Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Athens Voice Περί κακών ηγεσιών

Μπορεί η Σώτη μερικές φορές να μιλάει επί παντός επιστητού ή να τσιρίζει γεροντοκορίστικα, αλλά μερικές φορές κάνει διάνα. Ιδού η απόδειξη (αφήστε που τα λέει πιο καλά από τον Βαρουφάκη):

Από την Σώτη Τριανταφύλλου

Περί κακών ηγεσιών

Οι μαρξιστές –αυτό το ιστορικό είδος των control freaks– πιστεύουν πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, πως όλες οι κοινωνικές εξελίξεις οφείλονται σε νομοτέλειες, στις οποίες συγκαταλέγονται οι οργανωμένες συνωμοσίες της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, το τυχαίο είναι ισχυρότερο από μας – και καθώς δεν το αναγνωρίζουμε προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε με επιστημονικούς όρους ακόμα και όσα δεν μπορούν να ερμηνευτούν παρά μόνο μέσω της ανθρώπινης βλακείας.
Yπάρχουν, όπως γράφουν συχνά οι δημοσιογράφοι, «καλύτερα» και «χειρότερα» σενάρια, υπάρχουν ευεργετικές και καταστροφικές περιπτώσεις ανθρώπων που βρέθηκαν στην εξουσία, που εμφανίστηκαν στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή ή στον κατάλληλο τόπο την ακατάλληλη στιγμή. Πρόκειται για φαινόμενο sliding doors: αν η πόρτα άνοιγε νωρίτερα κάποιος άλλος θα αναδυόταν, αν η πόρτα άνοιγε αργότερα...
Πέραν των ακραίων περιπτώσεων –του Χίτλερ, για παράδειγμα, που θεωρείται ο χειρότερος ηγέτης όλων των εποχών (μολονότι υπάρχουν κάμποσοι που διεκδικούν τη θέση)– η κακή ηγεσία αποτελεί συνδυασμό αναπόδραστων «νομοτελειών» και απλής, κακής τύχης. Υπό αυτή την έννοια, οι κακές ελληνικές ηγεσίες δεν είναι ούτε το εύλογο αποτέλεσμα των συνθηκών, ούτε ένα προϊόν της μοίρας, αλλά μια περίπλοκη συνύφανση ιστορικών δεδομένων και τυχαίων γεγονότων. Λόγου χάρη, το φαινόμενο του σοσιαλιστικού λαϊκισμού που παρατηρήθηκε με τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν ήταν αναπόφευκτο και απολύτως δικαιολογημένο από ιστορική άποψη, όπως δεν ήταν αναπόφευκτος, προσφάτως, ο παραγκωνισμός του Ντομινίκ Στρος-Καν από το ΔΝΤ και από τη γαλλική πολιτική σκηνή. Η ιστορία δεν είναι ακριβής επιστήμη όπως τα μαθηματικά και η χημεία.
Εξάλλου, οι κακές ηγεσίες είναι ο κανόνας και οι καλές είναι η εξαίρεση. Απλούστατα, το κοινωνικό σύστημα, ιδιαίτερα στη Δύση, έχει υποστεί τόσες αναβαθμίσεις και επανορθώσεις ώστε φαίνεται να διαθέτει μηχανισμούς feed-back και, μέσω των θεσμών, να προχωρεί όπως το τρένο στη σιδηροτροχιά. Το πρόβλημά μας στην Ελλάδα –να πού θέλω να καταλήξω– είναι ότι οι κακές ηγεσίες είναι ακόμα πολύ σημαντικές διότι δεν υπόκεινται σε ζωντανούς θεσμούς· τα πρόσωπα παραμένουν ισχυρότερα από τους θεσμούς. Αυτές οι ηγεσίες είναι, όπως προαναφέρθηκε, συνδυασμός αντικειμενικών συνθηκών και φαινομένου sliding doors.


Σήμερα παρατηρείται σχεδόν ολόκληρο το πακέτο της παροιμιώδους κακής ηγεσίας: ανικανότητα/αναρμοδιότητα, συντηρητισμός/φόβος έναντι της προόδου, έλλειψη αυτογνωσίας και αναγνώρισης των λαθών, αδιαφορία/αναισθησία, διαφθορά, φατριοποίηση (αυτό που ονομάζεται insular leadership: «τα δικά μας τα παιδιά»), οκνηρία, ψευδολογία. Όλα αυτά δεν συνιστούν απαραβίαστη νομοτέλεια· αντιθέτως, μπορούν να ανατραπούν αν μεταλλαχθούν οι «κακοί οπαδοί» που βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση με τους κακούς ηγέτες.
Υπάρχει εξίσωση στην ηγεσία: οι κακοί ηγέτες δεν είναι οι μοναδικοί ένοχοι της κάθε επιδεινούμενης κατάστασης. Οι ηγέτες έχουν ανάγκη οπαδών: ακόμα και οι χειρότεροι εγκληματίες της εξουσίας διέθεταν ισχυρά λαϊκά ερείσματα. Το να διαμαρτυρόμαστε για τις κακές ηγεσίες αλλά να δίνουμε δίκιο σε όσους τις αναδεικνύουν αποτελεί σφάλμα της λογικής.


Εντοπίζω συχνά διάφορα αλλόκοτα άτομα που έχουν καταλάβει θέσεις εξουσίας –από την ελληνική κυβέρνηση μέχρι το ΔΝΤ– και αναρωτιέμαι από πού έρχονται, ποια τυχαία κατάσταση τους τοποθέτησε εκεί, ποιος τους στηρίζει, τι καλύπτει την ασχετοσύνη τους: εγωκεντρικοί απατεώνες, ψυχαναγκαστικοί ψεύτες, εξουσιομανείς αγράμματοι, σεξομανείς νάρκισσοι... Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έχει σίγουρα πολλούς εχθρούς αλλά δεν βρέθηκε στην κορυφή της ιταλικής εξουσίας μέσω πραξικοπήματος· το ίδιο ισχύει για πολλούς πολιτικούς που θεωρούνται είτε «αντιπαθητικοί» όπως ο Νικολά Σαρκοζί, είτε καταστροφείς και παταγωδώς αποτυχημένοι όπως ο Γιώργος Παπανδρέου.
Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την ανηθικότητα του Χίτλερ, του Στάλιν, του Πολ Ποτ, του Μουγκάμπε, του Μποκάσα ή του Καντάφι. Το δυσκολότερο είναι να διακρίνει τους δράστες των μεγάλων οικονομικών κρίσεων και της κακοδιαχείρισής τους στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών: στο δημοκρατικό πολίτευμα οι κακές ηγεσίες δεν σκοτώνουν μαζικά, αλλά, με τη συναίνεση των κακών οπαδών επιδίδονται σε οικονομικές φρικαλεότητες, οι οποίες ουδόλως αποτελούν φυσιολογικό στάδιο της ιστορίας.
Διαπιστώνουμε μια μάλλον σκοτεινή, αλλά ίσως παροδική πραγματικότητα: λιγοστοί είναι οι νέοι που ενδιαφέρονται για την πολιτική σταδιοδρομία –πιθανώς κομίζοντας ένα καινούργιο ήθος– ενώ, ταυτοχρόνως, φαίνεται να εκπίπτει ή να παραμένει στάσιμο το χαμηλό επίπεδο των ηγεσιών διεθνώς. Αυτό το χαμηλό επίπεδο της πολιτικής συμπληρώνεται και αντιστοιχεί στο εξίσου χαμηλό επίπεδο των στελεχών των διεθνών οργανισμών που έχουν ενισχυθεί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η κ. Κριστίν Λαγκάρντ χαρακτηρίζεται από βαθιά άγνοια την οποία κρύβει πίσω από ατρόμητη κομψότητα. (Παρακολουθώ τις συνεντεύξεις της, σας διαβεβαιώ πως λέει ό,τι να ’ναι).
To τυχαίο, μαζί με τα μειονεκτήματα της ανθρώπινης φύσης, επικρατεί ακόμα και στις καίριες συνεδριάσεις κορυφής. Οι κακές ηγεσίες παρασύρονται σε οκνηρή ομοφωνία, σε πρόχειρες, βιαστικές και ανόητες αποφάσεις. Η ιδέα ότι όλα όσα συμβαίνουν είναι απόρροια οργανωμένων σχεδίων –με ή χωρίς δεοντολογικό κώδικα– στερείται υλικής βάσης: ηγέτες, σύμβουλοι και παρακαθήμενοι –μερικοί εκλεγμένοι, άλλοι φυτρωμένοι σαν μανιτάρια– αποφασίζουν για όλους εμάς, όχι σπάνια μεταξύ δύο τζιν με τόνικ που μπορούν να γίνουν, άνετα, τρία. Ο Νικολά Σαρκοζί, στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, περνούσε περισσότερο χρόνο στέλνοντας sms στην τότε σύζυγό του με την οποία δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά, παρά καταστρώνοντας το κυβερνητικό του πρόγραμμα.
Για μια ακόμη φορά, οι θεσμοί και οι νόμοι καθώς και οι εξαιρέσεις –πολιτικοί με ήθος και όραμα– σώζουν τον κόσμο από το ναυάγιο. Οι ίδιοι αυτοί θεσμοί, νόμοι και πολιτικοί, αν και βασίζονται στη συνεργασία του πλήθους, δεν συντάσσονται με το πλήθος· προπορεύονται, σκέφτονται καλύτερα, σκέφτονται «μπροστά». Για παράδειγμα, ο Φρανσουά Μιτεράν και ο Ρομπέρ Μπαντεντέρ κατάργησαν τη θανατική ποινή αν και πάνω από το 50% των Γάλλων τασσόταν υπέρ της. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα ούτε το 15% των Γάλλων δεν κάνει πια λόγο για τη θανατική ποινή. Διανύουμε μια περίοδο χωρίς Μιτεράν και Μπαντεντέρ, στην οποία, ωστόσο, υπάρχει χώρος για καινούργιες ιδέες και πρόσωπα που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να παραμερίσουν τους κακούς ηγέτες – κυρίως όσους θα ονομάζαμε «misleaders» αντί για «bad leaders». Tώρα, περισσότερο από ποτέ, είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρεθεί κάποιος στο κατάλληλο μέρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου