Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2007

Πώς σε λένε;

Ενας ξεσκόνιζε τις ηλιαχτίδες απ' τα ρούχα του.

Τον χοντρό που καθόταν σ' ένα σκαμπό μόλις δύο μέτρα μπροστά του... τον μισούσε. Με μίσος κακό· μ' όλη τη δύναμη της αγχωμένης αναπνοής που τρικύμιζε τους πνεύμονές του. Φανταστείτε, επί δέκα ολόκληρα, ατέλειωτα λεπτά στεκόταν εκεί ακίνητος σαν Βούδας, τεράστιος σαν φράση πολιτικού που θέλει να τα υποσχεθεί όλα, τετράγωνος σαν αρχιτεκτονική δικτατορία, κρύβοντάς του με το έτσι θέλω τον ορίζοντα. Το μίσος του ήταν τόσο σωματοποιημένο που έμοιαζε ικανό να μετακινήσει βίαια το καθισμένο βουνό απέναντί του.

Επιτέλους το θαύμα έγινε. Στον συμπαγή χώρο ανοίχτηκε μια χαραματιά, πλημμύρισε ιλαρό φως, ο χοντρός έσκυψε λίγο για ν' ανάψει τσιγάρο -ασήμαντες, γελοίες από τη μηχανική επανάληψη οι κινήσεις του- τόσο όσο για να δει εκείνος αποσβολωμένος ένα κομμάτι του στήθους της. Ναι, βρισκόταν εξαίφνης στο ίδιο επίπεδο με τον λαιμό της που άστραφτε σαν ατόφιο ορυκτό και, καθώς έγερνε ελαφρά, αποκάλυπτε τρομερά μυστικά της ύπαρξης... Και τον διέλυε. Τόσο κοντά στο αίνιγμα του κόσμου και τόσο μακριά. Σαν σπαθί ή σαν ακρωτήριο το τμήμα εκείνης της ψηλαφητής θεοφάνειας έκοβε μέσα στους καπνούς και το ημίφως του μπαρ τον χώρο σε διάφανες λωρίδες· βελούδο που ιδρώνει και κομμάτι που λείπει από το κεκαθαρμένο ψηφιδωτό της Δέησης στο Καρίγιε Τζαμί, εκεί στον μυχό του Κεράτιου, στις λασπουριές και τα βαλτωμένα, ξύλινα σπίτια.

Ηδη ταξίδευε με τα μάτια μισόκλειστα βλέποντας και μη βλέποντας -όπως γίνεται πάντα στα υποψιασμένα ταξίδια- ανεβαίνοντας ανάλαφρος σε οροπέδια και τ' ανάντη του χάρτη της με οδηγό ένα κομμάτι σάρκας που μνημειώθηκε στον ορίζοντα, ίδιο βόρειο σέλας. Οχι, όχι σαν σέλας αλλά σαν πυρωμένο σίδερο, βγαλμένο από τους «Εμπόρους των Εθνών» ή την «Πριγκιπέσα Ιζαμπώ» που κάνει την ύλη του πυρακτωμένη θερμότητα πάνω στ' αμόνι. Ούτε, ούτε. Σαν το χαμόγελο, ίσως, του φτωχού όταν του σφίγγεις το χέρι. Ή σαν τον αιλουροειδές που κρέμεται βαλσαμωμένο πάνω από το τζάκι και ξυπνάει αιφνίδια από τη ζέστη και την ποταπή ύβρη της διακόσμησης για να ξεσκίσει με ευφρόσυνα νύχια τον οικοδεσπότη του. Ξεχνώντας ευγνωμοσύνες και τα ρέστα.

Ο χοντρός ήρθε πάλι όμως στην προηγούμενη του θέση, ακρωτήρια, λεοπαρδάλεις, αμόνια και τα συναφή χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο και ο άνθρωπος πλάι μου ξενακύλησε στο βουβό του μίσος. Το περίτρομο από τα τόσα βλέμματα στήθος της ήταν πάλι σαν να μην υπάρχει, το φως μόνο φως, και το σκοτάδι σκοτάδι, οι αναθυμιάσεις του μπαρ χωρίς καμιά νομοτέλεια και ξαφνικά η ζωή χωρίς νόημα. Ο χοντρός αναδεύονταν ράθυμα χωρίς όμως να επιτρέπει χαραμάδες ή διαφυγές λες και είχε καθήσει στον πιο ακινητοποιημένο μεσημβρινό της γης ώστε να γίνεται το πένθος αφόρητο. Και το μίσος ύλη για εκατοντάδες έργα τέχνης. Υποχρεώθηκα τότε εκ των πραγμάτων να θέσω σε λειτουργία τις ιδιαίτερές μου ιδιότητες, υπερυψώθηκα για λίγο προς την ξύλινη οροφή με αυτοσχέδια, χάρτινα φτερά, ώστε να βλέπω τους πρωταγωνιστές του δράματος από πάνω και ώστε να έχω εποπτεία και του σάρκινου βουνού και του τυφλού ερωτευμένου και της μεταξένιας αγαπημένης του. Και πράγματι είδα πως αυτή ήταν φτιαγμένη από ίασπη και οι μαστοί της αρδεύονταν από πρώιμη και δριμεία άνοιξη, ευλογημένοι από τον επιδότη Υπνο, που θεραπεύει όλους τους κοιμωμένους στο Εγκοιμητήριο του Ασκληπιού στην Επίδαυρο. Κάθε χρόνο.

Κατέβηκα μετά, το ίδιο μαλακά και ανεπαίσθητα, έχοντας πάρει τις πληροφορίες μου. Μ' ένα απλό κόλπο αυθυποβολής έστειλα τον χοντρό στην τουαλέτα -καιρός ήταν!- και άφησα τον απελπισμένο δίπλα μου να τη χαϊδεύει αλλόφρων με τα μάτια. Εγώ πάλι επικεντρώθηκα στα χέρια της. Δουλεμένα, με ρόδινες πόες όπως οι ατόλες στη μέση του Ωκεανού και όπως γίνονται τα αληθινά χέρια όταν πολύ έχουν χαϊδέψει κι έχουν πολύ μετρήσει τις ώρες του έρωτα. Πολύ χαϊδευτεί. Πώς να τη λένε; Δεν είχε ιδέα. Δεν τον ένοιαζε. Αφηνόταν μόνο να την κοιτάζει λαίμαργα πάνω απ' το άδειο σκαμπό. Ιδια προτομή εφέστιας θεότητας στο πιο απόκρυφο Λαράριο του μυαλού του.

Ας πούμε όμως ότι την έλεγαν Μαρία Μπούσγου. Μα κι αν την έλεγαν Σοφία Μπούσγου, ή Δανάη Θωμά, ή Φωτεινή Ιμελου, ή Μίρκα Παπαδάκη, ή Φανή Τυχηρού, ή Μέλπω Κάλφα ή Πατρίτσια Γέροντα, ή Δεβόρα Σεΐχη, η Ντέμπορα Αγά, ή Ψυχή Πονεμένου, ή Αμαλία Μουτούση, ή Κατερίνα Μπαλωμένου, ή Γαρουφαλιά Σύψωμου, ή Δωροθέα Αλιμαντήρη, ή Βαρβάρα Σιβγούλη, ή Βαρβάρα Αλμυράντη ή Τζόις Χαϊδεμένου, ή Ποθητή Χαϊδεμένου, ή Λαμπρινή Πάσχα, ή Λία Νόσφυγε, ή Χριστίνα Θεού, ή Χορεύοντας στη Βροχή, ή Φοβισμένη από τους κεραυνούς, ή Ιωάννα Φιλοσόφου, ή Καλή Καλό, αυτός ήξερε πως την είχε ερωτευτεί παράφορα. Και για πάντα. Πιπίλισε αυτή την άστατη-αιώνια λέξη «πάντα» κι έπειτα την κατάπιε ηδονικά.



Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Λοχίας της Σμύρνης, 1934, Συλλογή Μ.Π.
Την κοιτάει στα μάτια. Μ' όλη την ενέργεια της αδαπάνητης νεότητας. Απλός και άμεσος όπως η επιθυμία του. Οπως κι η κάθε πρωτοπορία. Οταν το λαϊκό δένεται με το λόγιο και το ιθαγενές με το παγκόσμιο για να καταστούν μεγάλη ζωγραφική.
7 - 25/03/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου