Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Άννα Καφέτση - l'Etat c'est moi



Η κα Καφέτση είναι τυπικό δείγμα του ελληνικού κρατισμού. Έχει διοριστεί χωρίς διαγωνισμό ή αξιοκρατικές διαδικασίες, θεωρεί τον εαυτό της αναντικατάστατο, έχει στοιχίσει υπερβολικά πολλά στο ελληνικό δημόσιο, υποστηρίζεται εδώ και 25 χρόνια από ένα κόμμα και ένα πολιτικό (τον Βενιζέλο), έχει συνδέσει ως επίσημη πραγματογνώμων το όνομά της με μια σκοτεινή ιστορία (το ιλιγγιώδες ποσό εξαγοράς της αποδεκατισμένης Συλλογή Κωστάκη), είναι ιδεοληπτική ως προς τις επιλογές της και ισχυρογνώμων χωρίς να έχει γράψει ποτέ τίποτε συγκεκριμένο ή ουσιαστικό εκτός τυπικών προλόγων, δεν έχει 1(έναν!) συνεργάτη πλην μερικών φοβισμένων υπαλλήλων, έχει τσακωθεί με όλους όσους συνεργάστηκαν κατά καιρούς έχουν συνεργαστεί μαζί της -αρχής γενομένης από τον πρώην φίλο της Σωτήρη Σόρογκα-, δουλεύει χωρίς ενοχλητικές καλλιτεχνικές επιτροπές ή λοιπούς συμβούλους, κάνει γενικώς ό, τι γουστάρει σνομπάροντας τους πάντες επειδή ως γαλλομαθής πιστεύει πως l'Etat c'est elle! Απαραβίαστη σαν ιερή αγελάδα ή σαν τη συνάδελφό της κα Λαμπράκη, είναι ψυχρή σαν τις Σφίγγες της Αμφίπολης και έτοιμη να τσιμπήσει όποιον αμφισβητήσει το μοντέρνο πλην άδειο βασίλειο ή τις sui generis αγορές της. Τέλος, εκπροσωπεί ιδανικά εκείνο το, ευτυχώς μειοψηφικό, καλλιτεχνικό κατεστημένο που ταυτίζει τον σνομπισμό με την αβάν-γκαρντ. 
Προσωπικό στοίχημα: θα επιβιώσει και απ´ αυτό το πόλεμο επειδή το δικό της "κράτος" είναι πιο ισχυρό από το τρέχον ελλαδικό κράτος.
Προσωπική ευχή: να ισχύσουν η νομιμότητα και η αξιοκρατία και στο ΕΜΣΤ και στα λοιπά κρατικά μουσεία. Δηλαδή οι διευθυντές να επιλέγονται με ανοιχτές διαδικασίες και να μην διορίζει ο εκάστοτε υπουργός το εκάστοτε άλογό του.

ΥΓ Αντιπαθεί τόσο τη κριτική η ελιτίστρια κα Κ. Ώστε κάποτε έστειλε εξώδικο στο Αντί του Χρίστου Παπουτσάκη για κάποιο εμπεριστατωμένο σχόλιο του περιοδικού. Είπαμε: το κράτος δεν ανέχεται αμφισβητήσεις. 

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ιστορία - Ειρωνεία

Εγκαίνια: Δευτέρα 20/10, 8.00μμ
Μουσείο Βορρέ, Παιανία 



 
[...] Σε καιρούς ολιγόψυχους, ειρωνεία είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ιστορία καταγράφει τα έργα και τις ημέρες μας. Το ζήτημα, εν τέλει, είναι εάν αξίζει να ασχοληθεί κανείς, εν μέσω παγκοσμιοποίησης, με την τέχνη που παράγεται σήμερα στον τόπο αυτό και για λόγους άλλους πέραν των πατριωτικών. Αν είμαστε παρακολούθημα μιας "κεντρικής" αφήγησης ή απλώς η προσομοίωσή της, το simulacre του Baudrillard που υφίσταται για εσωτερική κατανάλωση και μόνο. Έχουμε, δηλαδή, το δικαίωμα ή, έστω, την πολυτέλεια να πούμε πως δεν μας ενδιαφέρει η Ελληνική τέχνη και οι δημιουργοί της, όπως δήλωσε πρόσφατα συλλέκτης και οικονομικός μεγαλοπαράγοντας της χώρας;

Αν, λοιπόν, αξίζει, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από αρκετά παλιά. Το να φτιάξεις μια επιβλητική συλλογή, με εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το να στήσεις ένα μουσείο, στα "προϊστορικά" εκείνα χρόνια του ’60, και του ’70 -ακόμη περισσότερο σε ένα χωριό της Αττικής-, συνιστούν όχι μόνο τρέλα αλλά και το απόλυτο absurdum στον χώρο της τέχνης. Αμφότερα τα ατοπήματα αυτά τα διέπραξε ένας τρελός του καιρού του, ο Ίων Βορρές (1924), ιδρυτής του ομώνυμου μουσείου στην Παιανίας το τμήμα σύγχρονης τέχνης του οποίου εγκαινιάστηκε επίσημα το 1983. Οι συλλογές όμως άρχισαν τουλάχιστον είκοσι χρόνια νωρίτερα. Επί τριάντα περίπου χρόνια ο Βορρές σάρωνε κάθε εικαστική έκθεση που ανέβαινε στην Αθήνα, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο puzzle εικόνων, προσώπων και έργων που ακριβοδίκαια αποτύπωσαν μιαν ολόκληρη εποχή
 
 
Η αναδυόμενη μεταπολιτευτική ευμάρεια δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να γιγαντωθεί η εικαστική αγορά, να ιδρυθούν νέες γκαλερί, να εκκολαφθούν νέες συλλογές, να πολλαπλασιαστούν τόσο οι καλλιτέχνες όσο και η καλλιτεχνική παραγωγή τους, να αναπτυχθεί και εδώ αυτό που ήταν γνωστό στο εξωτερικό ως "χρηματιστήριο της τέχνης". Να αντιληφθεί, τέλος, η πολιτική ηγεσία πως και η τέχνη απαιτεί την πολιτική της (ή, μάλλον, και την μικροπολιτική της). Αυτά κυρίως για τις δεκαετίες του ’80 έως το ’90. Όμως το Μουσείο Βορρέ σχεδιασμένο απο το μοντερνιστή αρχιτέκτονα Στέλιο Φωτιάδη αναπτύχθηκε σε μια εποχή πιο αρχαϊκή αποτελώντας το πρώτο πείραμα σύγχρονης τέχνης, οργανωμένο από ιδιώτη και μάλιστα εκτός κέντρου σε έναν περιαστικό χώρο, εξόχως γραφικό αλλά και δύσκολα προσπελάσιμο (κάτι τέτοιο βέβαια είναι σύνηθες και στην Ευρώπη και στην Αμερική. Αναφέρω πρόχειρα τα Ιδρύματα Beyeler και Gianadda στην Ελβετία, το KrollerMuller στην Ολλανδία ή το Prada και το Castello Rivoli στην Ιταλία). Η ίδρυση του Μουσείου Βορρέ ακολούθησε την εξής διαλεκτική: πρώτα η λαογραφική συλλογή και ο ανάλογος "ιστορικός" χώρος με τα παλιά κτίσματα και στη συνέχεια η σύγχρονη συλλογή και η νέα πτέρυγα που θα τη στέγαζε (ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική). Σε μεταγενέστερη φάση εγκαινιάστηκε η τεράστια αίθουσα "Αλέξανδρος Βορρές", σχεδιασμένη απο το αρχιτέκτονα καθηγητή Φραγκίσκο Γουλιέλμο.

Το Μουσείο Βορρέ λειτούργησε σχεδόν ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση και την πλήρη λειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης, την οποία "σιωπηρά" συμπλήρωνε και διαγκωνιζόταν ως προς τα πλέον πρόσφατα εκθέματα. Φερ’ ειπείν τα μόνιμα εκθέματα της ΕΠΜΑΣ σταματούσαν στους Εγγονόπουλο, Κοντόπουλο, Τσαρούχη, Σπυρόπουλο, Μόραλη, Τέτση, Σκλάβο, Καπράλο ενώ οι συλλογή του Βορρέ αντίθετα άρχιζε από τους Εγγονόπουλο, Κοντόπουλο, Τσαρούχη, Σπυρόπουλο, Μόραλη, Τέτση, Σκλάβο, Καπράλο, κλπ.

Επιπλέον, αμφότερα τα ιδρύματα διέθεταν επιβλητικούς κήπους που εκτός από εκθέματα φιλοξενούσαν και εντυπωσιακά πάρτυ, τα οποία λάμπρυναν η παρουσία της τότε πολιτικής ηγεσίας (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Φρανσουά Μιτεράν, Πιερ-Έλιοτ Τρυντώ, Ζακ Λανγκ, Μελίνα Μερκούρη, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, κ.ο.κ.). Θυμάμαι χαρακτηριστικά τις εκδηλώσεις για την "Αθήνα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα" το 1985 με την παρουσίαση των "Αστών του Καλαί", καθώς και την παρουσία στον κήπο της ΕΠΜΑΣ του Έλληνα πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιτεράν.



Ανάλογα events οργανώνονταν και στους κήπους του Μουσείου Βορρέ ενώ τα εκάστοτε εγκαίνια αποτελούσαν μείζον καλλιτεχνικό και κοσμικό γεγονός. Το κοινό έβλεπε πίνακες του Φασιανού, του Μυταρά, του Καρά ή του Σόρογκα να κρέμονται στους θεσμοθετημένους χώρους και επιδίωκε να συμμετάσχει και ιδιωτικά σε αυτή τη συμβολική τελετή. Τόσο απλά.

Ειδικότερα στο Μουσείο Βορρέ, παρά την εντυπωσιακή παρουσία της γλυπτικής, αποθεώνεται η εικόνα και η αφηγηματική της φαντασμαγορία. Αποθεώνεται δηλαδή η ζωγραφική. Ο θεατής καλείται να θαυμάσει την virtuosité εκπροσώπων του υπερρεαλισμού ή του μαγικού ρεαλισμού όπως ο Δέρπαπας, ο Πανταλέων ή ο Γκίνης, ή να χαρεί την γεωμετρική ηρεμία των συνθέσεων της Όπυς Ζούνη, της Καίτης Αντύπα, του Χαΐνη ή του Τσαμαρντινού. Βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση των συλλογών ήταν ο πλουραλισμός και η ανεξιθρησκεία. Ίσχυε κι εδώ ό, τι ίσχυε γενικότερα στην μεταπολεμική τέχνη μας, έστω κι αν δύσκολα το παραδεχόμαστε. Το μεταμοντέρνο εισέβαλε παντού πλησίστιο πρωτού ο τόπος γνωρίσει την ανατρεπτική εμπειρία του μοντέρνου. Ή, αν προτιμάτε, ένας ψευδομοντερνισμός όριζε τα πράγματα πλην ευάριθμων εξαιρέσεων που όμως δεν συγκροτούσαν κανόνα. Υπό τη έννοια αυτή, το Μουσείο Βορρέ υπήρξε πρωτοποριακό στον συντηρητισμό του. Ή στην μεταμοντέρνα του διάθεση. [...]




Δάκρυ στην άκρη

Ένα κείμενο πάλι επίκαιρο και λόγω του έτους "Ελ Γκρέκο"




...Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν...

Μανόλης Αναγνωστάκης


Αυτό είναι το ένα πρόβλημα στην τέχνη: το δάκρυ και μάλιστα το εύκολο. Η συγκίνηση που παράγεται σε δόσεις και πωλείται τοις μετρητοίς. Κι ας είναι (η τέχνη) σταγόνα παυσίπονη στον ωκεανό της λύπης, κατά την εύστοχη διατύπωση της Δημουλά. Αλλο, βέβαια, σταγόνα που εκταμιεύτηκε από σύντηξη τόνων ευγενών μετάλλων κι άλλο δάκρυ που κύλησε στον εύκολο δρόμο· προς τα κάτω. Το αληθινό, όμως, δάκρυ πορεύεται πάντα επάνω. Ο άλλος κίνδυνος είναι το κυρίαρχο δήθεν. Η μικροαστική ανία· που ποζάρει σαν ευαισθησία και ο νεοπλουτικός σνομπισμός που υποκρίνεται avant-garde.

Αυτό αποξενώνει το ευρύτερο κοινό. Ο κομπασμός του εγώ που αλληθωρίζει στα τζάμια και δεν βλέπει τα κρύσταλλα. Πρόσωπα που πίστεψαν ότι το παιχνίδι αρχίζει αποκλειστικά από αυτούς και θα τελειώσει οψέποτε οι ίδιοι το βαρεθούν!

Η άγνοια ιστορίας με τρελαίνει. Με ρωτάτε συχνά για το Destroy Athens. Απαντώ σύντομα: Μπορεί μια αυτοαποκαλούμενη Biennale να εξαντλείται στους τρέχοντες καλλιτέχνες μιας συγκεκριμένης γκαλερί και στη θεωρητική ομπρέλα ενός κριτικού - δημοσιογράφου που δεν έχει οργανώσει ποτέ μια έκθεση στη ζωή του; Μπορεί το κυρίαρχο Σύστημα -ο ΔΟΛ, ο Δάκης, η Deutsche Bank και τα 1.500.000 ευρώ χορηγία- να παραγάγουν εκείνη την ανατροπή που θα αμφισβητήσει το Σύστημα;

Είναι δυνατόν ν' αγνοούνται καλλιτέχνες, λίγα, μόλις, χρόνια μεγαλύτεροι από την νυν φουρνιά, όπως η Παλάσκα, ο Σπάρταλης, ο Ντοκατζής, ο Χαραλαμπίδης, η Κυριαζή, η Παπαφιλίππου; Αναφέρω ονόματα στην τύχη και παραλείπω αντίστοιχες περιπτώσεις του εξωτερικού. Μπορεί να εξαντλείται η σύγχρονη τέχνη αποκλειστικά στην εμπαθή Σιαγρή; Να μην οργανώνεται συμβολικά η αναδρομική κάποιου πρωτοπόρου, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, ως κρίσιμη ιστορική αναφορά; Αυτό το ξεκρέμαστο «εδώ και τώρα εμείς, και τίποτε άλλο» είναι ενοχλητικά επαρχιώτικο και επαρχιώτικα αντεπαναστατικό. Θα μου πείτε και το κράτος φτιάχνει Biennale με τους υπαλλήλους του κυρίου Γενικού στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη μάλιστα στοίχισε 1.850.000 ευρώ! Αν μάλιστα μιλήσουμε για τις ιδέες αμφοτέρων...

Η αποθέωση του προφανούς. Τότε, γιατί τόση φασαρία; Επειδή το Σύστημα χρειάζεται «γεγονότα». Κατά τ' άλλα, το γιαπί του Ζενέτου περιμένει να γίνει μουσείο όπως και οι γιαλαντζί Biennale μας περιμένουν το κοινό, που όμως δεν έρχεται. Κρίμα τα μπερεκέτια! Θλιβερή διαπίστωση: Δεν έχουμε διαμορφώσει, ακόμη, κοινό για τα εικαστικά. Οι χίλιοι άνθρωποι που ανακυκλώνονται ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν περισσότερο καλή διάθεση παρά ουσιαστική γνώση. Επ' αυτού ας κάνει ο καθένας μας την αυτοκριτική του.

Αλλο σύμπτωμα καλλιτεχνοπατριωτικού γεγονότος: Τρίτη έκθεση του Γκρέκο, στην Αθήνα μέσα σε λίγα χρόνια. Γιατί είναι τόσο δημοφιλής ο δαιμόνιος Κρητικός το αντιλαμβάνεστε όλοι. Επειδή διατύπωσε μορφές που διαπέρασαν την εποχή του ώς σήμερα; Επειδή, μήπως, αποτελεί το αινιγματικό μετέωρο ανάμεσα στον ορθολογισμό και τη μυστικιστική εμπειρία; Επειδή είναι ο ανατροπέας των καλλολογικών συμβάσεων της Αναγέννησης;

Οχι! Επειδή είναι... δικός μας. Θυμάμαι το σποτ με την Ειρήνη Παπά στην τελευταία έκθεση της Πινακοθήκης: «Είσαι δικός μας... και θα ξανάρθεις!». Το 'πε και το 'κανε ο δικός μας! Στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και με τη φροντίδα του μετρ του είδους, καθηγητή κ. Χατζηνικολάου. Ο οποίος έκανε άψογη δουλειά. Μόνο που η έκθεση αναφέρεται περισσότερο στο περιβάλλον του Γκρέκο, το εργαστήριο, τους μαθητές, τον ατάλαντο γιο του και λιγότερο στον ίδιο. Τα αυτόγραφα έργα είναι ελάχιστα. Μικρό το κακό. Οι «φιλότεχνοι» έρχονται καρα-αποφασισμένοι να θαυμάσουν και τα παίρνουν όλα σβάρνα. Και τα πρωτότυπα και τις ρεπλίκες. Μόνο που το χονδροειδές Espolio της Βουδαπέστης έχει τόση σχέση με τον μαγικό πίνακα του Πράδο όση ο νόστιμος πρωταγωνιστής του Σμαραγδή με τον εκρηκτικό Δομήνικο. Οι επίσημοι, βέβαια, φωτογραφίζονται εμπρός του τρισευτυχισμένοι. Το φαίνεσθαι πάνω απ' όλα. Το «είναι» δεν είναι για μας. Λεπτομέρεια: Ο Γκρέκο ήταν φαλακρός. Αναγκαίο κακό: Στην Ελλάδα επίσης σε κάθε υπόθεση Θεοτοκόπουλου θα εμπλακεί ένας Vangelis ή ένας Λάκης. Στην καλύτερη περίπτωση και οι δύο. Στον τόπο που το μελό θεωρείται πρωτοπορία και συγχέονται τ' αυθεντικά, τα πλαστά και τα επίπλαστα οι ιστορικοτεχνικές λεπτομέρειες δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Destroy History, ρε! Φινάλε: Στο φιλμ τα έργα του Γκρέκο όπως διάβασα φιλοτέχνησε ο νεαρός ζωγράφος Σάββας Γεωργιάδης. Στον Χρυσόστομο Χανίων εκτίθενται τα αντίγραφα του Θεοτοκόπουλου που φιλοτέχνησε ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο Kens πριν από μισόν αιώνα και βάλε. Στις πραγματικές τους διαστάσεις και με υψηλή ζωγραφική πιστότητα. Απάντηση σ' αυτή την, σχεδόν μεταφυσική, συζήτηση ανάμεσα στο γνήσιο και στο μη. Στην ψευδή συνείδηση και στα είδωλα που υψώνει σε εποχές μετάβασης.

Πάντως, ο Θόδωρος Πάντος, ζωγράφος εκτός του κυρίαρχου συστήματος, γι' αυτό και δεν έγινε ποτέ καθηγητής της ΑΣΚΤ, από τη δεκαετία του '80 υποστήριζε πως η «Συναυλία των Αγγέλων» της Εθνικής Πινακοθήκης είναι κακή ζωγραφική και άρα δεν είναι Γκρέκο. Σήμερα η έρευνα ντροπαλά παραδέχεται πως είναι... ελάχιστα Γκρέκο. Και περισσότερο ο ατάλαντος υιός.

ΥΓ.1: Η τελευταία δουλειά της Αποστολίας Παπαδαμάκη. Ειλικρίνεια, αποκάλυψη και ποιητική ένταση. Ιδέες δουλεμένες με αληθινά σώματα και αληθινότερα αισθήματα. Πρόκληση στο δήθεν. Θα επανέλθω. Επειδή συμβαίνουν πράγματα στην Ελλάδα.

ΥΓ.2: Αγαπητή Κωνσταντίνα, ασφαλώς η «Αληθής Ιστορία» είναι του Λουκιανού κι όχι του Αρριανού. Δικό μου lapsus calami. Ευχαριστώ.

ΥΓ.3: Ποιος βεβήλωσε με μαύρο φούμο την Κοιμωμένη; Ποιος «προοδευτικός» θέλει να ξεχάσουμε, τι;



Ελευθεροτυπία  7 - 04/11/2007



Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Γυναίκες και γάτες

Ειρήνη Κανά



Γυναίκες πονόψυχες για γάτες. Γυναίκες σαν γάτες, που μεγάλωσαν και βάρυναν, ίδιες μαδημένες γάτες, φροντίζουν γάτες αδέσποτες, αφήνοντας φαγητό και νερό στις γωνίες, κουδουνίζοντας ντενεκεδάκια με στερεά τροφή ν’ ακούσουν οι γάτες και να έρθουν. Γυναίκες έρημες, που ξεχειλίζουν από έγνοια και τρυφερότητα για τα υπόλοιπα έρημα πλάσματα. Τι πιο φυσικό; Σαν να φροντίζουν έναν άλλον εαυτό να μην κακοπάθει, να μην πεινάσει, να μην κυνηγηθεί άλλο πια, να μην λησμονηθεί περισσότερο. Αυτές οι γυναίκες βρίσκουν στις γάτες ό, τι δεν τους έδωσαν οι άλλοι άνθρωποι. Δείτε τις πως κουκουβίζουν, κυρτώνουν τη ράχη τους, κουνάνε φιλικά τα χέρια τους, φιλικά και απελπισμένα. Ίδιες γάτες, που μετά από τόσες κλωτσιές και ξεφωνητά, σα να βρήκαν ανέλπιστα ένα χάδι και λίγα ψαροκόκαλα.
Οι γάτες κατά βάθος φοβούνται και είναι επιφυλακτικές. Το ίδιο και οι γυναίκες που ξέρουν πόσο αλλοπρόσαλλα όντα είναι οι άνθρωποι, πόσο άπονα, οι άνδρες ιδίως. Ακούστε τις γυναίκες που μιλάνε στις γάτες, ακούστε και τις απαντήσεις των τελευταίων. «Νιαουρίσματα», θα πείτε ειρωνικά, ένθεν και κακείθεν. Ξεχνώντας πόσες αλήθειες μπορούν να ειπωθούν με ένα νιαούρισμα ή με ένα βλέμμα. Κυρίως με μια σιωπή. Φθάνοντας στην υπερβολή, μήπως και πω κάτι σωστό, τολμώ να υποστηρίξω πως αν μπορεί να διατυπωθεί κάποια αλήθεια, αυτό θα γίνει αποκλειστικά και μόνο μέσα από στη γλώσσα των γάτων, με νιαουρίσματα και υπαινιγμούς. Γι’ αυτό μην οικτίρετε, ούτε να κοιτάτε συγκαταβατικά αυτές τις σαραβαλιασμένες γυναίκες με τις σακούλες στα χέρια και την αγωνία στο μάτι. Αντιθέτως...
Θα έρθουν κι απόψε οι φίλες τους; Αγωνιούν, και δικαίως. Επιβίωσαν για μιαν ακόμα μέρα σ’ αυτή την αβίωτη πόλη ή μήπως τις εξολόθρευσε κάποιος υστερικός οδηγός ή η ευσυνείδητη φόλα του γείτονα; Ξέρετε αυτουνού που βρίζει και τις γυναίκες και τις γάτες κι όλο μιλάει για τη βρώμα από τα αποφάγια ή για τα καμμένα λουλούδια από τις ακαθαρσίες τους. Επειδή μπορεί για αυτές, τις τελευταίες των τρυφερών σε έναν σκληρό κόσμο, να είναι οι γάτες ο απόλυτος φίλος αλλά και για εκείνους, τους καταχθόνιους γείτονες, παραμένουν οι γάτες ο μέγιστος εχθρός. Για όλα φταίνε οι γάτες. Για τις μιζέριες της ζωής τους, για όσα δεν κατάφεραν, για την μισοσκότεινη αυλή και τον άθλιο ακάλυπτο που κατέληξαν όταν παραδέχτηκαν ηττημένοι πώς δεν υπάρχει άλλο μέρος στον κόσμο που να τους υποφέρει. Καμία άλλη στέγη που να τους αντέχει...
Σιωπή όμως τώρα. Προσέξτε πως πλησιάζουν οι γάτες με χορευτικά βήματα και υψωμένες ουρές σε χαιρετισμό προς τις φιλενάδες τους, τις ταΐστρες. Έρχονται με διακριτικότητα και ρίχνονται στο φαγητό με χάρη ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στη πείνα και στους καλούς τρόπους. Προς στιγμήν η άχαρη γωνιά λάμπει από ευτυχία, γίνεται γωνιά του παραδείσου. Οι ταΐστρες ξετρελαμένες από υπερβάλλουσα στοργή σαν μανάδες που υποδέχονται τον γιο τους από το μέτωπο, τους μιλάνε, τις κανακεύουν, τους απευθύνονται με χίλια ονόματα, τους λένε ιστορίες. Εκείνες τις ιστορίες, που θα ήθελαν να έχουν ζήσει αλλά δεν άντεξαν και που δεν τις έχουν πει σε κανέναν άλλο ποτέ. Οι γάτες ακούνε, ακούνε σοφές και αμίλητες, τρίβονται λίγο στα πόδια των σωτήρων τους, εκτελούν με υπολογισμένο αυθορμητισμό κάποια παιχνιδάκια ευαρέσκειας κι ύστερα αναχωρούν μία-μία για το σκοτεινό τους μέλλον. Χάνονται έτσι πίσω από κάγκελα κήπων ή αποχωρούν κοιτώντας ολόγυρα κι οπισθοβατώντας προς την στροφή του δρόμου. Μερικές από αυτές θα πουν κάπου αλλού τις ιστορίες που άκουσαν σαν για να ξεφορτωθούν το βάρος της ευθύνης, κάποιες άλλες θα τις γράψουν ή θα τις επενδύσουν με μουσικές, με εξαίσια νιαουρίσματα έρωτα. Οι πιο χαρισματικές όμως θα τις χορέψουν! Πρόκειται για εκείνους τους χορούς που εκτελούν οι γάτες όταν κυνηγιούνται αναμεταξύ τους, όταν σκαρφαλώνουν κάθετα σε στύλους ή δέντρα και όταν κουτρουβαλιάζονται ενθουσιασμένες στο χορτάρι. Αυτές οι χορογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταφορές από τις αφηγήσεις των πονόψυχων, τρελαμένων γυναικών που τις αφήσαμε πριν λίγο μισοϊκανοποιημένες και μισοαπογοητευμένες επειδή τελείωσαν τόσο γρήγορα την αποστολή τους στην άκρη του δρόμου. Όμως οι ιστορίες τους, μπλεγμένες με άλλες ιστορίες και με άλλες κι ακόμη άλλες απ΄ όλες τις ενσυνείδητες χορεύτριες γάτες της γης, ξεδιπλώνονται τώρα σε ένα κρεσέντο κινήσεων και άρα εισβάλλουν παντού, γράφουν σκιές σε τοίχους ή μάντρες ή σπίτια ξεχασμένα στην έξοχη ή εργατικές πολυκατοικίες, ή σε εκείνο το διώροφο στη γειτονιά μου στα Ταμπούρια που το είχαν κάνει στέκι άπασες οι γάτες, οι γάτοι και τα γατάκια της περιοχής κι οι απόγονοί τους επίσης. Ξεδιπλώνονται κάθε τόσο χορευτικές οι σκιές τους λέγοντας ιστορίες. Είναι αυτές που ακούτε τις νύχτες του χειμώνα ή στις Πανσελήνους του Αυγούστου όταν στους φεγγαρόφωτους κήπους κάνουν έρωτα οι γάτες. Τις ιστορίες, δηλαδή, εκείνων των γυναικών που συνήθως οι άντρες περιφρονούν ή απαξιώνουν επειδή έχουν ήδη μιαν ηλικία. Δεν είναι πια επιθυμητές, βλέπετε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν πάψει και να υπάρχουν. Εκτός κι αν είναι μόνο η επιθυμία της νεότητας αυτό που συνδαυλίζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Ή, επειδή τις έχει μισοτρελάνει η τρέλα εκείνης της ζωής που δεν προχωράει, ούτε βγαίνει σ' ένα ξέφωτο. Τις ιστορίες που είπαν με πόνο ψυχής και με ανείπωτη θέρμη ένα βράδυ στις αδέσποτες γάτες της γωνιάς και που, πιστέψτε με, από όλες τις ιστορίες του κόσμου, έχουν το περισσότερο, το πιο ουσιαστικό ενδιαφέρον.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα συναντήσετε στο γύρισμα του δρόμου μια απ' αυτές τις πονετικές ταΐστρες, μην αποστρέψετε το βλέμμα αλλά δώστε τους εκείνο το χάδι που τόσα χρόνια τους χρωστάτε.


