Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Η φούσκα της τέχνης ( ή άλλα λόγια να αγαπιόμαστε)


Ένα ευχάριστο νέο. Οι εμπορικοί ζωγράφοι που από απληστία διέλυσαν το σύμπαν μπουκώνοντας το σύστημα με μια τεράστια παραγωγή μετριοτήτων και ταυτίζοντας πονηρά την αισθητική αξία των έργων με την οικονομική, δεν πουλάνε πια. Κι ένα δυσάρεστο. Ούτε κι οι άλλοι πουλάνε. Κι αυτό είναι άδικο. Γιατί εξακολουθεί να παράγεται υψηλή τέχνη στη πατρίδα μας και μάλιστα σε πολύ χαμηλές τιμές.
Κάποτε πάντως πρέπει να κάνουμε μια κουβέντα για την τεράστια φούσκα της τέχνης όλα αυτά τα χρόνια ... Είναι εθνική υπόθεση και σχετίζεται με την παιδεία και την αυτογνωσία μας. Αλλά και το απίστευτο μαύρο χρήμα που κρουνηδόν διακινήθηκε τότε. Όταν οι τιμές των πινάκων ανέβαιναν τρελά σαν τις μετοχές της τράπεζας Αττικής.
Αλλά και για όσους γελοίους ή πονηρούς πλειοδότησαν στο άκρως κατασκευασμένο Χρηματιστήριο της. Εξαπατώντας. Αισχροκερδώντας. Και δημιουργώντας, τέλος, την ψευδαίσθηση σε εκατοντάδες μεγαλογιατρούς ή μεγαλοδικηγόρους ότι αγοράζοντας σωρηδόν πίνακες και ξεπλένοντας αδήλωτα κέρδη ή φακελάκια, γίνονταν αυτόματα συλλέκτες ή αποκτούσαν ευαισθησία και γνώση. Και ότι η τέχνη σχετίζεται άμεσα με την ιδιοκτησία και την κατοχή.( Και όχι με την ανασφάλεια )! Όμως η ευαισθησία δεν αγοράζεται αδέλφια. Ούτε πουλιέται. Η μικρή μας εκδίκηση! Όλων όσων αγαπήσαμε την τέχνη χωρίς μα την ταυτίζουμε με το εύκολο ή το πρόστυχο χρήμα. Σήμερα, εκείνοι οι πίνακες διατίθενται σε δημοπρασίες ή σε ιδιωτικές συναλλαγές περισσότερο και από το ένα δέκατο της αρχικής αξίας τους. Κι όμως δεν πουλιούνται! Δικαιοσύνη; Απαντήστε εσείς.
Πρόκειται λοιπόν για ένα τεράστιο σκάνδαλο που όμως δεν το παραδέχεται επισήμως κανείς. Ούτε συλλέκτες, ούτε καλλιτέχνες, ούτε έμποροι, ούτε δημοσιογράφοι. Κυρίως αυτοί. Που έγλειφαν κόπρανα για να εξασφαλίσουν δωράκια και μικροεξουσία στο χώρο με τις μαργαρίτες ( που τώρα όμως βγάζει μόνο πουρνάρια ). Και που εξασφάλιζαν σταθερή δημοσιότητα σε τύπους που δήλωναν μεν συλλέκτες και μουσειάρχες αλλά στην ουσία ήταν δικηγόροι - μπράβοι τραπεζών. Άνθρωποι δηλαδή τόσο αδίστακτοι ώστε έστελναν φουσκωτούς σε όσους είχαν ακάλυπτες επιταγές! Δικηγόροι που δεν εμφανίστηκαν ποτέ σε δικαστήριο αλλά παρ' όλα αυτά απέκτησαν περιουσίες λειτουργώντας ως μαφία με γραβάτα και παράλληλα εκμεταλλεύτηκαν δεκάδες νεοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες αγοράζοντας εκατοντάδες έργα για ένα κομμάτι ψωμί. Με εξασφαλισμένο τον λιβανωτό των δημοσιογράφων. Δημοσιογράφοι και συλλέκτες και μουσεία της πλάκας! Και δεν εννοώ βέβαια το Μαρινάκι και τους ευνοουμένους του.
Ιδού η τεράστια χυδαιότητα: Να συνδέεται η τέχνη με την ιδιοκτησία και επιπλέον με την πιο ανεγκέφαλη επίδειξη της... Το χρήμα ως κύριος μοχλός της έκφρασης και ως δημιουργός αισθητικής. Αυτή η λογική μπορεί να ακυρώσει και έργα και δημιουργούς. Και πρόκειται για μια παράμετρο που μου επιτρέπει - ακόμη - να αισθάνομαι αριστερός. ( Τι αστείο!
Ό τι μου απαγορεύει ο Αλέξης με την ανεπάρκεια του, μου το επιτρέπουν οι νεόπλουτοι " ιδιοκτήτες τέχνης").
Έχει τέλος πολύ ενδιαφέρον πως χωρίς να λέω ονόματα όπως συστηματικά κάνω σε άλλες περιπτώσεις, εντούτοις οι πάντες κατανοούν σε ποιους αναφέρομαι. Κι αυτό είναι ενδεικτικό. Όλοι δηλαδή ξέρουμε αλλά κάνουμε την πάπια. Αισθητική του πτηνού!
Από κοντά στο αισθητικό αλισβερίσι τα δύο κόμματα εξουσίας, η ΝΔ και το Πασόκ, με τους εκατοντάδες τυχοδιώκτες που ανέδειξαν σε "παράγοντες" πολιτικής και πολιτισμού. Το κράτος του ωραίου! Όχι, σε αυτό το σκάνδαλο δεν έχει ευθύνη ούτε ο Αλέξης, ούτε ο Μπαλαούρας. Αντίθετα, χρεώνεται απόλυτα σε αυτή την μικροαστική λίγδα που υποδύθηκε, όλα αυτά τα χρόνια, την αστική τάξη και την ηγεσία της χώρας.
Ένα άλλο, παράλληλο σκάνδαλο τέχνης, οικονομικό αλλά και ευρύτερα κοινωνικό - πολιτιστικό, αποτελούν τα άπειρα πλαστά που κυκλοφόρησαν και πλημμύρισαν την αγορά χωρίς ποτέ να υπάρξει ένας θεσμικός μηχανισμός που θα προστατεύσει τους αφελείς.( Ή όσους υποκρινόνταν τους αφελείς).
Εδώ η ευθύνη της Εθνικής Πινακοθήκης είναι τεράστια. Επειδή πολλοί μεγαλόσχημοι της παράγοντες ενεπλάκησαν εκτεταμένα στο παραεμπόριο των πλαστών. Επ' αυτού η πολιτιστική δημοσιογραφία πάλι δεν αντελήφθηκε τίποτα. Γατούλες! Μια ολόκληρη κοινωνία εθισμένη στο ψέμα και την ψευδαίσθηση βολευόταν, βλέπετε, με την απάτη αποθεώνοντας το πλαστό και αδυνατώντας να διεκδικήσει το αυθεντικό. Να ονειρευτούμε την αυθεντικότητα, με άλλα λόγια.
Εκατοντάδες πλαστοί Γύζηδες, Ιακωβίδηδες, Παρθένηδες, Θεόφιλοι, Μπουζιάνηδες Παπαλουκάδες, Ακριθάκηδες, Γαΐτηδες, Τσαρούχηδες, Βασιλείου κλπ. αγοράστηκαν με πακτωλούς χρημάτων - πάντα μαύρων - και κόσμησαν τα νεόπλουτα σαλόνια ή τα γραφεία που τους άξιζαν. Το πρωί πειρατής καυσίμων ή έμπορος κόκας και το βράδυ εστέτ! Και γύρω γύρω καλλιτέχνες - χανουμάκια και "ποικίλοι"ειδικοί που λειτούργησαν σαν πλυντήρια ηθικής αλλά και αισθητικής. Βλέπετε η τέχνη έχει ένα απόλυτο πλεονέκτημα που είναι συγχρόνως και η αχίλλειος πτέρνα της: Δεν γνωρίζει όρια. Στο μέτρο όμως που η ίδια αποτελεί το έσχατο όριο. ( Αυτό το τελευταίο συνήθως το προσπερνούν όσοι γνωρίζουν τις τιμές της τέχνης αλλά όχι την αξία της ). Όσο μεγαλώνω τόσο πείθομαι ότι η υπέρογκη τιμή του έργου τέχνης, προσβάλλει την αληθινή αξία του. Πάντα είναι καιρός πάντως, αν όχι να αλλάξουμε τον κόσμο μας, τουλάχιστον να ξαναγράψουμε την ιστορία του.

☆Στην φωτογραφία άποψη από την έκθεση ζωγραφικής και κουστουμιών του Νίκου Κούνδουρου που διοργάνωσα το 2012 στον ΑΚΤΟ. Τον θυμήθηκα και γιατί πλησιάζουν τα σαράντα του αλλά και γιατί δεν πουλούσε από άποψη τα έργα του. Τα χάριζε.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Περί Μαντήλας

 
 Προσωπικά θεωρώ τιμητικό να σηκώνει το εθνικό μας σύμβολο ένας αλλοεθνής ή αλλόθρησκος. Μια τέτοια χειρονομία δεν με προσβάλλει επειδή εκφράζει όχι απλώς φιλοφρόνηση αλλά σεβασμό στη Σημαία. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτός που την σηκώνει, έχει αριστεύσει μετέχοντας της ημετέρας παιδείας. Εκατοντάδες εξάλλου ξένοι, οι λεγόμενοι Φιλέλληνες, θυσιάστηκαν στην εθνική μας επανάσταση. 
Το μόνο δυσάρεστο είναι ορισμένοι Ελληνόπαιδες και οι οκνοί, μοχθηροί γονείς τους. Ούτε της ημετέρας παιδείας μετέχουν ούτε το αληθές συμφέρον της πατρίδας κατανοούν. Όσο πιο μισαλλόδοξοι τόσο πιο αγράμματοι. Οι ξένοι φιλοδοξούν να καταστούν ήρωες του εθνικού, καταγωγικού μας Μύθου έστω για μιαν ώρα! Τι σπουδαία φιλοδοξία! Ούτε με ενδιαφέρει να ελληνοποιήσω κανένα. Ούτε να λογοκρίνω τη πίστη ή την ιδεολογία του. Όσο για τις πανευρωπαϊκές υστερίες εναντίον της Μαντήλας, ας θυμίσω πως έλκει την καταγωγή από το μαντηλοδέσι, τη μπόλια της Παναγίας! Αφήστε που υπάρχουν και μουσουλμάνοι Έλληνες. Θα τους παραδώσουμε ανόητοι στους γείτονες που τους διεκδικούν συστηματικά; 
Από την άλλη Έλληνες καίνε την ελληνική Σημαία πληγώνοντας τη πατρίδα, ακυρώνοντας την ιστορία της. Μη μετέχοντας της ημετέρας παιδείας! Ποιοί είναι οι καλύτεροι;

(ο πίνακας είναι του εξαιρετικού Θανάση Μακρή)

Για τις γυναίκες και τις γάτες

 
Λέω να μη πω άλλα βαθυστόχαστα πράγματα, πολιτικά ή αισθητικά σήμερα, άλλα ηρωικά ή αντιστασιακά αλλά να σταθώ σε μερικές αντηιρωικές μεν αλλά άκρως συγκινητικές, σπαραχτικές θα έλεγα, εικόνες που συμβαίνουν συνεχώς γύρω μας στη ζούγκλα της πόλης ενώ εμείς κάνουμε κάτι άλλο, σίγουρα πιο σπουδαίο και σημαντικό. 

Αναφέρομαι σε εκείνες τις φυλές των ανθρώπων που ψάχνουν σκουπίδια, στους νεαρούς Πακιστανούς που σαρώνουν με τα σαράβαλα τους τους κάδους ανακύκλωσης, τους Ρομά που ζητιανεύουν ή αγοράζουν τα σκουπίδια των νοικοκυραίων με τα μωρά τους στον ώμο. Ανθρώπινες περιπτώσεις που δεν προλαβαίνουν να απελπιστούν γιατί επείγονται να ζήσουν. Δίπλα μας αλλά ερήμην ημών. Κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μας κι ενώ εμείς κάνουμε κάτι άλλο, σίγουρα πιο σπουδαίο. 
Πρωτίστως όμως θέλω να σταθώ αυτή τη στιγμή σε εκείνες τις ρημαγμένες γυναίκες που κάθε μέρα με συγκινητική αφοσίωση φροντίζουν ρημαγμένες γάτες. Επενδύοντας εκεί όση αγάπη και τρυφερότητα τους στέρησαν αδηφάγα, βιαστικά αρσενικά που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν και έφυγαν σαν κυνηγημένοι...
Σε κάθε γειτονιά της Αθήνας τις συναντάει κανείς με ντενεκεδάκια και σακούλες να περιμένουν τις γάτες που κρύβονται στους ακάλυπτους και τα οικόπεδα, σαν παιδιά που άργησαν το βράδυ. Κι οι γάτες να πλησιάζουν οπισθοβατώντας πάντα καχύποπτες, πάντα πεινασμένες. Αμφότερες, βλέπετε, επιβιώνουν δύσκολα σε μια πόλη που είναι τόσο εχθρική κι αδιάφορη για τις ρημαγμένες, γέρικες γάτες. Για τις ρημαγμένες γυναίκες.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Παρελάσεις και εορτές. Πάλι!


Διατυπώνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες πολύ εύγλωττα το λογικό αίτημα για την κατάργηση των παρελάσεων αλλά φοβάμαι πως δεν θα συμφωνήσω. Κι όχι από μιλιταριστικό πνεύμα ή υπέρ άγαν φιλοπατρία. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να πονάει και να αγαπάει τον τόπο του. Τη πατρίδα του. Όμως επειδή έχουμε αποστερηθεί ως πολιτικό σώμα τα στοιχειώδη σύμβολα και σημεία αναφοράς, με εξοβελιστέες ή αναθεωρήσιμες τις έννοιες του έθνους και της πατρίδας, πριν βιαστούμε να καταργήσουμε τις παρελάσεις, ας βρούμε κάτι εξίσου θεατράλε και συμμετοχικό, πάνδημο και γιορταστικό για να τις αντικαταστήσουμε. Αν μη τι άλλο στο συλλογικό φαντασιακό. Διερωτώμαι τί το κακό με τους χαζομπαμπάδες που σήμερα θα φωτογραφίζουν τα βλαστάρια τους κρατώντας την σημαία και ακούγοντας τον Ύμνο; Τί το αναχρονιστικό που τα δημοτικά και τα γυμνάσια θα παρελάσουν εμπρός σε γονείς και φίλους στις πλατείες όλης της χώρας εις ανάμνηση των αγώνων του 21;
Αν είναι πολύ ρηχό και άνευρο μέσο για να μιλήσει κανείς για την ταυτότητα ή την ιστορία, παραμένει, φοβούμαι, ένα από τα τελευταία. Και δεν υπάρχει γελοιοδέστερη αντίδραση από τους ελάχιστους κολλημένους που φωνάζουν με ξεθυμασμένα αριστερά ανακλαστικά εναντίον των επίσημων. Αύριο είναι Εθνική Εορτή. Ακόμη. Και αναφέρεται σε μιαν Επανάσταση. Ηρωική όσο και κακοφορμισμένη. Αλλά και στην ανάγκη για συνέχεια. Όχι άλλων αλλά τη δική μας συνέχεια. Σε έναν κόσμο επιθετικών, παράλογων εθνικισμών. Σε μιαν εποχή που δεν πιστεύει πια κανείς τίποτε και κανέναν.
Οι μαθητικές παρελάσεις ας είναι η τελευταία μας παραχώρηση προς την συντήρηση και τον αναχρονισμό!
Οι εορτάζοντες και παρελαύνοντες πιτσιρίκοι - αυτοί τουλάχιστον - αισθάνονται ήρωες για μιαν ώρα ( το θέμα μου στην αποψινή ομιλία στο Ίδρυμα Νιάρχος. Η γέννηση του ήρωα και άλλα τερπνά ή φοβερά και το διαρκές μας δικαίωμα στην επανάσταση και το εορτάσιμο πένθος της ).

Ήρωες για μια Μέρα


Απόψε στο Ίδρυμα Νιάρχου στις 6 μ.μ επιχειρώ έναν στοχασμό πάνω στις υπόρρητες πλην διαρκείς σχέσεις της επανάστασης και της τέχνης, το αδιανόητο για τους πολλούς '21 αλλά και την μαγική, ηρωοποιητική του δυνατότητα. Με τους δαίμονες και τους αγγέλους του.
Δικαιώθηκε, καλλιτεχνικά τουλάχιστον, η Παλιγγενεσία ή παραμένει ακόμη ημιτελές πένθος που κακοφορμίζει; Υπήρξαν αληθινά ο Μακρυγιάννης και ο Θεόφιλος ή είναι κατασκευές μιας ιδεοληψίας σαν το Κρυφό Σχολειό; Και ο πίνακας του Γύζη, ένα ακόμα εθνικό ψεύδος κι αυτός;
Επίσης η ομιλία θα αναφερθεί στις σχολικές γιορτές αλλοτινών εποχών όπου οι μικροί μαθητές υποδύονταν τους Ήρωες για μιαν - πολύτιμη και μοναδική - ώρα. Έπειτα οι πιτσιρίκοι με τα θαμπωμένα μάτια μεγάλωναν και βυθίζονταν ολόσωμοι στην πιο αντιηρωική καθημερινότητα. Την πιο συμβατική κορεκτίλα. Ο Ανδρούτσος δεν ήταν ήρως! Αυτό βολεύει περισσότερο (εξάλλου ούτε κι ο Αγιοβασίλης υπάρχει).
Είχαν όμως υπάρξει εκείνοι οι πόμπιρες, οι κουρεμένοι εν χρω, Μπουμπουλίνες και Παπαφλέσσες ...έστω για λίγο χρόνο. Επειδή δεν επιβιώνουν οι κοινωνίες χωρίς τα καταγωγικά τους σύμβολα, χωρίς τους μύθους τους. Χωρίς να ονειρεύονται σταθερά τους ήρωες τους. Χωρίς την ποίηση να υπερβαίνει τη ζωή. Όλα τ'άλλα, τα γράφει η ιστορία...

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Σάββας Πουρσανίδης στην ARTFORUM Θεσσαλονίκη

  
 
 

Savvas Poursanidis
 

Born in Thessaloniki, where he lives and works. Graduate of the Faculty of Fine Arts, School of Visual and Applied Arts in Aristotle University of Thessaloniki, Dimitris Kontos’ workshop (1987-1993) In 1985, he initiated the large cycle of his work, using the divine proportions of the golden section as the main structural element. In 1998, he enriched his studies with the perspective of anamorphosis, which he completed in 2004. 
From 2006 until today, he has been engaged in the work that is being presented here under the general title “Unplugged”, and which he intends to exhibit for the first time. It involves compositions with charcoal, on special handmade canvas prepared by the artist himself. For the last twenty years he has been teaching drawing and color to forthcoming students of the Faculty of Fine Arts. He has participated in five group exhibitions so far, where he presented a sample of his studies. 
One of those exhibitions was held in the Center of Contemporary Arts “Vellidis”, in Thessaloniki, in 1987. In 2011 he participated in ART – ATHINA, International Meeting of Modern Art, with his work “Guartet” in cooperation with the art Gallery Tsatsis Project – Art Forum

Opening : Wednesday 15 March 2017 | 19.00
Duration: 15/03 – 10/04
Working hours: Monday – Friday 11:00 – 21:00  Saturday 11:00 – 15:00
 
ARTFORUM GALLEY
113 Tsimiski Str. (Dimitriou Gounari)
54622 Thessaloniki
+30.2310.257.552

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Η γαλατού

 

Αφιερωμένο στον σ. Μπαλτά που μπέρδεψε την Ολλανδία με την Φλάνδρα και, προκειμένου να κολακέψει τον Φαμπρ, τον αποκάλεσε συμπατριώτη του Βερμέερ. Δεν βαριέστε. Ανέκαθεν οι Ολλανδοί μπέρδευαν τους Συριζαίους. Ιδιαίτερα μετά από εκλογές.

Η "Γαλατού" του Βερμέερ. Αστικό, ολλανδικό μπαρόκ. Μέσα του 17ου αιώνα. Αποθέωση της καθημερινής πραγματικότητας. Αποθέωση της στιγμής. Του ιδιωτικού χρόνου που παγώνει για πάντα. Μέσω της εικόνας.
Η γυναίκα εδώ ρίχνει το γάλα ως σύμβολο της διαρκούς ροής των πραγμάτων. Κοινότοπο και μεγαλειώδες. Σιωπηλή, η πρωταγωνίστρια παρατηρεί τη ζωή της την ίδια που φεύγει μέσα από την επανάληψη και την ομοιομορφία. Τα άψυχα εδώ αποκτούν ιδιάζουσα σημασία. Λάμπουν τα ασήμαντα, το θαύμα της Ζωγραφικής! Τα πάντα θεατροποιούνται.
Δηλαδή ο πλάγιος, ψυχρός φωτισμός, οι λεπτομέρειες των επί μέρους, η σκηνοθεσία της φιγούρας, μέγιστο μάθημα για τους μελλοντικούς φωτογράφους και σκηνοθέτες...
Ο χώρος δεν είναι έννοια αυτονόητη. Δημιουργείται μέσα από τις πλαστικές σχέσεις των ετερόκλητων. Π.χ το ψωμί στο πρώτο επίπεδο, είναι σώμα προσφερόμενο. Αναφορά στην αναίμακτη θυσία; Πάντα όμως υποφώσκει το μεταφυσικό στοιχείο σε αυτού του είδους την τέχνη, το νόημα της οποίας ποτέ δεν εξαντλείται στο προφανές. Το αίνιγμα ελλοχεύει. Ποίηση υψηλή.
Η κάμερα ομπσκούρα, εξ άλλου, κάτω δεξιά σαν μοίρα προειδοποιεί πόσο απατηλό πράγμα είναι η πραγματικότητα.

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Πάμε σινεμά;


Γιατί μας αρέσει ο κινηματογράφος;
Επειδή ζει για εμάς έστω και ερήμην ημών όσα εμείς δεν έχουμε τολμήσει να ζήσουμε. Αφού στην πραγματικότητα δεν είναι η ζωή μας αυτή που σέρνουμε καθημερινά στα πεζοδρόμια και τις πλατείες κάθε ασήμαντης ή εχθρικής πόλης αλλά η άλλη που κρύβεται φωτεινή και τρομαχτική στη φόδρα των εικόνων μιας ταινίας... Αυτοί είμαστε! Αυτή είναι η ζωή μας. Που δεν αντέξαμε ούτε στα όνειρα μας να ονειρευτούμε. Κι υπάρχουμε αληθινοί και ανόλεθροι αποκλειστικά μέσα στον ρόλο που έχουμε εμείς επιλέξει κι όχι κάποιος φορτικός άλλος, για τον εαυτό μας. Κι αν κάποτε κάποτε μπερδευόμαστε λιποψυχώντας "ποιοι κατά βάθος είμαστε;" μας παρηγορεί η σκέψη πως ίσως βρούμε το πιο αληθινό μας πρόσωπο στην επόμενη, αγαπημένη ταινία. Αυτή που επιτέλους θα μας δικαιώσει. Που θα υποδυθεί την αληθινή ζωή μας. Που θα θα στηρίξει την μεταμόρφωση μας.
Το ξέρουμε τώρα. Πάντα το ξέραμε : Αυτός που φιλάει τόσο τρυφερά και κτητικά τα χείλη της Μαίρυλιν ή της Μόνικα, δεν είναι άλλος από εμάς τους ίδιους, τόσο σημαντικούς και υπέροχους, αξιαγάπητους και ακαταμάχητους παρ' όλα τα σφάλματα μας. Εμείς είμαστε, τόσο γενναίοι κι απελπισμένοι, που δεν καταδεχόμαστε happy end.
Το έχετε όλοι πια καταλάβει. Εμείς δεν είμαστε εκείνοι οι άθλιοι και μοιραίοι που κρύβονται σαν σκιές βουβές στη σκοτεινή αίθουσα αλλά οι άλλοι! Αυτοί που λάμπουν και νικούν στη φωτεινή οθόνη. Αυτοί που ζουν ...


ΥΓ. 
Η φωτογραφία είναι καρέ από την πρώτη νεορεαλιστικού ύφους ταινία του Νίκου Κούνδουρου "Μαγική Πόλις" σε σκηνικά του Τάσου Ζωγράφου. Πρωταγωνιστούν οι παρίες, οι πρόσφυγες, οι άνεργοι. (Προσέξτε τις ηρωικές φιγούρες του 21 στην μπατανία που κρέμεται στον τοίχο του φόντου και το κοντράστο που δημιουργούν. Ιδιοφυές!

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

 


Ο Στάλιν είναι το μεσημέρι, η ωριμότητα του ανθρώπου και των λαών. Δίδαξε σε όλους να μεγαλώνουν...

Πάμπλο Νερούδα 


Στις 6 Μαρτίου 1953 σοκ και δέος στην Υφήλιο του ψυχρού πολέμου και της αμερικανοσοβιετικής αντιπαράθεσης. Αιφνιδίως πεθαίνει ο πατερούλης των λαών. Τουλάχιστον εκείνων εκείθεν των Ουραλίων.... η Humanité της 6/3 κυκλοφορεί με μαύρο κρέπι. Οι συμπαθούντες το Κόμμα καλλιτέχνες αισθάνονται την υποχρέωση συμμετοχής στο παγκόσμιο πένθος. Ο Louis Aragon, αστέρας της αριστερής διανόησης, συνιδρυτής του Σουρεαλισμού, διευθυντής του περιοδικού Les Lettres Françaises και προσωπικός φίλος του Picasso ζητεί από τον τελευταίο ένα πορτραίτο του θανόντα ώστε να συμμετάσχει και εκείνος εικαστικά στον θρήνο. Ο ζωγράφος, απρόθυμος λόγω των συχνών αρνητικών κριτικών που υφίσταται από το Ιερατείο της Μόσχας, φιλοτεχνεί αυτό το αμήχανο σκίτσο που παραπέμπει σε έναν νεανικό και διόλου "μεταφυσικό" ή Τιτάνα πατερούλη... Η δημοσιευμένη στο εξώφυλλο του περιοδικού εικόνα (12 Μαρτίου 1953) ξεσηκώνει θύελλα αποδοκιμασιών με τους πιο κακεντρεχείς να μιλάνε για μπουρζουάδικη διακωμώδηση του μεγάλου νεκρού και για σχέδιο που μοιάζει περισσότερο με την τότε σύντροφο του Picasso την Françoise Guilot! Στις 18 Μαρτίου η Humanité αποδοκιμάζει επισήμως το πορτραίτο! 
Ο ίδιος ο Aragon απολογείται στο επόμενο τεύχος, δηλώνει πως συχνά διαφωνεί με τον ζωγράφο και δημοσιεύει όλες τις αγανακτισμένες διαμαρτυρίες των αναγνωστών. Η σχέση του με τον ταυρομάχο-καλλιτέχνη δεν αποκαταστάθηκε ποτέ έκτοτε ενώ λίγο μετά η Gillot με τα δύο παιδιά της, Paloma και Claude, εγκαταλείπει για πάντα και το παλάτι στο Vallauris και τον ζωγράφο.
Είναι χαρακτηριστικό, τέλος, πως ενώ η σοβιετική προπαγάνδα αγκάλιασε από πολύ νωρίς τον διάσημο Ισπανό, εντούτοις ποτέ δεν αγκάλιασε αντίστοιχα και το ρηξικέλευθο έργο του.Το οποίο και αντιμετώπιζε με προφανή καχυποψία από την εποχή ίσως της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού όταν η Guernica απογοήτευσε τους Ισπανούς Δημοκρατικούς ούσα ελάχιστα ρεαλιστική (1937). Υπενθυμίζεται ότι το ίδιο έργο εξόργισε και την Βέρμαχτ του Παρισιού άλλα και τον Φράνκο με τους Φαλάγγιτες του. 
Περιττό να υπογραμμίσουμε ότι ο Picasso όπως και ο Chaplin θεωρούνται στις ΗΠΑ του Μακαρθισμού ανεπιθύμητοι ως πράκτορες του Κομμουνισμού. (Θυμίζω τις περιπέτειες του τελευταίου με το κατεστημένο του Χόλιγουντ εξ αιτίας της "άβολης" και γεμάτης υπονοούμενα ταινίας του "Ο κύριος Βερντού").
Συμπέρασμα (άβολο): Καμιά εξουσία δεν συμπαθεί εκείνη την τέχνη που δεν μπορεί να χειραγωγήσει ως έμμεση ή απροκάλυπτη προπαγάνδα. Μεταξύ μας βέβαια ο Στάλιν του Πικάσο παραμένει άθλιος και μάλλον γιαυτό τόσο κοντά στην πηγή της έμπνευσης του. Οι παραγγελίες ως ιδιότυπος, βελούδινος εξαναγκασμός έχουν πάντα και ιδιότυπο κόστος.
(για μια εύκολη ενημέρωση διαβάστε το πανέξυπνο βιβλίο του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο "Ο Ουρουγουανός Εραστής - Μια αληθινή ιστορία", εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Κώστα Αθανασίου.

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΙΤΣ ΤΟ ΕΠΙΟΥΣΙΟΝ

 
- Πρόκειται αληθινά για το κιτς κάποιου Κίτσου;
- Διαφωνώ ... συμφωνώντας! Κάποτε είμασταν πολύ αυστηροί με τέτοιες αυτοσχέδιες παρεμβάσεις -μεταμοντέρνων και καλά- "μερακλήδων" που έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια τον αισθητικό κανόνα ή την σχεδιαστική γύμνια (από τάχα μου "άποψη") των πτυχιούχων του Μετσόβιου. Μια ματιά στο διπλανό ασήμαντο και αδιάφορο κτίσμα του έντεχνου κατασκευαστή θα σας πείσει. 
Ο μερακλής μας παραμένει "μερακλής" δηλαδή λαϊκός, αυθόρμητος και πηγαίος. Μόνο που το αισθητήριο του έχει στομωθεί από την εισβολή του προκάτ και του style international που λέγεται παγκοσμιοποιημένη, ποπ κουλτούρα. Εν τέλει το συγκεκριμένο κιτς επειδή απελευθερώνει μια προσωπική ματιά, γίνεται συγκινητικά συμπαθές. Ο μερακλής θέλει να ξεχωρίσει σημαίνοντας την εστία του ως κέντρο της ύπαρξης του. Αργότερα η ίδια καλαισθητική φροντίδα θα περάσει στο αυτοκίνητο του. Το σπουδαίο είναι πως ο συγκεκριμένος .... Κίτσος εκφράζεται και παρεμβαίνει. Δεν καταναλώνει πληρώνοντας παθητικά την ιδέα κάποιου άλλου. Η ματαιοδοξία του είναι εκείνη του πολίτη ο οποίος στήνει ένα σήμα. Όχι του καταναλωτή που καμαρώνει για τις σακούλες του. Έχει διαφορά...
Είναι ο Νεοέλληνας που, έστω αβοήθητος, διεκδικεί εκείνη την παράδοση που κανένας δεν του έμαθε.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ (για όσους έφιαξαν τις εικόνες της πραγματικής πατρίδας)

 

Σκέφτομαι πως με τον θάνατο αυτών των  σημαντικών, των σπουδαίων ανθρώπων δεν θρηνούμε τόσο για την φυσική τους απώλεια. Πόσο μάλλον που παραμένει το έργο τους, ζωντανή απόδειξη της ύπαρξης τους και ένα είδος σταθερής ευλογίας απέναντι στην φθορά και κυρίως στην ασχήμια που μας ευτελίζει. 
Θρηνούμε περισσότερο για εμάς τους ίδιους, για την δική μας απώλεια - ψυχική, αισθητική, ιδεολογική, πολιτισμική, ιστορική, υπαρξιακή. Επειδή οι δημιουργοί αυτοί με τον τρόπο τους έχουν καταστήσει και εμάς τους ίδιους σημαντικούς αφού συμμετείχαμε, ο καθένας με τις δυνατότητες του, στο δικό τους όραμα. Αυτό το όραμα, αυτήν την ιδεατή πατρίδα των εικόνων τώρα θρηνούμε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη απώλεια. 
Επειδή και οι τρεις αυτές προσωπικότητες, ο Αγγελόπουλος, ο Κούνδουρος και ο Κουνέλλης, στάθηκαν  σημεία αναφοράς και ταυτότητες μιας ολόκληρης εποχής και μιας άλλης πατρίδας, μιας μεγάλης Ελλάδας, μιας χώρας εικόνων και ιδεών που δεν έχει σχέση με την μιζέρια των ημερών. Κοσμοπολίτες και οι τρεις αλλά και βαθιά χθόνιοι, αληθινοί δαίμονες του γενέθλιου τόπου, απέδειξαν ότι υφίσταται σύγχρονος, ελληνικός πολιτισμός και πως δεν πρόκειται για μιαν ακόμη έωλη κατασκευή των πολιτικάντηδων. 
 Και είναι κάτι από την πιο μυστική ρίζα μας που θάβουμε σήμερα. Κάτι που δεν αναπληρώνεται. Κάτι για το οποίο δεν υπάρχει ορατή συνέχεια. 
Για αυτήν την συμβολική απώλεια, την τόσο μεγάλη θρηνούμε σήμερα.


Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η ΚΡΉΤΗ ΈΧΑΣΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΌΚΡΙΤΟ


Ένας μεγάλος φίλος και ένα μεγάλο παιδί σε όλη την ζωή του... Αληθινό αγκωνάρι της Κρήτης και μια φυσική ομορφιά ως τα βαθιά του γεράματα. Μακρονησιώτης και μποέμ, ερωτευμένος με την Ελλάδα, αυθεντικός όσο ελάχιστοι. Σκηνοθέτης αλλά και ζωγράφος που σπούδασε γλυπτική στην ΑΣΚΤ και έκανε έναν χειροποίητο, συχνά ιδιοφυή κινηματογράφο. Από τη Μαγική Πόλη και τον Δράκο ως το 1922 και την Μπαλάντα ενός Δαίμονα... Οι Μικρές Αφροδίτες έλαμψαν στην Μπερλινάλε το '66. Αληθινός προστάτης άγιος του Αγίου Νικολάου Κρήτης και του Μετς. Καλό ταξίδι Νίκο μας...Ο Μάνος και ο Θόδωρος σε περιμένουν. Ο πολιτισμός δεν φτωχαίνει. Εμείς φτωχαίνουμε.


Κούνδουρος, Το σινεμά σαν ζωγραφική
Η Μαγική Πόλις (1954) και ο Δράκος (1956) ήταν ταινίες που ξεκινούσαν από τον νεορεαλισμό για να γίνουν τα πάντα! Και δράμα και σάτιρα, και θρίλερ και slapstick κλπ. και να καταλήξουν - ειδικά ο Δράκος - σε μιούζικαλ!
Ανατροπή δηλαδή όλων των γνωστών ειδών από έναν αρχάριο αυτοδίδακτο σκηνοθέτη μέσα από μία ενδοσκοπική, κινηματογραφική ματιά. Ένα εικαστικό βλέμμα στο επίπεδο, μονοσήμαντο ελληνικό σινεμά. Στην παράδοση του Φελλίνι και του Μίκλος Γιάντσο. Αυτή είναι η πιο μεγάλη προσφορά του. Θυμάμαι την χαρά που έκανε, όταν στήσαμε την έκθεση των ζωγραφικών του έργων στον ΑΚΤΟ το 2012... Χρόνια, επίσης, συζητούσαμε να γίνει κάτι πιο οργανωμένο σχετικά στο Μουσείο Μπενάκη, στην Κουμπάρη. Κι αυτή όμως η υπεσχημένη εξ επίσημων χειλέων έκθεση ακολούθησε την τύχη των άλλων, ματαιωμένων εκθέσεων του Διαμαντή Διαμαντόπουλου και του Σταύρου Ιωάννου. Τι λυπηρό!
Η προϊούσα παρακμή του Μουσείου Μπενάκη δεν οφείλεται, νομίζω, μόνο στα οικονομικά του προβλήματα αλλά και στο ότι απομακρύνεται από τους δημιουργούς και τις ιδέες τους για να εναγκαλιστεί τεχνοκράτες και ... "πρότζεκτ". Γαλλόφωνους ή μη. Ξεφεύγοντας από την παράδοση που το κατέστησε κορυφαίο στην Ελλάδα και τον κόσμο. Ακούει κανείς;


ΥΓ. Αυτό που με γοήτευε ανέκαθεν στον αριστοκράτη Νίκο ήταν η ριζιμιά λαϊκότητα του παρά τις μεγαλοαστικές του ρίζες. Αλλά και ο ασυμβίβαστος πόλεμος που είχε κηρύξει εναντίον των πολιτικάντηδων - μεταπρατών της Παράδοσης, δεξιών και αριστερών. Αναρχικός και ποιητής ο ίδιος σιχαινόταν τους δήθεν, τους ανάρχιδους και τους προσκυνημένους.
Λεπτομέρεια : Στο σπίτι του δεν κλείδωνε ποτέ. Αισθανόταν άτρωτος σαν να βρισκόταν σε μια σπηλιά του Ψηλορείτη. Μέχρι που μπήκαν οι θρασύδειλοι Αλβανοί ληστές και τον σακάτεψαν. Αλλά και τότε δεμένος και χτυπημένος τους έβριζε και δεν "συνεργάστηκε" μαζί τους για να σωθεί. Όμως εκείνο το "τραύμα" τον διέλυσε επειδή αισθάνθηκε ταπεινωμένος. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Το έβλεπε κανείς στο βλέμμα του. Τότε ήταν που "πέθανε" για πρώτη φορά. Χτες ήταν η δεύτερη. Αυτός υπήρξε ο Νίκος Κούνδουρος από τον Άγιο Νικόλαο Σητείας : Ξεροκέφαλος, απόλυτος, προικισμένος, δύσκολος, παιδικός, ερωτικός - πάντα μια ανοιχτή αγκαλιά - ως το τέλος. Αυθεντικός, με έναν λόγο.
Από την Μακρόνησο ως το πιο μακρινό αστέρι ήξερε να βρίσκει τα χρώματα της Ελευθερίας ακόμη και στα πιο πικρά χώματα. Ακόμη και στην εξορία.
( ...και να μην βγουν τώρα να καπηλευτούν το όνομα του τα γνωστά θρασίμια της δημοσιότητας γιατί ο Νίκος δεν το χει σε τίποτα να σηκωθεί και να τους αρχίσει με την μαγκούρα )!
 

Πού πήγαν οι διανοούμενοι;
 Ο Κούνδουρος πάνω από όλα ήταν ένας ασυμβίβαστος και υπεροπτικά επιθετικός προς κάθε μορφή εξουσίας διανοούμενος. Κρητικός και κριτικός εμμονικός! Γιαυτό και δεν επιτρέπεται να γίνει αντικείμενο καπηλείας από κανέναν. Ούτε πολιτικό ούτε πολιτιστικό παράγοντα. Ένας διανοούμενος δημιουργός που ούτε φυγομάχησε ούτε βολεύτηκε. Όπως είναι ο γραικυλικός συρμός.
Χτες, νεκρολογώντας τον Νίκο με τον Καραμπελιά στον Ιανό αναφερθήκαμε στην κατάθλιψη που μαστίζει τον τόπο αλλά και στην απουσία των οργανικών διανοουμένων οι οποίοι μη έχοντας πλέον σήμερα ρόλο - εφόσον το Σύστημα κατέρρευσε - σεμνοπρεπώς διακόπτουν.
Επιτρέψτε μου εδώ να πω ότι την καταραμένη κατάθλιψη την ένιωθα έντονα από τα τέλη του '90...
Μόλις το 2004, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, στο απόγειο δηλαδή της εθνικής επιτυχίας και αυτοϊκανοποίησης, εξέδωσα από τις εκδόσεις του Αντί το βιβλίο μου
"Ο Πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας" σε πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη.
Τότε δεν πολυκατάλαβα τον Κούνδουρο όταν μου είπε στη παρουσίαση του βιβλίου : "Ξαναζούμε μωρέ την Μακρόνησο αλλιώς".
Τουλάχιστον αυτός από τότε καταλάβαινε την εξέλιξη του δράματος. Τώρα την καταλαβαίνω κι εγώ...Την καταλαβαίνουμε όλοι, οδυνηρά στο πετσί μας

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΑΤΊ ΜΕΓΆΛΟΣ;


Γράφτηκαν πολλά για τον Κουνέλλη. Και δικαίως. Γιατί όμως ήταν μεγάλος; Μήπως υπερβάλλουμε οι θαυμαστές του; Ο Κουνέλλης δήλωνε ζωγράφος στην εποχή της κρίσης της ζωγραφικής. Της κρίσης της εικόνας. Γιαυτό και από νωρίς εγκατέλειψε το τελάρο, την ασφάλεια και την γλύκα του. Για να εκφράσει -εικαστικά αλλιώς- τον χρόνο, δηλαδή την ιστορία του δυτικού κόσμου από την βιομηχανική επανάσταση και εντεύθεν, εν χώρω. Τα έργα του είναι τεράστια tablaux vivants με αίσθηση του επικού - τραγικού.
Η δουλειά του είναι καθαρά "τοπολογική " κατ'αναλογίαν της "εικονολογικής" μεθόδου του Πανόφσκι. Πάντα ο χώρος και η αίσθηση του, το δράμα, η ένταση και η θεατρικότητα των αντικειμένων του, η φωνή των ακατέργαστων, αδρών, πρωτογενών υλικών που απολογούνται για τα πάθη και τα παθήματα των ανθρώπων. Το μέταλλο πάνω από όλα που φιάχνει μοναδικές, αδιαμεσολάβητες εικόνες.
Επίσης ένα τσουβάλι κάρβουνα, η φλόγα του μπεκ, το καπνισμένο, τυφλό άγαλμα, τα παλιά, στραβοπατημένα παπούτσια ... φτωχή τέχνη μεν αλλά με τους όρους και την ποιητική του Σουρεαλισμού... Με τον Καραβάτζιο, τον Νίτσε, τον Μαρξ, τον Ντυσάν και τον Ντε Κήρυκο, τον Μπούρι παρόντες.


Αντιλαμβάνεται κανείς πως ένιωσα, εγώ, ο γιος ενός τορναδόρου που ταξίδευε με γκαζάδικα φορτηγά και τον έκαιγε η λαμαρίνα, όταν είδα ένα τέτοιο φορτηγό πλοίο να προτείνεται ως ένα μικρό αισθητικό σύμπαν χωρίς όμως να χάσει διόλου την ταυτότητα του. Την λειτουργία του. Ήταν όμως μαγικά μεταμορφωμένο από το φως ενός όρους Θαβώρ που το όριζαν λαμαρίνες! Μεταμορφωμένο αλλά όχι μεταλλαγμένο. Ένα θαύμα αληθινό που δεν είχε κανείς άλλοτε ποτέ σκεφτεί ! Και που ήταν υλοποιημένο εδώ στο λιμάνι του Πειραιά, την γειτονιά μου, από έναν Πειραιώτη! Με χιλιάδες κόσμου από όλον τον κόσμο να κάνουν ουρά για να δουν τα δικά μας πράγματα που εκείνη την στιγμή έγιναν και παγκόσμια.
Μοιράζομαι εδώ μαζί σας μια από τις εξαιρετικές εμπειρίες της ζωής μου. Όταν, μετά τα εγκαίνια ρώτησα τον Κουνέλλη ποιος ήταν ο ρόλος του σε αυτό το ταξίδι της νέας Οδύσσειας, μου απάντησε στα ιδιότυπα του γκρεκάνικα:
"Μα εγώ είμαι ο Οδυσσέας που κάνει κύκλους και γυρίζει, μα τσέρτο είμαι και η Πηνελόπη που φεύγει!"

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Μνήμη Μίμη Μυταρά

Πορτραίτο Ν. Λούρου, ακαδημαϊκού


Μνήμη Μίμη Μυταρά,
Χαλκίδα 1934 - Αθήνα 2017.
Ο Μυταράς, απίστευτος σχεδιαστής και έξοχος αφηγητής. Η ζωγραφική του προσωπικότητα είχε κάτι ανάμεσα σε Μόραλη, Χόκνεϋ, Κιτάι και Μπαίηκον. Με πολύ οξεία κοινωνιολογική προσέγγιση της σκοτεινής Ελλάδας ανάμεσα στην Δικτατορία και την Μεταπολίτευση. Η καλύτερη του περίοδος. Τον θυμάμαι να οδηγεί το λευκό πόλο της Ζουζούς πηγαίνοντας μας στο Εργαστήρι της Χαλκίδας. Τον θυμάμαι να μας ξεναγεί στο μυθικό Κόκκινο Σπίτι.
Επίσης υπήρξε δεινός γραφίστας -νομίζω πως πριν διαδεχτεί τον δάσκαλο και μέντορα του Μόραλη στην ΑΣΚΤ, δίδαξε γραφιστική στην Σχολή Δοξιάδη- , σας θυμίζω ενδεικτικά τα εξώφυλλα δίσκων του Μαρκόπουλου αλλά και τη δουλειά του στο θέατρο. Π.χ στον Ερωτόκριτο του Ευαγγελάτου. Το 1983 προλόγισα την σκηνογραφική του δουλειά σε μια έκδοση του Καστανιώτη πρωτοχρησιμοποιώντας τον όρο "θεατρικότητα" που του άρεσε πολύ. Καθρέφτες, μάσκες, θεατρικές φιγούρες και επιτύμβια ζώντων!
Αυτό είναι η ζωγραφική μου, έλεγε, ένα θέατρο των χρωμάτων!
 

ΥΓ. Η μεγάλη προσφορά του Δημήτρη Μυταρά - αλλά και η αχίλλειος πτέρνα του - ήταν το ότι έφερε την ζωγραφική στα μέτρα του ευρέος κοινού κάνοντας την πολύ δημοφιλή. Με όποιο κόστος. Η μεγάλη ζωγραφική του όμως, εκείνη των Επιτυμβίων ή της Εθνικής Οδού, θα παραμείνει στην Ιστορία ως ελληνικός εξπρεσιονισμός. Π.χ το συνταρακτικό πορτραίτο του ακαδημαϊκού Ν. Λούρου με την μελιτζανιά τήβεννο που ο Παπαστάμου είχε μόνιμα αναρτημένο στην Εθνική Πινακοθήκη.

Ο τορναδόρος μαστρο Γιάννης - Ο παγκόσμιος Κουνέλλης


Ο Γιάννης Κουνέλλης υπήρξε ο τελευταίος μύθος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ και ο κορυφαίος της γενιάς του 60'. Ένας κοσμοπολίτης που πάντως λάτρεψε την Ιταλία και ενσωματώθηκε στην φινέτσα και την συνείδηση ιστορίας που χαρακτηρίζει αυτή την χώρα. Όχι την Αθήνα αλλά τη Ρώμη. Και οι Ιταλοί τον λάτρεψαν και τον έκαναν σύμβολο της μοντερνιστικής τους παράδοσης. Θυμάμαι το δέος που ένιωσα όταν τον πρωτοείδα και άκουσα τα περίεργα γκρεκάνικα που μίλαγε. Μου φάνηκαν σαν χρησμοί του Τειρεσία!
Αυτός, ο κοσμοπολίτης που εξέθετε παντού στην Ευρώπη και την Αμερική και που δίδασκε στο Ντύσελντορφ, δεν μιλούσε ουσιαστικά καμιά γλώσσα. Οι τιτανικές εικόνες που δημιουργούσε, μιλούσαν για αυτόν. Και βέβαια η γυναίκα του, η Μισέλ, ο δραγουμάνος του για τον έξω κόσμο. Τι περίεργο! Ο πιο γλωσσαλγικός καλλιτέχνης δεν διέθετε γλώσσα - πρακτικό όργανο επικοινωνίας. Μοιάζει να απέβαλε την επόμενη μητρική του γλώσσα για να γίνει ο μύστης του σύγχρονου Μύθου.
Μαζί με τον Κανιάρη και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ο Κουνέλλης είναι ο καλλιτέχνης που λατρεύω και που υπήρξε ένα είδος δάσκαλου - μυητή για μένα... Να μην ξεχάσω την συνταρακτική και αποκλειστική συνεργασία του με τον Θόδωρο Τερζόπουλο και το θέατρο Άττις. Θυμάμαι, όταν στήναμε την έκθεση Κάτοπτρα Ιστορίας το 2003 σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στου Ρέντη -ανάμεσα σε μηχανουργεία και αποθήκες- μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό και την Βάσω Παπαντωνίου, την χαρά που έκανε όταν έβαλε εμπρός τον "Μινώταυρο", μια δίχρονη μηχανή καϊκιού που του βρήκε ο Άγγελος Πιτσίκαλης. Αντέδρασε σαν παιδί! Αυτό ήταν το έργο : Μία μηχανή, μια Αργώ έτοιμη για ταξίδι, εγκλωβισμένη σε ένα φρούριο από τενεκέδες. Ο παλαιικός της θόρυβος που αντηχούσε σε όλο το εργοστάσιο, σε ταξίδευε θέλοντας και μη. Κάποιοι καλλιτέχνες ζήλεψαν, κάποιοι λάτρεψαν το έργο. Και ο Γιάννης εκεί, πάντα με ένα τσιγάρο και ένα αμφίσημο χαμόγελο κρεμασμένο από τα χείλη του.
Και μετά φάγαμε ρεβίθια σε ένα μαγέρικο. Τώρα καταλαβαίνω τι με συγκινούσε σε αυτόν τον τραχύ, ακατέργαστο άνθρωπο με το αιώνιο μαύρο παλτό. Μου θύμιζε τον πατέρα μου που ήταν τορναδόρος στα μηχανουργεία του Πειραιά. Όπως και ο δικός του πατέρας. Καληνύχτα μαέστρο. Καληνύχτα μαστρο Σπύρο. Η μεγάλη τέχνη συμβαίνει πάντα εκεί ψηλά...




ΥΓ 1. Και να σκεφτεί κανείς πως η Εθνική Πινακοθήκη της πλάκας δεν διαθέτει ούτε εξέθεσε ποτέ ένα (1) του έργο. Γιαυτό σιχαίνομαι τους παράγοντες και τους παραγοντίσκους του πολιτισμού στη χώρα μας. Γιατί επιβάλλουν τη μετριότητα τους παντού. Και με χυδαίο τρόπο. Με την συντριπτική συναίνεση του Κοινοβουλίου και της Κυβέρνησης. Διαχρονικά.
ΥΓ 2. Θα έδινα ένα χρόνο από την ζωή μου για να μάθω αν ο πρωθυπουργός και η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών ή των υπουργών ξέρουν ποιος ήταν ο Πειραιώτης Γιάννης Κουνέλλης. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Η παχυλή, γενικευμένη αμάθεια είναι το μέγιστο πρόβλημα του τόπου. Και η αιτία όλων των άλλων.
ΥΓ 3. Κανονικά σήμερα ο δήμαρχος Πειραιά και ο υπουργός εμπορικής ναυτιλίας θα έπρεπε να είχαν κηρύξει συμβολικό πένθος στη πόλη. Έτσι έκαναν οι Ιταλοί όταν πέθανε ο Βέρντι. Τι λέω τώρα!

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η Άννα την Άνοιξη

 
(Φωτο Γρηγόρη Βασιλείου) 

(after Lorca)

Τί πουλάς κορίτσι με τα στήθια σου στητά στον άνεμο;
Πουλάω κύριε τον δριμύ αέρα της Άνοιξης.
Και συ γυναίκα τί πουλάς με τα στήθη σου βαριά στο κύμα;
Πουλάω κύριε το αψύ νερό της θάλασσας.
Αέρα και θαλασσόνερο κύριε πουλάμε.

Και συ σκιά λιγνή γιατί σκύβεις και φιλάς έτσι το χώμα;
Επειδή κύριε λίγον αέρα ζητιανεύω λίγο νερό
για αυτούς που εδώ είναι θαμμένοι και που λαχταρούν...
Λίγο νερό, λίγον αέρα μήπως κι από το χώμα
 που το νοτίζουν δάκρυα, πάλι βλαστήσει Άνοιξη.

Άννα, κύριε, το όνομα μου.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ο Πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας

 
Μνήμη  Σπύρου Ευαγγελάτου

Ήρθε λοιπόν η στιγμή - και μάλιστα πιο γρήγορα από ό τι νομίζαμε - για να πληρώσουμε την βασική "αλήθεια" της μεταμοντέρνας συνθήκης γύρω από την οποία υφάνθηκε ο ιστός και μαζί η θηλιά της post ευμάρειας μας:
 Πως δηλαδή δεν υπάρχει μια αλήθεια αλλά πολλές, όλες ισότιμες, ενώ το ψεύδος δεν είναι το αρνητικό του αληθούς αλλά απλώς μια, ακόμη, μετωνυμία του. Που θα πει μια άλλη, μια διαφορετική μορφή αλήθειας. 

Σε αυτήν την ιδεολογική φούσκα, σε αυτόν τον παράδεισο του σχετικισμού, σε αυτά τα σαθρά θεμέλια του δήθεν στηρίχτηκαν οι λοιπές φούσκες, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές που έπληξαν και τον πλανήτη και την χώρα. 
Έτσι συμφωνήσαμε ρητά ή υπόρρητα πως ένα τέτοιο ψέμα είναι αρκετό για να φιαχτεί μία ιστορία ... όσο τουλάχιστον είναι αναγκαία  και μία αλήθεια. Ή, κάτι  θεωρούμενο ως  αλήθεια. 

Αν μάλιστα σκεφτούμε πόσο σχετική και ανυπόληπτη είναι η -  εκάστοτε - αλήθεια με τις θεωρητικές εξαρτήσεις ή τις επιστημονικές δεσμεύσεις της, τότε συμπεράναμε πολύ βολικά 
πως  -κατά το μάλλον ή ήττον- τις ιστορίες τις φιάχνουν τα ψέματα. Τα οποία είναι πιο έντιμα κατά βάθος επειδή δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτε. Το τέλειο άλλοθι της μεταμοντέρνας ευτυχίας που μας απελευθέρωνε από τον δογματικό μοραλισμό του μοντέρνου. Όταν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, τότε όλα είναι σχετικά. Ακόμη και το ηθικά επίμεπτο, αυτό που οι ηθικολόγοι ονομάζουν κακό. Το μεταμοντέρνο εξαφάνισε σε φιλοσοφικό επίπεδο το οντολογικό κακό αλλά όχι και την κακία ή τους κακούς από τον κόσμο. 
Και η αλήθεια εν τέλει παραμένει σταθερά εκείνο το χαλαρό σημαίνον στο οποίο αντιστοιχούν άπειρα, κυριολεκτούντα  σημαινόμενα. Ευτυχώς, λέγαμε! 

Τώρα όμως που ήρθε στο ο λογαριασμός, μήπως οφείλουμε να επανεξετάσουμε στάσεις και προκαταλήψεις; Όσα δηλαδή νομιμοποιούν τον λαϊκισμό ως πολιτική θέση ή τον πρωτογονισμό ως πολιτική στάση. Οι περιπτώσεις Τραμπ και Τσίπρα είναι ενδεικτικές του πως το αντισυμβατικό λ.χ η μη γραβάτα και ο λούμπεν δημόσιος λόγος, έχουν  καταστεί η κύρια σύμβαση των καιρών. Το κόστος, με άλλα λόγια, ενός πολιτισμού που επένδυσε τις πιο υψηλές παραδόσεις του στην κατασκευή ιδιωτικών  παραδείσων για να μας κληροδοτήσει τελικά μία συλλογική κόλαση. Κόλαση από βελούδο και περιττώματα... Τουλάχιστον ας ξανασκεφτούμε την  Ιστορία χωρίς περιττά  πρόσημα.

 ΥΓ 1.  Ιστορία είναι εκείνο το αφήγημα που σταθερά ξαναγράφεται. Το οποίο οφείλουμε να γράφουμε, σταθερά αναθεωρώντας την ούτως ή άλλως υδαρή και φευγαλέα σχέση μας με την πραγματικότητα. Ως στοιχειώδη πράξη αυτογνωσίας. Κι αυτό δεν συνιστά μεταμοντερνισμό.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να ξαναγράψουμε την ιστορία της Μεταπολίτευσης χωρίς τα - παραπλανητικά - ιδεολογικά πρόσημα της Αριστεράς και της Δεξιάς. Επειδή τέτοιες a priori δεσμεύσεις συσκότιζαν και συνεχίζουν να συσκοτίζουν τη γνώση μας ως προς την συντηρητική ή την προοδευτική πορεία της χώρας. Συσκοτίζουν εν τέλει τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Η εμπειρία της διακυβέρνησης των Συριζανέλ ας λειτουργήσει, τουλάχιστον, εκτός του σοκ και ως παιδαγωγικό μάθημα για την κοινωνική μας μνήμη. Για την συλλογική μας κρίση. Ως παυσίλυπο και αντίδοτο της παρακμής που αφυδατώνει τον τόπο και μαραζώνει ή διώχνει τους νέους.

ΥΓ 2. Ζούμε αναμφίβολα τον Πολιτισμό στην εποχή της μελαγχολίας*. Αυτός ο τόπος άντεξε διωγμούς, καταστροφές, εμφυλίους, πείνα και εξορία για να βουλιάξει στην παρακμή και την χρεοκοπία, στην απάθεια και την αγραμματοσύνη στην εποχή της ευμάρειας. Βλέπω ποικίλους τύπους να χτίζουν καριέρες κυριολεκτικά λείχοντας και έρποντας. Αυτοί που ήταν κάποτε  αυλικοί του Κωστάκη και του Ζαχόπουλου, παιδιά του Λαμπράκη και του ΔΟΛ, σύμβουλοι πολιτισμού του Σημίτη, του Γιωργάκη, ακόμη και του Γερουλάνου (!), οι ίδιοι σήμερα προκύπτουν πεφιλημένοι του Σύριζα και μπαρουτοκαπνισμένοι της Αριστεράς. Κάποιοι τέλος που σταδιοδρόμησαν αποκλειστικά ως σύζυγοι, ερωμένοι ή ερωμένες είναι και οι πλέον αηδιαστικοί (-ες). 
Το στυλ Δαμανάκη δημιούργησε σχολή πολιτικών δωσίλογων και η παράδοση καλά κρατεί. Με αυτή την απεχθή, ανάξια μας, λογική μοιράζονται σήμερα θέσεις και οφίκια. Με ανταλλάγματα και αλλαξοκωλιές κάτω από κλινοσκεπάσματα και σωμιέδες. Λιγδιασμένα δάχτυλα και ιδρωμένες παλάμες. Χνώτα που μυρίζουν και θρεμένοι σβέρκοι. Άνθρωποι που δεν είναι ικανοί όχι να αγαπήσουν ή να πονέσουν αλλά ούτε καν να μισήσουν. Ο Χειμωνάς έγραφε: Με μίσος καλό σας εχτρεύομαι! 
Άλλα αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ από όλα είναι το γεγονός πως ενώ δίνεις τα πάντα, φιλάς τις γνωστές ποδιές για την θέση, μετά δεν κάνεις το παν για να αναδειχτείς αντάξιος της θέσης αυτής αλλά αναλίσκεσαι σε νέες ίντριγκες, κλινοπάλες κλπ. Έστω και αν είσαι ελάχιστα ερωτικός(-ή). 
Ακόμη μια γκρίζα μέρα και σήμερα... Στον τόπο αυτό υπάρχουν πραγματικά μόνο οι νεκροί.

ΥΓ 3. Υπενθυμίζω, οι διευθυντικές θέσεις των μεγάλων, πολιτιστικών οργανισμών, μουσείων, θεάτρων, πινακοθηκών, οπερών κλπ, δεν πρέπει να προσφέρονται σε κολλητούς σαν ρουσφέτι ή μπαχτσίσ' αλλά μετά από προκήρυξη, ει δυνατόν διεθνή. Πράγμα που έπρεπε να γίνει αλλά δεν έγινε ως τώρα στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης και πρέπει να γίνει στο Ίδρυμα Νιάρχου.


* Ο τίτλος του σχολίου προέρχεται από το  βιβλίο μου "Ο Πολιτισμός στην Εποχή της Μελαγχολίας", εκδόσεις του "Αντί",  2003, σε πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη. Αυτά που έλεγα τότε, επαναλαμβάνω πληκτικά και τώρα.
 

Ρέκβιεμ για μιαν εποχή ή, Σαββατοκύριακο στο Παρίσι, αεροπορικώς

 
 ... "Σοκολατάκια και πολύ τους πάει! " όπως τραγουδούσαν ο Γιάννης Νεγρεπόντης και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης από την εποχή της Χούντας στα "Μικροαστικά" τους. Αυτό είναι το ουσιαστικό πρόβλημα μας, όσο το σκέφτομαι βαθύτερα. Σε βάθος χρόνου. Η φρικώδης κληρονομιά της Δικτατορίας που σφράγισε το κιτς της Μεταπολίτευσης. Κακοχωνεμένες ιδέες του Μάη του '68 με δεκαετή καθυστέρηση που τώρα ξεβράζονταν  στην αρειμάνια πασοκίλα των eighties. Όλα επιτρέπονταν επαναστατικώ δικαίω και λαϊκώ δικαιώματι... Ο λαός των ποντικών και των λαδέμπορων της Κατοχής, αδελφωμένος με τους τσαλακωμένους αριστερούς του μετεμφυλιακού κράτους, αποκαθαιρόταν στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αντρέα και άμωμος από αδελφικό αίμα πλέον, μπορούσε να απολαύσει το "Τσοβόλα, δώστα όλα! " ή τον χρηματιστηριακό παράδεισο του Σημίτη. Συχνά λιαζόμενος - ο περιούσιος λαός - στις παραλίες και απολαμβάνοντας μακάρια το φρέντο, την  ήσσονα προσπάθεια αλλά και το μέγιστο κέρδος. Δύο σε ένα! Τα πακέτα Ντελόρ να είναι καλά και ο λαϊκός καπιταλισμός του Χριστουδουλάκη. Λεφτά, δάνεια μεν απλήρωτα δε, υπήρχαν.

Ένας αφόρητος μικροαστισμός σαν λίγδα από την οποία δεν ξέφευγε κανείς, μια  μικροαστικίλα, σχεδόν θεσμική, είχαν διαβρώσει σαν υγρασία τα στεγανά και τα έμπεδα αυτής της χώρας μετατρέποντας τους παλιούς προλετάριους, τους άλλοτε περιθωριακούς αλλά και ηρωικούς βιοπαλαιστές της σκληρής καθημερινότητας, σε νεόπλουτους μικροαστούς. Σε εισοδηματίες γαντζωμένους  στο γιώτα χι τους, το διαμέρισμα, κατά προτίμηση ρετιρέ, το εξοχικό, την ιδεολογικοποιημένη κυριακάτικη έξοδο στα Βλάχικα της Βάρης ή τα πρανή της Πάρνηθας για παϊδάκια που προσδοκούσαν τα πάντα από ένα κράτος πατερούλη. Και το κόμμα για τα περαιτέρω. Άτομα χωρίς κανέναν εσωτερικό κραδασμό που ζούσαν σαν ζόμπι μόνο για το φαίνεσθαι, για το κατέχειν και όχι για το είναι, για το υπάρχειν. Που η μόνη τους μεταφυσική εξαντλούνταν αλλά και επιβεβαιωνόταν από το καθημερινό, το επιούσιο κέρδος. Με τον κωστοπουλισμό να αποτελεί τηλαυγή ιδεολογία και την Μύκονο δικαίωση του σοσιαλιστικού οράματος. Με τις συντάξεις από τα πενήντα κεκτημένο δικαίωμα και συνδικαλιστική νίκη. Με την πλήρη ανατροπή αιτίων και αποτελεσμάτων, σχέσεων και σκοπών.
(Σημείωση: Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια τηλεοπτική εικόνα που με στοίχειωσε από τις αρχές του 2000 όταν σε αναμετάδοση από τις Πρέσπες η ΕΡΤ παρουσίαζε αγκαλιασμένους τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τον Γιάννο Παπαντωνίου, τον Γιώργο Λιάνη και άλλους ανάλογους αστέρες να τραγουδάνε συγκινημένοι και αθώοι το "Άπονη ζωή μας πέταξες στου δρόμου την άκρη"! Ήταν η στιγμή που τα "Μικροαστικά" του Κηλαηδόνη που ανέφερα πιο πάνω, είχαν γίνει τώρα το ρέκβιεμ μιας ολόκληρης κοινωνίας, η ιλαροτραγωδία σας προαναγγελθείσης ήττας. Της ήττας της ευμάρειας).

Άρα, κατανοώ απόλυτα το γιατί αυτά τα μίζερα ανθρωπάκια που ευκαιριακά κατέχουν την εξουσία εξαργυρώνοντας αγώνες άλλων ή υποκλέπτοντας αξιολύπητα ρόλους αριστερών, επαναστατών, κοινωνικών ανατροπέων κλπ. παίρνουν φυσικά και αθώα το κρατικό, προεδρικό αεροπλάνο και πηγαίνουν οικογενειακή εκδρομή το Σαββατοκύριακο στο Παρίσι. Ακριβώς όπως ο μπαμπάς τους, δεκαετίες πριν, έπαιρνε το κουρσάκι μάρκας Ντάτσουν ή Όπελ καντέτ και τους πήγαινε week-end στην Αίγινα ή το Λουτράκι ενώ κατά την επιστροφή έκαναν μια στάση στα Δερβενοχώρια για μπριζόλες και γίδα βραστή. Tale quale που έλεγαν και οι Λατίνοι κλασικοί στους οποίους ως γνωστόν έχουν εντρυφήσει ο πρωθυπουργός και το στενό του περιβάλλον. Το κιτς της Χούντας και η κουλτούρα της ανδρεϊκής μεταπολίτευσης είναι εδώ, είναι παρόντα, είναι η μόνη πολιτιστική κληρονομιά που μας ενώνει και μας ταυτοποιεί. Ένα ρέκβιεμ που παίζεται με ζουρνάδες, μπαγλαμά και ντέφι (για το κέφι της παρέας, πάνω και πρώτα απ´ όλα)!

Κύριο γνώρισμα του μικροαστισμού που καταγγέλλω είναι η μοχθηρία, είναι η ζήλεια γι' αυτό που μας ξεπερνάει, είναι το αδιαπραγμάτευτο μίσος για τον ανυπόφορο διπλανό σου επειδή ακριβώς είναι αυτός που σου δείχνει την δική σου βαθιά μειονεξία. Την υπαρξιακή σου υστέρηση. Είπαμε ... Σοκολατάκια και πολύ τους πάει... Ό,τι διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά των τελευταίων δεκαετιών αυτής της κοινωνίας είναι ο παχύρευστος, υδαρής φθόνος για τον καλύτερο, είναι η εδραίωση της μετριοκρατίας με κάθε τίμημα, είναι το μίσος της αριστείας, είναι η ζήλεια για την ευμάρεια του άλλου που σε ένα ψευδοαριστερό φαντασιακό συνιστά αδίκημα. Θέλετε απόδειξη όλης αυτής της παρανοϊκής αντιφάσης; 

Επειδή δηλώνουμε αριστεροί, θέλουμε να καταστρέψουμε τα ακριβά, ιδιωτικά σχολεία, εκεί δηλαδή που πηγαίνουν τα παιδιά των μεγαλοαστών και της πλουτοκρατίας. Όμως, τι περίεργο, σ' αυτά τα ίδια σχολεία στέλνουμε και εμείς ξεδιάντροπα τα δικά μας παιδιά. Ενώ  απ' την άλλη πλευρά κοπτόμαστε για τη δημόσια εκπαίδευση την οποία όμως  σταθερά και ανάλγητα υποβαθμίζουμε. Συμβαίνει το ίδιο και με τις εκκλήσεις για ενίσχυση των αποθεματικών των ελληνικών τραπεζών την ίδια στιγμή που εμείς, οι πρωτοκλασάτοι της εξουσίας έχουμε δολίως, το ουδόλως  ευκαταφρόνητο, κομπόδεμα μας στην αλλοδαπή. Αηδία. Θέλετε άλλη απόδειξη παράνοιας, διπλοπροσωπίας και περιφρόνησης του λαϊκού αισθήματος; Του κοινού νοός και της επαφής με την ζοφερή γύρω μας πραγματικότητα; 

"Στην Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή." Γιαυτό μια ιδέα θα ήταν, να φύγουμε Σαββατοκύριακο για το Παρίσι. Αρκεί να μην έχει κλείσει το αεροσκάφος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Το μεταμοντέρνο και το κόστος του

 
Στον συνάδελφο Γιώργο Στείρη

Ήρθε λοιπόν η στιγμή - και μάλιστα πιο γρήγορα από ό τι νομίζαμε - για να πληρώσουμε την βασική "αλήθεια" της μεταμοντέρνας συνθήκης γύρω από την οποία υφάνθηκε ο ιστός και μαζί η θηλιά της post ευμάρειας μας:
Πως δηλαδή δεν υπάρχει μια αλήθεια αλλά πολλές, όλες ισότιμες, ενώ το ψεύδος δεν είναι το αρνητικό του αληθούς αλλά απλώς μια, ακόμη, μετωνυμία του. Που θα πει μια άλλη, μια διαφορετική μορφή αλήθειας.

Σε αυτήν την ιδεολογική φούσκα, σε αυτόν τον παράδεισο του σχετικισμού, σε αυτά τα σαθρά θεμέλια του δήθεν στηρίχτηκαν οι λοιπές φούσκες, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές που έπληξαν και τον πλανήτη και την χώρα.
Έτσι συμφωνήσαμε ρητά ή υπόρρητα πως ένα τέτοιο ψέμα είναι αρκετό για να φιαχτεί μία ιστορία ... όσο τουλάχιστον είναι αναγκαία και μία αλήθεια. Ή, κάτι θεωρούμενο ως αλήθεια.

Αν μάλιστα σκεφτούμε πόσο σχετική και ανυπόληπτη είναι η - εκάστοτε - αλήθεια με τις θεωρητικές εξαρτήσεις ή τις επιστημονικές δεσμεύσεις της, τότε συμπεράναμε πολύ βολικά
πως -κατά το μάλλον ή ήττον- τις ιστορίες τις φιάχνουν τα ψέματα. Τα οποία είναι πιο έντιμα κατά βάθος επειδή δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτε. Το τέλειο άλλοθι της μεταμοντέρνας ευτυχίας που μας απελευθέρωνε από τον δογματικό μοραλισμό του μοντέρνου. Όταν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, τότε όλα είναι σχετικά. Ακόμη και το ηθικά επίμεπτο, αυτό που οι ηθικολόγοι ονομάζουν κακό. Το μεταμοντέρνο εξαφάνισε σε φιλοσοφικό επίπεδο το οντολογικό κακό αλλά όχι και την κακία ή τους κακούς από τον κόσμο.
Και η αλήθεια εν τέλει παραμένει σταθερά εκείνο το χαλαρό σημαίνον στο οποίο αντιστοιχούν άπειρα, κυριολεκτούντα σημαινόμενα. Ευτυχώς, λέγαμε!

 
Τώρα όμως που ήρθε στο ο λογαριασμός, μήπως οφείλουμε να επανεξετάσουμε στάσεις και προκαταλήψεις; Όσα δηλαδή νομιμοποιούν τον λαϊκισμό ως πολιτική θέση ή τον πρωτογονισμό ως πολιτική στάση. Οι περιπτώσεις Τραμπ και Τσίπρα είναι ενδεικτικές του πως το αντισυμβατικό λ.χ η μη γραβάτα και ο λούμπεν δημόσιος λόγος, έχουν καταστεί η κύρια σύμβαση των καιρών. Το κόστος, με άλλα λόγια, ενός πολιτισμού που επένδυσε τις πιο υψηλές παραδόσεις του στην κατασκευή ιδιωτικών παραδείσων για να μας κληροδοτήσει τελικά μία συλλογική κόλαση. Κόλαση από βελούδο και περιττώματα... Τουλάχιστον ας ξανασκεφτούμε την Ιστορία χωρίς περιττά πρόσημα.

ΥΓ. Ιστορία είναι εκείνο το αφήγημα που σταθερά ξαναγράφεται. Το οποίο οφείλουμε να γράφουμε, σταθερά αναθεωρώντας την ούτως ή άλλως υδαρή και φευγαλέα σχέση μας με την πραγματικότητα. Ως στοιχειώδη πράξη αυτογνωσίας. Κι αυτό δεν συνιστά μεταμοντερνισμό.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να ξαναγράψουμε την ιστορία της Μεταπολίτευσης χωρίς τα - παραπλανητικά - ιδεολογικά πρόσημα της Αριστεράς και της Δεξιάς. Επειδή τέτοιες a priori δεσμεύσεις συσκότιζαν και συνεχίζουν να συσκοτίζουν τη γνώση μας ως προς την συντηρητική ή την προοδευτική πορεία της χώρας. Συσκοτίζουν εν τέλει τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Η εμπειρία της διακυβέρνησης των Συριζανέλ ας λειτουργήσει, τουλάχιστον, εκτός του σοκ και ως παιδαγωγικό μάθημα για την κοινωνική μας μνήμη. Για την συλλογική μας κρίση. Ως παυσίλυπο και αντίδοτο της παρακμής που αφυδατώνει τον τόπο και μαραζώνει ή διώχνει τους νέους.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Fin de partie, Endgame, Τέλος του παιχνιδιού

  
 

Fail again
Fail better 
S. Beckett

Η κυβέρνηση ξεπουλάει τα πάντα, παίζει τα ρέστα που δεν διαθέτει, εκποιεί χρόνιες ελπίδες μήπως και κερδίσει ακόμη και τον απειροελάχιστο πολιτικό χρόνο. Εκεί έχουν οδηγήσει τη χώρα. Χωρίς αιδώ, χωρίς συνείδηση ιστορίας. Σαν σε μακάβριο παιχνίδι!
Παρ´ όλα αυτά ο Αλέξης Τσίπρας, αληθεινός Γκαστόνε της πολιτικής συγκυρίας, λειτουργεί ακόμη ως το μοναδικό φαινόμενο ενός μεταμοντέρνου πολιτιστικού marketing το οποίο αναδύθηκε μέσα από στάχτες και καταστροφές για να επαγγελθεί την πλήρη ανατροπή του ancient régime και τη γρήγορη όσο και εύκολη διέξοδο από τα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η χώρα. Αδίστακτος λαϊκιστής ο ίδιος, δεν δίστασε να υποσχεθεί τα πάντα στους πάντες ποντάροντας στην βαθύτατη κόπωση και απελπισία του εκλογικού σώματος. 

Και βέβαια η ανάρρηση του στον ύπατο θώκο της εξουσίας υπήρξε σχεδόν νομοτελειακή για το εκλογικό σώμα μετά την γελοιοποίηση και την προηγούμενη, οικτρή αποτυχία όλων των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Τώρα όμως ήρθε και η δική του σειρά να δοκιμαστεί εφόσον ολοκληρώθηκαν τα, σχεδόν θεσμοθετημένα, δύο χρόνια περιόδου χάριτος ή μάλλον ανοχής που δικαιούται ο κάθε μνημονιακός πρωθυπουργός από τους αθέατους υποβολείς των Βρυξελλών ή του Βερολίνου...Και οι πάντες συνειδητοποιούν πια πως το ευρωπαϊκό κατεστημένο δεν τον χρειάζεται άλλο. Η αποστολή του εξετελέσθη με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ο Αλέξης Τσίπρας σε αυτά τα δύο χρόνια κατάφερε, παίζοντας κυριολεκτικά εν ου παικτοίς, να εξαντλήσει και τα τελευταία περιθώρια υπομονής ή αντοχής τόσο των εγχώριων υποστηρικτών του όσο και των ευρωπαίων δανειστών και συμμάχων μας και βυθίσει την πατρίδα σε βαθύτερο τέλμα απομυθοποιώντας στο συλλογικό φαντασιακό κάθε αξία και έννοια της Αριστεράς... 

Θα ψηφίσει λοιπόν, όσα τερτίπια καθυστέρησης κι αν μηχανευτεί για να ροκανίζει τον χρονο,και τα τελευταία, οδυνηρά, αντιλαϊκά μέτρα που του έχουν επιβληθεί, και έπειτα θα εγκαταλείψει την σκηνή για τον επόμενο Φασουλή. Κι όμως ! Όσο και αν φαίνεται σήμερα απίθανο, είχαν και ο ίδιος και η λοιπή ηγεσία της χώρας την μοναδική ευκαιρία όχι μόνο να εξορθολογίσουν, το ανορθολογικό και τεράστιο χρέος μας αλλά και να αλλάξουν, στο μέτρο του δυνατού ολόκληρη την ευρωπαϊκή ατζέντα. Σήμερα, αυτή η ευκαιρία, δύο χρόνια μετά, μοιάζει χαμένη ανεπιστρεπτί. Ο Τσίπρας όμως βρέθηκε στην εξαιρετική συγκυρία να μπορεί να γράψει ιστορία κοιτάζοντας την ιστορία στα μάτια. Η εκλογή του,το πρώτο τουλάχιστον διάστημα, δημιούργησε αληθινό, πολιτικό σοκ σε όλες τις συντηρητικές, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και προβλημάτισε τόσο τις Βρυξέλλες όσο και το Βερολίνο. Και αυτό γιατί η τότε σοβούσα ευρωπαϊκή κρίση έβλεπε στο πρόσωπο μιας εκλεγμένης, αριστερής κυβέρνησης το μέγεθος της αδυναμίας της...

... Μόνο που Τσίπρας δεν διέθετε ούτε το θεωρητικό οπλοστάσιο, ούτε την πολιτική ευφυΐα, ούτε την στρατηγική ευελιξία, ούτε τα κατάλληλα πρόσωπα ως συνεργάτες για να ταρακουνήσει τους βασικούς, ευρωπαϊκούς θεσμούς δείχνοντας στις συλλογικότητες της Ευρώπης την δυνατότητα ενός άλλου δρόμου. Διέθετε και διαθέτει θράσος και άγνοια κινδύνου. Την άγνοια του ανεύθυνου και το θράσος του αδαούς ως ηγέτης της συγκυρίας.
Πολύ γρήγορα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είτε διαπραγματευόμενοι απευθείας μαζί του, είτε συνομιλώντας με τους άμεσους συνεργάτες του, λόγου χάρη τον Βαρουφάκη, τον Παππά,ή τον Σταθάκη, διαπίστωναν πως δεν είχαν τίποτε να φοβούνται από τα σπιθαμιαία μεγέθη τους όσο κι αν αυτά λαμπύριζαν από τα φώτα των media. Απεναντίας! Και μόνο το ότι δέχονται οι Έλληνες διαπραγματευτές τους Ευρωπαίους τεχνοκράτες στο Χίλτον αντί των υπηρεσιακών γραφείων τους για να αποφεύγουν δημοσιογράφους και λαϊκές διαμαρτυρίες, αποδεικνύει ότι όλα γίνονταν και όλα γίνονται όχι για την ουσία αλλά για το θεαθήναι. Και μόνο! Μόνο που πια η συγκυρία είναι εναντίον τους. Η Ευρώπη αδιαφορεί πλέον εκκωφαντικά για την Ελλάδα η οποία, με την σειρά της, έχει απολέσει κάθε συμβολισμό για την ευρύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια. Μετά το Brexit και τον Τραμπ, με την Μέρκελ σε τεράστια δυσκολία και την Γαλλία σε ελεύθερη πτώση, η Ελλάδα δεν είναι χρήσιμη ούτε καν σαν πειραματόζωο. Ούτε καν σαν σάκος του μποξ ανάμεσα σε Δ.Ν.Τ και Βερολίνο. Τέλος του παιχνιδιού λοιπόν με προειδοποιητικές (;) βολές για επιστροφή στην δραχμή - πάντα θα υπάρχει ο χρήσιμος ηλίθιος για να κάνει την βρώμικη δουλειά - με σενάρια επιτυχιών παρότι 14 δισ. φόροι δεν εισπράχτηκαν το 2016 και είμαστε οι πρώτοι σε ανεργία στην Ευρωζώνη με 23 %! 

Και μετά; Μετά ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι έτοιμος να διαπράξει τα λάθη των προκατόχων του διεκδικώντας την εξουσία εδώ και τώρα και λησμονώντας πως ο Τσίπρας απεδείχθη ο καλύτερος πρωθυπουργός των μνημονίων και εκείνος που πέρασε μέτρα αδιανόητα για οποιονδήποτε παραδοσιακό, κομματικό μηχανισμό. Παράδειγμα: Με τέσσερις νεκρούς πρόσφυγες από παγετό και παρ' όλα αυτά δεν κάηκε η Αθήνα από τους επαγγελματίες ευαίσθητους ή τους πρόθυμους αλληλέγγυους. Φαντάζεστε να ήταν κυβέρνηση η Ν.Δ; Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι!

Συμπέρασμα : 0 ΣΥΡΙΖΑ πρέπει μεν να φύγει... αλλά μένοντας... ενώ η Ν.Δ επιβάλλεται να κυβερνήσει ως επικεφαλής ενός ενωτικού-κεντρώου σχήματος στο οποίο θα μετέχει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Για να πραγματοποιήσουν όσα από κοινού υπέγραψαν και για να διορθώσουν λίγα από τα πολλά που από κοινού κατέστρεψαν. Σε συνεργασία με εκείνους τους τεχνοκράτες που από κοινού απέκλεισαν είτε γιατί φοβούνταν τα υψηλά προσόντα τους είτε γιατί δεν άντεχαν το υψηλό πολιτικό κόστος των προτάσεων τους. Η χώρα δεν αντέχει άλλους μέτριους, άλλους λαϊκιστές, άλλα κομματόσκυλα, άλλους εγκάθετους, άλλους μηντιακούς παντοπώλες. Και, φευ, και η παρούσα και οι προηγούμενες βουλές διαθέτουν πολλούς. 

ΥΓ1. Ο κ. Ξυδάκης λειτουργεί συχνά ως ο χρήσιμος ηλίθιος του καθεστώτος από αγνό και ανόθευτο ναρκισσισμό. Θέλει πάντα να κάνει την διαφορά είτε αμπελοθεωρητικολογώντας είτε ανακατεύοντας λίγο "έθνος" και λίγον ελληνοκεντρισμό ώστε να συγκινούνται οι οπαδοί του στο ατμοσφαιρικό βιβλιοπωλείο "Κατάρτι". Αυτή η ροπή καθιστά επικίνδυνο έναν, κατά τ' άλλα, ασήμαντο πολιτικό.

ΥΓ2. Ο κ. Μητσοτάκης πρέπει ακόμη να μοχθήσει πολύ για να πείσει ένα κοινό βαθιά καχύποπτο και υπαρξιακά κουρασμένο ότι εκπροσωπεί πράγματι το καινούριο. Και μέχρι τώρα κάνει ένα βήμα εμπρός και δύο... πλάγια. Από την άλλη, και το κόμμα του το ίδιο, και οι συνεργάτες του αλλά και το βαρύ επώνυμο του δεν τον βοηθούν ώστε να ξεχαστούν τα όποια φαντάσματα έκρυψε είτε ο ίδιος είτε κάποιοι άλλοι στην ντουλάπα του... Και αυτό θα του κοστίσει στο μέλλον αν δεν λειτουργήσει εθνικά και ενωτικά.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Ρέκβιεμ για τις εικόνες - Γκαλερί Αστρολάβος

Εγκαίνια: Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017, στις 8 το βράδυ

Θράφια
Θράφια
 
Αν υπάρχει ένας ακατάλυτος εσωτερικός σύνδεσμος ανάμεσα στην ζωγραφική και την μουσική, αυτός σχετίζεται με την κοινή ροπή και των δυο αυτών εκφράσεων προς την αφαίρεση, την απόρριψη του περιττού. Δηλαδή κατατείνουν προς εκείνη την δημιουργία που δεν αντανακλά την πραγματικότητα αλλά δημιουργεί μια καινούργια. Αυτή την μυστική σχέση ανάμεσα στις οπτικές και τις ηχητικές φόρμες,το αφηρημένο, καλύτερα το μη αναπαραστατικό αλλά ούτε και αναπαραστάσιμο "γεγονός", διερευνά η παρούσα έκθεση με έργα που εν πολλοίς φτιάχτηκαν για τον σκοπό αυτό ή ακολούθησαν, σε χρόνο ανύποπτο, ανάλογο προβληματισμό.

Κάθε μορφή τέχνης είναι ένα ταξίδι. Είναι ένα ταξίδι που οδηγεί απο την επιφάνεια στο βάθος των πραγμάτων και από την ψευδαίσθηση στην ουσία. Αλλά και κάθε αληθινό ταξίδι, εκτός από μια περιπέτεια της ψυχής, είναι και μια μορφή τέχνης. Εφόσον τέχνη στην πραγματικότητα είναι  εκείνη η δύναμη - ή μήπως η δυνατότητα;- που μπορεί να μας αλλάξει υπαρξιακά, να μας ξαναθυμίσει το διαρκές πένθος που είναι η μοίρα μας ή να μας παρηγορήσει ως προς την αδήριτη πραγματικότητα του θανάτου. 

Η ζωγραφική τώρα έχει ως στόχο να "καρφώσει" μια για πάντα, να στερεοποιήσει τις ρέουσες εικόνες ενός φευγαλέου κόσμου αποδεικνύοντας, πέραν πάσης αμφισβητήσεως, πως π.χ. το βαθύ κόκκινο χρώμα ή η καρμίνα περιέχουν πολύ περισσότερο αίμα από τους ποταμούς αιμάτων που έχουν χυθεί σε όλα τα πεδία των μαχών. Και πως το μπλε της Πρωσίας είναι πολύ πιο κοντά στην απόχρωση που διάλεξε ο Θεός όταν πρωτοέβαψε τον θόλο του κόσμου από όλα τα γαλάζια του ουρανού και της θάλασσας. Έτσι είναι. Ο Θεός έγινε πρώτα ζωγράφος και μετά λειτούργησε ως Παντοδύναμος. Πρώτα ζωγράφισε αυτό που αργότερα θα έφτιαχνε κοπιάζοντας για εφτά ολόκληρες ημέρες. Άρα είναι απολύτως κατανοητό το γιατί ο κάθε ζωγράφος πρέπει να αισθάνεται σαν ένας μικρός θεός. Με όση ευθύνη, με όσες υποχρεώσεις μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο.

Χρυσόστομος
 

Ρέκβιεμ,ας το υπενθυμίσουμε, ονομάζεται η νεκρώσιμη ακολουθία της καθολικής εκκλησίας. Πρόκειται για το στερεότυπο, λατινικό κείμενο που αρχίζει με την αρχαία φράση Requiem aeternam dona eis Domine (Δώσε τους Κύριε ανάπαυση αιώνια). Οι στίχοι αυτοί έχουν εμπνεύσει τους σημαντικότερους συνθέτες της δυτικής μουσικής για να δημιουργήσουν έργα που αναφέρονται στο πένθος, τη μεταφυσική αγωνία, την απώλεια αλλά και την επική σύγκρουση του θανάτου και της ζωής μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Ενδεικτικά αναφέρω το αγγελικό όσο και φοβερό Ρέκβιεμ του Mozart, το υπερβατικό Ρέκβιεμ του Fauré, το οπερατικό Ρέκβιεμ του Verdi, το δραματικό Ρέκβιεμ του Dvorak (ιδιαίτερα το υποβλητικό Dies Irae), κλπ. Γιατί όμως ρέκβιεμ; Γιατί η αληθινή τέχνη που δεν εξαντλείται σε διακοσμητικές εφαρμογές ή στην εύκολη συγκίνηση, σφραγίζεται πάντα από την δωρεά της ιερής μελαγχολίας, της υπαρξιακής μας αδυναμίας εμπρός στον θάνατο αλλά και της συνειδητοποίησης πως η δημιουργία είναι η μόνη μορφή αθανασίας που δικαιούμαστε.

Παρχαρίδης
 

Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υπάρχει τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό.

Τάκης Πουλόπουλος 

Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο.

Στην παρούσα έκθεση 14 εικαστικοί καλλιτέχνες προσπαθούν με ζωγραφικές, γλυπτά ή φωτογραφίες να προσεγγίσουν την έννοια του πένθους, του ρέκβιεμ δηλαδή, μέσα όμως από την διάσταση του ονείρου και του ρεμβασμού. Με άλλα λόγια προσεγγίζουν μορφοπλαστικά και καθιστούν εικόνα τον πόνο μπροστά στην φθορά των πραγμάτων, τον φόβο για το επέκεινα, το δράμα των προσώπων και της ύλης ιδωμένα από την οπτική διάσταση της ελπίδας. Εκείνης της ελπίδας που μόνο τέχνη μπορεί να εξασφαλίσει. Στα παρουσιάζομενα έργα κυριαρχεί ο αφαιρετικός ή ο αφηρημένος αυτοσχεδιασμός, χωρίς όμως να αποκλείεται η ανάδυση, κατά περίπτωση, πιο ρεαλιστικής εικονογραφίας. Εν προκειμένω η έκθεση ισορροπεί ανάμεσα στην ονειρική φυγή και την αφηγηματικότητα, ανάμεσα στον ποιητικό - φασματικό χώρο και την παρουσία συγκεκριμένων μορφών έτσι ώστε από το πένθος να προκύπτει η παραμυθία και από την ύλη και το πλάσιμο της να αναφύεται λαμπρό το πνευματικό γεγονός έτσι ώστε το πένθος να καθίσταται χαρμολύπη. 

Συμμετέχοντες καλλιτέχνες: 

Γκάγκικ Αλτουνιάν 
Θράφια 
Τζουλιάνο Καγκλής 
Άρτεμις Κατσαμπάνη-Ότα 
Χαράλαμπος Κατσατσίδης 
Δήμητρα Λαζαρίδου 
Γιώργος Λαζόγκας 
Κυριάκος Μορταράκος 
Άννα Μαρία Παπαδημητρίου 
Ηρακλής Παρχαρίδης 
Τάκης Πουλόπουλος 
Σάββας Πουρσανίδης 
Γιάννης Φωκάς 
Χρυσόστομος

Επιμέλεια: Μάνος Στεφανίδης
Οργάνωση: γκαλερί Αστρολάβος – Χαρίσα Δημητρακοπούλου
e-mail επικοινωνίας: charissadim@yahoo.gr

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Παρηγοριά στην μικρή Αντιγόνη


 
Αυτό καταντήσαμε: Κουβαλάμε την αρχαία κληρονομιά σαν περιττό, εγκεφαλικό βάρος κι όχι σαν τα φτερά που θα μπορούσαν να μας απογειώσουν. Επειδή μελετάμε τους κλασικούς όχι για να πάρουμε απλώς θέση ως προς το ιστορικό παρελθόν τους, όπως έχει υποστηριχθεί αλλά για να κατανοήσουμε εμείς το, μάλλον ανιστόρητο όσο και εγωπαθές, παρόν μας. Ούτως ή άλλως κάθε Ιστορία, επίσημη ή ανεπίσημη, είναι μια κατασκευή την οποία πάντως χρειάζονται τα νεωτερικά έθνη ως ιδεολογική ραχοκοκαλιά και raison d' être.Εμπλουτίζοντας το παρόν αυτό και με άλλες αξίες ή αισθητικές πέραν της πανάκειας που λέγεται τεχνολογία, εργαλειακή σκέψη ή μεταμοντέρνα αποδόμηση. Όχι με προγονοπληκτική υστερία ούτε με γεροντοκορίστικο μοραλισμό αλλά με σύγχρονη, απορηματική ματιά. Αλλά και με υστεροβουλία. Οπωσδήποτε με υστεροβουλία!
Είμαστε γλωσσικά και ιστορικά οι πιο κοντινοί τους αναγνώστες... Οι ανάξιοι, έστω, οι ανάπηροι κληρονόμοι τους. Οι ταλαίπωροι χρήστες των λόγων τους. Μέγιστο, πολιτικό πλεονέκτημα που προφανώς αδυνατούμε να υποστηρίξουμε μέσα στην οντολογική ακηδία και την ιδεολογική περιδίνηση που βρισκόμαστε. Επαρχιώτες μαζί και ιδεολογικά νεόπλουτοι. Και εδώ βρίσκεται η παρακμή μας. Όσο για τους "προοδευτικούς" και "αριστερούς" λόγους που επικαλούνται διάφοροι ως αιτία για την αφαίρεση του τρυφερού Κρίτωνα ή της μονολιθικής Αντιγόνης από την διδακτέα ύλη, ότι δηλαδή πρόκειται για κείμενα που υπερασπίζονται την δουλοκτημοσύνη, την ολιγαρχία, τον σεξισμό ή την υπακοή σε άδικους νόμους χωρίς να προτείνεται η ατομική αντίδραση, προσωπικά διαφωνώ. 
Οι λόγοι είναι σαφώς και ξεκάθαρα "χρησιμοθηρικοί" δηλαδή η ήσσων προσπάθεια και η, με κάθε τίμημα, ευκολία. Επειδή αυτό γίναμε. Κι αυτό δεν αποτελεί ευθύνη αποκλειστικά μιας παράταξης. Η γλωσσική μεταρρύθμιση Ράλλη χαιρετίστηκε ως το άκρον άωτον της προοδευτικότητας αν και προήλθε από έναν σκληροπυρηνικό της Δεξιάς. Όμοια και ο καταστροφικός Νόμος - πλαίσιο του Πασόκ. Αποκτήσαμε καλύτερη, ουσιαστικότερη παιδεία, αξιολογότερους επιστήμονες ή δασκάλους, μιλάμε καλύτερα ελληνικά στα ΜΜΕ ή το Κοινοβούλιο μετά από τόσες "επαναστάσεις"; Βελτιώθηκε, έστω κατ´ ελάχιστον, η εκφραστική ή αντιληπτική ικανότητα του συλλογικού σώματος ευρύτερα; Απαντήστε μόνοι σας. 
Απλώς καταντήσαμε μια κοινωνία της ραστώνης, των πενηντάρηδων συνταξιούχων, των δικαιωμάτων αλλά όχι των υποχρεώσεων, των συνδικαλιστικών "κατακτήσεων" κι όχι του πνεύματος της μαθητείας και της πειθαρχίας. Αυτός είναι ο καρκίνος μας και τα Εξάρχεια είναι η δικαίωση της εκπαιδευτικής μας μεταρρύθμισης. Τί πρέπει να κάνουμε; Μα είναι προφανές! Να καρπαζώσουμε, όσο περισσότεροι τόσο ασφαλέστερα, τον Πρετεντέρη.

 
ΥΓ 1. Στο τμήμα θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου υπηρετώ, το αρχαίο δράμα διδάσκεται από μετάφραση και τα αρχαία ελληνικά έχουν περιοριστεί σε ένα (1) μόνο εξάμηνο. Όσες φορές έχω φέρει το θέμα στην συνέλευση του τμήματος οι συνάδελφοι, φιλόλογοι οι περισσότεροι, με κοιτούν συγκαταβατικά και αποφασίζουν να μην φορτώσουν κι άλλο τα παιδιά. Κι αν θέλουν καλά και σώνει τα κείμενα στο πρωτότυπο ας πάνε στην Οξφόρδη. Τουλάχιστον, αγγλικά ξέρουν. (Το γλυπτό της εικόνας φιλοτέχνησε ο Anthony Gormley).

ΥΓ 2. Για να επιτύχει πλήρως η νέα παιδαγωγική απλοποίηση μήπως θα έπρεπε επίσης να αφαιρεθεί η σκηνή με το "Έρως ανίκατε μάχαν" από το "Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο" για να μην επηρεάζονται οι μαθητές;

ΥΓ 3. Χιονίζει φέτος στην Επίδαυρο μικρή Αντιγόνη. Να ντύνεσαι ζεστά.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ






Στον Παναγιώτη, Θράφια, Δανιηλόπουλο

Ανοιξιάτικο πρωί Δευτέρας στη Kunsthalle της Deutsche Bank του Βερολίνου. Είσοδος ελεύθερη (λόγω της ημέρας!). Εγώ και ο Θράφια, ο φίλος μου ζωγράφος, έτοιμοι για νέες συγκινήσεις. Εκθέτει εδώ ένας δημιουργός από την Ιαπωνία ονόματι Koki Tanaka. Έχει επιλεγεί ως ο καλλιτέχνης της χρονιάς, Künstler des Jahres 2014, βραβείο πολύ σημαντικό για τη Γερμανία και όχι μόνο. Εκθέτει, τρόπος του λέγειν. Εδώ παίζει αυτή η καινούρια μόδα της Εγκατάστασης-Αποθήκευσης ετερόκλητων αντικειμένων, ένα είδος ready made κάποιου ρακοσυλλέκτη αντικειμένων, όπου τεράστιοι χώροι γεμίζουν με πράγματα που έφερε ο καλλιτέχνης από το εργαστήριο του ή ανάλογο γιουσουρούμ φτιάχνοντας κατασκευές που παραπέμπουν σ' άλλες κατασκευές (στον Jason Rhoades, ας πούμε, ή τον Mike Kelley κλπ.). Εδώ στοκάρονται τόπια υφάσματος, ξυλεία, σακιά με ποικίλα προϊόντα, υπάρχουν ράφια, προθήκες. Και, τέλος, ένα μαγαζί της φαντασίας δηλαδή που δεν πουλάει ούτε αγοράζει αλλά υπάρχει και απλώνεται σαν αμοιβάδα λειτουργώντας επαγωγικά ως σχόλιο σχετικά με τη χρήση και την ποιητική των αντικειμένων. Είδα ανάλογα πράγματα κι αλλού, στο Hamburger Bahnhof για παράδειγμα, μ' έναν Αμερικανό καλλιτέχνη, αλλά και σε αρκετές γκαλερί του Μονάχου και της Κολωνίας, όπως και στις τελευταίες Biennale της Βενετίας.
Ο δημιουργός πια οικειοποιείται έναν κόσμο καθημερινότητας, τον σηματοδοτεί πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά, ο θεωρητικός αναφέρεται -απαραιτήτως- στον Timothy Clark και την Rosalind Krauss και τον ... και το ερώτημα είναι αν βαριέσαι ή δεν βαριέσαι. Περιπλανιέσαι λοιπόν στο χώρο σαν τις φιγούρες του Friedrich αλλά χωρίς ρομαντικό σκοπό, το αντίθετο, θέλεις να σεβαστείς τουλάχιστον τον μόχθο, 14 ολόκληρες εργατοώρες του καλλιτέχνη, διαβάζεις, και τον έχουν βοηθήσει και αρκετοί εθελοντές στο στήσιμο αλλά μέσα σου μια φωνή σου λέει:
«Αντίδρασε, στείλ’ τον στο διάβολο, μη παίξεις το παιχνίδι τους, αν δεν έχουν κάτι ιερό να πουν, αν δεν μπορούν να μιλήσουν για τον έρωτα, να ξορκίσουν το θάνατο, να σε απογειώσουν συναισθηματικά, τότε ας ξεχαστούν πάραυτα κι αυτοί και οι πραμάτειες τους. Στ' όνομα της τέχνης και της αγάπης της τέχνης. Στ' όνομα της τέχνης και της αγάπης».
Ήδη, ο Θράφια έγινε θηρίο, έχει βγει έξω και καπνίζει. Εγώ βολοδέρνω καλά και σώνει για να βρω εκείνο το μήνυμά που πάντως δεν βρίσκω, κάτι σημειώνω για να κάνω κάτι, κάτι περί συντροφικής δράσης ή αυτοεξομολόγησης, κάτι για το «δράμα της αντίδρασης» των ανθρώπων, όπως έγραφε ένα διαφωτιστικό (;) κείμενο στην είσοδο, εμπρός στη συλλογική συμφορά. Α, υπήρχαν και κάποιες φωτογραφίες και κάποια -ασήμαντα- σχέδια που αναφέρονταν σε σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς. Θα λειτουργήσει το οντολογικό κακό ή το οντολογικό καλό; O Tanaka εκθέτοντας πλάι στο εικαστικό γιουσουρούμ του και κάποια video ή φωτογραφίες ακτιβισμού και συλλογικής δράσης κερδίζει το βραβείο Guggenheim 2015. Κατ' ουσίαν έχουμε την έκλειψη του καλλιτέχνη, την αφάνεια του έργου εμπρός στο εκκωφαντικά προφανές των πραγμάτων που όμως δεν αποτελούν έργο, των εικόνων που περιφέρουν βαριεστημένα την μιντιακή καταγωγή τους, της Τράπεζας που δεν δηλώνει απλώς αλλά είναι ο ουσιαστικός καλλιτέχνης και του βραβείου που ipso facto μένει ως τελική εντύπωση.
Ο ίδιος ο Tanaka θα ξεχαστεί οσονούπω παρ' ότι politically correct: Και Ασιάτης και Ιάπωνας και νέος και κοινωνικά ευαίσθητος και πάνω απ' όλα καλλιτέχνης που σέβεται το αμερικανικό status της διεθνούς αγοράς τέχνης. Όταν, παρ' όλα αυτά τολμάει να εκθέσει τα μικρά του σχέδια, πρόκειται αληθινή καταστροφή. Ένας παρωχημένος, κριτικός ρεαλισμός του ΄70 που δεν έχει να πει τίποτε σήμερα. Το έργο του Ai Weiwei, λόγου χάρη, για τους σεισμούς στη Κίνα ήταν απλά συγκλονιστικό. Πράγμα που σημαίνει πως παρά τη σύγχυση από την υπερπροσφορά καλλιτεχνών και καλλιτεχνημάτων και από την αποπροσανατολιστική -όσο και εκτός ιστορίας- δεσποτεία της αγοράς πάντα θα ξεχωρίζει το εξαιρετικό, όσους τόνους λογοκρισίας ή απαγορεύσεων κι αν του ρίξουν απάνω του.
Αλλά εμένα δεν με απασχολεί ούτε ο Tanaka, ούτε η έκθεση, ούτε τα ιεραποστολικά της κείμενα που είναι κολλημένα σε κάθε αίθουσα για να σώσουν τα θεωρητικά προσχήματα σχετικά με τα πως και τα γιατί, ούτε η σαφής τους πρόθεση να κουνήσουν το δάχτυλο στους βαριεστημένους θεατές πως τάχα μου κακώς βαριούνται. Εγώ άλλα θέλω να διηγηθώ. Για άλλες αιτίες να καταφύγω στη γραφή. Μέσα στην αίθουσα τριγυρίζει με αποφασιστικό βήμα ένα ξανθό κορίτσι, γύρω στα είκοσι πέντε, τη κοιτάζω που κοιτάζει, διαβάζω ό,τι της τραβάει την προσοχή... το βλέμμα μου ακολουθεί το βλέμμα της. Ο Tanaka αποκτά αιφνίδιο ενδιαφέρον. Τι να σκέφτεται άραγε; Πόσο την ενδιαφέρει αυτή η σκηνοθετημένη φιλανθρωπία που υποκρίνεται ότι η τέχνη είναι μόνο μοραλισμός ή, στη χειρότερη περίπτωση, μια ομαδική άσκηση υπερτροφικών ανηλίκων που δεν επείγεται κανείς να τους ενηλικιώσει, επειδή μάλλον δεν συμφέρει;
Όσο πιο γραμμικό πράγμα καταστεί η τέχνη, όσο πιο πολύ μοιάζουν τα σουπερμάρκετ με μουσεία τόσο πιο εύκολα θα διακινούνται τα προϊόντα μέσα από έναν εθισμό, καταναλωτικής νομιμοφροσύνης. Ο Tanaka μοιάζει ευτυχής με τις επιτυχίες του, οι αίθουσες ευπρεπώς πληκτικές, ο κόσμος τις περιεργάζεται με politically correct φρόνημα σαν να λέει «Γιατί όχι κι αυτό; Τόσα και τόσα ανάλογα έχουμε λουστεί ...», όλα είναι ελεγχόμενα ... χωρίς πάθη ή συγκινήσεις, χωρίς εξάρσεις ή σημείο βρασμού. Η τέχνη καθίσταται, στις μέρες μας, ο τρόπος με τον οποίο μια τράπεζα κάνει μπίζνες με άλλο τρόπο. Η μικρή επισκέπτρια με τα σλαβικά χαρακτηριστικά, με τη μαλακή κίνηση και την έκφραση βανίλια-σοκολάτα είναι ο μόνος λόγος που με κάνει να μην φεύγω προτροπάδην απ' την έκθεση. Στέκομαι δίπλα της όλο και πιο αδιάκριτα, είναι το μόνο αληθινά ζωντανό πλάσμα σ’ έναν μουσειοποιημένο, παγωμένο χώρο, αισθάνομαι γεμάτος τρελές ιδέες και επιθυμίες για δράση ενώ η ίδια προσπαθεί να διαβάσει τα σχοινοτενή κείμενα. Ενώ καταθέτει φιλότιμο ήθος να κατανοήσει.
-Πώς σάς φαίνεται; Τη ρωτάω επιχειρώντας τα παλιά κόλπα των ώριμων ανδρών που αξιοποιούν συγχρόνως το θράσος, την αυθεντία και τον αιφνιδιασμό για να παρενοχλήσουν. Κοκκινίζει ελαφρά. «Θαυμάσια» σκέφτομαι μαντεύοντας τι θ' απαντήσει. «Ενδιαφέρον» αποκρίνεται. Παίρνοντας θάρρος από το κλισέ που μόλις ξεφούρνισε -μιλάμε αγγλικά σε γερμανικό έδαφος- συνεχίζω με το αμέσως επόμενο, στη γνωστή σειρά των κοινοτυπιών, κλισέ. «Μα είναι αυτό τέχνη; Μπορεί να είναι τέχνη απλώς μια επικοινωνιακή ιδέα;» Διστάζει «Μου αρέσει γιατί έχει κινητοποιήσει τόσους ανθρώπους» . Συμφωνώ για λόγους στρατηγικής, αν μ΄ εννοείτε. Την ρωτάω αν ξέρει τον Kabakov υπολογίζοντας πως είναι Ρωσίδα, παρότι η προφορά της με μπερδεύει. Απαντάει, όχι. Επόμενο ερώτημα, αναπόφευκτο. «Από που είσαι;» . "Πολωνία" λέει με δισταγμό. Έπρεπε να το φανταστώ. Ψηλή, ξανθή, με κάτι το χορευτικό στο βάδισμά της και μ' έναν τρόπο να προφέρει, κάπως τραγουδώντας, τα φωνήεντα. Συνεχίζω ξαναρωτώντας αν γνωρίζει τον Roman Opalka.
Μπίνγκο, τον ξέρει, τον θαυμάζει, στενοχωρήθηκε πολύ όταν πληροφορήθηκε το θάνατό του. Μιλάμε πια κανονικά, έχει χαλαρώσει, με κοιτάει γλυκά και τώρα αυτή θέτει ερωτήσεις. Μου αναφέρει τους πίνακες του Opalka με τους ζωγραφισμένους, φυσικούς αριθμούς παρατηρώντας πως σε αυτούς έχουμε τον χρόνο μεθοδικά, οδυνηρά σωματοποιημένο. Σκέφτομαι να την καλέσω για ένα καφέ, μοιάζει κουρασμένη και τώρα είναι αυτή που μονοπωλεί τον λόγο. Είναι φοιτήτρια γραφικών τεχνών, είμαι επισκέπτης καθηγητής στο Freie Universität, διδάσκω Ιστορία Τέχνης, η ίδια διδάσκεται ιστορία τέχνης κι' έχει ένα βλέμμα γεμάτο από εικόνες και πίνακες, χρώματα, φως, σκιές και απορίες. Σχεδόν την αγγίζω και χαμογελάει. Αγαπημένος της ζωγράφος είναι ο Böcklin, της λέω πως σ' ένα μου βιβλίο έχω εξώφυλλο την αυτοπροσωπογραφία του με τον βιολιστή-θάνατο, ζητάει να το δει, γελάει, στο στόμα μου η πρόσκληση... η γλώσσα μου τη στριφογύριζε για κάποια δευτερόλεπτα αλλά δεν τόλμησε να την κάνει λέξη. Ο χρόνος, αμείλικτος παίζει ήδη τα δικά του παιχνίδια...
Αν αυτή η ιστορία συνέβαινε στο σινεμά, οι δύο πρωταγωνιστές θα χωρίζονταν εκείνη τη στιγμή κάπως συνεσταλμένοι και αμήχανοι, αλλά το ίδιο βράδυ, εξάπαντος, ο από μηχανής θεός, η φιλμική σύμβαση κ.λπ. θα κανόνιζαν έτσι ώστε να συναντηθούν, εντελώς τυχαία, τη στιγμή που πίστευαν ακριβώς το αντίθετο, σε κάποιο μπαρ αυτής της αχανούς πόλης. Αν η ζωή μας ήταν κινηματογράφος.
Ο Θράφια απ' έξω μου έγνεφε «Άντε, τι κάνεις;»... τη χαιρέτησα βιαστικά λέγοντας au revoir, στο επανιδείν και κάνοντας χίλιες προσευχές μέσα μου. Αν είμασταν θέατρο, εδώ θα τελείωνε με υποβλητική μουσική η Α’ πράξη. Εντελώς φυσιολογικά στη Β’ πράξη θα ξανασυναντιόμασταν και θα φιλιόμασταν αυθόρμητα. Φεύγω και μου χαμογελάει. Το βράδυ παίρνω σβάρνα όλα τα μπαρ από το Mitte ως το Kreuzberg παρότι το ξέρω βαθιά μέσα μου πως δεν πρόκειται να την ξαναδώ ποτέ.

Βερολίνο 11.5 - Τήνος 18.7.2015.