Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

Στενογραφία

Στον Κώστα Μαυρουδή

Μου ειπώθηκε αρμοδίως να γράφω λιγότερα, γιατί ξεχειλίζει η στήλη. Πρότεινα ν' αφαιρεθεί η φωτογραφία, η οποία μπαίνει ούτως ή άλλως σαν γραμματόσημο. Μου είπαν πως δεν είναι δυνατόν το «επί πίνακι» να μην έχει πίνακα. Εξασκούμαι συνεπώς σε μεγαλύτερη λιτότητα-πυκνότητα. Εξάλλου θα μπορούσα να μη γράφω και καθόλου. Ή να συντάσσω μιαν εκτενή λεζάντα. Τέλος και τα υστερόγραφα. Πιάνουν χώρο. Και οι λοιπές εξυπνάδες περί «Υπουργείων περιττών υποθέσεων» και «Ποιητών Προφορικής Ποίησης». Η δημοσιογραφία απαιτεί σοβαρότητα και εγκράτεια. Οι καιροί είναι δύσκολοι για τα κείμενα και εύκολοι για τις εικόνες (ειδικά όταν είναι ευκοίλιες). Η ζωγραφική πάλι συνιστά -ακόμη- στοχαστική σιωπή σ' έναν κόσμο που κυριαρχείται από αστόχαστη φλυαρία. Αρα είναι ντεμοντέ.

Επίσης παλιότερα μου είχε συσταθεί να μη γράφω ονόματα. Δεν είναι κομψό όταν δεν είναι επικίνδυνο (ο νόμος Βενιζέλου, βλέπετε). Ελα όμως που και ο Θεός και ο Διάβολος έχουν ονοματεπώνυμο. Οπως κι η Κόλαση ή ο Παράδεισος διεύθυνση. Εκτός κι αν είναι καλύτερα να λες «ο γνωστός μεταρρυθμιστής πολιτικός είναι θλιβερός ερασιτέχνης» ή «ο τάδε μεγαλοσυλλέκτης και πάτρονας των τεχνών είναι έμπορος όπλων και ξεπλένει έτσι μαύρο χρήμα». Ενώ η «χι τράπεζα δεν είναι ευαίσθητη περί τον πολιτισμό, αλλά μέσα από τις χορηγίες επιτυγχάνει περισσότερα οικονομικά οφέλη γιατί κερδίζει σε status». Και τέλος τα πολιτισμικώς μεγάλα γεγονότα είναι απλώς η γέφυρα για να περάσουν οι διαφημιστές, οι έμποροι και οι χαρούμενοι επενδυτές. Θέλετε περισσότερα στοιχεία; Λυπάμαι, αυτή εδώ είναι μόνο μια επιφυλλίδα.

Κατά βάθος, πάντως, θαυμάζω τους ανθρώπους των ΜΜΕ για την ικανότητα που έχουν να βγάζουν απ' τα σκατά χρυσάφι. Αλλά και να μετατρέπουν το χρυσάφι σε σκατά αν το απαιτεί η συγκυρία ή το συμφέρον της πατρίδος (δηλαδή οι μπίζνες του αφεντικού τους). Σ' αυτόν τον τόπο κανείς δεν συγκρούεται με κανέναν, ο συμβιβασμός είναι το εθνικό μας σπορ· όπως είναι και ο χυλός το εθνικό μας έδεσμα (ο οποίος, ω του θαύματος, φοριέται και σαν άρωμα).

Τι τα θέλετε, μία είναι η τέχνη: το κέρδος. Η μεγιστοποίηση του κέρδους από επιχειρηματίες και τράπεζες μετατρέπει την τρέχουσα πολιτική και τους παρατρεχάμενους πολιτικούς της σε απρόσωπους ρυθμιστές του χάους της Αγοράς. Οι προβλέψεις τους έχουν το κύρος των ζωδίων, της πιο ακριβοπληρωμένης στήλης σε εφημερίδες και περιοδικά. Οι εν λόγω πολιτικοί έχουν επωμισθεί την ευθύνη να μετατρέψουν τους πολίτες σε καταναλωτές οι οποίοι έχουν ένα δικαίωμα και μία, αποκλειστικά, υποχρέωση: να καταναλώνουν. Μέσα, βέβαια, σ' αυτή την παρακμή ξεχωρίζει ένας πολιτικός-διαμάντι: ο Βαΐτσης Αποστολάτος (Ωχ! Μου ξέφυγε όνομα!).

Τέλος, δηλώνω πως σιχαίνομαι τους επαναστάτες εκείνους που σε κάθε διαδήλωση σπάνε το βιβλιοπωλείο του Αδώνιδος Γεωργιάδου -εδώ το όνομα είναι επιβεβλημένον- στη Σόλωνος. Εκτός κι αν τον αποζημιώνει ο γνωστός σταρ δημοσιογράφος που τον απασχολεί σε καθημερινή βάση. Εν ολίγοις δεν καίμε βιβλία, δεν πολεμάμε έτσι τους εχθρούς μας, γιατί έμμεσα τους δικαιώνουμε και άμεσα ξεφτιλιζόμαστε.

Ζούσε κάποτε ένας συγγραφέας αριστερός που λεγόταν Γιώργης Ζάρκος (1902-1967) και δημοσίευε λιβέλους εναντίον των ακαδημαϊκών, του υπουργού Δικαιοσύνης, του αρχηγού της Αστυνομίας. Επειτα παραδιδόταν στην εξουσία για να γελοιοποιήσει τους θεσμούς της. Εγραφε σε φωνητική ορθογραφία και οι εκδ. Φαρφουλάς κυκλοφορούν 4 εξαιρετικά κείμενά του. Αυτός λοιπόν ο τύπος έσπαζε συστηματικά τη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου «Πυρσός», επειδή του έκλεψαν ένα διήγημα, κι έπειτα απολάμβανε το σόου της Δικαιοσύνης (1932).

Δικαστής: Βγάλε το καπέλο σου κε τα χέρια από τις τσέπες...

Ζάρκος: Δεν το βγάνο. Μεταχιρίσου βία γιατί αφτί ίνε ι δουλιά σου (σελ. 45). Δεν θέλο χάρι κι ίχτο... Ζιτάου δικεοσίνι. Αν ίμε τρελός, κλίστε με στο τρελοκομίο... Αν όχι στιν φιλακί... Δεν ιπογράφο (σελ. 49). Σήμερα οι βιτρίνες σπάζονται υπό τα όμματα των ΜΑΤ που πίνουν φραπέ. «Αναρχικοί» και αστυνομία εξυπηρετούν το Σύστημα στην εντέλεια. Τέλεια...


7 - 06/04/2008

1 σχόλιο:

  1. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχουν απαξιωθεί οι επιστήμονες. Αυτό προέκυψε ως συνέπεια «φιλολαϊκής» πολιτικής επιλογής. Τα πανεπιστήμια αντιστοίχως έγιναν ορμητήρια – αναπαυτήρια πολιτευτών. Την οικογενειοκρατία και την παρακμιακή εσωστρέφεια των παλαιών καθηγητών, διεδέχθη ο νόμος Πλαίσιο το 1981. Μεγάλο βήμα προς την ανανέωση τότε, πλην όμως συμπλήρωσε τον κύκλο του, εφθάρη και θεωρείται ήδη παρωχημένος.

    Η θεσμική αναπαραγωγή του συστήματος της παιδείας, με την αξιολόγηση και την κάποιας μορφής αξιοκρατία, σταμάτησε απότομα. Το πότε, δεν είναι εύκολο να το προσδιορίσει κανείς επακριβώς. Πάντως κάπου στην αρχή της δεκαετίας του 90, είχε επικρατήσει πλήρως η δημοσιογραφική αντίληψη των πραγμάτων. Κάτι παραπάνω έμαθαν οι δημοσιογράφοι κάτι περισσότερο απεμπόλησαν από την επιστήμη τους οι επιστήμονες, και προέκυψε το απογοητευτικό τηλεοπτικό θέαμα που απολαμβάνουμε συχνά στις οθόνες της τηλεόρασης.

    Η γνώση (πριν την ακμή της τηλεόρασης), πρέπει να προκαλεί δέος και σεβασμό. Παντού εκτός από την καθ’ ημάς νέα-ανατολή και τούτο συμβαίνει για την τηλεθέαση. Ο μέσος δημοσιογράφος ευτελίζει τον επιστήμονα – θύμα του, τον οποίο αντιμετωπίζει ως ένοχο και ασχετο. Αν ο «επιστήμονας» είναι ψώνιο ή τρελλός ή σκέτος απατεώνας, τότε ο δημοσιογράφος αισθάνεται την ηδονή της εκδίκησης απέναντι στην επιστήμη και την γνώση, προσελκύοντας κομπλεξικούς λόγω αγραμματοσύνης τηλεθεατές, που έχει κάθε λόγο να προσπαθεί να πολλαπλασιάσει.

    Η τηλεόραση – δημοσιογραφισμός χωρίς να βλάπτει την επιστήμη και την σοβαρότητα ενός λαού δημιουργεί την ψευδαίσθηση του παντός. Εκτοπίζει τις σημαντικές επιτυχίες και τα σημαντικά επιτεύγματα ενός λαού απλώς διότι δεν τα κατανοεί. Περαιτέρω όμως αντιμάχεται ό,τι δεν καταλαβαίνει και περιθωριοποιεί ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια που θεωρεί ωφέλιμα για την τηλεθέαση και ακροαματικότητα. Η πολιτική αντίστοιχα που αγωνίζεται να σχεδιάζει την επιτάχυνση στην εξέλιξη της περιοχής ευθύνης της, εκούσα άκουσα, παρακολουθεί την επιβεβλημένη παντοκρατορία του σύγχρονου δημοσιογραφισμού και ασθμαίνουσα εγκαταλείπει τον σχεδιασμό, προκειμένου να ανταποκριθεί στα κριτήρια της αγοραίας λογικής της τηλεόρασης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή