Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ






Στον Παναγιώτη, Θράφια, Δανιηλόπουλο

Ανοιξιάτικο πρωί Δευτέρας στη Kunsthalle της Deutsche Bank του Βερολίνου. Είσοδος ελεύθερη (λόγω της ημέρας!). Εγώ και ο Θράφια, ο φίλος μου ζωγράφος, έτοιμοι για νέες συγκινήσεις. Εκθέτει εδώ ένας δημιουργός από την Ιαπωνία ονόματι Koki Tanaka. Έχει επιλεγεί ως ο καλλιτέχνης της χρονιάς, Künstler des Jahres 2014, βραβείο πολύ σημαντικό για τη Γερμανία και όχι μόνο. Εκθέτει, τρόπος του λέγειν. Εδώ παίζει αυτή η καινούρια μόδα της Εγκατάστασης-Αποθήκευσης ετερόκλητων αντικειμένων, ένα είδος ready made κάποιου ρακοσυλλέκτη αντικειμένων, όπου τεράστιοι χώροι γεμίζουν με πράγματα που έφερε ο καλλιτέχνης από το εργαστήριο του ή ανάλογο γιουσουρούμ φτιάχνοντας κατασκευές που παραπέμπουν σ' άλλες κατασκευές (στον Jason Rhoades, ας πούμε, ή τον Mike Kelley κλπ.). Εδώ στοκάρονται τόπια υφάσματος, ξυλεία, σακιά με ποικίλα προϊόντα, υπάρχουν ράφια, προθήκες. Και, τέλος, ένα μαγαζί της φαντασίας δηλαδή που δεν πουλάει ούτε αγοράζει αλλά υπάρχει και απλώνεται σαν αμοιβάδα λειτουργώντας επαγωγικά ως σχόλιο σχετικά με τη χρήση και την ποιητική των αντικειμένων. Είδα ανάλογα πράγματα κι αλλού, στο Hamburger Bahnhof για παράδειγμα, μ' έναν Αμερικανό καλλιτέχνη, αλλά και σε αρκετές γκαλερί του Μονάχου και της Κολωνίας, όπως και στις τελευταίες Biennale της Βενετίας.
Ο δημιουργός πια οικειοποιείται έναν κόσμο καθημερινότητας, τον σηματοδοτεί πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά, ο θεωρητικός αναφέρεται -απαραιτήτως- στον Timothy Clark και την Rosalind Krauss και τον ... και το ερώτημα είναι αν βαριέσαι ή δεν βαριέσαι. Περιπλανιέσαι λοιπόν στο χώρο σαν τις φιγούρες του Friedrich αλλά χωρίς ρομαντικό σκοπό, το αντίθετο, θέλεις να σεβαστείς τουλάχιστον τον μόχθο, 14 ολόκληρες εργατοώρες του καλλιτέχνη, διαβάζεις, και τον έχουν βοηθήσει και αρκετοί εθελοντές στο στήσιμο αλλά μέσα σου μια φωνή σου λέει:
«Αντίδρασε, στείλ’ τον στο διάβολο, μη παίξεις το παιχνίδι τους, αν δεν έχουν κάτι ιερό να πουν, αν δεν μπορούν να μιλήσουν για τον έρωτα, να ξορκίσουν το θάνατο, να σε απογειώσουν συναισθηματικά, τότε ας ξεχαστούν πάραυτα κι αυτοί και οι πραμάτειες τους. Στ' όνομα της τέχνης και της αγάπης της τέχνης. Στ' όνομα της τέχνης και της αγάπης».
Ήδη, ο Θράφια έγινε θηρίο, έχει βγει έξω και καπνίζει. Εγώ βολοδέρνω καλά και σώνει για να βρω εκείνο το μήνυμά που πάντως δεν βρίσκω, κάτι σημειώνω για να κάνω κάτι, κάτι περί συντροφικής δράσης ή αυτοεξομολόγησης, κάτι για το «δράμα της αντίδρασης» των ανθρώπων, όπως έγραφε ένα διαφωτιστικό (;) κείμενο στην είσοδο, εμπρός στη συλλογική συμφορά. Α, υπήρχαν και κάποιες φωτογραφίες και κάποια -ασήμαντα- σχέδια που αναφέρονταν σε σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς. Θα λειτουργήσει το οντολογικό κακό ή το οντολογικό καλό; O Tanaka εκθέτοντας πλάι στο εικαστικό γιουσουρούμ του και κάποια video ή φωτογραφίες ακτιβισμού και συλλογικής δράσης κερδίζει το βραβείο Guggenheim 2015. Κατ' ουσίαν έχουμε την έκλειψη του καλλιτέχνη, την αφάνεια του έργου εμπρός στο εκκωφαντικά προφανές των πραγμάτων που όμως δεν αποτελούν έργο, των εικόνων που περιφέρουν βαριεστημένα την μιντιακή καταγωγή τους, της Τράπεζας που δεν δηλώνει απλώς αλλά είναι ο ουσιαστικός καλλιτέχνης και του βραβείου που ipso facto μένει ως τελική εντύπωση.
Ο ίδιος ο Tanaka θα ξεχαστεί οσονούπω παρ' ότι politically correct: Και Ασιάτης και Ιάπωνας και νέος και κοινωνικά ευαίσθητος και πάνω απ' όλα καλλιτέχνης που σέβεται το αμερικανικό status της διεθνούς αγοράς τέχνης. Όταν, παρ' όλα αυτά τολμάει να εκθέσει τα μικρά του σχέδια, πρόκειται αληθινή καταστροφή. Ένας παρωχημένος, κριτικός ρεαλισμός του ΄70 που δεν έχει να πει τίποτε σήμερα. Το έργο του Ai Weiwei, λόγου χάρη, για τους σεισμούς στη Κίνα ήταν απλά συγκλονιστικό. Πράγμα που σημαίνει πως παρά τη σύγχυση από την υπερπροσφορά καλλιτεχνών και καλλιτεχνημάτων και από την αποπροσανατολιστική -όσο και εκτός ιστορίας- δεσποτεία της αγοράς πάντα θα ξεχωρίζει το εξαιρετικό, όσους τόνους λογοκρισίας ή απαγορεύσεων κι αν του ρίξουν απάνω του.
Αλλά εμένα δεν με απασχολεί ούτε ο Tanaka, ούτε η έκθεση, ούτε τα ιεραποστολικά της κείμενα που είναι κολλημένα σε κάθε αίθουσα για να σώσουν τα θεωρητικά προσχήματα σχετικά με τα πως και τα γιατί, ούτε η σαφής τους πρόθεση να κουνήσουν το δάχτυλο στους βαριεστημένους θεατές πως τάχα μου κακώς βαριούνται. Εγώ άλλα θέλω να διηγηθώ. Για άλλες αιτίες να καταφύγω στη γραφή. Μέσα στην αίθουσα τριγυρίζει με αποφασιστικό βήμα ένα ξανθό κορίτσι, γύρω στα είκοσι πέντε, τη κοιτάζω που κοιτάζει, διαβάζω ό,τι της τραβάει την προσοχή... το βλέμμα μου ακολουθεί το βλέμμα της. Ο Tanaka αποκτά αιφνίδιο ενδιαφέρον. Τι να σκέφτεται άραγε; Πόσο την ενδιαφέρει αυτή η σκηνοθετημένη φιλανθρωπία που υποκρίνεται ότι η τέχνη είναι μόνο μοραλισμός ή, στη χειρότερη περίπτωση, μια ομαδική άσκηση υπερτροφικών ανηλίκων που δεν επείγεται κανείς να τους ενηλικιώσει, επειδή μάλλον δεν συμφέρει;
Όσο πιο γραμμικό πράγμα καταστεί η τέχνη, όσο πιο πολύ μοιάζουν τα σουπερμάρκετ με μουσεία τόσο πιο εύκολα θα διακινούνται τα προϊόντα μέσα από έναν εθισμό, καταναλωτικής νομιμοφροσύνης. Ο Tanaka μοιάζει ευτυχής με τις επιτυχίες του, οι αίθουσες ευπρεπώς πληκτικές, ο κόσμος τις περιεργάζεται με politically correct φρόνημα σαν να λέει «Γιατί όχι κι αυτό; Τόσα και τόσα ανάλογα έχουμε λουστεί ...», όλα είναι ελεγχόμενα ... χωρίς πάθη ή συγκινήσεις, χωρίς εξάρσεις ή σημείο βρασμού. Η τέχνη καθίσταται, στις μέρες μας, ο τρόπος με τον οποίο μια τράπεζα κάνει μπίζνες με άλλο τρόπο. Η μικρή επισκέπτρια με τα σλαβικά χαρακτηριστικά, με τη μαλακή κίνηση και την έκφραση βανίλια-σοκολάτα είναι ο μόνος λόγος που με κάνει να μην φεύγω προτροπάδην απ' την έκθεση. Στέκομαι δίπλα της όλο και πιο αδιάκριτα, είναι το μόνο αληθινά ζωντανό πλάσμα σ’ έναν μουσειοποιημένο, παγωμένο χώρο, αισθάνομαι γεμάτος τρελές ιδέες και επιθυμίες για δράση ενώ η ίδια προσπαθεί να διαβάσει τα σχοινοτενή κείμενα. Ενώ καταθέτει φιλότιμο ήθος να κατανοήσει.
-Πώς σάς φαίνεται; Τη ρωτάω επιχειρώντας τα παλιά κόλπα των ώριμων ανδρών που αξιοποιούν συγχρόνως το θράσος, την αυθεντία και τον αιφνιδιασμό για να παρενοχλήσουν. Κοκκινίζει ελαφρά. «Θαυμάσια» σκέφτομαι μαντεύοντας τι θ' απαντήσει. «Ενδιαφέρον» αποκρίνεται. Παίρνοντας θάρρος από το κλισέ που μόλις ξεφούρνισε -μιλάμε αγγλικά σε γερμανικό έδαφος- συνεχίζω με το αμέσως επόμενο, στη γνωστή σειρά των κοινοτυπιών, κλισέ. «Μα είναι αυτό τέχνη; Μπορεί να είναι τέχνη απλώς μια επικοινωνιακή ιδέα;» Διστάζει «Μου αρέσει γιατί έχει κινητοποιήσει τόσους ανθρώπους» . Συμφωνώ για λόγους στρατηγικής, αν μ΄ εννοείτε. Την ρωτάω αν ξέρει τον Kabakov υπολογίζοντας πως είναι Ρωσίδα, παρότι η προφορά της με μπερδεύει. Απαντάει, όχι. Επόμενο ερώτημα, αναπόφευκτο. «Από που είσαι;» . "Πολωνία" λέει με δισταγμό. Έπρεπε να το φανταστώ. Ψηλή, ξανθή, με κάτι το χορευτικό στο βάδισμά της και μ' έναν τρόπο να προφέρει, κάπως τραγουδώντας, τα φωνήεντα. Συνεχίζω ξαναρωτώντας αν γνωρίζει τον Roman Opalka.
Μπίνγκο, τον ξέρει, τον θαυμάζει, στενοχωρήθηκε πολύ όταν πληροφορήθηκε το θάνατό του. Μιλάμε πια κανονικά, έχει χαλαρώσει, με κοιτάει γλυκά και τώρα αυτή θέτει ερωτήσεις. Μου αναφέρει τους πίνακες του Opalka με τους ζωγραφισμένους, φυσικούς αριθμούς παρατηρώντας πως σε αυτούς έχουμε τον χρόνο μεθοδικά, οδυνηρά σωματοποιημένο. Σκέφτομαι να την καλέσω για ένα καφέ, μοιάζει κουρασμένη και τώρα είναι αυτή που μονοπωλεί τον λόγο. Είναι φοιτήτρια γραφικών τεχνών, είμαι επισκέπτης καθηγητής στο Freie Universität, διδάσκω Ιστορία Τέχνης, η ίδια διδάσκεται ιστορία τέχνης κι' έχει ένα βλέμμα γεμάτο από εικόνες και πίνακες, χρώματα, φως, σκιές και απορίες. Σχεδόν την αγγίζω και χαμογελάει. Αγαπημένος της ζωγράφος είναι ο Böcklin, της λέω πως σ' ένα μου βιβλίο έχω εξώφυλλο την αυτοπροσωπογραφία του με τον βιολιστή-θάνατο, ζητάει να το δει, γελάει, στο στόμα μου η πρόσκληση... η γλώσσα μου τη στριφογύριζε για κάποια δευτερόλεπτα αλλά δεν τόλμησε να την κάνει λέξη. Ο χρόνος, αμείλικτος παίζει ήδη τα δικά του παιχνίδια...
Αν αυτή η ιστορία συνέβαινε στο σινεμά, οι δύο πρωταγωνιστές θα χωρίζονταν εκείνη τη στιγμή κάπως συνεσταλμένοι και αμήχανοι, αλλά το ίδιο βράδυ, εξάπαντος, ο από μηχανής θεός, η φιλμική σύμβαση κ.λπ. θα κανόνιζαν έτσι ώστε να συναντηθούν, εντελώς τυχαία, τη στιγμή που πίστευαν ακριβώς το αντίθετο, σε κάποιο μπαρ αυτής της αχανούς πόλης. Αν η ζωή μας ήταν κινηματογράφος.
Ο Θράφια απ' έξω μου έγνεφε «Άντε, τι κάνεις;»... τη χαιρέτησα βιαστικά λέγοντας au revoir, στο επανιδείν και κάνοντας χίλιες προσευχές μέσα μου. Αν είμασταν θέατρο, εδώ θα τελείωνε με υποβλητική μουσική η Α’ πράξη. Εντελώς φυσιολογικά στη Β’ πράξη θα ξανασυναντιόμασταν και θα φιλιόμασταν αυθόρμητα. Φεύγω και μου χαμογελάει. Το βράδυ παίρνω σβάρνα όλα τα μπαρ από το Mitte ως το Kreuzberg παρότι το ξέρω βαθιά μέσα μου πως δεν πρόκειται να την ξαναδώ ποτέ.

Βερολίνο 11.5 - Τήνος 18.7.2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου