Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Ο Πέλοψ κι ένα κομμάτι ελεφαντόδοντου

(μνήμη Τάκη Σπυρόπουλου, του μεγάλου απόντος από το συνέδριο της Ολυμπίας)


Το ανατολικό αέτωμα του ναού του Διός στην Ολυμπία εικονοποιεί τον καταγωγικό μύθο του Δράματος. Έχουμε εδώ την εκκίνηση ενός αγώνα θανάτου με έπαθλο μια γυναίκα και ένα βασίλειο. Ένα σώμα και μια εξουσία. Ο Οινόμαος, βέβαιος για τη νίκη του, είναι χαλαρός. Μειδιά με το χέρι στη μέση. Ο ξενόφερτος Πέλοψ από την άλλη πλευρά, στα αριστερά του Δία, είναι σύννους (αυστηρός ρυθμός γαρ) έχοντας συνείδηση της μοίρας του. Αυτοσυγκεντρώνεται με τον τρόπο του νεαρού Δαβίδ, του νεαρού Michelangelo. Δίπλα του η Ιπποδάμεια, η δαμάστρια αλόγων και ελλόγων, έχει ήδη κάνει την επιλογή της προδίδοντας αυτόν που την διακυβεύει τόσο εύκολα. Που την παίζει στα ζάρια. Τον πατέρα! Πολιτική ή συναισθηματική η απόφαση; Τα άλογα πάντως δίπλα της είναι έτοιμα για να καταστούν τα πρότυπα των ίππων του Παρθενώνα αλλά και να φτάσει η επιρροή τους ως τα άγρια άλογα του Gauguin.
Οι μορφές είναι υπερφυσικές κατά τα τραγικά μέτρα με τον Θεό στο κέντρο να μεριμνά για την κοσμική τάξη. Εδώ η γλυπτική καθίσταται θεολογία και το κάλλος δεν διαφοροποιεί το σωματικό από το πνευματικό. Ο Δίας λάμπει φυσικά και μεταφυσικά.
Παράλληλα οι Ηλιείοι εδώ κάνουν μεγάλο, πολιτικό και πολιτιστικό παιχνίδι μέσω του ναού τόσο προς την Σπάρτη όσο και προς την Αθήνα. Ο Πέλοψ που ήρθε από την Ανατολή - ex Oriente lux - είναι ο εισηγητής των Ολυμπιακών Αγώνων και ο γενάρχης των Ατρειδών. Την ιστορία των οποίων βέβαια θα "σφετεριστούν" ιδιοφυιώς οι ποιητές της Αθήνας. Έχει γιούς τον Ατρέα, τον Θυέστη και τον πανέμορφο Χρύσιππο που τον ερωτεύτηκε ο Λάιος εμπλέκοντας σκανδαλωδώς τον οίκο των Λαβδακιδών με εκείνο των Ατρειδών. Οι γιοί του Θυέστη μαγειρεύτηκαν από τον Ατρέα ως αντεκδίκηση ( Ο Θυέστης αποπλάνησε την γυναίκα του Ατρέα όπως και νεότερος Θυέστης την Κλυταιμνήστρα. Επαναλαμβανονται διφυή μοτίβα στη δομή του Μύθου). Τα θυέστεια δείπνα αποτελούν αφενός οικογενειακή παράδοση για τους άνακτες - κι ο Τάνταλος μαγείρεψε τον γιο του Πέλοπα και τον πρόσφερε στους θεούς - αλλά και την απαρχή της κατάρας των Ατρειδών. Από την οποία αρά αμφότεροι οι οίκοι θα απαλλαγούν με την επέμβαση της αθηναϊκής δικαιοσύνης. Το θετό υπέρτερο του φυσικού δικαίου. Απίστευτη η προπαγάνδα της αττικής υπεροχής μέσα από την εκλογίκευση των μύθων στο αρχαίο δράμα.
Ο Πέλοψ είναι μετά τον Ηρακλή ο μεγαλύτερος πελοποννησιακός ήρως, ένας μικρός θεός που τεμαχίζεται, τρώγεται, επανασυγκολλείται και ανασταίνεται. Όπως ο Διόνυσος ή ο Άττις. Μόνο ένα μικρό κομμάτι σάρκας στον ώμο του δεν βρέθηκε και αντικαταστάθηκε από ελεφαντόδοντο, την ευεργετική παρουσία του ζώου στον άνθρωπο αλλά και της τέχνης της γλυπτικής στην επίτευξη της αθανασίας.
(Τάκη, καλή αντάμωση, ευχαριστώ για όλα)



Το Δυτικό Αέτωμα του Διός στην Ολυμπία στο ανυπέρβλητο μουσείο εντός της ιεράς άλτεως.
Υπό γωνίαν η σύνθεση αποκτά απροσδόκητη κίνηση. Ακόμη και ο Απόλλων μετέχει στη δράση προκρίνοντας το αποτέλεσμα. Η πάλη του έλλογου με το άλογο, της ζωικής με την πνευματική δύναμη. Πάντα οι γυναίκες το πολύτιμο διακύβευμα. Η επιθυμία που δημιουργεί πολιτισμό έστω και μέσα από την βία ή και τον θάνατο. Η θεμελιώδης απόφαση που θα έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης.
Το ίδιο θέμα θα το ξαναδούμε στις μετόπες του Παρθενώνα με την βία να κατισχύεται πανηγυρικά. Παρότι οι Κένταυροι είναι φορείς μιας υπερφυούς, ζωικής δύναμης εκπροσωπώντας έναν κόσμο που και σέβεται και φοβάται ο αρχαίος άνθρωπος.

Κάθε φιλί κι ο Ιούδας του


Η επιθυμία. Ο δισταγμός. Η αναμονή. Ο φόβος. Λίγο πριν τολμήσεις. Λίγο πριν αγγίξεις τον ουρανό. Την άκρη άκρη των συνόρων του κόσμου. Λίγο πριν το τελικό σμίξιμο των χειλιών. Όταν όλες οι άλλες αισθήσεις συμπυκνώνουν σε μίαν μόνο αίσθηση την ένταση τους. Στην αφή. Κι έπειτα, αμέσως μετά, στη γεύση. Τα μάτια κλειστά. Μάταια. Βλέπεις τα πάντα έστω κι αν δεν βλέπεις τίποτα. Μυρίζεις το δέρμα, αισθάνεσαι τους πόρους. Υπάρχεις μόνο γιατί αισθάνεσαι. Δεν χορταίνεται αυτή η αίσθηση. Ο χρόνος ακινητεί - ούτως ή άλλως ο χρόνος στον έρωτα μηδενίζεται.
Είσαι ήδη ευτυχισμένος λίγο πριν την ευτυχία. Λίγο μετά - ο χρόνος, είπαμε, δεν υφίσταται - όλα θα είναι αλλιώς... Λίγο μετά οι αμφιβολίες, η ανασφάλεια, η ζήλια, η προδοσία, ο χωρισμός, το πένθος. Λίγη σημασία έχει ποιος φταίει. Δεν φταίει κανείς. Αυτοί είναι οι κανόνες. Ανέκαθεν.
Ήδη η ζωή στα μυστικά της εργαστήρια προετοιμάζει το επόμενο φιλί. Ήδη σε προετοιμάζει. Για αυτό που για σένα είναι αδιανόητο αυτή την στιγμή. Κι όμως υπάρχει!
Ευτυχισμένοι λοιπόν όσοι αξιώθηκαν κι αντάλλαξαν τέτοια φιλιά, παρά το αναπόφευκτο κόστος τους. Άξιζε μισή ζωή όσα έζησαν σε μισό λεπτό. Σαν τον μεγάλο μου, τρυφερό φίλο Τάκη που μού σημάδεψε τη ζωή όσο καιρό στάθηκε κοντά μου. Και που μου έμαθε να παίρνω με ταπεινοφροσύνη ό τι η ζωή μου προσφέρει. Και να στραγγίζω το ποτήρι μέχρι τέρμα. Ούτως ή άλλως θα είμαστε πάντα διψασμένοι. Έτσι είναι οι κανόνες.
Καλή αντάμωση φίλε.

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Ανοικτή επιστολή προς τον Πρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών





Αξιότιμε κ. Πρύτανι,


Σας απευθύνω την παρούσα, ανοικτή επιστολή πρώτον γιατί θεωρώ ότι περαιτέρω αποσιώπηση των καθημερινών κρουσμάτων βίας που συμβαίνουν στην πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου εκθέτει όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα και φέρει τους πάντες προ των ευθυνών των, και αφετέρου επειδή αναγνωρίζω το συνεχές σας ενδιαφέρον ώστε να βελτιωθούν χρόνιες κακοδαιμονίες που ταλανίζουν το πανεπιστήμιό μας. 

Αναφέρομαι στην προκλητικά αυξανόμενη παραβατικότητα και στις εγκληματικές ομάδες που δρουν ανενόχλητες στην αχανή περιοχή της πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου και οι οποίες με τη δύση του ηλίου καθίστανται απροκάλυπτα επικίνδυνες για διδάσκοντες, για διδασκομένους και για το λοιπό προσωπικό του ΕΚΠΑ. Η κατάσταση έχει φτάσει στο μη περαιτέρω. Και η συγκάλυψη των αλλεπάλληλων κρουσμάτων βίας εξισούται με συνενοχή όλων ημών των εχόντων την ηθική αλλά και τη νομική ευθύνη. Πίσω από το αδειανό πουκάμισο ενός διάτρητου «ασύλου» ανεχόμαστε αποθρασυμένους εγκληματίες να ληστεύουν το ΑΤΜ του κτηρίου της Φιλοσοφικής υπό την απειλή περιστρόφου μπροστά στα μάτια έντρομων φοιτητών 8 το πρωί, ενώ όσοι αποχωρούν από τα μαθήματα στις 9 το βράδυ, μεταπτυχιακοί κυρίως φοιτητές και διδάσκοντες, οργανώνονται σε ομάδες για να καταφέρουν να φτάσουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι στα συχνά παραβιασμένα αυτοκίνητά τους. Επειδή, κ. Πρύτανι, όλη η πανεπιστημιούπολη παραμένει αφώτιστη εδώ και πολύ καιρό δημιουργώντας σκηνικό θρίλερ, ειδικά στις πιο απομακρυσμένες σχολές. Θυμάμαι επίσης το θλιβερό γεγονός που συνέβη προ χρόνων, όταν μια ομάδα πάλι οπλοφόρων με την απειλή περιστρόφου έβγαλαν τον τέως πρόεδρο του Φαρμακευτικού Τμήματος από το αυτοκίνητό του τον λήστευσαν και διέφυγαν με αυτό. 

Η κατάσταση αυτή δεν πάει άλλο. Κάνω έκκληση να επέμβετε και να λάβετε μέτρα προτού ζήσουμε τα χειρότερα. Δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες που κακοποιοί και περιπολικό της αστυνομίας αντάλλασσαν πυροβολισμούς έξω από τη νέα φοιτητική εστία εμπρός από το αμφιθέατρο του ΜΙΘΕ! Είναι κοινό μυστικό ότι ομάδες παραβατικών μπαινοβγαίνουν στην κεντρική φοιτητική εστία επί της οδού Ούλωφ Πάλμε, και μέσω αυτής έχουν διαρρήξει τρεις φορές το συστεγαζόμενο πανεπιστημιακό γυμναστήριο-κολυμβητήριο! Προσωπικά είμαι από τους τυχερούς, αφού το γραφείο μου στον 9ο όροφο της Φιλοσοφικής Σχολής έχει διαρρηχθεί μόνο μία φορά (!). Και μόνο μία φορά μου έσπασαν το αυτοκίνητο με την ασήμαντη [...] απώλεια ενός λάπτοπ. Μάλλον η τέχνη προστατεύει τους ιστορικούς της...

Την περασμένη Τετάρτη 24 Ιανουαρίου, η ώρα 6:30 μ.μ., μεταπτυχιακός φοιτητής του Φαρμακευτικού ληστεύεται, πορτοφόλι και λάπτοπ, μαχαιρώνεται και στέλνεται σε νοσοκομείο από τρεις τραμπούκους, οι οποίοι βέβαια παραμένουν ασύλληπτοι. Την επόμενη μέρα, 25 Ιανουαρίου, περί τις 4:30 μ.μ., οι ίδιοι τρεις τραμπούκοι (;) με ένα μπουλντόγκ με προπηλακίζουν σκαιά και με καθυβρίζουν όταν τους ζητώ να φύγουν από το πανεπιστημιακό γήπεδο του τένις, το οποίο ρύπαιναν. Οι δύο συνάδελφοι φύλακες που προσέτρεξαν από το παρακείμενο πανεπιστημιακό γυμναστήριο με έσωσαν από τα χειρότερα. Αναφέρομαι σε προσωπικά παραδείγματα ώστε να μην τολμήσει κανείς να τα αμφισβητήσει. Γνωρίζετε όμως ότι σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι έχουν ανάλογες οδυνηρές εμπειρίες. Προσερχόμεθα πλέον στην εργασία μας, ειδικά τις βραδινές ώρες, με φόβο αλλά και με ντροπή. Κι αν εμείς αισθανόμαστε έτσι, φαντάζεστε, νομίζω, πώς αισθάνονται π.χ οι πρωτοετείς μας φοιτητές, για τους οποίους έχουμε τεράστια ευθύνη, όπως πιστεύω ότι θα συμφωνείτε. Και ας μην αναφερθώ στα απίστευτα συμβάντα κλοπής ολόκληρης της στέγης της νέας βιβλιοθήκης ή των μεταλλικών στοιχείων από τους στύλους φωτισμού από Ρομά (;), με αποτέλεσμα να βρίσκεται χρόνια τώρα σε εγκληματικό σκοτάδι η πανεπιστημιούπολη, το δάσος της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, απολαμβάνουν και εκατοντάδες περίοικοι. 

Κύριε Πρύτανι, θα είναι το μεγάλο επίτευγμα της θητείας σας αν απαλλάξετε την πανεπιστημιούπολη από τα κακοποιά στοιχεία που τη λυμαίνονται ληστεύοντας, κακοποιώντας, εμπορευόμενοι ναρκωτικά κ.λπ. 

Καταρχάς πρέπει τάχιστα να επαναλειτουργήσουν οι στύλοι φωτισμού. Οι πύλες εισόδου μετά τη δύση του ηλίου πρέπει να επιτρέπουν τη διέλευση οχημάτων μόνο με την επίδειξη ακαδημαϊκής ταυτότητας. Αυτοκίνητο του πανεπιστημίου πρέπει να περιπολεί συνεχώς γύρω από τα κεντρικά κτήρια από τη δύση του ηλίου ως τουλάχιστον το πέρας των μαθημάτων, έχοντας μάλιστα και σειρήνα για να χρησιμοποιηθεί ως εκφοβισμός αν παραστεί ανάγκη. Επίσης απαιτείται ενδοσυνεννόηση ανάμεσα στους φύλακες των σχολών και των φυλακίων, και ασφαλώς μεγαλύτερη εγρήγορση, γιατί σήμερα παρουσιάζονται οι ίδιοι και καταπτοημένοι και ανασφαλείς. Περισσότερο ανασφαλείς και περισσότερο εκτεθειμένοι από όλους εμάς! Τέλος, μεγαλύτερη και αμεσότερη συνεργασία με την αστυνομία, η οποία δυο τρεις φορές αν παρέμβει αστραπιαία, νομίζω ότι θα περιορίσει στο ελάχιστο την παραβατικότητα, καθώς η ανομία και η έλλειψη αστυνόμευσης δημιουργούν ολοένα αυξανόμενη ασυδοσία. 

Είθε, κ. Πρύτανι, η πολιτεία να σας συντρέξει στο δύσκολο έργο σας. Όλοι εμείς πάντως, οι αγωνιώντες και αγωνιζόμενοι συνάδελφοί σας, βρισκόμαστε στο πλευρό σας. 



Μάνος Στεφανίδης


Αναπληρωτής καθηγητής του 

Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ



Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Μονόλογοι για την τέχνη





Τι είναι τέχνη; Το μέσα μας ρούχο. Το άλλοθι στη γυμνότητά μας. Ίσως και η ύστατη δυνατότητά μας για μιαν επανάσταση χωρίς μεσσιανικά πρόσημα· σαν θρησκεία χωρίς μεταφυσική -αλλά με τον τρόμο παρόντα- και σαν φιλοσοφία ενσαρκωμένη σε εικόνες και λέξεις. Η τέχνη είναι ένα ψέμα πιο πολύτιμο από την οποιαδήποτε χρησιμοθηρική αλήθεια και μια εμπειρία τόσο αποκλειστική όσο και ο θάνατος, που βιώνεται μεν κατά μόνας αλλά και που εξορκίζει τη μοναξιά. Τέχνη είναι επίσης εκείνη η διαδικασία που μεταμορφώνει θαυμαστά την πρόσθεση σε πολλαπλασιασμό για να χορτάσει με λίγα ψάρια τούς πεντακισχιλίους. Μόνο που εδώ το χόρτασμα δεν έχει να κάνει με την πλησμονή, τη συσσώρευση ή την τρέχουσα υπερεπάρκεια «αγαθών». Η δυστυχία καραδοκεί όταν το ατομικό αδυνατεί να καταστεί συλλογικό όσο κι αν στριγγλίζουν διαφημιστικά οι επικοινωνιακές σειρήνες. Η τέχνη μιας άμεσης κατανάλωσης, που επηρεάζεται από τις στρατηγικές τής αγοράς και τη λογική του lifestyle, είναι ό, τι σήμερα δεσπόζει σε παγκόσμιο επίπεδο και αυτό που αποκαλώ Coca Cola art. Τέχνη που πάει με όλα και επιδιώκει τη «φαντασμαγορία» αντί της μέθεξης. Ας μην ξεχνάμε ότι η Phantasmagorie είναι κεντρική έννοια της κριτικής του πολιτισμού που επιχειρεί ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ακολουθώντας τον Μαρξ όταν αυτός μιλά για τον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή μιαν ψευδαίσθηση κι ένα υποκατάστατο σχέσης. Εν προκειμένω, ο Μποντλέρ υποστηρίζει ως τέχνη το ονειροπόλημα που γίνεται έργο, ταυτίζοντας τον καλλιτέχνη με τον ήρωα της νέας εποχής κι εκείνον που θ' απαλλάξει την αστική τάξη από την υστερία της. Σήμερα πάλι περισσεύει η μελαγχολία τής ματαίωσης, καθώς η καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα καταπνίγεται ή εξαντλείται άδοξα στο κυρίαρχο περιβάλλον της αισθητικής ταχυφαγίας και της «διασκέδασης» με κάθε τίμημα. Έως την απόλυτη έκλειψη της ύπαρξης εμπρός στη δεσποτεία του θεάματος. Άρα, αντιλαμβάνεστε πως αυτή η τέχνη για την οποία σας μιλώ, μπορεί να λειτουργεί ως μορφή αντίστασης στην επερχόμενη αλλοτρίωση και την επιβεβλημένη άνωθεν ομοιομορφία. Στην ευτυχία της πλήξης, δηλαδή.

Εμείς πάλι ομνύουμε σε μιαν έκφραση που δεν αναγνωρίζει αυθεντίες, κατεστημένα ή δυνάστες και θεωρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές και νόμιμες· που είναι πολιτική αλλά όχι στρατευμένη, σύγχρονη αλλά όχι εκβιαστικά «μοντέρνα», με συνείδηση εντοπιότητας αλλά όχι τοπική. Μιαν έκφραση τέλος που βούλεται να υπάρχει εντός Ιστορίας όταν η Ιστορία, παραμερίζοντας τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και τους πυροτεχνουργούς, αρχίσει να επιτελεί το έργο της. Κι έχει πολύ καιρό να γίνει ένα θαύμα σ' αυτόν τον τόπο.

Τέχνη θα πει να ψιθυρίσουμε την προσωπική μας ιστορία στο αφτί της Αιωνιότητας.

Ας είμαστε καχύποπτοι για την τέχνη εκείνη που απευθύνεται στο συναίσθημα και όχι στη νόηση. Που επιδιώκει περισσότερο να συγκινήσει παρά να μας διαφοροποιήσει την άποψη που έχουμε για τον κόσμο. Το προοπτικό σύστημα της Αναγέννησης είναι τόσο ψευδές στην αληθοφάνειά του όσο το να βλέπεις ποδοσφαιρικό αγώνα από την τηλεόραση και να νομίζεις ότι έχεις τρισδιάστατη εποπτεία του χώρου.
Η υπερβολική επεξεργασία της φόρμας καταλήγει στην επιτήδευση και τη διακοσμητικότητα.
Τέχνη είναι το σκοτεινό κι άγριο πράγμα που έχει ελάχιστη ή μηδαμινή σχέση με την «καλαισθησία». Η καλαισθησία διευθετεί, η τέχνη ανατρέπει. Τέχνη είναι οτιδήποτε ορίζει τον εαυτό του σαν τέχνη. Τ' αξιολογικά κριτήρια έπονται. Και βέβαια η ζυγαριά του χρόνου.
Η τέχνη είναι κοινωνία, επικοινωνία, αλλά όχι δημοσιότητα. Αφήστε που θα 'ρθει μια εποχή στην οποία η δημοσιότητα θα είναι το άκρον άωτον της banalité. Η τέχνη επίσης δεν επιτρέπει ελεημοσύνες και σιχαίνεται τη φιλανθρωπία.
 Το έργο τέχνης είναι δημόσιο αγαθό και κατά παράβαση ή συγκυριακά «ιδιωτικό». Μ' ενοχλεί η προβολή ιδιοκτησίας πάνω σ' ένα έργο τέχνης. Μοιάζει σαν να δηλώνει κάποιος κάτοχος του Πολικού Αστέρα. Η καλύτερη θέση για ένα έργο τέχνης βρίσκεται στο μυαλό μας. Η κοινωνία του θεάματος επείγει να καταστεί κοινωνία του βλέμματος. Διαφορετικά, οι νεοβάρβαροι της εικόνας παραμονεύουν.
Η τέχνη δεν συνιστά έκπληξη αλλά αποκάλυψη. Η τέχνη είναι σαν τους έρωτες. Πρέπει κάποτε κάποτε να πεθαίνει, γιατί μόνο έτσι δεν νεκρώνεται. Κι όταν ανασταίνεται, τότε ισοδυναμεί με επανάσταση. Περισσότερο από το ριζοσπαστικό περιεχόμενο ενδιαφέρει η ριζοσπαστική φόρμα, γιατί αυτή αντανακλά απευθείας τη ριζοσπαστική σκέψη. Και η ριζοσπαστική σκέψη είναι η μόνη που μπορεί να «ριζοσπαστικοποιήσει» την κοινωνία. Οι άνθρωποι, στην αθωότητα ή την πονηριά τους, ζητούν συχνά από τις πολιτικές πράγματα που μόνο η τέχνη μπορεί να δώσει. Εξ ου και η συχνή δυστυχία τους.
Ανάμεσα στα διεθνή και τα εγχώρια σκουπίδια είναι λογικό να προτιμάμε τα δικά μας. Εκτός κι αν κάποιος μας εμπνεύσει έτσι ώστε να περιφρονούμε τα σκουπίδια συλλήβδην.
Έλεγε ο Στανισλάβσκι: «Ν' αγαπάτε την τέχνη μέσα σας. Κι όχι τον εαυτό σας μέσα από την τέχνη...». Ζωγραφίζοντας, τρόπος του λέγειν, ο Andy Warhol ένα κονσερβοκούτι Campbell's, δημιουργεί οπτικό σοκ σύμφωνα με τις dada μεθόδους του προπάππου του Duchamp κυρίως γιατί εντάσσει ένα αντιηρωικό αντικείμενο σ' έναν μηχανισμό κατ' εξοχήν μυθοποιητικό όπως είναι η ζωγραφική. Η Coca Cola εκφράζει απόλυτα το πνεύμα της νέας ηπείρου και την πουριτανική της ιδεολογία επειδή προσφέρει ευχαρίστηση χωρίς να διαπραχθεί «αμαρτία» όπως συμβαίνει με την κατανάλωση του αλκοόλ. Η αληθινή τέχνη, πάλι, αποστρέφεται τους πουριτανούς και έλκεται από τους αμαρτωλούς. Ο Mondrian υπήρξε μια εύγλωττη εξαίρεση.
Το να ζεις συνειδητά την καθημερινότητά σου συνιστά μια μορφή τέχνης. Όταν πάλι η ομορφιά είναι αγοραία, γίνεται τότε ευλογημένη η συνείδηση της τυφλότητας.
Η μεγαλύτερη επικοινωνιακή δύναμη της τέχνης είναι ότι μεταφέρει τις παράλληλες συγκινήσεις που ένιωσαν άνθρωποι διαφορετικών εποχών, σε σχέση με τον ίδιο στίχο, την ίδια μουσική, την ίδια εικόνα, στον παρόντα χρόνο.
Τέχνη είναι ο τρόπος για να ζήσουμε κάπως ευτυχισμένοι τη μελαγχολία μας...
Η τέχνη μοιάζει με το αβγό. Πολλοί εξαντλούνται στην επιφάνειά της, αλλά η ουσία κρύβεται στο βάθος. Το αβγό, όπως επίσης και η τέχνη, περιέχει μέσα του το παρελθόν αλλά και το μέλλον του. Απλά, αβίαστα, νομοτελειακά.

Έργο τέχνης είναι ένας θεσμός έξω από τους θεσμούς. Το έργο τέχνης, πάνω απ' όλα, είναι εκείνος ο αιφνιδιασμός που εισβάλλει στη συζήτηση ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου. Είναι το ξάφνιασμα που κεντρίζει τη γλώσσα ώστε να υπερβεί την απλή, επικοινωνιακή της λειτουργία και να καταστεί ποίηση που αναγκάζει την εικόνα να σημάνει πολλά περισσότερα από όσα αναπαριστά. Μοντερνισμός πάλι είναι η επανανάγνωση των στερεότυπων της παράδοσης -όμως με μια ματιά ριζοσπαστικά καινούρια- ενώ το μοντερνιστικό έργο πάλι, έχοντας το δύσκολο στόχο να υποκαταστήσει τη θρησκεία και να διεκδικήσει την αλήθεια με κύρος αντάξιο της επιστήμης, μοιραία ανάγεται σε ένα βάθρο σχεδόν μεταφυσικό και η δύναμή του καθίσταται, τρόπον τινά, ολοκληρωτική. Εδώ ακριβώς βρίσκονται και οι ερμηνείες για τις τυχόν υπερβολές της avantgarde που συχνά άγγιξαν τα όρια της φασιστικής αυθαιρεσίας. Και τούτο γιατί οι μοντερνιστικές ιδέες διακινούνταν από μικρές ομάδες «φανατικών» -θυμηθείτε τον κύκλο του Dada, τους διδάσκοντες στο Bauhaus ή τους σουρεαλιστές- που ευαγγελίζονταν τη μία και μόνη αισθητική αλήθεια. Kαι που υιοθετούσαν το ρόλο του διαφωτιστή ή του μύστη για τις ευρύτερες, ανεξοικείωτες μάζες μέσω μιας φόρμας που χλευάζει, ανατρέπει και διαβουκολεί την όποια παράδοση.
Κάθε παράδοση; Μόνον εκείνες τις μορφές που ταυτίζονται με τον ακαδημαϊσμό, δηλαδή την πεπερασμένη και μηχανική περί τέχνης αντίληψη που βιάστηκε να κλείσει το έργο τέχνης σε ένα αυστηρό παιδαγωγικό σύστημα και σε εξαντλητικούς ορισμούς γραφειοκρατικής, το μάλλον ή ήττον, νοοτροπίας.
Το μοντέρνο και στις πλέον αισιόδοξες στιγμές του εξέφραζε ένα δράμα γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το μεταφυσικό κακό: δηλαδή πως ό,τι κερδίζεται με τον χρόνο, χάνεται με τη στιγμή. Αντίθετα, το μεταμοντέρνο διαστέλλει το παρόν με αφέλεια σαν κάτι που δεν υφίσταται και το εκλαμβάνει ως ιστορικό χρόνο. Ετσι εκσυγχρονίζει, νομίζει, το curricculum vitae των ανθρώπων παραχωρώντας πιστοποιητικά ευτυχίας -κάτι μάθαμε και εμείς ως έθνος πρόσφατα από αυτό- αλλά όμως δεν εξορκίζει τη μοίρα του θανάτου τους. Το μοντέρνο έχει επίγνωση θανάτου και γι' αυτό μπορεί να αναφωνεί σαν τον Νίκο Εγγονόπουλο, το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου, πως «κατ' εμέ θάνατος δεν υπάρχει».
Ο δημιουργός καλείται, αντί να είναι μοναδικός θεατής στο αλωνάκι του εαυτού του, να γίνεται ο πρωταγωνιστής στο θέατρο του κόσμου· και η τέχνη του να είναι ταξική, δηλαδή εναντίον της ομοιομορφίας, της προβλέψιμης τάξης και ασφάλειας που «εγγυάται» η όποια εξουσία. Ας κρατήσουν αυτοί τη διακόσμηση, τη «συγκίνηση», την αναπαράσταση και το μελό για τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε το μέλι της στάσης και την κίνηση της ανατροπής, Και αυτή η κοινωνία έχει ανάγκη θεμελιωδών ανατροπών τώρα. Αλλιώς θα βουλιάξει στην πιο καταναλωτική απάθεια και στο πιο φαντασιακό τίποτε· σαν το αμερικανικό σινεμά και την ονείρωξή του, που τα ξεχνάς μόλις εγκαταλείψεις την αίθουσα.
Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Κάνει όμως τα υποκείμενά του πιο συνειδητοποιημένα, πιο γενναία στην απελπισία τους. Και τι είναι τέχνη; Ο ανθρώπινος δρόμος προς μιαν ιδιοτελή αθανασία. Ένα αστείο που μπορεί όμως να οργανώσει το χάος. Το έπαθλο της μελαγχολίας! Η εξεικόνιση μιας συνειδητοποιημένης στιγμής. Όταν, δηλαδή, χρωματίζεται ο χρόνος, ο οποίος είναι, κατά βάθος, τόσο στατικός και ακίνητος σαν τον χώρο. Μετά; Μετά μένει η ανάμνηση αυτής της στιγμής καταγεγραμμένη στη συνείδηση σαν ένα φωτεινό δάκρυ· ένα βαθύ κόκκινο πάνω στο μαύρο χάος που σιγά σιγά γίνεται μενεξεδί. Η ελπίδα μας...

Ο γλύπτης και το μοντέλο του

Κοιτάξτε τον χάρτη της Ελλάδας. Είναι ο τόπος μας. Έχει σώμα, αίμα, δάκρυα, μνήμη, ελπίδα. Κάποιοι θέλουν να τον αλλάξουν γιατί στο βάθος της μίζερης συνείδησής τους ντρέπονται γι' αυτόν. Θα τον ήθελαν «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών» ή έστω των αμερικάνικων. Πολλά από τα υπερφυσικά γλυπτά του Θόδωρου Παπαγιάννη μοιάζουν σαν τη Νίκη της Σαμοθράκης που με τα χέρια ανοιχτά, όχι για να πετάξει αλλά για να θρηνήσει, ήρθε από το μακρινό χτες στο επώδυνο σήμερα. Επίσης ένα ακόμα γλυπτό του Παπαγιάννη, μια τοτεμική φιγούρα από τη δεκαετία του ογδόντα φτιαγμένη από ξύλο και μέταλλο, μου θυμίζει έναν Άγγελο που διστάζει να πετάξει. Τον Novus Angelus ίσως του Walter Benjamin, του στοχαστή που αυτοκτόνησε στα γαλλοϊσπανικά σύνορα για να μην πέσει στα χέρια των Ναζί. Κι έγραψε μια από τις πλέον φρικτές, πλέον λαμπρές σελίδες της πρόσφατης ευρωπαϊκής μας ιστορίας. Ο Καρυωτάκης στην ακτή της Πρέβεζας σημάδεψε ψηλαφητά τα μηνίγγια του πριν πατήσει τη σκανδάλη. Το επόμενο λεπτό έγινε άγγελος και έκτοτε σκέπει τη χώρα μας. Έστω και, συχνά, ερήμην της. Ερήμην μας. Τόση ερημιά εξάλλου και στα λόγια ή τις άψυχες εικόνες των εμπόρων της πολιτικής ελπίδας, όλων αυτών των ανονείρευτων που όμως έχουν το θράσος να διεκδικούν τα όνειρά μας.

Ο τόπος μας ένας άγγελος, με τα φτερά του όμως στα νύχια των εργολάβων, των καταπατητών, των εμπρηστών, των cultural managers που μιλάνε μόνο αγγλικά αλλά δηλώνουν Έλληνες. Δεν αξίζει να δώσουμε σ' αυτόν τον Άγγελο τα φτερά του; Τα φτερά που δικαιούμαστε και μας τα 'χουν στερήσει ανάλγητες πολιτικές, τα 'χουν ψαλιδίσει προγλωσσικοί λόγοι και ασώματες κεφαλές, φυλακισμένες σε γυάλινες οθόνες;
Γενικότερα, στην έρευνα του συγκεκριμένου γλύπτη, από την εποχή της “Ώρας” ως τα πρόσφατα δημόσια συμπλέγματά του, κυριαρχεί η προσπάθεια να συμφιλιωθούν η μακραίωνη πλαστική παράδοση του τόπου μας με τα κεντρικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής αβανγκάρντ, να συνυπάρξουν το έπος με την ελεγεία, να συνομιλήσουν η επιτηδευμένα δουλεμένη λεπτομέρεια με το μνημειακό μέγεθος. Και κάτι ακόμα: Σε κάθε ενότητα της γλυπτικής του πρότασης κυριαρχεί ένα στοιχείο που δύσκολα εντοπίζεται σε άλλους καλλιτέχνες, η θεατρικότητα. Λέγοντας  θεατρικότητα εννοώ πως ο Παπαγιάννης αξιοποιεί θεατρικά, σκηνογραφεί κατά κάποιο τρόπο, τόσο το φυσικό  περιβάλλον που θα υποδεχτεί τη γλυπτική του, όσο και τον αισθητικό χώρο που εξ ορισμού αυτή η γλυπτική δημιουργεί. Ανθρωποκεντρικός σε κάθε περίοδο της δουλειάς του, ακόμη και στις πλέον εύφορες ή επινίκιες συνθέσεις του, υπαινίσσεται πάντα ένα δράμα που ελλοχεύει.

Πατρίδα σαν άγγελος

Τι είναι όμως φιλοπατρία σήμερα; Μια δύναμη που μας προτρέπει να ζήσουμε την καθημερινότητά μας ποιητικά γιατί αυτό πρωτίστως μας λείπει. Δεν τελειώνουν οι ανάγκες και η anorexia nervosa των απελπισμένων της υπερκατανάλωσης. Στομώνουν όμως οι επιθυμίες και αιμορραγούν οι έρωτες όταν τα φιλήματα μαραίνονται στα χείλη, όταν οι άνθρωποι ξεχνάνε πως τα σώματα είναι οι ψυχές τους κι όχι το αντίθετο.

Ως πότε θα μας ξελασπώνουν οι αρχαίοι; κουβαλάμε τον Παρθενώνα όχι σαν κληρονόμοι αλλά σαν αχθοφόροι; Ένα υπαρξιακό λάθος της σύγχρονης Ελλάδας είναι ότι χάνει το πρόσωπό της κοιτώντας ανέμπνευστα τον καθρέφτη της αρχαιότητας. Από την άλλη το φολκλόρ και οι -έστω καλοπροαίρετοι- λαϊκισμοί παραμονεύουν. Γιατί δεν μένουν ατιμώρητοι όσοι καταπιάνονται απαράσκευοι με την αρχαία κληρονομιά. Η Ελλάδα έχει και σύγχρονους δημιουργούς και σύγχρονη τέχνη αξιόμαχη, διεισδυτική, ενδιαφέρουσα. Μόνο που την υπερασπίζονται λάθος άνθρωποι. Κι ενώ ο τόπος μας είναι θάλασσα, εμείς τον εγκιβωτίζουμε, καλά και σώνει, σε μια γυάλα για χρυσόψαρα. Για να μην τρομάζει η κυρίαρχη μετριότητα.
Ποιος αγαπάει αληθινό αυτόν τον τόπο; ποιος πονάει πραγματικά αυτή την πατρίδα -βραχόκηπο στη μέση της θάλασσας; Οι έμποροι, οι τελάληδες, οι διαφημιστές, οι διασκεδαστές, οι γελωτοποιοί, ή οι πονεμένοι, οι μελαγχολικοί, οι απροσκύνητοι; Μια πατρίδα σαν γλυπτό, σαν άγγελος, σαν νίκη με ψαλιδισμένα όμως φτερά. Κανείς δεν φταίει γι' αυτή την προσβολή, κανείς δεν θα πληρώσει; Συνέλθετε! Βρείτε πάλι τον Άγγελο και διεκδικήστε τον. Η πατρίδα μας είναι λουσμένη στο φως και στα γαλανά νερά της φτερουγίζουν άγγελοι. Με τόσο φως και τόσο γαλάζιο δεν μπορεί, ο ονειρευτής που δικαιούμαστε, έστω και δύσκολα, θα βρει το δρόμο του. Τον δρόμο μας...

Το πένθος της τέχνης


Στις 17 Νοέμβρη του 1993, γνωστοί-άγνωστοι εισβάλλουν στο Πολυτεχνείο και καίνε μεταξύ των άλλων περί τους διακόσιους πίνακες της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Ήταν τότε που στο όνομα μιας τυφλής (;), επαναστατικής (;) βίας καταστράφηκαν σεπτοί χώροι και μοναδικά έργα τέχνης αυτού του ιστορικού ιδρύματος. Και παλαιότερα αλλά και σήμερα, τέτοιου είδους σκοτεινοί όσο και ηλίθιοι βανδαλισμοί επαναλαμβάνονται κάθε τόσο στο πλαίσιο μιας “επαναστατικής γυμναστικής”. Και αυτό το διαρκές έγκλημα εναντίον της ιστορικής μνήμης και του πολιτισμού μας οι περισσότεροι διστάζουν, λόγω σκοπιμοτήτων, να το καταγγείλουν. Ο Παπαγιάννης είναι μια εξαίρεση. Έχοντας μαζέψει τα αποκαΐδια εκείνης της αποφράδας ημέρας, χρόνια τώρα προσπαθεί να τα μεταμορφώσει σε έργα τέχνης, σαν ξόανα ικεσίας, σαν μια πράξη εξιλέωσης. Αυτή τη τέχνη που προέκυψε από την καταστροφή της τέχνης προτείνουμε σήμερα. Επειδή τέχνη είναι ο τρόπος για να ζήσουμε κάπως ευτυχισμένοι τη μελαγχολία μας...

Δυο κείμενα για το Μακεδονικό

Φθίνον Έθνος *

Διαστρεβλώνετε όσα γράφω, συνειδητά οι "Μακεδονομάχοι" του καρναβαλιού. Σας δείχνω τον Άνθιμο με τον Μιχαλολιάκο, σας μιλάω για την αγραμματοσύνη του... ριψάσπι στρατηγού που θέλει να γίνει αρχηγός και εσείς μου αναφέρετε τον Μακρυγιάννη θεωρώντας τον αγράμματο! Μπερδεύοντας τον πατριωτισμό με το κιτς. Και το εθνικό συμφέρον με τις Απόκριες ή τις ιδεοληψίες. Ντροπή...(Παρεμπιπτόντως σάς θυμίζω πως ο Σεφέρης θεωρεί τον Μακρυγιάννη μεγάλο τεχνίτη της γλώσσας) .
Εν τοιαύτη περιπτώσει όμως κι εγώ αναφέρω τον Ρήγα, τον Κοραή, τον Παπαδιαμάντη ή τον Εμπειρίκο. Όσο για τις λέξεις για τις οποίες αδιαφορείτε, ή επιτρέπετε να βεβηλώνονται, είναι η γλώσσα μας γλυκείς μου προγλωσσσικοί! Η πιο βαθιά μας πατρίδα. Διότι "Μήγαρις έχω τίποτε άλλο πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;". Εγέρθητος Ρε!!!
 

ΥΓ. 500.000 το πρωί στο Συλλαλητήριο, 4.000.000 το βράδυ στο Σαρβάιβορ. Οι Σκοπιανοί μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι.
* Είναι ο τίτλος της ομιλίας μου την προσεχή Παρασκευή στο συνέδριο για τον Παναγιώτη Κονδύλη που θα γίνει στην αρχαία Ολυμπία υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων.

 

Χωρίς ταμπέλες

Προσωπικά δεν θα πήγαινα σε ένα Συλλαλητήριο που θα μιλούσαν ο Άνθιμος και ο στρατηγός που λέει... ριψάσπις. Για μένα η γραφικότητα, η αγραμματοσύνη και το αντιαισθητικό δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες.
Επίσης πιστεύω πως εδώ και χρόνια επιμένουμε στο λάθος σύνθημα : Η Μακεδονία είναι ελληνική. Επειδή γεωγραφικά δεν είναι. Και επειδή μπερδεύουμε την ιστορία με την γεωγραφία. Κατά τα άλλα το Συλλαλητήριο άλλαξε σαφώς τα πολιτικά δεδομένα εντός και εκτός. Ο Τσίπρας αναδεικνύεται erga omnes ως ο μόνος πολιτικός που μπορεί να λύσει το πρόβλημα όντας μετριοπαθής και αντιλαϊκιστής(!). Επίσης καθίσταται de facto o φυσικός αρχηγός της Κεντροδεξιάς ενώ στην άλλη πλευρά του φεγγαριού το πάνω χέρι παίρνουν οι ακροδεξιοί. Ενώ οι συσπειρώσεις προκαλούν αντισυσπειρώσεις. Βούτυρο δηλαδή στο ψωμί και τις φιλοδοξίες του Αλέξη.
Συμπέρασμα : Ο Μητσοτάκης έχει τεράστιο πρόβλημα εντός και εκτός, ο Καμμένος δεν μπορεί να κάνει άλλη κωλοτούμπα ενώ στη λαϊκή συνείδηση περισσεύουν ο θυμός, η πίκρα και το αίσθημα μιας διαρκούς αδικίας. Τούτων δοθέντων η μακεδονική Σαλάτα έχει από όλα : Πιέσεις των ΗΠΑ, αφόρητο παρασκήνιο από το ΝΑΤΟ, παρέμβαση από την Ρωσία, απειλές από την Τουρκία και τακτικισμούς από τα Σκόπια. Εν ολίγοις ασφυξία!

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ

"Ως προς εμέ θάνατος δεν υπάρχει" 
Νίκος Εγγονόπουλος 

Όσο το σκέφτομαι ο θάνατος δεν έχει καμία μα καμία σημασία. Αφού ούτως ή άλλως θρασομανάει η ζωή ακάθεκτη, ακατανίκητη, ακατασίγαστη από πάντα και από παντού... Πριν από όλα. Άχρονη, ακέραιη, ακατάτμητη. Ένα σύμπαν,  μύρια σύμπαντα που στροβιλίζονται αναπαράγοντας διαρκώς τον εαυτό τους σε μιαν αποθέωση της αιώνιας ζωής - ενέργειας που πάντα υπήρχε για να μην πάψει ποτέ να υπάρχει. Σαν την αγάπη. 
Σε τρόπον ώστε ο θάνατος να καταντάει ένα ασήμαντο επεισόδιο της ζωής. Αναπόσπαστο κομμάτι της και μια ακόμη εκδοχή της. Ευτυχισμένοι λοιπόν όσοι υπήρξαμε, όσοι ζήσαμε, όσοι ζούμε, όσοι θα ζήσουμε στη καρδιά αυτής της θαυμαστής, πυρακτωμένης ενέργειας, στον μεγάκοσμο και τον μικρόκοσμο της. 
Έτσι ώστε ο προσωπικός, ο ασήμαντος χρόνος κι ο βίος μας να τήκονται χαρμόσυνα σαν τον μολυβένιο στρατιώτη μέσα στη συμπαντική φωτιά κι ο ασήμαντος, πρόσκαιρος θάνατος μας να μην έχει καμία μα καμία σημασία. Ας τελειώνουμε με την μικροαστική - μικρονοϊκή θλίψη για την 
"αδικία"  του θανάτου αφού κι ο ίδιος είναι απλά ένα επεισόδιο ζωής. Κι ας κάνουμε τη θλίψη χαρμολύπη όχι γι'αυτό που φεύγει αλλά γι'αυτό που έρχεται. Καταθέτοντας - ευτυχισμένοι τελικά - την προσωπική μας ζωή στην πυρκαγιά της αιώνιας ζωής που  κατακαίει χωρίς να καίγεται από την απαρχή των αιώνων. Που υπάρχει! Για θανάτους να μιλούμε τώρα; 

ΥΓ. Δεν τρέφω φόβο για τον θάνατο αλλά μάλλον περιέργεια. Ελπίζοντας πως στο τέλος θα με εκπλήξει.


Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ιδιοφυία και τρέλα, Van Gogh - Χαλεπάς

(Αποσπάσματα από το ομότιτλο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  ΛΑΒΡΥΣ)




Αντί προλόγου
 
... Αναντίρρητα υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος που συνδέει την τρέλα, αυτό δηλαδή που οι αρχαίοι ονόμαζαν ιερά νόσο, ιερά μανία, με την ιδιοφυΐα. Όμως επίσης υπάρχει μια μυστική οδός –βασιλική οδός!– που ενώνει κάποιες μορφές τέχνης με κάποιες παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, αυτό δηλαδή που κάπως γενικά και απλουστευτικά ονομάζουμε παράνοια. Υπό μία έννοια η τέχνη είναι ένα είδος παράνοιας, εφόσον αμφισβητεί εμπράκτως την τρέχουσα, την εργαλειακή λογική και εφόσον καταφεύγει στα υλικά της φαντασίας, στη συνδρομή του ονείρου, στην απελευθερωτική δύναμη του παραλόγου. Η τέχνη δημιουργεί μια πραγματικότητα με εξωπραγματικά υλικά. Αυτή είναι η δουλειά της. Από μία άλλη έννοια, η τέχνη είναι το βασικό επικοινωνιακό εφόδιο του δημιουργού, και το όπλο του για να αντιμετωπίσει «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» εχθρούς, υπαρκτούς ή φανταστικούς. Είναι η άμυνά του, η καταφυγή του, η δικαίωσή του.
Σύμφωνα με τον Foucault, η τρέλα ή το παραλήρημα ή η μελαγχολία ανήκουν στο έργο των δημιουργών, όπως ακριβώς τους ανήκουν και τα έργα τους. Έτσι η άνοια του Χαλεπά και η ψυχική απόκλιση του Βαν Γκογκ είναι πλευρές του έργου τους, εφόσον «η τρέλα του συγγραφέα ήταν για άλλους μια ευκαιρία να μπορέσουν να δουν, μέσα απ’ όλη την αποθάρρυνση των υποτροπών της αρρώστιας, να γεννιέται πάλι και ξανά η αλήθεια του έργου τέχνης. Η τρέλα του Νίτσε, του Βαν Γκογκ ή του Αρτό είναι κι αυτή δεμένη με το έργο, ίσως όχι περισσότερο ή λιγότερο βαθιά, αλλά μ’ έναν τρόπο διαφορετικό». Αλλού πάλι: «…Η τρέλα ξεκινώντας απ’ το πάθος δεν είναι παρά μια ζωηρή διατάραξη της λογικής ενότητας σώματος και ψυχής. Είναι το επίπεδο του αλόγιστου… Στο σημείο αυτό διαγράφεται ο νέος κύκλος που θα πρέπει τώρα να διατρέξουμε. Ο κύκλος της χίμαιρας, των φαντασμάτων και της πλάνης. Μετά τον κύκλο του πάθους, ο κύκλος του μη-είναι».
Εστιάζοντας τώρα στα κεντρικά πρόσωπα του μικρού αυτού βιβλίου, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο Έλληνας Βαν Γκογκ, αφού τα στοιχεία που τον ενώνουν με τον μεγάλο εξόριστο της Αρλ είναι πολύ περισσότερα από ένα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον εγκλεισμό τους στο ψυχιατρείο, στην περιθωριοποίησή τους, στη σύγκρουση με μια κοινωνία συντηρητική και ζηλόφθονη, στους αδιέξοδους έρωτες ή στην απόλυτη απελπισία. Ο κοινός τους μύθος διαπερνώντας τον χρόνο φτάνει σε εμάς ακέραιος, συνδυάζοντας τα ιστορικά γεγονότα με την άλω και το μυστήριο της μεγάλης δημιουργίας. Στην περίπτωση και του Χαλεπά και του Βαν Γκογκ –τι σύμπτωση, γεννήθηκαν τόσο κοντά, ο πρώτος το 1851, ο δεύτερος το 1853–, ο μύθος γίνεται ιστορία και η ιστορία γίνεται μύθος. Αντίστοιχα ο Βαν Γκογκ, άγιος και πρώτος μάρτυρας του μοντερνισμού, σφραγίζει με το έργο του την τέχνη του 20ού αιώνα, όπως ακριβώς και ο Γιαννούλης Χαλεπάς κατέστη αβίαστα ο κορυφαίος Νεοέλληνας εικαστικός καλλιτέχνης πλάι στον Νικόλα Γύζη, τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Γεώργιο Μπουζιάνη, τον Γεράσιμο Σκλάβο, τον Γιάννη Κουνέλλη, τον Βλάση Κανιάρη, τη Χρύσα, τον Τάκι κ.ά. Συγκρίνοντας το έργο τους, θέλω να σταθώ τόσο στη σημασία αυτού όσο και στο μέγεθος της προσφοράς τους. Επειδή και στους δύο τρόπος ζωής, καλλιτεχνικές επιλογές και αισθητική αναζήτηση ταυτίζονται απόλυτα. Σκέφτομαι πάλι πως πρώτα πρέπει να έχεις υποφέρει από την ασχήμια για να δικαιούσαι να ατενίσεις την ομορφιά στην πιο άγρια γυμνότητά της. Αλλιώς πρόκειται για οφθαλμαπάτη. Ούτως ή άλλως ποτέ δε συμφιλιωνόμαστε τελείως με την πραγματικότητα και η τέχνη με το δαιμονικό της παιχνίδι αποτελεί τη γέφυρα του μέσα με το έξω. Για τον Βαν Γκογκ τελικός στόχος της ζωή είναι ο θάνατος. Εκεί που το «εγώ» δεν μπορεί πια να τραυματιστεί, όπως θα παρατηρούσε λίγα χρόνια αργότερα ο Σίγμουντ Φρόυντ. Η τέχνη είναι αυτό που γεμίζει το κενό το οποίο δημιουργεί στα όντα η ανεκπλήρωτη επιθυμία. Η είσοδός μας στη γλώσσα μάς αποκόβει από το «πραγματικό», εκεί δηλαδή που δε φτάνει η σημασιοδότηση των πραγμάτων. Έξω και πέρα από τη δουλεία των λέξεων.
Και ο Χαλεπάς αντιμετώπισε ανάλογους δαίμονες. Όμως ο ίδιος αντιστάθηκε με μεγαλύτερη δύναμη, αρπάχτηκε από την τέχνη του σαν από σωσίβιο και αξιώθηκε να ατενίσει από τα βάθη του πιο σκοτεινού φρέατος ένα φωτεινό κομμάτι ουρανού. Στα λεγόμενα μεταλογικά του έργα καταπιάνεται με τα θέματα που σφράγισαν τη νεότητά του, δηλαδή την επιθυμία (ο Σάτυρος που προκαλεί τον έρωτα ανεμίζοντας μπροστά του ένα τσαμπί σταφύλια), την τρέλα (η Μήδεια που επαναληπτικά σκοτώνει τα παιδιά της, όπως η καθημερινότητα σκοτώνει όνειρα ή έρωτες) και τον θάνατο, δηλαδή την επισφαλή ισορροπία ανάμεσα στο «είναι» και το «μη είναι», τον ύπνο και το ταξίδι στο υπερπέραν.
Έτσι ο Χαλεπάς αναδεικνύεται στον σημαντικότερο απολογητή της διαχρονίας της ελληνικής τέχνης, όχι όμως με ιδεοληπτικά ή φολκλόρ επιχειρήματα, αλλά με την ένταση της φόρμας και την ποιητική υπέρβαση. Στις εμμονές του ο Μέγας Αλέξανδρος, ζων και νεκρός, ο Πήγασος και οι καταπτοημένοι ήρωες που κουβαλάει, το στήθος της Αφροδίτης και το γυμνό στήθος της Παρθένου Μαρίας, όλα αποτελούν ένα αδιαίρετο όλον όπου η αρχαιότητα καταλήγει να εμπλέκεται οργανικά στην έκφραση του σήμερα, σαν ένα προκατακλυσμιαίο κύμα που από πολύ βαθιά έρχεται να σβήσει σε ένα ασφαλές ακρογιάλι.
Ο Χαλεπάς δε συνενώνει οπτικές πληροφορίες· συνθέτει. Έχοντας απόλυτη γνώση πως κάτι πρέπει να διακυβεύεται, κάτι οφείλει να χάνεται ή και να πεθαίνει ακόμα, για να γεννηθεί το αληθινό έργο τέχνης. Εκείνο που δεν ερμηνεύει, αλλά δημιουργεί τα αινίγματα και δίνει στη ματαιότητα λόγο ύπαρξης.
Και στον Βαν Γκογκ και στον Χαλεπά κάτι θυσιάζεται για να κερδηθεί το πιο ουσιαστικό. Αμφότεροι λειτουργούν διαμετρικά αντίθετα από ό,τι οι ακαδημαϊκοί καλλιτέχνες, η ασφάλεια και ο εφησυχασμος των έργων των οποίων προκύπτουν από τη θέαση ενός κόσμου οικείου και απολύτως προσπελάσιμου. Κανένα μυστήριο, κανένας τρόμος, καμιά μαγεία. Αντίθετα, η απόλυτη ανία!




Το σταυρουδάκι του Ήλιου

... Μιλώντας για την περίπτωσή μου ξανά, είμαι πολύ ευγνώμων και για κάτι ακόμη. Έχω προσέξει πως κι άλλοι ακούν ήχους και παράξενες φωνές κατά τη διάρκεια των κρίσεών τους όπως εγώ και τα πράγματα αλλάζουν εμπρός στα μάτια τους. Αυτό το γεγονός κατευνάζει κάπως τον τρόπο που με κατέβαλε κατά την πρώτη κρίση μου... Εφόσον ξέρεις πως είναι μέρος της αρρώστιας, το αποδέχεσαι... Οι περισσότεροι επιληπτικοί δαγκώνουν τη γλώσσα τους και αυτοτραυματίζονται. Ο Ρέι μου είπε για κάποιον που έκοψε το ίδιο το αυτί του... Ακόμη αυτός ο τρόπος ζωής είναι ελεγχόμενος και η μελαγχολία όχι αβάσταχτη...
(Γράμμα του Βίνσεντ στον αδελφό του, Τεό, 22 Μαΐου 1889)

Ο Βαν Γκογκ απέτυχε σε ό,τι καταπιάστηκε: στα επαγγέλματα που κατά καιρούς επέλεγε, στη σχέση του με την οικογένειά του, τους φίλους, το ανθρώπινο περιβάλλον γύρω του. Βίωσε τη μοναξιά, την κατάθλιψη, τον εγκλεισμό, τιμωρώντας για όλα τα χτυπήματα της μοίρας αποκλειστικά τον εαυτό του. Στη συνείδησή του ο γλυκύς Ιησούς, που παρηγορεί τους απελπισμένους, και η αγαθή πόρνη, που όντας στον βούρκο μπορεί να καταπραΰνει, ταυτίζονται. Η ζωγραφική του αποτελεί ένα μοναδικό παράδοξο στην ιστορία της τέχνης. Προϊόν ελάχιστης σπουδής, μπορεί να θεωρηθεί «κλασική» για τη ριζοσπαστικότητα και την ειλικρίνειά της, αλλά και προϊόν μιας ατιθάσευτης εσωτερικής αγωνίας. Οι πίνακες του Βαν Γκογκ σωματοποιούν τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, λειτουργούν ως η μόνη διέξοδος από τη σχιζοφρένεια και τις παραισθήσεις, ως η μόνη πραγματικότητα που τελικά δεν του ήταν αποκρουστική.
Όσο ενδιαφέρον έχει η μανία του Βαν Γκογκ, άλλο τόσο έχει η μανία για τον Βαν Γκογκ, που κατέλαβε με τον θάνατό του ειδικούς και κοινό, ζωγράφους και εμπόρους, ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη, αλλά που ο Ολλανδός ζωγράφος τούς γοητεύει παράξενα. Ο μύθος γύρω από την ταραχώδη ζωή του, οι συγκρούσεις του βίου του, το συνεχές αίνιγμα ενός ανθρώπου που έζησε κόντρα σε όλες τις συμβάσεις της εποχής του, συχνά καλύπτουν με ένα πέπλο μελοδράματος ένα έργο που υπερβαίνει συντριπτικά τις προθέσεις των δακρυρροούντων βιογράφων. Ο αυτοδίδακτος Βαν Γκογκ, ο καλλιτέχνης που ζωγράφισε συστηματικά μόλις τα τελευταία χρόνια της σύντομης ζωής του και που διέθεσε μόλις έναν πίνακα από τους περίπου οκτακόσιους που φιλοτέχνησε, ολοκληρώνει τα ενδοσκοπικά πορτρέτα του Ρέμπραντ (Rembrandt) δείχνοντας πώς μπορεί να γίνεται σήμερα η ζωγραφική, δηλαδή στην εποχή των μηχανικών αναπαραγωγών της εικόνας. Η χυμώδης πινελιά, η πυρετική γραφή, η έκρηξη ενός χρώματος που δε βολεύεται με τους τρέχοντες κανόνες, η υπαρξιακή απόδοση ενός ήλιου που φλέγεται ένδον σαν ένα μονήρες ανθρώπινο ον, η εμμονή σε έναν προσωπικό αποδομητικό ρεαλισμό που δε σχετίζεται ούτε με τον κοινωνιστή Κουρμπέ (Courbet, 1819-1877) ούτε με τους αβρούς ιμπρεσιονιστές ούτε με τον ρασιοναλιστή Σεζάν (Cézanne), τον καθιστούν την τελευταία ρομαντική ψυχή στην καρδιά της πρώιμης ευρωπαϊκής avant garde. Ο Πικάσο (Picasso, 1881-1973), μετά ο Μοντιλιάνι (Modigliani, 1884-1920), ο Ματίς (Matisse), ο Μπονάρ (Bonnard), ο Καντίνσκι (Kandinsky) ακόμη, αλλά και ο Μπέκμαν (Beckmann) και ο Μπέικον (Bacon) είχαν σαφώς ευκολότερο δρόμο.
Ο Βαν Γκογκ, φωτίζοντας τα φαντάσματά του, τα μεταμόρφωσε σε αγγέλους, ηλιοτρόπια ή κυπαρίσσια που αργοσαλεύουν στον άνεμο, σε έναστρες νύχτες όπου το ασήμαντο γίνεται σημαντικό και τίποτε δεν μπορεί να διαταράξει το μεγαλείο της αιωνιότητάς τους. Ο Βαν Γκογκ μπορεί να θεωρηθεί ένας θρησκευτικός ζωγράφος εκτός θρησκευτικής εικονογραφίας, ένας μεταφυσικός της εσωτερικής εμπειρίας, ένας μυστικιστής για τον οποίο το σκίρτημα της φύσης αποτελεί θεοφάνια και αποκάλυψη. Οι περίπου 700 επιστολές που σώζονται και που έστειλε στον αδελφό του Τεό Βαν Γκογκ αποτελούν πολύτιμο αυτοβιογραφικό corpus, παράλληλο με το σώμα τής απόλυτα αυτοβιογραφικής ζωγραφικής του.[1] Αυτός που «... σιγοτραγουδάει την ώρα που χτενίζεται και πλήττει όποτε δε ζωγραφίζει. Ασφαλώς υποφέρει σαν φτωχός άνθρωπος, στην καρδιά του, τα κόκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος. Δεν παραπονιέται όμως ποτέ. Λέει πως είναι πάρα πολύ ευτυχής που έχει διαφυλάξει την όρασή του, τα θαυμαστά μάτια του, καθρέφτες του κόσμου, γκρίζα και θλιμμένα...»[2] Λίγο αργότερα ο Μαρσέλ Ντισάν (Marcel Duchamp), εισηγητής της θεωρίας των εννοιολογικών παιγνίων στη μοντέρνα τέχνη, θα μεμφθεί την αμφιβληστροειδή ζωγραφική και τους ανάλογους ζωγράφους. Ήταν όμως ένας τέτοιος ο ερημίτης της Αρλ και της Οβέρ σιρ Ουάζ; Εκείνος που διάλεξε τον ήλιο του Νότου ως «κάλλιστον εντάφιον»;


Η περιπέτεια μιας ζωής

Βλέπω τώρα, μέσα στη λυπημένη νύχτα, μαθαίνω
Γνωρίζω πώς η κόλαση ανοίγεται στον κόσμο
όσο ο άνθρωπος απομακρύνεται τρελός, απ’ την αγνότητα του πάθους Σου...
Giuseppe Ungaretti, Σπουδή Θανάτου, «Ποταμός μου κι εσύ», 1949, σ. 39

Η ιδιοφυΐα του Βαν Γκογκ αναγνωρίστηκε μετά θάνατον και η τύχη του ενέπνευσε τα όνειρα και τις ματαιωμένες ελπίδες χιλιάδων ζωγράφων ύστερα από αυτόν, εμπλουτίζοντας τη νεωτερική μυθολογία με έναν αυθεντικά τραγικό ήρωα. Ακόμη και το ότι υπέγραφε με το μικρό του όνομα, ως απόρριψη του όποιου μικροαστικού ναρκισσισμού και ως άκρα ταπείνωση, έγινε συρμός ανάμεσα στους Έλληνες εκπροσώπους της avant garde του ’60 (Τάκις, Παύλος, Νίκος κ.λπ.), οι οποίοι αναγνώριζαν στον ασκητή-ζωγράφο το ιδανικό τους.
Στις 30 Μαρτίου 1853 η Άννα Κορνέλια Καρμπέντους (Anna Cornelia Carbentus, 1819-1907), σύζυγος του πάστορα Θεοντόρους (Theodorus Van Gogh, 1822-1885) και μια γυναίκα με κλίση στα γράμματα και τις τέχνες, αισθάνεται έντρομη ξανά τις ωδίνες του τοκετού, επειδή έναν χρόνο πριν είχε χάσει ένα αγοράκι. Το μωρό, παρ’ όλα αυτά, γεννιέται υγιές και αποκτά το όνομα του νεκρού αδελφού Βίνσεντ Βίλεμ (Vincent Willem) ως απειλητική διοσημία. Γράφει ο ψυχίατρος/ψυχαναλυτής Δρ Αθανάσιος Αλεξανδρίδης: «... [Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ] παίρνει το όνομα του νεκρού αδελφού και μαζί το βάρος ότι πρόκειται για ένα παιδί “αντικατάστασης”, ένα παιδί για το οποίο δε δημιουργήθηκε μια θέση μέσα στο οικογενειακό σύστημα γι’ αυτό το ίδιο, αλλά που πλήρωσε τη θέση του νεκρού. Μας είναι εύκολο να φανταστούμε τη μητέρα του βυθισμένη μέσα στο πένθος και στην αγωνία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, μια καταθλιπτική μητέρα, μια “νεκρή” συναισθηματικά μητέρα, την οποία δε γνωρίζουμε πόσο κατάφερε να αναστήσει ψυχικά ο μικρός Βίνσεντ. Το σίγουρο είναι πως η μεταξύ τους σχέση δε βρήκε ποτέ την απαραίτητη απόσταση και ισορροπία που θα λειτουργούσε ως πρότυπο πάνω στο οποίο ο Βαν Γκογκ θα έστηνε και τις κατοπινές σχέσεις του με τους ανθρώπους».[3]
Ο τοκετός έλαβε χώρα στο πρεσβυτέριο του ολλανδικού χωριού Γκρουτ Ζούντερτ στη βόρεια Βραβάντη. Το 1857 θα γεννηθεί ο Θεοντόρους Βαν Γκογκ, τον οποίο θα φωνάζουν Τεό και ο οποίος θα συμπαρασταθεί στον Βίνσεντ χρηματοδοτώντας κάθε απόπειρά του για καινούρια ζωή. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι θα πεθάνει έναν χρόνο μετά την αυτοκτονία του αδελφού του, από τη θλίψη του. Θα ταφούν δίπλα δίπλα στην Οβέρ.
Ο πατέρας Βαν Γκογκ, καλβινιστής πάστορας, διορίστηκε στην πόλη Γκρουτ Ζούντερτ κοντά στα βελγικά σύνορα όταν ήταν 27 χρόνων, ακολουθώντας το λειτούργημα του πατέρα του. Ο αδελφός του, Σαν, είχε κατάστημα πινάκων στη Χάγη (οδός Plaats 14) και προμήθευε τη βασιλική αυλή. Η μητέρα του Βίνσεντ ήταν κόρη βιβλιοδέτη της Αυλής. Μετά το δημόσιο σχολείο στο Ζούντερτ, ο ζωγράφος μπαίνει οικότροφος στην πόλη Ζεβενμπέργκεν και διδάσκεται αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Αργότερα αποστέλλεται στο ίδρυμα Χάνιεκ Τίλμπουργκ, όταν ο πατέρας του σταματάει τον Μάρτιο του 1868 να πληρώνει τα δίδακτρα. Εδώ τελειώνουν, θα λέγαμε, οι εγκύκλιες σπουδές του, ενώ είναι 15 ετών. Ήταν τότε που ο παρισινός οίκος τέχνης Γκουπίλ και Σία (Goupil et Cie) αγοράζει το κατάστημα του θείου του, Σαν, στη Χάγη και προσλαμβάνει ως υπάλληλο τον νεαρό Βίνσεντ στις 30 Ιουλίου 1869. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο επιστολόχαρτο της φίρμας αναφέρεται «πρώην οίκος Van Gogh». Ήδη έχει αρχίσει να φιλοτεχνεί τα πρώτα του άκρως ρεαλιστικά σχέδια, ενώ επισκέπτεται φανατικά τα μουσεία. Το 1873 προσλαμβάνεται στο υποκατάστημα Γκουπίλ των Βρυξελλών και ο Τεό, με αποτέλεσμα να αρχίσει η αλληλογραφία μεταξύ των αδελφών. Την ίδια εποχή ο Βίνσεντ αποστέλλεται στο Λονδίνο έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα στο Παρίσι και μένει στο σπίτι μιας χήρας πάστορα. Ερωτεύεται την κόρη της, Ούρσουλα, τη ζητά σε γάμο, για να εισπράξει την πρώτη από μια σειρά αρνήσεων, που θα τον ακολουθούν στη σύντομη ζωή του. Επιστρέφει στην Ολλανδία, για να γυρίσει στη βρετανική πρωτεύουσα τον χειμώνα του 1874-1875 και να εγκατασταθεί στην οδό 395 Kensington New Road. Είναι μελαγχολικός και όπως εξομολογείται στον Τεό «τον έχει εγκαταλείψει η επιθυμία του σχεδίου». Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται στο κεντρικό κατάστημα του οίκου Γκουπίλ και Σία. Επισκέπτεται το Λούβρο, μελετά τον Κορό (Corot) και τον Ενγκρ (Ingres), ενώ βρίσκει καταφύγιο στη Βίβλο και την Imitatio Christi (Μίμηση του Χριστού). Τον Δεκέμβριο του 1875 επιστρέφει απροειδοποίητα στην Ολλανδία, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη δουλειά του. Η ζωή του έχει εισέλθει στη μυστικοπαθή της περίοδο. Επιθυμία του «να σπείρει τον λόγο του Ευαγγελίου όπου μπορεί». Εγκαθίσταται σε εργατικό προάστιο του Λονδίνου και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ή κηρύττει αμισθί τον λόγο του Θεού.
Μένει στην οικία του αιδεσιμότατου Τζόουνς  και επισκέπτεται τους κατοίκους της ενορίας του στο Άιλγουορθ. Την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 1876 κηρύττει για πρώτη φορά και μάλιστα στα αγγλικά («... Είμαι φιλοξενούμενος επί της γης»).


[1] Συνολικά σώζονται 874 επιστολές του Βαν Γκογκ. Σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Χρύσα Κακατσάκη, «[Οι επιστολές] αποτελούν δείγμα μιας εξομολόγησης, αντίστοιχο των αυτοπροσωπογραφιών του, αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές και φιλανθρωπικές εξάρσεις, τις ερωτικές απογοητεύσεις, τη συνεχή οικονομική του δυσπραγία, αλλά κυρίως τη διαδρομή της υπαρξιακής του περιπέτειας στη συνάντησή της με το κοινωνικό και καλλιτεχνικό όραμα. [...] Όλες μαζί συνθέτουν ένα είδος εικονογραφημένου ημερολογίου. («Βαν Γκογκ, το έργο του», Βενσάν Βαν Γκογκ, ο μεγαλοφυής του χρωστήρα, 1853-1890, «Ελευθεροτυπία», ένθετο «Ιστορικά», αρ. τ. 15, 5/1/2006, σ. 27).
[2] Ελί Φορ, Ιστορία της Τέχνης, τόμ. 5, Εξάντας, σ. 196, μτφ. Βασίλης Τομανάς.
[3] «Βαν Γκογκ, η ψυχική υγεία του», Βενσάν Βαν Γκογκ, ο μεγαλοφυής του χρωστήρα, 1853-1890, «Ελευθεροτυπία», ένθετο «Ιστορικά», αρ. τ. 15, 5/1/2006, σ. 23.