυαλού, την σκοτεινάγρα της ψυχής σε εκείνο τον ασταμάτητο πόλεμο του έρωτα παρά στην συμφιλιωτική ειρήνη της αγάπης. Τα κείμενα είναι πληγές περισσότερο παρά φάρμακα...
 Αναφέρομαι στα κείμενα εκείνα που με ενδιαφέρουν προσωπικά, που περισσότερο αγωνιούν με ερωτήματα, με ερωτηματικά, με ερωτικά σύμβολα νίκης ή ήττας, παρά που ναρκισσεύονται με καθησυχαστικές απαντήσεις.
 Σαν τον απελευθερωτικό - παραληρηματικό επινίκιο του Δημητριάδη για παράδειγμα στον μονόλογο "Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας" που υπηρετεί τόσο εμπνευσμένα αυτό το μικρό στοιχειό του θεάτρου μας, η  Έλλη  Τρίγγου. Ένα κείμενο που υπογράφει ένας γέρος πια άντρας αποθεώνοντας τολμηρά τον ίμερο, την επιθυμία, τον πόθο, τη τρέλα  και την λώβα του σπερματικού, πρωτίστως, του εμπειρίκειου έρωτα. Εκείνου του έρωτα που δικαιώνει και που δικαιολογεί τα πάντα, αρκεί να αφήνονται τα κορμιά στην Προφητεία του, να διατρυπούν και να διατρυπώνονται, να κατακαίγονται  από το πυρ  του χωρίς να γίνονται στάχτη. Κορμιά πυρίκαυστα και πυρίμαχα ταυτόχρονα.
Ο Δημητριάδης εδώ ερωτοτροπεί με τη γλώσσα, φιάχνει λέξεις, εκμαυλίζει τις λέξεις, λεξιμαχεί ως ακατασίγαστος λεξιλάγνος και ευαγγελίζεται έναν έρωτα για τα πάντα, προς τους πάντες σαν τη μόνη απάντηση στο πανταχού παρόν ντομίνιο του Θανάτου. Σαν βιβλική προφητεία που απελευθερώνεται για να απελευθερώσει, σαν μιαν Ομιλία όχι επί του όρους των Ελαιών ούτε των Κέδρων αλλά στον λοφίσκο της Αφροδίτης...
Βέβαια ο πανσεξουαλισμός του Δημητριάδη, ιλαρός και ευφορικός, ευφάνταστος και γεμάτος από λεξιμαργική ευρηματικότητα, αποενοχοποιημένο χιούμορ και παιδική σκανταλιά - με τον τρόπο που τα σκολιαρόπαιδα λένε "βρωμόλογα" - πολύ δύσκολα κρύβει στο βάθος της εικόνας του το πένθος που καιροφυλακτεί στους βουβώνες  -κάθε-  απελευθερωμένου έρωτα. Επειδή νόμος του έρωτα, δύναμη και μαζί αδυναμία του, είναι το αδήριτα εφήμερο της ύπαρξης του. Είναι άπειρα πολύς επειδή ζει λίγο. Και δεν είναι κασσανδρισμός να το αναλογίζεται κανείς. Στην νίκη του έρωτα υπάρχουν μόνο σφάγια και ρέει αποκλειστικά το αίμα των θυμάτων που θριάμβευσαν...

ΥΓ. Τα μεγάλα μεταπολεμικά κείμενα που αποτελούν ipso facto θέατρο υψηλού επιπέδου, είναι τα έργα του Ρίτσου, η Σονάτα του Σεληνόφωτος, η Ελένη κλπ. είναι η Νυκτωδία της Κροστάνδης του Καρούζου που δεν την τόλμησε κανείς, είναι ο Λειβαδίτης στα λυρικά του, είναι η Μαρία Νεφέλη, η Ελένη ή η Σονάτα του Σεληνόφωτος του Ρίτσου κοκ. Διερωτώμαι αν θα υπήρχε το ποιητικό θέατρο του Ζιώγα, του Καμπανέλλη, της Αναγνωστάκη, του Μάτεσι χωρίς π.χ τα κείμενα του Χειμωνά. Αλλά και οι νεότεροι ποιητές μας, φερ' ειπείν ο Γιώργος Μαρκόπουλος, έχουν εξαιρετικό, θεατρικό ενδιαφέρον. Φρονώ ότι ο Δημητριάδης αρδεύεται από αυτά τα ποτάμια. Εκεί λούζει τις πληγές του δικού του κορμιού. Εκεί ενοράται τους Ευαγγελισμούς του.
Θα τελειώσω με τον ποιητή του "Κλέφτικου", του Γιώργου Πρεβεδουράκη ο οποίος στο τελευταίο του βιβλίο Οδός Ρόδων, εκδόσεις Πανοπτικόν γράφει:
...το τι πράττει κανείς με το σώμα του είναι υπόθεση συλ-λο-γι-κή.