Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο οργασμός της Αγίας Θηρεσίας





Πόσο αυθεντική είναι η ιστορική πραγματικότητα,  πόσο έγκυρα είναι τα όπλα της ιστοριογραφίας για την απρόσκοπτη σύλληψή της; Πόσο αδέκαστο και αμεσίτευτο είναι το βλέμμα που την αντικρίζει; Κοντολογίς, τι υπερισχύει; Το γεγονός ή η αφήγησή του;
Στην Αγία Τράπεζα της εκκλησίας Santa Maria della Vittoria  μπορεί να δει κανείς σήμερα μια μαρμάρινη σύνθεση του Gian Lorenzo Bernini (1598-1680) αφιερωμένη στην Ισπανίδα Αγία Θηρεσία. Όπως γράφει o E.H. Gombrich στο Χρονικό της Τέχνης, η Αγία Θηρεσία μια καλόγρια του δέκατου έκτου αιώνα είχε περιγράψει τα μυστικά της οράματα σ’ ένα περίφημο βιβλίο. Στο βιβλίο μιλάει για μια στιγμή θείας έκστασης, «όταν άγγελος κυρίου διαπέρασε την καρδιά της μ’ ένα χρυσό φλεγόμενο βέλος γεμίζοντάς την με πόνο, αλλά και με άφατη ευδαιμονία». Αυτό το όραμα φιλοτεχνεί ο Bernini. Στο πρόσωπό της απλώνεται μια εκστατική ευφροσύνη που τη διακόπτουν αδιόρατοι σπασμοί πόνου. Συνεπαρμένη από την αγγελική «διείσδυση» του ξίφους μοιάζει να σβήνει σε μια γαλαζωπή αχλύ κατευνασμένου πόθου. Είναι, ωστόσο, η θρησκευτική εμπειρία στην οριακή της τιμή που αποτυπώνεται στο πρόσωπό της ή μια τρυφερή χαύνωση ύστερα από μια οργασμική παλίρροια;
 Ο απολογητής της φροϊδικής θεωρίας θα έπαιρνε όρκο πως είμαστε μάρτυρες μιας λιμπιντικής έκφρασης με θρησκευτική τιάρα. Συνεπώς το θρησκευτικό όραμα μεταλλάσσεται σε ερωτικό βίωμα και η Αγία Θηρεσία παίζει στα μάτια μας τον ρόλο μιας σύγχρονης κοιμωμένης (donna addormentata), λίγο μετά από μια φρενίτιδα λαγνείας. Το πρωτότυπο, όπως σ’ ένα κινηματογραφικό φοντύ, θαμπώνει και υποκαθίσταται από την παραλλαγή του. Και η εξήγηση; Κάθε ταξινόμηση αρχειοθέτηση, αναγωγή, θεωρητική παρέμβαση, ερμηνεία ή συμβολική αναπαράσταση ενός ιστορικού γεγονότος συνεπάγεται μοιραία και την ακούσια λαθροχειρία υπεξαίρεση και σφετερισμό της αλήθειας του. O σύγχρονος θεατής ή αναγνώστης που αναπλέει το παρελθόν φοράει την εξάρτυση του παρόντος και ό,τι «βλέπει» είναι οι αναπόφευκτες διαθλάσεις του. Σ’ αυτό το παιχνίδι των αντανακλάσεων η πρωταρχική ιστορική ύλη (συμβάντα, καλλιτεχνικά έργα, γλωσσικά επιτεύγματα) χάνει το περίγραμμά της αλλά και την ιστορική της σάρκα, γίνεται μια ρευστή μάζα που χύνεται και πήζει στο καλούπι του παρόντος. Από την οπτική αυτή η Αγία Θηρεσία «δεν ακοντίζεται» από τον άγγελο της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά από τον συμβολικό φαλλό μιας εκκοσμικευμένης πλέον και ανθρωποκεντρικής θεωρίας της νεωτερικότητας, που έχει εκθρονίσει τον Θεό και τα θρησκευτικά του συμφραζόμενα. Η Αγία Τράπεζα  της Santa Maria della Vittoria φιλοξενεί σήμερα ένα γλυπτό που δεν μπορεί κανείς να το δει «καθαρά», στην πρωταρχική του δηλαδή ταυτότητα, όχι γιατί κάποιο χέρι αμαύρωνε τη λάμψη της  (την άλω της αγιότητάς της), αλλά γιατί τα μάτια μας βλέπουν μέσα από το φίλτρο των ποικίλων αφηγήσεων, σχολίων και ερμηνειών που μεσολάβησαν. Με κάποια έννοια το πρωτότυπο, αυτό που έχτισε ο δημιουργός του σμιλεύοντας το μάρμαρο χάνεται ή αναπλάθεται μέσα από το στημόνι της αφήγησης. Φτάνει κάποτε μια κίνηση, μόνο ένα ιχνογράφημα, ένα μουστάκι στα χείλη της Τζοκόντα, για παράδειγμα, από τον Duchamp για να πάρει η ήδη διφορούμενη μορφή της μια ρητά ανδρόγυνη έκφραση στο κλίμα της σύγχρονης καλλιτεχνικής ανεξιθρησκίας. Γιατί όχι μόνο η φεμινιστική κουλτούρα ή η gay «φιλοσοφία» αλλά και κάθε μετανεωτερική θεωρία δεν μπορεί παρά να βλέπει μια πολύσημη Τζοκόντα και μια οργάζουσα Θηρεσία. Κι αυτό όχι μόνο γιατί κάποιος το επέβαλε στανικά, αλλά γιατί αυτή η ματιά κρυσταλλώθηκε από τις παλίμψηστες αφηγήσεις απ’ ό, τι με άλλα λόγια περιέχεται στα κείμενα, στις εικονογραφημένες εκδόσεις, στον πανεπιστημιακό και ακαδημαϊκό κανόνα.



 Σ’ αυτή τη θεωρητική καμπύλη κινείται και η σκέψη του Π. Τουρνικιώτη (Π. Τουρνικιώτης, Ιστοριογραφία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, Αλεξάνδρεια, 2002). Εμβληματικές κατασκευές της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής, όπως το Bauhaus  και η βίλα του Savoy του Le Corbusier έχουν χάσει σήμερα την αρχική τους ταυτότητα και σήμανση, καθώς διαφοροποιήθηκαν από τις αφηγηματικές επιστρώσεις. «Μετά τη διαδοχική εξέταση όλων αυτών των κειμένων  που λέγονται ιστορίες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής  τα οποία μας παρουσιάζουν τόσα γεγονότα από τόσο διαφορετικές γωνίες{…} μπορούμε να μιλάμε για εξαφάνιση του πραγματικού. Δεν υπάρχουν  ούτε γεγονότα ούτε αρχιτεκτονική. Μόνο αφηγήσεις. Το Bauhaus στην παρθενική του αγνότητα όπως το προτιμούν οι περισσότεροι, το Bauhaus ερειπωμένο όπως το προτιμά ο Leonardo Benevolo ή αποκατεστημένο, όπως μπορούμε να το δούμε σήμερα, δεν έχει σημαίνουσα σημασία ως κτίριο. Καμιά αποκάλυψη καμιά ανακάλυψη δεν γίνεται επί τόπου. Η πραγματικότητα έχει ήδη απορροφηθεί μέσα στο κείμενο. Όταν συνεπώς ο Magritte μυκτήριζε την ευπιστία μας στην αληθοφάνεια της ρεαλιστικής αναπαράστασης με εκείνη τη χλευαστική λεζάντα «αυτό δεν είναι μια πίπα» (ενώ αυτό που βλέπαμε ήταν μια πίπα) δεν υπαινισσόταν σαφώς την προφανή απορρόφηση του πραγματικού από την εικαστική αφήγηση; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου