Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Απάντηση στον Badiou



Από τη διάλεξη του Γάλλου φιλόσοφου Αλέν Μπαντιού, με τίτλο «Ας επανεξετάσουμε την πολιτική» , στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, την Πέμπτη 5 Μαίου 2016. Φωτογραφία: Παναγιώτης Τζάμαρος / FOSPHOTOS
  

Αφιερωμένο στην Γιούλη Τσίρου, μεταφράστρια των επιστολών της Τζένης Μαρξ
 
Ο Τσίπρας κατάφερε να γελοιοποιήσει την σχέση της Αριστεράς με την ιστορία. Δεν διαθέτει τη στόφα του ήρωα αλλά του κυνικού δημεγέρτη. Του βολεμένου στην μετριότητα. Του μικρομέγαλου που φαντασιώθηκε την Ευρώπη στις διαστάσεις της πλατείας Κουμουνδούρου. Και το κωμικοτραγικό είναι πως για μια και μόνο στιγμή είχε την ιστορική ευκαιρία. Όχι με το υποκριτικά γελοίο δημοψήφισμα αλλά στο πρώτο Eurogroup μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Τότε που λειτούργησε ακόμη το σοκ και το δέος στον άξονα Βρυξελλών - Βερολίνου. Και την έκαψε επιπόλαια και ηλίθια. Εμπιστευόμενος τις τύχες της χώρας στον Βαρουφάκη. Τέτοιο πολιτικό κριτήριο! Αυτό δεν του συγχωρώ. Γι αυτό θέλω να φύγει. Επειδή δεν εκπροσωπεί τίποτε πια. Του τα γράφω εδώ και δύο χρόνια, πριν ακόμη γίνει πρωθυπουργός μιλώντας του για Blitzkrieg. Οι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα από πολιτική. Έπρεπε να κλείσουν τα ζητήματα μέσα σε μια εβδομάδα αξιοποιώντας τα επιτεύγματα και μαθαίνοντας από τα λάθη της ΝΔ -ΠΑΣΟΚ. Αλλάζοντας το παραγωγικό μοντέλο. Δουλεύοντας και όχι καταγγέλλοντας. Είχε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα ενοχοποιημένο στα πόδια του και αυτός πήγε και ταυτίστηκε με τους ΑΝΕΛ.
Οι έννοιες του μαρξισμού και της διαλεκτικής θεωρίας έγιναν στα χέρια του Τσίπρα, στα χέρια των θλιβερών τυχοδιωκτών που τον περιβάλλουν, από εργαλείο δουλειάς το σκαλάθυρμα της πιο άθλιας, της πιο ανέμπνευστης, της πιο ανίκανης διεκπεραίωσης. Ο Τσίπρας αποδεικνύεται η τιμωρία της γενιάς μου, η τιμωρία μιας αριστεράς που νομιμοποίησε ως "αγώνες ", την εύκολη καταγγελία, τον εύκολο αρνητισμό και το όχι σε όλα, την υποκουλτούρα των καταστροφών και των καταλήψεων, την ήσσονα προσπάθεια, τα τσιτάτα αντί της γνώσης και την υιοθέτηση οποιασδήποτε συνδικαλιστικής αυθαιρεσίας στο όνομα ενός χυλού που υποδύεται τον αδούλωτο "λαό".
Ο Τσίπρας και ο κόσμος του είναι βολεμένοι-κατεστημένοι μικροαστοί που δεν δούλεψαν παραγωγικά ποτέ, που δεν έχουν καμία σχέση με τον κόσμο του μόχθου, που συνήθισαν στον παρασιτικό καπιταλισμό που είναι ημιμαθείς ή αγράμματοι , χωρίς τον φόβο της Ιστορίας και χωρίς αληθινή ταξική συνείδηση. Εκπροσωπούν αυτό που ονόμαζε ο Μαρξ "ψευδή ιδεολογία". Απλώς λαϊκισμός και ιδεοληψίες.
Ο Μαρξ υπήρξε η ζωντανή βιβλιοθήκη της εποχής του, αυτοί είναι τα μεταμοντέρνα ζωντόβολα ενός σάπιου καιρού ...
Γιαυτό είμαι τόσο λυπημένος. Για τις ευθύνες της γενιάς μου που βοήθησε ως τακτικιστική αριστερά στην καταστροφή του τόπου υποβοηθώντας την ισοπέδωση και την πασοκική λαίλαπα. Η παρέα του Μαξίμου είναι το κοινωνιολογικό επίτευγμα του Αντρέα. Η εξίσωση προς τα κάτω, η λουμπενοποίηση του προλεταριάτου , η αισθητική του κιτς, το όχι στην αριστεία, ο καταναλωτισμός ως επαναστατική κατάκτηση, η υπαλληλοποίηση ως όραμα της νεότητας, το τίποτε ως αξία. Ο Λάκης, η Μίμη άντε και ο Βέλτσος ή ο Τσουκαλάς ως καρύκευμα. Η στρατιά των κωφάλαλων διανοουμένων.
Και τώρα; Και τώρα ποιος έχει πραγματικά διάθεση να ξαναστήσει, να ξανασκεφτεί μια νέα αριστερά από την αρχή;
Επειδή το νέο πάντα μας περιμένει στην άκρη του δρόμου. Μόνο που οι απαντοχές δεν περισσεύουν.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Γενικευμένος Πανικός, τυφλό Μίσος: μια Κωμωδία με τραγικές προεκτάσεις

                 

                     " ... Οι πελατειακές σχέσεις που κυριαρχούν, κάνουν προσχηματικές τις ιδεολογίες... Μια κοινωνία αδρανής απομυζά τον κρατικό μηχανισμό... Η αριστερά έχει τη δική της ευθύνη στην εκποίηση της χώρας γιατί υιοθετεί κάθε αίτημα, αρκεί αυτός που το προβάλλει να αυτοαποκαλείται "λαός"... Ελληνοκεντρισμός είναι ο υπεραναπληρωτικός μηχανισμός ενός έθνους που έχει ελάχιστη πνευματική και υλική παραγωγή..." 
                                                                                                                 Παναγιώτης Κονδύλης


       Αν κατάλαβα καλά, ο Αλεξης, εκτός από αγγλικά, πρέπει ,επειγόντως, να μάθει και την γλώσσα της αλήθειας. Επειγόντως! Στα σοβαρά τώρα: Τα σκισμένα μνημόνια στάθηκε η χειρότερη πολιτική απάτη  εναντίον των φτωχών και των απελπισμένων. Υπάρχει η μεγάλη ιστορία, αυτή που ονομάζεται "αντικειμενική" ή επίσημη  αλλά υπάρχει και η μικρή ιστορία η "ανώνυμη" που αφορά στον καθένα από μας, ξεχωριστά. Μεγάλη ιστορία είναι αυτό που συμβαίνει συνεχώς γύρω μας, παντού στο τόπο και την οικουμένη και μας καθορίζει τόσο ατομικά όσο και συλλογικά αφού παρεμβαίνει  στις ζωές μας με τη δράση του. Μεγάλη ιστορία είναι οι αποφάσεις ή οι μη αποφάσεις της κυβέρνησης, η κάθοδος του ΝΑΤΟ στα χωρικά μας ύδατα, όχι βέβαια για τους λαθρομετανάστες - αυτή η εξαιρετικά δυσμενής απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλαδή της Μέρκελ, για τη χώρα μας,- οι συγκρούσεις  στη Βουλή για την ψήφιση νέων φόρων που ονομάζονται ... μεταρρυθμίσεις, η νέα κάθοδος των αγροτών στην Ομόνοια, οι απεργίες των οργανωμένων συντεχνιών που δεν σηματοδοτούν πια τίποτε, τα συνεχή  αδιέξοδα στην οικονομία, στο μεταναστευτικό, στην παιδεία και λοιπά, σε συνδυασμό με την παγκόσμια, οικονομική κρίση που διαρκώς αναζωπυρώνεται και με μιαν Ευρώπη που είναι όλο και πιο λίγο ενωμένη, όλο και πιο πολύ με χαμένο τον στόχο που την ενοποιεί. Μια Ευρώπη με κοινό - βαρύ και άνισο- νόμισμα αλλά χωρίς κοινή οικονομική πολιτική, δεν έχει ιστορική προοπτική. Ιδιαίτερα όταν σηκώνουν κεφάλι οι λογής εθνικισμοί.
Μικρή ιστορία πάλι είναι αυτό που συμβαίνει στην καθημερινή ζωή μας,  στην ψυχή, στο μυαλό του καθενός, αυτό που συμβαίνει σπίτι μας αλλά διστάζουμε συχνά  να το παραδεχτούμε. Επειδή συχνά βολευόμαστε από μυθικές εικόνες και ως προς τον εαυτό μας τον ίδιο αλλά και ως προς το άμεσο μας περιβάλλον. Ο εσωτερικός χρόνος που οδηγεί στην απόγνωση ή την έκσταση .Άσχετα αν αυτή η τελευταία επι συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Προσέξτε, ενδεικτικά, τι μου συνέβη χτες στο μετρό:

Καθόταν απέναντι μου ένας άντρας περίπου 30 ετών ο οποίος φορούσε ακουστικά και ήταν προσηλωμένος, που αλλού, στο κινητό του. Παρατήρησα πως, από καιρού εις καιρόν, μου έριχνε -σε εμένα προσωπικά και αποκλειστικά -λοξές ματιές, γεμάτες μίσος. Φορούσα, βλέπετε, κοστούμι και γραβάτα ενώ  κρατούσα  μια μαύρη γυαλιστερή τσάντα στα χέρια μου. Για τον τριαντάχρονο άντρα  εκπροσωπούσα εκείνη την στιγμή τον απόλυτο του εχθρό. Ήμουν ο επιτυχημένος, τουλάχιστον  αυτός έτσι φανταζόταν, είχα δουλειά, είχα προσωπική ευτυχία , είχα όλα αυτά τα οποία οι συνομήλικοι μου,η δική μου γενιά, έχουν κλέψει και έχουν αρπάξει από τη δική του γενιά.Συμβόλιζα  για αυτόν ό, τι η δική μου γενιά του  έχει στερήσει.Ήμουν η προσωποποίηση του κακού. Το φαινόμενο αυτό δεν το παρατήρησα για πρώτη φορά. Συχνά, σε δημόσιους χώρους βλέπω αυτό το μίσος στα μάτια ανθρώπων αγνώστων μεταξύ τους- φαντάζομαι θα το  έχετε διαπιστώσει και εσείς ακόμη και κατά το πρωινό σας ξεκίνημα. Όταν όλοι αισθάνονται μια ενστικτώδη, φυσική απώθηση προς όλους. Όταν στην καθημερινότητά σας αντιμετωπίζετε αγένεια αλλά και βία, συχνά οπτική, ηχητική ή και σωματική. Όταν η αηδία δεν μπορεί να κατανικήσει την πανταχού παρούσα χυδαιότητα και φτήνια. 
Είμαστε πια μια κοινωνία στα όρια της, με ανύπαρκτες συλλογικότητες, διαλυμένη σε απλές μονάδες που η μία είναι έτοιμη να κατασπαράξει την άλλη. Το μίσος του χθεσινού άγνωστου στο μετρό είναι πια μια κοινωνική πραγματικότητα, ένα φαντασιακό καθεστώς που διαπερνά το συλλογικό μας σώμα και οριζόντια και κάθετα. Μίσος από όλους προς όλους. Μίσος, η μόνη απάντηση στα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετωπίζουμε όλοι μας. Μίσος για ό,τι συνέβη και κυρίως μίσος για ότι πρόκειται να συμβεί. Νιώθω ακόμη, συμβολικά, το φονικό βλέμμα του αγνώστου στην πλάτη μου. Και το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά δυσοίωνο. Οι νέοι αισθάνονται πολλαπλώς ακυρωμένοι, ξαναζούν τη μετανάστευση του '50 και '60, αντιλαμβάνονται πως με κάθε παραγωγική διαδικασία διαλυμένη, με τον ΑΣΕΠ αλλά και το ΣΔΟΕ ακυρωμένα από τις συντεχνίες και τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές δεν έχουν μέλλον σε μια χώρα πρόωρα συνταξιούχων και βολεμένων του Δημοσίου. Και τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμη ...

Ως προς την άλλη, την μεγάλη ιστορία τώρα: Οκτώ μήνες μετά από τις τελευταίες εκλογές και η χώρα βρίσκεται πάλι σε κατάσταση απόλυτου πανικού. Ζούμε το ηλίθιο σίκουελ του Ιουνίου του 2015. Απλώς στο ρόλο του Βαρουφάκη εμφανίζεται τώρα αυτοπροσώπως ο Αλέξης. Κάνοντας ακόμη και τα σωστά με καταστροφικά λάθος τρόπο. Η κυβέρνηση έχει χάσει την επαφή της με την κοινωνία- και πότε την είχε; - ενώ ο κόσμος, αληθινά πια κατατονικός, αβοήθητος, απελπισμένος, αισθάνεται προδομένος και έτοιμος να εκραγεί. Επαναλαμβάνω  ότι το  κοινωνικό σώμα γενικότερα έχει φτάσει στα όρια του. Για να μη πω ότι τα έχει ξεπεράσει.  Η κυβέρνηση κατάφερε να μην λύσει κανένα πρόβλημα και, επιπλέον,να δημιουργήσει πολλά περισσότερα από όσα, έως τη στιγμή που η ίδια ανέλαβε, είχαμε. Από τους  ελάχιστους που κάτι προσπαθούν αβοήθητοι, είναι ο ρεαλιστής Στέργιος Πιτσιόρλας, άλλοτε δεξί χέρι του Νίκου Κωνσταντόπουλου και τώρα αντίπαλος του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ενός σκοτεινού πασόκου, ανθρώπου του Δ.Ν.Τ και του Βενιζέλου που μάλλον γιαυτό διορίστηκε αξιοκρατικά πρόεδρος στο ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ!

  Πρόκειται κυριολεκτικά για μια κατάσταση πρωτοφανή, με την καταστροφή να επικρέμαται κάθε στιγμή. Μοιάζει σαν η μεγάλη  ιστορία να μας υποδεικνύει το σωστό την στιγμή ακριβώς που εμείς όλοι, η επίσημη πολιτεία αλλά και ο απλός λαός πράττουμε το ακριβώς αντίθετο. Ο τυχοδιωκτισμός και η οφθαλμοφανής ανεπάρκεια μιας κυβέρνησης ανθυποπασόκων που υποδύονται την αριστερά, χωρίς άποψη, χωρίς θεωρία, χωρίς στρατηγική και πρόγραμμα, έχουν καταστήσει τη χώρα το εύκολο θύμα στα χέρια άσπονδων " συμμάχων " και εχθρών. Το παιχνίδι  πια που παίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο μας υπερβαίνει. Και ως χώρα και ως πολιτικοπνευματική ηγεσία. Επειδή το μόνο που διαθέτουμε είναι Σκιές στη θέση των μεγεθών.

Το τραγικό δυστύχημα με το πολεμικό ελικόπτερο  που κατέπεσε προ μηνών  στα νερά του Αιγαίου, συνέπεσε με την ολέθρια απόφαση των από κοινού περιπολιών Ελλήνων και Τούρκων υπό γερμανική διοίκηση στα θαλάσσια, κοινά  σύνορα μας. Τα de facto της εποχής Σημίτη ολοκληρώνονται επί Συριζανέλ. Η αντίδραση της γείτονος μετά το δυστύχημα είναι απολύτως ενδεικτική των αληθινών προθέσεων της. Η nota της Τουρκίας ήταν ύβρις στη μνήμη των αδικοχαμένων αξιωματικών ανάλογη με την ψοφοδεή στάση της κυβέρνησης. Το δράμα δεν είναι σημερινό και η ιστορική εμπειρία μάς προειδοποιεί. Υπενθυμίζω ότι μεταπολεμικά οι Έλληνες και οι Τούρκοι, σύμμαχοι κατά τα άλλα στο ΝΑΤΟ, έχουν συγκρουστεί ήδη  δύο φορές στην ανατολική Μεσόγειο με τραγικές συνέπειες για τους πρώτους:  Μια φορά στην Κύπρο και  δεύτερη στα Ίμια. Υπενθυμίζω επίσης ότι μαίνεται εδώ και δεκαετίες ένας υπόγειος πόλεμος ανάμεσα στις δύο χώρες ως προς στα θαλάσσια τους σύνορα και βέβαια μετά τα Ίμια η Τουρκία ντε φάκτο δημιούργησε γκρίζες ζώνες στις ελληνικές θάλασσες, φτάνοντας συχνά ως την Μύκονο ή την Άνδρο με τα πολεμικά της πλοία και αμφισβητώντας έμπρακτα τα διεθνή ύδατα. Λιμνάζουν, τέλος, επί χρόνια τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας των νησιών  και του ορισμού των χωρικών υδάτων  ( αιγιαλίτιδας ζώνης) για τα οποία η Τουρκία μας απειλεί με casus belli.

Άρα, σε ποιά σύνορα θα περιπολούν Έλληνες και Τούρκοι; Αυτό το γεγονός δεν θα επιτρέψει στην Τουρκία, και μάλιστα με τις ευλογίες του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διεισδύει καθημερινά στα ελληνικά, χωρικά ύδατα δημιουργώντας ένα καινούργιο τετελεσμένο; 
Αντιλαμβάνομαι τον πανικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το διογκούμενο, καθημερινά, κύμα των προσφύγων όπως επίσης αντιλαμβάνομαι και τον πανικό της ελληνικής κυβέρνησης από την οικονομική ασφυξία η οποία της έχει επιβληθεί από τους εταίρους. Επίσης αντιλαμβανόμαστε όλοι τον πανικό που έχει καταλάβει τις λιποβαρείς κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών εμπρός στην σοβούσα πολιτική και οικονομική κρίση. Υπάρχει ένα ιστορικό έλλειμμα ηγεσίας αυτή τη στιγμή το πλανήτη. Και βέβαια γι' αυτό δεν είναι υπεύθυνος ούτε ο Σύριζα, ούτε ο Τσίπρας. Μόνο που για κακή τους τύχη, και του Σύριζα και του Τσίπρα, είναι αυτοί στη κυβέρνηση, αυτήν ακριβώς την κρίσιμη στιγμή που οφείλουν να πάρουν τις κρισιμότατες αποφάσεις. Και φοβάμαι πως είναι εντελώς ακατάλληλοι, εντελώς απαράσκευοι, εντελώς απροετοίμαστοι. Έτοιμοι να αιφνιδιαστούν ανά πάσα στιγμή.´Ετοιμοι να υποκύψουν είτε σε κομματικές σκοπιμότητες, είτε σε ιδεοληψίες.Έτοιμοι να παραδοθούν σε νέους  θεατρινισμούς τύπου Μπαρουφάκη όπως η προχτεσινή εμφάνιση του Τσίπρα στην κοινοβουλευτική του ομάδα.  Ήδη ο αμερικανικός παράγοντας έχει προνομιακή μεταχείριση από του Μαξίμου με τον Σόρος να δίνει ακόμα συμβουλές. Όπως τότε επί Γιωργάκη. Τους έχετε εμπιστοσύνη; Ούτε και εγώ!

ΥΓ 1. Ο πανικός του Τσίπρα φάνηκε εκτός των άλλων  και στη μετεγγραφή προ μηνών του Φώτη Κουβέλη. Αλλά και στην συστηματική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Καθημερινά. Βοά, χωρίς αναγνώστες πια, ο φίλος μου Θανάσης Κρατερός από την Αυγή : " Μα για όλα τα δεινά της Μεταπολίτευσης φταίει ο Τσίπρας; Και τί θέλετε να πέσει και να έρθει ο Μητσοτάκης;" . Τέτοιο επίπεδο ανάλυσης. Όχι Θανάση , θέλουμε, επιτέλους , αριστερά που να μη μας ακυρώνει  και όχι μικροπολιτική διεκπεραίωση . Επειδή για αυτή τη δουλειά οι άλλοι είναι επαρκέστεροι. Δυστυχώς. Και επειδή οι τακτικισμοί δεν οδηγούν πλέον πουθενά. Ούτε μπορεί να σώσει ένας χαμένος τους ήδη χαμένους. Ή μήπως καμμένους; Εκτός κιαν το δίλημμα είναι η πολιτική επιβίωση του Τσίπρα ή έστω του Σύριζα και όχι η σωτηρία της χώρας. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

ΥΓ 2. Ο Στρατής Μπουρνάζος και το κείμενο του υπερασπίζονται  την αληθινή αξιοπρέπεια της Αριστεράς και διαφοροποιούνται από τους λογής επαγγελματίες του χώρου. Πιο συγκεκριμένα:
Το κείμενο αποχώρησης από την Αυγή του Στρατή Μπουρνάζου , που τον γνωρίζω και έχω συνεργαστεί μαζί του εδώ και είκοσι χρόνια, με λύπησε αλλά και με χαροποίησε. Με λύπησε γιατί περιγράφει αυτά που και εγώ νιώθω, την δική μου βαθιά απογοήτευση αλλά και με χαροποίησε γιατί υπάρχουν ακόμα άνθρωποι με την ποιότητα και το ήθος του Μπουρνάζου στην Αριστερά. 
Άλλοι προτιμούν να μασκαρεύουν την πραγματικότητα και να παραποιούν τη θεωρία στην οποία πίστευαν υπέρ μίας αξιοθρήνητης όσο και πρόσκαιρης εξουσίας. Παράδειγμα ο Κρατερός. Άλλοι γελοιοποιούνται ως φερέφωνα του Κατρούγκαλου ή του Σταθάκη. Όπως οι Τσεκεραίοι. Άλλοι, ακόμη χειρότερα, υπουργοποιούνται όπως ο καημένος ο Φίλης και ο ολίγιστος Ξυδάκης. Άλλοι αποχωρούν με την σεμνή αηδία του Στρατή. Το πιο δύσκολο, το πιο υπεύθυνο. 

ΥΓ 3.  Και ποιοι μένουν πια στην Αυγή που υπηρετήσαμε επί 30 και βάλε χρόνια; 
Ο Κώστας Βούλγαρης, πολύτιμος για το μετερίζι που κρατάει. Για πόσο ακόμη; 
Λίγους μήνες πριν γίνει ο Σύριζα κυβέρνηση, σύστηνα ( sic ) τον Βούλγαρη στον Τσίπρα! Ο οποίος ήξερε τον Βαρεμένο αλλά όχι τον Βούλγαρη. Ελπίζω τουλάχιστον να έμαθε τώρα τον Μπουρνάζο.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Η ζωγραφική σαν μουσική



 
František Kupka - Katedrála
Η θλίψη μου είναι το κάστρο μου

Σ. Κίρκεγκορ


Οι απαρχές της αφηρημένης τέχνης» ονομάζεται η πολύ φιλόδοξη έκθεση που φιλοξενείται στο Musée d'Orsay του Παρισιού ώς το τέλος Φεβρουαρίου του 2004. Πρόκειται για μια πρωτότυπη προσέγγιση, στηριγμένη σε αρχειακή έρευνα και μελέτη κειμένων και έργων του Ρομαντισμού, η οποία ανάγει την αφηρημένη ζωγραφική, καταρχάς, στη μουσική εμπειρία. Δηλαδή ένα είδος ut Pictura όχι Poesis αλλά Musica...

Ως τώρα αντιμετωπίζαμε το φαινόμενο της Αφαίρεσης, δηλαδή της μετάβασης από την (ανα)παράσταση στην ανεικονικότητα και στην αποκάλυψη της κρυμμένης δομής που κατοικεί πίσω από τις μορφές, ως μια γραμμική, φορμαλιστική εξέλιξη που έχει αφετηρία τους ιμπρεσιονιστές και τον Cézanne. Η αφαίρεση του Kandinsky ή του Malevich εθεωρείτο το ωρίμασμα μιας πορείας κατά την οποία αφαιρούνται από τη σύνθεση τα δευτερεύοντα, αφηγηματικά στοιχεία και το χρώμα ή η γραμμή λειτουργούν per se. Δηλαδή η ζωγραφική αυτοαναφαίρεται και ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός ή η οπτικοποίηση μιας αφηρημένης σχέσης ή ιδέας κυριαρχούν. Και έτσι όμως πάλι προκύπτει μια μορφή και μια εικόνα ώστε οι όροι «informel» ή «ανεικονικό» να μην είναι απόλυτα ακριβείς.

Οπως και να 'χει, η Αφαίρεση του 20ού αιώνα -θα την παραλλήλιζα με τη δωδεκαφθογγική μουσική- αποτελεί το γέρας της νεωτερικότητας, καθώς επιχειρηματολογεί πειστικά σχετικά με την ουσία και το πρόσωπο του αόρατου και καθώς απελευθερώνεται απ' όλες τις αφηγηματικές συμβάσεις της παράδοσης.

Αφαίρεση λοιπόν, είναι ο νέος τρόπος να βλέπουμε τον νέο κόσμο και η απόδειξη ότι τα πράγματα, η ουσία και η ερμηνεία τους δεν εξαντλούνται στο πρόδηλο. Το ταξίδι του βλέμματος οφείλει να καταδυθεί σαν τον Ορφέα στο σκότος για να ψηλαφίσει το φως και να διατρυπήσει την επιφάνεια ώστε να κερδίσει το βάθος των φαινομένων.

Ο Serge Lemoine, διευθυντής από διετίας στο Orsay, μας εξομολογήθηκε πως δεν θ' αναλάμβανε ένα τέτοιο εγχείρημα, αν δεν είχε ως επιμελητή τον Pascal Rousseau από το Πανεπιστήμιο της Tours, ειδικό στις πολυεπίπεδες εκδοχές του Ρομαντισμού.

Γιατί περί αυτού πρόκειται: ο Μοντερνισμός και η Αφαίρεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ακραίες εφαρμογές του παθιασμένου εκείνου κινήματος που διαφοροποιείται δραματικά από τον αναγεννησιακό κλασικισμό και ομνύει στη μεταφυσική διάσταση της εμπειρίας και στο έσω ρίγος. Το δικαίωμα, τέλος, στην κραυγή...

Ετσι δεν είναι διόλου περίεργο το ότι η έκθεση αρχίζει με έναν παραισθητικά φωτισμένο άδειο διάδρομο, το έργο της σύγχρονης καλλιτέχνιδας Ann Veronica Janssens «Μουσικό Μάτι», το οποίο εισάγει και σωματικά τον θεατή στην εμπειρία της αφαίρεσης και στην πίστη ότι φως ίσον χρώμα και χρώμα, ανακλαστικά, συγκίνηση. Στη συνέχεια ο Caspar David Friedrich και οι μελέτες του Goethe σχετικά με τις αναλογίες χρωμάτων και ήχων, ζωγραφικής και μουσικής. Γιατί, ας μην ξεχνάμε, η σχέση μας με το χρώμα οδηγεί στη ρίζα της αντίληψης και δεν αποκαλύπτει μόνο τους μυστικούς μηχανισμούς της τέχνης αλλά και τους μηχανισμούς της νόησης.

Απαρχές λοιπόν της Αφαίρεσης η πιο αφηρημένη και άυλη και αποπνευματωμένη τέχνη: η μουσική. Στην επόμενη αίθουσα δεσπόζει μια θαλασσογραφία του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (1849-1912) κι ένας πίνακας του Schönberg (1910) σαν απόδειξη της όσμωσης των τεχνών αλλά και ο «Χορός» του Picabia με τον τίτλο «Udnie», αναγραμματισμός της Udine (1913), ως εφαρμογή των συνθετικών εμμονών του Baudelaire, δηλαδή της «ορχηστρικοποίησης» των χρωμάτων. Είναι λοιπόν το ιδεατό μοντέλο της μουσικής που ωθεί τη ζωγραφική σε αφηρημένες φόρμες, κινητικές και δυναμικές (πρβλ. τη σειρά του Τσέχου F. Kupka «Etudes pour Amorpha»).

Από τον 18ο αι., ήδη, ο Ιησουίτης Louis Bertrand Castel ονειρεύεται ένα πιάνο οπτικό που να παράγει μουσική και χρώματα! (Clavencin oculaire, musique chromatique). Το 1893 ο Alexander Rimington εφευρίσκει το Color Organ και το 1888 κυκλοφορεί η μελέτη «Farben und Noten» (χρώματα και νότες) του Ch. Huth με παραδείγματα από τη μουσική και τη χρωματική κλίμακα. Και πλάι σ' αυτά οι πίνακες της Alexandra Exter με τίτλο «Rythmes Colores» (1916) και το «Piano Optiphonique» του Vladimir Baranof - Rossine.

Η έκθεση βρίθει υποενοτήτων με τους εύγλωττους τίτλους «παρτίτα», «καντέντσα», «συμφωνία», «αντήχηση», «ρυθμός» κ.λπ. Ο Kupka (1871-1957) βέβαια έχει την τιμητική λόγω της μουσικής μανίας των εικαστικών ερευνών του. Δανεισμένος από την Nadodni Galerie της Πράγας εκτίθεται ο πίνακάς του «Τα πλήκτρα του πιάνου - Η λίμνη» (1909). Στη σύνθεση αυτή τα πλήκτρα ίπτανται από την ταστιέρα και ενώνονται με τα κύματα της λίμνης σε μια ενιαία, ρυθμική δράση, όπου τα χρώματα διεκδικούν ισάξιο κύρος με τις συγχορδίες. Ας αναφερθεί εδώ το έργο του Signiac «Adagio, Opus 221» του 1891 ως επίρρωση του μουσικού τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουν οι ζωγράφοι αυτοί τα θέματά τους.

Ο «νονός», εξάλλου, του κυβισμού, ποιητής G. Apollinaire θα βαφτίσει ανάλογα «ορφισμό» τη ζωγραφική έρευνα του παθιασμένου με το «μουσικό χρώμα» Delaunay (ο όρος «συγχρονισμός» -simultaneism από τον φυσικό Chevreul ακολούθησε). Ανάλογες εκδοχές διατυπώνουν οι Severini, Balla, MacDonald-Wright κ.ά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως πρόκειται για μια ζωγραφική, την αφηρημένη, που απευθύνεται σ' όλες τις αισθήσεις και αμφισβητεί την αισθητική πρωτοκαθεδρία της μουσικής. Τα χρώματα όπως και οι ήχοι δεν επιδρούν στον δέκτη τους μόνο αισθητικά αλλά και ηθικά (Goethe, 1810).

Ο ρομαντικός C. D. Friedrich επιδιώκοντας τη «συναισθησία» ζωγραφίζει το 1830 ένα είδος λατέρνας μάτζικα προς τιμήν του τσάρεβιτς Αλεξάνδρου με περίοπτες, διάφανες εικόνες και μηχανικές μουσικές ως αλληγορία της βέβηλης τέχνης και της ουράνιας.

Επιδίωξη του καλλιτέχνη η ταπείνωση της ύλης, το αιθέριο συναίσθημα μέσω της μουσικής γλώσσας και του φωτός! Ο θεατής-ακροατής μπορεί να φτάσει ακόμη και στην παραίσθηση, δηλαδή στην απόλυτη συγκίνηση (πρβλ. τα ανάλογα πειράματα του Mesmer σχετικά με την ύπνωση-κάθαρση).

Τέλος, η έκθεση περιλαμβάνει πολλά, όχι γνωστά ονόματα καλλιτεχνών απ' όλη την Ευρώπη (π.χ. του Μ. Κ. Ciurlionis ή του L. Survage), δείγμα της πλατιάς έρευνας των επιμελητών αλλά και της έντονης, πλέον, τάσης των σύγχρονων ιστορικών τέχνης ν' αντιμετωπίζουν ενιαία την ευρωπαϊκή δημιουργία. Υπό την έννοια αυτή ο Κ. Παρθένης (ιδιαίτερα με τις αλληγορίες του για τη μουσική αλλά και το ζωγραφισμένο κάλυμμα του πιάνου) ή ο Σπ. Παπαλουκάς (με τις ρυθμικές του μελέτες του φωτός-ήχου) θα μπορούσαν να συμμετάσχουν.

Αρκεί οι εγχώριοι διευθυντές μουσείων, οι υπεύθυνοι του ΥΠΠΟ και οι διοργανωτές μεγάλων εκθέσεων να κοίταζαν ουσιαστικά κι όχι ευκαιριακά έξω (ελληνιστί outlook). Ούτως ή άλλως πάντως η ενσωμάτωση της ελληνικής τέχνης στην ευρύτερη ευρωπαϊκή ιστορία των μορφών παραμένει ένα ανοιχτό στοίχημα για όλους.



7 - 14/12/2003

Στους λαβύρινθους του Πόλοκ

"Σκέφτομαι πως το ζωγραφικό dripping του Pollock, το εφηύρε πολύ νωρίτερα, ως μουσική φόρμα, το 1933, ο Sostakovich με το κοντσέρτο για ορχήστρα, πιάνο και τρομπέτα έργο 35 (αν θυμάμαι καλά). Εκεί ο βασικός, ηχητικός καμβάς ποικίλλεται ελεύθερα με αναρχικές παρεμβάσεις του πιάνου και της τρομπέτας που δημιουργούν ένα ευφρόσυνο, καλοχτισμένο χάος. Δεν πρόκειται για τζαζ , πρόκειται για μουσικό ντρίπινγκ!"
(Από το fb μου) 






Ο Τζάκσον Πόλοκ υπήρξε ο άνθρωπος που μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επανεφηύρε τη ζωγραφική, μ' άλλα λόγια το δικαίωμα να ζωγραφίζουμε χωρίς παρελθοντικές αναφορές.

Παράλληλα, διατύπωσε ένα εικονογραφικό ιδίωμα και έναν εκφραστικό αυτοματισμό που έμελλαν να δημιουργήσουν σχολή και στις ΗΠΑ και σ' ολόκληρο τον κόσμο. Ο Πόλοκ παρέμεινε σ' όλη τη ζωή του μια πυρετώδης αντίφαση, το υπόδειγμα του αβανγκάρντ δημιουργού που οφείλει να υπερβεί τον εαυτό του, να αντιπαλέψει με τους δαίμονές του για να γοητεύσει την ιστορία.

Το καινούριο, ως ο νεωτερικός μύθος δηλοί, πάντα κυοφορείται με ωδίνες και συχνά εξοντώνει όποιον το γεννά. Ετσι ο Πόλοκ ζήλωσε τη μοίρα του Βαν Γκογκ και διεκδίκησε ανάλογη τύχη, σχοινοβατώντας ανάμεσα στην επιτυχία και την αυτοκαταστροφή. Οντας ο ίδιος ενστικτώδης και υπερευαίσθητος, λαϊκός και διανοούμενος, παράφορος και ντροπαλός, βακχικός και απολλώνιος -κυρίως αυτό!- κι αν ακόμη δεν υπήρχε βιολογικά, όφειλαν η εποχή και το περιβάλλον του, ο Κλίμεντ Γκρίνμπεργκ και η Πέγκι Γκουγκενχάιμ, η νεϋορκέζικη σκηνή και η αμερικανική πολιτική για την προβολή της εγχώριας τέχνης, να τον εφεύρουν! Και αυτός πάλι, με τη σειρά του, έπρεπε να βρει μια ζωγραφική που να είναι συγχρόνως μεγαλειώδης και απλή, μεταφυσική και σχεδόν αυταπόδεικτη, να εκφράζει τα πάντα και τίποτε συγκεκριμένο και να εξελίσσει την παραμελημένη κουλτούρα των ιθαγενών (των λεγόμενων native americans) μέσα από τα στάνταρντ όμως της πιο εξεζητημένης και υπερφίαλης modernite.

Ο Πόλοκ, παιδί του πικασικού αυτοσχεδιασμού, λάτρης των μεξικάνων muralists όπως και του τελώνη Ρουσό -κυρίως για το θεολογικό-μαγικό στοιχείο που κρυβόταν στην «αφελή» του, σχεδόν σουρεαλίζουσα εικονοποιία-, επρόκειτο να γίνει η απάντηση της άλλης πλευράς του Ατλαντικού απέναντι στη δυτικοευρωπαϊκή υπεροχή και ο Πικάσο του νέου κόσμου. Ενας Πικάσο, λιγότερο ταύρος και περισσότερο σκορπιός, έτοιμος να κολυμπήσει στο αλκοόλ, να εκτεθεί σε πολύπλοκες ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, να καταρρεύσει αλλά και να υποστηρίξει ένα έργο με μεγαλύτερη εσωτερική συνέπεια και εξελικτική ένταση από εκείνο του πληθωρικού και άνισου προτύπου του.

Γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1912 στο Cody του Γουαϊόμινκ και το 1929 τον βρίσκουμε να σπουδάζει ζωγραφική στην Art Students' League της Ν. Υόρκης, ένα λαϊκό σχολείο, με δάσκαλο τον Τόμας Χαρτ Μπέντον εκπρόσωπο των Regionalists, δηλαδή των απολογητών της αμερικανικής ηθογραφίας με έμφαση στις εικόνες από τον Νότο και τις απομακρυσμένες πολιτείες του Φαρ Ουέστ.

Ο δάσκαλός του Μπέντον (1889-1975) ξεκίνησε ως γελοιογράφος σ' εφημερίδες, συνέχισε ως συνθέτης μεγάλων τοιχογραφιών με σύγχρονο κοινωνικό περιεχόμενο. Από το 1938 ώς το 1942 ο Πόλοκ εργάστηκε στο λεγόμενο Federal Art Project, το οποίο υποστήριζε καλλιτέχνες που είχαν πληγεί από τη μεγάλη κρίση του '30 και πριμοδοτούσε τη διακόσμηση δημόσιων κτιρίων.

Το όλο πρόγραμμα υπαγόταν στο New Deal του προέδρου Ρούσβελτ και προετοίμαζε την αμερικανική τέχνη για τη μεταπολεμική της εξάπλωση και παγκόσμια επιβολή (Προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησαν οι USIA, η CIA αλλά και οι κατά τόπους πρεσβείες των ΗΠΑ).

Το πρόγραμμα επίσης περιελάμβανε το Index οf American Design, ένα γιγαντιαίο σχέδιο καταγραφής των εφαρμοσμένων τεχνών σ' όλες τις ΗΠΑ! Τα αναφέρω αυτά για να υποστηρίξω πως ο Πόλοκ δεν είναι απλώς ένας μοναδικά ταλαντούχος μιας γενιάς, μια εξαιρετική περίπτωση που γεννά απροσδόκητα η Ιστορία όπως θα ήθελαν οι ρομαντικές ιστορίες της τέχνης ή το Χόλιγουντ και η τρυφερή ταινία του Εντ Χάρις, αλλά συγκεκριμένο προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών και ασφαλώς η ατομικότητα εκείνη που τη δεδομένη στιγμή ευνοήθηκε από τη συγκυρία ώστε να καταγραφεί πρώτη ως προς κάτι που ήταν ώριμο να επισυμβεί. Και εννοώ το action painting, αυτή την αυθόρμητη εκστατική ενεργειακή καταγραφή ενός αυθεντικού εξπρεσιονιστικού συναισθήματος. Μιας δράσης που δεν περιγράφει αλλά είναι, καθιστώντας τη ζωγραφική διαδικασία πρωτίστως μια πράξη και μια ιεροτελεστία γραφής.

Η action painting καταγράφεται, εν είδει λευκής μαγείας σαν τις τελετές των Ινδιάνων Ναβάχο που μελετούσε, αποκλειστικά στον Πόλοκ, όπως επίσης το all-over ύφος της ζωγραφικής που καθιστά τον καμβά έναν επίπεδο στίβο αλληλοδιασταυρούμενων ενεργειών και του οργιαστικού χορού στον οποίο επιδίδεται ο ζωγράφος ώστε το σώμα του όλο να εκλύει μιαν ακατάσχετη εικονορροή σαν πληγή.

Τόσο πρωτοποριακός που έγινε κλασικός

Το 1940 ο Πόλοκ πρωτοεκθέτει στην γκαλερί MacMillan μαζί με τη Λι Κράσνερ μετέπειτα γυναίκα του και τον Βίλεμ ντε Κούνινγκ, ενώ η πρώτη του ατομική έγινε το 1943 στην γκαλερί Art of Century. Ακόμη ζωγραφίζει παραστατικά θέματα με ρομαντικό αίσθημα και εξπρεσιονίζουσα παραμόρφωση. Το επίτευγμά του αναδύεται αιφνίδια στα μέσα του 1947 καθώς εγκαταλείπει το καβαλέτο και τα πινέλα και απλώνει καμβάδες στο πάτωμα, χύνοντας το χρώμα από ντενεκεδάκια ή ραντίζοντάς το με βίαιες κινήσεις ώστε να δημιουργεί λαβυρίνθους και γαλαξίες από σταλαγματιές. Η κηλίδα-μονάδα που επανεγγράφει τον κόσμο ως πρωτεϊκός του πυρήνας μπορεί να είναι μια ιδέα του Σεζάν ή του Κλέε, ενδεχομένως να συνιστά μιαν ιδεοληψία των σουρεαλιστών ποιητών και της αυτόματης γραφής τους, όμως ο Πόλοκ το πρότεινε ως ένα μέγα έπος χωρίς την υποχρέωση κάποιου να είναι ήρωας, καλά και σώνει.

Αυτή η ζωγραφική γρήγορα γέμισε τις γκαλερί, τα μουσεία και τις επαύλεις των αμερικανών εκατομμυριούχων, οδήγησε τον ζωγράφο στην απότομη φήμη, τον κατέστησε εξώφυλλο στο «Life» με τον υπότιτλο «Jack the Dripper, ο μεγαλύτερος ζωγράφος της Αμερικής», του έδωσε χρήματα και τη στιγμή που άγγιζε το όνειρό του, τον έστειλε να καρφωθεί σ' ένα δέντρο μαζί με την ανοιχτή του Πόντιακ. Ηταν καλοκαίρι του 1956. Πριν από 50 χρόνια ακριβώς.

Το 1944 ο Πόλοκ παντρεύτηκε τη Λι Κράσνερ (1911-1984), η οποία τον καθοδήγησε, μάνατζερ μαζί και ερωμένη, και η οποία επηρεάστηκε βαθιά από το ταμπεραμέντο της ζωγραφικής του. Οπως επίσης τον υποστήριξε ο κριτικός Χάρολντ Ρόζενμπεργκ, κυρίως απέναντι σ' εκείνους που σάρκαζαν ως ακατάληπτο το ιδίωμά του. Η γνωστή, παλαιά ιστορία. Οι άνθρωποι εξορκίζουν ό,τι τους υπερβαίνει ή ό,τι δεν τους είναι άμεσα οικείο. Η σχέση μοντέρνας τέχνης και κοινού μοιάζει με τον σκύλο που γαβγίζει όποιον άγνωστο τον πλησιάζει. Το 1950 ο Πόλοκ εκθέτει στο Museo Civico Correr της Βενετίας και στην Galeria d' Arte del Naviglio. Λεπτομέρεια: το 1948 η ηγερία του Πέγκι Γκουγκενχάιμ είχε εκθέσει, στο πλαίσιο της Μπιενάλε Βενετίας, τη συλλογή της στο άδειο, λόγω εμφυλίου πολέμου, ελληνικό περίπτερο! Η πρώτη του αναδρομική οργανώθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Ν. Υόρκης μόλις το 1956, λίγο μετά τον θάνατό του, και το 1967. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε γι' αυτόν: «Η πρωτοτυπία του συνίσταται στο ότι μεγάλωσε την κλίμακα και τη συνέχεια των ελεύθερών του χειρονομιών ώστε ο καμβάς να καταστεί αρένα παρά ένας χώρος που αναδιατάσσει αντικείμενα...». (The Tradition of the New, Ν.Υ. 1959). Στην πρώτη ατομική έκθεση του Βλάση Κανιάρη το 1958, η αισθητική του Πόλοκ είναι προφανής. Ο ίδιος ο ζωγράφος υποστήριζε ότι τότε αγνοούσε το έργο του. Ο μως η έμεση, έστω, επίδραση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο Σούμαχερ, ο κορυφαίος της αφαίρεσης στη Γερμανία ποτέ δεν έκρυψε τον θαυμασμό του για τον ιδιόρυθμο Αμερικανό, ενώ ο Λουκάς Σαμαράς στα «Fabrics» επιδίδεται σε ένα «στάξιμο» χρησιμοποιώντας όχι χρώμα αλλά λωρίδες υφασμάτων. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακά παρόμοιο.

Στην πράξη ο Πόλοκ υπήρξε, παρ' όλο το χάος του κόσμου που αποκάλυψε, ένας ζωγράφος σχεδόν κλασικός και ένας εραστής του ενδιάθετου ρυθμού που κινεί το σύμπαν.

7 - 06/08/2006