Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Eν δε φάει και όλεσσον – Για τον Πατρασκίδη και τη ζωγραφική του





Ακόμα και η Νύχτα κάποτε φοβάται το σκοτάδι της…
Μ. Σ.

H ζωγραφική υπήρξε η πρώτη, η ηρωική, η ιερή μορφή γραφής. Η εικόνα, φορτισμένη με όλο το συναισθηματικό βάρος του νοήματος , της πληροφορίας. Η γραμμή που χορεύοντας γράφει, περι-γράφει τον κόσμο. Η σύγκρουση φωτός- σκιάς που σηματοδοτεί τον αγώνα της ύπαρξης απέναντι στην ανυπαρξία, το είναι που σαρκώνεται και που λάμπει ακόμα και στη φθορά του. Αποτολμώ εδώ έναν ορισμό της ζωγραφικής εν είδει παραδοξολογίας: Η τέχνη δεν (πρέπει να) έχει σχέση με την ηθική και την ομορφιά. Και τούτο γιατί και η ομορφιά και η ηθική είναι δέσμιες της αισθητικής κάθε εποχής αλλά και των προκαταλήψεων που διαφορετικοί άνθρωποι εκφράζουν σε διαφορετικούς καιρούς. Η τέχνη, συχνά ενοχλητική, δυσάρεστη, ασυμβίβαστη προς το τρέχον γούστο,  πορεύεται τον δικό της δρόμο της δύσκολης επικοινωνίας, της δύσκολης επιβολής, της δύσκολης εμπλοκής στα βλέμματα και τις σκέψεις των ανθρώπων. Με άλλα λόγια η τέχνη είναι κάτι που κερδίζεται μέσα από την αμοιβαία όσο και επώδυνη ωρίμανση πομπού και δέκτη.





Έμαθα από νωρίς να δυσπιστώ προς εκείνη την τέχνη, εκείνη την έκφραση που αρέσει με την πρώτη ματιά. Που ο δέκτης δεν καταβάλλει ούτε καν την ήσσονα προσπάθεια για να κατανοήσει και να συγκινηθεί.  Μιλώ για την τέχνη που γοητεύει χωρίς τίμημα και που ο διάλογος ανάμεσα στον θεατή και την εικόνα έχει τόσο απρόσκοπτη ροή ώστε να θυμίζει διάρροια. Κανένα εμπόδιο, καμιά νοητική δυσκολία, κανένα αισθητικό παράδοξο. Σαν εκείνο τον έρωτα που περνάει αμέσως στην σεξουαλική ολοκλήρωση χωρίς ένα φιλί, ένα χάδι, την παραμικρή αμφιβολία. Αντιλαμβάνεστε πως μια τέτοια σχέση ή ακόμα χειρότερα μια τέτοια τέχνη, λίγο διαφέρει από την πορνική συναλλαγή.
Και στην περίπτωση του Λάκη Πατρασκίδη, ζωγραφική είναι εκείνη η έκφραση που δεν παραδίδεται με το πρώτο. Είναι εκείνο το οχυρό που βρίσκεται, αν μου επιτρέπεται αυτή η λυρική παρομοίωση, σε δυσπρόσιτο ύψωμα και όχι σε πατημένη πεδιάδα. Γι αυτό και η κατάκτηση του, είναι πολύ πιο ερεθιστική και πιο ενδιαφέρουσα αφού δεν ρισκάρει μόνο ο ζωγράφος αλλά και ο θεατής. Δεν θα προχωρήσω λοιπόν μιλώντας για τη ζωγραφική του στις εύκολες κατατάξεις που χρησιμοποιούμε ”οι ειδικοί” κατά την ένδον επικοινωνία μας, δηλαδή χαρακτηρισμούς του τύπου Εξπρεσιονισμός, Νέα Παραστατικότητα, Νεοεξπρεσιονισμός, Άγρια Ζωγραφική, Νέοι Άγριοι, Τρανσαβανγκάρντια κ.λ.π. αλλά θα μιλήσω με όρους ασφαλείς, κλασικούς.





Εδώ και μισόν αιώνα ο Λάκης Πατρασκίδης επανασυναρμολογεί μεθοδικά τα πατροπαράδοτα διεστώτα της ζωγραφικής τη φιγούρα, τον χώρο και διερευνά τα όσα έχει να αφηγηθεί η φιγούρα εν χώρω και εν χρόνω. Επειδή μέσα σε αυτήν την παραπλανητική απλότητα των οπτικών νοημάτων κορυφώνεται όλο το δράμα της εικόνας. Αλλά και κάθε παραστατικό δράμα. Δηλαδή, το σώμα με σάρκα και οστά, όχι το συμβολικό ή το αφηρημένο αλλά εκείνο το απόλυτα συγκεκριμένο που έχει αίμα από καρμίνα και που το σκέπει ένας ουρανός από κοβάλτιο. Το σώμα-σήμα, κορμί-κείμενο.

Υπάρχει μια ζωγραφική που κρύβει τις πληγές της ύπαρξης από φόβο ή υστεροβουλία. Il faut être absolument heureux. Αλλά υπάρχει και μια ζωγραφική που αποκαλύπτει τις πληγές με υπερηφάνεια προς γνώσιν, θεωρίαν αλλά και ίασιν. Ιl faut être absolument modernes dans notre mélancholie. Η τέχνη γίνεται έτσι ο δύσκολος τρόπος να μιλήσεις για πράγματα που φαίνονται εύκολα αλλά δεν είναι. Που οφείλεις να εκτεθείς αν θέλεις να αποκτήσεις ένα μίνιμουμ αξιοπιστίας και να παραγάγεις έργο το οποίο θα υπάρξει στο χρόνο. Σε βάρος της έωλης επικαιρότητας ή του εφήμερου και υπέρ εκείνου του χρόνου που στάλα-στάλα γίνεται ιστορία. Αφού τέχνη εν τέλει είναι να ψιθυρίσουμε την απόλυτα προσωπική μας ιστορία στο αυτί της αιωνιότητας. Αυτό μόνο!
Στη ζωγραφική του Λάκη Πατρασκίδη παρατηρείται σταθερή ανέλιξη ενώ τηρούνται αμετάβλητες οι αρχικές σταθερές: σώματα χωρίς πρόσωπα δηλαδή όλοι εμείς χωρίς τις ανυπόφορος μάσκες του καθωσπρεπισμού ή της συμβατικής επιβίωσης που συμπλέκονται, συγκρούονται, ερωτεύονται, πληγώνονται, παθιάζονται, ανασταίνονται, πεθαίνουν… Πολεμιστές που παίρνουν δύναμη από τη γη σαν τον Ανταίο, που φυτρώνουν από τα δόντια του μυθικού δράκοντα και που θέλουν να υπάρξουν με φως, λάσπη και αέρα. Eν δε φάει και όλεσσον, όπως διαβάζουμε να παρακαλεί ο Αίας τον Δία στη ραψωδία Ρ της Ιλιάδας. «Μέσα στο φως, κατάστρεψέ μας»! Ευκαιρία λοιπόν για τον Πατρασκίδη να δουλέψει τα πιο πικρά κίτρινα, τα πιο χοϊκά βιολέ, τις πιο θερμές τέρες και όμπρες. Αλλά και να ζωγραφίσει εραστές που φέρνουν τον έρωτα τους στα χέρια σαν σφάγιο προς θυσία και σαν λάφυρο μετά από μια κανιβαλική τελετή. Επειδή στην ζωγραφική το κόκκινο χρώμα είναι πολυτιμότερο από το αίμα και επειδή κάθε ζωγραφική είναι μια κατάδυση, είτε στο άπειρο του λευκού είτε στο άπειρο του μαύρου. Σαν την κατάδυση του Οδυσσέα στον Άδη, σαν μια Νέκυια των εικόνων. Αφού μόνο μέσα από το σκοτάδι μπορεί να γεννηθεί το φως.





Σώματα τέλος που βαρέθηκαν τις ψυχές τους, ψυχές που γδύθηκαν τα σώματα τους, η μοιραία Πιετά του καθενός μας. Η ζωγραφική εδώ καθίσταται η αρχέγονη μήτρα που γεννοβολάει ακατάπαυστα εικόνες. Που μας ξαναγεννά αιώνιους μέσα στην οδυνηρή φθαρτότητα μας. Εικόνες που όσο και αν κρατιούνται από το παρελθόν, αχνοφωτίζουν -το δυσκολότερο- σαν οπτικές προφητείες το μέλλον. Ένα μέλλον φύσει δυσοίωνο. Αρκεί να μην φοβηθούμε να δούμε.....

 Μάνος Στεφανίδης

29-4-18

Μάνος Στεφανίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου