Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Το γεύμα της Κυριακής


Μοσχάρι κατσαρόλας με πουρέ

Το Παλαιό Φάληρο είναι ένας υγροβιότοπος που κατοικείται από γέροντες - εξ ου και "παλαιό" - από γάτες και από σκύλους περιπάτου. Με τα ζώα να είναι, όπως συνήθως συμβαίνει, πιο ευαίσθητα και πιο ευφυή από τους ανθρώπους.  Είναι Κυριακή και επιστρέφω από το πρωινό μπάνιο μου στην παραλία Έδεμ. Η περιοχή εδώ κάποτε είχε μόνο αρχοντικά και κήπους αρχαίους αλλά τώρα πλημμυρίζεται από πολυκατοικίες σαν υπερωκεάνια. Ένα είδος προαποτύπωσης της "ανάπτυξης" των επενδυτών στην αθηναϊκή Ριβιέρα με το καζίνο της - πρόοδος χωρίς καζίνο, δεν είναι πρόοδος - και τον αρχιτεκτονικό Φαλλό της. Μεσημεριανό αποκάρωμα, κάθετος ήλιος με λιγοστές πια τις σκιές των δέντρων, πεύκων αιωνόβιων, αφού δήμος και ιδιοκτήτες - νοικοκυραίοι τα ξεριζώνουν μεθοδικά γιατί... σπάζουν τα πλακάκια των πεζοδρομίων με τις ρίζες τους. Η εκδίκηση του τσιμέντου. Μπάτης δροσιστικός παρ' όλα αυτά. Περνώντας σύρριζα από μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα διώροφου σπιτιού - από τα τελευταία εναπομείναντα πλην εισβάλουν οι ημεδαποί και αλλοδαποί νεόπλουτοι - κυριολεκτικά κεραυνοβολούμαι  από τη μυρωδιά σπιτικού φαγητού. Εδώ ακόμα επιβιώνει η παράδοση. Δεν λαθεύω, είναι μοσχαράκι κοκκινιστό στην κατσαρόλα. Μυρίζω το κρέας, μυρίζω τη σάλτσα, μυρίζω τη δάφνη και την ζαλιστική κανέλα. Συγχρόνως ταξιδεύω εξήντα περίπου χρόνια πριν και θυμάμαι τη μάνα μου να φτιάχνει κάπως έτσι και με παρόμοιες ευωδιές, σχεδόν Κυριακή παρά Κυριακή, το αγορασμένο με φειδώ μοσχαράκι - μισή οκά ακριβώς -  σοτάροντας το με τομάτα, κόκκινο κρασί και τα υπόλοιπα. Σιγοψήνοντας το ώρες σε σιγανή φωτιά ώστε "να κρατήσει τα ζουμιά του". Ήταν σταθερά κλασική η ερώτηση που μας έκανε από νωρίς το πρωί πριν φύγει για την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου: Τί θέλετε να συνοδεύει το ροζμπίφ (έτσι, συνεκδοχικά,  αποκαλούσε το μοσχάρι); Μακαρόνια, πουρές ή πατάτες τηγανιτές; Εμείς, τα παιδιά, λατρεύαμε τις τηγανιτές πατάτες ειδικά όταν τις παπαριάζαμε στην κόκκινη σάλτσα όμως η μάνα μου ήθελε μακαρόνια τα οποία μάλιστα πασπάλιζε πλουσιοπάροχα  με κίτρινο τυρί, πεκορίνο. Και βέβαια υπερίσχυε η γνώμη της μάνας μου. Ο πατέρας μου συνήθως ταξίδευε σε υπερπόντιους πλόες με γκαζάδικα αλλά και τις λίγες φορές που ήταν παρών, υποχωρούσε διακριτικά εμπρός στην επιθυμία της συμβίας του. Η μητριαρχία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ στο σπίτι μας. 


Τί μοναδική γεύση όμως ήταν αυτή! Και τί μυρωδιά, συν την όραση, το ζεστό, λαχταριστό πιάτο, που δοκίμαζαν γλυκά τις αισθήσεις μας! Φορούσαμε που λέτε, τις λευκές, λινές πετσέτες γύρω απ' το λαιμό προσέχοντας να μην πιτσιλίσει η λαχταριστή, κόκκινη σάλτσα το επίσης λευκό τραπεζομάντηλο. Εις μάτην βέβαια. Η μάνα μου, πάντοτε οικονόμα ως παιδί της Κατοχής, κρατούσε δύο, τρεις μερίδες και για τη Δευτέρα, τις οποίες μας σερβίριζε με πουρέ η ρύζι όταν επιστρέφαμε από το σχολείο. Με αυτόν τον απλό πλην ουσιαστικό τρόπο η τόσο γρήγορα ξοδεμένη χαρά της Κυριακής επεκτεινόταν κάπως στην κεκανονισμένη μελαγχολία της, ατέλειωτης, Δευτέρας. 
Η μάνα μου ήξερε να κάνει μετρημένα, επτά φαγητά σ' όλη την καριέρα της ως μητέρας και νοικοκυράς. Τα έκανε όμως πολύ καλά επειδή ...η επανάληψη ήταν μήτηρ πάσης μαθήσεως, πράγμα που ίσχυε κατ' εξοχήν για την μητέρα μου. Επίσης ήξερε να μοιράζει το διαιτολόγιο της εβδομάδας με σοφό τρόπο: Την Κυριακή, όπως είπαμε, κρέας, αρνάκι στο φούρνο, κοτόπουλο λεμονάτο κ.λπ, τη Δευτέρα τα υπόλοιπα της Κυριακής, την Τρίτη ψάρι, την Τετάρτη όσπρια, την Πέμπτη γαύρο το καλοκαίρι, κεφτεδάκια ή γιουβαρλάκια τον χειμώνα, την Παρασκευή κάτι λαδερό, το Σάββατο μανέστρα ή κάτι εξίσου εύκολο και ελαφρό. Σπανακόρυζο ας πούμε ή πατάτες τηγανιτές "ορφανές". Δηλαδή σκέτες ή με συνοδεία μορταδέλας. Θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι ζούσαμε όλη την εβδομάδα για το εορταστικό γεύμα της Κυριακής;

Και τότε όμως δεν έλειπαν τα απρόοπτα. Θυμάμαι τη μάνα μου, κάποιες φορές, να ξεχνιέται στο πεζοδρόμιο με τις διάφορες γειτόνισσες ενώ μέσα στην κουζίνα το φαΐ ετοιμαζόταν...μόνο του. Θυμάμαι τον πατέρα μου να φωνάζει έντρομος "Βαρβάρα κάτι καίγεται" αλλά και τη μητέρα μου να γυρίζει ατάραχη, χωρίς πανικό στον τόπο του εγκλήματος, την ανεπιτήρητη κουζίνα της. Το όλο στυλ της διαλαλούσε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί η κερδισμένη της υπεροχή στο σπίτι - είπαμε, είχαμε αναμφισβήτητα μητριαρχία - από ένα μικρό ατύχημα. Έτσι επέστρεφε πάλι μετά από λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο της...φλυαρίας μ' ένα καθησυχαστικό χαμόγελο και με δηλώσεις του τύπου: "Το έσβησα με λίγο κρασί (το κρέας στην κατσαρόλα). Είχε αρπάξει ελάχιστα στις άκρες, τρώγεται μιά χαρά". Και βέβαια ουδείς προέβαλε αντίρρηση ή εξέφραζε διαμαρτυρίες. Και ασφαλώς το τρώγαμε όλοι εκόντες άκοντες αναβάλλοντας τα περί ευωχίας όνειρα για την επόμενη Κυριακή. Η ίδια όμως για να δώσει το καλό παράδειγμα, ένα συμβολικό σάλπισμα οικογενειακής ειρήνης, έβαζε πάντα στον εαυτό της το καμμένο κομμάτι. Κοιτάζοντας όλους τους υπόλοιπους κατευθείαν στα μάτια. Γιατί έτσι κάνουν οι αληθινοί αρχηγοί! 


ΥΓ 1. Απομακρύνομαι γρήγορα από την μπαλκονόπορτα των μυρωδιών και των αναμνήσεων. Ήδη σκέφτομαι όλη την οικογένεια που θα μαζευτεί εκεί σε λίγο γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι. Τελετουργικό σαν μια μορφή εφήμερης τέχνης. Και σαν σπονδή σ' έναν κόσμο που οριστικά απομακρύνεται δίνοντας τη θέση του σε καινούργιες, αγοραίες μυρωδιές, ετοιματζίδικα ντελίβερι και fusion cuisine. Ένα είδος Airbnb της γεύσης με προαγορασμένη την απόλαυση που σφραγίζει οριστικά μιαν Airbnb πατρίδα.  

ΥΓ 2. Και μια και το έφερε η κουβέντα, η παρέμβαση στο φιλέτο του Ελληνικού, σηκώνει πολλή κουβέντα. Τώρα που προχώρησαν τα έργα, είναι πια προφανείς οι επιδιώξεις και η αισθητική των "επενδυτών". Αφού το πολυδιαφημισμένο "Πάρκο Ελληνικού" τελικά γίνεται μια ολόκληρη "Πόλη Ελληνικού" εκεί που ήταν οι ήπιες, αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Ή, μάλλον, μια παραθαλάσσια μεν πυκνοκατοικημένη δε φαβέλα για εκατομμυριούχους που θα δημιουργήσει απίστευτη συμφόρηση σ' όλα τα νότια προάστια. Πολιτζμός, τουριζμός, αιζθητική. 

ΥΓ 3. Άσχετο: Στην εποχή της απελπισίας και της βαρβαρότητας, η τέχνη δεν μπορεί να μας σώσει. Μπορεί όμως να δώσει στην απελπισία μας περιεχόμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου