Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Η Προσευχή των Ασήμαντων





 - Κύριε των δυνάμεων τί Σου ζήτησαν
 οι μικροί, απαρηγόρητοι άνθρωποι;
Λίγο καλοκαίρι περισσότερο, λίγη περισσότερη σκιά το μεσημέρι, να μη μαραίνονται έτσι γρήγορα τα φιλιά
και να κρατάει πιο πολύ η δροσιά τους
στα χείλη, το μέλι στην κερήθρα, το δειλινό.
Αυτές Κύριε των δυνάμεων είναι οι ταπεινές παρακλήσεις των μικρών, των αδύναμων, 
των ανυπεράσπιστων ανθρώπων Σου.
Α, και με τον χρόνο Πάνσοφε φέρθηκες αστόχαστα. Ίσως επειδή είσαι Αθάνατος.
Τον έφτιαξες να ρέει βιαστικός στην ευτυχία
και να σέρνεται όταν η οδύνη τούς πνίγει.
Αυτά είναι μόνο τα αιτήματα των ασήμαντων, 
των ανυπεράσπιστων πλασμάτων Σου Κύριε!
 - Και Εσύ Παντοδύναμε τί τούς ανταπέδωσες;

ΥΓ. Ο Cacao rocks στη Σίκινο! Τον περιμένω και στην Τήνο να ζωγραφίσει το πορτρέτο του Καστοριάδη στην είσοδο του χωριού Τριπόταμος (φωτό Δ. Στεφανίδου, ξαδέλφης Κατερίνας)

Οβίδες αυτοί, τέχνη εμείς





Τρελαίνομαι με το κέφι και το παιχνίδι αυτού του έργου. Ο Πικάσο επιστρέφει το 1914 στον λεγόμενο συνθετικό κυβισμό μ' ένα έργο - ζωγραφικό διαμάντι στο οποίο απομιμείται με λάδι το κολάζ, τα ένθετα, δηλαδή πραγματολογικά στοιχεία, την παλαιότερη κατάκτηση του! Παίζει καταφανώς με τη γλώσσα δια της γλώσσας και με - τελικό - στόχο τη γλώσσα, τις λέξεις της, τον αδιάκοπο κυματισμό των νοημάτων της. Κλασικιστής του μοντερνισμού γαρ.
 Επιπλέον χρησιμοποιεί το γλωσσολογικό στοιχείο "Journal" που διαβάζεται αποκομμένο ως ur(i)nal = ουρητήριο! Τρία χρόνια πριν τον Duchamp! Σκόπιμο, τυχαίο, δεν θα μάθουμε ποτέ. Απλώς θα ασκούμε εαυτούς και αλλήλους στην ανάγνωση της διαλεκτικής όχι των κινημάτων της πρωτοπορίας αλλά των ανοιγμάτων - αινιγμάτων της. Όπως π.χ συνέβη με τον Βλάση Κανιάρη (1928 - 2011) και την εγκατάσταση του Ουρητήριο από το 1979. (Αυτό που λίγο φιλολογικά ονόμασα γύρω στο '90 "Ουρητήριο της Ιστορίας").
Η πρωτοπορία από τον Jarry και μετά (1898) χρησιμοποιεί τα σκατολογικά - σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς το παραμικρό ... υπονοούμενο! Μόνο χλεύη για την σοβαροφάνεια του ακαδημαϊσμού και αστείρευτη επιθυμία και για πειραματισμούς και για πρόκληση. Επειδή... Αλλάζουμε τον κόσμο αλλάζοντας τη γλώσσα του κόσμου. Από τα επινοητικά collages του Πικάσο προέρχονται τα reliefs του Tatlin, τα Merzbau του Schwitters κλπ. Η μισή ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα. Όλα, εκεί γύρω στις αρχές του πρώτου μεγάλου Πολέμου. Οβίδες αυτοί; Τέχνη και ειρωνεία εμείς! Έως της συντελείας του αιώνος.

Ένα τραγούδι, για ναν' τραγούδι!

(Μνήμη Λουκιανού Κηλαηδόνη)

Είναι Σάββατο μεσημέρι και περιμένω το πλοίο για την Ραφήνα από το λιμάνι της Τήνου. Υπάρχει αρκετός κόσμος στις σειρές των αναμενόντων τα συμβατικά και τα ταχύπλοα. Ποικιλώνυμος κόσμος, πολύχρωμος, μισοζαλισμένος από τον αέρα και την έντονη ηλιοφάνεια. Είναι υπερήλικες τουρίστες, αγέρωχες, νεαρές παραθερίστριες, νεόπλουτοι που μπέρδεψαν την Τήνο με τη Μύκονο και οι απαραίτητες συμπεθέρες από όλη την επικράτεια που ήρθαν για να προσκυνήσουν συνοδευμένες από αρειμάνιους παπάδες. Η ιδρωτίλα ανακατεύεται με τα αντηλιακά και αμφότερες οι οσμές αποθεώνουν το ελληνικό καλοκαίρι. Όλοι έχουν στα πρόσωπα μια μακάρια έκφραση καθώς το πλοίο κάνει την εμφάνιση του στο βάθος του ορίζοντα. Η φωταύγεια πυρπολεί τα λευκά και μεταμορφώνει τα μπλε σε χρυσαφιά. Ίμερος υποβόσκει...
Αίφνης, από το πουθενά εμφανίζεται ένας ξυπόλυτος τσιγγάνος, με συγχωρείτε, εννοώ Ρομά, και αρχίζει να παίζει έναν χειροποίητο, ξύλινο αυλό. Παίζει μαγικά σαν ακόλουθος ενός αοράτου Βάκχου. 
Στην αρχή οι περισσότεροι νιώθουν αμήχανα - όπως συμβαίνει με κάθε επαίτη - έπειτα ξεθαρρεύουν, πείθονται από την σαγήνη της μουσικής και στο τέλος όλες και όλοι οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας σιγοτραγουδούν τον σκοπό ή κουνιούνται στον ρυθμό του. Ιδιαίτερα οι συμπεθέρες από την Βόρεια Ελλάδα. Βλέπετε, ο μουσικάντης έπαιζε το "Μήλο μου κόκκινο"! 
Το κλίμα τώρα έχει αλλάξει εντελώς. Λίγο πριν δέσει το καράβι, οι ντόπιοι τραγουδάνε πια κανονικά και ψευτοχορεύουν ενώ οι ξένοι κοιτούν απορώντας και ... ζηλεύοντας.
Σκέφτομαι αφενός τι ξεσηκωτική δύναμη κρύβει το κάθε τραγούδι και αφετέρου πόσο εύκολο είναι να δονηθεί μια  βαριεστημένη ομάδα και να γίνει από πλήθος λαός. Με ευδιάκριτα χαρακτηριστικά και κοινές, σημαίνουσες αναφορές. Οι ατομικότητες ως δια μαγείας εξέλιπαν. Το τραγούδι, ιδιαίτερα το λεγόμενο δημοτικό ή λαϊκό, - περισσότερο από άλλα είδη μουσικής ,της λόγιας συμπεριλαμβανομένης - συμπυκνώνει έναν τεράστιο αριθμό πολιτισμικών συμπαραδηλώσεων που αναφέρονται τόσο στο παρελθόν - δηλαδή την λεγόμενη παράδοση - όσο και στο μέλλον ( οι πιτσιρίκες πρωτοστατούσαν στο "γλέντι"). Επίσης οι νεότεροι διασκεδάζοντας προέβαιναν μέσω της μουσικής σ'ένα είδος επιθετικής επίδειξης της ταυτότητας. Αυτοί είμαστε, ήταν σαν να έλεγαν. Προς πάσαν κατεύθυνση.
Όσο για το τραγούδι, τί παραπάνω να πω; Κάθε φορά, μα κάθε φορά που το ακούω, ξεσηκώνομαι και εγώ. Γιατί άραγε; Δεν είμαι Μακεδόνας, δεν κατάγομαι από χωριό, δεν έχω ανάλογες προσλαμβάνουσες. Πρόκειται όμως για ένα πασίγνωστο, ερωτικό τραγούδι υψηλού λυρισμού με ιδιαίτερο ρυθμό που το τραγουδούσαμε φοιτητές κατά την διάρκεια των ανασκαφών στην Πύλο και την Βοϊδοκοιλιά. Επίσης κουβαλάει έναν ολόκληρο μύθο που γίνεται κοινή, προσωπική ιστορία κάθε φορά που κάποιος ή κάποια το (ξανά) τραγουδάει.
Συμπέρασμα που το έχω ξαναπεί: Όσο αυτός κόσμος τραγουδάει και χορεύει έτσι αρμονικά όσο και αυθόρμητα δικαιούται να ελπίζει.

(Εν πλω προς Ραφήνα με τον Θεολόγο)

Φωτογραφία: Ο μπάρμπα Γιαννούλης κι ένας άλλος μπάρμπας.