Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

ΔΟΛιοι, δόλιοι, δόλος, ΔΟΛ και τρωκτικά

 

Επιτρέψτε μου να διεκδικήσω σεμνοπρεπώς το copyright  για τον όρο ΔΟΛιος που πρωτοχρησιμοποίησα, 25 χρόνια πριν, στο ιστορικό περιοδικό "Αντί" όταν μαζί με τον Παπουτσάκη "τουφεκίζαμε" από τα πρανή του Λυκαβηττού τις φαραωνικές παρανομίες της υπόγειας Όπερας που έχτιζε ο πρόεδρος του ΔΟΛ στο καταπατημένο γήπεδο του Μεγάρου  αδιαφορώντας μέσα στην απόλυτη αυθαιρεσία και αλαζονεία του "οράματος" του ...νόμους, υπονόμους, αστυνόμους  κλπ. 
Κι ενώ όλες οι Όπερες του κόσμου, δημιουργήματα του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού είναι υπέργεια, περίοπτα, λαμπρά κτίσματα που αντανακλούν την υπερηφάνεια του αστικού πολιτισμού, η Όπερα Λαμπράκη είναι υπόγεια και αφανής, αψευδές σύμβολο μιας εποχής τρωκτικών. 
Πρόκειται για την εποχή που ο Λαμπράκης ανέβαζε και κατέβαζε υπουργούς Πολιτισμού όταν δεν ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις και δεν αποσπούσε για τις δραστηριότητες του την μερίδα του λέοντος των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Έτσι, σταδιακά το σύστημα ΔΟΛ όχι μόνον εξελίχθηκε σε βασικό άξονα οικονομικοπολιτικής διαπλοκής αλλά και οικειοποιήθηκε  μεθοδικά -  όταν δεν εκμαύλισε - ολόκληρη την πολιτιστική ζωή του τόπου. Η ΚΟΑ και η ΕΛΣ μάταια ζητιάνευαν χώρους του πληρωμένου από το κράτος και την δαψιλή χορηγία Βούρου - Ευταξία  Μεγάρου για πρόβες ή παραστάσεις. Ο πρόεδρος προέβαλε βέτο σε ό, τι κοντραριζόταν με το Μέγαρο "του". 

Για να φτάσουμε σήμερα να έχουμε τρεις όπερες αλλά καθόλου μπάτζετ και περιορισμένο κοινό. Για να φτάσουμε σήμερα στην απόλυτη παρακμή και χρεοκοπία και του Μεγάρου και του ΔΟΛ και του Μέγκα. Και όλα αυτά βέβαια τα συσσωρευμένα λάθη δεν φταίει ούτε ο Παππάς ούτε ο Τσίπρας. Θυμίζω ότι αυτήν την απεχθή νοοτροπία του κράτους εν κράτει υιοθετούσαν αμέσως όλα τα στελέχη του ΔΟΛ τα οποία διέθεταν μόνο την αλαζονεία αλλά κανένα από τα πολλά ταλέντα του αφεντικού τους. Ούτε βέβαια την παιδεία του. Και ενώ αυτός  έκανε το παθιασμένο του ψώνιο με την κλασική μουσική, εκείνοι έκαναν τα ψώνια και τις καταθέσεις τους στην Ζυρίχη, την Νέα Υόρκη κλπ. Δεν θα ξεχάσω πως ο λιτοδίαιτος και τσιγκούνης Λαμπράκης κυκλοφορούσε με τρακαρισμένο Φολκσβάγκεν ενώ ο Ψυχάρης με λιμουζίνα και μοτοσικλετιστή της Τροχαίας! Ούτε βέβαια τους άπειρους πνευματικούς ανθρώπους, ζώντες και τεθνεώτες, αριστερούς κατά δήλωσιν, που ψωμίζονταν στην αυλή του. Αλήθεια, ούτε ένας λόγος στήριξης στον χειμαζόμενο ΔΟΛ από τον κ. Βέλτσο ή τον κ. Τσουκαλά;

ΥΓ. 
Στην φωτογραφία πίνακας του Δημήτρη Σαραζίτη, με στρατηγούς, επαναστάσεις και έρωτες. Την πρόσφατη δηλαδή ιστορία μας μυθοποιημένη. Επειδή γνωρίζω ότι είναι φιλότεχνοι στον ΔΟΛ. Κι αν με θεωρούν εμπαθή, τους θυμίζω με πόση εμπάθεια απέκλειαν κάθε δυσάρεστο. Επί δεκαετίες...

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΑΓΑΠΏΝΤΑΣ (ΠΕΡΊ ΤΈΧΝΗΣ)

 

 

Η εντυπωσιακή, νέα τοιχογραφία του Ino στην Πειραιώς. Την φωτογράφισα προχτές. Με μιαν αισθητική που ανθίσταται σε μία αντιαισθητική πόλη. Και με ένα μήνυμα σαφές και εύληπτο. Εκτός και αν είναι κακό αυτό. 
Αυτό είναι το μήνυμα : Γράφουμε για την ελληνική τέχνη και τους δημιουργούς της όσο πιο αντικειμενικά γίνεται βλέποντας αρετές ή αδυναμίες και αγωνιώντας ταυτόχρονα για το ιστορικό πλαίσιο και το διεθνές συγκείμενο. Κοιτώντας από μέσα προς τα έξω και το αντίστροφο. Όσο γίνεται. Πάντα, όμως, πάντα με μιαν διάθεση αγαπητική και συγκινημένη. Γιατί είναι τα δικά μας πράγματα, άλλοτε σπουδαία κι άλλοτε λιγότερο. Κι άλλοτε καθόλου. Όμως είναι έκφραση στην οποία μετέχουμε όλοι, έμμεσα ή άμεσα. Είναι η κοινή παράδοση και το κοινό μας μέλλον. Αν δεν υπήρξαμε οι φυσικοί γονείς αυτών των δημιουργημάτων, είμαστε πάντως οι ανάδοχοι τους! Και ως τέτοιοι έχουμε ευθύνη για αυτά. Χωρίς μιζέριες ή μεμψιμοιρίες. 
Αξίωμα : Επιτρέπεται να μην μου αρέσει ένα έργο τέχνης. Δεν μου επιτρέπεται όμως να μην το αγαπώ! Δεν μισείς ένα έργο τέχνης. 
( Ακριβώς όπως και ένα παιδί ).
Γιαυτό και ήμουν πικρός και χολερικός εναντίον όλων εκείνων των μεγαλοπαραγόντων της τέχνης, γκαλεριστών, συλλεκτών, curators κλπ. που παρότι Έλληνες, έβλεπαν ή βλέπουν συγκαταβατικά και αφ' υψηλού την νεοελληνική τέχνη. Συγκροτώντας συλλογές ή οργανώνοντας εκθέσεις χωρίς να τους συμπεριλαμβάνουν. Αγνοώντας έτσι τους σύγχρονους δημιουργούς μας. Δηλαδή μη μετέχοντας στο κοινό στοίχημα που μας δεσμεύει όλους : Η νεοελληνική τέχνη, σε κάθε της έκφανση. 
Ακόμη χειρότερα νομίζοντας πως η σύγχρονη τέχνη μας εξαντλείται στον Κουνέλλη. ( Το αντίθετο παράδειγμα είναι εκείνοι που νομίζουν ότι εξαντλείται στον Μποκόρο ). Πόσο λάθος είναι αμφότερα τα αξιώματα νομίζω πως δεν αξίζει να αποδείξω. 
Συμπέρασμα αναπόφευκτο και προσωπική εξομολόγηση : Έγινα και γίνομαι συχνά κακός με κείμενα και δημόσιες τοποθετήσεις μου για να υπερασπιστώ τις αγάπες μου! Αλλιώς δεν έχει αξία.

Έπαινος Μποκόρου και Ψόγος του χώρου

 
         Παράλληλα με την άψογη επιστημονικά και αισθητικά τρίτη παρουσίαση του Γιάννη Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη, ... την παράσταση κλέβει η αναδρομική του επιγόνου του, Χρήστου Μποκόρου. Τόσο για την θεματική επάρκεια της όσο και για την ζεστή, συγκινησιακή της ατμόσφαιρα που κερδίζει και ξεκουράζει τον θεατή. Σκεπτόμενος δημιουργός όσο και επίμονος δεξιοτέχνης ο Μποκόρος υπηρετεί με συνέπεια την ιλουζιονιστική αναπαράσταση και ένα είδος νεοσυμβολισμού με όλα τα ρομαντικά ή ακαδημαϊκά συμφραζόμενα του. Αλλά και με σπάνια,τεχνική αρτιότητα ή θεατρική αίσθηση. Νομίζω πως ήρθε η στιγμή να άρουμε το ανάθεμα εναντίον της ηδονής από την τέχνη όπως επέβαλε μία αρτηριοσκληρωτική μοντερνιτέ.

Εν προκειμένω, πλάι στις νεότερες "παπαδιαμαντικές" φλόγες,  επιλέγω να σας παρουσιάσω  τον "Οίκο" και την "Ελαία" που  πρωτοέδειξε στην γκαλερί Ζουμπουλάκη πριν 25 χρόνια.  Όλη την συγκεκριμένη έκθεση, την μετέφερα στο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στην Κέρκυρα όταν ήμουν επικεφαλής του, το 1992, με τεράστια επιτυχία. Επρόκειτο για ένα θεατρικό, εικαστικό σύνολο με φιλοσοφικές - εννοιολογικές προεκτάσεις που προδιέγραφε μία εξαιρετική καριέρα. 
Η μιζέρια βέβαια του χώρου βολεύεται σταθερά σε πλασματικές αντιπαλότητες "παραδοσιακών" και  "μοντέρνων" ζωγράφων ή,  καλλιτεχνών και κριτικών με αποτέλεσμα να φαλκιδεύεται ο διάλογος εν τη γενέσει του και  να ποινικοποιείται η διαφωνία ή η κριτική. 

 
Στην εποχή της ευμάρειας της αγοράς οι ζωγράφοι κατέληξαν να είναι περισσότερο επαγγελματίες και λιγότερο καλλιτέχνες ενώ βολεύονταν με τα εμέσματα των δημοσιογράφων αλλά όχι την επώδυνη πλην ουσιαστική κριτική. Ή προτιμούσαν την βολική  παρέα παχύσαρκων νεόπλουτων οι οποίοι πάντως μπέρδευαν τον επαρχιωτισμό με την ιθαγένεια και την επίδειξη με την έκφραση. Αυτά τότε ... που η αγορά κυριαρχούσε. Σήμερα πάλι που δεν πουλούν ούτε οι μεν ούτε οι δε, ίσως ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε νηφάλια την ιστορία και τις ευθύνες μας απέναντι της. 

Θεωρώ λοιπόν ιστορικό λάθος της κυρίαρχης επί 30 χρόνια ομάδας στην ΑΣΚΤ που μεθοδικά απέκλεισε το "αντίπαλο δέος" από τις έδρες της Σχολής στερώντας από τους φοιτητές τους δασκάλους όπως ο Μποκόρος, ο Ρόρρης, ο Παπανικολάου, ο Σακαγιάν, ο  Δασκαλάκης, η Ηλιόπουλου, ο Μακρής. 
Αλλά και δημιουργούς με την ποιότητα και τον διονυσιασμό του Κασκούρα, του Γιάννη Τζερμιά, του Μαντζαβίνου, του Γιώργου Ξένου. Δεν μιλάω για τον Μπάικα ή τον Αληθεινό, τον Άγγελο Παπαδημητρίου ή την Διοχάντη γιατί χάθηκαν οριστικά αυτές οι περιπτώσεις λόγω ηλικίας. Οι άλλοι όμως είναι ακόμα μάχιμοι. Η Σχολή παρακμάζει χωρίς ανανέωση δασκάλων - κι όχι ακτιβιστών - και η ευθύνη της ηγεσίας της είναι τεράστια. Και ας μην μάς πουν ότι δεν υποβάλλουν οι ανωτέρω υποψηφιότητα ή δεν προσέρχονται στις διαδικασίες γιατί όλοι γνωρίζουμε το πως οργανώνονται όλες αυτές
 οι "διαδικασίες". Ή μήπως η σωστότερη λέξη είναι "ίντριγκα";

Αγωνίστηκα σε όλη μου την θητεία στο χώρο για να υπερασπιστώ όχι μόνο τα  πρόσωπα που πίστεψα - ορθά ή λάθος - αλλά κυρίως την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής τέχνης νοουμένης ως ενότητας. Αυτό πράττω και τώρα...

Οι Χαμηλές Πτήσεις του κ. Γελασίνου

Να τι έγραφα για τον Αρκά ακριβώς δέκα χρόνια πριν...Προλογίζοντας τον συγκεντρωτικό τόμο των Πτήσεων. Ο Αρκάς περισσότερο επίκαιρος παρά ποτέ. Ιδιαίτερα σήμερα που διώκεται το χιούμορ.


(Ή ...  η, σχεδόν, μεταφυσική περίπτωση του κ. Γεράσιμου Σπανοδημήτρη*)

 
 -Τί είναι έλλειψη φαντασίας σύμφωνα με τον μικρό σπουργίτη; "Να καβαλάς ως παιδί ένα ξύλο και τρέχοντας να νομίζεις ότι καβαλάς ένα ξύλο". Στις "Χαμηλές Πτήσεις" ο Αρκάς επενόησε ένα παιδί-θαύμα με διαβολικό πνεύμα αμφισβήτησης και αναρχική διάθεση ισοπέδωσης των πάντων. Πρώτος και εύκολος στόχος του ο μπαμπάς σπουργίτης, συναισθηματικά τσακισμένος από την προδοσία και τη φυγή της συζύγου του, αλλά και αφοσιωμένος οπαδός κάθε μικροαστικής αξίας. Το ηθογραφικό δράμα έχει ήδη στηθεί και μάλιστα στο κατάλληλο σκηνικό. Ένα καθημαγμένο, αστικό τοπίο μιας πόλης που πέρασε ασθμαίνοντας στον μεταμοντερνισμό χωρίς να την αγγίξει διόλου η νεωτερικότητα. Οι διάλογοι του μικρού με τον πάτερ-φαμίλια (που όμως δεν έχει οικογένεια) θυμίζουν τους πρωταγωνιστές του "Περιμένοντας τον Γκοντό", καθώς μάλιστα εκτυλίσσονται στο ανάλογο περιβάλλον. Εν προκειμένω ο Γκοντό έρχεται και μάλιστα με τη μορφή του αναρχικού μικρού, του μπόμπιρα σπουργίτη ο οποίος διαθέτει το ταλέντο ενός άλλου παιδιού-θαύματος, του Αμαντέους Μότσαρτ, αλλά διόλου τον σεβασμό προς τον καταπιεστικό ιμπρεσάριο, πατέρα Λεοπόλδο. Ακριβώς το αντίθετο θα λέγα.

 

Τα ολοσέλιδα κομικ-ειδύλλια του Αρκά με την εξαιρετική οικονομία των μέσων τους αρθρώνονται σαν κανονικά θεατρικά μονόπρακτα αξιοποιώντας μιαν αρχική, λαμπρή ιδέα και διακλαδίζοντας την επ' άπειρον σε όλους τους δυνατούς συσχετισμούς. Πίσω από την γενική εικόνα υπάρχει μία κρυμμένη γεωμετρία. Είναι προφανές. Μία γεωμετρία της οποίας βασικό σχήμα είναι ο λόγος, οι ανατροπές του, οι διπλές σημασίες,οι παρανοήσεις, τα υπονοούμενα, οι μετακυλίσεις του νοήματος, τα παίγνια της γλώσσας, οι μετωνυμίες, οι μετατονισμοί... Ακόμη σπανιότερα και οι σιωπές. Να γιατί υπαινίχθηκα πιο πάνω μπεκετική ατμόσφαιρα. Νομίζω πως όποιος θέλει να γράψει κάτι για τον Αρκά, οφείλει να απαλλαγεί από κάθε πειρασμό χιούμορ. Εκτός κι αν φιλοδοξεί να διαβάσει τα έργα αρκούμενος απλώς σ´ ένα πρώτο επίπεδο. Οι πολλοί γελάνε με τα ευρήματα και τις απροσδόκητες εξόδους - ανατροπές των οπτικοποιημένων ιστοριών του. Οι άλλοι χαμογελούν μελαγχολώντας. Και είναι αυτό το γεγονός που, σχεδόν ανεπαίσθητως, ανάγει τα κόμικς του Αρκά όχι απλώς σε ... κώμικς αλλά σε μια σημαντική πολιτική έκφραση του καιρού μας. Σε μίαν εικαστική τέχνη που ζευγνύει ισότιμα το λαϊκό και το λόγιο τιμώντας και τα δύο εξίσου. Φιλοσοφώντας θυμόσοφα, κοινωνιολογώντας, μελαγχολώντας. Επειδή, εν τέλει, η μελαγχολία είναι αυτό που μας απομένει.

"Χαρίζουμε τον θάνατο σε ένα παιδί όταν του χαρίζουμε μία κούκλα". Αυτή φράση της Τζούνα Μπαρνς στριφογύριζε στο μυαλό μου όταν ξαναξεφύλλιζα τα επτά τεύχη των "Χαμηλών Πτήσεων" λοξοκοιτάζοντας παράλληλα στην τηλεόραση τα ξεκοιλιασμένα βρέφη της Βηρυτού. Ο μικρός σπουργίτης πρόλαβε εν τω μεταξύ να αναιρέσει και να διασύρει όλα τα ισχύοντα, κοινωνικά σύμβολα, το εκπαιδευτικό σύστημα, την οικογένεια, το δικαίωμα στην εργασία και τις διακοπές, τον σεβασμό στους μεγαλύτερους... Προτού μάλιστα υποστεί την καταλυτική τους επίδραση. Η ποιητική αναρχία του, όταν φοράει στο κεφάλι του βάζα και τενεκέδες παριστάνοντας τον διαστημάνθρωπο, προσεγγίζει επιτυχώς  τον terrorisme poétique του Γιάν Φαμπρ. Ο μικρός δαίμων του πατέρα του εκφράζει άφοβα την βιτριολική του αηδία σε ό,τι συγκροτεί τον κόσμο των μεγάλων, γεγονός εκ πρώτης όψεως αστείο, στο βάθος τραγικά τραγικό.
Οι χαμηλές, συμβολικά και μοιραία,  πτήσεις τους λαμβάνουν χώρα σε άθλιες ράτσες, σε γείσα ερειπωμένων νεοκλασικών, σε φουγάρα και ξεδοντιασμένες κεραίες τηλεοράσεων πλάι σε πλυσταριά και ηλιακούς θερμοσίφωνες.Πού αλλού; Πρόκειται, βλέπετε,για την Αθήνα και όχι για τη Νεφελοκοκκυγία. Είναι η Αθήνα του σήμερα - κάπου αναγνωρίζουμε και τον μπετονένιο Πύργο της. Τα πουλιά πια δεν ζουν στη φύση εφόσον και το δάσος έχει καταστεί ένας συμβολικός, προκατασκευασμένος "τόπος". Ο μικρός, με τη σειρά του, μισεί το δάσος: "Ο καθαρός αέρας του δάσους βοηθάει πολύ την ανάπτυξη" επιμένει παρόλα αυτά ο μπαμπάς του. -"Να το πεις αυτό στους επτά νάνους" είναι η ανοικτίρμων απάντηση του μικρού.

 

Τα λεκτικά, γλωσσο-κεντρικά ευρήματα του Αρκά, συνδυασμένα με ένα σκόπιμα μπρούτο εξπρεσιονισμό χρώματος και έναν σκόπιμα μπρούτο μινιμαλισμό σχεδίου, τον καθιστούν ακραιφνώς γλωσσαλγικό καλλιτέχνη όπως είναι ο Βλάσης Κανιάρης, ο Άγγελος Παπαδημητρίου, ο Νίκος Μπάικας, ο Νίκος Χαραλαμπίδης, ο Δήμος Αβδελιώδης ή ο Δημήτρης Ζουρούδης. Τα σπουργίτια των "Χαμηλών Πτήσεων" είναι τόσο ελληνοκεντρικά όσο και μοντέρνα πράγμα που συναντάμε εξάλλου  και στους προγόνους τους "Όρνιθες",τα πασίγνωστα πουλιά ενός άλλου κομίστα που ακούραστα κομίζει κατ' έτος εκατόμβες θεατών στην Επίδαυρο γελώντας σαρδόνια κάτω από τα μουστάκια του με αυτά που εκείνοι βλέπουν στο όνομα του. 
Πού βρίσκεται όμως ο Αρκάς; Στο σαρκασμό του μικρού ή στην στωικότητα του φροϋδικού πατέρα; Ή, μήπως είναι το genius loci της ανασούμπαλης, ανυπεράσπιστης αυτής πόλης; Νομίζω πως στην ρίζα της συγκεκριμένης ιδέας των "Χαμηλών Πτήσεων" βρίσκεται το αρχετυπικό δίδυμο του Θεάτρου Σκιών, ο Καραγκιόζης και το Κολλητήρι του, αυτή η προκατακλυσμιαία σχέση στοργής, προστασίας και εξουσίας, το οιδιπόδειο κάθε ακραιφνούς Νεοέλληνα, με τις λοιπές φιγούρες, τον ταχυδρόμο, τον δάσκαλο, τον τσαλαπετεινό κλπ. να βαδίζουν παράλληλα με τον Σταύρακα, τον Νιόνιο τον Χαχαμίκο και... ούτω καθ' εξής.

Τι είναι, τέλος πάντων, ο Αρκάς; Ένας ακόμη χιουμορίστας, ένας θυμόσοφος αρτιζάνος που, αναγνωρίζοντας την αναπόφευκτη θλίψη των πραγμάτων, έχει αποφασίσει να γελάει αντί να κλαίει; Αν ο Δημόκριτος, ο πατέρας της ατομικής θεωρίας έμεινε γνωστός ως "γελασίνος", ο φιλόσοφος που γελά και ο Μποστ ως ο νεότερος Λεονάρντο, ο Αρκάς, πατέρας του Καστράτο, του Ισοβίτη, του Κόκκορα κ.λ.π, ας μείνει γνωστός, σε όση ιστορία μας απέμεινε για μέλλον, ως ο ζωγράφος που γελά με την μωρία και την απληστία των ανθρώπων, με την ιλαροτραγωδία δηλαδή της condition humaine. Που ζωγραφίζει, τέλος, σαν τον μικρό σπουργίτη, "απλώς για να περνάει η ώρα"...  εφόσον είναι αυταπόδεικτο πως ... "ο Νεύτων όταν του έπεσε το μήλο στο κεφάλι, ανακάλυψε τον πονοκέφαλο"!

1.9.2006 

 

* Ψάξτε στο βιβλίο για να ανακαλύψετε αυτή την καταπληκτική φιγούρα η οποία θα μπορούσε να έχει πει μαζί με τον Γούντι Άλεν, "Αν υπάρχει θεός, ας μου δώσει ένα σημάδι, ας μου βάλει 1.000.000 δολάρια σε μία τράπεζα της Ελβετίας".

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Επείγουσα Ανακοίνωση - Τσαρούχης



Μεθαύριο Κυριακή 15/1, στη μία το μεσημέρι θα ξεναγήσω όλους τους φοιτητές του τμήματος θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών στην έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη, στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς.

Επίσης το μάθημα της Τρίτης θα γίνει κανονικά και θα συζητηθούν οι ολοκληρωμένες εργασίες.

Κεντρικός άξονας της ξενάγησης θα είναι η παρουσία του σώματος στην τέχνη του Τσαρούχη, αισθητική, ιδεολογική, πολιτισμική.
Η μικρή ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής στον προηγούμενο αιώνα, παρά την δράση χαρισματικών καλλιτεχνών όπως ο Παρθένης, ο Οικονόμου, ο Παπαλουκάς, ο Σπυρόπουλος κλπ. κατ' ουσίαν διαμορφώνεται, σχεδόν αποκλειστικά, από το έργο και την επίδραση δύο ζωγράφων:
Του "υπαρξιακού" Μπουζιάνη και του "σωματικού" Τσαρούχη. Ο τελευταίος διεκδικεί έναν ιδιότυπο, λαϊκό μοντερνισμό με την Ανατολή εξίσου παρούσα όπως και η Δύση.
Ο Τσαρούχης ως αστός βλέπει αγαπητικά την παράδοση και χωρίς σύμπλεγμα τον μοντερνισμό. Ως τέτοιος, παραμένει κορυφαίος διανοούμενος, μυθική μορφή του θεάτρου, γράφει συναρπαστικά δοκίμια σε ύφος απόλυτα προσωπικό σφραγίζοντας μιαν εποχή αν και ως ζωγράφος συχνά προδίδεται από το μέγεθος της φιλοδοξίας του.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Μύγα


 

Καρυδιά. Ξύλο αθάνατο. Μασίφ. Κατασκευή επιμελημένη. Το φέρετρο έτσι σκουρόχρωμο από μασίφ καρυδιά, το αιώνιο ξύλο, δεν παίζεται. Πολυτέλεια και κύρος. Ο νεκρός πάλι μέσα περί άλλα ετύρβαζε και αδιαφορούσε και για τα ξύλα και για τις μασίφ κατασκευές. Αυτός επειγόταν να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με τα διαδικαστικά για να δει μετά τι θα κάνει, πως θα πορευθεί στο μέλλον ως μακαρίτης, κι αν έχει, τουλάχιστον, μέλλον εκεί στο επέκεινα .Το μέλλον που του αρνήθηκε η ζωή. Το ξύλο όμως ήταν καρυδιά κι ήταν αθάνατο ό, τι κι αν πείτε. Αν μπορείτε να συλλάβετε το σημειολογικό υπονοούμενο του πράγματος, τον συμβολισμό του.
Κατ’ άλλα η κηδεία εξελισσόταν ομαλά, οι πολυέλαιοι έλαμπαν κατά το ειωθός, οι παπάδες έψελναν λυπητερά, οι συγγενείς έκλαιγαν sotto voce, οι φίλοι δάκρυζαν με αξιοπρέπεια και τα κοράκια σοβαρά εξωτερικώς, έβραζαν από μέσα ανυπόμονα γιατί ακολουθούσε κι άλλη κηδεία και γιατί το φέρετρο ήταν μασίφ κι ήταν καρυδιά και μόνο όποιος το χει κουβαλήσει, γνωρίζει αληθινά την αξία του. Όλοι οι υπόλοιποι παρακαλώ silence.. Τι άλλο, λοιπόν, να προσθέσει κανείς παρά τα τυπικά, ζωή και θάνατος ένα ο δρόμος και μακαρία η οδός και αλίμονο σ’ εκείνους που μένουν και βέβαια την κορωνίδα πως δηλαδή ο νεκρός ξεκουράστηκε. Μια κοινοτοπία που τη λένε όλοι αλλά κατά βάθος δεν την πιστεύει κανείς. Και πάνω απ’ όλα ο νεκρός που την ακούει στωικά μεν αλλά και που τον πνίγει το δίκαιο εφόσον δεν νιώθει διόλου κουρασμένος ,άλλα πράγματα νοιώθει που δεν είναι της ώρας να εξηγήσει και που κ’ εγώ δεν αισθάνομαι καθόλου κατάλληλος να αναπτύξω.
Η ιστορία έμοιαζε να τελειώνει κάπου εδώ ίδια και απαράλλαχτα όπως εκατομμύρια άλλες φορές σε ανάλογες περιπτώσεις όταν τη κρίσιμη στιγμή –που λένε και στα μυθιστορήματα- έγινε κάτι που άλλαξε ριζικά τα φορά των πραγμάτων και που, σχεδόν ανεπαίσθητα, η φυσική μεταλλάχθηκε σε μεταφυσική. Μια κοινή, μια συνηθισμένη μύγα αψηφώντας τη ζέστη την ανυπόφορη και τη πολυκοσμία ζώντων και τεθνεώτος -ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό- εμφανίστηκε από το πουθενά ζωηρή, έκοψε τις βόλτες της πάνω από το ανοιχτό φέρετρο κι έπειτα στρογγυλοκάθισε ακριβώς στη γωνία της μύτης του νεκρού. Εκείνος σιωπηλός από αμηχανία ή επειδή άρχισε να συνηθίζει τον καινούργιο του ρόλο, υποδύθηκε τον πελιδνά ατάραχο, τον ψυχρό και αναίσθητο. Η μύγα σαν για να ελέγξει τις αντιδράσεις του περίγυρου -για τον νεκρό, φώς φανάρι, αδιαφορούσε- και έχοντας αντιληφθεί ότι μια τεθλιμμένη την αντιλήφθηκε, έκανε πως σηκώνεται, καθάρισε τα φτεράκια της, ανέβηκε λίγο ως τα λαμπερά φώτα, κατέβηκε πιο χαμηλά αργόσχολη, δήθεν πως φεύγει, βολιδοσκόπησε τον στόχο της, έκανε τον κεκανονισμένο θόρυβο, το έπαιξε λίγο πεταλούδα ανέμελη, λίγο μέλισσα ζουζουνιστή, για να θολώσει τα νερά, κι έπειτα αναλαμβάνοντας τον φύσει ενοχλητικό της ρόλο επέστρεψε στη μύτη του νεκρού αφού πρώτα προσγειώθηκε όλο χάρη στο μεσοφρύδιο διάστημα. Η τεθλιμμένη συγγενής έκανε τότε να τη διώξει με το μαυροφορεμένο χέρι της αλλά αυτόματα συγκρατήθηκε αναλογιζόμενη τη σοβαρότητα της στιγμής και το γελοίο της πράξης. Η μύγα περίφροντις στριφογύρισε τους οφθαλμούς με εκείνο το μοναδικό τρόπο των κολεοπτέρων, περιεργάστηκε μ’ εμβρίθεια το όλο σκηνικό κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν την απειλεί τίποτε και κανείς, με περίσσια αυτοπεποίθηση άρχισε να σεργιανίζει πάνω-κάτω στη μύτη του νεκρού σαν στρατηγός που επιθεωρεί τα στρατεύματα του απ’ τη κορυφή ενός λόφου. Η εικόνα με την μύγα Ναπολέοντα ήταν όντως φαιδρή αλλά το πλήρωμα της κηδείας παραδομένο σε γόνιμη θλίψη και αποφασισμένο να αυτοπαρηγορηθεί το ταχύτερο δυνατό ,δεν έδωσε σημασία. Για ν’ ακριβολογώ δεν έδωσε κανείς σημασία πλην ενός. Γιατί υπήρχε ένας και μάλιστα νεκρός ο οποίος είχε πραγματικά ενοχληθεί. Όχι ότι γαργαλήθηκε ή ότι σιχάθηκε, οι απελθόντες δεν έχουν τέτοιες αισθητήριες ευαισθησίες αλλά πώς να το πω ,το θεώρησε και ασέβεια και γρουσουζιά εκείνη τη τόσο επίσημη στιγμή της ζωής του ή μάλλον του θανάτου του, στη πρώτη του έξοδο ως νεκρός να μην ευφραίνεται με τις ψαλμωδίες, ούτε να κολακεύεται από τους θρήνους αλλά να ασχολείται, ν’ αποσπάται η προσοχή ενός νεότευκτου νεκρού, από το ... περπάτημα μιας μύγας. Ε, λοιπόν μια και δυο και χωρίς να το καλοσκεφτεί, άπειρος ων, προσπάθησε παρά την ακαμψία και την παγωμάρα του να σαλέψει απειροελάχιστα τη μύτη του τόσο ώστε να ξεκουμπιστεί το ζωύφιο. Τι το’ θελε; Παρότι ανεπαίσθητη η κίνηση του, έγινε αντιληπτή από το φιλοθέαμον ,λυπημένο κοινό του που όπως και να το κάνουμε ,δεν είχε για άλλον μάτια εκείνη τη στιγμή παρά γι’ αυτόν και το κακό ξέσπασε. Η χήρα έβαλε τσιρίδες δείχνοντας με φρίκη προς το πτώμα, οι παπάδες σταμάτησαν τη νεκρώσιμη ακολουθία σκανδαλισμένοι πάνω που έλεγαν το “συνεκλάμπον” και ο κόσμος παντελώς άγευστος του επέκεινα και των χαρακτηριστικών του σάλεψε γεμάτος δέος και περιέργεια. «Θαύμα-θαύμα!» αναφώνιζαν μερικοί αφελείς κι ένας επαγγελματίας θρησκευόμενος. Μόνο η μύγα διατήρησε τη ψυχραιμία της σ’ εκείνα τα κρίσιμα δευτερόλεπτα, μαθημένη μάλλον απ’ τα σουσούμια των νεκρών και την υποβολή της πτωμαϊνης. Χωρίς πανικό, θα λεγα ράθυμα, άνοιξε τα φτερά της με ήρεμο βολ πλανέ, κάπως σαν ενοχλημένη αλλά και υπαρξιακά περήφανη και αξιοπρεπής, ίδια βασίλισσα της Αγγλίας ή άλλου κράτους που όμως να φημίζεται για την ψυχραιμία και την αυτοσυγκράτηση των πολιτών του, ανέβηκε ως το ύψος του τρούλου υποδυόμενη με χάρη πότε την πεταλούδα-ψυχή και πότε αυτό το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το συνεκλάμπον, άλλωστε, μετά του πνεύματος του κεκοιμημένου αδελφού μας. Έπειτα, καλομαθημένη γλίστρησε από μια χαραμάδα του ουρανού στον Παράδεισο, αλλά αυτό θα σας το αφηγηθώ σ’ άλλη ιστορία.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Η αρχιτεκτονική ως συνείδηση

 
 
Η αρχιτεκτονική ως μνήμη και συνείδηση της πόλης ... 
* Αλλιώς " Πόλη και Ψυχή " κατά   Georg Simmel

Βραδυάζει σιγά σιγά στην μεσαιωνική πόλη του Neuchâtel και τα κτήρια της που έχουν ζωή αρκετών αιώνων, φωτίζονται αριστοτεχνικά. Κτίσματα που αντέχουν πιστοποιώντας την ανάλογη αντοχή, την συνοχή των κοινωνιών που τα εκκόλαψαν. Πρόκειται για μιαν παράδοση που εκφράζει ποιότητα ζωής και υπερβαίνει την διακόσμηση ή την αισθητική μόδα. Ο αστικός πολιτισμός στην πιο ουσιαστική στιγμή του. Αυτό που τον καθιστά αξιοζήλευτο σε άλλες κοινωνίες (π.χ τις ισλαμικές).
Εδώ η αρχιτεκτονική λειτουργεί ως η συνείδηση των πόλεων, η σιωπηρή ιστορία τους γραμμένη από τον μόχθο και τα επιτεύγματα των γενεών που προηγήθηκαν. Εξ ου και ο ανύποκριτος  σεβασμός των νεοτέρων. Ό, τι ακριβώς συμβαίνει δηλαδή και με εμάς στα Εξάρχεια. 
(Το μίσος και η παράλογη βία, με άλλα λόγια, προς οτιδήποτε μας υπερβαίνει. Ο καρκίνος μιας γενιάς και μιας εποχής).