Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Το Πένθος ταιριάζει και στο καλοκαίρι

(Από τον Χαλεπά στον Κούνδουρο 
                      ...μέσω Βέγγου)

Δεν καταλαβαίνω τις πολύχρωμες φυλές του φ.μπ. Άλλοτε τόσο σπαραξικάρδιες άλλοτε ενοχλητικά χαζοχαρούμενες... Ενώ το Πένθος είναι ακόμα τόσο νωπό...Και απαιτεί σιωπή. Φαίνεται πως βιάζονται κάποιοι να πάνε παρακάτω.
Ξεχάστηκαν (;) ήδη οι οιμωγές των καιόμενων και όλοι τρέχουν να προλάβουν τα υπόλοιπα του φετινού καλοκαιριού. Με τα γατάκια τους, τα σκυλάκια τους και την ελπίδα ενός έρωτα - αρπαχτής που όμως δεν έρχεται...
Το άγος όμως, η ντροπή, ο πόνος είναι εδώ, είναι πάντα παρόντες. Και θα είναι για πολύ ακόμα. Το φετινό καλοκαίρι θα το πληρώνουμε για καιρό και ως κοινωνία και ως πολίτες. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αλλιώς. 
Κατά τ' άλλα η ζωή επίσης δεν μπορεί παρά να συνεχίζεται. Όμως δεν μπορεί να μην αφήνει μια τέτοια τραγωδία, μια εκατόμβη φρικτών θανάτων, το σημάδι της. 
Προσωπικά δεν μπορώ να γράψω ένα "συγκροτημένο"  κείμενο που να εξηγεί και να καθησυχάζει. Δεν γίνεται. Με ξεπερνάει. Χίλια "Μάτια", κι άλλα τόσα ελλοχεύουν στο βάθος του δρόμου και το Κακό το κουβαλάμε άπαντες. Όσο βολευόμαστε στην  ψυχολογική και την πνευματική ραστώνη. Στα αστειάκια της αισιοδοξίας. Σπαράγματα λοιπόν σκέψεων είναι αυτό το σημείωμα και αυθαίρετοι συνειρμοί. Όπως αυτός που θα σας διηγηθώ τώρα:
Χτες, στην έκθεση των Μαρμαρογλυπτών του Πύργου γνώρισα τον ιστορικό οπερατέρ Γιώργο Αλεξόπουλο ο οποίος επί μισόν αιώνα μαζεύει ένα φοβερό υλικό γύρω από τον μπάρμπα Γιαννούλη και τον Μύθο του. 
Μού αποκάλυψε λοιπόν πως ο Χαλεπάς που γεννήθηκε έξω από τον Πύργο, στο Ισμαήλ, πήγαινε κάθε μέρα - πιθανόν καλοκαίρι του 1910 - στο λατομείο πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο και έπαιρνε μια μεγάλη, μαρμάρινη πέτρα. Αυτή τη πέτρα την κουβαλούσε στον ώμο περίπου δύο χιλιόμετρα και την πήγαινε στην τοποθεσία Αράπης, έξω από το χωριό Μαρλάς. Εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα το χωράφι όπου έβοσκε τα λίγα πρόβατα του. Με τα μάρμαρα λοιπόν που μαρτυρικά κουβαλούσε, έφτιαξε μια περίφραξη για να μην τού φεύγουν τα ζώα. Το τειχίο αυτό σώζεται μέχρι σήμερα. Μάρμαρο και Χαλεπάς αλλά αλλιώς!
Αυτή η εικόνα του γέροντα με τη πέτρα στη πλάτη κάτω από το λιοπύρι, μού έφερε στο μυαλό την άλλη, ανάλογη εικόνα από την Μακρόνησο που περιέγραφε δραματικά ο Κούνδουρος.
Ο νεαρός Βέγγος να τρέχει με ένα βράχο στη πλάτη ως το βουνό απέναντι και να γυρίζει ταχύτατα χωρίς να τον έχουν διατάξει σχετικά οι βασανιστές του. Εκτελούσε το καψώνι από μόνος του για να τούς γελοιοποιεί! Να τούς αποδεικνύει ότι δεν τους φοβάται. Ότι τούς έχει γραμμένους.
Δύο νησιά, ο ίδιος αμείλικτος ήλιος του Αυγούστου και δύο ψυχές σαλλών που μάθαιναν να είναι καλλιτέχνες μέσα από τις ατραπούς της οδύνης. Με έναν βράχο αρχαίο να τούς βαραίνει τα χέρια...

Φωτογραφίες: 1.Το Ξώμπουργκο μέσα στα νέφη. Ένας πρώιμος χειμώνας στη καρδιά του καλοκαιριού. Συμβολικά η εποχή που ζούμε. 
2. Ο μπάρμπα Γιαννούλης κι ένας άλλος μπάρμπας έξω από το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού.






Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήθισα τους ανθρώπους, αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία.
 Δ. Δημητριάδης

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, τρομακτικές οι αλλαγές, αφανείς ή φανερές. Οι άνθρωποι διεκδικούν απελπισμένοι ό,τι η διαφήμιση της ευτυχίας τούς υπόσχεται, λίγες ανέφελες δηλαδή διακοπές, ένα ταξίδι που θα ισοφαρίσει όλα τα προηγούμενα κακά, έναν άνθρωπο που θα έχει όλες τις αρετές των lifestyle περιοδικών και καμιά, ανθρώπινη, αδυναμία, μια ευκαιρία να ξεφύγουν από την εγκλωβισμένη ζωή τους, τον παγιδευμένο τους εαυτό. Ο Αύγουστος καθίσταται έτσι ένας περιφραγμένος ιδιωτικός παράδεισος, στον οποίο ο καθένας θέλει να τρυπώσει. Έστω για λίγο. Φυγή, απόδραση, απομάκρυνση, άγονη γραμμή, κατασκευή του «εξωτικού», αντικατοπτρισμός του μακρινού ορίζοντα που παρασύρει και ελευθερώνει. Προσωπικά, κάνω τον Αύγουστο τις σκέψεις ή τους απολογισμούς που οι άλλοι πραγματοποιούν την Πρωτοχρονιά. Αυτόν το μήνα είναι όλες μου οι επέτειοι, οι επιτυχίες και οι ήττες. Αύγουστο κλαίω τους νεκρούς μου. Αύγουστο αποφασίζω ν' αλλάξω, κι όσο πιο σοφός, δηλαδή πιο μεγάλος γίνομαι, συνειδητοποιώ ακόμη πιο βαθιά πόσο ανώφελες είναι όλες αυτές οι αλλαγές. Είμαστε οι επιθυμίες και οι αδυναμίες μας, είμαστε οι κερδισμένες στιγμές που όμως κάποτε θα πληρωθούν με το παραπάνω, είμαστε κάτι χαρακωμένοι ανάποδοι καθρέφτες, μάσκες πληγωμένες, ατελείς υποκριτές που οφείλουν, πάντως, να υποδυθούν τέλειους ρόλους. Κι οι αγάπες μας πάντα αρχίζουν και τελειώνουν τον Αύγουστο, την εποχή των ορίων που παραβιάζονται και του κρεσέντο που διεκδικεί για μια στιγμή και μόνη την ένταση της αιωνιότητας. Μισές οι χαρές, κολοβές οι λύπες, εφόσον το κακό σέρνεται υπόγειο και ανεξέλεγκτο. Κάθε φορά που τολμάς να δεις έξω απ' το καβούκι σου, το home-castle του χειμώνα, το σκάφανδρο των διακοπών που λέγεται "καλοκαίρι", ο τρόμος του πραγματικού σε συντρίβει. Στις κοινωνίες των μαζικών ατομισμών η ζωή η ίδια είναι πρόβλημα μέγα, γι' αυτό και επισημοποιούνται τα λογής υποκατάστατα. Οι μοναξιές βαφτίζονται σχέσεις, οι ευκαιριακές συνευρέσεις δύο φιδιών κάτω απ' το ίδιο ξερολίθαρο οικογένειες, τα παραισθητικά παιχνίδια που δημιουργεί ο κάθετος ήλιος όταν φωτίζει έκκεντρα τα πρόσωπα έρωτες, κ.ο.κ. Μεγαλωμένοι με μελό και happy end και με πάθη τόσης διάρκειας όση χωράει ένα σίριαλ, καταθλιβόμαστε αθεράπευτα όταν βλέπουμε πόσο άσχημη είναι η ζωή όταν την ομορφιά την ψάχνεις σ' ένα ηλιοβασίλεμα, κάπου πέρα μακριά κι όχι σε όσα εσωτερικά πράγματα σού επιτρέπουν να την δικαιούσαι. Άνθρωποι σε δίπολα, σε τρίγωνα, σε ασύμπτωτες ευθείες, σε φαύλους κύκλους, υποκρίνονται πως αγαπάνε χαζεύοντας απλώς τον καθρέφτη τους, και τότε η ίδια τους η εικόνα ετοιμάζεται να τους κατασπαράξει.

* Το κείμενο αυτό το δημοσίευσα τον Αύγουστο του 2006 στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Έκτοτε αναδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο manosstefanidis.blogspot. Τίτλο που κορόιδευε ο φίλος μου Χάρυ Κλυνν για το μακροσκελές του πράγματος. Βρίσκω ακόμη το κείμενο επίκαιρο, φοβάμαι ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Πάλι Αύγουστο πενθώ τους νεκρούς μου, κυρίως τους συμβολικούς, πάλι Αύγουστο είμαι έτοιμος να πιστέψω σε μιαν ευτυχία που δεν έρχεται τελικά ποτέ. Ίσως γιατί είναι πολύ ιδιοτελής, ίσως γιατί φιλοδοξεί να χτιστεί αποκλειστικά από υλικά καταδαφίσεως. Το κοινό μας λάθος της Μεταπολίτευσης που το πληρώνουμε όλοι εξ αδιαιρέτου. Νεόπλουτοι, νεόφτωχοι, επηρμένοι, ειμαρμένοι κλπ. Επειδή είμαστε πάλι έτοιμοι να ξεχάσουμε, να συμψηφίσουμε, να συγχωρήσουμε ... μήπως και συγχωρεθούμε. Εξάλλου ο Αύγουστος προσφέρεται. Καυτός σαν ερωτική αγκαλιά ή σαν inferno...



Φωτογραφία:  Προετοιμάζοντας την ομιλία της Δευτέρας 6 Αυγούστου στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού με θέμα τον Βαν Γκογκ και τον Χαλεπά. Το δράμα των προσώπων που δεν βολεύονταν στις πληγές, δηλαδή τις ψυχές τους ...

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

«Χρειάστηκε μια Κοιμωμένη για να ξυπνήσουν οι ροχαλίζοντες»

Αναφορά στον μπάρμπα Γιαννούλη


Δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω ότι ο Γιαννούλης Χαλεπάς ανήκει στην ευάριθμη εκείνη χορεία των νεοελλήνων δημιουργών που πρότειναν και-νούρια φόρμα. Που πρότειναν πέραν όλων των άλλων και νέες, αισθητικά, μορφές. Αυτοί ήσαν ο Καβάφης, ο Σκαλκώτας, η Μαρία Κάλλας, ο Γιάννης Κουνέλλης. Αλλά όχι ο Σολωμός ή ο Γύζης ή ο Παπαδιαμάντης ή ο Τσαρούχης. Και το αναφέρω αυτό χωρίς να υποτιμώ διόλου και το έργο των ανωτέρω και την προσφορά τους στην συγκρότηση του εθνικού μας προσώπου. Απεναντίας. Ο Χαλεπάς είναι όμως κάτι εντελώς διαφορετικό και ως τέτοιος, δηλαδή ως κάτι το εντελώς αυτόνομο, πορεύεται πλάι στους μεγάλους του ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τον 20ο αιώνα. Και μάλιστα παραμένει ευρωπαίος δημιουργός υπερασπιζόμενος πρωτίστως τα στοιχεία της ιθαγένειας, την ιστορία ως την άλλη εκδοχή, ως την άλλη δυνατότητα του εθνικού μύθου. Επαναπροτείνει το παρελθόν ως εκείνη τη μυστική ενέργεια που νοηματοδοτεί σταθερά το παρόν και το μέλλον.
Η νεοελληνική διανόηση, η ιστορία της τέχνης, οι δημιουργοί που εμπνέονται από το έργο του δεν έχουν, φοβάμαι, συνειδητοποιήσει πόσο οξυδερκώς, πόσο καταλυτικά έχει διαπεράσει ο Χαλεπάς το νεοελληνικό δράμα και πόσο έχει οπτικοποιήσει την οντολογία του. Ίσως αυτό να αποτελεί την αθώα του εκδίκηση. Ότι δηλαδή αυτός, ο αποκλεισμένος, ο στερημένος, ο οιονεί «κωφάλαλος» και σαλός έφτασε σε τέτοια επίπεδα ερμηνείας που δεν διανοήθηκαν ποτέ οι λογής δοκησίσοφοι και λογιότατοι. «Το συμπέρασμα είναι ένα: Ο Χαλεπάς χρειάζεται σταθερά σύνθετη προσέγγιση, γιατί τα τρέχοντα εργαλεία των ιστορικών της τέχνης και των φιλολογούντων μελετητών φτάνουν μέχρις ενός σημείου. Από ένα σημείο όμως και ύστερα όχι μόνο δεν επαρκούν αλλά καταντούν γραφικά. Εντάξει, να μετρήσουμε επακριβώς το «παραμύθι της Πεντάμορφης» και να εξηγήσουμε την κατασκευή του. Με τη μυστηριώδη υποβολή του, όμως, πώς ξεμπερδεύουμε;»1

Από ποιο σύμπαν έρχεται ο μπάρμπα Γιαννούλης;

Ο Χαλεπάς πνευματικά προέρχεται από το κίνημα «Sturm und Drang», δηλαδή αυτό το ρομαντικό ηφαίστειο που ξανάδωσε, μετά την ρασιοναλιστική πανάκεια του Διαφωτισμού, στο όνειρο, στο αίνιγμα και στο παράλογο τα δικαιώματά τους. Ο Χαλεπάς πριν βουλιάξει στην δική του «τρέλα», κολύμπησε στη τρέλα του Hölderlin, του Novalis, του Heine ή του Büchner. Όντας νεαρός στο Μόναχο δεν συγκινείται από την μικροαστική αισθητική του Biedermeier αλλά αναζητεί τον απόλυτο συμβολισμό του Μύθου μέσα από την ρομαντική παραφορά είτε λαξεύοντας το παραμύθι της Πεντάμορφης είτε το μικρό Έρωτα που διαγκωνίζεται τον σαρκάζοντα, ζωώδη Σάτυρο. Ο μεταλογικός Χαλεπάς -τι ποιητικός όρος, πόσο κοντά στην αλήθεια, κάθε αληθινή τέχνη είναι μεταλογική- όπως έχω αναπτύξει σε πολλά κείμενά μου κινείται στην ίδια παράλογη ποίηση με την Camille Claudel, τον De Chirico, τον Bernardo Rosso ενώ η naïveté της φόρμας του προλαβαίνει τον Lipschitz η τον Henri Moore. Τι σημαίνει όμως η φράση «χρειάστηκε μια Κοιμωμένη για να ξυπνήσουν οι ροχαλίζοντες»; Ποιος κοιμόταν και γιατί; Μα τι άλλο παρά την διαφοροποίησή του από τα κλασικίζοντα επιτύμβια του 19ου αιώνα. Η Κοιμωμένη του Χαλεπά, επαναλαμβάνω, είναι το πρώτο έργο της νεοελληνικής τέχνης που αντιμετωπίζει τον θάνατο ρεαλιστικά, με έναν τρόπο σχεδόν κλινικό.

Τι φορούσε ο Οιδίπους στα πρησμένα πόδια του;

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στο Πύργο της Τήνου το 1851, σπούδασε γλυπτική στην Αθήνα και το Μόναχο και πέθανε στην Αθήνα το 1938. Ο Van Gogh γεννήθηκε στην Ολλανδία το 1853 και αυτοκτόνησε στα περίχωρα του Παρισιού το 1890. Και οι δυο νοσηλεύτηκαν στο ψυχιατρείο σε κρίσιμες περιόδους της ζωής τους. (Δες περισσότερα για τη μυστική σχέση τους στο βιβλίο μου «Van Gogh – Χαλεπάς, Ιδιοφυΐα και τρέλα», εκδ. Λάβρυς, 2018).
Συνταρακτικό είναι εν προκειμένο το αυτοβιογραφικό σύμπλεγμα του Χαλεπά, το φιλοτεχνημένο γύρω στο 1930, «Οιδίπους και Αντιγόνη» (ορθότερα Ισμήνη). Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα γλυπτά της μεταλογικής περιόδου, ισάξιο της «Μήδειας που σκοτώνει τα παιδιά της». Εδώ ο Χαλεπάς κάνει την δική του προσωπική του ιστορία φόρμα και τον αρχαιοελληνικό μύθο avant-garde.
Προσέξτε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον στη σύνθεση: Παρά την αρχαιοπρεπή ενδυμασία των μορφών εντυπωσιάζουν οι μπότες (!) στα πόδια του γερο-Οιδίποδα. Αποδίδονται εδώ, ίσως, τα άρβυλα που φορούσε ο ίδιος ο γερο-Χαλεπάς στον Πύργο ή μήπως έχουμε τα διάσημα άρβυλα του Van Gogh; Δηλαδή τον πασίγνωστο πίνακα που ενέπνευσε στον Martin Heidegger ολόκληρη μελέτη, μια ζωγραφιά που πιθανόν να είδε ο Χαλεπάς σε κάποιο περιοδικό ή άλλο έντυπο τέχνης από την δεκαετία του '30 στο σπίτι της ανιψιάς του Κατερίνας Κατσάτου επί της οδού Δαφνομήλη στο Λυκαβηττό. Πρόκειται για μια λεπτομέρεια που δεν έχει προσέξει κανείς ως τώρα, πράγμα άκρως διαφωτιστικό για τον τρόπο που κοιτάζουμε τα έργα ειδικοί και ... ανίδεοι. Και νομίζω πως συνδέει συνταρακτικά τον Άγιο της νεοελληνικής τέχνης με τον Πρωτομάρτυρα της διεθνούς modernité.


Που αποσκοπούμε όμως όταν αναφερόμαστε στον μπάρμπα Γιαννούλη;

Ο Καζαντζάκης έψαχνε στο όνομα του Γκρέκο έναν ηρωικό πρόγονο που θα στηρίξει ιδεολογικά το δικό του φιλόδοξο έργο στους χαλεπούς καιρούς. Τώρα πια ξέρουμε πως πάντα οι καιροί είναι χαλεποί και πως πάντα η ιστορία είναι η διέξοδος στα όποια αδιέξοδα του σήμερα. Προσέξτε την εξής ενδεικτική λεπτομέρεια: ο Γκρέκο και ο Χαλεπάς, μοναδικοί στη νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη αποδίδουν πλαστικά … ψυχές. Πρώτος ο Γκρέκο στην «Ταφή του Κόμητα Οργκάθ» βάζει τον άγγελο να μεταφέρει ένα «ξόανο», την ψυχή του νεκρού κόμη στους ουρανούς. Και έπειτα ο Χαλεπάς βάζει την «Μεγάλη Ονειρευομένη» του να κρατά τη ψυχή της, μια πεταλούδα στο δεξί της χέρι! Ο Γκρέκο αξιοποιεί την παλαιολόγεια παράδοση της Κοίμησης όπου ο Χριστός κρατά τη ψυχή της Παναγίας σε σχήμα μικρού κοριτσιού. Ο Χαλεπάς πάλι εμπνέεται από τον αρχαιοελληνικό μύθο της ψυχής όπως τον αξιοποιεί ο ευρωπαϊκός Κλασικισμός. Αλλά με πόσο διαφορετικό, πόσο εμπνευσμένο, πόσο σύγχρονο τρόπο! Δεν υπάρχει νομίζω έργο σε όλη τη νεοελληνική τέχνη που να αποθεώνει τόσο και σε μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν μεταφυσική τη γυναίκα.
Είναι προφανές ότι ο γλύπτης αυτός, μακριά από εύκολο φολκλόρ ή μελοδράματα, λειτουργεί ως το μείζον συνεκτικό στοιχείο μιας ταυτότητας που διακυβεύεται και μιας τέχνης που ομφαλοσκοπεί άλλοτε μίζερη και άλλοτε αποκλεισμένη. Αυτό το νόημα έχουν νομίζω οι τρεις εκθέσεις που διοργανώνει ο νεόκοπος αλλά τόσο δραστήριος σύλλογος καλλιτεχνών της Τήνου. Είναι μια ευκαιρία σε αυτόν εδώ τον τόσο σεσημασμένο τόπο, το ιερόν πτολίεθρον της γλυπτικής μας παράδοσης, να δει ξανά ο κάθε σύγχρονος δημιουργός μέσα από την πολυσήμαντη προσφορά του Ερημίτη του Πύργου το δικό του έργο, τη δική του στάση απέναντι στα υπαρξιακά προβλήματα που θέτει η εποχή μας. Με τον Χαλεπά η τέχνη μας αποκτά την χαμένη της ραχοκοκαλιά. Το πολύτιμο αλλά και θαμμένο κάτω από ασβέστη και μουτζούρες πρόσωπό της…



ΥΓ. 1 Και οι τρεις εκθέσεις υπό τον κοινό τίτλο «Αναφορά στον μπάρμπα Γιαννούλη» έχουν οργανωθεί αποκλειστικά και ως προς την συμμετοχή των δημιουργών και ως προς την επιλογή των έργων από τον ανωτέρω Σύλλογο Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Τήνου. Ο υπογραφόμενος έχει απλά συμβουλευτικό και βοηθητικό ρόλο. Κι αυτό γιατί εκτιμά και το επίπεδο της δουλειάς και τον ενθουσιασμό των συμμετεχόντων. Και επειδή κυρίως πιστεύει πως η τέχνη στον τόπο μας έχει και συνέχεια και μέλλον. Και ότι τέλος η Τήνος πάντα ήταν στην πρωτοπορία αυτού του τόπου.

ΥΓ. 2 Κάποιοι βιάστηκαν να σαρκάσουν την προσφώνηση «μπάρμπα Γιαν-νούλης». Κι όμως έτσι τον αποκαλούσαν σεβαστικά από τότε και οι ομότεχνοι και οι συμπατριώτες του. Έτσι τον αποκαλούσε ο Στρατής Δούκας. Επίσης ο Χαλεπάς είναι γνωστός και ως «άγιος» όπως και ο συνομήλικος του Σκιαθίτης. Χρησιμοποιούμε τέλος το υποκοριστικό αυτό με τον τρόπο που τον χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι αβαγκαρντίστες μας Δανιήλ, Nonda, Χρύσα, Νίκος, Τάκις, Παύλος, κλπ. Αλλά και ο Van Gogh ως Vincent υπέγραφε. Αλλά και ο ιερός Δομήνικος, με to προσωνύμι Greco. Να θυμίσω τέλος τον «γέρο της Αλεξάνδρειας», τον σιορ Διονύσιο, τον «μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη», τον μπάρμπα Γιάννη της Χαλκίδας ή τον Θεόφιλο; Στη τηνιακή ντοπιολαλιά η προσφώνηση «μπάρμπα» προσδίδει γλυκιάν οικειότητα αλλά και βαθύ σεβασμό. Επειδή ο Χαλεπάς είναι παγκόσμιος μόνο μέσα από την μαγική του, την αναντικατάστατη εντοπιότητα.
ΥΓ. 3 Για τον Χαλεπά ισχύει απόλυτα ο ερωτηματικός-ερωτικός στίχος του Νίκου Καρούζου: «Είναι αργά ή μήπως δεν κληρώθηκε το μέλλον;»
Μάνος Στεφανίδης
8/6/2018

1 Μάνος Στεφανίδης, «Όταν η Αριάδνη ονειρεύεται, Χαλεπάς – De Chirico», «Στέφανος. Τιμητική προσφορά για τον Βάλτερ Πούχνερ», ΕΚΠΑ, 2007

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Άνθρωπος που καίγεται





Στην Ελλάδα η ισχύς του νόμου αρχίζει πάντα από τον διπλανό μας, ποτέ από εμάς. Ιδού η πρώτη αιτία της αβάσταχτης  παρακμής μιας κοινωνίας που εθίστηκε να έχει μόνο δικαιώματα και καμιάν υποχρέωση. Μια κοινωνία που την κανοναρχούν οι κρατικοί συνδικαλιστές και τα επαγγελματικά κομματόσκυλα. Τα νυν, τα πρώην και τα επόμενα.
Ο Τσίπρας, το βράδυ της Δευτέρας - ο θεός με προστάτευσε και δεν τον είδα ζωντανά επειδή ήμουν έκτός Ελλάδας - απέδειξε θλιβερά και τη δική του μετριότητα και το χαμηλό - αβαρές της κυβέρνησης του. Μιας κυβέρνησης ανδρείκελων. Ανυπαρξία ανακλαστικών, συναισθηματικής ευφυίας, συναίσθησης καθήκοντος, συνείδησης ιστορίας. Καμμία παραίτηση, έστω από ντροπή ή από αηδία. Λες και θα λείψουν από τη μάχη (sic) ο Τόσκας ή ο Σκουρλέτης ή το Καμμένο ή ο Μπαλάφας ή η Δούρου.
Είναι ως εκ τούτου η τελευταία φορά που απευθύνομαι πολιτικά στους παλιούς μου συντρόφους Δραγασάκη, Φλαμπουράρη, Σταθάκη, Βίτσα, Τασία, Σκουρλέτη, Πιτσιόρλα, Παππά κλπ. Με κάποιους εξ αυτών - και ασφαλώς με τον Αλέξη - φάγαμε ψωμί κι αλάτι. Πριν αλλοτριώσει τα πάντα η τρέλα της εξουσίας... Τώρα δεν θέλω να τους ξέρω.
 Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ο Τσίπρας και οι συν αυτώ πιστεύουν πως έχουν το ιστορικό δικαίωμα, επαναστατικώ ή και μεταφυσικώ τω τρόπω, να επιβαίνουν - με όποιο, οδυνηρό κόστος για τον τόπο ολόκληρο - του κράτους ... αρκεί να μην έλθουν οι άλλοι! Μια βλακώδης υπεράγρευση του καταστροφικού, ηλίθιου Εμφυλίου ακόμη και σήμερα! Αυτό, εξάλλου, αποτελεί το ύστατο, θλιβερό επιχείρημα τους.
Όχι επειδή είναι αντικειμενικά οι καλύτεροι, οι πιο αποδοτικοί και λυσιτελείς αλλά επειδή αυτοί, στο φαντασιακό τους, εκπροσωπούν την υλοποιημένη επανάσταση, τη μεγάλη ανατροπή. Που βέβαια δεν ισχύει. Είναι το ίδιο λίγοι και θλιβερά προβλέψιμοι -μέσα στις θωρακισμένες Μερσεντές ή τα γραφεία εξουσίας- με όλους τους προηγούμενους.
Οι υπερεκατόν νεκροί δεν αποδεικνύουν μόνο την ανυπαρξία κράτους ή τον εκμηδενισμό και την δραματική αναποτελεσματικότητα μιας διοίκησης που απεχθάνεται την όποια αξιολόγηση και που διαιωνίζει την μετριότητα των ημετέρων. Καταδεικνύουν πρωτίστως την παρακμή μας ως κοινωνίας πολιτικών προσώπων. Στήσαμε, όλα αυτά τα χρόνια, ατομικούς παραδείσους σε μια συλλογική κόλαση. Και τώρα απολαμβάνουμε τα επίχειρα. 
Εκατό άνθρωποι καίγονται μέσα σε δύο μόλις ώρες και ο Τσίπρας στήνει ταυτόχρονα θέατρα επικοινωνίας μιλώντας  για άρρητα,  αθέμιτα, κουκιά  μαγειρεμένα,   ρωτώντας αν αύριο (!) πετάξουν τα πυροσβεστικά ενώ ήδη ξέρει τι ακριβώς έχει συμβεί. Κατ'ουσίαν δεν τον ενδιαφέρει ο άφατος πόνος ενός ολόκληρου λαού που ζει ένα από τα πιο τρομακτικά καλοκαίρια της ζωής του αλλά η πολιτική του επιβίωση. Και βέβαια λύση αποτελεί το alter ego του, το ψέμα και η σπέκουλα. Άλλη μια κολοσσιαία ήττα μας ως συλλογικότητας, στα δέκα τελευταία χρόνια, όχι οικονομική ή κοινωνική αλλά ηθική - υπαρξιακή.
Από την περασμένη Δευτέρα ο Τσίπρας δεν είναι πια πρωθυπουργός αλλά είναι ένα φάντασμα στο Μαξίμου που έπρεπε να έχει φύγει από χθες. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν ανέλαβε πλήρως την πολιτική ευθύνη... 
Κάτι τέτοιο σημαίνει συνταγματικά παραίτηση και αυτόματα εκλογές... Αυτό επιτάσσει η πολιτική - πολιτειακή τάξη. Ήδη ο, έτερος θλιβερά απών, Πάκης έπρεπε να έχει επιληφθεί σχετικά. 
( Στα μέσα Ιουλίου ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ταξίδεψε ως την Τήνο για να παραστεί ιδιωτικά στους γάμους της κόρης του πολυφέρνου παράγοντα, δημοσιογράφου Δελλατόλα. Όμως δεν κατάφερε ως τώρα να επισκεφθεί τους πυρόπληκτους. Επισήμως. Αυτή είναι η ηγεσία μας).
Ο Τσίπρας, ως εκ τούτου, δεν διαθέτει πια το πολιτικό - νομικό δικαίωμα να είναι πρωθυπουργός. Το ηθικό  δικαίωμα βέβαια το έχει απολέσει προ πολλού. Απεδείχθη πολαπλώς ανίκανος και να διαλέξει συνεργάτες αλλά και να ηγηθεί μιας ειρηνικής επανάστασης που θα αναβάθμιζε τον καθημαγμένο τόπο. Χρυσή μετριότητα ο ίδιος άρχει ουτιδανών. Ο όποιος επόμενος, όσο και αν προσμετράται ως μέτριος, θα είναι πολύ καλύτερος του... Αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Ο Αλέξης τελείωσε την υπόθεση της αριστεράς τουλάχιστον για μια γενιά στην πατρίδα μας. Θλίψη και παρακμή.

ΥΓ. Όσο και αν ωρύονται κάποια ζωντανά τύπου Ακριβοπούλου, Λουπάκη, Αρβανίτη κλπ. οι οιμωγές των ανθρώπων που καίγονταν ζωντανοί αφού πρώτα είδαν τα παιδιά τους να καίγονται, θα τους καταδιώκουν...

Στη φωτογραφία "Άνθρωπος που καίγεται"
του Βλαντιμίρ Βελίτσκοβιτς. Κέντρο τεχνών  Osten, Σκόπια. ( Περιμένω τα τρόλια για τις πληρωμένες ύβρεις ).

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Η Προσευχή των Ασήμαντων





 - Κύριε των δυνάμεων τί Σου ζήτησαν
 οι μικροί, απαρηγόρητοι άνθρωποι;
Λίγο καλοκαίρι περισσότερο, λίγη περισσότερη σκιά το μεσημέρι, να μη μαραίνονται έτσι γρήγορα τα φιλιά
και να κρατάει πιο πολύ η δροσιά τους
στα χείλη, το μέλι στην κερήθρα, το δειλινό.
Αυτές Κύριε των δυνάμεων είναι οι ταπεινές παρακλήσεις των μικρών, των αδύναμων, 
των ανυπεράσπιστων ανθρώπων Σου.
Α, και με τον χρόνο Πάνσοφε φέρθηκες αστόχαστα. Ίσως επειδή είσαι Αθάνατος.
Τον έφτιαξες να ρέει βιαστικός στην ευτυχία
και να σέρνεται όταν η οδύνη τούς πνίγει.
Αυτά είναι μόνο τα αιτήματα των ασήμαντων, 
των ανυπεράσπιστων πλασμάτων Σου Κύριε!
 - Και Εσύ Παντοδύναμε τί τούς ανταπέδωσες;

ΥΓ. Ο Cacao rocks στη Σίκινο! Τον περιμένω και στην Τήνο να ζωγραφίσει το πορτρέτο του Καστοριάδη στην είσοδο του χωριού Τριπόταμος (φωτό Δ. Στεφανίδου, ξαδέλφης Κατερίνας)

Οβίδες αυτοί, τέχνη εμείς





Τρελαίνομαι με το κέφι και το παιχνίδι αυτού του έργου. Ο Πικάσο επιστρέφει το 1914 στον λεγόμενο συνθετικό κυβισμό μ' ένα έργο - ζωγραφικό διαμάντι στο οποίο απομιμείται με λάδι το κολάζ, τα ένθετα, δηλαδή πραγματολογικά στοιχεία, την παλαιότερη κατάκτηση του! Παίζει καταφανώς με τη γλώσσα δια της γλώσσας και με - τελικό - στόχο τη γλώσσα, τις λέξεις της, τον αδιάκοπο κυματισμό των νοημάτων της. Κλασικιστής του μοντερνισμού γαρ.
 Επιπλέον χρησιμοποιεί το γλωσσολογικό στοιχείο "Journal" που διαβάζεται αποκομμένο ως ur(i)nal = ουρητήριο! Τρία χρόνια πριν τον Duchamp! Σκόπιμο, τυχαίο, δεν θα μάθουμε ποτέ. Απλώς θα ασκούμε εαυτούς και αλλήλους στην ανάγνωση της διαλεκτικής όχι των κινημάτων της πρωτοπορίας αλλά των ανοιγμάτων - αινιγμάτων της. Όπως π.χ συνέβη με τον Βλάση Κανιάρη (1928 - 2011) και την εγκατάσταση του Ουρητήριο από το 1979. (Αυτό που λίγο φιλολογικά ονόμασα γύρω στο '90 "Ουρητήριο της Ιστορίας").
Η πρωτοπορία από τον Jarry και μετά (1898) χρησιμοποιεί τα σκατολογικά - σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς το παραμικρό ... υπονοούμενο! Μόνο χλεύη για την σοβαροφάνεια του ακαδημαϊσμού και αστείρευτη επιθυμία και για πειραματισμούς και για πρόκληση. Επειδή... Αλλάζουμε τον κόσμο αλλάζοντας τη γλώσσα του κόσμου. Από τα επινοητικά collages του Πικάσο προέρχονται τα reliefs του Tatlin, τα Merzbau του Schwitters κλπ. Η μισή ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα. Όλα, εκεί γύρω στις αρχές του πρώτου μεγάλου Πολέμου. Οβίδες αυτοί; Τέχνη και ειρωνεία εμείς! Έως της συντελείας του αιώνος.

Ένα τραγούδι, για ναν' τραγούδι!

(Μνήμη Λουκιανού Κηλαηδόνη)

Είναι Σάββατο μεσημέρι και περιμένω το πλοίο για την Ραφήνα από το λιμάνι της Τήνου. Υπάρχει αρκετός κόσμος στις σειρές των αναμενόντων τα συμβατικά και τα ταχύπλοα. Ποικιλώνυμος κόσμος, πολύχρωμος, μισοζαλισμένος από τον αέρα και την έντονη ηλιοφάνεια. Είναι υπερήλικες τουρίστες, αγέρωχες, νεαρές παραθερίστριες, νεόπλουτοι που μπέρδεψαν την Τήνο με τη Μύκονο και οι απαραίτητες συμπεθέρες από όλη την επικράτεια που ήρθαν για να προσκυνήσουν συνοδευμένες από αρειμάνιους παπάδες. Η ιδρωτίλα ανακατεύεται με τα αντηλιακά και αμφότερες οι οσμές αποθεώνουν το ελληνικό καλοκαίρι. Όλοι έχουν στα πρόσωπα μια μακάρια έκφραση καθώς το πλοίο κάνει την εμφάνιση του στο βάθος του ορίζοντα. Η φωταύγεια πυρπολεί τα λευκά και μεταμορφώνει τα μπλε σε χρυσαφιά. Ίμερος υποβόσκει...
Αίφνης, από το πουθενά εμφανίζεται ένας ξυπόλυτος τσιγγάνος, με συγχωρείτε, εννοώ Ρομά, και αρχίζει να παίζει έναν χειροποίητο, ξύλινο αυλό. Παίζει μαγικά σαν ακόλουθος ενός αοράτου Βάκχου. 
Στην αρχή οι περισσότεροι νιώθουν αμήχανα - όπως συμβαίνει με κάθε επαίτη - έπειτα ξεθαρρεύουν, πείθονται από την σαγήνη της μουσικής και στο τέλος όλες και όλοι οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας σιγοτραγουδούν τον σκοπό ή κουνιούνται στον ρυθμό του. Ιδιαίτερα οι συμπεθέρες από την Βόρεια Ελλάδα. Βλέπετε, ο μουσικάντης έπαιζε το "Μήλο μου κόκκινο"! 
Το κλίμα τώρα έχει αλλάξει εντελώς. Λίγο πριν δέσει το καράβι, οι ντόπιοι τραγουδάνε πια κανονικά και ψευτοχορεύουν ενώ οι ξένοι κοιτούν απορώντας και ... ζηλεύοντας.
Σκέφτομαι αφενός τι ξεσηκωτική δύναμη κρύβει το κάθε τραγούδι και αφετέρου πόσο εύκολο είναι να δονηθεί μια  βαριεστημένη ομάδα και να γίνει από πλήθος λαός. Με ευδιάκριτα χαρακτηριστικά και κοινές, σημαίνουσες αναφορές. Οι ατομικότητες ως δια μαγείας εξέλιπαν. Το τραγούδι, ιδιαίτερα το λεγόμενο δημοτικό ή λαϊκό, - περισσότερο από άλλα είδη μουσικής ,της λόγιας συμπεριλαμβανομένης - συμπυκνώνει έναν τεράστιο αριθμό πολιτισμικών συμπαραδηλώσεων που αναφέρονται τόσο στο παρελθόν - δηλαδή την λεγόμενη παράδοση - όσο και στο μέλλον ( οι πιτσιρίκες πρωτοστατούσαν στο "γλέντι"). Επίσης οι νεότεροι διασκεδάζοντας προέβαιναν μέσω της μουσικής σ'ένα είδος επιθετικής επίδειξης της ταυτότητας. Αυτοί είμαστε, ήταν σαν να έλεγαν. Προς πάσαν κατεύθυνση.
Όσο για το τραγούδι, τί παραπάνω να πω; Κάθε φορά, μα κάθε φορά που το ακούω, ξεσηκώνομαι και εγώ. Γιατί άραγε; Δεν είμαι Μακεδόνας, δεν κατάγομαι από χωριό, δεν έχω ανάλογες προσλαμβάνουσες. Πρόκειται όμως για ένα πασίγνωστο, ερωτικό τραγούδι υψηλού λυρισμού με ιδιαίτερο ρυθμό που το τραγουδούσαμε φοιτητές κατά την διάρκεια των ανασκαφών στην Πύλο και την Βοϊδοκοιλιά. Επίσης κουβαλάει έναν ολόκληρο μύθο που γίνεται κοινή, προσωπική ιστορία κάθε φορά που κάποιος ή κάποια το (ξανά) τραγουδάει.
Συμπέρασμα που το έχω ξαναπεί: Όσο αυτός κόσμος τραγουδάει και χορεύει έτσι αρμονικά όσο και αυθόρμητα δικαιούται να ελπίζει.

(Εν πλω προς Ραφήνα με τον Θεολόγο)

Φωτογραφία: Ο μπάρμπα Γιαννούλης κι ένας άλλος μπάρμπας.