Υ.Γ. Είναι οι γυναίκες που δεν τις ποθούν πια σαν πηγάδια που τα σφράγισαν κι έτσι αρκούνται πια να φαντάζονται κόκκινους έρωτες μέσα από τους οξύτονους αναστεναγμούς των γάτων. Γιατί κακά τα ψέματα, το αρσενικό προσεγγίζει το θηλυκό όπως ο γεωργός το χωράφι του. Στην πράξη του έρωτα συμποσούνται σπορά, καρποφορία και θερισμός. Το θήλυ υποδέχεται, αποδέχεται, απορροφά και ανταποδίδει ανθίζοντας. Το άρρεν σκορπά, μοιράζεται σε άπειρα εγώ μέσα από την έκρηξη και τις κορυφώσεις του εγώ του. Ο οργασμός γεμίζει τη γυναίκα και αδειάζει τον άντρα. Ρωτήστε όποιον γάτο ή όποια γάτα θέλετε…

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Τσόκλης, η Τέχνη ως Μπούρδα




Το έχουμε ξαναπεί: Στον τόπο αυτό, ορισμένα ιστορικά μεγέθη δεν μπορούν να διαχειριστούν το βάρος του ονόματός τους. Παράδειγμα ο Κώστας Τσόκλης και οι πρόσφατες δηλώσεις του περί ... τυμβωρυχίας στην Αμφίπολη (sic)! Αυτολεξεί είπε: «Άραγε, πως θα αισθανόταν ο μέσος ΄Ελληνας αν έβλεπε να ανοίγει κάποιος τον τάφο της μητέρας του, να της αφαιρεί ένα κόσμημα ή ένα ... χρυσό δόντι, θα το δεχόταν;»
Τι είναι αυτό που τον έσπρωξε να διατυπώσει μια τόσο ουρανομήκη ανοησία; Μάλλον το μένος του εναντίον των αρχαιολόγων και η ζωτική του ανάγκη για λίγα λεπτά δημοσιότητας. Αντί ν' αφήσει το, όντως αξιόλογο, έργο του να μιλάει αντ' αυτού, ο ίδιος κατά καιρούς εξακοντίζει μύδρους προς πανελλήνιο είτε με θέμα την Παναγία της Τήνου – η οποία πάντως τον υποστηρίζει αγόγγυστα –, είτε προς τα θήλεα που προκαλούν τον βιαστή τους, είτε τώρα με τους ... ιερόσυλους του τύμβου Καστά. Ξεχνάει όμως ότι η αρχαιολογία έχει τη μαγική ικανότητα να δίνει στους νεκρούς μια δεύτερη ευκαιρία ζωής εμπλουτίζοντας την Ιστορία με ένα υλικό εφάμιλλο των γραπτών μνημείων που πάλλεται από ενέργεια στο φως του ήλιου. Σύμφωνα με τον Τσόκλη, δεν θα έπρεπε να έχουν ανασκαφεί οι τάφοι της Κοιλάδας των Βασιλέων, ο Θησαυρός του Ατρέως και οι ταφικοί περίβολοι των Μυκηνών, ενώ ο Δεξίλεως και η Ηγησώ του Κεραμεικού θα έπρεπε να έχουν μείνει στη λήθη.
Το Μνημείο της Αμφίπολης, μοναδικό και μυστηριώδες, είναι φυσικό να προκαλεί το παγκόσμιο ενδιαφέρον αλλά και να ιντριγκάρει τον κάθε πικραμένο ώστε να μετρήσει το πραγματικό του μέγεθος. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο αυτογνωσίας και, γιατί όχι, σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, για εθνική υπερηφάνεια. Οι Έλληνες αρχαιολόγοι πρωτοπορούν από πλευράς τεχνογνωσίας σε παγκόσμιο επίπεδο και διαπρέπουν εκεί που συχνά η επίσημη πολιτική ή υστερεί ή ελλείπει παντελώς. Είναι μάλιστα οι μόνοι δημόσιοι υπάλληλοι που, αν και κακοπληρωμένοι, δεν χρηματίζονται. Γιατί όμως τόσο μένος εναντίον τους από το σεβάσμιο καλλιτέχνη;
Επειδή του αποκαθήλωσαν τον τεράστιο μεταλλικό σταυρό που έστησε κατά την διάρκεια της εικαστικής του δράσης στον ενετικό μνημείο της Σπιναλόγκας. Και αντί να ενοχληθεί ο ... Ναζωραίος, χολώθηκε ο Τσόκλης! Θα ήταν πάντως πιο ενδιαφέρον να μας πει πόσο στοίχισε το show και ποιος κρατικός φορέας το πλήρωσε. Πρόκειται για το ίδιο κράτος που ο ίδιος συχνά μυκτηρίζει. Τι τα θέλετε, κάποιοι ξέρουν πολύ καλά ν' αξιοποιούν με το παραπάνω και νήσους και νησίδες.

