Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Τρεις θάνατοι και κάποιοι γυμνοί γλουτοί



Να ντύσουμε τους γυμνούς, θα μπορούσε να λέγεται αυτό το κείμενο κυρίως γιατί αναφέρεται στους εξής τρεις, πολύ κρίσιμους για την ιστορία της τέχνης, θανάτους: 
Πιο συγκεκριμένα, το 1564 πεθαίνει ο γίγαντας Μιχαήλ Άγγελος σχεδόν ενενήντα χρονών ενώ το 1565, έναν χρόνο μετά, πεθαίνει ο επίσης υπέργηρος πάτρονας του Πάπας Πίος Δ. Τον τελευταίο τον ξέρουμε από τα πολλά πορτρέτα του και ιδιαίτερα εκείνο του Τισιανού. Το 1566, τέλος, πεθαίνει ο πολύ νεότερος Daniele da Volterra, ζωγράφος και μαθητής του Michelangelo, ο επονομαζόμενος Braghettone. Που θα πει ο βρακωτής! Πώς δένουν όλα αυτά; Περιμένετε και θα δείτε...
Νομίζω ότι δεν υπήρξε στην ιστορία της τέχνης πιο ισχυρή αλλά και πιο αντιφατική προσωπικότητα από τον Μιχαήλ Άγγελο Μπουοναρότι. Εκείνον τον φλωρεντινό δημιουργό που συνέδεσε τους γοτθικούς εφιάλτες του μεσαιωνικού κόσμου με την πιο υψηλή αισθητική της Αναγέννησης, που αναβίωσε την αρχαιότητα με έναν εντελώς προσωπικό, δικό του τρόπο και που προανήγγειλε τις εξελίξεις της γλυπτικής ως τα κράσπεδα του 20ου αιώνα και τον Ροντέν. Που μπορεί να στέκεται ως γλύπτης δίπλα στον Φειδία και τον Πραξιτέλη χωρίς κανένα αίσθημα μειονεξίας. Αλλά και πλάι σε αρχιτέκτονες όπως ο Ικτίνος, ο Μπρουνελέσκι ή ο Μπορομίνι και ζωγράφους όπως ο Ραφαήλ, ο Γκόγια ή ο Σεζάν. Να μην ξεχάσω τα σονέτα του που συνηχούν μ' εκείνα του Σαίξπηρ. Τον άνθρωπο λοιπόν αυτόν τον σέβονταν, τον ζήλευαν αλλά και τον έτρεμαν για τους θυμούς ή την αδιαλλαξία του όλοι οι σύγχρονοι του. Από τους δούκες της Φλωρεντίας ως τους πάπες της Ρώμης. Οι ίδιοι, οι ομότεχνοι του επινόησαν μίαν ιδιαίτερη λέξη για να περιγράψουν την αίσθηση που ανέδιναν τα έργα του, ζωγραφικά και γλυπτικά, την περιώνυμη terribilità. 
Ο Michaelangelo, μόλις 33 ετών, αναλαμβάνει το τεράστιο έργο να ζωγραφίσει την οροφή το μονόχωρου ναού της Καπέλα Σιξτίνα, μέσα στο παπικό παλάτι του Βατικανού. Πρόκειται για μίαν ανώμαλη επιφάνεια περισσότερο από 200 τετραγωνικά μέτρα την οποία τιθασεύσει οργανώνοντας σε παράλληλες ζώνες αφηγηματικές, πολυπρόσωπες ενότητες, εμπνευσμένες από την Παλαιά Διαθήκη, (Γέννηση του κόσμου, δημιουργία του Αδάμ, Έξωση των πρωτοπλάστων, Κατακλυσμός κ.ο.κ. Αλλά και Προφήτες, Σίβυλλες, ignudi, δηλαδή πλάσματα που δορυφορούν τον Παλαιό των Ημερών κ.α για να πλαισιώνουν τις κεντρικές εικόνες). Εδώ δουλεύει σε πολύ δύσκολες συνθήκες επί τέσσερα χρόνια έχοντας μόνο έναν βοηθό, σκαρφαλωμένος στις σκαλωσιές και υπηρετώντας το ακραία επιβλητικό και αποκαλυπτικό όραμα του. Πρόκειται για μία σύνθεση την οποία μιμήθηκε αριστοτεχνικά ο Ραφαήλ και που θα εμπνεύσει όλους τους επιγόνους, τους λεγόμενους μανιεριστές. Από τον Ποντόρμο στον Ρόσο Φιορεντίνο και από τον Αντρέα Ντελ Σάρτο στον Παρμιτζιανίνο. Το έργο αυτό απογείωσε τη φήμη του νεαρού δημιουργού, τον κατέστησε απαραίτητο στον παντοδύναμο, τότε Πάπα Ιούλιο Β από την οικογένεια Ντέλα Ρόβερε αλλά και σε όλους τους διαδόχους του, τον Λέοντα και τον Κλήμη από την οικογένεια των Μεδίκων ή τους Παύλους και τους Πίους από τις οικογένειες των Καράφα ή των Φαρνέζε. Ο Μικελάντζελο κατάφερε να υπηρετήσει, ή μάλλον το αντίστροφο, επέτυχε να τον υπηρετήσουν στην διάρκεια της πολυκύμαντης ζωής του, επτά πάπες!
Το 1534 ο καλλιτέχνης εγκαθίσταται οριστικά στη Ρώμη εγκαταλείποντας τη γενέτειρα του Φλωρεντία, την εποχή ακριβώς που επιστρέφουν μετά από εξορία οι πρώτοι του προστάτες, οι Μέδικοι. Στη Ρώμη αποδέχεται την παπική παραγγελία για να επιστρέψει στην Καπέλα Σιξτίνα και να αγιογραφήσει τον κεντρικό τοίχο της, αυτόν που βρίσκεται πίσω από την Αγία τράπεζα, αποδίδοντας εκεί το θέμα της Δευτέρας Παρουσίας. Δηλαδή, ενοποιώντας θεματικά το παρεκκλήσιο, να περάσει από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή Διαθήκη και τον θριαμβευτή Χριστό άλλα και στα φρικτά οράματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Αρχίζει λοιπόν να δουλεύει εντατικά απ' το 1536 και ολοκληρώνει το έργο το 1541. Αρκεί να πω ότι μόνο για να διαμορφώσει τον τοίχο και να τον καταστήσει κατάλληλο για μία τέτοια ζωγραφική - κλείνοντας ένα παράθυρο και διαγράφοντας παλαιότερες τοιχογραφίες - χρειάστηκε έναν ολόκληρο χρόνο! Πρόκειται για την πλέον πολυσύνθετη δημιουργία του: μία ανθρωπότητα που είναι έρμαιο των δυνάμεων του σύμπαντος και στροβιλίζεται σε έναν άπειρο χώρο γύρω από τη κυρίαρχη μορφή του Χριστού - Δία ή Χριστού, Απόλλωνα! Η σύνθεση αναπαριστά το εσχατολογικό δράμα του ανθρώπινου γένους αλλά και το ατομικό δράμα του καλλιτέχνη του ίδιου μία και ζωγράφισε τον εαυτό του απαξιωτικά δίνοντας τη μορφή του στο δέρμα που κρατάει στα χέρια του ο Απόστολος Βαρθολομαίος. Ήταν τόσο συνταρακτική η εντύπωση που προκάλεσε η Δευτέρα Παρουσία στο κοινό ώστε κατά τη στιγμή των αποκαλυπτηρίων, στις 31 Οκτωβρίου 1541, ο ίδιος ο Πάπας Παύλος Γ, Φαρνέζε, γονυκλινής ικέτευσε "Κύριε μη μνησθής των αμαρτιών μου κατά την ημέρα της κρίσεως Σου". Το έργο παρουσιάζει σε μία εκθαμβωτική - μπαρόκ δίνη περισσότερες από 300 μορφές που στροβιλίζονται για να συναντήσουν την αναπόφευκτη μοίρα τους. Οι μπεάτοι τον παράδεισο, οι νταμνάτοι την κόλαση. Οι επτά άγγελοι της Αποκαλύψεως φυσάνε τις μοιραίες, τις τρομερές τους σάλπιγγες. Η αγωνία του Μιχαήλ Αγγέλου για την επερχόμενη Θεία Δίκη ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της εποχής. Η παπική πολιτική μέσω της μεγαλοφυΐας του τρομερού Τοσκανού κραδαίνει μιαν απειλή προειδοποιώντας: Ο μόνος δρόμος της σωτηρίας είναι η Καθολική Εκκλησία. Ήδη η αντιμεταρρύθμιση μέσα από το έργο αυτό έχει ξεκινήσει. Ο Πάπας Παύλος Γ που ήταν νόθος γιός του δούκα Πιέρ Λουίτζι Φαρνέζε ο οποίος δολοφονήθηκε το 1547 από τον Κάρολο Ε, τόσο εντυπωσιάστηκε από τον Μπουοναρότι ώστε τού παράγγειλε δύο ακόμη ζωγραφικές συνθέσεις για το προσωπικό του παρεκκλήσιο, την Cappella Paolina τις οποίες και φιλοτέχνησε από το 1542 ως το 1550. Πρόκειται για την Μεταστροφή του Παύλου και την Σταύρωση του Πέτρου. Τί σύμπτωση, τα ίδια θέματα, μετά από μισόν αιώνα, θα ζωγραφίσει συνταρακτικά, ένας άλλος Μικελάντζελο, ο μεγάλος τυχοδιώκτης του μπαρόκ, ο Καραβάτζιο στο παρεκκλήσι Cerasi της Σάντα Μαρία Ντελ Πόπολο. 
Όμως τα πράγματα δεν είναι ποτέ ιδανικά όταν μία μεγαλοφυής δημιουργία κατεβαίνει να συναντήσει την κοινωνία των ανθρώπων και τις σκοπιμότητες τους. Από την πρώτη κιόλας παρουσίαση του έργου διάφοροι σεμνότυφοι ή επαγγελματίες πουριτανοί εξέφραζαν σιωπηρά στην αρχή και με ένταση αργότερα τον αποτροπιασμό τους για τα γυμνά σώματα τα οποία στροβιλίζονται στον ουρανό της Δευτέρας Παρουσίας. Μόνο που βέβαια κανείς δεν εν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί ανοιχτά στον τρομερό γέροντα. Ούτε ο πάπας ο ίδιος. Έπρεπε να πεθάνει πρώτα ο Μιχαήλ Άγγελος και μόνο τότε ο Πάπας Πίος Δ τόλμησε, εφαρμόζοντας και τις αποφάσεις της συνόδου στο Τρέντο, ν' αναζητήσει τρόπους ώστε η υπερβατική ζωγραφιά που έλαμπε δίπλα στα ιδιαίτερα του διαμερίσματα να καταστεί πιο κόσμια. Η λύση λεγόταν Danielle Volterra, μαθητής του Μιχαήλ Αγγέλου, ο οποίος και ανέλαβε να ευπρεπίσει τα προκλητικά γυμνά, δηλαδή να τους φορέσει αδοιοθύλακες. Να ζωγραφίσει, μ' άλλα λόγια, βρακάκια πάνω στα επίμαχα γυμνά τών υπερφυσικών μορφών της σύνθεσης. Επειδή ο Μικελάντζελο ακολουθούσε τα αρχαία πρότυπα και κλασικότροπες φιγούρες του ήταν γυμνές επειδή έτσι θα τις έφτιαχναν ο Φειδίας ή ο Απελλής. Κι ενώ στήνονται πάλι σκαλωσιές για τις... διορθώσεις, ο Πάπας επείγεται να πεθάνει την επόμενη χρονιά, το 1565, και έτσι δεν προλαβαίνει να δει τα αποτελέσματα της... πλαστικής επέμβασης. Όμως η μοίρα είναι αμείλικτη. Την επόμενη χρονιά, το 1566 πεθαίνει και ο Volterra χωρίς να έχει ολοκληρώσει - ευτυχώς - τις επιζωγραφίσεις του. Έτσι, το έργο παραμένει από τότε έως σήμερα ανέγγιχτο από άλλο, βέβηλο χέρι. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν αργότερα ο Greco από τη Βενετία που ήταν εγκατεστημένος σχεδόν τέσσερα χρόνια, επισκέπτεται τη Ρώμη,  τού ζητούν να αναλάβει αυτός την αποκατάσταση των προκλητικών εικόνων. Ήταν το σωτήριον έτος 1570 και στον θρόνο του Αγίου Πέτρου είχε ανέβει ο Πάπας Πίος ο Ε. Δηλαδή να ντύσουμε τους γυμνούς, ή καλύτερα να ντύσουμε τους νεκρούς. Τους τωρινούς και τους μέλλοντες. Ο Δομήνικος προς τιμήν του αρνήθηκε, πρότεινε όμως εξίσου υπερφίαλα στον ποντίφικα:  γκρεμίστε αυτόν τον τοίχο κι εγώ θα σας τον φτιάξω καλύτερο! Ο διάδοχος του Πίου Ε ήταν ο Γρηγόριος ΙΓ που ανέβηκε στον θρόνο το 1572. Επρόκειτο για έναν φωτισμένο διανοούμενο  ο οποίος δεν είχε χρόνο να ασχολείται με βρακάκια και πάνες! Ας σημειωθεί ότι ήταν αυτός που εκσυγχρόνισε  το Ιουλιανό ημερολόγιο και έκτοτε φέρει το όνομα του: Γρηγοριανό! 

Είναι ο ντουνιάς ανακριτής
και ψάχνει να δικάσει
κι όσοι παράνομα αγαπούν,
σαν νυχτοπούλια τριγυρνούν,
 σ' αυτήν εδώ τη πλάση.

Να ντύσουμε τους γυμνούς, θα μπορούσε να λέγεται αυτό το κείμενο κυρίως γιατί αναφέρεται σε εξής τρεις, πολύ κρίσιμους για την ιστορία της τέχνης, θανάτους: 
Πιο συγκεκριμένα, το 1564 πεθαίνει ο γίγαντας Μιχαήλ Άγγελος σχεδόν ενενήντα χρονών και το 1565 πεθαίνει ο επίσης υπέργηρος πάτρονας του Πάπας Πίος Δ. Τον τελευταίο τον ξέρουμε από τα πολλά πορτρέτα του και ιδιαίτερα εκείνο του Τισιανού. Το 1566, τέλος, πεθαίνει ο πολύ νεότερος Daniele da Volterra, ζωγράφος και μαθητής του Michelangelo, ο επονομαζόμενος Braghettone. Που θα πει ο βρακωτής! Πώς δένουν όλα αυτά; Περιμένετε και θα δείτε...
Νομίζω ότι δεν υπήρξε στην ιστορία της τέχνης πιο ισχυρή αλλά και πιο αντιφατική προσωπικότητα από τον Μιχαήλ Άγγελο Μπουοναρότι. Εκείνον τον φλωρεντινό δημιουργό που συνέδεσε τους γοτθικούς εφιάλτες του μεσαιωνικού κόσμου με την πιο υψηλή αισθητική της Αναγέννησης, που αναβίωσε την αρχαιότητα με έναν εντελώς προσωπικό, δικό του τρόπο και που προανήγγειλε τις εξελίξεις της γλυπτικής ως τα κράσπεδα του 20ου αιώνα και τον Ροντέν. Που μπορεί να στέκεται ως γλύπτης δίπλα στον Φειδία και τον Πραξιτέλη χωρίς κανένα αίσθημα μειονεξίας. Αλλά και πλάι σε αρχιτέκτονες όπως ο Ικτίνος, ο Μπρουνελέσκι ή ο Μπορομίνι και ζωγράφους όπως ο Ραφαήλ, ο Γκόγια ή ο Σεζάν. Να μην ξεχάσω τα σονέτα του που συνηχούν μ' εκείνα του Σαίξπηρ. Τον άνθρωπο λοιπόν αυτόν τον σέβονταν, τον ζήλευαν αλλά και τον έτρεμαν για τους θυμούς ή την αδιαλλαξία του όλοι οι σύγχρονοι του. Από τους δούκες της Φλωρεντίας ως τους πάπες της Ρώμης. Οι ίδιοι, οι ομότεχνοι του επινόησαν μίαν ιδιαίτερη λέξη για να περιγράψουν την αίσθηση που ανέδιναν τα έργα του, ζωγραφικά και γλυπτικά, την περιώνυμη terribilità. 
Ο Michaelangelo, μόλις 33 ετών, αναλαμβάνει το τεράστιο έργο να ζωγραφίσει την οροφή το μονόχωρου ναού της Καπέλα Σιξτίνα, μέσα στο παπικό παλάτι του Βατικανού. Πρόκειται για μίαν ανώμαλη επιφάνεια περισσότερο από 200 τετραγωνικά μέτρα την οποία τιθασεύσει οργανώνοντας σε παράλληλες ζώνες αφηγηματικές, πολυπρόσωπες ενότητες, εμπνευσμένες από την Παλαιά Διαθήκη, (Γέννηση του κόσμου, δημιουργία του Αδάμ, Έξωση των πρωτοπλάστων, Κατακλυσμός κ.ο.κ. Αλλά και Προφήτες, Σίβυλλες, ignudi, δηλαδή πλάσματα που δορυφορούν τον Παλαιό των Ημερών κ.α για να πλαισιώνουν τις κεντρικές εικόνες). Εδώ δουλεύει σε πολύ δύσκολες συνθήκες επί τέσσερα χρόνια έχοντας μόνο έναν βοηθό, σκαρφαλωμένος στις σκαλωσιές και υπηρετώντας το ακραία επιβλητικό και αποκαλυπτικό όραμα του. Πρόκειται για μία σύνθεση την οποία μιμήθηκε αριστοτεχνικά ο Ραφαήλ και που θα εμπνεύσει όλους τους επιγόνους, τους λεγόμενους μανιεριστές. Από τον Ποντόρμο στον Ρόσο Φιορεντίνο και από τον Αντρέα Ντελ Σάρτο στον Παρμιτζιανίνο. Το έργο αυτό απογείωσε τη φήμη του νεαρού δημιουργού, τον κατέστησε απαραίτητο στον παντοδύναμο, τότε Πάπα Ιούλιο Β από την οικογένεια Ντέλα Ρόβερε αλλά και σε όλους τους διαδόχους του, τον Λέοντα και τον Κλήμη από την οικογένεια των Μεδίκων ή τους Παύλους και τους Πίους από τις οικογένειες των Καράφα ή των Φαρνέζε. Ο Μικελάντζελο κατάφερε να υπηρετήσει, ή μάλλον το αντίστροφο, επέτυχε να τον υπηρετήσουν στην διάρκεια της πολυκύμαντης ζωής του, επτά πάπες!
Το 1534 ο καλλιτέχνης εγκαθίσταται οριστικά στη Ρώμη εγκαταλείποντας τη γενέτειρα του Φλωρεντία, την εποχή ακριβώς που επιστρέφουν μετά από εξορία οι πρώτοι του προστάτες, οι Μέδικοι. Στη Ρώμη αποδέχεται την παπική παραγγελία για να επιστρέψει στην Καπέλα Σιξτίνα και να αγιογραφήσει τον κεντρικό τοίχο της, αυτόν που βρίσκεται πίσω από την Αγία τράπεζα, αποδίδοντας εκεί το θέμα της Δευτέρας Παρουσίας. Δηλαδή, ενοποιώντας θεματικά το παρεκκλήσιο, να περάσει από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή Διαθήκη και τον θριαμβευτή Χριστό άλλα και στα φρικτά οράματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Αρχίζει λοιπόν να δουλεύει εντατικά απ' το 1536 και ολοκληρώνει το έργο το 1541. Αρκεί να πω ότι μόνο για να διαμορφώσει τον τοίχο και να τον καταστήσει κατάλληλο για μία τέτοια ζωγραφική - κλείνοντας ένα παράθυρο και διαγράφοντας παλαιότερες τοιχογραφίες - χρειάστηκε έναν ολόκληρο χρόνο! Πρόκειται για την πλέον πολυσύνθετη δημιουργία του: μία ανθρωπότητα που είναι έρμαιο των δυνάμεων του σύμπαντος και στροβιλίζεται σε έναν άπειρο χώρο γύρω από τη κυρίαρχη μορφή του Χριστού - Δία ή Χριστού, Απόλλωνα! Η σύνθεση αναπαριστά το εσχατολογικό δράμα του ανθρώπινου γένους αλλά και το ατομικό δράμα του καλλιτέχνη του ίδιου μία και ζωγράφισε τον εαυτό του απαξιωτικά δίνοντας τη μορφή του στο δέρμα που κρατάει στα χέρια του ο Απόστολος Βαρθολομαίος. Ήταν τόσο συνταρακτική η εντύπωση που προκάλεσε η Δευτέρα Παρουσία στο κοινό ώστε κατά τη στιγμή των αποκαλυπτηρίων, στις 31 Οκτωβρίου 1541, ο ίδιος ο Πάπας Παύλος Γ, Φαρνέζε, γονυκλινής ικέτευσε "Κύριε μη μνησθής των αμαρτιών μου κατά την ημέρα της κρίσεως Σου". Το έργο παρουσιάζει σε μία εκθαμβωτική - μπαρόκ δίνη περισσότερες από 300 μορφές που στροβιλίζονται για να συναντήσουν την αναπόφευκτη μοίρα τους. Οι μπεάτοι τον παράδεισο, οι νταμνάτοι την κόλαση. Οι επτά άγγελοι της Αποκαλύψεως φυσάνε τις μοιραίες, τις τρομερές τους σάλπιγγες. Η αγωνία του Μιχαήλ Αγγέλου για την επερχόμενη Θεία Δίκη ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της εποχής. Η παπική πολιτική μέσω της μεγαλοφυΐας του τρομερού Τοσκανού κραδαίνει μιαν απειλή προειδοποιώντας: Ο μόνος δρόμος της σωτηρίας είναι η Καθολική Εκκλησία. Ήδη η αντιμεταρρύθμιση μέσα από το έργο αυτό έχει ξεκινήσει. Ο Πάπας Παύλος Γ που ήταν νόθος γιός του δούκα Πιέρ Λουίτζι Φαρνέζε ο οποίος δολοφονήθηκε το 1547 από τον Κάρολο Ε, τόσο εντυπωσιάστηκε από τον Μπουοναρότι ώστε τού παράγγειλε δύο ακόμη ζωγραφικές συνθέσεις για το προσωπικό του παρεκκλήσιο, την Cappella Paolina τις οποίες και φιλοτέχνησε από το 1542 ως το 1550. Πρόκειται για την Μεταστροφή του Παύλου και την Σταύρωση του Πέτρου. Τί σύμπτωση, τα ίδια θέματα, μετά από μισόν αιώνα, θα ζωγραφίσει συνταρακτικά, ένας άλλος Μικελάντζελο, ο μεγάλος τυχοδιώκτης του μπαρόκ, ο Καραβάτζιο στο παρεκκλήσι Cerasi της Σάντα Μαρία Ντελ Πόπολο. 
Όμως τα πράγματα δεν είναι ποτέ ιδανικά όταν μία μεγαλοφυής δημιουργία κατεβαίνει να συναντήσει την κοινωνία των ανθρώπων και τις σκοπιμότητες τους. Από την πρώτη κιόλας παρουσίαση του έργου διάφοροι σεμνότυφοι ή επαγγελματίες πουριτανοί εξέφραζαν σιωπηρά στην αρχή και με ένταση αργότερα τον αποτροπιασμό τους για τα γυμνά σώματα τα οποία στροβιλίζονται στον ουρανό της Δευτέρας Παρουσίας. Μόνο που βέβαια κανείς δεν εν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί ανοιχτά στον τρομερό γέροντα. Ούτε ο πάπας ο ίδιος. Έπρεπε να πεθάνει πρώτα ο Μιχαήλ Άγγελος και μόνο τότε ο Πάπας Πίος Δ τόλμησε, εφαρμόζοντας και τις αποφάσεις της συνόδου στο Τρέντο, ν' αναζητήσει τρόπους ώστε η υπερβατική ζωγραφιά που έλαμπε δίπλα στα ιδιαίτερα του διαμερίσματα να καταστεί πιο κόσμια. Η λύση λεγόταν Danielle Volterra, μαθητής του Μιχαήλ Αγγέλου, ο οποίος και ανέλαβε να ευπρεπίσει τα προκλητικά γυμνά, δηλαδή να τους φορέσει αδοιοθύλακες. Να ζωγραφίσει, μ' άλλα λόγια, βρακάκια πάνω στα επίμαχα γυμνά τών υπερφυσικών μορφών της σύνθεσης. Επειδή ο Μικελάντζελο ακολουθούσε τα αρχαία πρότυπα και κλασικότροπες φιγούρες του ήταν γυμνές επειδή έτσι θα τις έφτιαχναν ο Φειδίας ή ο Απελλής. Κι ενώ στήνονται πάλι σκαλωσιές για τις... διορθώσεις, ο Πάπας επείγεται να πεθάνει την επόμενη χρονιά, το 1565, και έτσι δεν προλαβαίνει να δει τα αποτελέσματα της... πλαστικής επέμβασης. Όμως η μοίρα είναι αμείλικτη. Την επόμενη χρονιά, το 1566 πεθαίνει και ο Volterra χωρίς να έχει ολοκληρώσει - ευτυχώς - τις επιζωγραφίσεις του. Έτσι, το έργο παραμένει από τότε έως σήμερα ανέγγιχτο από άλλο, βέβηλο χέρι. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν αργότερα ο Greco από τη Βενετία που ήταν εγκατεστημένος σχεδόν τέσσερα χρόνια, επισκέπτεται τη Ρώμη,  τού ζητούν να αναλάβει αυτός την αποκατάσταση των προκλητικών εικόνων. Ήταν το σωτήριον έτος 1570 και στον θρόνο του Αγίου Πέτρου είχε ανέβει ο Πάπας Πίος ο Ε. Δηλαδή να ντύσουμε τους γυμνούς, ή καλύτερα να ντύσουμε τους νεκρούς. Τους τωρινούς και τους μέλλοντες. Ο Δομήνικος προς τιμήν του αρνήθηκε, πρότεινε όμως εξίσου υπερφίαλα στον ποντίφικα:  γκρεμίστε αυτόν τον τοίχο κι εγώ θα σας τον φτιάξω καλύτερο! Ο διάδοχος του Πίου Ε ήταν ο Γρηγόριος ΙΓ που ανέβηκε στον θρόνο το 1572. Επρόκειτο για έναν φωτισμένο διανοούμενο  ο οποίος δεν είχε χρόνο να ασχολείται με βρακάκια και πάνες! Ας σημειωθεί ότι ήταν αυτός που εκσυγχρόνισε  το Ιουλιανό ημερολόγιο και έκτοτε φέρει το όνομα του: Γρηγοριανό! 


Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Όλα νάυλον!

Παντελής Ψαρράς, Ten years after

(Εγκαίνια αύριο, Πέμπτη στον Τεχνοχώρο)

"Η ικανότητα να χρησιμοποιώ σωστά τα μέσα μου λιγοστεύει όσο αυξάνεται ο αριθμός τους"
Ρομπέρ Μπρεσόν 

Να επιστρέψουμε στο κάλλος. Να χωρέσει μέσα μας η ομορφιά του κόσμου. Και μάλιστα όχι η προφανής αλλά η άδηλη. Να γυρίσουμε αφεύκτως στην ομορφιά που τόσο εύκολα χάσαμε, που τόσο κυνικά ξεπουλήσαμε, εξορίσαμε από τις ζωές μας. Και μάλιστα στη δύσκολη, την απαιτητική, την όχι αγοραία ομορφιά. Αν οφείλει να υπάρχει ένας και μόνο αδιαπραγμάτευτος στόχος σε μια τόσο "αναίσθητη" εποχή σαν τη δική μας, ας είναι αυτός: Η αναγωγή της αισθητικής σε ηθικό αξίωμα. Το κάλλος και η μεταφυσική του σε πολιτική στάση. Η επιστροφή στην ομορφιά με κάθε τίμημα. Μήπως και σωθεί ο παραπαίων κόσμος.
Σκέφτομαι πως, κατά κανόνα, εμείς οι κριτικοί και ιστορικοί τέχνης ψάχνουμε το καινούργιο στο μέλλον, στους πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες και αυτό ακούγεται πολύ λογικό. Ιδίως επικοινωνιακά. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν το ξάφνιασμα μου όταν βρήκα κάτι που αγνοούσα και όταν εντόπισα το νέο ψάχνοντας στο παρελθόν. Κάτι που αποτέλεσε ιδιαίτερη χαρά αλλά και μεγάλο μάθημα για μένα. Επειδή η χωρίς μέτρο  "μελλοντολαγνεία" και η με κάθε τρόπο "νεολατρεία" αποτελούν έναν εύκολο όσο και πονηρό τρόπο ώστε μία ολόκληρη κοινωνία να αποσείσει τις ευθύνες της τόσο προς τους νέους όσο και ως προς το μέλλον τους.
 Βρήκα, λοιπόν, το καινούργιο στο παρελθόν μελετώντας την περίπτωση του συνομήλικου μου ζωγράφου Μιχάλη Ψαρρά. Τί έκπληξη! Με τον Ψαρρά έχουμε συνυπάρξει στο μικρό καλλιτεχνικό milieu της Αθήνας επί σχεδόν 40 χρόνια, έχουμε συχνά διασταυρωθεί αλλά ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να μελετήσω βαθύτερα το έργο του ή να τον γνωρίσω προσωπικά. Και αυτό γιατί ο Μιχάλης Ψαρράς έχει επιλέξει να ζει απομονωμένος, μακριά από δημόσιες σχέσεις ή ανούσιες επαφές και να πραγματοποιεί επιλεκτικές εμφανίσεις αραιά και που. Και εδώ αναφέρομαι στην ατομική του έκθεση στην γκαλερί "Κρεωνίδης", τη δεκαετία του '90, την πολύ πρόσφατη παρουσία του με τα πορτραίτα των προσφύγων στο Ίδρυμα Κακογιάννης και μερικές ακόμα που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Παρά όμως τις μετρημένες δημόσιες εμφανίσεις του ο ίδιος δουλεύει φανατικά όσο και σιωπηλά εδώ και μισό αιώνα δημιουργώντας διάφορους, θεματικούς κύκλους ώστε να εντάξει τον εικαστικό του προβληματισμό. Το λέω εξαρχής για να μην δημιουργηθούν παρανοήσεις ή παρεξηγήσεις:
Ο ζωγράφος αυτός συμπορεύεται, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και τα νεανικά έργα του, με τους κορυφαίους του ελληνικού εξπρεσιονισμού όπως είναι ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, ο Σταύρος Ιωάννου, ο Νίκος Χουλιαράς, ο Λάκης Πατρασκίδης, ο Μηνάς, ο Μανώλης Πολυμέρης, ο Κυριάκος Μορταράκος, ο Γιάννης Τζερμιάς, ο Γιάννης Αδαμάκος, ή ο Πέτρος Κουφοβασίλης. Χρησιμοποιώ αυτά τα ονόματα για να δώσω ένα περίγραμμα αισθητικών μορφών που, παρά τις πολύ μεγάλες διαφορές τους, παραμένει κοινό από τα πρώτα ως τα τελευταία έργα αυτών των δημιουργών. Μία κοινή στάση απέναντι στο τέλμα που συχνά λαμπυρίζει παραπλανητικά όσο και ξεδιάντροπα. Δηλαδή στην αποτύπωση με εικαστικά μέσα του κοινωνικού χώρου και στην εμμονή στην ανθρώπινη φιγούρα ως υπαρξιακού δράματος και σωματοποιημένης ιστορίας. Πρόκειται για τη ζωγραφική εκείνη που χρησιμοποιώντας όλη την δυναμική αλλά και τη λαμπρότητα της γλώσσας της δεν εξαντλείται σε διακοσμητικά αποτελέσματα ή πυροτεχνηματικά εφέ.
Από την άλλη πλευρά, ο Παντελής Ψαρράς έχοντας από νωρίς κατακτήσει ένα προσωπικό ύφος διακρίνεται σταθερά για την εξαιρετική σχεδιαστική του ευχέρεια και την παρεπόμενη ικανότητα να ισορροπεί ανάμεσα στην άμεση, ρεαλιστική απεικόνιση - π.χ. τα close up πορτρέτα του - και την σχεδόν "αφηρημένη" οργάνωση της εικόνας όπως π.χ στα τοπία - φιγούρες, ή  οι νεκρές φύσεις του με τα πλαστικοποιημένα τρόφιμα. Αυτή η σχεδιαστική ευκαιρία τον βοηθάει να παράγει επίσης μία καρικατουρίστικη ζωγραφική άλλοτε σχολιάζοντας χιουμοριστικά κι άλλοτε οικτίροντας την ανθρώπινη συνθήκη. Τη φθορά των σωμάτων όχι μόνο μέσα από το ισοπεδωτικό πέρασμα του χρόνου αλλά κυρίως από τα ένδον πάθη και τις αδυναμίες τους. Την, συμβολική, ανημπόρια τους μπροστά στην ομορφιά. Στην τόσο ενδιαφέρουσα έκθεση του "Τεχνοχώρου" ο Ψαρράς παρουσιάζει έργα των τελευταίων χρόνων τα οποία κυρίως σφραγίζονται από την εμπειρία της οικονομικής κρίσης αφενός και της πανδημίας με το συνακόλουθο του εγκλεισμού, αφετέρου.  Ισοπεδωμένοι και εγκλωβισμένοι άνθρωποι που ασφυκτιούν χωρίς διέξοδο, σαν να έχουν τυλιχθεί σ' ένα τρομαχτικό σελοφάν, είτε πιεσμένοι από την οικονομική ένδεια, είτε τρομοκρατημένοι από το σκιάχτρο ενός θανάτου που βρίσκεται παντού. Άνθρωποι πακεταρισμένοι σαν έτοιμοι προς άμεση κατανάλωση! Ένα τέτοιο θέμα τόσο αβανταδόρικο χρειάζεται εξαιρετικά κομψή, διακριτική διαχείριση. 
Θυμάμαι σε μιαν άλλη εποχή, τη δεκαετία του '80 πως ο ζωγράφος Μηνάς Σεμερτζιάν χρησιμοποίησε το ίδιο θέμα των ανθρώπων που τυλίγονται σε ένα διάφανο περιτύλιγμα για να προστατευτούν (;) στην αίθουσα Τέχνης Αθηνών. Νομίζω πως εν προκειμένω η λιτότητα των μέσων είναι βασικό όπλο ώστε να επιτευχθεί η υποβολή των συνθέσεων του Ψαρρά, ή  όπως θα έλεγε πάλι ο σκηνοθέτης της εφηβείας μας Μπρεσόν " Όταν ένα βιολί είναι αρκετό δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν δύο". Σοφό. Οικονομία των μέσων, μεγιστοποίηση του μηνύματος. Κυρίως γιατί πίσω από την υπερβολή της αισθητικοποίησης, τόσο της μόδας σήμερα, δηλαδή η εύκολη, η επιβεβλημένη συγκίνηση, ελλοχεύει το κιτς και η, τεράστια, πολιτική του επίπτωση. Κάτι που σκόπιμα κάνουν πως αγνοούν οι πολιτικοί και που, με εγκληματική αφέλεια, μοιάζει να μην αντιλαμβάνονται κι οι καλλιτέχνες. 

* Πλαστική μεμβράνη που συντηρεί ή απομονώνει συνήθως εδώδιμα προϊόντα.