Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Γλυπτικής Εγκώμιον ή Ρέκβιεμ;

 

Το Α Εργαστήριο γλυπτικής της ΑΣΚΤ - 18 γλύπτες τιμούν τον Θόδωρο Παπαγιάννη - σε επιμέλεια του Μάνου Στεφανίδη

(Στην γκαλερί Σιαντή - Εγκαίνια, Παρασκευή, 15 Μαΐου, 7.30 μ.μ)

Το έργο τέχνης είναι a priori αγαπητικό πράγμα. Ακόμη κι όταν δεν μας (σας) αρέσει. Ακόμα περισσότερο όταν ενοχλεί. Όταν ξεβολεύει τον θεατή από τις εύκολες προκαταλήψεις του. Όταν του θυμίζει πράγματα που θα ήθελε να ξεχάσει. Όταν φέρνει εμπρός στα μάτια του εικόνες που φοβάται να δεί. Ή, ακόμη χειρότερα, εικόνες που θέλει να ξεχάσει. Γιατί ακριβώς τότε το έργο τέχνης έχει επιτελέσει - και μάλιστα επιτυχώς - την πιο ουσιαστική αποστολή του. Την αμφισβήτηση εκείνης της παγερής, αισθητικής ομοιομορφίας που επιβάλλεται άνωθεν.
Θα γίνω πιο συγκεκριμένος μέσα από ένα ιστορικό παράδειγμα: Difesa della natura λεγόταν η οικολογική - αισθητική "εκστρατεία" - παρέμβαση που ξεκίνησε ο μύθος του μοντερνισμού J. Beuys από το 1980 ως τον θάνατο του στο πλαίσιο της κοινωνικής γλυπτικής που από νέος ευαγγελιζόταν. Μια έκφραση - διαμαρτυρία για την υπεράσπιση της φύσης που χειμάζεται από τον ανθρώπινο φασισμό και για μια τέχνη που δεν θέλει να γίνει παρακολούθημα ή διακόσμηση της αστικής πλήξης αλλά να λειτουργεί ως επαναστατική ανατροπή και πρωτοπορία. Ο Beuys ως γλύπτης και εννοιολογικός καλλιτέχνης με την φιλοδοξία αλλά και την οίηση ενός Michelangelo του εικοστού αιώνα, πίστευε ότι μπορούσε να ξαναπλάσει τον κόσμο. Αυτό ήταν: Ο τελευταίος ρομαντικός και ιδεαλιστής σ' έναν κόσμο ραγδαίας, υλιστικής πραγμοποίησης.
Και σήμερα; Σήμερα δεν απειλείται από την προελαύνουσα ισοπέδωση και την ραγδαία εμπορευματοποίηση μόνο η φύση αλλά και η τέχνη η ίδια και μάλιστα η πιο πολιτική και κοινωνική έκφραση της, η πιο δημόσια και δημοκρατική, η γλυπτική. Αυτή η ομαδική έκθεση γλυπτικής που περιλαμβάνει συμβολικά και δειγματοληπτικά λίγες και λίγους από τους εκατοντάδες (!) μαθητές του σπουδαίου δασκάλου Θόδωρου Παπαγιάννη και αποφοίτους του ιστορικού Α Εργαστηρίου Γλυπτικής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας στον σχεδόν μισόν αιώνα της θητείας του εκεί, θέλει να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης. Αντίσταση απέναντι στην αποξένωση της γλυπτικής, της ιστορικής αυτής τέχνης, από το ευρύτερο κοινό - και μάλιστα στην ίδια της την κοιτίδα - αλλά στην υποβάθμιση της μέσα στο κυρίαρχο, εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μοιάζει η γλυπτική με το αισθητικό - ιδεολογικό της εύρος να μην αφορά σε μια πολιτεία που γίνεται όλο και πιο συγκεντρωτική και αντιθεσμική υπηρετώντας περισσότερο τον τύπο παρά την ουσία της Δημοκρατίας. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αλίμονο αν, αναφερόμενοι στην τέχνη και μάλιστα στη γλυπτική, να μην υποχρεωθούμε να μιλήσουμε πολιτικά. Αυτό θα ήταν αυτοκατάργηση και του δημιουργού και του δημιουργήματος του. 

Άρα με την έκθεση αυτή επαναφέρουμε στον δημόσιο διάλογο το τεράστιο ζήτημα της γλυπτικής ως δημόσιας τέχνης στην πατρίδα μας αλλά και τον κόσμο. Προσωπικά δεν ξέρω αν τίτλος αυτής της έκθεσης θα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση, το εγκώμιο ή το requiem της γλυπτικής. Δεν είναι εδώ ούτε ο τόπος, ούτε το χρόνος για να εξηγήσω αναλυτικά τι εννοώ μιλώντας και για εγκώμιο αλλά και για ρέκβιεμ. Υπάρχουν πολλά, αναλυτικά και εξειδικευμένα κείμενα, και δικά μου και άλλων, πολύ σοβαρών μελετητών, που αναλύουν το πρόβλημα της γλυπτικής σήμερα. Τις αιτίες και τα αίτια της κρίσης της.
Αυτό όμως που έχω να πω και μέσα από το έργο του δάσκαλου Θόδωρου Παπαγιάννη - για το έργο του οποίου έχω μιλήσει διεξοδικά αλλού - αλλά και των πάμπολλων μαθητών του, αναγνωρισμένων καλλιτεχνών σήμερα, είναι ότι η γλυπτική όσο κι αν αμφισβητείται άλλο τόσο και αντιστέκεται εις πείσμα όλων των εμποδίων. Θεσμικών και μη. Τα συμπόσια γλυπτικής που διοργανώνουν ο Παπαγιάννης και οι φίλοι ή οι μαθητές του εδώ και δεκαετίες σε όλη την Ελλάδα, είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της αντίστασης. Κι αυτό είναι πολύ παρήγορο. 
Ο αείμνηστος καθηγητής της ιστορίας της τέχνης Cesare Brandi, σημαντική πνευματική μορφή της Ιταλίας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό με την σπουδαία μελέτη του «Αρκάδιος ή περί γλυπτικής» (1983, εκδόσεις Νεφέλη). Στο βιβλίο αυτό τέθηκαν μισόν αιώνα πριν, τα κρίσιμα προβλήματα που επανεξετάζουμε αυτή τη στιγμή. 
Θα υπογράμιζα εδώ ότι η γλυπτική, η τέχνη γενικότερα, μερικές φορές, γίνεται η χαρούμενη έκφραση της απελπισίας, ο πιο γενναίος τρόπος να εξορκίσεις τον θάνατο ανασταίνοντας - μέσα από εικόνες και φόρμες - τους νεκρούς του. Τίποτα μακάβριο σ' αυτό. Αντιθέτως. Και τώρα; Αυτές οι σχεδόν τρεις γενιές γλυπτών που αποφοίτησαν από το Α Εργαστήριο της ΑΣΚΤ με το πολύμορφο έργο τους που καλλιεργεί κάθε δυνατή έκφανση του τρισδιάστατου αντικείμενου εν χώρω και χρόνω - ένας πρώτος ορισμός της γλυπτικής και εν μέρει της αδελφής της, της αρχιτεκτονικής - είναι ελπιδοφόρα απάντηση...

Σημ. Είναι πολύ ευτυχής η σύμπτωση της συγκεκριμένης έκθεσης με το Συμπόσιο Γλυπτικής που οργανώνει ο Δήμος Αλίμου στον λόφο Πανί την ίδια περίοδο και με επιμελητή τον υπογράφοντα. Συμμετέχουν ο Θ. Παπαγιάννης, ο Χρ. Λαζαράκης, ο Β. Βασίλη, ο Δ. Σκαλκώτος, ο Γ. Σταματόπουλος. Με συνεργάτες τον Γρηγόρη Βασιλείου, την Γεωργία Νίκα και τον Χρήστο Βαγιάτα. Και τον αρχαίο λόφο Πανί ένα ανοιχτό μουσείο εν τω γίγνεσθαι για όλους τους περιπατητές. Μία αληθινή γιορτή τέχνης με την γλυπτική, την πιο ελληνική τέχνη, πάλι στο επίκεντρο.


ΥΓ. Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά ανώφελη πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Αναγκαιότητα σχεδόν υπαρξιακή . Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι η καθημερινή ζωή μας αλλά...κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει να μεταμορφώσει την πεζή μας καθημερινότητα σε μαγεία. Είμαστε εμείς οι ίδιοι αλλά στην ιδανική εκδοχή μας. Αυτό συνιστά ό,τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

After Dark Images

Βασίλης Αντωνάκος, After Dark Images 



(Στη γκαλερί Καπόπουλος από χτες...
με black light effet)

Η ζωγραφική είναι ένα άλλο είδος πληγής που αντί για αίμα τρέχει χρώμα. Που γεννιέται στο σκοτάδι αλλά υπάρχει μόνο στο φως. Που υπερασπίζεται περισσότερο το αόρατο παρά το ορατό. Που καθιστά τέλος πολύτιμο ακόμη και το πιο ασήμαντο. Μέσα από την μαγεία τέχνης και τεχνικής. 


Ο Βασίλης Αντωνάκος είναι ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης με προσωπικό ύφος και εντελώς αντισυμβατική γραφή που μοιάζει να χλευάζει τα συνήθη, ζωγραφικά κλισέ και την "ασφάλεια" εκείνου του ακαδημαϊκού ρεαλισμού που με βαρετή ομοιομορφία διδάσκουν οι σχολές καλών τεχνών. Με αλματώδη εξέλιξη τα τελευταία δέκα χρόνια και ως προς τα εκφραστικά του μέσα και ως προς την ανανεωμένη θεματογραφία ο Αντωνάκος παρουσιάζει σήμερα στην γκαλερί Καπόπουλος δύο ενότητες εντυπωσιακών πινάκων μεγάλων διαστάσεων. Πινάκων συχνά φτιαγμένων με fluorescent χρώματα τα οποία ιριδίζουν ακόμη και στο σκοτάδι και που με την χρήση blacklight αποκτούν καινούργια πρόσωπα, άλλες χρωματικές εκδοχές. Ένα "θαύμα" δηλαδή του συνδυασμού τέχνης και τεχνολογίας.
Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα επιθετικά μεγα - πορτρέτα μοιραίων κοριτσιών εμπνευσμένων από την διαφήμιση, το σήμα κατατεθέν του Αντωνάκου, τα οποία "αιμορραγούν" στον καμβά κοιτώντας τον θεατή κατ' ευθείαν στα μάτια σαν ηρωίδες του φίλμ νουάρ. Ένα ελληνικό ανάλογο της διεθνούς Γαλλίδας ζωγράφου Françoise Nielly. Η δεύτερη, τέλος, αποτελείται από συνθέσεις με παραμορφωμένους ήρωες της Μάρβελ και των κόμικς, για παράδειγμα τον Deadpool, την Daisy, ή τον Spiderman όπου το γκροτέσκο και το θηριώδες, το παράλογο και το γελοίο, δημιουργούν συμπλέγματα άγριας ομορφιάς. Μιας ομορφιάς που απηχεί πολύ έντονα την ακραία, εκρηκτική αισθητική του σήμερα και τα οπτικά πρότυπα των παγκοσμιοποιημένων μεγαλουπόλεων. Από το Τόκιο στο Δελχί και από το Χονγκ Κονγκ στο Λος Άντζελες. Ο ζωγράφος - illustrator παρουσιάζει εδώ έναν δυστοπικό κόσμο τεράτων σαν αυτά που κινηματογράφησε ο Γιώργος Λάνθιμος στην ταινία Poor Things ή ο Κουέντιν Ταραντίνο στη σάτιρα των b movies απορρίπτοντας τα κλισέ που συναντάει κανείς στην φιλοτέχνηση των παραδοσιακών πορτραίτων. Επιλέγοντας μια φόρμα που παραπέμπει στο μετά Pop, την street art, την gothic μπραβούρα αλλά και την τόσο επιδραστική στις εικόνες της εποχής μας μυθολογία του Joker (ιδιαίτερα μετά την απογείωση της από την υπνωτιστική ερμηνεία του μοναδικού Hoakin Fenix, του απόλυτου σταρ του dark). 



Ο Βασίλης Αντωνάκος έγινε αρχικά γνωστός από τον επιθετικό - εκρηκτικό τρόπο που επιλέγει να παρουσιάσει το γυναικείο πρόσωπο σαν την δραματική έκρηξη ενός υπερμεγεθυμένου καθρέφτη που περιέχει συγχρόνως και το κάλλος που χάνεται αλλά και την πληγή που επιμένει να αιμορραγεί. Μία λαμπερή σάρκα, ένα μαγνητικό βλέμμα που βυθίζεται στο κόκκινο, το χρυσαφί και το μαύρο. Στην συνέχεια η θεματική του εμπλουτίζεται με τους πρωταγωνιστές μιας αξιοθρήνητης - αξιολάτρευτης όπερας ηρώων του σκότους που γοητεύουν και εντυπωσιάσουν...Σαρκασμός οπτικός, χρωματική παραφορά, επιθετική χρήση των ηρώων - συμβόλων που αγαπούν τα παιδιά για την αθωότητα τους και που ανελέητα διαστρέφουν οι ενήλικες, ένα σύμπαν upside down δηλαδή, και επιλογή συχνά όχι του πινέλου αλλά του μαχαιριού για φιλοτεχνηθεί τελικά η φόρμα. Κι αυτό κάτι σημαίνει. 
Ο Βασίλης Αντωνάκος δεν εμπνέεται, ούτε ανοίγει διάλογο με την εντόπια, εικαστική σκηνή αλλά μάλλον, όπως εξάλλου και ο συνομήλικος του Γιάννης Βαρελάς με την διεθνή. Και πολύ καλά κάνει. Δηλαδή με τον Philip Guston, τον George Condo αλλά και με άλλους Αμερικανούς καλλιτέχνες που δουλεύουν με την γεωγραφία του ενστίκτου και το υποσυνείδητο, όπως το δίδυμο Paul McCarthy και Mike Kelley. Μόνο που στην περίπτωση του Αντωνάκου το ανθρώπινο πρόσωπο αντιμετωπίζεται σαν ένας ολόκληρος πλανήτης αντικρουόμενων πληροφοριών ενώ πάλι το σώμα αποδίδεται σαν την καρικατούρα εκείνης της έμφοβης ψυχής που δεν αντέχει το βάρος της. Δηλαδή το γελοίο συμφύρεται με το τρομακτικό. Κατά βάθος δηλαδή στα έργα του δεν υπάρχει μόνο η ένταση της κραυγής αλλά και ο ψίθυρος μιας υπόκωφης μελαγχολίας. Αυτό δηλαδή που συνέβαινε και στους μεγάλους ρομαντικούς δασκάλους του 19ου αιώνα. Δηλαδή η επίκληση του θανάτου σαν ένα είδος εξορκισμού για εκείνη τη ζωή που δεν ποτέ δεν είναι αρκετή...

ΥΓ. Γιατί κάνουμε τέχνη; Για να αντέξουμε μια καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν επιτρέπει διεξόδους. Για να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της προαποφασισμένης νόρμας. Εκτός της πεπατημένης. Τα φτερά που δεν έχουμε, αυτό καλύπτει η τέχνη. Για όποιον αισθάνεται την έλλειψη...

Φωτό: Με τον d.j του χτεσινού πάρτι. Πίσω μου ο designer του καταλόγου Δ. Πληβούρης.

New kid in Town!


Γλυπτική, η επιστροφή της γηραιάς κυρίας 


Δεν πρόλαβε να τοποθετηθεί και έγινε ήδη ένα hotspot της πόλης. Έγινε τοπόσημο γλυπτικής στην πατρίδα της γλυπτικής. Της πιο ελληνικής τέχνης. (Κι ας ενοχλεί κάποιους αυτή μου η τοποθέτηση. Π.χ τον συνάδελφο και φίλο καθηγητή του ΕΜΠ κ. Θανάση Μουτσόπουλο. Όπως τουλάχιστον φαίνεται στο τελευταίο του βιβλίο). Αναφέρομαι βέβαια στον "Καθήμενο Γέροντα της Αλεξάνδρειας" του Πραξιτέλη Τζανουλίνου ο οποίος αξιοποίησε εμπνευσμένα και την σχετική φωτογραφία του Καβάφη αλλά και τον ανάλογα καθιστό Φερδινάνδο Πεσσόα της Λισαβόνας.

 Γιατί όμως αρέσει αυτό το άγαλμα; Επειδή έχουμε δεινοπαθήσει τόσο πολύ από την κακή, δημόσια γλυπτική. Επειδή είναι θεατρικά οικείο και επειδή έχει τοποθετηθεί από το Ίδρυμα Ωνάση στην ιδανικά ειδική θέση. Φωτιζόμενο άψογα. Και κυρίως επειδή δεν έχει βάση! Σκεφτείτε το. Η έλλειψη βάσης μπορεί να είναι καινοτομία. Δηλαδή ο Καβάφης του Τζανουλίνου δεν έχει το απαραίτητο (;) βάθρο που έχουν πάντα οι προτομές ή οι ανδριάντες. Με την ανάλογη ρητορική πόζα αλλά και την ψυχρή απόσταση. Το βάθρο αποτελεί ένα ζήτημα: Ανήκει στο γλυπτό εξ αρχής ή είναι η "εκθειαστική" προσθήκη της πόλης; Που προσθέτει στο γλυπτό ένα "κατασκευασμένο" κύρος; Ο Γέροντας της Αλεξάνδρειας πάλι είναι τόσο γειωμένος που καθίσταται αμέσως οικείος. Δεν έχει ανάγκη από προβολή. Αρκεί σ' αυτή την σοφή σκηνογραφία της ταπεινότητας. Και σε ωθεί να καθήσεις δίπλα του. Σαν ίσος προς ίσο. Ενώ κρατάει και το καπέλο σαν έτοιμος για να φύγει. Αφού πρώτα ποζάρει με τον συγκαθήμενο του για μιαν αναμνηστική πόζα. Παιχνίδι μαζί και ουσία. Γλυπτικό θέατρο! Ο ίδιος ο γλύπτης έλεγε χτες στο ραδιόφωνο ότι η βασική ιδιότητα της γλυπτικής είναι να κατεβαίνει στο χώμα. Να εκκινεί από τον πηλό και να πλάθει έναν κόσμο κυριολεκτικά από το μηδέν. Όπως και το θέατρο εξ άλλου...


Αυτά και άλλα, ανάλογα θέματα θέτουμε προς συζήτηση με την ομαδική έκθεση "Γλυπτικής Εγκώμιον" στην γκαλερί Σιαντή όπου 18 + 1 καλλιτέχνες αποτίουν φόρο τιμής στον δάσκαλο τους τον Θεόδωρο Παπαγιάννη. Από την προσεχή Παρασκευή! (Όμως επ' αυτού οφείλουμε να επανέλθουμε). Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η γλυπτική, αυτή η παραμελημένη αλλά και τόσο ελληνική τέχνη, καθίσταται πάλι επίκαιρη. Πρόκειται για την άμεση επιστροφή της Γηραιάς Κυρίας. (Έστω κι αν ενοχλούνται διάφορες γηραιές κυρίες στο ΥΠΠΟΑ ή αλλού).

ΥΓ. Το μεγαλοπρεπές, υπερβολικό βάθρο αλλά και το βήμα στο κενό σαρκάζει ο "Σημαιοφόρος" που τον τυφλώνει η ιδεολογία - σημαία του, το επίσης πρόσφατο "λαθραίο" γλυπτό - πρόκληση του Μπάνκσι στο Λονδίνο. Στα καθ' ημάς ο φίλος Χρήστος Αντωναρόπουλος ζωγραφίζει εδώ και πολύ καιρό σημαιοφόρους με τις παντιέρες τους όμως σαν ασπίδες ή και σαβάνα. Μέσα πάμε καλά...


Προβολή αναφερόμενου κειμένου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Πρωτομαγιά 2026!

Μαγική εικών: Πού είναι τα νούφαρα;

Καλή, εργατική πρωτομαγιά σύντροφοι. Επειδή σήμερα δεν είναι μόνο αργία, ούτε απλά απεργία. Δυστυχώς είναι και κάτι χειρότερο. Είναι ανεργία. Και ανασφάλεια.  Επίσης...Όλα καλά με τη φυσική της αριστεράς. Όμως η μεταφυσική της είχε, νομίζω ανέκαθεν, πρόβλημα. Πρόβλημα θεωρητικό, διαχρονικά. Κι έπειτα αυτό το μίσος δεξιών και αριστερών τόσο κιτς σήμερα. Τόσο ύποπτο. Τόσο υπερεκτιμημένο και πολλαπλώς εθνικά πληρωμένο. Όχι μόνο ταξικό μίσος, λοιπόν, σύντροφοι. Καιρός και για λίγη, έστω, ταξική αγάπη!

Λίγες μέρες πριν, την Μ. Τετάρτη, ακούσαμε το τροπάριο του Ιούδα, την συγκλονιστική, δηλαδή, μεταφορά της προδοσίας ατίμητου:
 "Μισών εφίλει και φιλών επώλει". Πόσοι άλλοι, φευ, και πόσες άλλες δεν έχουν κάνει το ίδιο. Ήτοι, μισούσαν φιλώντας μας και φιλούσαν πουλώντας. Εγώ, πάλι, σας εύχομαι, τουλάχιστον, να μη προδώσουμε εμείς οι ίδιοι τους ανυποψίαστους πάλι εαυτούς μας.
(Μισών, φιλών...Μού λείπεις περισπωμένη!)


Φωτό: Πρωτομαγιά με τον απίστευτο φίλο μου ΠαναγιώτηΤανιμανίδη! Για τον οποίο δεν θα πω πολλά πάρα μόνο ότι παραμένει ανεξάντλητος κι ακούραστος. Κι ότι είναι βασικός χορηγός του Αναρχικού Μουσείου εν Αμονίω. Πίσω μας είναι η μικρή λίμνη, στο σπίτι του Claude Monet, στο Ziverny. Δεν με πιστεύετε; Όσο για τα νούφαρα, βρίσκονται στον πίνακα του αείμνηστου Θόδωρου Πανταλέων και την αφίσα του Πικάσο πίσω του. Η φωτογραφία τραβήχτηκε μόλις πέρσι στο ατελιέ του, στα Βριλήσσια κι απαθανάτισε σαράντα χρόνια αδιατάρακτης φιλίας.

ΥΓ. Η δική μου άχραντη αριστερά τουλάχιστον προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να εξορκίσει τον αφόρητο μικροαστισμό της καθημερινότητας και να ονειρευτεί έναν κόσμο πιο δίκαιο. Όπου η τέχνη θα πρωταγωνιστεί όχι μόνο σαν δικαίωμα αλλά κυρίως ως υπαρξιακή ανάγκη.