Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η τρικυμία του φραπέ και ο πολιτικός της συμβολισμός


  
Οι εθνικές ψυχώσεις μας: κινητά και φραπέδες. Κυκλοφορούμε κρατώντας ένα πλαστικό κύπελλο και σκαλίζοντας ένα κινητό. Λες και φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας. Ο φραπές γίνεται άλλοθι ευχαρίστησης, σωσίβιο στο πέλαγο της καθημερινότητας που τη μαστίζει η κρίση. Η παρουσία του φραπέ ακόμα και στα περίπολα της αστυνομίας πείθει ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα από αφέψημα, μια συνήθεια κοινωνική, μια “πόζα”, όπως θα 'λεγε ο Richard Ellman, ή ένα habitus κατά Bourdieu (προδιάθεση). Ούτε πάλι πρόκειται για απλή εξάρτηση (όπως φερ’ ειπείν η μανία των νέων με τα κοκα-κολούχα). Κατά τη γνώμη μου ο φραπές είναι το σύμβολο μιας άρνησης. Ο φορέας του ο φέρων το πλαστικό κυτίο, δηλώνει ότι απέχει, ότι τώρα διακόπτει, έστω κι αν  εργάζεται ή αν τώρα οφείλει να εργάζεται. Είναι στάση, κυριολεκτικά, ζωής. Γι αυτό και επιχωριάζει στις δημόσιες υπηρεσίες, όπου ως γνωστόν όταν δεν θάλλει η μίζα, ανθεί η λευκή απεργία. Πίνω φραπέ και μάλιστα κουβαλάω το πλαστικό ποτηράκι παντού, στο δρόμο, το λεωφορείο, στο αμφιθέατρο, στη διαδήλωση (συχνά μετά κομβολογίου!), σημαίνει “είμαι και δεν είμαι εδώ”, “θα ήθελα να ήμουν αλλού”, “ανήκω αλλού”, “εκπροσωπώ την ελάσσονα προσπάθεια, την συνεχή σχόλη, τις αδιάκοπες διακοπές”. Εν τέλει, ο φραπές αναδεικνύεται σε αλληγορία της χαράς της ζωής και σε ό, τι απελευθερώνει τον χρήστη από οποιαδήποτε υποχρέωση ή καταναγκασμό. Είναι η σημαία της ιδιότυπης, ιδιόχρηστης ελευθερίας μικροαστικού τύπου που φοριέται και σαν εσάρπα ή κασκόλ. Αυτή η ακηδία, ο γενικός συμψηφισμός και η γενική παραίτηση μας έφεραν ως εδώ. Που μας καθόρισαν οντολογικά μέσα από το “καταναλώνω άρα υπάρχω”, καταργώντας στην πράξη την όποια συλλογικότητα.
Οι πάντες λοιπόν πίνουν παντού φραπέ. Στο μετρό, πάλι, όχι επειδή απαγορεύεται. Μοιάζει σχεδόν μεταφυσικό. Οι απαγορεύσεις του μετρό είναι ο μόνος θεσμός στον οποίον οι Έλληνες υπακούουν αδιαμαρτύρητα. Πρόκειται απλώς για τον εθνικό μας χατζηαβατισμό, το σύμπλεγμα της κότας που μας κατατρύχει ή μήπως το μετρό στο συλλογικό υποσυνείδητο αντιπροσωπεύει την ύψιστη τελειότητα, την άψογη χρήση, το ίδιο το πρόταγμα της νεοτερικής ουτοπίας ενσαρκωμένο; Αλλά για να δούμε τι σημαίνει “καφές” σημειολογικά (για να θυμηθούμε και τον Χικμέτ): Διάλειμμα, ξεκούραση, διακοπές, ανάπαυλα. Άρα όλοι αυτοί με τον φραπέ στο χέρι επί ώρες, ακόμα και τα περίπολα της ΕΛΑΣ, είναι σαν να λένε: “Εμείς εργαζόμαστε μεν αλλά κάνουμε και διάλειμμα. Ή, καλύτερα, επιμηκύνουμε το χρόνο διακοπών εντός της εργασίας μας. Είμαστε εδώ και αλλού. Επεκτείνοντας την ιδεολογία και τη μεταφυσική της “διασκέδασης”, παντού...
Έτσι, οι φραπεδούχοι χαλαροζόμπι αναδεικνύονται σε ασυμβίβαστους αδειούχους της όποιας καθημερινότητας, τα παιδιά εκείνης της ζωής που είναι βιώσιμη μόνον όταν παραμένει αδρανής. Σαν στεκούμενο νερό. Και τώρα που ακραγγίζουμε χαρακτηριστικά  που αφορούν σ’ ολόκληρη την κοινωνία μας. Αυτήν που έχει εθισθεί δραματικά να μην παράγει τίποτε αλλά να επιθυμεί τα πάντα. Η αληθινή αιτία όχι μόνο της κρίσης αλλά της εθνικής παρακμής μας. Η επικράτεια του φραπέ δονείται μοιραία από την ακράτεια της κατανάλωσης. Και τα χειρότερα δεν έχουν αφιχθεί ακόμη….

ΥΓ. 1 Τουλάχιστον οι δημοκράτες του φραπέ είναι επιτηδευμένα χαρούμενοι. Ενώ όλοι οι άλλοι, οι σύνευνοι της καθημερινότητας μας, είναι μουτρωμένοι, κατηφείς, επιθετικοί, αγενείς. Κι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι προϊόν της κρίσης. Αντιθέτως, προέρχεται από την εποχή της ατομιστικής ευμάρειας. Τότε που εκδηλωνόταν ο χειρότερος ρατσισμός των Ελλήνων: Εναντίον σε Έλληνες. Το “εγώ” μας über alles!
ΥΓ.2  Ακούω διάφορους, προβεβλημένους πολιτικούς να διατυμπανίζουν συχνά και με στόμφο ότι δεν χρωστούν τίποτε και σε κανένα και τρελαίνομαι. Γιατί εγώ χρωστάω παντού: στον μπακάλη, στο μανάβη, στον φούρναρη, στις τράπεζες, στη πεθερά μου. Ομοίως, όπως χρωστάει κι όλη η χώρα. Και μάλιστα χρωστάει παντού. Φαίνεται πως από την εποχή των χοντροζόμπι Κωστάκη ή Πάγκαλου περάσαμε στην εποχή των λεβεντοζόμπι. Δηλαδή στην βασιλεία της απόλυτης αμνησίας όπου ο καθένας μπορεί να λέει απολύτως ό, τι γουστάρει. Όπως γράφει κι ο Λακόπουλος "τρώμε συνεχώς λωτούς". Κι έπειτα παραγγέλνουμε κι ένα φραπέ…

ΥΓ.3 Το 'χουμε ξαναπεί: Μπορεί κάποιοι να μην έχουν συνείδηση Ιστορίας αλλά η Ιστορία δεν ξεχνάει ποτέ τα υποκείμενα της όσο ασυνείδητα κι αν είναι, τα τελευταία...

ΥΓ. 4 Αυτόν τον τρόμο Ιστορίας θα όφειλε να επιδείξει η κυβερνώσα αριστερά και να μην εξαντλεί την δυναμική της σε τακτικισμούς  και λαϊκιστικές εξαπλουστεύσεις. Θα έπρεπε να υποστηρίξει μια πολιτική ευθύνης, αξιοκρατίας, ανοίγματος στο φιλευρωπαϊκό κέντρο, κλπ. Μια πολιτική που οφείλει να μεταλαμπαδευθεί μεθοδικά και πέραν των παραδοσιακών ψηφοφόρων της. Σ' ένα κοινό κατά βάθος συντηρητικό που την υποστηρίζει σήμερα περιστασιακά, κακομαθημένο από την πελατειακή νοοτροπία που καλλιεργούσε ξεδιάντροπα και επί δεκαετίες ο δικομματισμός.
 Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα: Εφόσον δεν έγιναν αιφνιδίως όλοι σοσιαλιστές! Να λοιπόν το πρόβλημα: Αριστερά σημαίνει ανατροπή κι ευαισθησία κι όχι διατήρηση των συμφερόντων ορισμένων συντεχνιών. Και κυρίως δεν σημαίνει κολακεία όλων εκείνων που έμαθαν να είναι αντιπαραγωγικοί, βολεμένοι, θεσιθήρες, αργόμισθοι, εραστές της ήσσονος προσπάθειας, “ιδεολόγοι” της καρέκλας και της ευκολίας. Δημοκράτες του φραπέ...

Θετικά - αρνητικά και ... ελπιδοφόρα!






Χτες στο ανοιχτό μάθημα της Τρίτης ουδείς φοιτητής γνώριζε την Κομμούνα του Παρισιού και την Νύχτα των Κρυστάλλων. Αργότερα, με αρκετή προσπάθεια και χρονικούς συμψηφισμούς συμφωνήσαμε πότε άρχισαν και πότε τελείωσαν ο Πρώτος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Πρόθεση μου ήταν να τούς μιλήσω για τον Εξπρεσιονισμό, την Βιέννη του Μεσοπολέμου, το Jugendstil και τα πολιτικοϊστορικά τους συμφραζόμενα.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα παιδιά έρχονται στα πανεπιστήμια με όλο και λιγότερες, όλο και πιο πρωτόγονες, εγκύκλιες γνώσεις με αποτέλεσμα να πρέπει κανείς να ξεκινήσει από την αλφαβήτα. Κυριολεκτικά. Έχουν χάσει έξι ολόκληρα χρόνια (!) στην μέση εκπαίδευση σκιαμαχώντας με αντιπαιδαγωγικά προγράμματα, αδιάφορα μαθήματα, φροντιστήρια της αποστήθισης και δασκάλους όλο και πιο ανενημέρωτους σε μεγάλο ποσοστό. 
Πρόκειται για μιαν πικρή αλήθεια που όσο δεν αντιμετωπίζουμε γενναία τόσο θα δημιουργούμε γενιές ημιμαθών και λειτουργικά αναλφάβητων. Γενιές που θα μιλούν τα τρισβάρβαρα ελληνικά των σταρ πολιτικών και δημοσιογράφων.
Από την άλλη, χτες το μεσημέρι, χάρηκα το μουσικό χάπενινγκ των παιδιών του Ιστορικού - Αρχαιολογικού Τμήματος, το ταλέντο, την αισθητική και τις επιδόσεις τους στο τάγκο. Χάρμα ιδέσθαι...
Σήμερα, Τετάρτη, είναι μεγάλη ημέρα για την Φιλοσοφική Σχολή γιατί εγκαινιάζεται με παρουσία του ΠτΔ και ΜΕΤΑ από πολλές καθυστερήσεις και κωλυσιεργίες η νέα της Βιβλιοθήκη. Η εντυπωσιακή συνένωση των επί μέρους βιβλιοθηκών όλων των τμημάτων. Με την φιλότιμη προσπάθεια όλων των εργαζομένων. Πραγματικά ένα άλμα του δημοσίου πανεπιστημίου προς τα εμπρός.
Επίσης η  Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Τμήμα θεατρικών σπουδών ενέκριναν πρόσφατα την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στην αγγλική (!) με θέμα την Παρουσία της Σύγχρονης Κινεζικής Τέχνης στις Μπιενάλε Βενετίας από την κυρία Liang Xiuli, κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου του  Polytechic University, Hefei. Ένα μικρό γεγονός, ένα μεγάλο βήμα για το πανεπιστήμιο μας που ανοίγεται έτσι δυναμικά σε μιαν άλλη ήπειρο και αξιοποιεί και μιαν άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής για τους αλλοδαπούς που γοητεύονται από τις σπουδές στην Ελλάδα.
 Ευχαριστώ ως εκ τούτου την κοσμήτορα της Σχολής και την πρόεδρο του τμήματος μας καθώς και τους δύο συναδέλφους που θα συμμετάσχουν στην τριμελή επιτροπή ώστε να διευρύνουμε τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες για το πανεπιστήμιο μας. Που θα δουλέψουμε για εκείνο το μέλλον που δικαιούμαστε και εμείς και οι φοιτητές μας.

ΥΓ. 1 Θέλω να καταστήσω γνωστό κάτι πολύ θετικό, επειδή συνήθως γκρινιάζω για τα κακώς κείμενα του Πανεπιστημίου. Το τμήμα μας εδώ και χρόνια προσφέρει στους φοιτητές του Erasmus μαθήματα σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό στα αγγλικά. Αμισθί και εθελοντικά. Και αντίστοιχες βαθμολογίες βέβαια. 
Είναι τέλος γεγονός ότι οι πρεσβείες της Ρωσίας και της Κίνας έχουν προβεί συχνά σε διαβήματα στο Υπουργείο Παιδείας ώστε Ρωσόφωνοι ή Κινέζοι φοιτητές να παρακολουθήσουν στα αγγλικά μαθήματα αρχαιολογίας, αρχαίου δράματος, βυζαντινής ιστορίας ή μουσικής, κλασικής φιλολογίας κλπ. Την βαριά μας βιομηχανία δηλαδή!
Όλο και περισσότεροι ξένοι φοιτητές θα έρχονταν στα ελληνικά πανεπιστήμια, αν τα πανεπιστήμια μας γίνονταν πιο ανοιχτά και ευέλικτα. Πιο σύγχρονα. Απαλλαγμένα από τις ιδεοληψίες του παρελθόντος. Τότε και τα υποβαθμισμένα πτυχία μας θα αποκτούσαν άλλο κύρος μέσω των ανταλλαγών με τα ανώτατα ιδρύματα της αλλοδαπής. Αφού δεν μπορούμε να φτιάξουμε τα μουσεία μας αλλά τα αφήνουμε βουτηγμένα στην γραφειοκρατία και την παρακμή, ας αναβαθμίσουμε τουλάχιστον τα ΑΕΙ της χώρας. Αυτό κι αν είναι επανάσταση!
ΥΓ 2. Προσωπική μου άποψη: Η αλλαγή του άρθρου 16 θα βελτιώσει πρωτίστως τα δημόσια πανεπιστήμια καθιστώντας τα πραγματικά ανεξάρτητα.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Ζωγραφική και φωτογραφία



Στην ζωγράφο Άννα Μαρία Παπαδημητρίου

(Από τα μαθήματα της Τρίτης στο ΕΚΠΑ)
 
Η "Γαλατού" του Βερμέερ. Αστικό, ολλανδικό μπαρόκ. Μέσα του 17ου αιώνα. Αποθέωση της καθημερινότητας ακόμη και του κοινότοπου. Αποθέωση της στιγμής. Του ιδιωτικού χρόνου που παγώνει για πάντα. Μέσω της εικόνας. 
 Η γυναίκα εδώ χύνει από το ένα δοχείο στο άλλο το γάλα ως σύμβολο της διαρκούς ροής των πραγμάτων. Κοινότοπο και μεγαλειώδες.  Σιωπηλή, η πρωταγωνίστρια παρατηρεί τη ζωή της την ίδια που κυλάει μέσα από την επανάληψη και την ομοιομορφία. Τα άψυχα εδώ αποκτούν ιδιάζουσα σημασία. Λάμπουν τα ασήμαντα, το θαύμα της Ζωγραφικής! Τα πάντα θεατροποιούνται.
 Δηλαδή ο πλάγιος, ψυχρός φωτισμός, οι λεπτομέρειες των επί μέρους, η σκηνοθεσία της φιγούρας ... μέγιστο μάθημα για τους μελλοντικούς φωτογράφους και σκηνοθέτες... 
Ο χώρος δεν είναι έννοια αυτονόητη. Δημιουργείται μέσα από τις πλαστικές σχέσεις των ετερόκλητων. Π.χ το ψωμί στο πρώτο επίπεδο, είναι σώμα προσφερόμενο. Αναφορά στην αναίμακτη θυσία; Πάντα όμως υποφώσκει το μεταφυσικό στοιχείο σε αυτού του είδους την τέχνη, το νόημα της οποίας ποτέ δεν εξαντλείται στο προφανές. Το αίνιγμα ελλοχεύει. Ποίηση υψηλή. Τα αόρατα υπονοούνται μέσω των προφανών.
 Η κάμερα ομπσκούρα, εξ άλλου, κάτω δεξιά σαν μοίρα δυσοίωνη προειδοποιεί πόσο απατηλό πράγμα είναι η πραγματικότητα. Πόσο ευτελής τα θεωρούμενα ως πολύτιμα. Πόσο λίγο διαρκεί το πολύ.



...Ενδιάμεση κατάσταση, ούτε γυμνό, ούτε ντυμένο, ούτε φωταύγεια, ούτε σκοτάδι, μόνο διαφάνεια και ένταση του βλέμματος, επιθυμία και απόρριψη, η ψυχή να  ξεχειλίζει στην οριογραμμή του σώματος, το σώμα υπόρρητη υπόσχεση αθανασίας, ο χρόνος υπάρχει και δεν υπάρχει, η στιγμή διαστέλλεται, όλα χωράνε σε αυτό το βλέμμα, ο έρωτας, ο χωρισμός, το πένθος, πάλι ο έρωτας. Και βέβαια η αθωότητα της επιθυμίας.
Από την άλλη πόσον ίμερο κρύβει η σιωπή του θανάτου; Πόσο ψέμα χωράει στην  βεβαιότητα της εφηβείας; Πόσο αντέχει ο χρόνος; Πόσο αντέχουμε;
Αυτή όμως μοιάζει αθάνατη. Ακόμη. Εφηβαίο για να ξεδιψάσει η Άνοιξη και στήθος για να κοιμηθεί ο χρόνος. Μήπως και ξεχάσει. Μήπως και ξεχαστεί. 
Αυτό το βλέμμα πάλι πόσους ακόμη θα τελειώσει; Πόσους θα ευλογήσει;
Τρυφερή και αμείλικτη συγχρόνως, ξέρει πως στο τέλος θα νικήσουν οι τρυφεροί. Επειδή η τρυφερότητα φιάχνεται από ατσάλι...

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Μνήμη Διαμαντή Διαμαντόπουλου, ενός ζωγράφου κυνηγημένου και στη ζωή και στο θάνατο (1914-1995)


(Παλιότερο κείμενο που μού ενέπνευσε ο φίλος μου Σκουμπιντού. Το ανταποδίδω)

Τι είναι τέχνη; Το μέσα μας ρούχο. Το άλλοθι στη γυμνότητά μας. Ισως και η ύστατη δυνατότητά μας για μιαν επανάσταση χωρίς μεσσιανικά πρόσημα· σαν θρησκεία χωρίς μεταφυσική -αλλά με τον τρόμο παρόντα- και σαν φιλοσοφία ενσαρκωμένη σε εικόνες και λέξεις. Η τέχνη είναι ένα ψέμα πιο πολύτιμο από την οποιαδήποτε χρησιμοθηρική αλήθεια και μια εμπειρία τόσο αποκλειστική όσο και ο θάνατος, που βιώνεται μεν κατά μόνας αλλά και που εξορκίζει τη μοναξιά. Τέχνη είναι επίσης εκείνη η διαδικασία που μεταμορφώνει θαυμαστά την πρόσθεση σε πολλαπλασιασμό για να χορτάσει με λίγα ψάρια τούς πεντακισχιλίους. Μόνο που εδώ το χόρτασμα δεν έχει να κάνει με την πλησμονή, τη συσσώρευση ή την τρέχουσα υπερεπάρκεια «αγαθών». Η δυστυχία καραδοκεί όταν το ατομικό αδυνατεί να καταστεί συλλογικό όσο κι αν στριγγλίζουν διαφημιστικά οι επικοινωνιακές σειρήνες. Η τέχνη μιας άμεσης κατανάλωσης, που επηρεάζεται από τις στρατηγικές τής αγοράς και τη λογική του lifestyle, είναι ό,τι σήμερα δεσπόζει σε παγκόσμιο επίπεδο και αυτό που αποκαλώ cocacola art. Τέχνη που πάει με όλα και επιδιώκει τη «φαντασμαγορία» αντί της μέθεξης. Ας μην ξεχνάμε ότι η Phantasmagorie είναι κεντρική έννοια της κριτικής του πολιτισμού που επιχειρεί ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ακολουθώντας τον Μαρξ όταν αυτός μιλά για τον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή μιαν ψευδαίσθηση κι ένα υποκατάστατο σχέσης. Εν προκειμένω, ο Μποντλέρ υποστηρίζει ως τέχνη το ονειροπόλημα που γίνεται έργο, ταυτίζοντας τον καλλιτέχνη με τον ήρωα της νέας εποχής κι εκείνον που θ' απαλλάξει την αστική τάξη από την υστερία της. Σήμερα πάλι περισσεύει η μελαγχολία τής ματαίωσης, καθώς η καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα καταπνίγεται ή εξαντλείται άδοξα στο κυρίαρχο περιβάλλον της αισθητικής ταχυφαγίας και της «διασκέδασης» με κάθε τίμημα. Εως την απόλυτη έκλειψη της ύπαρξης εμπρός στη δεσποτεία του θεάματος. Αρα, αντιλαμβάνεστε πως αυτή η τέχνη για την οποία σας μιλώ, μπορεί να λειτουργεί ως μορφή αντίστασης στην επερχόμενη αλλοτρίωση και την επιβεβλημένη άνωθεν ομοιομορφία. Στην ευτυχία της πλήξης, δηλαδή.

Εμείς πάλι ομνύουμε σε μιαν έκφραση που δεν αναγνωρίζει αυθεντίες, κατεστημένα ή δυνάστες και θεωρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές και νόμιμες· που είναι πολιτική αλλά όχι στρατευμένη, σύγχρονη αλλά όχι εκβιαστικά «μοντέρνα», με συνείδηση εντοπιότητας αλλά όχι τοπική. Μιαν έκφραση τέλος που βούλεται να υπάρχει εντός Ιστορίας όταν η Ιστορία, παραμερίζοντας τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και τους πυροτεχνουργούς, αρχίσει να επιτελεί το έργο της. Κι έχει πολύ καιρό να γίνει ένα θαύμα σ' αυτόν τον τόπο. 

Τέχνη θα πει να ψιθυρίσουμε την προσωπική μας ιστορία στο αφτί της Αιωνιότητας.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Τί γίνεται όταν μια μεγάλη δυστυχία κοπεί σε πολλές, μικρές ευτυχίες;



Για τα πρόσφατα γλυπτά του Νίκου Γιώργου Παπουτσίδη

«Η ευτυχία είναι φτιαγμένη από σίδερο όχι για να αντέχει περισσότερο αλλά για να σπάει πιο εύκολα». Έγραψα κάπου πρόσφατα παίζοντας με τις λέξεις. Μ’ αρέσει αυτή η παραδοξολογία επειδή με βοηθάει τώρα να μιλήσω πιο εύκολα για τα γλυπτά του Νίκου Γιώργου Παπουτσίδη. Δηλαδή εκείνες τις εικόνες της υλικής πραγματικότητας που ο ίδιος με αφοσίωση κατασκευάζει και που ισορροπούν ανάμεσα στην αφήγηση και τη σιωπή, την ποίηση και το σώμα, το δράμα και τη χαρά των πραγμάτων. Εννοώ τα μέταλλα, τη φωτιά που τα μεταλλάσσει και τα αναμορφώνει, τα όρια ανάμεσα τους, την ιδέα που γεννιέται μέσα από αυτές τις «καυτές» σχέσεις, τους έρωτες των στοιχείων και τα συνακόλουθα
πάθη τους.

Γιατί έτσι γεννιέται η τέχνη: Από τους ακράτητους έρωτες κι από τους αναπόφευκτους θανάτους των ερώτων. Από το τέλος των αγκαλιασμάτων είτε των ανθρώπων είτε των πραγμάτων και από το ειμαρμένο πένθος τους. Και τότε έρχεται η τέχνη να διεκδικήσει το αιώνιο στο όνομα του εφημέριου. Αρκεί να πιστεύεις πως τα πάντα, πράγματα, ιδέες, άνθρωποι, τοπία, θάλασσες και νερά διαθέτουν ένα είδος ψυχής.


Έτσι συμβαίνει πάντα με την τέχνη: Είτε κόβεις σε κομμάτια μια μεγάλη δυστυχία είτε λιώνεις πολλές, μικρές ευτυχίες για να φτιάξεις μια μεγαλύτερη που ν’ αντέχει περισσότερο στον χρόνο. Μόνο που αυτή η καινούργια, η μεγαλύτερη ευτυχία δεν αφορά τόσο εσένα, τον δημιουργό της αλλά τους άλλους. Εσένα η δική σου ευτυχία έσπασε στο σφυροκόπημα της ευτυχίας των άλλων. Να ένα μέγα μυστικό της τέχνης. Επειδή τί θα άξιζε ο κόσμος χωρίς τη μελαγχολία του; Και ο καλλιτέχνης θέλει την μελαγχολία του κόσμου ολότελα δική του.




Τί είναι όμως βαθύτερα η γλυπτική του Νίκου Γιώργου Παπουτσίδη; Είναι η προσπάθεια κατασκευής μικρών, αυτόνομων κόσμων που να εντάσσονται αρμονικά αλλά και να ξεχωρίζουν εμφαντικά μέσα στον μεγάλο, άπειρο κόσμο. Να φαίνονται τα βράδια από τους περιπατητές της σελήνης! Άλλοτε έφτιαχνε περισσότερο μεταλλικά παραμύθια με τεράστια, σιδερένια λουλούδια και χρωματικές φωτιές, με σπίτια - ναούς που επαναμάγευαν τον κόσμο, με θρόνους για να καθίσουν λιλιπούτειες πριγκίπισσες και βαριά, πολύτιμα στέμματα για το κεφάλι, (το ξεροκέφαλο!) του κοντορεβιθούλη... Με χέρια που ανέμιζαν χωρίς κορμιά σαν κλαδιά από κορμούς δέντρων. Σήμερα το παραμύθι έγινε μάλλον στοχασμός - χωρίς όμως να αποβάλει τη μυθική του προέλευση - και αναφέρεται πλέον σε χρησμούς, σε αινίγματα, σε τρόπαια από μυστικές νίκες και σε λάβαρα που πρωτοεμφανίστηκαν σε μυστικές νύχτες. Σε κατασκευές που το μνημειακό παραμένει χαριτωμένο και το δωρικό δεν χάνει την τρυφερότητα του. Επειδή ο γλύπτης – ποιητής όλων αυτών των εικόνων που προσπαθώ να σας περιγράψω, ξέρει πολύ καλά ότι η τρυφερότητα φτιάχνεται από ατσάλι κι ότι οι τρυφεροί, ατσαλωμένοι για πάντα, θα σώσουν τον κόσμο. Ξόανα, τρόπαια, αντένες, σινιάλα, σειρήνες, καθρέπτες, βωμοί, σίδηρος, σιδηρογραφίες, πέτρες, γυαλί, χρώμα, ένθετα στοιχεία, ζωγραφιές με διαφορετικά υλικά, φακοί, συμβολικά μάτια τέλειων μηχανών σ’ έναν ατελή κόσμο! Ενός ορατού, υλικού κόσμου που ψάχνει να ερμηνεύσει άλλους κόσμους, αόρατους, πνευματικούς.



Εδώ, τώρα, σ’ αυτή την ενότητα που παρουσιάζει ο Εικαστικός Κύκλος, με την έντονα θεατρική αίσθηση του χώρου, η γεωμετρία και οι μαγικοί αριθμοί του Πυθαγόρα, μαγικοί οφθαλμοί που κατοπτεύουν το σύμπαν, έρχονται για να προβληματίσουν τους μυημένους και για να εντυπωσιάσουν τους αμύητους. Μικρό το κακό. Στο τέλος πάντα θα μένει κάτι ανεξήγητο. Ευτυχώς. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αρχίσει το επόμενο παραμύθι...

Μάνος Στεφανίδης,
Θεοφάνια ‘19