Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Φελλόποδες





Αν δεν σας αρέσουν οι αρχές μου, έχω άλλες. 
Γκάουτσο Μαρξ

Κατάθλιψη. Πώς καταπολεμάται; Ο αναμάρτητος, πρώτος τον λίθον κ.λπ. Τι φταίει; Τις πταίει; Τι συνέβη και δεν μπορούμε ν' ανεχτούμε ο ένας τον άλλον; Σε τι οφείλεται η φοβερή καχυποψία που εμφιλοχωρεί ακόμη και στις πιο άδολες, τις πιο απλές σχέσεις; Αυτές τις ώρες καλύτερα να είναι κανείς μόνος του. Να μη γίνεται βάρος στους άλλους έτσι όπως νιώθει ο ίδιος άχθος αρούρης. Ζηλεύω όσους μπορούν να είναι επαγγελματικά ευτυχείς. Ανέφελα κοιτώντας τον καθρέφτη τους. Ικανοποιημένοι. Ασχολούμενοι με τη διακίνηση του εγώ τους· με ίντριγκες και έργα «κοινωνικής ευθύνης». Αποκλειστικά. Ζηλεύω, επίσης, όσους πιστεύουν στη σωτηρία, τη μετά θάνατον ζωή· και όσους δηλώνουν «σωτήρες», «ήρωες», «ηγέτες» κ.ο.κ. Εγώ πάλι είμαι ο βασιλιάς της κατάθλιψής μου, ο βασιλιάς της παλίρροιας. Αποκλειστικά. Κοιτάω τον μοναδικό μου υπήκοο στον καθρέφτη και τον οικτίρω.

Γιατί να το κρύψω; Δεν συμπαθώ τους φουσκωμένους ιδιοκτήτες της μιας και μοναδικής αλήθειας. Δεν γουστάρω τους φανατικούς. Είμαι φανατικά αντίθετός τους.

Συμφωνώ με τον Μπουνιουέλ όταν λέει πως «την αλήθεια οφείλει κανείς να την εγκαταλείπει πάραυτα, όταν νομίζει ότι τη βρήκε». Και συμπληρώνω πως αλήθεια είναι εκείνη η έννοια που πάντα θα χρειάζεται μετατροπές, βελτιώσεις, επαυξήσεις μέχρι της οριστικής ανατροπής της. Και που η παροδικότης της θεραπεύεται με παροδικότητα. Αντί της αλήθειας, πάλι, προτιμώ τα ζωτικά για μένα και τη μελαγχολία μου ψεύδη της τέχνης· αυτού του αινίγματος που κάθε στιγμή ψάχνει τον ορισμό του. Του οντολογικού παράδοξου που δηλώνει συνείδηση μέσα σε μια κατασκευή. Αφού σε ό,τι φιάχνουμε τεχνηέντως, εγκαθίσταται η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Σε βαθμό ώστε να απογοητεύεται, σχεδόν πάντα, όποιος συναναστρέφεται δημιουργούς και δεν αρκείται στα δημιουργήματά τους. Ανασφαλείς, ανταγωνιστικοί, νάρκισσοι, φιλοτομαριστές, αδιάφοροι για οτιδήποτε δεν υπηρετεί το μύθο τους, συναισθηματικά ακρωτηριασμένοι για λόγους «επιβίωσης», δεν αποτελούν και την καλύτερη παρέα. Πιστέψτε με.

Εκτός κι αν είσαι ο Caravaggio. Κι απέναντί σου βρίσκεται, δηλώνοντας ομότεχνος, αυτός ο γλίτσης Giovanni Baglione. Να χλευάζεις την έλλειψη ταλέντου του κι αυτός να σε μηνύει για δυσφήμιση. Τόσο κατάλαβε!

Να συλλαμβάνεσαι, να φυλακίζεσαι, να φυγοδικείς, να φυλλορροείς από πάθος ύπαρξης και τελικά να τιμωρείσαι απ' τους μέτριους που δεν αντέχουν την υπεροχή σου. Να ζωγραφίζεις το σκοτάδι σε βαθμό που να κολάζεται ο ίδιος ο εωσφόρος· και το φως έτσι ώστε να καταυγάζει μόνον το έρεβος. Στις 18 Ιουλίου του 1610 ο θάνατός σου· Πόρτο Ερκολε· 28 Ιουλίου ανακοινώνεται στη Ρώμη. Ειρωνεία, ο Baglione θα εκφωνήσει με φωνή κόρακα τον επικήδειο· θα καταστεί κι ο βιογράφος σου. Τίποτε δεν μπορεί να σε προφυλάξει απ' το ασήμαντο. Οπως πάντα.

Κατάθλιψη. Από τη χειροπιαστή γύρω μου αγένεια, την επιθετικότητα ακόμη και των παιδιών, το γλοιώδες των ενηλίκων. Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν αμέριμνοι με τα καλά τους χωρίς να γνωρίζουν πόσο νεκροί είναι. Πόζες, φιλιά, φιλάκια «να 'στε καλά», χαιρετίσματα, χειραψίες, δέρμα ψαριού στην αφή, λίγδα στο βλέμμα, όνειρα για το καλύτερο, παχυσαρκία, άποψη, ενοχλητικός, ο, όποιος, διπλανός, ξέχειλο το ξύγκι, απελπισία. Ο κοιμισμένος μπάτσος ξυπνάει αιφνιδίως μέσα τους κι αναλαμβάνει δράση. Καρφώματα, επιτήρηση, χαφιεδισμός με προοδευτικό πρόσημο, πείνα, ζήλια, βαθύτατο αίσθημα κατωτερότητας που εκρήγνυται πολλαπλασιαστικά. Ο μικροαστός (θέλει να) τα 'χει όλα. Ο ποιητής έχει τίποτε. Βρίσκει όμως το δρόμο προς το εκστατικό. Εξω κι απ' τη γλώσσα την ίδια! «Δεν εκτίμησα ποτέ την ιερόδουλη γραμματική. Δεν θα πληρώσω εγώ τα νοσήλεια της σύνταξης» (Καρούζος).

«Αληθής ιστορία» του Λουκιανού. Ανθρωποι με φελλούς στα πόδια που μπορούσαν να περπατούν επί της θαλάσσης, πού τέτοια τώρα. Ο φελλός μετέστη αλλού. Ανέβηκε πιο πάνω. Κάποιοι, τέλος, πιστεύουν ότι ο Βαν Γκογκ αυτοκτόνησε για να γράψουν οι ίδιοι λυμφατικά διδακτορικά και να διδάξουν τέχνη με τον μόνο τρόπο που μπορούν: τη γραφειοκρατία. Καταιονισμός θλίψης...

ΥΓ.1: Να 'βρεχε τουλάχιστον. Να πήγαινε ο Θεός προς νερού του.

ΥΓ.2: 1947, πριν 60 χρόνια. Ο Σκαλκώτας γράφει το υπέρκομψο κοντσερτίνο του: Νεοκλασικισμός και τάξη σε μιαν καθ' όλα άτακτη εποχή. Οπως και τώρα!



7 - 14/10/2007

5 σχόλια:

  1. Σχετικό με αυτό που γράφεις και αυτό που λέει ο Μπονιουέλ:

    "Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι μια έννοια που ζει λίγο• μέχρι να την ξεκουμπώσεις, να παραμερίσεις το εσώρουχο που καλύπτει το σώμα της. Μέχρι να την δεις να καίγεται, καθ’ όλα ψεύτικη, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου."

    (από το βιβλίο Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, εκδ. Απόπειρα 2010, 2012)

    Πολλούς χαιρετισμούς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αρριανός ή Λουκιανός;


    Ανδρέας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ασφαλώς Λουκιανός! Το διόρθωσα ήδη, θερμές ευχαριστίες.

      Διαγραφή
  3. Σπύρος Ν. Παππάς26 Ιουνίου 2012 - 11:28 μ.μ.

    "...Τόσοι πεθαμένοι κυκλοφορούν αμέριμνοι με τα καλά τους χωρίς να γνωρίζουν πόσο νεκροί είναι."

    ΒΡΑΔΙΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ (Θ.Ντόρρος, Στου Γλυτωμού το Χάζι, Παρίσι 1930) :

    "[...] Μεσ' στο σκοτάδι
    που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
    κανένας άλλος ζωντανός.
    Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
    σαν τάφοι σηκωμένοι μονομιάς.
    Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
    Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
    ξαφνιάζει κάποιονε και φεύγει,
    τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

    Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε. [...]

    -----------------------------------------------

    ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΛΑ ( Θεόδωρος Ντόρρος, Στου Γλυτωμού το Χάζι, Παρίσι 1930)

    Ξεχείλισμα Κυριακάτικης περιττότητας.
    Αυτήνε μόνο βλέπεις.
    Χυμένη στη φύση
    τυλίγει την κάθε ακτίδα του ήλιου.
    Μέσα στις φλέβες μου όλες,
    ως έξω στις πιο μου κυρίαρχες σκέψεις.
    Τίποτ' άλλο δεν είναι.

    Τ' αναιμικό αντρόγυνο της εργατιάς σέρνει ανάμεσά του ένα παιδάκι.
    Με αργοκίνητη απόλαυση.
    Κατάδικο σ' ανήθικη συνέχεια κατάντειας.

    Στις φορεσιές, στις στάσεις, στα κουνήματα,
    σε ό,τι θέλουνε να κρύψουν, να κάνουνε ακόμα
    πιο μεγάλο
    κι απ' του αγνώστου μας το φόβο,
    παντού το τελειωμένο
    το ανθρώπινο.

    Πατάνε.
    Ολοκάθαροι και νηστικοί.
    Γυρεύουνε. Χαμένοι.
    Μαζί και κείνος που μεγάλωσε στους Κυριακάτικους περίπατους,
    ανάμεσα στους περιπατητές.

    Τα πρόσωπα όλα γνώριμα, αδιάφορα.
    Σαν τον εαυτό σου.
    Τις άλλες μέρες μακριά, σήμερα ξένος.
    Κι αυτοί έχουν αφήσει κάπου ό,τι δικό τους.
    Κουνιώνται ολόγυρά σου,
    τόσο ίδιοι,
    τόσο άχρηστα διαφορετικοί.
    Παιγνίδια που ξεφύγανε,
    ανάμεσα σε τόσα άψυχα.
    Ασύντριφτα.
    Μπορώ να τους κοιτάζω άφοβα,
    κι ας μας χωρίζει όλους μας κατάβαθα
    πανάρχαιος δεσμός χυδαίας πάλης.

    Κάποιοι μου κάνουνε για λίγο συντροφιά
    με τις δικές μου τις ψευτιές που βάζω μέσα τους.
    Μα όλο τους αφήνω.
    Μακριά τους,
    σε μια ξεχωρισιά.

    Σβύνεται κάθε νόημα,

    κι οι κόσμοι πού 'λαμψαν ποτέ στο μοναχό ξαστέρωμα.

    Μα κι έτσι μαζί σου σα βρεθείς,
    χαμένος τότε πιο πολύ.
    Και πια μονάχα κρατημένος
    απ' του χαμού την ομορφιά.

    Αρχίζει τ' όνειρο,
    κείνο που μέσα του ποτέ σου δε ρωτιέσαι :
    γιατί είσ' εκεί;
    γιατί είναι όλα έτσι;
    με το φόβο.
    ποτέ δε θα ξυπνήσεις. Τ' όνειρό σου μονάχα θα σβήσει.

    Δε θα μπορούσε νά 'ναι αλλοιώς.
    Συγκρίσεις δεν υπάρχουνε.
    Κι ανακουφίζεσαι. με υποψία.
    Κι η τύψη πάλι εκεί,
    για σένα, για τους άλλους, για το μεγάλο γύρω σου.
    Στιγμές σου μένουνε στη ζάλη.

    Χαρά.

    Τ' αγαπημένο σώμα σου σε καρτερεί
    και σε μικραίνει τόσο,
    σε χώνει ακαίριο μέσα του,
    και βρίσκεις έτσι ποιά θα σε σώσει συντροφιά...

    Ακόμα μέσα στ' όνειρο.

    Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
    Ανάμεσα στους περιπατητές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σαν να γράφτηκε μόλις χτες ή μάλλον ... αύριο!

      Διαγραφή