Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

 Μια κριτική αποτίμηση για το «Πυρρίχιο κύμα», το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων στον Πειραιά  (ΤΑ ΝΕΑ, 29/6/2017)

 




 
 
Το μεγάλο έργο τέχνης αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και ερμηνείες του ορίζοντας τον εαυτό του με όρους ιστορίας. Το μεγάλο έργο, κρυπτικό και προφανές μαζί, άλλοτε γελοιοποιεί και άλλοτε τιμωρεί όσους το προσεγγίζουν με ελαφρότητα ή δόλο. Δεσμεύομαι ευθέως με όση γνώση διαθέτω ύστερα από τέσσερις δεκαετίες τριβής με το αντικείμενο να πω: το «Πυρρίχιο κύμα» που έστησε ο Παναγιώτης Τανιμανίδης στη δυτική άκρη της Πλατείας Αλεξάνδρας εμπρός στη γειτονιά Τσίλλερ του Πειραιά, αποτελεί κορυφαία σύνθεση και μια συγκλονιστική πρόταση μνημειακής γλυπτικής για τον τόπο. Έναν τόπο που γέννησε τη μεγάλη, δημόσια γλυπτική, αλλά που σήμερα την ευτελίζει εύκολα είτε από έλλειψη παιδείας είτε από καταστροφική απελπισία. Εξού και η τραγική έλλειψη σύγχρονων γλυπτών στον πολεοδομικό κάναβο, παρά τους σημαντικούς καλλιτέχνες που διαθέτουμε. Όμως, έλλειψη γλυπτικής σημαίνει απλώς έλλειμμα συλλογικής μνήμης. Έλλειμμα δημοκρατίας τελικά.
 
 
Το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων, είμαι βέβαιος, θα καταστεί τοπόσημο για τον Πειραιά όπως έγιναν οι «Ομπρέλες» του Ζογγολόπουλου στη Θεσσαλονίκη ή ο «Δρομέας» του Βαρώτσου στην Αθήνα. Κι όπως έγιναν, παρά τη σκληρή όσο και κακόπιστη κριτική, τοπόσημα για το Παρίσι, ο Πύργος του Αϊφελ (1889) ή η Πυραμίδα του Λούβρου πιο πρόσφατα. Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης (1959), προικισμένος χειρώνακτας - εικαστικός και ευφάνταστος μαθηματικός, έστησε μια δυναμική όσο και διάφανη καμπύλη στον χώρο προβεβλημένη ιδανικά στο γλαυκό του ουρανού και της θάλασσας, σαν μια γέφυρα που ενώνει αντίθετους κόσμους ή σαν το τεράστιο κύμα - με τη συναισθηματική ορμή του Κύματος του Hokusai - που ξέβρασε τους πόντιους πρόσφυγες από τη Μαύρη Θάλασσα στο επίνειο. Αλλά και σαν το ουράνιο τόξο που βγαίνει τελικά μετά την όποια καταιγίδα. Πράγματι, αυτή η αυστηρή, μεταλλική κατασκευή με τους δεκαεπτά κυλινδρικούς κλωβούς γεμάτους ενθυμήματα και φυλαχτά μεταμορφώνεται μαγικά και ιριδίζει όταν την πυρπολεί το ηλιοβασίλεμα. Σαν φυλαχτό εικόνων.
 
Πρόκειται για ένα σύνθετο έργο υψηλού συμβολισμού που απαιτεί επίμονα (ποντιακό γαρ!) τον χρόνο και την προσοχή του συνήθως βιαστικού ή επιπόλαιου θεατή. Αυτή η απέριττη φόρμα με τις περίπλοκες, μαθηματικές και τεχνικές λεπτομέρειες - αληθινή μοδιστρική γιγαντιαίων διαστάσεων - αφηγείται, μέσω ποιητικών συμβόλων, το δράμα του ξεριζωμού ισορροπώντας τον ρεαλισμό με την αφαίρεση και αποφεύγοντας την οποιαδήποτε ακαδημαϊκή κοινοτοπία. Τα ελατήριά του συγκρατούν τις αντίρροπες δυνάμεις της ροής και της κύμανσης, της πλημμυρίδας και της αμπώτιδος, κουβαλώντας μέσα στους κλωβούς-βαρέλια τα λουκέτα και τα κλειδιά των για πάντα χαμένων σπιτιών, τα τετραβάγγελα της παράδοσης και τα λοιπά σημαίνοντα θυμητάρια ενός βασανισμένου αλλά όχι υποταγμένου λαού. Τις λύρες επίσης ή τα νταούλια με τα οποία υποδέχονταν οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες της Τραπεζούντας εκείνα τα πλοία, που όμως  δεν επρόκειτο ποτέ να τους πάρουν. Αλλά και όσοι έφυγαν, συντηρήθηκαν επί ημέρες μόνο με το ελάχιστο νερό που υπήρχε στα βρώμικα βαρέλια του καταστρώματος. Τότε που χόρευαν ή τραγουδούσαν (!) για να ξεχάσουν την πείνα τους. Αργότερα, ο πατέρας του γλύπτη θυμάται πως άστεγο παιδάκι στην Κοκκινιά έπαιζε το πρωί με το βαρέλι, στο οποίο κοιμόταν το βράδυ. Να γιατί πρωταγωνιστεί αυτή η φόρμα στη σύνθεση συνδυασμένη με το θαλασσοπούλι της προσφυγιάς και τον νεοσσό του, που εμφανίζονται τρεις φορές με τον τρόπο του Χάνς Κρίστιαν Αντερσεν ή του Μέτερλινγκ. Σαν παραμύθι που δεν βολεύεται στον δίσεκτο καιρό και σαν χρησμός.

 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ. Γίνεται όμως η φρίκη τέχνη; Γίνεται το δράμα ομορφιά; Παρηγορεί μια αισθητική μορφή τη βαθύτερη υπαρξιακή πληγή; Επουλώνεται η απώλεια της γενέθλιας γης; Πόσα μπορεί να διασώσει η τέχνη από το δράμα της Ιστορίας και τον πόνο των ανθρώπων ή των πραγμάτων; Εδώ η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη.
 Το «Πυρρίχιο κύμα» του Τανιμανίδη που δουλεύεται ως ιδέα από το 1992 και η αρχική του μακέτα εξετέθη το 1994 στην γκαλερί Zade της Βασιλείας για να αγοραστεί αμέσως μετά από τα Frac της Αλσατίας, διαφοροποιείται από τα συνήθη ναρκισσευόμενα ή αυτιστικά έργα μιας ρηχής αυτιστικής εποχής. Κι αυτό γιατί επιχειρεί γενναίο διάλογο με τη φυλετική μνήμη, την ιστορία και την τραγωδία του νεότερου Ελληνισμού χρησιμοποιώντας γενναία, σύγχρονη φόρμα και επιμένοντας πως ένας λαός που χορεύει, που τραγουδάει ακόμα και όταν πενθεί, δικαιούται να ελπίζει.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΑΔΕΛΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ


Ανδρέα Μπέλια, Ομόνοια, 1980




... Αντιλαμβάνομαι ότι στους σπασμούς της απελευθέρωσης είναι αναπόφευκτη μια υστερία που συνοδεύει κάποτε αυτές τις διορθωτικές κινήσεις... Μια παραπανίσια μαχητικότητα, μια διεκδικητικότητα υπερβολική ακόμα και άγαρμπη ...


Δημήτρης Παπαϊωάννου 


"...Γάμησα μια αδελφή (sic) ..." είπε τις προάλλες το νευρωτικό ανθρωπάριο της Χρυσής Αυγής στο προαύλιο του Κοινοβουλίου (!)... Αγνοώντας ότι έστω και άθελά του ομολόγησε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι δηλαδή ομοφυλοφιλία είναι και το λεγόμενο ενεργητικό σεξ ανάμεσα σε δύο άντρες. Άρα αποδέχτηκε ο μάτσο ανθρωποειδής πως είναι κρυφοαδερφή.

Ας συμφωνήσουμε όμως στα βασικά για τις ανάγκες της συζήτησης. Η σχέση άνδρα και γυναίκας είναι ο κανόνας, το φυσιολογικό. Κάθε παραλλαγή αυτού του κανόνα αποτελεί παρέκκλιση, χαριτωμένη ή σκαμπρόζικη μεν, πειραματική ή ελευθεριάζουσα αν προτιμάτε, αλλά πάντα παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα. Μια παρέκκλιση νομιμοποιημένη και αναμφισβήτητη από την χρήση ή και την κατάχρηση αιώνων. Καμία αντίρρηση. Όπως και από το γεγονός ότι οι ομοφυλόφιλοι επί αιώνες ήσαν ο εύκολος στόχος κάθε καταπιεσμένου πουριτανού. Κάθε θρησκείας ή εξουσίας. Έστω κιαν πολύ συχνά απολάμβαναν τις ομοφυλόφιλες ηδονές οι εκάστοτε επικεφαλής και της εξουσίας και της θρησκείας. Το κυνήγι των μαγισσών (που στοχοποιούνται ως "αδελφές") έφτασε σε τέτοιο παροξυσμό ώστε η ομοφυλοφιλία να θεωρείται όχι μόνο νόσος σωματική ή ψυχολογική αλλά και ατιμωτική, ποινική πράξη. Και ως τέτοια να διώκεται απηνώς. Οι Ναζί του Βερολίνου, οι μουλάδες της Τεχεράνης αλλά και ο Στάλιν ή ο Φιντέλ Κάστρο κυνήγησαν ανελέητα τους ομοφυλόφιλους αφού ήταν αδιανόητη η οποιαδήποτε περίπτωση ομοφυλοφιλίας στους σοσιαλιστικούς των παραδείσους! Επίσης, είναι πολύ ενδεικτικό παράδειγμα ότι ως το 1968 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα και ετιμωρείτο στην μεγάλη Βρετανία. Έπρεπε να έλθει ο φιλελευθερισμός του ´70 και σταδιακά η ομοφυλοφιλία να προστατευθεί θεσμικά αλλά και να γίνει ιδεολογικά αποδεκτή στις ανοιχτές κοινωνίες της Δύσης. Κι όλα αυτά λίγο-λίγο και με αγώνες όχι χωρίς κόστος από τους αποφασισμένους ακτιβιστές. Όλα αυτά τότε.

 Σήμερα στην "επάρατη" Δύση οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να κατοχυρώσουν νομικά την συμβίωση τους, να παντρευτούν, να υιοθετήσουν και να είναι πλήρως αποδεκτοί από την υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε μια μέρα θα μπορούσαν να εξαλειφθούν προκαταλήψεις αιώνων. Όμως τα βασικά έχουν γίνει ώστε οι ομοφυλόφιλοι να μην κρύβονται πια ούτε να απειλούνται.Το αντίθετο. Συχνά πρωταγωνιστούν στον δημόσιο βίο όντας ιδιαίτερα δημοφιλείς. Από τον Andy Warhol ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Σε αυτό έχουν βοηθήσει πολύ το σινεμά και η τηλεόραση ώστε να απενοχοποιηθούν οι "αντιμαχόμενες" πλευρές και η παρέκκλιση να γίνει καθόλα αποδεκτή ως συμπλήρωμα του κανόνα. Παρατηρούνται σχετικές υπερβολές; Παρατηρούνται. Η υποσυνείδητη "ενοχή" για την "παρέκκλιση" δεν αφορά τόσο στους στρέιτ όσο στους γκέι οι οποίοι ως ψυχολογική υπεραναπλήρωση προβάλλουν την ομοφυλοφυλία σαν must, σαν επιλογή υπεροχής, αξιοπρέπειας κλπ. Επίσης είναι προκλητικά αστεία η εμμονή σε μικροαστικά σουσούμια με ... νυφικά, μπονμπονιέρες, pride parade κλπ. Καταλαβαίνω τις βαθύτερες αιτίες αλλά διαφωνώ. Κυρίως για την εμμονή σε μιαν ηλίθια κορεκτίλα που ανακατεύει την επιθυμία με τον συνδικαλισμό αλλά και τον μικροαστισμό με την υπερπροβολή της διαφοράς (κι όχι διαφορετικότητας όπως είναι το ... politically correct). 


Η ομοφυλοφιλία αποτελεί, φρονώ, για πολλούς και ανάγκη και επιλογή. Είναι ακόμα μια "πολιτική" αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου σχέσεων. Μπερδεύεται γλυκά με την αμαρτία και με την ηδονή του "απαγορευμένου" και καλά κάνει. Όπως το "απαγορευμένο" ψάχνει και ο/η στρέιτ πολυγαμικός/ή. Γιαυτό και δεν καταλαβαίνω τους γάμους με τα νυφικά, τις γελοιότητες με τις gay parade, τις τεκνοποιήσεις (!) με παρένθετες μητέρες και δότριες ωαρίων κλπ. Όλη δηλαδή αυτή την μικροαστική διαδικασία απομίμησης της κανονικότητας που κάνει τόσο χτυπητή και την έλλειψη και την διαφορά. Όπως επίσης και την γκετοποίηση σε gay, lesbian, trans κλπ. κοινότητες που υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο την διαφοροποίηση και το περιθώριο την στιγμή ακριβώς που έχει επιτευχθεί η κεντρική θέση των ομοφυλόφιλων μέσα στην πλουραλιστική, σύγχρονη κοινωνία. ´Η, τέλος, την ακτιβιστική εμμονή σε μια πρωτιά και μια "κυριαρχία" που βρίσκεται περισσότερο σε ένα καταπιεσμένο ή συμπλεγματικό φαντασιακό παρά στην ζωή εκεί έξω. Ώστε από το ένα άκρο να οδηγηθούμε στο άλλο στο πλαίσιο μιας καθυστερημένης εκδίκησης εναντίον εκείνης της κοινωνίας των αρρένων που κηρύσσεται a priori ένοχος όποιος διεκδικεί την ομοερωτικότητα του. Βάζοντας στις κρεβατοκάμαρα μια συμβολική αστυνομία της ερωτικής συμπεριφοράς. Η ομοφυλοφιλία, -από την άλλη- θέλει πιά να γίνει από εξαίρεση κανόνας. Όπως π.χ συμβαίνει με το απίστευτο σλόγκαν άντρας ή γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι κλπ. 


ΥΓ. Πάντως δεν μου βγάζετε από το μυαλό πως σε κάθε ομοφυλόφιλο ζευγάρι εμφιλοχωρεί πάντα, συμβολικός ή ρεαλιστικός, ο φαλλός - το υπερβατικό σημαίνον του Lacan. Δηλαδή γίνεται πάντα στην ομοφυλοφιλική "παρέκκλιση" μια προσομοίωση του

 "φυσιολογικού" έρωτα με τον έναν από τους δυο παρτενέρ να υποδύεται (ή και να είναι) το αρσενικό και τον άλλο να υποδύεται (ή και να είναι) το θήλυ... Πάντα ένας ρόλος, μια μίμηση, μια μεταφορά που θα ανακαλεί την έλλειψη, για να μη πω απώλεια. Εξ ου και το μένος τους προς την κανονικότητα. Αφού πάντα μέσα από την προβαλλόμενη διαφορά μόλις συγκαλύπτεται μια οντολογικής τάξης αδυναμία ... Ένα βασανιστικό υποκατάστατο.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Στέργιος Στάμος, Opus Magnum


Στη γκαλερί Σκουφά ως τις αρχές Ιουλίου

 


Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υφίσταται τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό... Η έρευνα του Στέργιου Στάμου, χρόνια τώρα, διαφοροποιείται με την ποιότητα της από αυτόν τον ενοχλητικά γενικό κανόνα. Καταθέτοντας την έγκυρη άποψη του για την κρίση στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. 

Υπάρχει λοιπόν μια μορφή τέχνης που καταπραΰνει διακοσμώντας και προωθεί εκείνη την εφησυχασμένη  αισθητική του ήδη κατακτημένου. Πρόκειται για εκείνη την έκφραση που παρέχει στον επηρμένο μικροαστό την ψευδαίσθηση της καλλιέργειας και το άλλοθι της ευαισθησίας. Εκείνο που συνδέει συνήθως τους δημιουργούς αυτής της έκφρασης με όποιους την καταναλώνουν είναι κάτι υλικό, μια οικονομική σχέση που υποδύεται την πνευματική, μια τιμή αγοράς. Είναι τότε που η αξία του καλλιτεχνικού προϊόντος εξισούται με το χρηματιστηριακό του μέγεθος. Είναι τότε που η καλαισθησία μετριέται με το μέτρο και το έργο γίνεται η τιμή του. Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο. Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως προσωπικά συντάσσομαι με τους δεύτερους. Με την στάση δηλαδή κι όχι την πόζα.


Επειδή υπάρχει και μια άλλη μορφή τέχνης η οποία δεν καταδέχεται να διευθετήσει απλώς  την υφιστάμενη πραγματικότητα αλλά βούλεται και να την αλλάξει. Όχι με βία, πολιτικάντικους τακτικισμούς ή λαϊκίστικη αμετροέπεια αλλά με την τεράστια, πνευματική δύναμη που a priori διαθέτει η αληθινή τέχνη. Αναφέρομαι, δηλαδή, σε εκείνη την έκφραση που δεν ρέπει στην εύκολη, μελοδραματική συγκίνηση ούτε ακόμη στο στιγμιαίο σοκ αλλά οδηγεί ανεπαισθήτως σχεδόν, στον βαθύ  συγκλονισμό. Αυτή είναι η περίπτωση του Στέργιου Στάμου. Γνωρίζω τον καλλιτέχνη Στάμο περισσότερο από είκοσι χρόνια και παρακολουθώ την σταθερή του εξέλιξη από την μια έκθεση στην άλλη και από την παλιότερη στη νεότερη πρόταση. Όλη του την πορεία χαρακτηρίζουν στοχαστικότητα, μεθοδική κατάκτηση διαφορετικών, πολυδιάστατων υλικών - θα έλεγα, από την χειρονομία στην " ήρεμη" τεχνολογία - αλλά και ένα στοιχείο έκπληξης ή ακόμη και αιφνιδιασμού. Ξεκινώντας από το παραδοσιακό τελάρο και τον  εξπρεσιονιστικό, ποιητικό γραφισμό του '90 πέρασε στα τρισδιάστατα, θεατρικά περιβάλλοντα και στις " ιερές συνομιλίες" ζωγραφικών και γλυπτικών προτάσεων, μπολιασμένων κάθε φορά με την αγωνία για την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Το εδώ και τώρα της ζωής απέναντι στο υπερτοπικό και υπερχρονικό της τέχνης. Ο Στάμος δεν αναρωτιέται, με κάθε καινούριο έργο του, μόνο "τί είναι ένα έργο τέχνης;" αλλά επιμένει να απαντήσει στο ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα "γιατί ένα έργο τέχνης σήμερα και για ποιους;" Παρά τον διαρκώς επίκαιρο χαρακτήρα των έργων του όμως η τέχνη του δεν καταδέχεται να είναι απλά πολιτική, δηλαδή καταγγελτική, αλλά επιδιώκει κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και σαφώς πιο δύσκολο: να δημιουργήσει εικαστικά περιβάλλοντα - "μνημεία φρίκης"( όπως θα έλεγε ο ποιητής) αλλά και πυρήνες  ενέργειας που θα  βοηθήσουν τον θεατή να κατανοήσει τόσο την εποχή του όσο και τον εαυτό του. Έτσι ώστε το έργο τέχνης να λειτουργεί ως μέθοδος αυτογνωσίας και από την πλευρά του υποψιασμένου θεατή.

Από τις Μεταναστεύσεις του 2010 ως τις Γεωγραφίες του 2017 έχει διανυθεί  ένας εντατικός δρόμος ωρίμανσης του καλλιτέχνη ώστε να μας παρουσιάσει σήμερα το κατά τη γνώμη μου opus magnum της συνολικής του έρευνας. Εδώ ο Στάμος με βαθιά θεατρική αίσθηση αλλά χωρίς θεατρινισμούς εγκύπτει στο δράμα της Ιστορίας και το μεταμορφώνει σε δράμα των μορφών. Αφορμή για την παρούσα πολυεπίπεδη νοηματικά εγκατάσταση είναι οι έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή,η συνεχιζόμενη τραγωδία στη Συρία, οι εκατόμβες των πνιγμένων στη Μεσόγειο, αλλά και η κρίση στην Ευρώπη και την Ελλάδα η οποία εξελίχθηκε τελικά σε παρακμή. 
-Ερώτηση: Πώς διευθετείται όμως εικαστικά ένα τόσο δραματικά αίμασσον υλικό; Η κόκκινη μπογιά υποδύεται αλλά δεν είναι το αίμα και η εύκολη συγκίνηση δεν αποτελεί αληθινή έκφραση. Γνωρίζοντας όλους αυτούς τους εκφραστικούς κινδύνους ο δημιουργός επιλέγει εν προκειμένω για να προχωρήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, κάτι ανάλογο με την μπρεχτική Verfremdung. Εκκινεί όπως έκανε και σε παλιότερες προτάσεις του, από τα realia: Φωτογραφίες, ονόματα των θυμάτων, ανταποκρίσεις, κείμενα, μακέτες βομβαρδισμένων πόλεων και ποικίλο ακόμη πραγματολογικό υλικό.Εδώ ο καλλιτέχνης δεν λειτουργεί ως γκουρού ή θαυματοποιός αλλά υιοθετεί τον ρόλο πολεμικού ρεπόρτερ ή καλύτερα ιστοριοδίφη. Ώστε το αποτέλεσμα της εργασίας του να είναι "αντικειμενικό", αντισυναισθηματικό δηλαδή αμείλικτο και ο θεατής να καταστεί συμμέτοχος της ευρύτερης, κοινωνικής ευθύνης. Γιατί αν το έργο τέχνης δεν είναι σε θέση να κάνει τον άνθρωπο περισσότερο άνθρωπο, τότε διερωτώμαι ποιον άλλο λόγο ύπαρξης διαθέτει. Ο Στάμος μιλάει τώρα για "Γεωγραφία" όπως μιλούσε παλιότερα για "Μεταναστεύσεις". Ο πληθυντικός και στις δύο περιπτώσεις σηματοδοτεί τις διαφορετικές οπτικές γωνιές, τις αντίθετες πολιτικές στιβάδες, τα συγκρουόμενα, πολιτικά συμφέροντα. Ο κόσμος μας είναι ένας και συγχρόνως πολλοί και η εποχή μας εξαιρετικά σημαντική και λόγω των ακροτήτων που την χαρακτηρίζουν αλλά και λόγω της απελπισίας που γεννάνε τα ποικίλα αδιέξοδα που έχει συσσωρεύσει.
Ποιο θα είναι το αύριο ενός πλανήτη συλημένου, υπερθερμασμένου, δηλητηριασμένου από την μόλυνση πραγματική και συμβολική ενός καλπάζοντος, ληστρικού καπιταλισμού, με εκρηκτική την πληθυσμιακή αύξηση και αντίστοιχη απομείωση των φυσικών πόρων; Ποιο είναι το αύριο σε έναν κόσμο όπου η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώνονται σε μια αισχρή μειοψηφία ενώ οι θηριώδεις πλειοψηφίες θα λιμοκτονούν; Πόσες και ποιες γεωγραφίες μπορούν να χωρέσουν αυτόν τον παραλογισμό;

Ο Στέργιος Στάμος και παλιότερα καταπιάστηκε με την εικαστική αποτύπωση μιας Ελλάδας που καταρρέει. Με τις θάλασσες της να έχουν καταστεί νεκροταφεία αθώων και την ενδοχώρα της πεδίο βολής του διεθνοποιημένου, τυχοδιωκτικού κεφαλαίου. Και αυτή τη φορά ο προβληματισμός της πρότασης του συνδέει το παγκόσμιο με το τοπικό  και αντίστροφα. Η  ελληνοπρεπής "μπουγάδα" με τα ματωμένα χαρτιά και τα άπλυτα ενός βρώμικου κόσμου- τόσο συμβολική όσο και ρεαλιστική-  παραπέμπει έμμεσα στη μπουγάδα που έστησε ο Βλάσης Κανιάρης το 1979-80 εντός του πρώην παγοποιείου ΦΙΞ και στο συνταρακτικό έργο του "Hélas- Hellas", ο ζωγράφος και το μοντέλο του". Ο Στάμος συνεχίζει αυτή την υποβλητική ελεγεία για τα πάθη του τόπου και τα πάθη του κόσμου με ένταση αλλά και λιτότητα. Με λιτότητα αλλά και με ένταση σε τρόπον ώστε ο υπόκωφος θρήνος των εικόνων του να καταστεί κραυγή. 

Μάνος Στεφανίδης
 5/5/2017