ΥΓ. Κάποιοι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν, αντί να γλυκαίνουν, γίνονται όλο και πιο επιθετικοί προς εκείνο το κόσμο που τους ανέδειξε και τους αγκάλιασε. Όσο για το χρυσό δόντι της Nεοελληνίδας μάνας, έχει και ο λαϊκισμός τα όριά του. Εξ όσων γνωρίζω οι τάφοι ανοίγονται μετά από 3 έτη και τα οστά οδηγούνται στο χωνευτήρι ή στο οστεοφυλάκιο. Προς requiem aeternam...

ΥΓ. 2 Πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους-ασυμβίβαστους καλλιτέχνες που παρά τις καταθέσεις εκατομμυρίων είναι πολύ πιθανό να μην έχουν κόψει μία (1) απόδειξη στη ζωή τους, ενώ, ρωτήστε τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, έχουν πάρει σύνταξη απορίας από το ΥΠΠΟ. 

ΥΓ. 3 Το πρόβλημα για τον Τσόκλη είναι σταθερά και διαχρονικά ο Γιάννης Κουνέλλης. Όταν μιλάει ο πρώτος οι πάντες αδιαφορούν ή, έστω, εξοργίζονται. Όταν μιλάει ο δεύτερος γίνεται πάντα ένας μικρός σεισμός.   


ΥΓ.4 Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα στην τέχνη: το δάκρυ, και μάλιστα το εύκολο. Η ειδικότητα του Τσόκλη. Και ο κατασκευασμένος θυμός προς μηντιακή κατανάλωση. Η συγκίνηση, με άλλα λόγια, που παράγεται σε δόσεις και πωλείται τοις μετρητοίς.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Από τον Φιντέλιο στον Stalker, η Aριστερά σήμερα

Παιδιά, το λέγαμε από την εποχή του "Αντί": Όχι Τούρκογλου, Τουρκμεντζόγλου!


"Νιώθω μέσα μου τεράστια επιθυμία για αυτό που ποτέ δεν θα επιτευχθεί"
Eugène Delacroix

Για μένα η Αριστερά, περισσότερο από πολιτικό-οικονομικό σύστημα είναι τρόπος ζωής. Είναι στάση του υποκειμένου της Ιστορίας απέναντι τόσο στην Ιστορία όσο στον εαυτό του. Αυτή η ίδια η ιδιότητα του Αριστερού δεν είναι κάτι στατικό, μια ταυτότητα που απονέμεται άπαξ αλλά ένα σύνολο χαρακτηριστικών προς τα οποία τείνει κανείς. Διαρκώς. Πρόκειται για μια διαδικασία που αφορά τόσο στο "έξω" όσο και στο "μέσα". Ένα είδος "ένδον σκάπτε" που φέρνει την Αριστερά κοντά στην ηθική φιλοσοφία και την πρακτική της όπως μας τη γνώρισε η Αρχαιότητα. Θέλω να πω πως στον Αριστερό δεν επιτρέπεται ούτε ο ιδεολογικός, ούτε ο ψυχολογικός εφησυχασμός. Ξέρει ότι η αλήθεια εξαρτάται πάντα από τη συγκεκριμένη στιγμή και από τη γωνία ερμηνείας κι ότι Ιστορία είναι εκείνο το κείμενο που, απαλλαγμένο από την όποια μεταφυσική, σταθερά ξαναγράφεται. Δηλαδή βελτιώνεται, διευρύνεται, αναθεωρείται. Το πιο μοντερνιστικό στοιχείο του μαρξισμού είναι ο υπόρρητος, ανθρωπιστικός μεταμοντερνισμός του. Αυτό το σάρωμα της κάθε βεβαιότητας εξάλλου υποδηλώνει η διάσημη φράση από το κομμουνιστικό μανιφέστο: "Καθετί στέρεο και ακλόνητο το σαρώνει ο άνεμος".
Η Αριστερά ορίζεται ιστορικοπολιτικά από δύο επαναστάσεις, τη Γαλλική και την Οκτωβριανή, με ενδιάμεσους σταθμούς τις εξεγέρσεις του 1848 και τη Κομμούνα του Παρισιού. Όπως επίσης τοποθετείται ιδεολογικά ανάμεσα στον Ρομαντισμό, το κίνημα της υπέρβασης, της συναισθηματικής παραφοράς, της λαϊκής έκρηξης και τη νεοτερικότητα, δηλαδή ήταν έκφραση της νέας εποχής όπως την δημιούργησαν ο Διαφωτισμός, η Βιομηχανική Επανάσταση και ο διαλεκτικός υλισμός. Το νέο υποκείμενο που προκύπτει είναι ένα επαναστατικό υποκείμενο που δεν ετεροκαθορίζεται, που επανατοποτεθείται ως προς το παρελθόν για να διεκδικήσει το μέλλον. Λεπτομέρεια: Και οι πιο υψηλές ιδέες, ακόμα και η ρομαντική έννοια του Erhabene (τρομερού) εκκινεί από τις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις. Παράδειγμα: Στη μοναδική όπερα που έγραψε ο Beethoven, το Φιντέλιο, την ιδανική εξισορρόπηση του Κλασικισμού με τη ρομαντική διάθεση, στην οποίαν εξυμνούνται το πάθος για την ελευθερία, η αλτρουιστική θυσία και η συζυγική πίστη, πλάι στο διάσημο χορωδιακό των φυλακισμένων που αναζητούν τον ελεύθερο αέρα, έχουμε την εξίσου δημοφιλή άρια του δεσμοφύλακα Ρόκο με τίτλο: das Gold. Κάθε ανθρώπινη θυσία, ακόμα και ο έρωτας, πρέπει να θεμελιώνεται στην ασφάλεια του χρήματος. Στην πράξη, τον υπερβατικό ρόλο της οικονομίας στην ιστορία δεν τον απέδωσαν αριστεροί αλλά δεξιοί στοχαστές.
Στην Αριστερά, το "εγώ" υπάρχει πάντα με το "εμείς". (Κάτι ανάλογο λέει ο κοσμαγάπητος στίχος του οικουμενικού αμερικανού ποιητή Walt Whitman). Απ' αυτή την αμφίδρομη σχέση απορρέουν οι δύο βασικές δεσμεύσεις της: Ο ασυμβίβαστος διεθνισμός απέναντι στους κοντόφταλμους εθνικισμούς και η πρωτοκαθεδρία των αδυνάμων, των καταπιεσμένων, των φτωχών, των περιθωριοποιημένων, απέναντι στους ισχυρούς, τους προνομιούχους και τους καταπιεστές. Αριστερά θα υπάρχει όσο υπάρχει κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση. Όσο η βία θεωρείται αναγκαία ανθρώπινη συνθήκη. Και όσο οι δεισιδαιμονίες ή ο φανατισμός υποσκελίζουν τον ορθό λόγο και τη μεγάλη κατάκτηση της Γαλλικής επανάστασης, την tolérance, την ανεξιθρησκεία, την ανοχή προς οτιδήποτε διαφορετικό και αντίθετο. Δεν υπάρχει Αριστερά, ούτε κατά συνέπεια αριστεροί πολιτικοί, χωρίς μια θεωρία υποστηρικτική, χωρίς ένα σύστημα ιδεών που να ερμηνεύει αυτό τον ασταθή, τον ραγδαία μεταμορφούμενο κόσμο.
Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Στο μυαλό μου, η Αριστερά είναι ταυτισμένη με δύο πράγματα: με την ανήσυχη διάθεση για το καινούριο η την ανατροπή αλλά και την προνομιακή της σχέση με αυτό που ονομάζουμε τέχνη και πολιτισμό. Στην πράξη βέβαια και τα δύο αυτά δυναμικά στοιχεία συχνά ακυρώνονται για λόγους που είναι περισσότεροι από έναν. Επίσης στην πράξη είναι οι δημιουργοί, οι σκαπανείς της ουτοπίας που στρέφονται προς την Αριστερά, ενώ η Αριστερά, ως σύστημα εξουσίας, μολύνεται συχνά από την ακηδία ή και την αγραμματοσύνη του πολιτικού συστήματος. Επίσης μια φαινομενολογική, εγελιανή ανάγνωση της Ιστορίας θα διαπίστωνε πως διαχρονικά η Αριστερά, ως αντιπολίτευση, έσπρωχνε πάντοτε την εξουσία σε προοδευτικότερες θέσεις, ενώ όποτε η ίδια κατέλαβε την εξουσία, γλίστρησε οδυνηρά προς τον απολυταρχισμό. Ήταν αυτό που φοβόταν πιο πολύ ο Μαρξ. Δηλαδή τους μαρξιστές επιγόνους. Με άλλα λόγια, σήμερα η Αριστερά δεν μπορεί να παραμένει ένα κλειστό και αυτάρεσκο σύστημα που πιπιλίζει αυτιστικά έννοιες οι οποίες χρειάζονται άμεσο επαναπροσδιορισμό όπως π.χ. λαός, προλεταριάτο, εργάτης, ταξική πάλη, κ.λπ. Το 2050 ο πλανήτης θα έχει 10 δις κατοίκους. Το κέντρο της πλανητικής εξουσίας θα έχει μεταφερθεί αλλού. Η ρύπανση της υδρογείου και η εξάντληση των φυσικών πόρων ίσως καταστούν φαινόμενα μη αναστρέψιμα. Ενώ θα έχουμε περάσει στην τέταρτη ή πέμπτη μικροηλεκτρονική επανάσταση, υπερεθνικές οικονομικές αυτοκρατορίες θα έχουν καταρρεύσει, ολόκληροι επαγγελματικοί κλάδοι θα έχουν εξαφανιστεί λόγω της υπεραυτοματοποίησης των μέσων και νέοι μεγιστάνες θα έχουν αναδυθεί, τύπου Gates ή Zuckerberg, με μόνη αφετηρία το μυαλό τους και μια χούφτα δολάρια. Σύντομα από την φουτουριστική αλλά όχι απίθανη κοινωνία των Bladerunners θα περάσουμε αναγκαστικά στην διαπλανητικό εποποιία που διαβάσαμε μικροί στα κόμικς. Την ουτοπία της ρομαντικής Αριστεράς απειλεί να παραμορφώσει η δυστοπία του κοντινού μέλλοντος. (Έχω αυτή τη στιγμή στο μυαλό μου τον Stalker, τον Tarkovsky αλλά και τον δυσοίωνο Δρόμο του Cormack MacCarthy).
Σε όλα αυτά η Αριστερά πρέπει να είναι παρούσα. Αφού αφορμάται από τον άνθρωπο, τη συγκεκριμένη μονάδα, και όχι ένα αφηρημένο σύστημα. Απαιτείται όμως να βάλει στο μυαλό της αυτό που έλεγε για τα μυαλά γνωστός χιουμορίστας. Πως δηλαδή "είναι σαν τις ομπρέλες, λειτουργούν μόνο ανοιχτά". Όπως επίσης με καίει μέσα μου φράση του ρομαντικού Delacroix: "Νιώθω μέσα μου τεράστια επιθυμία για αυτό που ποτέ θα επιτευχθεί". Αυτό το αδύνατο, που όμως υπάρχει, είναι ο μεγάλος τρόμος των αντιπάλων μας, όσων εξαντλούν το κόσμο στο ορατό και τον ερμηνεύουν σαν κάτι στατικό και δεδομένο.
Για την Ελλάδα τώρα: η Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία, διαθέτοντας μάλιστα το συγκριτικό πλεονέκτημα ότι δε έχει ασκήσει εξουσία και άρα δεν μπορεί να ταυτιστεί με τους εξωνημένους, τους φθαρμένους και τους διεφθαρμένους. Οφείλει όμως να κρατήσει αποστάσεις τόσο από τον λαϊκισμό όσο και από την καθεστωτική νοοτροπία. Κάνοντας τον βολονταρισμό της εφαρμόσιμο. Ξαναδιαβάζοντας δυναμικά και όχι παθητικά την ιστορία της. Καταθέτοντας καινούρια θεωρία για να παραχθεί νέα πολιτική. (Ας μην ξεχνάμε πως την μοντερνικότητα του Μακιαβέλι υποστήριξε πρώτος κι από την φυλακή ο Gramsi). Η ελληνική Αριστερά σήμερα πρέπει να αναλάβει έλλογο ρίσκο και να απέχει από συντηρητικές πρακτικές, νεποτισμό, κρατικισμό, κ.λπ. Φερ' ειπείν στην παιδεία. Δεν επιτρέπεται να υποστηρίζει την υφιστάμενη κακοδαιμονία των διαλυμένων πανεπιστημίων που τα λυμαίνονται "προοδευτικές" παρέες. Δεν μπορεί να φοβάται την αξιοκρατία, την αριστεία, την πειθαρχία, την αξιολόγηση. Θεωρώ αριστερή πράξη την ισχύ μιας βάσης, π.χ. του 9, για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Επίσης συμπερασματικά οι υποστηρικτές της Αριστεράς έχουμε συχνά ξεχάσει το ηρωικό της παρελθόν, της θυσίας και της προσφοράς, και έχουμε εθιστεί με το μοντέλο συμπεριφοράς που έχτισε, με λαϊκή συναίνεση, φευ, η νεοπλουτίστικη και κρατικοδίαιτη Μεταπολίτευση. Η ευθύνη της Αριστερά σήμερα είναι, ανατάσσοντας τον εαυτό της, να ανατάξει ολόκληρη την κοινωνία, μακριά από τυχοδιωκτισμούς και από τυχοδιώκτες. Η ιστορική της ευθύνη απέναντι σε μια χώρα που αιμορραγεί είναι μεγάλη. Η, όποια, επανάσταση πρέπει να αρχίσει από μέσα. Από βαθιά. Από την ψίχα -ψυχή- του υποκειμένου. Απ' τον καθένα χωριστά. Για να φτάσουμε κάποτε στο μείζον "εμείς".
ΥΓ. Πάντα στο μυαλό μου ο στοίχος του Λειβαδίτη: "Έχασε το δρόμο του και περπάτησε στα κύματα"! Ζητείται ηγεσία να μας εμπνεύσει ανάλογα...

Κείμενο στην Αυγή της περασμένης Κυριακής

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Συρρικνωμένο μήλο


Η αρχαϊκή γλυπτική είναι κορυφαία στιγμή στην παγκόσμια τέχνη. Πολύ πιο εκτεθειμένη απά την κλασική, τέλεια πριν από το τέλειο. Κατέχει ένα μυστικό ενέργειας, κάτι που αναβλύζει από το πυρήνα της ύλης και που το βρίσκουμε αργότερα να σκαρφαλώνει στην πρόσοψη του καθεδρικού της Αμιένης, να καταβυθίζεται στο σπαραγμό των γέρικων Πιετά του Μικελάντζελο ώσπου να γίνει το ίδιο το χέρι του θεού, ο ίδιος ο μετέωρος διασκελισμός του ανθρώπου στον Ροντέν. Έπειτα αυτή η φόρμα συρρικνώνεται, φτάνοντας στα έσχατα της όρια, γίνεται ένα μήλο ρικνό όσο πιο ρυτιδωμένο εξωτερικά τόσο  πιο εύγευστο από μέσα, με μια απροσδιόριστη γεύση αλκοόλ στο βάθος. Νοσηρό μαζί και ελπιδοφόρο. Μια σκιά που κουβαλάει τη ψυχή της. Ένα σύρμα που πάλλεται από ζωικούς χυμούς. Τα ξυλοειδή αγγεία ενός μίσχου.Μοναξιά που έχει το πρόσωπο μιας γυναίκας, η απελπισία που έχει το πρόσωπο ενός άνδρα. Η γλυπτική του Τζιακομέτι. Πρόκειται για τους Κούρους του 6ου αιώνα που μετέφεραν την ενέργεια τους στη καρδιά του 20ού. Το μήλο του Πάριδος,μαραγκιασμένο από την πολυχρησία, τους πολέμους,τις γενοκτονίες, την απώλεια κάθε νοήματος. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τι μπορεί να είναι η γλυπτική μετά τον Τζιακομέτι. Αν μπορεί κάτι να ανταποκρίνεται,πια,σε έναν τέτοιο όρο.

ΥΓ. 1 Οι Καρυάτιδες της Αμφίπολης είναι έργα αναφοράς που πλαισιώνουν μεν την ιστορία της τέχνης αλλά δεν τη δημιουργούν. Βρίσκονται καθ´ οδόν προς την τυποποίηση, δηλαδή την εξαφάνιση. Φαντάσματά τους θα αναβιώνουν στην αρχιτεκτονική του Μανιερισμού ή του Μπαρόκ έχοντας εντελώς διαφορετική λειτουργία και σχεδόν καθόλου ενέργεια. Αντίθετα, οι "βαδίζοντες" του Τζιακομέτι κατάγονται απευθείας από τους μετωπικούς, χαρούμενους Κούρους της Αττικής μόνο που αυτοί δεν ξέρουν που να πάνε. Δεν έχουν που να πάνε...
ΥΓ. 2. Μην ξεχνάτε ότι οι Σφίγγες της Αμφίπολης αναφέρονται άμεσα στον μαγικό- μυθικό κόσμο της Ανατολής. Αυτόν που αρχικά υποτάχτηκε στη μακεδονική σάρισα και λίγο αργότερα στις ρωμαϊκές κοόρτεις. Κοσμοπολιτισμός και πλανητική πολιτική. Στην ακρόπολη του Αλατσά Χουγιούκ στην καρδιά της Μικράς Ασίας μας υποδέχονται από το 14ο αιώνα π.Χ. δυο υπερμεγέθεις σφίγγες. Λεπτομέρεια: Οι Χετταίοι ήταν ινδοευρωπαίοι και η πρωτεύουσά τους, η Χαττούσα στην Καππαδοκία, ήταν ισοδύναμη των Μυκηνών στην Αργολίδα. Οι αυτοκρατορίες συνήθως επιλέγουν κοινά σύμβολα ισχύος. Π.χ. προσέξτε την πορεία του αετού από τη Ρώμη και το Βυζάντιο στο Ναπολέοντα και τον Χίτλερ.