Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η ΚΡΉΤΗ ΈΧΑΣΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΌΚΡΙΤΟ


Ένας μεγάλος φίλος και ένα μεγάλο παιδί σε όλη την ζωή του... Αληθινό αγκωνάρι της Κρήτης και μια φυσική ομορφιά ως τα βαθιά του γεράματα. Μακρονησιώτης και μποέμ, ερωτευμένος με την Ελλάδα, αυθεντικός όσο ελάχιστοι. Σκηνοθέτης αλλά και ζωγράφος που σπούδασε γλυπτική στην ΑΣΚΤ και έκανε έναν χειροποίητο, συχνά ιδιοφυή κινηματογράφο. Από τη Μαγική Πόλη και τον Δράκο ως το 1922 και την Μπαλάντα ενός Δαίμονα... Οι Μικρές Αφροδίτες έλαμψαν στην Μπερλινάλε το '66. Αληθινός προστάτης άγιος του Αγίου Νικολάου Κρήτης και του Μετς. Καλό ταξίδι Νίκο μας...Ο Μάνος και ο Θόδωρος σε περιμένουν. Ο πολιτισμός δεν φτωχαίνει. Εμείς φτωχαίνουμε.


Κούνδουρος, Το σινεμά σαν ζωγραφική
Η Μαγική Πόλις (1954) και ο Δράκος (1956) ήταν ταινίες που ξεκινούσαν από τον νεορεαλισμό για να γίνουν τα πάντα! Και δράμα και σάτιρα, και θρίλερ και slapstick κλπ. και να καταλήξουν - ειδικά ο Δράκος - σε μιούζικαλ!
Ανατροπή δηλαδή όλων των γνωστών ειδών από έναν αρχάριο αυτοδίδακτο σκηνοθέτη μέσα από μία ενδοσκοπική, κινηματογραφική ματιά. Ένα εικαστικό βλέμμα στο επίπεδο, μονοσήμαντο ελληνικό σινεμά. Στην παράδοση του Φελλίνι και του Μίκλος Γιάντσο. Αυτή είναι η πιο μεγάλη προσφορά του. Θυμάμαι την χαρά που έκανε, όταν στήσαμε την έκθεση των ζωγραφικών του έργων στον ΑΚΤΟ το 2012... Χρόνια, επίσης, συζητούσαμε να γίνει κάτι πιο οργανωμένο σχετικά στο Μουσείο Μπενάκη, στην Κουμπάρη. Κι αυτή όμως η υπεσχημένη εξ επίσημων χειλέων έκθεση ακολούθησε την τύχη των άλλων, ματαιωμένων εκθέσεων του Διαμαντή Διαμαντόπουλου και του Σταύρου Ιωάννου. Τι λυπηρό!
Η προϊούσα παρακμή του Μουσείου Μπενάκη δεν οφείλεται, νομίζω, μόνο στα οικονομικά του προβλήματα αλλά και στο ότι απομακρύνεται από τους δημιουργούς και τις ιδέες τους για να εναγκαλιστεί τεχνοκράτες και ... "πρότζεκτ". Γαλλόφωνους ή μη. Ξεφεύγοντας από την παράδοση που το κατέστησε κορυφαίο στην Ελλάδα και τον κόσμο. Ακούει κανείς;


ΥΓ. Αυτό που με γοήτευε ανέκαθεν στον αριστοκράτη Νίκο ήταν η ριζιμιά λαϊκότητα του παρά τις μεγαλοαστικές του ρίζες. Αλλά και ο ασυμβίβαστος πόλεμος που είχε κηρύξει εναντίον των πολιτικάντηδων - μεταπρατών της Παράδοσης, δεξιών και αριστερών. Αναρχικός και ποιητής ο ίδιος σιχαινόταν τους δήθεν, τους ανάρχιδους και τους προσκυνημένους.
Λεπτομέρεια : Στο σπίτι του δεν κλείδωνε ποτέ. Αισθανόταν άτρωτος σαν να βρισκόταν σε μια σπηλιά του Ψηλορείτη. Μέχρι που μπήκαν οι θρασύδειλοι Αλβανοί ληστές και τον σακάτεψαν. Αλλά και τότε δεμένος και χτυπημένος τους έβριζε και δεν "συνεργάστηκε" μαζί τους για να σωθεί. Όμως εκείνο το "τραύμα" τον διέλυσε επειδή αισθάνθηκε ταπεινωμένος. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Το έβλεπε κανείς στο βλέμμα του. Τότε ήταν που "πέθανε" για πρώτη φορά. Χτες ήταν η δεύτερη. Αυτός υπήρξε ο Νίκος Κούνδουρος από τον Άγιο Νικόλαο Σητείας : Ξεροκέφαλος, απόλυτος, προικισμένος, δύσκολος, παιδικός, ερωτικός - πάντα μια ανοιχτή αγκαλιά - ως το τέλος. Αυθεντικός, με έναν λόγο.
Από την Μακρόνησο ως το πιο μακρινό αστέρι ήξερε να βρίσκει τα χρώματα της Ελευθερίας ακόμη και στα πιο πικρά χώματα. Ακόμη και στην εξορία.
( ...και να μην βγουν τώρα να καπηλευτούν το όνομα του τα γνωστά θρασίμια της δημοσιότητας γιατί ο Νίκος δεν το χει σε τίποτα να σηκωθεί και να τους αρχίσει με την μαγκούρα )!
 

Πού πήγαν οι διανοούμενοι;
 Ο Κούνδουρος πάνω από όλα ήταν ένας ασυμβίβαστος και υπεροπτικά επιθετικός προς κάθε μορφή εξουσίας διανοούμενος. Κρητικός και κριτικός εμμονικός! Γιαυτό και δεν επιτρέπεται να γίνει αντικείμενο καπηλείας από κανέναν. Ούτε πολιτικό ούτε πολιτιστικό παράγοντα. Ένας διανοούμενος δημιουργός που ούτε φυγομάχησε ούτε βολεύτηκε. Όπως είναι ο γραικυλικός συρμός.
Χτες, νεκρολογώντας τον Νίκο με τον Καραμπελιά στον Ιανό αναφερθήκαμε στην κατάθλιψη που μαστίζει τον τόπο αλλά και στην απουσία των οργανικών διανοουμένων οι οποίοι μη έχοντας πλέον σήμερα ρόλο - εφόσον το Σύστημα κατέρρευσε - σεμνοπρεπώς διακόπτουν.
Επιτρέψτε μου εδώ να πω ότι την καταραμένη κατάθλιψη την ένιωθα έντονα από τα τέλη του '90...
Μόλις το 2004, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, στο απόγειο δηλαδή της εθνικής επιτυχίας και αυτοϊκανοποίησης, εξέδωσα από τις εκδόσεις του Αντί το βιβλίο μου
"Ο Πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας" σε πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη.
Τότε δεν πολυκατάλαβα τον Κούνδουρο όταν μου είπε στη παρουσίαση του βιβλίου : "Ξαναζούμε μωρέ την Μακρόνησο αλλιώς".
Τουλάχιστον αυτός από τότε καταλάβαινε την εξέλιξη του δράματος. Τώρα την καταλαβαίνω κι εγώ...Την καταλαβαίνουμε όλοι, οδυνηρά στο πετσί μας

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΑΤΊ ΜΕΓΆΛΟΣ;


Γράφτηκαν πολλά για τον Κουνέλλη. Και δικαίως. Γιατί όμως ήταν μεγάλος; Μήπως υπερβάλλουμε οι θαυμαστές του; Ο Κουνέλλης δήλωνε ζωγράφος στην εποχή της κρίσης της ζωγραφικής. Της κρίσης της εικόνας. Γιαυτό και από νωρίς εγκατέλειψε το τελάρο, την ασφάλεια και την γλύκα του. Για να εκφράσει -εικαστικά αλλιώς- τον χρόνο, δηλαδή την ιστορία του δυτικού κόσμου από την βιομηχανική επανάσταση και εντεύθεν, εν χώρω. Τα έργα του είναι τεράστια tablaux vivants με αίσθηση του επικού - τραγικού.
Η δουλειά του είναι καθαρά "τοπολογική " κατ'αναλογίαν της "εικονολογικής" μεθόδου του Πανόφσκι. Πάντα ο χώρος και η αίσθηση του, το δράμα, η ένταση και η θεατρικότητα των αντικειμένων του, η φωνή των ακατέργαστων, αδρών, πρωτογενών υλικών που απολογούνται για τα πάθη και τα παθήματα των ανθρώπων. Το μέταλλο πάνω από όλα που φιάχνει μοναδικές, αδιαμεσολάβητες εικόνες.
Επίσης ένα τσουβάλι κάρβουνα, η φλόγα του μπεκ, το καπνισμένο, τυφλό άγαλμα, τα παλιά, στραβοπατημένα παπούτσια ... φτωχή τέχνη μεν αλλά με τους όρους και την ποιητική του Σουρεαλισμού... Με τον Καραβάτζιο, τον Νίτσε, τον Μαρξ, τον Ντυσάν και τον Ντε Κήρυκο, τον Μπούρι παρόντες.


Αντιλαμβάνεται κανείς πως ένιωσα, εγώ, ο γιος ενός τορναδόρου που ταξίδευε με γκαζάδικα φορτηγά και τον έκαιγε η λαμαρίνα, όταν είδα ένα τέτοιο φορτηγό πλοίο να προτείνεται ως ένα μικρό αισθητικό σύμπαν χωρίς όμως να χάσει διόλου την ταυτότητα του. Την λειτουργία του. Ήταν όμως μαγικά μεταμορφωμένο από το φως ενός όρους Θαβώρ που το όριζαν λαμαρίνες! Μεταμορφωμένο αλλά όχι μεταλλαγμένο. Ένα θαύμα αληθινό που δεν είχε κανείς άλλοτε ποτέ σκεφτεί ! Και που ήταν υλοποιημένο εδώ στο λιμάνι του Πειραιά, την γειτονιά μου, από έναν Πειραιώτη! Με χιλιάδες κόσμου από όλον τον κόσμο να κάνουν ουρά για να δουν τα δικά μας πράγματα που εκείνη την στιγμή έγιναν και παγκόσμια.
Μοιράζομαι εδώ μαζί σας μια από τις εξαιρετικές εμπειρίες της ζωής μου. Όταν, μετά τα εγκαίνια ρώτησα τον Κουνέλλη ποιος ήταν ο ρόλος του σε αυτό το ταξίδι της νέας Οδύσσειας, μου απάντησε στα ιδιότυπα του γκρεκάνικα:
"Μα εγώ είμαι ο Οδυσσέας που κάνει κύκλους και γυρίζει, μα τσέρτο είμαι και η Πηνελόπη που φεύγει!"

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Μνήμη Μίμη Μυταρά

Πορτραίτο Ν. Λούρου, ακαδημαϊκού


Μνήμη Μίμη Μυταρά,
Χαλκίδα 1934 - Αθήνα 2017.
Ο Μυταράς, απίστευτος σχεδιαστής και έξοχος αφηγητής. Η ζωγραφική του προσωπικότητα είχε κάτι ανάμεσα σε Μόραλη, Χόκνεϋ, Κιτάι και Μπαίηκον. Με πολύ οξεία κοινωνιολογική προσέγγιση της σκοτεινής Ελλάδας ανάμεσα στην Δικτατορία και την Μεταπολίτευση. Η καλύτερη του περίοδος. Τον θυμάμαι να οδηγεί το λευκό πόλο της Ζουζούς πηγαίνοντας μας στο Εργαστήρι της Χαλκίδας. Τον θυμάμαι να μας ξεναγεί στο μυθικό Κόκκινο Σπίτι.
Επίσης υπήρξε δεινός γραφίστας -νομίζω πως πριν διαδεχτεί τον δάσκαλο και μέντορα του Μόραλη στην ΑΣΚΤ, δίδαξε γραφιστική στην Σχολή Δοξιάδη- , σας θυμίζω ενδεικτικά τα εξώφυλλα δίσκων του Μαρκόπουλου αλλά και τη δουλειά του στο θέατρο. Π.χ στον Ερωτόκριτο του Ευαγγελάτου. Το 1983 προλόγισα την σκηνογραφική του δουλειά σε μια έκδοση του Καστανιώτη πρωτοχρησιμοποιώντας τον όρο "θεατρικότητα" που του άρεσε πολύ. Καθρέφτες, μάσκες, θεατρικές φιγούρες και επιτύμβια ζώντων!
Αυτό είναι η ζωγραφική μου, έλεγε, ένα θέατρο των χρωμάτων!
 

ΥΓ. Η μεγάλη προσφορά του Δημήτρη Μυταρά - αλλά και η αχίλλειος πτέρνα του - ήταν το ότι έφερε την ζωγραφική στα μέτρα του ευρέος κοινού κάνοντας την πολύ δημοφιλή. Με όποιο κόστος. Η μεγάλη ζωγραφική του όμως, εκείνη των Επιτυμβίων ή της Εθνικής Οδού, θα παραμείνει στην Ιστορία ως ελληνικός εξπρεσιονισμός. Π.χ το συνταρακτικό πορτραίτο του ακαδημαϊκού Ν. Λούρου με την μελιτζανιά τήβεννο που ο Παπαστάμου είχε μόνιμα αναρτημένο στην Εθνική Πινακοθήκη.

Ο τορναδόρος μαστρο Γιάννης - Ο παγκόσμιος Κουνέλλης


Ο Γιάννης Κουνέλλης υπήρξε ο τελευταίος μύθος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ και ο κορυφαίος της γενιάς του 60'. Ένας κοσμοπολίτης που πάντως λάτρεψε την Ιταλία και ενσωματώθηκε στην φινέτσα και την συνείδηση ιστορίας που χαρακτηρίζει αυτή την χώρα. Όχι την Αθήνα αλλά τη Ρώμη. Και οι Ιταλοί τον λάτρεψαν και τον έκαναν σύμβολο της μοντερνιστικής τους παράδοσης. Θυμάμαι το δέος που ένιωσα όταν τον πρωτοείδα και άκουσα τα περίεργα γκρεκάνικα που μίλαγε. Μου φάνηκαν σαν χρησμοί του Τειρεσία!
Αυτός, ο κοσμοπολίτης που εξέθετε παντού στην Ευρώπη και την Αμερική και που δίδασκε στο Ντύσελντορφ, δεν μιλούσε ουσιαστικά καμιά γλώσσα. Οι τιτανικές εικόνες που δημιουργούσε, μιλούσαν για αυτόν. Και βέβαια η γυναίκα του, η Μισέλ, ο δραγουμάνος του για τον έξω κόσμο. Τι περίεργο! Ο πιο γλωσσαλγικός καλλιτέχνης δεν διέθετε γλώσσα - πρακτικό όργανο επικοινωνίας. Μοιάζει να απέβαλε την επόμενη μητρική του γλώσσα για να γίνει ο μύστης του σύγχρονου Μύθου.
Μαζί με τον Κανιάρη και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ο Κουνέλλης είναι ο καλλιτέχνης που λατρεύω και που υπήρξε ένα είδος δάσκαλου - μυητή για μένα... Να μην ξεχάσω την συνταρακτική και αποκλειστική συνεργασία του με τον Θόδωρο Τερζόπουλο και το θέατρο Άττις. Θυμάμαι, όταν στήναμε την έκθεση Κάτοπτρα Ιστορίας το 2003 σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στου Ρέντη -ανάμεσα σε μηχανουργεία και αποθήκες- μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό και την Βάσω Παπαντωνίου, την χαρά που έκανε όταν έβαλε εμπρός τον "Μινώταυρο", μια δίχρονη μηχανή καϊκιού που του βρήκε ο Άγγελος Πιτσίκαλης. Αντέδρασε σαν παιδί! Αυτό ήταν το έργο : Μία μηχανή, μια Αργώ έτοιμη για ταξίδι, εγκλωβισμένη σε ένα φρούριο από τενεκέδες. Ο παλαιικός της θόρυβος που αντηχούσε σε όλο το εργοστάσιο, σε ταξίδευε θέλοντας και μη. Κάποιοι καλλιτέχνες ζήλεψαν, κάποιοι λάτρεψαν το έργο. Και ο Γιάννης εκεί, πάντα με ένα τσιγάρο και ένα αμφίσημο χαμόγελο κρεμασμένο από τα χείλη του.
Και μετά φάγαμε ρεβίθια σε ένα μαγέρικο. Τώρα καταλαβαίνω τι με συγκινούσε σε αυτόν τον τραχύ, ακατέργαστο άνθρωπο με το αιώνιο μαύρο παλτό. Μου θύμιζε τον πατέρα μου που ήταν τορναδόρος στα μηχανουργεία του Πειραιά. Όπως και ο δικός του πατέρας. Καληνύχτα μαέστρο. Καληνύχτα μαστρο Σπύρο. Η μεγάλη τέχνη συμβαίνει πάντα εκεί ψηλά...




ΥΓ 1. Και να σκεφτεί κανείς πως η Εθνική Πινακοθήκη της πλάκας δεν διαθέτει ούτε εξέθεσε ποτέ ένα (1) του έργο. Γιαυτό σιχαίνομαι τους παράγοντες και τους παραγοντίσκους του πολιτισμού στη χώρα μας. Γιατί επιβάλλουν τη μετριότητα τους παντού. Και με χυδαίο τρόπο. Με την συντριπτική συναίνεση του Κοινοβουλίου και της Κυβέρνησης. Διαχρονικά.
ΥΓ 2. Θα έδινα ένα χρόνο από την ζωή μου για να μάθω αν ο πρωθυπουργός και η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών ή των υπουργών ξέρουν ποιος ήταν ο Πειραιώτης Γιάννης Κουνέλλης. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Η παχυλή, γενικευμένη αμάθεια είναι το μέγιστο πρόβλημα του τόπου. Και η αιτία όλων των άλλων.
ΥΓ 3. Κανονικά σήμερα ο δήμαρχος Πειραιά και ο υπουργός εμπορικής ναυτιλίας θα έπρεπε να είχαν κηρύξει συμβολικό πένθος στη πόλη. Έτσι έκαναν οι Ιταλοί όταν πέθανε ο Βέρντι. Τι λέω τώρα!

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η Άννα την Άνοιξη

 
(Φωτο Γρηγόρη Βασιλείου) 

(after Lorca)

Τί πουλάς κορίτσι με τα στήθια σου στητά στον άνεμο;
Πουλάω κύριε τον δριμύ αέρα της Άνοιξης.
Και συ γυναίκα τί πουλάς με τα στήθη σου βαριά στο κύμα;
Πουλάω κύριε το αψύ νερό της θάλασσας.
Αέρα και θαλασσόνερο κύριε πουλάμε.

Και συ σκιά λιγνή γιατί σκύβεις και φιλάς έτσι το χώμα;
Επειδή κύριε λίγον αέρα ζητιανεύω λίγο νερό
για αυτούς που εδώ είναι θαμμένοι και που λαχταρούν...
Λίγο νερό, λίγον αέρα μήπως κι από το χώμα
 που το νοτίζουν δάκρυα, πάλι βλαστήσει Άνοιξη.

Άννα, κύριε, το όνομα μου.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ο Πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας

 
Μνήμη  Σπύρου Ευαγγελάτου

Ήρθε λοιπόν η στιγμή - και μάλιστα πιο γρήγορα από ό τι νομίζαμε - για να πληρώσουμε την βασική "αλήθεια" της μεταμοντέρνας συνθήκης γύρω από την οποία υφάνθηκε ο ιστός και μαζί η θηλιά της post ευμάρειας μας:
 Πως δηλαδή δεν υπάρχει μια αλήθεια αλλά πολλές, όλες ισότιμες, ενώ το ψεύδος δεν είναι το αρνητικό του αληθούς αλλά απλώς μια, ακόμη, μετωνυμία του. Που θα πει μια άλλη, μια διαφορετική μορφή αλήθειας. 

Σε αυτήν την ιδεολογική φούσκα, σε αυτόν τον παράδεισο του σχετικισμού, σε αυτά τα σαθρά θεμέλια του δήθεν στηρίχτηκαν οι λοιπές φούσκες, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές που έπληξαν και τον πλανήτη και την χώρα. 
Έτσι συμφωνήσαμε ρητά ή υπόρρητα πως ένα τέτοιο ψέμα είναι αρκετό για να φιαχτεί μία ιστορία ... όσο τουλάχιστον είναι αναγκαία  και μία αλήθεια. Ή, κάτι  θεωρούμενο ως  αλήθεια. 

Αν μάλιστα σκεφτούμε πόσο σχετική και ανυπόληπτη είναι η -  εκάστοτε - αλήθεια με τις θεωρητικές εξαρτήσεις ή τις επιστημονικές δεσμεύσεις της, τότε συμπεράναμε πολύ βολικά 
πως  -κατά το μάλλον ή ήττον- τις ιστορίες τις φιάχνουν τα ψέματα. Τα οποία είναι πιο έντιμα κατά βάθος επειδή δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτε. Το τέλειο άλλοθι της μεταμοντέρνας ευτυχίας που μας απελευθέρωνε από τον δογματικό μοραλισμό του μοντέρνου. Όταν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, τότε όλα είναι σχετικά. Ακόμη και το ηθικά επίμεπτο, αυτό που οι ηθικολόγοι ονομάζουν κακό. Το μεταμοντέρνο εξαφάνισε σε φιλοσοφικό επίπεδο το οντολογικό κακό αλλά όχι και την κακία ή τους κακούς από τον κόσμο. 
Και η αλήθεια εν τέλει παραμένει σταθερά εκείνο το χαλαρό σημαίνον στο οποίο αντιστοιχούν άπειρα, κυριολεκτούντα  σημαινόμενα. Ευτυχώς, λέγαμε! 

Τώρα όμως που ήρθε στο ο λογαριασμός, μήπως οφείλουμε να επανεξετάσουμε στάσεις και προκαταλήψεις; Όσα δηλαδή νομιμοποιούν τον λαϊκισμό ως πολιτική θέση ή τον πρωτογονισμό ως πολιτική στάση. Οι περιπτώσεις Τραμπ και Τσίπρα είναι ενδεικτικές του πως το αντισυμβατικό λ.χ η μη γραβάτα και ο λούμπεν δημόσιος λόγος, έχουν  καταστεί η κύρια σύμβαση των καιρών. Το κόστος, με άλλα λόγια, ενός πολιτισμού που επένδυσε τις πιο υψηλές παραδόσεις του στην κατασκευή ιδιωτικών  παραδείσων για να μας κληροδοτήσει τελικά μία συλλογική κόλαση. Κόλαση από βελούδο και περιττώματα... Τουλάχιστον ας ξανασκεφτούμε την  Ιστορία χωρίς περιττά  πρόσημα.

 ΥΓ 1.  Ιστορία είναι εκείνο το αφήγημα που σταθερά ξαναγράφεται. Το οποίο οφείλουμε να γράφουμε, σταθερά αναθεωρώντας την ούτως ή άλλως υδαρή και φευγαλέα σχέση μας με την πραγματικότητα. Ως στοιχειώδη πράξη αυτογνωσίας. Κι αυτό δεν συνιστά μεταμοντερνισμό.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να ξαναγράψουμε την ιστορία της Μεταπολίτευσης χωρίς τα - παραπλανητικά - ιδεολογικά πρόσημα της Αριστεράς και της Δεξιάς. Επειδή τέτοιες a priori δεσμεύσεις συσκότιζαν και συνεχίζουν να συσκοτίζουν τη γνώση μας ως προς την συντηρητική ή την προοδευτική πορεία της χώρας. Συσκοτίζουν εν τέλει τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Η εμπειρία της διακυβέρνησης των Συριζανέλ ας λειτουργήσει, τουλάχιστον, εκτός του σοκ και ως παιδαγωγικό μάθημα για την κοινωνική μας μνήμη. Για την συλλογική μας κρίση. Ως παυσίλυπο και αντίδοτο της παρακμής που αφυδατώνει τον τόπο και μαραζώνει ή διώχνει τους νέους.

ΥΓ 2. Ζούμε αναμφίβολα τον Πολιτισμό στην εποχή της μελαγχολίας*. Αυτός ο τόπος άντεξε διωγμούς, καταστροφές, εμφυλίους, πείνα και εξορία για να βουλιάξει στην παρακμή και την χρεοκοπία, στην απάθεια και την αγραμματοσύνη στην εποχή της ευμάρειας. Βλέπω ποικίλους τύπους να χτίζουν καριέρες κυριολεκτικά λείχοντας και έρποντας. Αυτοί που ήταν κάποτε  αυλικοί του Κωστάκη και του Ζαχόπουλου, παιδιά του Λαμπράκη και του ΔΟΛ, σύμβουλοι πολιτισμού του Σημίτη, του Γιωργάκη, ακόμη και του Γερουλάνου (!), οι ίδιοι σήμερα προκύπτουν πεφιλημένοι του Σύριζα και μπαρουτοκαπνισμένοι της Αριστεράς. Κάποιοι τέλος που σταδιοδρόμησαν αποκλειστικά ως σύζυγοι, ερωμένοι ή ερωμένες είναι και οι πλέον αηδιαστικοί (-ες). 
Το στυλ Δαμανάκη δημιούργησε σχολή πολιτικών δωσίλογων και η παράδοση καλά κρατεί. Με αυτή την απεχθή, ανάξια μας, λογική μοιράζονται σήμερα θέσεις και οφίκια. Με ανταλλάγματα και αλλαξοκωλιές κάτω από κλινοσκεπάσματα και σωμιέδες. Λιγδιασμένα δάχτυλα και ιδρωμένες παλάμες. Χνώτα που μυρίζουν και θρεμένοι σβέρκοι. Άνθρωποι που δεν είναι ικανοί όχι να αγαπήσουν ή να πονέσουν αλλά ούτε καν να μισήσουν. Ο Χειμωνάς έγραφε: Με μίσος καλό σας εχτρεύομαι! 
Άλλα αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ από όλα είναι το γεγονός πως ενώ δίνεις τα πάντα, φιλάς τις γνωστές ποδιές για την θέση, μετά δεν κάνεις το παν για να αναδειχτείς αντάξιος της θέσης αυτής αλλά αναλίσκεσαι σε νέες ίντριγκες, κλινοπάλες κλπ. Έστω και αν είσαι ελάχιστα ερωτικός(-ή). 
Ακόμη μια γκρίζα μέρα και σήμερα... Στον τόπο αυτό υπάρχουν πραγματικά μόνο οι νεκροί.

ΥΓ 3. Υπενθυμίζω, οι διευθυντικές θέσεις των μεγάλων, πολιτιστικών οργανισμών, μουσείων, θεάτρων, πινακοθηκών, οπερών κλπ, δεν πρέπει να προσφέρονται σε κολλητούς σαν ρουσφέτι ή μπαχτσίσ' αλλά μετά από προκήρυξη, ει δυνατόν διεθνή. Πράγμα που έπρεπε να γίνει αλλά δεν έγινε ως τώρα στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης και πρέπει να γίνει στο Ίδρυμα Νιάρχου.


* Ο τίτλος του σχολίου προέρχεται από το  βιβλίο μου "Ο Πολιτισμός στην Εποχή της Μελαγχολίας", εκδόσεις του "Αντί",  2003, σε πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη. Αυτά που έλεγα τότε, επαναλαμβάνω πληκτικά και τώρα.
 

Ρέκβιεμ για μιαν εποχή ή, Σαββατοκύριακο στο Παρίσι, αεροπορικώς

 
 ... "Σοκολατάκια και πολύ τους πάει! " όπως τραγουδούσαν ο Γιάννης Νεγρεπόντης και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης από την εποχή της Χούντας στα "Μικροαστικά" τους. Αυτό είναι το ουσιαστικό πρόβλημα μας, όσο το σκέφτομαι βαθύτερα. Σε βάθος χρόνου. Η φρικώδης κληρονομιά της Δικτατορίας που σφράγισε το κιτς της Μεταπολίτευσης. Κακοχωνεμένες ιδέες του Μάη του '68 με δεκαετή καθυστέρηση που τώρα ξεβράζονταν  στην αρειμάνια πασοκίλα των eighties. Όλα επιτρέπονταν επαναστατικώ δικαίω και λαϊκώ δικαιώματι... Ο λαός των ποντικών και των λαδέμπορων της Κατοχής, αδελφωμένος με τους τσαλακωμένους αριστερούς του μετεμφυλιακού κράτους, αποκαθαιρόταν στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αντρέα και άμωμος από αδελφικό αίμα πλέον, μπορούσε να απολαύσει το "Τσοβόλα, δώστα όλα! " ή τον χρηματιστηριακό παράδεισο του Σημίτη. Συχνά λιαζόμενος - ο περιούσιος λαός - στις παραλίες και απολαμβάνοντας μακάρια το φρέντο, την  ήσσονα προσπάθεια αλλά και το μέγιστο κέρδος. Δύο σε ένα! Τα πακέτα Ντελόρ να είναι καλά και ο λαϊκός καπιταλισμός του Χριστουδουλάκη. Λεφτά, δάνεια μεν απλήρωτα δε, υπήρχαν.

Ένας αφόρητος μικροαστισμός σαν λίγδα από την οποία δεν ξέφευγε κανείς, μια  μικροαστικίλα, σχεδόν θεσμική, είχαν διαβρώσει σαν υγρασία τα στεγανά και τα έμπεδα αυτής της χώρας μετατρέποντας τους παλιούς προλετάριους, τους άλλοτε περιθωριακούς αλλά και ηρωικούς βιοπαλαιστές της σκληρής καθημερινότητας, σε νεόπλουτους μικροαστούς. Σε εισοδηματίες γαντζωμένους  στο γιώτα χι τους, το διαμέρισμα, κατά προτίμηση ρετιρέ, το εξοχικό, την ιδεολογικοποιημένη κυριακάτικη έξοδο στα Βλάχικα της Βάρης ή τα πρανή της Πάρνηθας για παϊδάκια που προσδοκούσαν τα πάντα από ένα κράτος πατερούλη. Και το κόμμα για τα περαιτέρω. Άτομα χωρίς κανέναν εσωτερικό κραδασμό που ζούσαν σαν ζόμπι μόνο για το φαίνεσθαι, για το κατέχειν και όχι για το είναι, για το υπάρχειν. Που η μόνη τους μεταφυσική εξαντλούνταν αλλά και επιβεβαιωνόταν από το καθημερινό, το επιούσιο κέρδος. Με τον κωστοπουλισμό να αποτελεί τηλαυγή ιδεολογία και την Μύκονο δικαίωση του σοσιαλιστικού οράματος. Με τις συντάξεις από τα πενήντα κεκτημένο δικαίωμα και συνδικαλιστική νίκη. Με την πλήρη ανατροπή αιτίων και αποτελεσμάτων, σχέσεων και σκοπών.
(Σημείωση: Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια τηλεοπτική εικόνα που με στοίχειωσε από τις αρχές του 2000 όταν σε αναμετάδοση από τις Πρέσπες η ΕΡΤ παρουσίαζε αγκαλιασμένους τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τον Γιάννο Παπαντωνίου, τον Γιώργο Λιάνη και άλλους ανάλογους αστέρες να τραγουδάνε συγκινημένοι και αθώοι το "Άπονη ζωή μας πέταξες στου δρόμου την άκρη"! Ήταν η στιγμή που τα "Μικροαστικά" του Κηλαηδόνη που ανέφερα πιο πάνω, είχαν γίνει τώρα το ρέκβιεμ μιας ολόκληρης κοινωνίας, η ιλαροτραγωδία σας προαναγγελθείσης ήττας. Της ήττας της ευμάρειας).

Άρα, κατανοώ απόλυτα το γιατί αυτά τα μίζερα ανθρωπάκια που ευκαιριακά κατέχουν την εξουσία εξαργυρώνοντας αγώνες άλλων ή υποκλέπτοντας αξιολύπητα ρόλους αριστερών, επαναστατών, κοινωνικών ανατροπέων κλπ. παίρνουν φυσικά και αθώα το κρατικό, προεδρικό αεροπλάνο και πηγαίνουν οικογενειακή εκδρομή το Σαββατοκύριακο στο Παρίσι. Ακριβώς όπως ο μπαμπάς τους, δεκαετίες πριν, έπαιρνε το κουρσάκι μάρκας Ντάτσουν ή Όπελ καντέτ και τους πήγαινε week-end στην Αίγινα ή το Λουτράκι ενώ κατά την επιστροφή έκαναν μια στάση στα Δερβενοχώρια για μπριζόλες και γίδα βραστή. Tale quale που έλεγαν και οι Λατίνοι κλασικοί στους οποίους ως γνωστόν έχουν εντρυφήσει ο πρωθυπουργός και το στενό του περιβάλλον. Το κιτς της Χούντας και η κουλτούρα της ανδρεϊκής μεταπολίτευσης είναι εδώ, είναι παρόντα, είναι η μόνη πολιτιστική κληρονομιά που μας ενώνει και μας ταυτοποιεί. Ένα ρέκβιεμ που παίζεται με ζουρνάδες, μπαγλαμά και ντέφι (για το κέφι της παρέας, πάνω και πρώτα απ´ όλα)!

Κύριο γνώρισμα του μικροαστισμού που καταγγέλλω είναι η μοχθηρία, είναι η ζήλεια γι' αυτό που μας ξεπερνάει, είναι το αδιαπραγμάτευτο μίσος για τον ανυπόφορο διπλανό σου επειδή ακριβώς είναι αυτός που σου δείχνει την δική σου βαθιά μειονεξία. Την υπαρξιακή σου υστέρηση. Είπαμε ... Σοκολατάκια και πολύ τους πάει... Ό,τι διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά των τελευταίων δεκαετιών αυτής της κοινωνίας είναι ο παχύρευστος, υδαρής φθόνος για τον καλύτερο, είναι η εδραίωση της μετριοκρατίας με κάθε τίμημα, είναι το μίσος της αριστείας, είναι η ζήλεια για την ευμάρεια του άλλου που σε ένα ψευδοαριστερό φαντασιακό συνιστά αδίκημα. Θέλετε απόδειξη όλης αυτής της παρανοϊκής αντιφάσης; 

Επειδή δηλώνουμε αριστεροί, θέλουμε να καταστρέψουμε τα ακριβά, ιδιωτικά σχολεία, εκεί δηλαδή που πηγαίνουν τα παιδιά των μεγαλοαστών και της πλουτοκρατίας. Όμως, τι περίεργο, σ' αυτά τα ίδια σχολεία στέλνουμε και εμείς ξεδιάντροπα τα δικά μας παιδιά. Ενώ  απ' την άλλη πλευρά κοπτόμαστε για τη δημόσια εκπαίδευση την οποία όμως  σταθερά και ανάλγητα υποβαθμίζουμε. Συμβαίνει το ίδιο και με τις εκκλήσεις για ενίσχυση των αποθεματικών των ελληνικών τραπεζών την ίδια στιγμή που εμείς, οι πρωτοκλασάτοι της εξουσίας έχουμε δολίως, το ουδόλως  ευκαταφρόνητο, κομπόδεμα μας στην αλλοδαπή. Αηδία. Θέλετε άλλη απόδειξη παράνοιας, διπλοπροσωπίας και περιφρόνησης του λαϊκού αισθήματος; Του κοινού νοός και της επαφής με την ζοφερή γύρω μας πραγματικότητα; 

"Στην Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή." Γιαυτό μια ιδέα θα ήταν, να φύγουμε Σαββατοκύριακο για το Παρίσι. Αρκεί να μην έχει κλείσει το αεροσκάφος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.