Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Για τον έρωτα, τον χρόνο, την απώλεια

Στον κήπο με τα μυστικά λουλούδια

Βγήκα νωρίς στον κήπο από κείνη τη χαραμάδα που χωρίζει τον έναν κόσμο από τον άλλο, βγήκα χαράματα, αυγή του χρόνου, στον κήπο με τους έρωτες. Μοσχοβολούσαν όλοι ανεξαιρέτως, το άρωμά τους έλαμπε σαν φωτιά. Μέθυσα, ζαλίστηκα, έκοψα όσους περισσότερους έρωτες μπορούσα ως το βράδυ. Μάτωσαν τα χέρια μου, η φωτιά πυρπόλησε τα μάτια μου, δεν έβλεπα από ευτυχία. Γέμισα με έρωτες την αγκαλιά μου, γέμισα όλα τα βάζα, έστρωσα με έρωτες τον δρόμο ως το σπίτι, τους άπλωσα απάνω στο κρεβάτι, τους έκρυψα κάτω από τα σεντόνια και τα μαξιλάρια, έρωτες παντού από πάντα, κοιμήθηκα μόνος …







Μωβ

Τα μαλλιά της.
Μαύρα, πυκνά, με δαχτυλίδια.
Χαιρόταν να σέρνει
Τα δάχτυλά του στους πλοκάμους της.
Να τα μυρίζει εκστατικός
Στιλπνά και λεία.
Ίδια με τις ανταύγειες
Του αποσπερίτη.

Συχνά πάλι ήταν τα μαλλιά της 
Που του φανέρωναν 
Τον ερχομό της νύχτας
Το φεγγερό σκοτάδι.
Άστρα καρφιτσωμένα  
Σε βοστρύχους
Πέπλα για να κρύβεται
Η Σελήνη.

Την είδε μετά από καιρό.
Τα μαλλιά της
Που λάτρεψε
Εκείνα τα μαύρα 
Που του προφήτευαν
Το ξημέρωμα
Ήταν βαμμένα
Μωβ.

  




Χρόνος Μωρός
 
Ο κάθε νέος χρόνος δεν είναι μωρό, είναι γέρος. Τον λεύκανε ήδη η αιωνιότητα του άγνωστου μέλλοντος. Βρέφος, όμως, είναι πάντα ο χρόνος που φεύγει. Και μάλιστα μωρό ενός έτους, ακριβώς. Ο καινούριος, πάλι, είναι τόσο ξεμωραμένος γέρος, που πιστεύει σ' ευχές, σε μαντείες, σε ξόρκια ή βασκανίες, προσδοκώντας, για φαντάσου, να είναι αιώνιος. Χωρίς να πηγαίνει διόλου το μυαλό του στο κακό, του τρελόγερου. Γι' αυτό και το κακό μας επισκέπτεται κάθε χρόνο. Αφεύκτως. Το κακό που παίζει με τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους, τους κολλάει σαν μύγες στα κρύσταλλα τ' ουρανού, σαν κουνούπια στη μεσοτοιχία του σύμπαντος. Απ' την άλλη πλευρά, αν βάλεις το αυτί σου, χάος. Και το κακό γελώντας δείχνει έτσι στον χρόνο τη μωρία του. Laus Stultitiae, η τιμωρία του.

Οι παλιοί χρόνοι, ζαρωμένα μωρά που γέρασαν πρώιμα, μαθαίνουν να κουκουβίζουν στην άκρη, τις πληγές τους γλείφοντας και σιωπώντας. Αυτή η βουβαμάρα λέγεται πολιτισμός. ενώ στο βάθος της κάμαρας ακούγεται η Συμφωνία των Παιχνιδιών του μπαμπά Λεοπόλδου· μόνο που τώρα τα όργανα έχουν φτιαχτεί από οστά κεκοιμημένων πατέρων. Οπως το αλτάρι του Καθεδρικού στο Otranto που έγινε κι αυτό και τα πανύψηλα ερμάρια γύρω του από κρανία μαρτύρων. Είναι η συγκομιδή του χρόνου και μην διαμαρτύρεστε. Οι χαζοχαρές έστωσαν για τους πανηγυριτζήδες της τηλε-ευήθειας. Εμείς ας ψάλουμε, σαν εωθινό για όλα τα μωρά του, είθε για πολύ ακόμη όμορφου, κόσμου και για όλα τα παιδιά που ατύχησαν να έχουν εμάς σαν ενήλικες, τους στίχους της Κικής: «Αραγε, σε ποιο όνειρο ανέθεσα/ του όλου τη φύλαξη/ και το πήρε ο ύπνος;»

Κι όμως. Η ευτυχία μπορεί να καταστεί ψηλαφητή κι ας μην το πούνε οι ειδήσεις. Η μυρωδιά ενός βρεφικού σεντονιού, ας πούμε, το χνούδι που ονειρεύεται να γίνει μαλλί, η πιο μικρή πατουσίτσα του κόσμου. Γιατί έτσι και μόνον έτσι ο, κάλλιστος, κόσμος περπατάει...
 
ΥΓ. Οι μετριότητες, παχουλές και διεισδυτικές σαν την υγρασία, μπορούν να πάνε παντού. Επειδή όμως ταξιδεύουν στριμωγμένες ανάμεσα σε πλάτες άλλων, χάνουν τη θέα. Και το ταξίδι.

1 σχόλιο: