Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

ΓΙΑ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΆ
"Η τέχνη είναι κατά βάθος η πιο έγκυρη, δηλαδή η πιο αισιόδοξη εκδοχή της υπαρξιακής μας θλίψης"
Υπάρχει μια τέχνη που διακοσμεί και υπάρχει μια τέχνη που αμφισβητεί την ευκολία της διακόσμησης. Και οι δύο εκφράσεις είναι νόμιμες απλώς η δεύτερη παρωθεί δυναμικά τον θεατή να απαλλαγεί από τις βολικές ασφάλειες του, από τις ευκολίες του και τον μυεί στην ουσιαστική σημασία της τέχνης. Εκείνη η τέχνη που - τουλάχιστον - προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο και όχι απλώς να τον κάνει να φαίνεται τακτοποίησιμος ή , ακόμα χειρότερα, "τακτοποιημένος".
Μια τέτοια ποιητική "αταξία " εν χώρω είναι και η έκθεση - εγκατάσταση που έστησε ο καλλιτέχνης Βασίλης Καβουρίδης στο παλιό λιμάνι της Μυκόνου με τίτλο Praxis of Progress και χορηγία της dac ( design art progress ).
Στους δύο ορόφους ενός κτηρίου εκτός λειτουργίας, του παλιού επιβατικού σταθμού του νησιού, ο Καβουρίδης σαν τους παλιούς ντανταϊστές σκηνογραφεί θεματικές ενότητες και δραματοποιεί χώρους παίζοντας άλλοτε με το τραγικό κι άλλοτε με κωμικό πρόσωπο της έκφρασης. Πίνακες, γλυπτά, κατασκευές, εγκαταστάσεις, βιντεοπροβολές, σχέδια, μινιατούρες (!) καλύπτουν όλα τα επίπεδα του εκθεσιακού κτίσματος δημιουργώντας την ατμόσφαιρα ενός Δωματίου Θαυμάτων, μιας Wunderkammer που μαγικά αποκαλύφθηκε στο νησί των ανέμων (και της εκζήτησης). Με την αθωότητα μικρού παιδιού αλλά και με την επίγνωση του ενήλικα που γνωρίζει ότι η αθωότητα δεν συμβαδίζει με τέτοιους χαλεπούς καιρούς, ο Καβουρίδης πενθεί με τα καμμένα δοκάρια του και τα παλιά χρησιμοποιημένα παιχνίδια για την φθορά των πραγμάτων αλλά και γιορτάζει το ακαταδάμαστο άνθισμα της Φύσης με τα ευφορικά, παστόζικα λουλούδια του. Ανοιχτός σε επιδράσεις και διάλογο δείχνει στα έργα του τις εικαστικές του αγάπες ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στις ελεύθερες, εξπρεσιονιστικές γραφές και την προοπτική αυστηρότητα της Αρχιτεκτονικής. Διαλέγεται άφοβα με τον διεθνή και τον εγχώριο μοντερνισμό χωρίς να φοβάται να δείχνει τις επιρροές που έχει δεχτεί.
Από την μία οι δάσκαλοι του ο Ζιώγας, ο Κοντοσφύρης κι από την άλλη ο μυθικός Θανάσης Τσίγκος ή ο επικός της χρωματικής σπάταλης Αχιλλέας Χρηστίδης, η ιέρεια Wieira da Silva, ο Albers κλπ.
Θεατρικότητα, έλλειψη σοβαροφάνειας, πειραματική διάθεση, συνεχείς εκπλήξεις του θεατή ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, το φως και τα παιχνίδια του σκοταδιού, της διαφάνειας και της συμπάγειας, των ήχων και των ηχείων της σιωπής είναι τα χαρακτηριστικά μιας έκθεσης άκρως παιδαγωγικής που μπορούν να χαρούν πάντως εξίσου ενήλικες και παιδιά. Δηλαδή οι συνειδητοποιημένοι πολίτες του αύριο... Η ευθύνη μας.


Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ένα κορίτσι που το έλεγαν Μαρία

Στην μνήμη της μάνας μου Βαρβάρας που κοιμήθηκε πριν έντεκα χρόνια 

Μια Μαρία κλέβει όλων τις καρδιές στην όπερα του Bernstein - και αργότερα στη δημοφιλέστατη ταινία - West Side Story. Μια Μαρία έχει επίσης κατακτήσει εδώ και δυο χιλιετίες τη
τις ψυχές ολόκληρης της Δύσης (το χλωμό της αντίστοιχο στο Ισλάμ είναι ίσως η Φατίμα). Πρόκειται για την Παναγία των ορθοδόξων, τη Santa Maria των καθολικών, το απόλυτο αρχέτυπο της μητέρας που θήλασε τον Σωτήρα του κόσμου με το γάλα του ουρανού όπως η Ήρα το μικρό Ηρακλή. Η Παρθένος της Ναζαρέτ εξανθρωπίζει το ισόπλευρο τρίγωνο της χριστιανικής τριαδικής Θεότητας, εμποτίζοντάς το με το αίμα, το δάκρυ αλλά και το γέλιο των ανθρώπινων όντων. Μια γυναίκα, μ’ άλλα λόγια, δίνει ουμανιστική υπόσταση στο δογματικό δίδυμο των αρρένων Πατρός και Υιού. Οι καθολικοί μάλιστα για να εξυψώσουν ακόμη περισσότερο την ιερή παρθένα, υποστήριξαν με φανατισμό το δόγμα της “αμώμου συλλήψεώς” .Της “immaculata concoeptio”. Στην χριστιανική  εικονογραφία η Παναγία δεσπόζει και αποδίδεται, -αν και σε άπειρες παραλλαγές όπως είναι φυσικό - με δυο βασικούς τρόπους: Αυτόν της Γλυκοφιλούσας, δηλαδή της τρυφερότατης μεταφοράς της μητρικής στοργής  όπου το Βρέφος ακουμπάει την παρειά του στο μάγουλο της μάνας του και αυτόν της Πιετά, δηλαδή της αποσβολωμένης γυναίκας που κρατάει νεκρό, τον Θεάνθρωπο γιό της της σε μιαν άδεια αγκαλιά. 

Βυζαντινές εικόνες της παλαιολόγειας εποχής με Οδηγήτριες ή Βρεφοκρατούσες θα πλημμυρίσουν την προαναγεννησιακή Ιταλία ή την Ρωσία του Θεοφάνους του Γραικού και θα εντοπίζονται σήμερα ως Παλλάδια στα ιερά διάσημων ναών (π.χ. στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας και τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης). Αυτές οι υπερβατικές αλλά και τόσο πραϋντικές μορφές θα αντικατασταθούν λίγο μετα από τις γήινες μικρές Μαντόνες του Giovanni Bellini, του Raphael, του Giorgione έως την σύγχρονη Ολίβια Χάσεϊ του σκηνοθέτη Franco Zeffirelli. Στις βυζαντινές “Κοιμήσεις” πάλι  αλλά και στην περίφημη εικόνα του Γκρέκο στη Σύρο συνυπάρχουν, δογματικώς άψογα, τόσο το νεκροκρέββατο της Παρθένου με τους Αποστόλους συναθροισθέντας ενθάδε όσο και η θριαμβική Μετάστασή της στο ανώτερο μέρος της σύνθεσης με τις πύλες του Ουρανού διάπλατες για να την υποδεχτούν. Αντίστοιχα ο Caravaggio θα ζωγραφίσει την Κοίμηση απόλυτα γειωμένη με το απόλυτο του θανάτου να δεσπόζει  έχοντας ως μοντέλο το κορμί μιας πόρνης που βρέθηκε πνιγμένη στον Τίβερη και τους Αποστόλους γύρω να θρηνούν γοερά (Λούβρο). Ο Tiziano πάλι, ο Carracci αλλά και ο Γκρέκο αποδίδουν με την θεατρική μπαρόκ οπτική του sotto in su (δηλαδή το θέμα ειδωμένο από κάτω προς τα πάνω σαν σε σκηνή θεάτρου) την Θεοτόκο να υψώνεται μεγαλόπρεπα στις πτέρυγες αγγέλων και συννέφων στους ουρανούς πάνω από το άδειο της Τάφο και εμπρός στα εκστατικά μάτια των Αποστόλων.

 Η Παναγία πρωταγωνιστεί συμβολικά σε δυο έργα που σηματοδοτούν αντιθετικά τις απαρχές της νεοελληνικής τέχνης όπως αυτή μορφοποιείται αμέσως μετά την Άλωση. Από τη μια ο μυθικός γενάρχης της καθ´ ημάς εικονοποιίας Αγγελος Ακοτάντος, κρητικός ζωγράφος της εποχής της Αλώσεως και οπαδός της ένωσης των δυο εκκλησιών (!) ζωγραφίζει μια μικρομέγαλη Παναγία να προσφέρει το κρίνο στη μητέρα της Αγία Άννα ως προφανή αναφορά της αμώμου συλλήψεως που εξήγησα πιο πάνω (Μουσείο Μπενάκη). Από την άλλη, ο άλλος γενάρχης της εξευρωπαϊσμένης μας ζωγραφικής και ιδρυτής της Επτανησιακής σχολής, ιππότης Παναγιώτης Δοξαράς, αποδίδει την Αγία Οικογένεια με τους γλυκασμους του Correggio (Εθνική Πινακοθήκη). Έκτοτε ο μεταβυζαντινός και ο δυτικός τρόπος του ζωγραφίζειν κονταροχτυπιούνται ως σήμερα με θέμα - πρόσχημα την Παναγία και τη μητρότητα αλλά ουσιαστικό διακύβευμα την ιδεολογική ηγεμονία πάνω στη γλώσσα των αισθητικών μορφών. Κι αν ο Fernand Braudel έχει δίκαιο όταν  ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς γνώση της ιστορίας κι ούτε ιστορία χωρίς τη συνείδηση της παράδοσης, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα πως και από τι πάσχει η ολιγόζωη και πανταχόθεν βαλλόμενη “εθνική σχολή” μας. 

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα το πεδίο μάχης μεταφέρεται στις Πλατυτέρες των ιερών των νεόδμητων ναών που ανοικοδομούσαν ασταμάτητα οι ξένοι και οι ντόπιοι αρχιτέκτονες του νεαρού Βασιλείου. Από την Ρωσική Εκκλησία όπου δουλεύουν ο Ludwig Thiersch και ο Νικηφόρος Λύτρας ως την Χρυσοσπηλιώτισσα, την Αγία Ειρήνη, τον Άγιο Γιώργο Καρύτση που αγιογραφούν καλλιτέχνες ναζαρηνών αντιλήψεων ( Χατζηγιαννόπουλος, Αρτέμης, Φανέλλης, Λεμπέσης κλπ.), ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι αισθητικής υπεροχής εξελίσσεται σταθερά για να κορυφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα με την “διαμάχη” του νεωτεριστή Κωνσταντίνου Παρθένη και του απολογητή της παράδοσης Φώτη Κόντογλου. Ο πρώτος μεταξύ των άλλων αγιογραφεί τον Άγιο Αλέξανδρο Π. Φαλήρου και ο δεύτερος τον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, την Καπνικαρέα και την εξαίσια Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία. Είναι πάντως γεγονός ότι μετά την θεοκεντρική τέχνη του Βυζαντίου το θέμα της Παναγίας εκκοσμικεύεται σαν ένα είδος διαφήμισης της μητρότητας πράγμα που κυριαρχεί και στην μικροαστική αισθητική των ηθογράφων της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου, μια γλυκανάλατη δηλαδή φόρμα που ξεκινά από τις αβροδίαιτες Βαυαρές μητέρες του Γύζη και του Ιακωβίδη για να καταλήξει φυσιολογικά στην αισθητική των σύγχρονων διαφημίσεων για βρεφικές πάνες και τροφές! Αυτές με τα ροδαλά μωρά και τις μητέρες - μοντέλα… 
Αν ξεχώριζα κάτι από την τέχνη αυτής της περιόδου, θα ήταν ασφαλώς το κλασσικίζον ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, νεανικό έργο του Γιαννούλη Χαλεπά ( 1851- 1938 ) που μάλιστα ένας πρόσφατος καθαρισμός του αποκάλυψε το δακτυλικό αποτύπωμα του ιδιοφυούς πλην βασανισμένου γλύπτη και το περίφημο “Τάμα” που ζωγράφισε σε τρεις εκδοχές ο Νικόλαος Γύζης (1842 - 1901). Πρόκειται για το ρομαντικό θέμα μιας μάνας που οδηγεί σε ένα ορεινό εξωκκλήσι την καρδιοπαθή κόρη της. Εδώ ο χρωστήρας του Τήνιου συναντά την πένα του Σκιαθίτη.

Η Θεοτόκος δεν αποδίδεται όμως μόνο ως νεαρή παρθένα. Είναι και η βασανισμένη μάνα, αυτή που στα αλήθεια σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου. Σαν την μεγάλη γλύπτρια Καίτε Κόλβιτς, μια σύγχρονη Παναγία που έζησε τη φρίκη ενός σκοτωμένου γιου ήδη από την έναρξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Το δραματικό σύμπλεγμα της Μάνας που αγκαλιάζει σαν να θέλει να ξανασπρώξει στη μήτρα της τον νεκρό, τοποθετήθηκε στο Μνημείο των Πεσόντων στο Βερολίνο ως σύμβολο της ενοποιημένης Γερμανίας. Αυτή η Πιετά έχει στοιχειώσει στην φαντασία και των δικών μας προοδευτικών καλλιτεχνών που επεχείρησαν να αποδώσουν τη μάνα της Κατοχής και του Εμφύλιου, δηλαδή την γυναίκα της απόλυτης οδύνης και της αέναης προσφυγιάς. Χαρακτηριστικά αναφέρω την Άννα Κινδύνη, τον Ηλία Φέρτη, τον Γιώργο Ζογγολόπουλο, τον Χρήστο Καπράλο, τον Κώστα Βαλσάμη κλπ. 
Για την σύγχρονη τέχνη το θέμα “ Παναγία “ είναι σχεδόν απαγορευμένο λόγω … κατάχρησης κατά το παρελθόν. Παρ´ όλα αυτά υπέροχες μητρότητες μάς έχουν δώσει ο Ι. Μόραλης - Η Έγγυος της Εθνικής Πινακοθήκης -, ο Σπύρος Βασίλειου, ο Χρήστος Καπράλος - η υπερμεγέθης αγρότισσα  Μάνα στη Βουλή των Ελλήνων - ο Κώστας Τσόκλης κλπ. Θα σταθώ μόνο σε δυο έργα: Στην Έγγυο Σελήνη με την κοιλιά που αποθηκεύει το ηλιακό φως για να το “αποδώσει” την νύχτα  που έστησε ο Δημήτρης Αληθεινός στην Ασσίζη και την Μητρότητα με το κεφάλι Μαντόνας που κρατάει με προσήλωση την καρποφόρα της κοιλιά που έστησε ο Πέτρος Δελλατόλας στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού για την έκθεση “ Γενέθλια Γη - Αναφορά”.

Και σκέφτομαι τώρα πως πέρα από την τέχνη, δηλαδή την ανά - παράσταση,  παντού στον κόσμο, κάθε στιγμή μια πραγματική Μαρία γεννάει με πόνο αλλά και άφατη ανακούφιση τον μικρούλη γιο της  σαν μια αντίσταση στο κακό και την βία που καιροφυλακτούν.

Μάνος Στεφανίδης

Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ποιός είσαι;


Ποτέ γνωρίζουμε καλύτερα τον άλλον; Όταν είμαστε μαζί του ή όταν έχουμε χωρίσει; Όταν τον κρατάμε στην αγκαλιά μας και αισθανόμαστε κατάβαθα τη γλύκα της ασφάλειας ή όταν πια έχει φύγει χτυπώντας με οργή την εξώπορτα πίσω του; Ειλικρινά δεν ξέρω. Αν και γνώρισα στα αλήθεια κάποιους ανθρώπους, όταν πια είχε μπει ανάμεσά μας, σαν σύννεφο ομίχλης, η απόσταση και ο χρόνος. Τους είδα όπως ήταν όταν δεν τους έβλεπα πια! Για να συνειδητοποιήσω, κάπως αργά, ότι ήμουν μαζί με κάποιον άλλον.Ίσως και για χρόνια. Κάποιον που δεν υποπτευόμουνα και που ο συναισθηματισμός μου - αλλιώς εθελοτυφλία - μ´ εμπόδιζε να γνωρίσω.Απ' την άλλη, πιστεύω πως κάθε γνωριμία, κάθε σχέση είναι ένα είδος άσκησης για τη μεγάλη σχέση που θάρθει κάποτε. Αν έρθει. Έτσι είναι...Χρησιμοποιούμε τους άλλους και μάς χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ώσπου να εμφανιστεί εκείνος ο άλλος που θα γίνει δικός. Για το ελάχιστο διάστημα που διαρκεί η αιωνιότητα των ανθρώπων.
Έτσι είναι..Ως τότε θα ερωτευόμαστε ένα φάντασμα, το manequino εκείνο, σαν τα ανθρωποειδή του De Chirico, που έχουμε φτιάξει τόσο με τα χέρια, δηλαδή με τα πραγματικά γεγονότα, όσο και με τη φαντασία μας. Τον πραγματικό σύντροφο όμως θα τον γνωρίσουμε, αν τον γνωρίσουμε, μόνο μετά. Μόνο με την απόσταση ανάμεσά μας.
Χωρίς τα γλαρωμένα βλέμματα ή τα υγρά χείλια. Χωρίς τα λόγια, προπάντων αυτά, αλλά με τη σιωπή. Προπάντων αυτή. Όπως απομακρυνόμαστε για να βλέπουμε καλύτερα έναν πίνακα.Για να τον δούμε συνολικά. Και είναι τότε που η γνώση του άλλου, η ουσιαστική του γνωριμία, δεν έχει καμιά σημασία, πια.

Γενέθλια


24 Ιουλίου, η επέτειος της φαλκιδευμένης μας Δημοκρατίας. Και τα γενέθλιά μου. Μη ρωτάτε τι κλείνω, ρωτήστε τι ανοίγω. Πετάω το παρελθόν σαν μολυσμένο κουφάρι, που θα έλεγε και ο Ναούμ Γκάμπο, και προστρέχω στο μέλλον και τις θεότητες του. Εξάλλου η νεότητα δεν είναι ηλικία, είναι στάση, είναι τρόπος να ζεις, είναι η βούληση του να είσαι αλλιώς.
Επίσης μόνο οίκτος για κάποιους γερασμένους εικοσάρηδες που αγωνιούν από τώρα για τη σύνταξη τους, που κρύβονται πίσω από την ασφάλεια του μέτριου, που υποδύονται τον έρωτα μέσα από κλισέ, χωρίς αληθινά πάθη, αλλά με συνταγές παθών. Αλλά και χωρίς εκείνη την ηδονή του κενού, τη μόνη ηδονή που νομιμοποιεί, λόγω υψηλού κόστους, όλες τις υπόλοιπες. Γιορτάζω λοιπόν και γιορτάζω μόνος, χαρούμενα λυπημένος, ερήμην της γενιάς μου, που ξεπούλησε και ξεπουλήθηκε, που αρνήθηκε να ωριμάσει, να επωμισθεί τις ευθύνες της ιστορίας, νομίζοντας πως έτσι δεν θα γεράσει ποτέ. Και τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, κοιτάει αλλού, αδιάφορα, χωρίς ενοχές.
Αυτό ήμουν πάντα. Μη σας φαίνεται αλαζονικό. Γεμάτος λάθη ή αδυναμίες αλλά και σταθερά μόνος εναντίον όλων. Το μόνο μου παράσημο: "Μόνος μου και όλοι σας". Κάνοντας τον απολογισμό ξέρω τι ΔΕΝ κέρδισα. Τουλάχιστον ας συνειδητοποιούσαν όλοι οι άλλοι γύρω μου, έστω για λίγο, τι έχουν χάσει ζώντας χωρίς να ζουν. Πόση ζωή του έφυγε από τα χέρια, πόσοι έρωτες κακοφόρμισαν από ανία και έλλειψη πάθους. Α, το πάθος πληρώνεται πάντα, και μάλιστα ακριβά. Αλίμονο αν δεν ήτανε έτσι. Εγώ περιμένω το αύριο και το καινούριο που θα μου φέρει. Πόσοι ακόμα το μπορούν;

ΥΓ. 1  Μακάρι να έρχεται ο έρωτας - ή έστω το φάντασμα του - κάθε βράδυ ή σχεδόν, πολλά απογεύματα ή νωρίς το πρωί, ακούγοντας τη μουσική που αγαπάμε, για να με πείθει πως είμαι νέος στα 63 και εγώ να τού ανταποδίδω ευγνωμοσύνη. Είναι ένας τρόπος να μετράω το χρόνο με δευτερόλεπτα έντασης και όχι με χρόνια πλαδαρότητας, με την ηδονή όχι διάλειμμα αλλά κατάσταση και με τα γενέθλιά μου να γιορτάζονται κάθε μέρα, ή σχεδόν...

ΥΓ 2. Γενέθλια σημαίνουν εκείνη τη μέρα που κανείς αναμετρά το παρελθόν με όρους μέλλοντος και τον θάνατο με όρους ζωής.

ΠΟΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ;




Εσύ ο διπλοπρόσωπος με το πρόσωπο στραμμένο προς εμάς
Νίκος Φωκάς

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη κάθε φορά όλο και πιο ξαφνιασμένος. Ποιός είναι αυτός που με κοιτάζει; Είμαι εγώ ασφαλώς ...αλλά και δεν είμαι! Φορές νομίζω πως με ατενίζει χλευαστικά ένας ξένος. Είναι αυτό το πρόσωπο μου; Έχω ένα μόνο πρόσωπο και ποιό είναι αυτό;
- Ποιό είναι, μ' άλλα λόγια, το αληθινό μας πρόσωπο; Ποιό πρόσωπο μας από τα άπειρα κυριολεκτικά μάς εκπροσωπεί; Αυτό το πρόσκαιρο που φοράμε σήμερα, τώρα, αύριο, κάπως απρόσεκτα ή ενοχικά και που είναι σχεδόν όμοιο με αυτό που φέραμε χτες και προχτές; Ή, μήπως αληθινό μας πρόσωπο είναι το πρόσωπο της πρώτης μας νεότητας, εκείνο το νεανικό και ανεπίληπτο, αρυτίδωτο μέσα κι έξω, που μάς κοιτάει τώρα σαν ξένο και με απορία από το βάθος ξεθωριασμένων φωτογραφιών ;
Εκτός κι αν είναι πρόσωπο μας θα γίνει το τελικό εκείνο πρόσωπο, το πρόσωπο - έμβλημα του τέλους που διαμορφώνεται από το ντομίνιο των γερατιών. Εκείνο με τις ρυτίδες και το θαμπό βλέμμα που προετοιμάζεται αργά και αναπότρεπτα για να καταστεί μάσκα του θανάτου. Ποιό είναι λοιπόν εκείνο το φαγιούμ που δικαιούμαστε;
Ή, μήπως πάλι, ακόμα χειρότερα, δεν διαθέτουμε - δεν αξίζουμε καλύτερα - κανένα πρόσωπο, απλώς φοράμε βασανισμένες, κουρασμένες μάσκες σαν τους κακοποιούς ή τους θεατρίνους για τις ανάγκες του βαρετού, του άχαρου επαγγέλματος που είναι ο βίος μας ; Κι όταν αυτός τελειώσει, ανακουφισμένοι πετάμε τη μάσκα μακριά, αυτό το προσωπείο - μηχανή των ψεύτικων καγχασμών και των υποκριτικών δακρύων. Και αυτό λέγεται απλά θάνατος. Προσέξτε: Όχι ο δικός μας, αυτόν δεν θα τον ζήσουμε ποτέ, αλλά ο θάνατος κάποιου που κατά θανάσιμη σύμπτωση μάς μοιάζει.
Και τότε, μόνο τότε, θα δούμε με τα μάτια κλειστά να υποφωτίζεται η μελιχρή σκιά του αληθινού μας προσώπου, μια εικόνα ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη αλλά όσο πιο πραγματική γίνεται. Αφού κάθε στιγμή και σε ζωή και σε θάνατο έχει την δική της μοναδική αλήθεια και είναι ανόητο να ψάχνουμε το όποιο ψεύδος εκ των υστέρων.

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Για τον Πολιτισμό και την Μελαγχολία του

 


Η ποιότητα του πολιτισμού ενός τόπου είναι ευθέως ανάλογη προς το κύρος και το ήθος όσων συγκροτούν τον πολιτισμό αυτόν (θεσμικών παραγόντων, δημιουργών, ακαδημαϊκών δασκάλων, θεωρητικών, κριτικών, εμπλεκομένων πολιτικών κλπ). Στην χώρα μας πολιτισμός συνήθως σημαίνει δημόσιες σχέσεις, ίντριγκες, προσωπικές στρατηγικές και κομματική σπέκουλα χαμηλού επιπέδου. Εξ αιτίας αυτού του κλίματος ελλείπουν οι ουσιαστικοί διάλογοι, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, η γενικότερη πνευματική ανησυχία και άρα η μεγάλη δημιουργία. Απλώς σκεφθείτε ποιοι έχουν διαδεχτεί σήμερα τον Χειμωνά, τον Καρούζο, τον Ταχτσή, την Καραπάνου, τον Κουν, τον Χορν, την Παξινού, την Ζαβιτσιάνου, τον Μόραλη, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, την Κατράκη, τον Σκλάβο, τον Χατζιδάκι, τον Κανιάρη, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Γκίκα, τον Βολανάκη, τον Λάππα, τον Μουρσελά, τον Μάτεσι, την Συνοδινού, τον Κώστα Πασχάλη, τον Δραγατάκη, τον Βασίλη Φωτόπουλο κλπ. (Αυτό που θα ονόμαζα το αισθητικό ύφος μιας εποχής). Μικροί άνθρωποι κατά κανόνα σε μεγάλους ρόλους δηλαδή... Ακόμη και η υπουργός Πολιτισμού, σημαντική ηθοποιός κατά τ’ άλλα, γρήγορα έδειξε τις περιορισμένες της δυνατότητες σαν υβρίδιο άλλοτε της Μελίνας κι άλλοτε της Ειρήνης Παππά. Και να πεις ότι δεν είχε επιλογές ο μοιραίος Αλέξης; Μάνια Παπαδημητρίου, Κάτια Γέρου, Εύα Κοταμανίδου αλλά και ο συνεπής συνδικαλιστής Ρήγας Αξελός, όλοι τους από τα σπλάχνα του κόμματος κι όχι αλεξιπτωτιστές.

Στις αρχές του νέου αιώνα είχα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με πρόλογο του Αντώνη Καρκαγιάννη και τίτλο “Ο πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας”. Φοβάμαι πως σήμερα θα πρόσθετα στον τίτλο “…και της παρακμής”. Κυρίως λόγω της μετριοκρατίας που ταλανίζει τα πολιτιστικά μας ζητήματα. Ας αρχίσουμε ενδεικτικά από την πολιτεία και τις σχετικές στρατηγικές της. Και η κυβέρνηση και τα λοιπά κόμματα εξουσίας δεν έχουν - παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις τους - την παραμικρή άποψη για το τι είναι πολιτισμός, για το πως ασκείται η πολιτική του, ούτε και την παραμικρή επιθυμία να εμπλακούν λίγο πιο σοβαρά σ’ ένα θέμα, κατά τ’ άλλα, εθνικής σημασίας. Υπουργείο Πολιτισμού είναι ο χώρος που παραδοσιακά “αδειάζουν” στο τέλος κάθε ανασχηματισμού όποιον άτυχο περίσσεψε από τα υπόλοιπα, “σοβαρά” υπουργεία. Έτσι κατά καιρούς έλαμψαν στην θέση αυτή ο Λιάπης, ο Κούβελας, ο Βουλγαράκης, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο Κωστάκης, ο Γιωργάκης, η Ντόρα, ο Αλέξης, ο Μπαλτάς κλπ. Παρένθεση: Έχω αποκαλέσει τον Αλέξη μοιραίο και για την απίστευτη ανεπάρκεια του στα θέματα κουλτούρας, εκεί δηλαδή που παραδοσιακά υπερτερούσε η αριστερά. Ο Τσίπρας οδήγησε παρά τις εκλογικές του επιτυχίες στην ύστατη και οριστική ήττα της Αριστεράς μετά τον Γράμμο ακυρώνοντας το παράδειγμα της γενιάς των Μακρονησιωτών και της γενιάς που αντιστάθηκε στην Δικτατορία. Ο εθνικολαϊκισμός είναι η δική του απάντηση στην αισθητική της “Επιθεώρησης Τέχνης”, του “Αντί” και του “Πολίτη”. Γιαυτό και δεν εκτιμώ τους καλλιτέχνες που συνεργάζονται με τους Συριζανέλ παρότι διεκδικούν προοδευτικές περγαμηνές. Ο δεξιός Λούκος υπήρξε απείρως πιο έντιμος. Και ο έσχατος ξεπεσμός του Σύριζα είναι το ότι χρησιμοποιεί την υποκουλτούρα των Εξαρχείων και την αισθητική των καταστροφών ως απόδειξη αριστεροσύνης.

Στο θέμα μας πάλι : Είναι ενδεικτικό ότι η πλειονότητα των υπουργών πολιτισμού μπαίνουν για πρώτη φορά στην Εθνική Πινακοθήκη, το Βυζαντινό Μουσείο ή την Εθνική Λυρική Σκηνή μετά την ανάληψη των υψηλών καθηκόντων τους! (Για να μην ξαναπατήσουν, ανακουφισμένοι, όταν εγκαταλείψουν την Μπουμπουλίνας). Τέτοια απόσταση από το αντικείμενο. Κάποτε τους υπουργούς διόριζε αποκλειστικά ο Χρήστος Λαμπράκης, σήμερα την δύσκολη αυτή επιλογή έχουν αναλάβει οι έρμοι, οι απειρόκαλλοι πρωθυπουργοί. 

Ο χειρότερος πάντων όμως και πιο επικίνδυνος υπήρξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος· ιδίως με τον υπουργοκεντρικό και φασίζοντα Πολυνόμο του συνέπεια του οποίου είναι, εκτός των άλλων, η διοικητική κατάντια και η έλλειψη αυτονομίας και πόρων των μεγάλων μουσείων της χώρας. Των στελεχωμένων από προσωπικά ρουσφέτια του ίδιου του Βενιζέλου και των διαδόχων του. Αν σάς προβληματίζει η παρακμή του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, της Εθνικής Πινακοθήκης, του Νομισματικού Μουσείου κλπ. τώρα ξέρετε την απάντηση. 

Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον της κ. Λαμπράκη, της κ. Κοσκινά, της κ. Καφέτση, το θεωρώ όμως σκανδαλώδες να διορίζονται κατ’ επανάληψη και καταχρηστικά χωρίς ανοιχτή προκήρυξη της θέσης διευθυντή και διεθνή - γιατί όχι; - υποβολή υποψηφιοτήτων. Πράγμα που υπήρξε ανέκαθεν η επίσημη θέση και του ΚΚΕ και του Συνασπισμού. Είναι δηλαδή άθλιο να διατηρούνται στην θέση τους, παρά την πανθομολογούμενη αποτυχία τους, η μεν Καφέτση 15 τόσα χρόνια (διάλυσης του ΕΜΣΤ) και η Λαμπράκη 30 ανάλογα (έτη ταφόπλακας) στην Εθνική Πινακοθήκη. Και για να μην ειπωθεί ότι γράφω έτσι λόγω διαψευσμένων φιλοδοξιών, σάς πληροφορώ πως δεν περιμένω τίποτε από την εξουσία και το Σύστημα που την κυοφορεί αφ’ ης στιγμής ασκώ σταθερά οξύτατη κριτική και στο σύστημα και στην εκάστοτε εξουσία του. Αφ’ στιγμής έχω διαρρήξει ακόμη και τις προσωπικές μου σχέσεις με την κυβερνώσα αριστερά. Αυτήν που πρώτα ψηφίζει θρηνώντας μνημόνια και έπειτα διαδηλώνει εναντίον της εξουσίας και υπέρ της Ηριάννας. Και που δεν τολμάει να αλλάξει τον άθλιο Τρομονόμο. Στάση μου είναι η αντίσταση μου και οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ έχουσιν γνώση. Όμως χωρίς θεσμούς δεν προχωρούν τα πράγματα ούτε χτίζονται παραδόσεις πολιτισμού. Και το χειρότερο, δεν ανοίγουμε δρόμο στους νεότερους που και το αξίζουν και το δικαιούνται.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η αβάσταχτη γοητεία του τέλματος

Από την ομαδική έκθεση του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού 

 

Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο μηδέν όπου οι συλλογικοίπολιτικοί μας μύθοι έχουν κενωθεί πλήρως από τα μηνύματα ή τους συμβολισμούς τους σαν να μην ίσχυσαν ποτέ κι όπου οφείλουμε να εκκινήσουμε πάλι από το μηδένΣαν μην συνέβη τίποτε στο παρελθόν που να μάς σφραγίζει ως ιδεολογία ή πολιτική πρακτική... Σαν να πρόκειται για μια θρησκεία της οποίας οι θεοί μετακόμισαν οριστικά αλλούΠου αποδήμησαν βιαστικά και δεν δύνανται πλέον να θαυματουργούνΌλα όσα πιστεύαμεέστω εθελοτυφλώνταςεπί δεκαετίες είναι πλέον σενάριο παλαιομοδίτικου έργου που δεν βρίσκει θεατρώνη επειδή αδιαφορεί παγερά το κοινό και επειδή ως υπόθεση βρίσκεται εκτός εποχής... Μιας εποχής καθολικών εκπτώσεων και γενικευμένης φτήνιας.

 

Γιαυτό ανάγκη πάσα να λειτουργήσουμε πλέον εκτός των παρωχημένων σχημάτων δεξιάς αριστεράς τα οποία ανακυκλώνουν νευρωτικά εκείνον τον διχασμό που ευνοεί αποκλειστικά τους μικροεπαγγελματίες της πολιτικής και εξουθενώνει τους πολίτεςΑυτό που έχουμε ανάγκη την στιγμή αυτή είναι σύνθεση και υπέρβασηΑν επιθυμούμε ειλικρινά όχι την προσωπική μας βολή αλλά ένα στοιχειωδώς βιώσιμο μέλλον για τον τόποΠοιάν άλλη χρεία έχουμε μαρτύρων ότι το υπάρχον πολιτικό δυναμικό μοιάζει απελπιστικά μεταξύ τουοι κομματικοί διαχωρισμοί είναι προσχηματικοίλειτουργούν σαν συνδικάτο μονοπωλιακού εμπορεύματος και υπερασπίζονται τα συμφέροντα αντίστοιχωνκρατικοδίαιτων συνδικ-αλητώνΣε μιαν αποθέωση απροκάλυπτου ατομικισμού και λογικής του "σιναφιού"; Ερήμην των λαϊκών αναγκών και συμφερόντωνΣαν να μην ταλανίζει δραματικά τον τόπο όχι μόνο επτάχρονη κρίση αλλά και πολύχρονη παρακμήΚαι σαν μην έχει διδαχτεί από αυτήν ποτέτίποτεκανείς.

 

Συμπερασματικά ο πολιτικός μας θίασος καθώς αρκείται σε υπόδυση τυπικών ρόλων και όχι σε πρωτοβουλίες ουσίαςαποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προβλήματος κι όχι δυνατότητα επίλυσης του ως όφειλεΥπό την έννοια αυτή ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν κάνει τίποτε περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχο τουΜετέρχεται κάθε μέσου και προωθεί κάθε συμβιβασμό για να διατηρηθούν στην εξουσία αυτός και το

"καθεστώςπου με κάθε τρόπο επιχειρεί να δημιουργήσειΔεν πρόκειται για αρχομανία ή έρωτα της καρέκλας αλλά απλά για την υποχρέωση του προς την κομματική νομενκλατούρα και τον συγκεκριμένο μηχανισμό που τον έφεραν στο αξίωμα αυτόΟποιαδήποτε άλλη στάση θα εκλαμβανόταν ως προδοσία αφού η εξουσία αποτελεί τον αποκλειστικό στόχο κάθε κόμματοςΕβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά τον Εμφύλιο η ηττημένη αριστερά νίκησεΔηλαδή αξιώθηκε επιτέλους της εξουσίαςΤα όνειρα έλαβαν εκδίκησηΛέτε να την εγκαταλείψει εύκολα;

 

Εδώ ακριβώς εμπλέκονται οι ιδρυματικοί μύθοι που προανέφερα και στηρίζονται στην περιθωριοποίηση και το εμπαθές κυνηγητό του αριστερού λαού από την νικήτρια δεξιά των ανακτόρων και των ΑμερικανώνΓια την ισχύουσα προπαγάνδα της επαγγελματικής αριστεράς επί παραδείγματι οι πρόωρες εκλογές χωρίς προοπτική νίκης θα καθιστούσαν αυτόματα τον Αλέξη ρίψασπι και την κυβέρνηση του πουλημένη στο ντόπιο και το ξένο κεφάλαιο ή τους λακέδες της εξάρτησης". Για τα κομματικά στελέχη μια κακήαριστερή διακυβέρνηση είναι προτιμότερηείναι ιδεολογικά και όχι μόνο συμφερότερη από την μισητή και επάρατη δεξιάΔεν υπάρχειδηλαδήσωτηρία από αυτόν τον λοβοτομημένο τρόπο σκέψης και πρακτικής του Διχασμού που ενστάλαξαν σαράντα τόσα χρόνια λαϊκισμού και ανέξοδης ρητορείαςΚαι βέβαια δεν υπάρχει χειρότερη συντήρηση ή οπισθοδρόμηση από την επανάχρηση εξαντλημένων συνθημάτων:

              "Μαγώνες κατακτάμε τα δικαιώματα μας"! 

(Δηλαδή τα δικαιώματα όσων μάς χρησιμοποίησαν πολιτικά για να επιπέσουμε από κοινού στην λεία του κράτουςΕξ άλλου τα ίδια έπραξαν και οι προηγούμενοιΠρόκειται για χυδαίο επιχείρημα πουφεύεπικαλείται και η αριστερά).

 

Και τώρα τί μέλλει γενέσθαιΤώρα που τα πρόσημα "προοδευτικόκαι "συντηρητικόέχουν αποσυνδεθεί οριστικά από τα παραδοσιακάπολιτικά σχήματαπώς θα πορευτούμε χωρίς κομματικό τυφλοσούρτη ή αυτόματο πιλότοΠού πάμε χωρίς τους "βαρβάρουςμε τους οποίους έχουμε επί χρόνια ταυτιστείΤα προβλήματα είναι τόσο σύνθετα όσο οριακές κρίνονται και οι καταστάσεις που βιώνουμεΜε κρισιμότερα αγκάθια την κοινωνική κατατονία και παραίτησητην απελπισία και οργή των νέων σε συνδυασμό την συνακόλουθη ραστώνη και απάθεια κάθε μορφής ηγεσίας αυτού του τόπουΟ Τσίπρας καθιστώντας την κωλυσιεργία πολιτικό ατού για μη διαπραγμάτευση και υπογράφοντας το τέταρτο και απεχθέστερο μνημόνιοκέρδισε παράταση του τέλματος για έξι ακόμη μήνες έστω κι αν αυτό σημαίνει αργό θάνατο για την χώραΔηλαδή οι Συριζανέλ εύχονται ανακουφισμένοι από τα μέσα του φετινού Ιουλίου  "Ευτυχισμένο το 2018" ! Επειδή για αυτούς ο πρώτιστος στόχος τουςαυτός της παραμονής στην διακυβέρνηση της χώρας και μάλιστα με τις ευλογίες της Ε.Εεπετεύχθη πανηγυρικάΤόσος νεοφιλευθερισμός βέβαια  ούτε επί Σαμαρά με τις ακροδεξιές εμμονές τουΑπό την άλληη αξιωματική Αντιπολίτευση μοιάζει εγκλωβισμένη στην μικροπολιτική ατζέντα της κυβέρνησης αλλά και στην χρόνια παθογένεια του κόμματοςΤα μικρά βήματα της επουδενί συνιστούν το γενναίο άλμα που αναμένει η χώραΜε αλλά λόγια χωρίς δυναμικό άνοιγμα στον κεντρώο χώρο και σε προσωπικότητες που διαθέτουν ανάλογο κύρος και έρεισμα στην ευρύτερη κοινωνίαο Μητσοτάκης θα διατηρεί μεν μεγάλο προβάδισμα απέναντι στον φθίνοντα Σύριζα αλλά δεν θα φτάνει στην απαραίτητη αυτοδυναμίαΘα συσπειρώνει το παραδοσιακό του ακροατήριο αλλά δεν θα πείθει τους άλλουςτους πολλούς που δεν έχουν τίποτε περισσότερο να χάσουν από μιαν ακόμηεξωραϊσμένη έστωεκδοχή του κακού παρελθόντοςΚι όσο ο Κυριάκος θα αναβάλλειο τακτικιστής και Γκαστόνε της πολιτικής Αλέξης θα ανασυντάσσεται...

 

ΥΓΗ παρακμή του επιτυχημένουανεξάρτητου θεσμού των Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης μετά την απομάκρυνση του Λέανδρου Ρακιντζή αποδεικνύει την αλλεργία της κεντρικής Εξουσίας προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τους ακηδεμόνευτους φορείςΚορυφαίος δικαστικός μού εξομολογείτο ότι ποτέ άλλοτε όσο τα δυο τελευταία χρόνια δεν είχε τόση εξάρτηση η δικαστική από την εκτελεστική εξουσία. "Δεν τηρούνται καν τα προσχήματακατέληξεΧωρίς όμως την κάθαρση της Δικαιοσύνης καμία άλλη μεταρρύθμιση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί.

 


Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ο πρίγκιπας Αλέκος Λεβίδης




Η γοητεία της αληθινής ζωγραφικής έγκειται στο ότι συνδυάζει εξίσου και ισότιμα το εγκεφαλικό με το συναισθηματικό στοιχείο. Δηλαδή τις σπαζοκεφαλιές του Ντυσάν ή του Ντε Κήρυκο με την ποιητική του Μπονάρ.  Ζόρικα πράγματα! Τουτέστιν η ζωγραφική που με ενδιαφέρει, αντανακλά με πειθώ το τώρα και την εποχή μας κυρίως επειδή αρδεύεται καταλυτικά από το παρελθόν και επειδή ενοράται μαγικά - εν τινι τρόπω - το μέλλον. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τέχνη χωρίς την ιστορία (της),  ούτε ερήμην της διαδρομής της. Αν δεν πιστεύετε εμένα ρωτήστε τον Πικάσο ή τον Μπαίηκον. Κι αν δυσκολεύεστε
 - πράγμα που κατανοώ απόλυτα - αποταθείτε απευθείας στον Μανέ ή τον Τισιανό.

 Όπως ακριβώς έπραξε και ο ζωγράφος του ανωτέρω πίνακα από την συλλογή του Σωτήρη Φέλιου, Αλέκος Λεβίδης ο οποίος διδάσκει με το έργο του τρόπους για να βγούμε από την κρίση, τόσο την πολιτική και την πολιτιστική μας (sic). Και μην νομίζετε ότι παραδοξολογώ σχετικά ... εκτός κι αν έχετε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τον Αλέκο στον Αλέξη ή τον Τσακαλώτο.

Εδώ βλέπετε την σύνθεση του Αλέκου Λεβίδη " Αγορά " από το δεσπόζον  σαλόνι του καταλόγου της έκθεσης
 " Οικείος Τόπος, Οικείος Χρόνος " στον οποίο κατάλογο παρουσιάζονται  δύο υπερμεγέθεις  πίνακες του Λεβίδη πλαισιωμένοι με τα δεκάδες προπαρασκευαστικά σχέδια τους. Μέγιστο μάθημα, με άλλα λόγια,  του τρόπου εκκόλαψης του έργου τέχνης ως αποκλειστικού προϊόντος της εμμανούς τεχνικής και των άπειρων δοκιμών με τις  οποίες υφάνθηκε η όποια έμπνευση. Συμπέρασμα : Χωρίς υψηλή μοδιστρική δεν υφίσταται υψηλή καλλιτεχνική θεωρία. Τελεία και παύλα. 

 Είναι πάντως ενδεικτικό πως αυτός ο σοφός μάστορας δεν διδάσκει σε μια Σχολή Καλών Τεχνών και βέβαια ακριβοδίκαια δεν εκπροσωπεί την ελληνική τέχνη στην Μπιενάλε της  Βενετίας, στη ντοκουμέντα κλπ. Εκεί δεσπόζει το ιδιότυπο κύκλωμα καλλιτεχνών και πολιτιστικαρίων που παρερμηνεύουν τον Ντυσάν και περιφρονούν τον Μπονάρ...Και που σνομπάρουν όταν δεν αγνοούν ό τι υπερβαίνει τον αφαλό τους. Ο Λεβίδης πάλι πληρώνει μάλλον την αστική καταγωγή και την αστική του παιδεία που τον διαφοροποιεί εκκωφαντικά από το κυρίαρχο λούμπεν του χώρου με την ακόρεστη πείνα για εξουσία, ίντριγκα και επιβολή. Από την αγραμματοσύνη δηλαδή και τον στυγνό επαγγελματισμό των επιγόνων του Κεσσανλή και των μαθητών της Μαρίνας Λαμπράκη. 
-Ποιός τού φταίει;  Ας μην μετέφραζε και ας μην σχολίαζε καλύτερα κι από ακαδημαϊκό δάσκαλο τον Πλίνιο εκ του πρωτοτύπου κι ας μην σκηνογραφούσε υποδειγματικά την "Αντιγόνη" του Λευτέρη Βογιατζή. Τέτοιες δραστηριότητες ενοχλούν τη πιάτσα εφόσον η λαοκρατία των μετρίων παραμένει  ακατάβλητη.

Στον συγκεκριμένο πίνακα τώρα τα μοντέλα συνωθούνται σ' έναν θεατρικό χώρο που εξικνείται εγκάρσια  από το ατελιέ του ζωγράφου ως την αγορά του Άργους,τον κατασκευαστικό άθλο του Τσίλλερ. Δηλαδή η αφήγηση ρέει από το μυθικό στο ρεαλιστικό και πάλι στο  μυθικό με ενδιάμεσες στάσεις τον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου από την "Ταφή του Οργκάθ" και τους σεζανικούς Λουομένους. Η αισθητική του Τσαρούχη και η θεματική του Μόραλη συνεισφέρουν στον κομψό όσο και βαθύ προβληματισμό του ίδιου του ζωγράφου. Κεντρικός άξονας της σύνθεσης το σώμα, λαμπερό και φθαρτό στο υπαρξιακό δράμα του. Μια  ελεγεία για την νεότητα που δαπανάται χωρίς τρόπο ή όρια και παράλληλα για το πένθος του έρωτα ανάλογο με το πένθος της εικόνας. Ή της Ιστορίας αν προτιμάτε. 
Το εξαιρετικό, πρώτο κείμενο του καταλόγου υπογράφεται από τον άγνωστο μου Ν.Π. Παΐσιο. Να υποθέσω ένα από τα ψευδώνυμα του Πεσσόα ή μήπως νέος ήρως του Μπόρχες;  Ούτως ή άλλως well done!

ΥΓ. Και για να μην παρεξηγηθεί ο χαρακτηρισμός " πρίγκιπας " του τίτλου, δηλώνω ότι ο πατέρας μου, τορναδόρος στα Ταμπούρια του Πειραιά, μεγάλωσε και μένα να νιώθω έτσι. Πρίγκιπας.

Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές

Η προβολή και η "ιστορικοποίηση" της ελληνικής τέχνης, δηλαδή η ένταξη της σε ένα ευρύτερο, υπερτοπικό πλαίσιο,  μάς αφορά όλους και τίθεται υπεράνω προσώπων, συμμαχιών επιβίωσης, φιλικών σχέσεων κλπ. Αυτός ο στόχος νομιμοποιεί και τον ρόλο όλων όσοι δηλώνουν ιστορικοί ή κριτικοί τέχνης εν Ελλάδι.
Θυμάμαι τώρα με την ευκαιρία αυτής της δυσάρεστης αντιπαράθεσης Ντένη Ζαχαρόπουλου, διευθυντή της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών και Κατερίνας Κοσκινά, διευθύντριας του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης σχετικά με την επιτυχία ή μη της έκθεσης στο Κάσελ  - στην Ελλάδα πάντως η κριτική οφείλει είτε να είναι συμπεφωνημένη είτε ανύπαρκτη -  τους δύο συναδέλφους  πριν δέκα περίπου χρόνια να απορρίπτουν ως επιτροπή του ΥΠΠΟ για την Μπιενάλε Βενετίας την πρόταση μου για τον Λουκά Σαμαρά ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη!
 Παρά την υποστηρικτική επιστολή του Προέδρου της πανίσχυρης  Pace Gallery και την θετική παρέμβαση του τότε υπουργού Πολιτισμού . Κανιβαλισμός προς κάποιον σταθερά ενοχλητικό; Ίσως. Ο Σαμαράς πήγε τελικά στην επόμενη διοργάνωση με αλλοδαπό επιμελητή και χωρίς εμένα φυσικά 
( sic)... Η Δικαιοσύνη του σιναφιού. 
 Είναι μία αδικία που μού επεφύλαξαν οι συνάδελφοι με την λογική " ο θάνατος σου η ζωή μου " την πικρία της οποίας δεν θα ξεπεράσω - ούτε θα συγχωρήσω - όσο ζω. Τα αναφέρω αυτά για να αντιληφθούν οι απέξω πόσα απωθημένα συντηρούν οι από μέσα και πόσο σύνθετος και πόσο προβληματικός είναι ο χώρος της σύγχρονης τέχνης μας αν σβήσει κανείς φωτοστέφανα και προβολείς. Διαγκωνισμοί έως τελικής πτώσης, ατελείωτη ίντριγκα για να φάει ο ένας την θέση του άλλου - το ΕΜΣΤ και ο τρόπος που επιλέγονται οι διευθύνσεις του αποτελεί  χαρακτηριστικό παράδειγμα - και εξόντωση όποιου δεν ταυτίζεται με την κυρίαρχη μετριότητα. 
Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα παραμένει επί τάπητος όσο και αν τεχνηέντως αποσιωπάται ή μπαίνει κάτω από το χαλάκι... Πώς πρέπει να στηθεί το ΕΜΣΤ και ποιοί διαθέτουν την ανάλογη γνώση και άποψη χωρίς φαβοριτισμούς ή αποκλεισμούς; 
Το ότι το Μουσείο άνοιξε όπως άνοιξε πρώτα με Φλαμανδούς και έπειτα με Γερμανούς για να κλείσει  (;) με το πέρας της ντοκουμέντα 14 δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν. Ή το ότι δεν παρουσιάστηκε και μια ελληνική ενότητα μέσα στο ΕΜΣΤ, στο κλειστό υπόγειο ίσως ή στην ΑΣΚΤ. Η ντοκουμέντα έκανε την Αθήνα διεθνές  επίκεντρο αποκαλύπτοντας μοιραία δυνατότητες αλλά και αδυναμίες. Αξιοποιήσαμε όσο θα μπορούσαμε την ευκαιρία; Δεν είμαι σίγουρος. Κυρίως γιατί τα ίδια πρόσωπα ανακύκλωσαν εαυτούς και αλλήλους. Τί θα μείνει μετά;  
Γιαυτό περιμένω αντί πικρών σχολίων θέσεις και προτάσεις. Και επιμένω. Κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Ιδιαίτερα όταν κατέχει δημόσια θέση. Εγώ έχω έγκαιρα καταθέσει τις δικές μου προτάσεις ( ακόμα και στο πρόσφατο πολιτικό μου βιβλίο)... Σε ώτα μη ακουόντων;


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

 Μια κριτική αποτίμηση για το «Πυρρίχιο κύμα», το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων στον Πειραιά  (ΤΑ ΝΕΑ, 29/6/2017)

 




 
 
Το μεγάλο έργο τέχνης αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και ερμηνείες του ορίζοντας τον εαυτό του με όρους ιστορίας. Το μεγάλο έργο, κρυπτικό και προφανές μαζί, άλλοτε γελοιοποιεί και άλλοτε τιμωρεί όσους το προσεγγίζουν με ελαφρότητα ή δόλο. Δεσμεύομαι ευθέως με όση γνώση διαθέτω ύστερα από τέσσερις δεκαετίες τριβής με το αντικείμενο να πω: το «Πυρρίχιο κύμα» που έστησε ο Παναγιώτης Τανιμανίδης στη δυτική άκρη της Πλατείας Αλεξάνδρας εμπρός στη γειτονιά Τσίλλερ του Πειραιά, αποτελεί κορυφαία σύνθεση και μια συγκλονιστική πρόταση μνημειακής γλυπτικής για τον τόπο. Έναν τόπο που γέννησε τη μεγάλη, δημόσια γλυπτική, αλλά που σήμερα την ευτελίζει εύκολα είτε από έλλειψη παιδείας είτε από καταστροφική απελπισία. Εξού και η τραγική έλλειψη σύγχρονων γλυπτών στον πολεοδομικό κάναβο, παρά τους σημαντικούς καλλιτέχνες που διαθέτουμε. Όμως, έλλειψη γλυπτικής σημαίνει απλώς έλλειμμα συλλογικής μνήμης. Έλλειμμα δημοκρατίας τελικά.
 
 
Το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων, είμαι βέβαιος, θα καταστεί τοπόσημο για τον Πειραιά όπως έγιναν οι «Ομπρέλες» του Ζογγολόπουλου στη Θεσσαλονίκη ή ο «Δρομέας» του Βαρώτσου στην Αθήνα. Κι όπως έγιναν, παρά τη σκληρή όσο και κακόπιστη κριτική, τοπόσημα για το Παρίσι, ο Πύργος του Αϊφελ (1889) ή η Πυραμίδα του Λούβρου πιο πρόσφατα. Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης (1959), προικισμένος χειρώνακτας - εικαστικός και ευφάνταστος μαθηματικός, έστησε μια δυναμική όσο και διάφανη καμπύλη στον χώρο προβεβλημένη ιδανικά στο γλαυκό του ουρανού και της θάλασσας, σαν μια γέφυρα που ενώνει αντίθετους κόσμους ή σαν το τεράστιο κύμα - με τη συναισθηματική ορμή του Κύματος του Hokusai - που ξέβρασε τους πόντιους πρόσφυγες από τη Μαύρη Θάλασσα στο επίνειο. Αλλά και σαν το ουράνιο τόξο που βγαίνει τελικά μετά την όποια καταιγίδα. Πράγματι, αυτή η αυστηρή, μεταλλική κατασκευή με τους δεκαεπτά κυλινδρικούς κλωβούς γεμάτους ενθυμήματα και φυλαχτά μεταμορφώνεται μαγικά και ιριδίζει όταν την πυρπολεί το ηλιοβασίλεμα. Σαν φυλαχτό εικόνων.
 
Πρόκειται για ένα σύνθετο έργο υψηλού συμβολισμού που απαιτεί επίμονα (ποντιακό γαρ!) τον χρόνο και την προσοχή του συνήθως βιαστικού ή επιπόλαιου θεατή. Αυτή η απέριττη φόρμα με τις περίπλοκες, μαθηματικές και τεχνικές λεπτομέρειες - αληθινή μοδιστρική γιγαντιαίων διαστάσεων - αφηγείται, μέσω ποιητικών συμβόλων, το δράμα του ξεριζωμού ισορροπώντας τον ρεαλισμό με την αφαίρεση και αποφεύγοντας την οποιαδήποτε ακαδημαϊκή κοινοτοπία. Τα ελατήριά του συγκρατούν τις αντίρροπες δυνάμεις της ροής και της κύμανσης, της πλημμυρίδας και της αμπώτιδος, κουβαλώντας μέσα στους κλωβούς-βαρέλια τα λουκέτα και τα κλειδιά των για πάντα χαμένων σπιτιών, τα τετραβάγγελα της παράδοσης και τα λοιπά σημαίνοντα θυμητάρια ενός βασανισμένου αλλά όχι υποταγμένου λαού. Τις λύρες επίσης ή τα νταούλια με τα οποία υποδέχονταν οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες της Τραπεζούντας εκείνα τα πλοία, που όμως  δεν επρόκειτο ποτέ να τους πάρουν. Αλλά και όσοι έφυγαν, συντηρήθηκαν επί ημέρες μόνο με το ελάχιστο νερό που υπήρχε στα βρώμικα βαρέλια του καταστρώματος. Τότε που χόρευαν ή τραγουδούσαν (!) για να ξεχάσουν την πείνα τους. Αργότερα, ο πατέρας του γλύπτη θυμάται πως άστεγο παιδάκι στην Κοκκινιά έπαιζε το πρωί με το βαρέλι, στο οποίο κοιμόταν το βράδυ. Να γιατί πρωταγωνιστεί αυτή η φόρμα στη σύνθεση συνδυασμένη με το θαλασσοπούλι της προσφυγιάς και τον νεοσσό του, που εμφανίζονται τρεις φορές με τον τρόπο του Χάνς Κρίστιαν Αντερσεν ή του Μέτερλινγκ. Σαν παραμύθι που δεν βολεύεται στον δίσεκτο καιρό και σαν χρησμός.

 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ. Γίνεται όμως η φρίκη τέχνη; Γίνεται το δράμα ομορφιά; Παρηγορεί μια αισθητική μορφή τη βαθύτερη υπαρξιακή πληγή; Επουλώνεται η απώλεια της γενέθλιας γης; Πόσα μπορεί να διασώσει η τέχνη από το δράμα της Ιστορίας και τον πόνο των ανθρώπων ή των πραγμάτων; Εδώ η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη.
 Το «Πυρρίχιο κύμα» του Τανιμανίδη που δουλεύεται ως ιδέα από το 1992 και η αρχική του μακέτα εξετέθη το 1994 στην γκαλερί Zade της Βασιλείας για να αγοραστεί αμέσως μετά από τα Frac της Αλσατίας, διαφοροποιείται από τα συνήθη ναρκισσευόμενα ή αυτιστικά έργα μιας ρηχής αυτιστικής εποχής. Κι αυτό γιατί επιχειρεί γενναίο διάλογο με τη φυλετική μνήμη, την ιστορία και την τραγωδία του νεότερου Ελληνισμού χρησιμοποιώντας γενναία, σύγχρονη φόρμα και επιμένοντας πως ένας λαός που χορεύει, που τραγουδάει ακόμα και όταν πενθεί, δικαιούται να ελπίζει.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΑΔΕΛΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ


Ανδρέα Μπέλια, Ομόνοια, 1980




... Αντιλαμβάνομαι ότι στους σπασμούς της απελευθέρωσης είναι αναπόφευκτη μια υστερία που συνοδεύει κάποτε αυτές τις διορθωτικές κινήσεις... Μια παραπανίσια μαχητικότητα, μια διεκδικητικότητα υπερβολική ακόμα και άγαρμπη ...


Δημήτρης Παπαϊωάννου 


"...Γάμησα μια αδελφή (sic) ..." είπε τις προάλλες το νευρωτικό ανθρωπάριο της Χρυσής Αυγής στο προαύλιο του Κοινοβουλίου (!)... Αγνοώντας ότι έστω και άθελά του ομολόγησε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι δηλαδή ομοφυλοφιλία είναι και το λεγόμενο ενεργητικό σεξ ανάμεσα σε δύο άντρες. Άρα αποδέχτηκε ο μάτσο ανθρωποειδής πως είναι κρυφοαδερφή.

Ας συμφωνήσουμε όμως στα βασικά για τις ανάγκες της συζήτησης. Η σχέση άνδρα και γυναίκας είναι ο κανόνας, το φυσιολογικό. Κάθε παραλλαγή αυτού του κανόνα αποτελεί παρέκκλιση, χαριτωμένη ή σκαμπρόζικη μεν, πειραματική ή ελευθεριάζουσα αν προτιμάτε, αλλά πάντα παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα. Μια παρέκκλιση νομιμοποιημένη και αναμφισβήτητη από την χρήση ή και την κατάχρηση αιώνων. Καμία αντίρρηση. Όπως και από το γεγονός ότι οι ομοφυλόφιλοι επί αιώνες ήσαν ο εύκολος στόχος κάθε καταπιεσμένου πουριτανού. Κάθε θρησκείας ή εξουσίας. Έστω κιαν πολύ συχνά απολάμβαναν τις ομοφυλόφιλες ηδονές οι εκάστοτε επικεφαλής και της εξουσίας και της θρησκείας. Το κυνήγι των μαγισσών (που στοχοποιούνται ως "αδελφές") έφτασε σε τέτοιο παροξυσμό ώστε η ομοφυλοφιλία να θεωρείται όχι μόνο νόσος σωματική ή ψυχολογική αλλά και ατιμωτική, ποινική πράξη. Και ως τέτοια να διώκεται απηνώς. Οι Ναζί του Βερολίνου, οι μουλάδες της Τεχεράνης αλλά και ο Στάλιν ή ο Φιντέλ Κάστρο κυνήγησαν ανελέητα τους ομοφυλόφιλους αφού ήταν αδιανόητη η οποιαδήποτε περίπτωση ομοφυλοφιλίας στους σοσιαλιστικούς των παραδείσους! Επίσης, είναι πολύ ενδεικτικό παράδειγμα ότι ως το 1968 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα και ετιμωρείτο στην μεγάλη Βρετανία. Έπρεπε να έλθει ο φιλελευθερισμός του ´70 και σταδιακά η ομοφυλοφιλία να προστατευθεί θεσμικά αλλά και να γίνει ιδεολογικά αποδεκτή στις ανοιχτές κοινωνίες της Δύσης. Κι όλα αυτά λίγο-λίγο και με αγώνες όχι χωρίς κόστος από τους αποφασισμένους ακτιβιστές. Όλα αυτά τότε.

 Σήμερα στην "επάρατη" Δύση οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να κατοχυρώσουν νομικά την συμβίωση τους, να παντρευτούν, να υιοθετήσουν και να είναι πλήρως αποδεκτοί από την υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε μια μέρα θα μπορούσαν να εξαλειφθούν προκαταλήψεις αιώνων. Όμως τα βασικά έχουν γίνει ώστε οι ομοφυλόφιλοι να μην κρύβονται πια ούτε να απειλούνται.Το αντίθετο. Συχνά πρωταγωνιστούν στον δημόσιο βίο όντας ιδιαίτερα δημοφιλείς. Από τον Andy Warhol ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Σε αυτό έχουν βοηθήσει πολύ το σινεμά και η τηλεόραση ώστε να απενοχοποιηθούν οι "αντιμαχόμενες" πλευρές και η παρέκκλιση να γίνει καθόλα αποδεκτή ως συμπλήρωμα του κανόνα. Παρατηρούνται σχετικές υπερβολές; Παρατηρούνται. Η υποσυνείδητη "ενοχή" για την "παρέκκλιση" δεν αφορά τόσο στους στρέιτ όσο στους γκέι οι οποίοι ως ψυχολογική υπεραναπλήρωση προβάλλουν την ομοφυλοφυλία σαν must, σαν επιλογή υπεροχής, αξιοπρέπειας κλπ. Επίσης είναι προκλητικά αστεία η εμμονή σε μικροαστικά σουσούμια με ... νυφικά, μπονμπονιέρες, pride parade κλπ. Καταλαβαίνω τις βαθύτερες αιτίες αλλά διαφωνώ. Κυρίως για την εμμονή σε μιαν ηλίθια κορεκτίλα που ανακατεύει την επιθυμία με τον συνδικαλισμό αλλά και τον μικροαστισμό με την υπερπροβολή της διαφοράς (κι όχι διαφορετικότητας όπως είναι το ... politically correct). 


Η ομοφυλοφιλία αποτελεί, φρονώ, για πολλούς και ανάγκη και επιλογή. Είναι ακόμα μια "πολιτική" αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου σχέσεων. Μπερδεύεται γλυκά με την αμαρτία και με την ηδονή του "απαγορευμένου" και καλά κάνει. Όπως το "απαγορευμένο" ψάχνει και ο/η στρέιτ πολυγαμικός/ή. Γιαυτό και δεν καταλαβαίνω τους γάμους με τα νυφικά, τις γελοιότητες με τις gay parade, τις τεκνοποιήσεις (!) με παρένθετες μητέρες και δότριες ωαρίων κλπ. Όλη δηλαδή αυτή την μικροαστική διαδικασία απομίμησης της κανονικότητας που κάνει τόσο χτυπητή και την έλλειψη και την διαφορά. Όπως επίσης και την γκετοποίηση σε gay, lesbian, trans κλπ. κοινότητες που υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο την διαφοροποίηση και το περιθώριο την στιγμή ακριβώς που έχει επιτευχθεί η κεντρική θέση των ομοφυλόφιλων μέσα στην πλουραλιστική, σύγχρονη κοινωνία. ´Η, τέλος, την ακτιβιστική εμμονή σε μια πρωτιά και μια "κυριαρχία" που βρίσκεται περισσότερο σε ένα καταπιεσμένο ή συμπλεγματικό φαντασιακό παρά στην ζωή εκεί έξω. Ώστε από το ένα άκρο να οδηγηθούμε στο άλλο στο πλαίσιο μιας καθυστερημένης εκδίκησης εναντίον εκείνης της κοινωνίας των αρρένων που κηρύσσεται a priori ένοχος όποιος διεκδικεί την ομοερωτικότητα του. Βάζοντας στις κρεβατοκάμαρα μια συμβολική αστυνομία της ερωτικής συμπεριφοράς. Η ομοφυλοφιλία, -από την άλλη- θέλει πιά να γίνει από εξαίρεση κανόνας. Όπως π.χ συμβαίνει με το απίστευτο σλόγκαν άντρας ή γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι κλπ. 


ΥΓ. Πάντως δεν μου βγάζετε από το μυαλό πως σε κάθε ομοφυλόφιλο ζευγάρι εμφιλοχωρεί πάντα, συμβολικός ή ρεαλιστικός, ο φαλλός - το υπερβατικό σημαίνον του Lacan. Δηλαδή γίνεται πάντα στην ομοφυλοφιλική "παρέκκλιση" μια προσομοίωση του

 "φυσιολογικού" έρωτα με τον έναν από τους δυο παρτενέρ να υποδύεται (ή και να είναι) το αρσενικό και τον άλλο να υποδύεται (ή και να είναι) το θήλυ... Πάντα ένας ρόλος, μια μίμηση, μια μεταφορά που θα ανακαλεί την έλλειψη, για να μη πω απώλεια. Εξ ου και το μένος τους προς την κανονικότητα. Αφού πάντα μέσα από την προβαλλόμενη διαφορά μόλις συγκαλύπτεται μια οντολογικής τάξης αδυναμία ... Ένα βασανιστικό υποκατάστατο.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Στέργιος Στάμος, Opus Magnum


Στη γκαλερί Σκουφά ως τις αρχές Ιουλίου

 


Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υφίσταται τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό... Η έρευνα του Στέργιου Στάμου, χρόνια τώρα, διαφοροποιείται με την ποιότητα της από αυτόν τον ενοχλητικά γενικό κανόνα. Καταθέτοντας την έγκυρη άποψη του για την κρίση στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. 

Υπάρχει λοιπόν μια μορφή τέχνης που καταπραΰνει διακοσμώντας και προωθεί εκείνη την εφησυχασμένη  αισθητική του ήδη κατακτημένου. Πρόκειται για εκείνη την έκφραση που παρέχει στον επηρμένο μικροαστό την ψευδαίσθηση της καλλιέργειας και το άλλοθι της ευαισθησίας. Εκείνο που συνδέει συνήθως τους δημιουργούς αυτής της έκφρασης με όποιους την καταναλώνουν είναι κάτι υλικό, μια οικονομική σχέση που υποδύεται την πνευματική, μια τιμή αγοράς. Είναι τότε που η αξία του καλλιτεχνικού προϊόντος εξισούται με το χρηματιστηριακό του μέγεθος. Είναι τότε που η καλαισθησία μετριέται με το μέτρο και το έργο γίνεται η τιμή του. Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο. Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως προσωπικά συντάσσομαι με τους δεύτερους. Με την στάση δηλαδή κι όχι την πόζα.


Επειδή υπάρχει και μια άλλη μορφή τέχνης η οποία δεν καταδέχεται να διευθετήσει απλώς  την υφιστάμενη πραγματικότητα αλλά βούλεται και να την αλλάξει. Όχι με βία, πολιτικάντικους τακτικισμούς ή λαϊκίστικη αμετροέπεια αλλά με την τεράστια, πνευματική δύναμη που a priori διαθέτει η αληθινή τέχνη. Αναφέρομαι, δηλαδή, σε εκείνη την έκφραση που δεν ρέπει στην εύκολη, μελοδραματική συγκίνηση ούτε ακόμη στο στιγμιαίο σοκ αλλά οδηγεί ανεπαισθήτως σχεδόν, στον βαθύ  συγκλονισμό. Αυτή είναι η περίπτωση του Στέργιου Στάμου. Γνωρίζω τον καλλιτέχνη Στάμο περισσότερο από είκοσι χρόνια και παρακολουθώ την σταθερή του εξέλιξη από την μια έκθεση στην άλλη και από την παλιότερη στη νεότερη πρόταση. Όλη του την πορεία χαρακτηρίζουν στοχαστικότητα, μεθοδική κατάκτηση διαφορετικών, πολυδιάστατων υλικών - θα έλεγα, από την χειρονομία στην " ήρεμη" τεχνολογία - αλλά και ένα στοιχείο έκπληξης ή ακόμη και αιφνιδιασμού. Ξεκινώντας από το παραδοσιακό τελάρο και τον  εξπρεσιονιστικό, ποιητικό γραφισμό του '90 πέρασε στα τρισδιάστατα, θεατρικά περιβάλλοντα και στις " ιερές συνομιλίες" ζωγραφικών και γλυπτικών προτάσεων, μπολιασμένων κάθε φορά με την αγωνία για την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Το εδώ και τώρα της ζωής απέναντι στο υπερτοπικό και υπερχρονικό της τέχνης. Ο Στάμος δεν αναρωτιέται, με κάθε καινούριο έργο του, μόνο "τί είναι ένα έργο τέχνης;" αλλά επιμένει να απαντήσει στο ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα "γιατί ένα έργο τέχνης σήμερα και για ποιους;" Παρά τον διαρκώς επίκαιρο χαρακτήρα των έργων του όμως η τέχνη του δεν καταδέχεται να είναι απλά πολιτική, δηλαδή καταγγελτική, αλλά επιδιώκει κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και σαφώς πιο δύσκολο: να δημιουργήσει εικαστικά περιβάλλοντα - "μνημεία φρίκης"( όπως θα έλεγε ο ποιητής) αλλά και πυρήνες  ενέργειας που θα  βοηθήσουν τον θεατή να κατανοήσει τόσο την εποχή του όσο και τον εαυτό του. Έτσι ώστε το έργο τέχνης να λειτουργεί ως μέθοδος αυτογνωσίας και από την πλευρά του υποψιασμένου θεατή.

Από τις Μεταναστεύσεις του 2010 ως τις Γεωγραφίες του 2017 έχει διανυθεί  ένας εντατικός δρόμος ωρίμανσης του καλλιτέχνη ώστε να μας παρουσιάσει σήμερα το κατά τη γνώμη μου opus magnum της συνολικής του έρευνας. Εδώ ο Στάμος με βαθιά θεατρική αίσθηση αλλά χωρίς θεατρινισμούς εγκύπτει στο δράμα της Ιστορίας και το μεταμορφώνει σε δράμα των μορφών. Αφορμή για την παρούσα πολυεπίπεδη νοηματικά εγκατάσταση είναι οι έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή,η συνεχιζόμενη τραγωδία στη Συρία, οι εκατόμβες των πνιγμένων στη Μεσόγειο, αλλά και η κρίση στην Ευρώπη και την Ελλάδα η οποία εξελίχθηκε τελικά σε παρακμή. 
-Ερώτηση: Πώς διευθετείται όμως εικαστικά ένα τόσο δραματικά αίμασσον υλικό; Η κόκκινη μπογιά υποδύεται αλλά δεν είναι το αίμα και η εύκολη συγκίνηση δεν αποτελεί αληθινή έκφραση. Γνωρίζοντας όλους αυτούς τους εκφραστικούς κινδύνους ο δημιουργός επιλέγει εν προκειμένω για να προχωρήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, κάτι ανάλογο με την μπρεχτική Verfremdung. Εκκινεί όπως έκανε και σε παλιότερες προτάσεις του, από τα realia: Φωτογραφίες, ονόματα των θυμάτων, ανταποκρίσεις, κείμενα, μακέτες βομβαρδισμένων πόλεων και ποικίλο ακόμη πραγματολογικό υλικό.Εδώ ο καλλιτέχνης δεν λειτουργεί ως γκουρού ή θαυματοποιός αλλά υιοθετεί τον ρόλο πολεμικού ρεπόρτερ ή καλύτερα ιστοριοδίφη. Ώστε το αποτέλεσμα της εργασίας του να είναι "αντικειμενικό", αντισυναισθηματικό δηλαδή αμείλικτο και ο θεατής να καταστεί συμμέτοχος της ευρύτερης, κοινωνικής ευθύνης. Γιατί αν το έργο τέχνης δεν είναι σε θέση να κάνει τον άνθρωπο περισσότερο άνθρωπο, τότε διερωτώμαι ποιον άλλο λόγο ύπαρξης διαθέτει. Ο Στάμος μιλάει τώρα για "Γεωγραφία" όπως μιλούσε παλιότερα για "Μεταναστεύσεις". Ο πληθυντικός και στις δύο περιπτώσεις σηματοδοτεί τις διαφορετικές οπτικές γωνιές, τις αντίθετες πολιτικές στιβάδες, τα συγκρουόμενα, πολιτικά συμφέροντα. Ο κόσμος μας είναι ένας και συγχρόνως πολλοί και η εποχή μας εξαιρετικά σημαντική και λόγω των ακροτήτων που την χαρακτηρίζουν αλλά και λόγω της απελπισίας που γεννάνε τα ποικίλα αδιέξοδα που έχει συσσωρεύσει.
Ποιο θα είναι το αύριο ενός πλανήτη συλημένου, υπερθερμασμένου, δηλητηριασμένου από την μόλυνση πραγματική και συμβολική ενός καλπάζοντος, ληστρικού καπιταλισμού, με εκρηκτική την πληθυσμιακή αύξηση και αντίστοιχη απομείωση των φυσικών πόρων; Ποιο είναι το αύριο σε έναν κόσμο όπου η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώνονται σε μια αισχρή μειοψηφία ενώ οι θηριώδεις πλειοψηφίες θα λιμοκτονούν; Πόσες και ποιες γεωγραφίες μπορούν να χωρέσουν αυτόν τον παραλογισμό;

Ο Στέργιος Στάμος και παλιότερα καταπιάστηκε με την εικαστική αποτύπωση μιας Ελλάδας που καταρρέει. Με τις θάλασσες της να έχουν καταστεί νεκροταφεία αθώων και την ενδοχώρα της πεδίο βολής του διεθνοποιημένου, τυχοδιωκτικού κεφαλαίου. Και αυτή τη φορά ο προβληματισμός της πρότασης του συνδέει το παγκόσμιο με το τοπικό  και αντίστροφα. Η  ελληνοπρεπής "μπουγάδα" με τα ματωμένα χαρτιά και τα άπλυτα ενός βρώμικου κόσμου- τόσο συμβολική όσο και ρεαλιστική-  παραπέμπει έμμεσα στη μπουγάδα που έστησε ο Βλάσης Κανιάρης το 1979-80 εντός του πρώην παγοποιείου ΦΙΞ και στο συνταρακτικό έργο του "Hélas- Hellas", ο ζωγράφος και το μοντέλο του". Ο Στάμος συνεχίζει αυτή την υποβλητική ελεγεία για τα πάθη του τόπου και τα πάθη του κόσμου με ένταση αλλά και λιτότητα. Με λιτότητα αλλά και με ένταση σε τρόπον ώστε ο υπόκωφος θρήνος των εικόνων του να καταστεί κραυγή. 

Μάνος Στεφανίδης
 5/5/2017

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Τα μυστικά των εικόνων - η γενιά του '60. Α! μέρος.


Εγκαίνια Πέμπτη 1η Ιουνίου, 7.30 μ.μ. 
στο Πολιτιστικό Κέντρο δήμου Αλίμου, λεωφόρος Ιωνίας 96

Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά απλή πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, η καθημερινή ζωή μας αλλά κάπως αλλιώς. Δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη μας ζωή, με όλες τις αντιφάσεις ή τις αντιξοότητες, αλλά κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει μεταμορφώσει την καθημερινότητα σε μαγεία. Αυτό είναι ό τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης. Ούτε βέβαια οι μεταπράτες ή οι διαφημιστές της. Η τέχνη αποτελεί ενδιάθετη γνώση και ως τέτοια δεν χρειάζεται απόδειξη. Είναι τέλος η τέχνη μια τρέλα χωρίς την αρρώστια κατά την επιτυχημένη διατύπωση του πρόωρα χαμένου Γιώργου Λάππα.
Γενικά τώρα μιλώντας η σύγχρονη τέχνη μας εκκινεί στις αρχές του 20ου αιώνα με τις επιβλητικές δημιουργίες του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), του Γεωργίου Μπουζιάνη (1885-1959) και του Φώτη Κόντογλου (1896-1965). Πρόκειται για τρεις δασκάλους που έμμεσα ή άμεσα διαμορφώνουν τη γενιά του '30, δηλαδή την ελληνοκεντρική καλλιτεχνική έκφραση και ορίζουν την πραγματικότητα,ή αν προτιμάτε,την ουτοπία μιας εθνικής σχολής.


Ο Τσαρούχης, ο Διαμαντόπουλος, ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης, ο Νικολάου, η Λυμπεράκη, ο Μαυροΐδης, ο Κοντόπουλος, η Μελά-Κωσταντινίδη, ο Αστεριάδης, ο Σικελιώτης, ο Βασιλείου, ο Καπράλος, ο Ζογγολόπουλος, ο Λουκόπουλος, ο Σκλάβος, ο Λαμέρας, ο Σπυρόπουλος, Μυλωνά κλπ. είναι τόσο απαστράπτουσες, ατομικές περιπτώσεις όσο και η εξέλιξη των προβληματισμών που διατύπωσαν οι προειρημένοι δάσκαλοι. Με τους δύο ιδιοφυείς αθώους τον Γιαννούλη Χαλεπά (1851- 1938) και Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1873-1934) να αποτελούν τις δύο ανένταχτες εξαιρέσεις που όμως συγκροτούν έναν διαφορετικό κανόνα. Τον κύκλο των μεγάλων δημιουργών που βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα στην γενιά του '30 και τους τρεις προαναφερθέντες δασκάλους της συμπληρώνουν οι περιπτώσεις του Νικόλαου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Γεράσιμου Στέρη,του Μιχάηλ Οικονόμου και του Γεωργίου Γουναρόπουλου και του Σπύρου Παπαλουκά... Συμβολικά μιλώντας ο Γιάννης Μόραλης εντός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και ο Γιάννης Τσαρόυχης εκτός υπήρξαν οι βασικοί δάσκαλοι της λεγόμενης γενιάς του '60. (Έστω κι αν κάποιοι επιφανείς εκπρόσωποι της αργότερα βιάστηκαν ως "διεθνιστές" οι ίδιοι να καταγγείλουν ως φολκλορικό ή "εθνοκεντρικό" το έργο τόσο του Τσαρούχη όσο και του Μόραλη). Πάντως, με ιστορικούς όρους μιλώντας, και μακριά από τα πάθη της εποχής ή τους αναπόφευκτους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς η γενιά του '30 υπερασπίστηκε την ιθαγένεια και την ταυτότητα ενώ η γενιά του '60 όντας ανδρωμένη στις μεταπολεμικές, καλλιτεχνικές συνθήκες διεκδίκησε το διεθνές καλλιτεχνικό λεξιλόγιο και εν πολλοίς κατέκτησε το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Χρύσας, του Γιάννη Κουνέλλη, του Κανιάρη, του Τάκι, του Λουκά Σαμαρά κλπ.


Στην παρούσα έκθεση παρουσιάζουμε ενδεικτικά καλλιτέχνες που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1920 και το 1940, ωρίμασαν στην περίοδο της δικτατορίας και έκτοτε πρωταγωνίστησαν στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και όχι μόνο. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις του Γιάννη Γαΐτη, του Παναγιώτη Τέτση, του Θανάση Τσίγκου, του Δανιήλ, του Δημήτρη Περδικίδη,του Ηλία Δεκουλάκου, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, του Νίκου Κεσσανλή, του Παύλου,του Κώστα Τσόκλη, του Χρίστου Καρά (οι τέσσερις τελευταίοι γεννήθηκαν το 1930) και των λίγο νεότερων Δημήτρη Μυταρά, Σωτήρη Σόρογκα, Αλέκου Φασιανού, Βασίλη Σπεράντζα, Μπίας Ντάβου κλπ. Πρόκειται για δημιουργούς που σφυρηλάτησαν την σύγχρονη ευαισθησία μας, που " εικογράφησαν" το συλλογικό μας παραμύθι ως κοινωνίας με έργα που ισορροπούν ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές, το δράμα της εθνικής μας ιστορίας και τις κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που συγκλόνισαν μεταπολεμικά τον πλανήτη. Τέλος την χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου. Την χαρά της έκφρασης αλλά και το πένθος που γεννιέται από την αδυναμία να εκφραστούμε εγκλωβισμένοι σε μιαν μονοδιάστατη παιδεία και έναν τεχνοκρατικό τρόπο ζωής. Την έκθεση κλείνει συμβολικά ένας νεότερος καλλιτέχνης, ο Χρήστος Αντωναρόπουλος που ζει και δημιουργεί στον Άλιμο ως μια χειρονομία προς το μέλλον, τις νέες ιδέες, τα νέα υλικά, τις νέες τεχνολογίες. Αλλά και ως πρώτη συμβολή για την δημιουργία μιας σύγχρονης Πινακοθήκης για την οποία έχει δεσμευτεί η δημοτική αρχή.

 Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες συγκροτώντας μιαν κατ´ αρχήν αισθητικοϊδεολογική ενότητα υπερασπίζονται ατομικές ιδιοσυγκρασίες ή όνειρα αλλά εκφράζουν συγχρόνως και γενικότερες ανάγκες ή επιθυμίες. Κατ'ουσίαν περι -γράφουν μέσα από σύμβολα, συνειρμούς ή οπτικά συμφραζόμενα το πρόσωπο μιας Ελλάδας που όσο κι αν αλλάζει, υπό περιπτώσεις, παραμένει βασανιστικά το ίδιο. Γιαυτό μίλησα στην αρχή για την δυνατότητα αυτογνωσίας που μας χαρίζει η τέχνη. Ίσως την ύστατη μας ευκαιρία για αυτογνωσία. Αρκεί να έχουμε τη διάθεση να δούμε...