Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Έλενα Μαρίνου - Κοιτώντας πίσω βλέπεις καλύτερα μπροστά

"Κώδικες και κλειδιά", εγκαίνια απόψε στις 8 μ.μ. στον Τεχνοχώρο, μετρό Ακρόπολη


Η τέχνη είναι τρέλα χωρίς αρρώστια.
Γιώργος Λάππας

Αν υπάρχει ένα έλλειμμα και μάλιστα ένα έλλειμμα πολύ σοβαρό στη σύγχρονη ελληνική δημιουργία , αυτό σχετίζεται με την ανυπαρξία της ιστορικής μνήμης και της συνείδησης της συνέχειας παρότι αυτή η συνέχεια παντού και πάντα διέπει και οργανώνει τα καλλιτεχνικά φαινόμενα. Ίσως αυτό να οφείλεται στον πτωχοπροδρομισμό ή στον αρχοντοχωριατισμό που στιγματίζει την μικρή ιστορία της εγχώριας τέχνης μας. Δηλαδή, ότι θα θέλαμε να είμαστε κέντρο και γι’ αυτό δεν συμβιβαζόμαστε με την ιδέα της περιφέρειας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνεται στα δρώμενα της τέχνης ένας ιδιότυπος αυτισμός ο οποίος εγκλωβίζει τον καλλιτέχνη αποκλειστικά στο έργο του, εμποδίζοντάς τον να κοιτάξει γύρω του και λίγο προς τα πίσω, μήπως και μπορέσει να δει, καθαρότερα και μονιμότερα, εμπρός. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, π.χ. στην προβληματική παιδεία που παρέχεται εν γένει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα στις Σχολές Καλών Τεχνών (η τέχνη, δηλαδή η αυτοέκφραση, είναι πάντοτε το πιο οχληρό και γι’ αυτό το πιο δύσκολο «μάθημα»). Όπως επίσης είναι εγγενές χαρακτηριστικό κάθε γενιάς να στηρίζει την ύπαρξή της στην πατροκτονία των τυπικών αλλά και των ουσιαστικών δασκάλων της. Δηλαδή υπάρχουμε επειδή διαγράφουμε τους προηγούμενους. Κάτι τέτοιο, αυτός ο αισθητικός κανιβαλισμός, συχνά αποτελεί modus vivendi για τους καλλιτέχνες, τουλάχιστον για τους πιο ανασφαλείς από αυτούς.
Προσωπικά μιλώντας, ξεκίνησα την καριέρα μου τη δεκαετία του ’80 παρατηρώντας και μελετώντας το πώς η γενιά του ’60 απομυθοποιούσε τη γενιά του ’30 και ιδιαίτερα τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Σπύρο Βασιλείου. Έπρεπε να γνωρίσω τον Βλάση Κανιάρη, μαθητή και συνεργάτη του Τσαρούχη αλλά και του Μόραλη, για να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι η ελληνικότητα της γενιάς του ’30 δεν ήταν κατ’ ανάγκην αντίθετη με τον διεθνισμό της γενιάς του ’60. Πρόσφατα, ο Δημήτρης Αληθεινός, -ο οποίος μαζί με τον αδόκητα χαμένο Γιώργο Λάππα, το Νίκο Μπάικα, την Διοχάντη, τον Νίκο Αλεξίου, τον Γιώργο Ξένο και τον Άγγελο Παπαδημητρίου συγκροτεί την dream team της γενιάς μου-, οργάνωσε ως επιμελητής μια σειρά εκθέσεων σε έναν μικρό χώρο στην οδό Μηλιώνη, το «Οπλοστάσιο Τέχνης», μόνο και μόνο για να θυμίσει στους νεότερους μερικούς πολύ σημαντικούς προγόνους, άδικα λησμονημένους, όπως π.χ. ο Γιώργος Τούγιας, ο Βασίλης Σκυλάκος και η Φούλα Σακέλλη.



Για όλους αυτούς τους λόγους, αποτέλεσε για μένα μία πολύ ευχάριστη έκπληξη η έκθεση- πρόταση της Έλενας Μαρίνου η οποία συνομιλεί άμεσα με τους εικαστικούς της προγόνους και τα έργα τους, δημιουργώντας έτσι ένα καινούριο έργο, προϊόν μαθητείας αλλά και έμπνευσης, έρευνας αλλά και αναστοχασμού. Τίποτε πιο παρήγορο! Μία καλλιτέχνις του σήμερα που αναγνωρίζει ότι η γενιά του ’60 συγκροτεί ένα σώμα ιστορίας εκπροσωπώντας διεθνώς τον ελληνικό μοντερνισμό και που προσεγγίζει τη δημιουργία αυτής της γενιάς και αυτής της εποχής, όχι φολκλορικά ή επετειακά, δηλαδή μυθοποιητικά, αλλά με μια αυστηρή μέθοδο εργασίας. Τόσο για να συμπορευθεί όσο και να διαφοροποιηθεί. Κυρίως για να κατανοήσει. Αντιμετωπίζοντας τη τέχνη όχι ως συναισθηματικό παραλήρημα αλλά ως διαδικασία μεθόδου, μαθητείας και ένδον προβολής. Το ξαναλέμε: Κοιτώντας κανείς πίσω βλέπει καλύτερα μπροστά. 
Πιο συγκεκριμένα τα έργα της Έλενας Μαρίνου αποτελούν γοητευτικά υβρίδια που σχολιάζουν με τα όπλα του μοντερνισμού το σημερινό καθεστώς του μεταμοντέρνου. Προσωπικό της ύφος είναι η απάρνηση του προσωπικού ύφους, δηλαδή του ego του καλλιτέχνη, προς όφελος τόσο της ιστορίας όσο και της συλλογικής μας μνήμης η οποία πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Τα έργα της είναι έξυπνα επειδή δεν είναι εξυπνακίστικα και είναι ευαίσθητα επειδή δεν υποκρίνονται καμία αυθεντία. Η έκθεση γενικότερα με τον διττό της χαρακτήρα, έτσι καθώς τα έργα της «μαθήτριας» τίθενται δίπλα στις συνθέσεις των «δασκάλων», είναι ταυτόχρονα παιδαγωγική και διασκεδαστική. Και μάλιστα με την αρχαία σημασία της λέξης «διασκέδαση». Διασκορπίζοντας φόβους και ανασφάλειες. Επαναξιοποιώντας παλαιότερους αλλά όχι γερασμένους κώδικες, αρχαία αλλά όχι άχρηστα κλειδιά.
Έχουμε με την παρούσα έκθεση υλοποιημένο ένα μικρό μουσείο- γέφυρα με τη γενιά του ’60, αυτήν ακριβώς την κρίσιμη στιγμή της κρίσης τόσο του τόπου όσο και των μουσείων τα οποία όφειλε ο τόπος να δημιουργήσει αλλά ως αυτήν τη στιγμή αδυνατεί να πραγματοποιήσει. Η Έλενα Μαρίνου με την ενότητα των έργων «Κώδικες και κλειδιά», προχωρά άμεσα σε μια συμφιλιωτική χειρονομία προς το παρελθόν της νεοελληνικής τέχνης, ενώ έμμεσα καταγγέλλει τη βλακώδη διαμάχη που σοβεί για δεκαετίες ανάμεσα στους (θεωρούμενους ως) κριτικούς και τους (θεωρούμενους ως) καλλιτέχνες. Όσοι επωμίζονται το βάρος της θεωρίας, καταγγέλλονται από την αντίπερα όχθη των σημαιοφόρων της καλλιτεχνικής πράξης, του αυθορμητισμού, του συναισθήματος κλπ. ως εγκεφαλικοί και απροσδιόνυσοι. Αυτό το θέατρο που θέλει τους θεωρητικούς και τους κριτικούς τέχνης a priori εχθρούς των καλλιτεχνών και του ταλέντου που μόνο αυτοί, σχεδόν μεταφυσικά, διαθέτουν, είναι και ξεπερασμένο και παλαιομοδίτικο.
Αντίθετα, η Έλενα Μαρίνου, έχοντας μελετήσει το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης», φοράει την τήβεννο του θεωρητικού, όχι για να κρύψει αλλά, αντιθέτως, για να αποκαλύψει τη λερωμένη και, παρ’ όλα αυτά, λαμπερή ποδιά του καλλιτέχνη. Και πράττει άριστα. 
Μάνος Στεφανίδης

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Εορτάζουμε!



Ξεπεράσαμε τις 400.000 επισκέψεις στην ιστοσελίδα και τα 950 κείμενα. Γιορτάζουμε λοιπόν και σάς ... ευχαριστούμε! Επ' ευκαιρία αναδημοσιεύω το τελευταίο, εορταστικό, κείμενο του βιβλίου "Τραγούδια για το Πένθος".


Μύγα

Στον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη

Καρυδιά. Ξύλο αθάνατο. Μασίφ. Κατασκευή επιμελημένη. Το φέρετρο έτσι σκουρόχρωμο από μασίφ καρυδιά, το αιώνιο ξύλο, δεν παίζεται. Πολυτέλεια και κύρος. Ο νεκρός πάλι μέσα περί άλλα ετύρβαζε και αδιαφορούσε και για τα ξύλα και για τις μασίφ κατασκευές. Αυτός επειγόταν να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με τα διαδικαστικά για να δει μετά τι θα κάνει, πως θα πορευθεί στο μέλλον ως μακαρίτης, κι αν έχει, τουλάχιστον, μέλλον εκεί στο επέκεινα .Το μέλλον που του αρνήθηκε η ζωή. Το ξύλο όμως ήταν καρυδιά κι ήταν αθάνατο ό, τι κι αν πείτε. Αν μπορείτε να συλλάβετε το σημειολογικό υπονοούμενο του πράγματος, τον συμβολισμό του.
Κατ’ άλλα η κηδεία εξελισσόταν ομαλά, οι πολυέλαιοι έλαμπαν κατά το ειωθός, οι παπάδες έψελναν λυπητερά, οι συγγενείς έκλαιγαν sotto voce, οι φίλοι δάκρυζαν με αξιοπρέπεια και τα κοράκια σοβαρά εξωτερικώς, έβραζαν από μέσα ανυπόμονα γιατί ακολουθούσε κι άλλη κηδεία και γιατί το φέρετρο ήταν μασίφ κι ήταν καρυδιά και μόνο όποιος το χει κουβαλήσει, γνωρίζει αληθινά την αξία του. Όλοι οι υπόλοιποι παρακαλώ silence. Τι άλλο, λοιπόν, να προσθέσει κανείς παρά τα τυπικά, ζωή και θάνατος ένα ο δρόμος και μακαρία η οδός και αλίμονο σ’ εκείνους που μένουν και βέβαια την κορωνίδα πως δηλαδή ο νεκρός ξεκουράστηκε. Μια κοινοτοπία που τη λένε όλοι αλλά κατά βάθος δεν την πιστεύει κανείς. Και πάνω απ’ όλα ο νεκρός που την ακούει στωικά μεν αλλά και που τον πνίγει το δίκαιο εφόσον δεν νιώθει διόλου κουρασμένος ,άλλα πράγματα νοιώθει που δεν είναι της ώρας να εξηγήσει και που κ’ εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου κατάλληλος να αναπτύξω.
Η ιστορία έμοιαζε να τελειώνει κάπου εδώ ίδια και απαράλλαχτα όπως εκατομμύρια άλλες φορές σε ανάλογες περιπτώσεις όταν τη κρίσιμη στιγμή –που λένε και στα μυθιστορήματα- έγινε κάτι που άλλαξε ριζικά τα φορά των πραγμάτων και που, σχεδόν ανεπαίσθητα, η φυσική μεταλλάχθηκε σε μεταφυσική. Μια κοινή, μια συνηθισμένη μύγα αψηφώντας τη ζέστη την ανυπόφορη και τη πολυκοσμία ζώντων και τεθνεώτος -ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό- εμφανίστηκε από το πουθενά ζωηρή, έκοψε τις βόλτες της πάνω από το ανοιχτό φέρετρο κι έπειτα στρογγυλοκάθισε ακριβώς στη γωνία της μύτης του νεκρού. Εκείνος σιωπηλός από αμηχανία ή επειδή άρχισε να συνηθίζει τον καινούργιο του ρόλο, υποδύθηκε τον πελιδνά ατάραχο, τον ψυχρό και αναίσθητο. Η μύγα σαν για να ελέγξει τις αντιδράσεις του περίγυρου -για τον νεκρό, φώς φανάρι, αδιαφορούσε- και έχοντας αντιληφθεί ότι μια τεθλιμμένη την αντιλήφθηκε, έκανε πως σηκώνεται, καθάρισε τα φτεράκια της, ανέβηκε λίγο ως τα λαμπερά φώτα, κατέβηκε πιο χαμηλά αργόσχολη, δήθεν πως φεύγει, βολιδοσκόπησε τον στόχο της, έκανε τον κεκανονισμένο θόρυβο, το έπαιξε λίγο πεταλούδα ανέμελη, λίγο μέλισσα ζουζουνιστή, για να θολώσει τα νερά, κι έπειτα αναλαμβάνοντας τον φύσει ενοχλητικό της ρόλο επέστρεψε στη μύτη του νεκρού αφού πρώτα προσγειώθηκε όλο χάρη στο μεσοφρύδιο διάστημα. Η τεθλιμμένη συγγενής έκανε τότε να τη διώξει με το μαυροφορεμένο χέρι της αλλά αυτόματα συγκρατήθηκε αναλογιζόμενη τη σοβαρότητα της στιγμής και το γελοίο της πράξης. Η μύγα περίφροντις στριφογύρισε τους οφθαλμούς με εκείνο το μοναδικό τρόπο των κολεοπτέρων, περιεργάστηκε μ’ εμβρίθεια το όλο σκηνικό κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν την απειλεί τίποτε και κανείς, με περίσσια αυτοπεποίθηση άρχισε να σεργιανίζει πάνω-κάτω στη μύτη του νεκρού σαν στρατηγός που επιθεωρεί τα στρατεύματα του απ’ τη κορυφή ενός λόφου. Η εικόνα με την μύγα Ναπολέοντα ήταν όντως φαιδρή αλλά το πλήρωμα της κηδείας παραδομένο σε γόνιμη θλίψη και αποφασισμένο να αυτοπαρηγορηθεί το ταχύτερο δυνατό ,δεν έδωσε σημασία. Για ν’ ακριβολογώ δεν έδωσε κανείς σημασία πλην ενός. Γιατί υπήρχε ένας και μάλιστα νεκρός ο οποίος είχε πραγματικά ενοχληθεί. Όχι ότι γαργαλήθηκε ή ότι σιχάθηκε, οι απελθόντες δεν έχουν τέτοιες αισθητήριες ευαισθησίες αλλά πώς να το πω ,το θεώρησε και ασέβεια και γρουσουζιά εκείνη τη τόσο επίσημη στιγμή της ζωής του ή μάλλον του θανάτου του, στη πρώτη του έξοδο ως νεκρός να μην ευφραίνεται με τις ψαλμωδίες, ούτε να κολακεύεται από τους θρήνους αλλά να ασχολείται, ν’ αποσπάται η προσοχή ενός νεότευκτου νεκρού, από το ... περπάτημα μιας μύγας. Ε, λοιπόν μια και δυο και χωρίς να το καλοσκεφτεί, άπειρος ων, προσπάθησε παρά την ακαμψία και την παγωμάρα του να σαλέψει απειροελάχιστα τη μύτη του τόσο ώστε να ξεκουμπιστεί το ζωύφιο. Τι το’ θελε; Παρότι ανεπαίσθητη η κίνηση του, έγινε αντιληπτή από το φιλοθέαμον ,λυπημένο κοινό του που όπως και να το κάνουμε ,δεν είχε για άλλον μάτια εκείνη τη στιγμή παρά γι’ αυτόν και το κακό ξέσπασε. Η χήρα έβαλε τσιρίδες δείχνοντας με φρίκη προς το πτώμα, οι παπάδες σταμάτησαν τη νεκρώσιμη ακολουθία σκανδαλισμένοι πάνω που έλεγαν το “συνεκλάμπον” και ο κόσμος παντελώς άγευστος του επέκεινα και των χαρακτηριστικών του σάλεψε γεμάτος δέος και περιέργεια. «Θαύμα-θαύμα!» αναφώνιζαν μερικοί αφελείς κι ένας επαγγελματίας θρησκευόμενος. Μόνο η μύγα διατήρησε τη ψυχραιμία της σ’ εκείνα τα κρίσιμα δευτερόλεπτα, μαθημένη μάλλον απ’ τα σουσούμια των νεκρών και την υποβολή της πτωμαϊνης. Χωρίς πανικό, θα λεγα ράθυμα, άνοιξε τα φτερά της με ήρεμο βολ πλανέ, κάπως σαν ενοχλημένη αλλά και υπαρξιακά περήφανη και αξιοπρεπής, ίδια βασίλισσα της Αγγλίας ή άλλου κράτους που όμως να φημίζεται για την ψυχραιμία και την αυτοσυγκράτηση των πολιτών του, ανέβηκε ως το ύψος του τρούλου υποδυόμενη με χάρη πότε την πεταλούδα-ψυχή και πότε αυτό το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το συνεκλάμπον, άλλωστε, μετά του πνεύματος του κεκοιμημένου αδελφού μας. Έπειτα, καλομαθημένη γλίστρησε από μια χαραμάδα του ουρανού στον Παράδεισο, αλλά αυτό θα σας το αφηγηθώ σ’ άλλη ιστορία.

Για τον Γιώργο Ρόρρη και τη ζωγραφική του

 
 Αν η τέχνη είναι και τεχνική, η τεχνική δεν είναι ποτέ τέχνη 

Εκτιμώ ειλικρινά την δουλειά του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη και γράφω εδώ και πάρα πολλά χρόνια για αυτή. Εκτιμώ το ήθος, την αισθητική  συνέπεια του δημιουργού ,την έρευνα που εξελίσσει αθόρυβα και πολύ ουσιαστικά. Έχω πει πολλές φορές πως ο Ρόρρης θα έπρεπε να είναι από δεκαετίες καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, μια σχολή που έχει πολύχρονη παράδοση και στο μετιέ  και στην τεχνική επάρκεια και στην ανθρωποκεντρική έκφραση. Λυπάμαι μάλιστα που διάφοροι ατάλαντοι κλειδοκράτορες εμπόδισαν την είσοδο του στην σχολή σφραγίζοντας πόρτες και παράθυρα. Αυτό συνέβη κυρίως επειδή κυριαρχεί στον τόπο μας μια ψευδής άποψη για την πρωτοπορία ή τον πειραματισμό, μια ψευδοπρωτοπορία με άλλα λόγια η οποία λογοκρίνει ex cathedra κάθε αντίθετη αισθητική άποψη. Και μάλιστα το φαινόμενο αυτό αντανακλά ευρύτερα στην έλλειψη και πειραματισμού και πρωτοποριακής δράσης στην κοινωνία ολόκληρη και την κυριαρχία του δήθεν. Βολευόμαστε με ωραία ψέματα ή με ημίμετρα και αυτό πληρώνουμε σήμερα, στην εποχή της κρίσης. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. 
Επιστρέφοντας στο θέμα μου υπογραμμίζω πως αυτός ο ψευτοπόλεμος ανάμεσα στους δήθεν μοντέρνους και τους δήθεν παραδοσιακούς έκανε εξαιρετικό κακό κυρίως στο κοινό, εκεί δηλαδή όπου η τέχνη απευθύνεται. Αλλά και στους δημιουργούς τους ίδιους οι οποίοι φατριάστηκαν χωρίς κανένα λόγο -  εκτός ίσως των ωμών συμφερόντων που συνήθως υπερασπίζονται οι γραφειοκράτες της τέχνης. Πρόκειται για αυτόν τον νεότερο πόλεμο που σοβεί  δίπλα στον άλλο, τον παλαιότερο πόλεμο  ανάμεσα στους τεχνοκριτικούς και τους καλλιτέχνες, μια γελοιότητα που δείχνει πόσο επαρχιώτικο και πεπαλαιωμένο είναι το σκηνικό δράσης της σύγχρονης μας τέχνης. 
Δυστυχώς σήμερα έχει απαξιωθεί κάθε μορφή κριτικής εκτός ίσως από το θέατρο ή, δευτερευόντως, από τον κινηματογράφο. Η Καλτάκη, η Κολιτσιδοπούλου και η Αρκουμανέα κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά. Αντίθετα, την κριτική των εικαστικών έχουν εδώ και χρόνια αναλάβει οι "φιλότεχνοι" δημοσιογράφοι μηδενίζοντας κυριολεκτικά το "άθλημα" και γράφοντας μόνο εγκώμια ή διαφημιστικά σεντόνια κατά παραγγελίαν. Για να ξεχάσουν τα πάντα όταν (αν) προαχθούν. Κλασικό παράδειγμα ο Ξυδάκης. Το γεγονός αυτό της παντοκρατορίας των δημοσιογράφων καταρχάς χαροποίησε τους δημιουργούς γιατί ξεφορτώθηκαν, νόμιζαν, την δυσάρεστη κριτική όμως μακροπρόθεσμα έβλαψε πολύ τα αισθητικά ζητήματα του τόπου επειδή έτσι αυτοκαταργήθηκαν και ο διάλογος και η αντιπαράθεση και η γόνιμη σύγκρουση. Αυτό το δυσάρεστο φαινόμενο της παντελούς έλλειψης διαλόγου αλλά και σύγκρουσης για οποιοδήποτε θέμα είναι, νομίζω, ένα από τα κύρια αιτία της κρίσης που ταλανίζει έξι τώρα χρόνια τη χώρα. Παρένθεση, αυτό που οι άλλοι ονομάζουν κρίση και εγώ ονομάζω βαθιά παρακμή. 
Ας επιστρέψω όμως τον φίλτατο Γιώργο Ρόρρη με αφορμή την άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα "Βήμα της Κυριακής" πρόσφατα. Θυμάμαι εδώ το κείμενο με το οποίο προλόγισα τον Γιώργο Ρόρρη κατά την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Μέδουσα όπως έκανα και με τον Τάσο Μαντζαβίνο αλλά και με τους περισσότερους καλλιτέχνες της γενιάς τους. Έγραψα πρώτος, ή ανάμεσα στους πρώτους, για τον Εδουάρδο Σακαγιάν, τον Στέφανο Δασκαλάκη, τον Χρήστο Μποκόρο, τον Κώστα Παπανικολάου, την Ειρήνη Ηλιοπούλου, τον Αχιλλέα Χρηστίδη κλπ.  Πριν από 30 περίπου χρόνια οργάνωσα την ιστορική, κατά την άποψή μου, έκθεση "Ουτοπίες του Πραγματικού" στην καινούργια τότε γκαλερί Τιτάνιουμ του Αριστείδη Γιαγιάννου και με συμμετέχοντες τους περισσότερους από τους παραπάνω δημιουργούς. Ήταν τότε όλοι τους οι χρυσές ελπίδες της ελληνικής ζωγραφικής κάτι που προσωπικά με ενδιέφερε πάρα πολύ ως προς την καταγραφή σήμερα της ιστορίας του αύριο. Και είναι εξαιρετικά ευχάριστο ότι όλοι συνέχισαν εξελίσσοντας το προσωπικό τους ιδίωμα για να φτάσουν σήμερα σε μια επαγγελματική αλλά και εκφραστική ωριμότητα. Να έχουν,δηλαδή, καταστεί ιστορία. Αν με ρωτάτε προσωπικά θα πω πως εκείνα τα νεανικά τους έργα μου αρέσουν ακόμη περισσότερο χωρίς διόλου να υποτιμώ την τεχνική επάρκεια των σημερινών, ώριμων συνθέσεων τους. Μόνο που στην τέχνη η τεχνική επάρκεια είναι συχνά εχθρός της έκφρασης της ίδιας  γιατί αρκείται στο να σκηνογραφεί την  πραγματικότητα αντί να σκηνοθετεί  την ουσία της.
Αναφερόμενος στον Ρόρρη θέλω να πω πως τα τελευταία του έργα είναι εντυπωσιακά, είναι "θεατρικά" τόσο από πλευράς τεχνικής οργάνωσης όσο και από πλευράς διατύπωσης χώρου. Και εδώ εννοώ την δραματική ένταση του χώρου. Υπάρχει όμως στα συγκεκριμένα έργα ένα μικρό έλλειμμα κυρίως στη σχέση χώρου και φιγούρας  εφόσον βέβαια ο ζωγράφος επιμένει να είναι ανθρωποκεντρικός. Αυτό που θέλω να είναι ότι στις συνθέσεις του Ρόρρη πρωταγωνιστεί ο χώρος, άκρως θεατροποιημένος, ενώ αντίθετα η φιγούρα καταντάει διακοσμητική. Συμβαίνει δηλαδή το αντίθετο με αυτό που βλέπει κανείς στα έργα του μεγάλου προτύπου του έλληνα ζωγράφου που είναι βέβαια ο Λούσιαν Φρόιντ . Στη ζωγραφική του Φρόιντ πρωταγωνιστούν τα σώματα  τα οποία ενεργοποιούν έως ασφυξίας τον χώρο. Ο χώρος υπάρχει επειδή τον γεμίζουν, ως τα όρια, τα σώματα και το ακίνητο, σιωπηλό δράμα τους. Ή, ακόμα καλύτερα, οι φιγούρες του Φρόιντ είναι κορμιά που ξεχειλίζουν από την ψυχή τους!
Στην περίπτωση  του Ρόρρη πάλι τα πρόσωπα του φαίνονται ασήμαντα. Ακόμα χειρότερα μοιάζουν αψυχογράφητα, έστω κι αν πρόκειται για γυναικεία γυμνά τα οποία εκ προοιμίου πάλλονται (ή πρέπει) από αισθησιασμό ή ερωτικότητα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Νομίζω γιατί, όπως το υπαινίχθηκα ήδη πιο πάνω, σκηνογραφεί αλλά δεν σκηνοθετεί. Δηλαδή δεν εμβαθύνει στην ψυχολογία των προσώπων που ζωγραφίζει. Ενώ από την άλλη, είναι σαφής πρόθεση του παραμένει να επιτύχει μια ψυχογραφική ζωγραφική. Νομίζω πως το κείμενο αυτό που του το απευθύνω με πολλή αγάπη, θα τον βοηθήσει ώστε να επιτύχει περισσότερα στην προσωπική του έρευνα. Θλίβομαι βέβαια, και το λέω δημόσια, που όλοι αυτοί καλοί  μου φίλοι με τους οποίους συμπορεύθηκα και τους οποίους στήριξα στα πρώτα τους βήματα με τον ενθουσιασμό των δικών μου πρώτων βημάτων, σήμερα δεν με καλούν στα εργαστήρια τους για να τους πω την άποψή μου ή για να συζητήσουμε τα προβλήματα τα οποία ενδεχομένως αντιμετωπίζουν. Ανασφάλεια; Υπεροψία; Έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κρίση μου; Ενδεχομένως. Όμως αυτό δε σημαίνει πως δεν θα έπρεπε να συζητάμε.Έστω και διαφωνώντας. Τρέμω εκείνη τη μορφή τέχνης που προκύπτει ab ovo όπως λένε οι Λατίνοι και χωρίς κανέναν διάλογο, χωρίς καμία σύγκρουση.
Αυτό τον καιρό εκτίθεται στο φουαγιέ του δημοτικού θεάτρου του Πειραιά μια εξαιρετική, ψυχογραφική προσωπογραφία του μεγάλου ηθοποιού  Αιμίλιου Βεάκη φτιαγμένη από τον ελάσσονα ζωγράφο του Μεσοπολέμου Απόστολο Γεραλή. Πρόκειται για ένα πορτραίτο που συνεχίζει την μεγάλη παράδοση των εκθειαστικών πορτραίτων, και μάλιστα με μια μπαρόκ αύρα, του Γεωργίου Ιακωβίδη, του Δημητρίου Γερανιώτη, του Σπύρου Βικάτου, του Γεωργίου Ροϊλού... Για να μην αναφέρω βέβαια τον Γύζη ή τον Νικηφόρο Λύτρα. Προσωπικά με ενδιαφέρουν τα πορτραίτα που φιλοτέχνησαν ο Νικόλαος Λύτρας, ο Γεώργιος Μπουζιάνης ακόμα και ο Σπύρος Παπαλουκάς ,αλλά βέβαια εκφράζω προσωπική άποψη. Τιμώ την άρτια, νεοακαδημαϊκή πρόταση του Γιώργου Ρόρρη όπως επίσης τιμώ την σεμνότητα και την άοκνη εργατικότητα του. Πρόκειται για μια εργατικότητα που κληρονόμησε από τον δάσκαλο του Παναγιώτη Τέτση. Επωφελούμαι εδώ της ευκαιρίας για να πω πως η τελευταία έκθεση του ενενηντάχρονου Τέτση στο Ίδρυμα Θεοχαράκη ήταν αληθινά μια επίδειξη δημιουργικής μαεστρίας. Ένα έργο σφριγηλό και νεανικό που πραγματικά με εντυπωσίασε. Αληθινή πρόταση ανανέωσης της παραδοσιακής τοπιογραφίας.
Το ζήτημα είναι πως ο Ρόρρης μπορεί να κάνει πράγματα πολύ πιο βαθιά σε σχέση με την τωρινή παραγωγή του η οποία κολακεύει σαφώς τους προσωπογραφουμένους  και ασφαλώς αρέσει στους νεοαφιχθέντες στο χώρο της τέχνης. Και  δεν εννοώ εδώ τους αμαθείς νεόπλουτους που αγοράζουν ζωγραφική για να ξεπλύνουν την προσωπική τους αμάθεια αλλά όλους εκείνους που αγαπούν την τέχνη μεν, εξαντλούνται όμως στην επιφάνεια της. Ο Γιώργος Ρόρρης έχει το ψυχικό απόθεμα να οδηγήσει την ζωγραφική μας λίγο πιο πέρα, λίγο πιο μακριά.


Την τραγωδία αξίζει να τη ζεις, όχι να την παίζεις
Ζαν Ζενέ


ΥΓ. Δύο, αρκετά παραγνωρισμένοι, από την ανωτέρω ομάδα, είναι ο Κώστας Παπανικολάου  και ο Αχιλλέας Παπακώστας. Ξεχωρίζω επίσης τον Μιχάλη Μανουσάκη, τον Άγγελο Αντωνόπουλο, τον Γιάννη Αδαμάκη και τον πρόωρα χαμένο Γιώργο Καρακίτσο.
Εμένα πάλι με γοητεύει ο αγώνας ως προς τα όρια της εικόνας και πέρα από την αφήγηση, στο κενό ανάμεσα στο δράμα και την απορία ως προς την αναπαράσταση του όπως το εκφράζουν οι ζωγράφοι  Νίκος Μπάικας ή  Γιώργος Ξένος. Επίσης ο Γιάννης Τζερμιάς ή ο Τάσος Μαντζαβίνος. Ο Θράφια ή η Πελαγία Κυριαζή. Για να αναφέρω μερικά παραδείγματα που δεν περνάνε καν από το μυαλό των "ευαίσθητων" δημοσιογράφων που προανέφερα.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Ξενάγηση στο Μουσείο Μπενάκη Ισλαμικής Τέχνης

Το Σάββατο 6/1 στις 12 το μεσημέρι ο Μάνος Στεφανίδης θα ξεναγήσει στην έκθεση ζωγραφικής του Σύρου καλλιτέχνη Τζαμάλ με τίτλο "Ο Δρόμος του Μεταξιού". Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον κατάλογο της έκθεσης.


Θα παραστεί ο καλλιτέχνης


"Οριενταλισμός και διεθνισμός

Ο Edward Said περιέγραψε με μοναδικό ύφος αλλά και διεισδυτικότητα στο κλασικό του βιβλίο Orientalism τον τρόπο με τον οποίο η προηγμένη Δύση αντιμετώπιζε την εξ ορισμού «καθυστερημένη» και ανορθολογική Ανατολή. Ποικίλα στερεότυπα που γαλβάνισαν επί αιώνες πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα-δηλαδή οι ωμές στρατηγικές της αποικιοκρατίας- έχτισαν την εσφαλμένη εικόνα που έχει η Δύση όχι μόνο για την Ανατολή αλλά και για τον εαυτό της τον ίδιο. Έχουμε μπροστά μας ,σε αυτή τη έκθεση, μια ζωγραφική που υπερασπίζεται τις βασικές απόψεις του Said όχι από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας και της πολιτισμικής κοινωνιολογίας αλλά από την πλευρά ενός καλλιτέχνη-διανοούμενου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πίσω και πέρα από τις θεωρίες οι εικόνες, όταν είναι ειλικρινείς μπορούν να επουλώσουν τις πληγές που δημιούργησαν στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων οι πόλεμοι, οι φυλετικοί διαχωρισμοί και η απροκάλυπτη ωμή βία που ασκούν στους αδύναμους. Ίσως η τέχνη να παραμένει η τελευταία μας ελπίδα για αληθινή ανατροπή, πραγματική επανάσταση. Μια άλλη θρησκεία χωρίς δυνάστη Θεό χωρίς κανόνες που εξαθλιώνουν τους ανθρώπους, χωρίς τιμωρίες. Μόνος της στόχος η αγάπη από τον άνθρωπο στον άνθρωπο και η αληθινή συγκίνηση από το αληθινά ωραίο, μπορεί να προσφέρει σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο. Ο Οριενταλισμός, σύμφωνα με τον Said,  λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο ευρωπαϊκής και υπερατλαντικής δύναμης παρά ως αληθινός λόγος σχετικά με αυτήν καθαυτήν την έννοια του Οριενταλισμού. « L’orientalisme a plus de valeur en tant que signe de la puissance européenne et atlantique sur l’Orient qu’en tant que discours véridique sur celui-ci. » (p.61).
Ο έγχρωμος διευθυντής της Μπιενάλε Βενετίας Okwi Ebenzor δίνοντας το ιδεολογικό στίγμα της φετινής Μπιενάλε σε αλλεπάλληλες δηλώσεις του διακήρυσσε την αλλαγή του κυρίαρχου σχήματος στα πολιτιστικά πράγματα του πλανήτη και εμμέσως αλλά και αμέσως αμφισβήτησε την κυριαρχία του Δυτικού μοντέλου, μίλησε για περισσότερα του ενός κέντρα επιρροής, τα οποία ανατρέπουν την παραδοσιακή σχέση ενός παντοδύναμου κέντρου και μιας αποδυναμωμένης περιφέρειας όπως επίσης μίλησε για πολλούς μη δυτικούς μοντερνισμούς που μπορούν να προέλθουν από την Αφρική, τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία ή την Ασία. Δηλαδή για μιαν παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού που ήδη έχει αρχίσει έστω και αν τα κυρίαρχα κέντρα της πολιτιστικής εξουσίας π.χ. στη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο ή το Τόκιο την αμφισβητούν. Αυτή η θέση διατυπωμένη από τον επί κεφαλής ενός θεσμού τόσο βαρυσήμαντου όπως είναι η Μπιενάλε Βενετίας (υπενθυμίζω ότι ιδρύθηκε το 1895 !) αποτελεί ένα γεγονός πραγματικά παρήγορο για το μέλλον των πολιτισμών του πλανήτη. Κι άλλο ένα παράδειγμα: Δεν έχει ακόμα σβήσει η εντύπωση που προκάλεσε ο διευθυντής της Μπιενάλε Βενετίας του 2001 αείμνηστος Harald Szeemann όταν έφερε στη λαγκούνα του Αγίου Μάρκου και τα Giardini εκατοντάδες καλλιτέχνες από την Άπω Ανατολή σε τρόπον ώστε να ονομασθεί η εντυπωσιακή αυτή έκθεση κίτρινη Μπιενάλε. Δεν πέρασαν είκοσι χρόνια από την έκδοση του αιρετικού για τα δυτικά στερεότυπα βιβλίου του Edward Said και οι ιδέες του δικαιώθηκαν στην πράξη από τον Ελβετό Szeemann στον κορυφαίο εικαστικό θεσμό του πλανήτη.
Πιο εξειδικευμένα ο Said υπογράμμιζε ότι η  Ανατολή δεν είναι μόνο ο άμεσος διπλανός της Ευρώπης, είναι επίσης ο τόπος στον οποίο η Ευρώπη δημιούργησε τις ευρύτερες, πλουσιότερες και αρχαιότερές της αποικίες, η πηγή των πολιτισμών και των γλωσσών της. Είναι επίσης ο πολιτιστικός της αντίπαλος και της προσφέρει μια εκ των εικόνων του «άλλου» που τυπώνεται βαθύτατα μέσα της. Επιπλέον η Ανατολή επέτρεψε να ορίσει την Ευρώπη (ή τη Δύση) μέσω της αντίθεσης: την ιδέα της, την εικόνα της, την προσωπικότητα της, την εμπειρία της. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός σταθεροποιήθηκε και διευκρίνισε τη πολιτιστική ταυτότητά του, ξεχωρίζοντας από μια Ανατολή που μεταμορφωνόταν σε μια κατώτερη και καταπιεσμένη εκδοχή του Ευρωπαϊκού.»  L’Orient n’est pas seulement le voisin immédiat de l’Europe, il est aussi la région où l’Europe a créé les plus vastes, les plus riches et les plus anciennes de ses colonies, la source de ses civilisations et de ses langues, il est son rival culturel et lui fournit l’une des images de l’Autre qui s’impriment le plus profondément en elle. De plus, l’Orient a permis de définir l’Europe (ou l’Occident) par contraste : son idée, son image, sa personnalité, son expérience. La culture européenne s’est renforcée et a précisé son identité en se démarquant d’un Orient qu’elle prenait comme une forme d’elle-même inférieure et refoulée. 




Ο Τζαμάλ και τα ζωγραφικά του σύμβολα

Ο Τζαμάλ, γεννημένος στο Χαλέπι της Συρίας με καταγωγή από τους Ισμαηλίτες της Υεμένης, τον πιο αριστοκρατικό κλάδο του Ισλάμ, είναι ένας ζωγράφος με ιδιαίτερη ευαισθησία, υπερήφανος για την Αραβική του καταγωγή αλλά και κοσμοπολίτης, βαθύς λάτρης της Ανατολής αλλά και αληθινά «ελληνικός» με τους τρόπους του Κωνσταντίνου Καβάφη. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της γενέτειράς του μηχανολόγος-μηχανικός ενώ ζωγραφικά είναι αυτοδίδακτος, όπως εξ άλλου αυτοδίδακτοι ήσαν ο Van Gogh, ο Douanier Rousseau, ο Έλληνας ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης, κλπ. Θέλω να πω ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε οι πιο καλοί αλλά και οι πιο κακοί δάσκαλοι του εαυτού μας και ότι ο δρόμος προς την αυτογνωσία είναι αναγκαστικά και αποκλειστικά προσωπικός. Ο ίδιος δηλώνει ότι γεννήθηκε ζωγράφος και είναι πεπεισμένος ότι θα πεθάνει ζωγράφος. Οι πίνακές του  είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής εμπλοκής με το συγκεκριμένο θέμα, το Δρόμο του Μεταξιού, αλλά και εκείνης της ιδιάζουσας ενόρασης που προβάλει με ενάργεια εικόνες του παρελθόντος στο σήμερα. Ώστε να αποδειχθεί ότι η ροή του χρόνου δεν τεμαχίζεται και ότι η πανανθρώπινη περιπέτεια, παρά τις ρωγμές ή τις ρήξεις της Ιστορίας, παραμένει ενιαία. Η ενότητα των πινάκων που εκτίθεται στο Ισλαμικό Μουσείο Μπενάκη είναι αυτό που λένε οι Αγγλοσάξονες work in progress. Δηλαδή ο Τζαμάλ θα συνεχίσει την δημιουργική του έρευνα και μετά ολοκληρώνοντας αυτό το γενικό ταξίδι με καινούρια έργα.
Προς το παρόν, ο Δρόμος του Μεταξιού περιλαμβάνει 15 περίπου πίνακες μεγάλου μεγέθους ως επί το πλείστον οι οποίοι  εικονοποιούν μέσα από συμβολικές αναφορές, οπτικά στερεότυπα κλπ. και με τους τρόπους του κινηματογραφικού μοντάζ, ώστε να επιτυγχάνεται ο ελεύθερος συνειρμός του θεατή, τους τρεις μεγάλους σταθμούς του «Δρόμου του Μεταξιού»: πρώτα την απώτατη αφετηρία του ταξιδιού, στην κινέζικη πόλη Xian –στην οποία βρέθηκε ο θαμμένος πήλινος στρατός του αυτοκράτορα-, έπειτα την πολύμηνη πορεία που συμπυκνώνεται στη μορφή και την κίνηση του αλόγου και τέλος την κατάληξη στα λιμάνια της Μεσογείου η οποία αποδίδεται με την υγρότητα και τη διαφάνεια της εικαστικής γραφής. Μ’ άλλα λόγια οι ώχρες αναπαριστούν την έρημο, τα διάφανα γαλάζια το νερό και τον αιθέρα ενώ τα πράσινα-βιολέ αντανακλούν την μαγική σύσταση του ίδιου του μεταξιού. 


Πρόκειται για ένα χρώμα που θα βάψει ανεξίτηλα, και πριν βέβαια από τον Μαρξ, την ταξική οργάνωση του κόσμου, θα ντύσει αυτοκράτορες και πατρίκιους, θα γίνει σύμβολο πολιτικής εξουσίας και κοινωνικής υπεροχής, καθιστάμενο αυτό, ένα χρώμα, το όνειρο και η επιθυμία εκατομμυρίων ανθρώπων. Το στοιχείο αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, νομίζω πως εμπνέει τον Τζαμάλ στη ζωγραφική του γιατί του επιτρέπει να διηθίσει μέσα από τους πίνακές του την αγωνία αλλά και τους θριάμβους ολόκληρης της ανθρωπότητας, συμβολοποιημένους σε αυτό το αέναο δούναι και λαβείν της Ανατολής και της Δύσης."



To ελάχιστο ως μέγεθος



Από τον Βαρουφάκη στον Μπαλτά μέσω Ξηρού, με ολίγη από Τσοχατζόπουλο!



Ο Βαρουφάκης διακηρύσσει urbi et orbi τα κατορθώματά του, τα οποία όμως και άκρως απόρρητα κρατικά μυστικά αποτελούν αλλά και φέρνουν σε δυσχερέστατη θέση τον ευεργέτη του πρωθυπουργό που τον ανέδειξε και του εμπιστεύθηκε επί 7 μήνες το πιο βασικό υπουργείο για τις πιο κρίσιμες διαπραγματεύσεις που έκανε ποτέ η χώρα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Αυτό και μόνο το γεγονός θα έπρεπε να προκαλέσει την παρέμβαση εισαγγελέα και όχι να γίνεται απλώς διαφημιστική σπέκουλα στα δημοσιογραφικά στέκια. Ελάχιστος, ο Βαρουφάκης, και εντός και εκτός εξουσίας.  Μέγεθος extra small και ο Νίκος Παππάς προωθεί ως προς τις ραδιοσυχνότητες κάτι σαφώς αντισυνταγματικό χρησιμοποιώντας νομικές αλχημείες εν γνώσει του ότι θα έχει την αντίδραση των Ευρωπαίων. Διαπιστώνει κανείς από την «Πρώτη φορά αριστερά» , μια σαφή περιφρόνηση, όχι μόνο των προσώπων, αλλά κυρίως των θεσμών και μιαν αισθητική του τσαμπουκά που εκλαμβάνεται ως «αγωνιστική δράση». Μέγεθος πυγμαίου και ο Μπαλτάς, που όντας αλτουσεριανός και αριστερός, ανέχεται να λογοκριθεί μια παράσταση και να κατέβει από το Εθνικό Θέατρο του οποίου προΐσταται. Όμως και το Δ.Σ. και η Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου συναίνεσαν με τη σειρά τους στη διακοπή μιας παράστασης την οποίαν ex officio, ό,τι κι αν λένε εκ των υστέρων, οι ίδιοι ενέκριναν. Και το χειρότερο: ουδείς παραιτείται έστω από φιλότιμο ή ευαισθησία. Κι αν όχι για το συγκεκριμένο ευτελές γεγονός, ως διαμαρτυρία, για τη γενικότερη κατάντια της χώρας ή για την παντελή ανυπαρξία πολιτιστικής άποψης στο ΥΠΠΟ. Μια παραίτηση θα σήμαινε πάρα πολλά από πλευράς παιδαγωγικής σε μια κοινωνία που παραδέρνει εμβρόντητη και τρομοκρατημένη. Που άγεται και φέρεται απροσανατόλιστη, ματαιωμένη, διαψευσμένη. Αλλά προφανώς θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ σημαντικούς. Αυτή η καθεστωτική αντίληψη τη οποίαν βαθιά σιχαίνομαι, σφραγίζει τους περισσότερους από όσους εμπλέκονται σήμερα στην εξουσία ΣΥΡΙΖΑ.
Φαντάζομαι, βέβαια, ότι το κείμενο του Ξηρού χρησιμοποιήθηκε ως νοσηρό ντοκουμέντο μιας θλιβερής περίπτωσης. Δεν είδα την παράσταση, δεν με ενδιαφέρει το θέατρο-προβοκάτσια. Θα προτιμούσα να ξαναδώ το Ενυδρείο του Μουρσελά, το Φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο ή τον Περιποιητή φυτών του Μάτεσι, ο Δρόμος περνάει από μέσα του Καμπανέλλη ή κάποιο από τα τελευταία μικρά αριστουργήματα του Ζιώγα. Αλλά ποιος είμαι εγώ για να υποβάλω προτάσεις δραματολογίου όταν τόσο σοφές κεφαλές προτείνουν πειραματισμό πάση θυσία έστω και εκτός όριων! Όπως και να χει οι θεατρικές παραστάσεις καταδικάζονται από το κοινό τους και τους κριτικούς αποκλειστικά και ΔΕΝ διακόπτονται με υπουργικές αποφάσεις. Ο Μπαλτάς μού θύμισε τον αείμνηστο Έβερτ και τον αλήστου μνήμης Βενιζέλο, που όταν ενοχλήθηκαν από ένα εικαστικό έργο, το αποκαθήλωσαν! Αν όμως το θέατρο και εν γένει η καλλιτεχνική δημιουργία δεν απολαμβάνουν της απόλυτης ελευθερίας, τότε δεν υπάρχει λόγος να υφίστανται. Τότε ας λειτουργεί η τέχνη ως διαφήμιση και διακόσμηση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Υ.Γ.1: Σήμερα έχει γενική απεργία και απολαμβάνω αδιατάρακτα κλασική μουσική χωρίς τους εκατοντάδες κακοφωνίξ των ερτζιανών. Ένας μικρός παράδεισος στην καρδιά της πολιτικής μας κόλασης.
Υ.Γ.2: Δηλώνουμε στην Ελλάδα αριστεροί όπως δηλώνουμε Ολυμπιακοί ή Παναθηναϊκοί . Δηλαδή συναισθηματικά, οπαδικά, αταβιστικά χωρίς ιδεολογικά κριτήρια ή ορθολογισμό. Προσωπικά σιχαίνομαι αυτή την αριστερά των οπαδών που τους φτάνει απλώς να γίνουν καθεστώς. Που θα πει, να πάρουν το πρωτάθλημα! Και μετά; Μετά το σύνηθες χάος.
Μια εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση που αγνοεί τόσο την αριστερή θεωρία όσο και την αριστερή πρακτική. Που μηδενίζει έτσι χαριτωμένα (;) τις προσπάθειες και τα πιστεύω της γενιάς μου. Που ακυρώνει επίσης την ευρωπαϊκή αριστερά, το Μάη του '68, το κράτος κοινωνικής πρόνοιας, τον ευρωκομμουνισμό, την υπαρκτή και μαχόμενη σοσιαλδημοκρατία , τη δημοκρατική παράδοση του ΚΚΕ εσωτερικού και των Ρηγάδων. Το βαθύ «χιούμορ» του Κονδύλη, το πικρό «χιούμορ» του Πουλαντζά αντικατέστησαν οι μούτες του Λαζόπουλου. Ω tempora, ω μόρτες!
Υ.Γ.3: Τέλος το άλλο σιχαμένο: η θυματοποίηση της Αριστεράς ως αισθητική για λόγους διαφήμισης. Ο πόνος ή η φτώχεια ως μέσο προπαγάνδας. Η ήττα όχι ως τραύμα αλλά σαν ευκαιρία για έναν τέταρτο, έναν πέμπτο γύρο. Για εκείνη τη ρεβάνς που σιγόκαιγε στο απωθημένο των παλιών και που έγινε τώρα η γελοία «Πρώτη φορά αριστερά» στα χέρια των ελλειμματικών επιγόνων τους. Γύρος με πίττα δηλαδή! Ας πούμε ότι τους τα συγχωρώ όλα. Εξάλλου είναι η πρώτη τους φορά στην κυβέρνηση (προφανώς και η τελευταία για όλους εμάς τους μεγαλύτερους). Δεν τους συγχωρώ όμως την ανυπαρξία άποψης για τον πολιτισμό. Το εκλαμβάνω ως προσωπικό χαστούκι, ως ακύρωση όλης μου της ζωής, του πολέμου που χρόνια κάνω εναντίον της αυθαιρεσίας του ΔΟΛ και του Λαμπράκη, του λαϊκισμού του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, των επιτευγμάτων του Βενιζέλου στο ΥΠΠΟ με τον «Πολιτισμό των Πολιτισμών», της παρακμής της Εθνικής Πινακοθήκης, της τέχνης-διακόσμησης της κας Πλάκα ή της τέχνης-προσωπικής εξουσίας της κας Καφέτση. Του δήθεν, του νεοπλουτισμού, του lifestyle που μας έφεραν ως εδώ.
ΥΓ. 4: Και για να ευθυμήσουμε λίγο που θα έλεγε ο παλαιός αστέρας Πέτρος Ευθυμίου: Είχε καιρό ο τόπος να γνωρίσει τόσο ανέραστη, θέλω να πω ανοργασμική (με την καλή έννοια) κυβέρνηση. Φαντάζεστε τον Φλαμπουράρη και τον Βούτση να κάνουν έρωτα; Ούτε κι εγώ. Η μισή κυβέρνηση δεν κάνει έρωτα λόγω ηλικίας π.χ. ο Δρίτσας ή ο Βίτσας. Η άλλη πάλι για λόγους αισθητικούς π.χ. ο Φίλης ή η Τασία. Και τέλος οι υπόλοιποι είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους ώστε δεν έχουν χρόνο ή λόγο να ασχοληθούν με τις ή τους συντρόφους τους. Ευτυχώς που ο Βαρουφάκης αποχώρησε νωρίς. Πάντως ακόμη και τώρα εξακολουθεί και κάνει έρωτα με τον καθρέφτη του. Τώρα θα μου πείτε είναι δυνατόν μια ανερωτική κυβέρνηση να μπορεί να πηδάει έναν ολόκληρο τόπο; Μάλλον είναι αν σκεφτεί κανείς ότι αποτελείται από πρώην Κνίτες, νυν Πασόκους και μέλλοντες ενοίκους του Κορυδαλλού. Φαντάζομαι τον Σταθάκη να κυνηγάει μαζί με τον Τσοχατζόπουλο νεαρούς κρατουμένους στην έκτη πτέρυγα, εκείνη των επισήμων, και ηδονίζομαι!