Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Ο αόρατος θίασος επισκέπτεται τη ζωγραφική του Αδριανού Σωτήρη

Εγκαίνια απόψε στις 8μ.μ. Γκαλερί Σκουφά 4, Κολωνάκι


Η ζωγραφική είχε ανέκαθεν την δυνατότητα να αποκρυσταλλώνει το πολύτιµο και να διαστέλλει το υποκειµενικό. Να δηµιουργεί µε αφορµή τον κόσµο έναν άλλο κόσµο υπερβαίνοντας την προφάνεια των πραγµάτων. Σήµερα, στην εποχή των χυδαίων, δηλαδή των χωρίς σάρκα και χωρίς νόηµα, εικόνων, η ζωγραφική υπερασπίζεται ακόµη τη µεταφυσική της εικονοποιΐας, τον ζωτικό µύθο της ανα-παράστασης. 
Ο Αδριανός Σωτήρης, ροµαντικός σε µια αντιροµαντική εποχή, είναι ένας ζωγράφος µιας προικισµένης γενιάς που διεκδικεί τη χαµένη (;) τιµή της ζωγραφικής και επαναδιαπραγµατεύεται τη θέση της στην Ιστορία αλλά και σε ένα πολιτισµό που έµαθε να καταναλώνει οµοιώµατα (simulacres) αντί να δηµιουργεί αξίες ή να διατυπώνει ερµηνείες. Ο Barthes πάλι θεωρούσε το µονόπλευρα αναπαραστατικό, το ρεαλιστικό στοιχείο χυδαίο εξ αιτίας ακριβώς της προφάνειάς του. Εφόσον αυτό που µετράει στη τέχνη είναι, πρωτίστως, το µυστήριο. (Εδώ µιλάει ο µύστης και µάγος της εικόνας De Chirico). Αυτό το µυστήριο, αυτή η ανάδυση ενός φασµατικού σύµπαντος όπου το όνειρο και ο εφιάλτης συµπλέκονται, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής του Αδριανού. Ξεκινώντας από τα απλά πράγµατα που αγγίζει στο ατελιέ του και συνεχίζοντας στα σώµατα των µοντέλων του, σώµατα άλλοτε παγίδες και άλλοτε φυλαχτά, δηµιουργεί ένα εξεζητηµένο θέατρο µορφών όπου το εξωπραγµατικό και το φανταστικό δεσπόζουν σαν λύτρωση από το µαρτύριο της καθηµερινότητας. Είναι τότε που η τέχνη του καθίσταται όχι απλά επικοινωνιακή αλλά βαθιά ερωτική. Δύναµη του Αδριανού είναι το σχέδιο και οι πολύπλευρες δυνατότητες του. Έπεται το χρώµα, υποβλητικό, συχνά εκρηκτικό, να επιχειρηµατολογεί σχετικά µε τις αντιστάσεις του φωτός µέσα στην επικράτεια της νύχτας και να υποστηρίζει πως το τροµερό µπορεί να γίνει εµβρυουλκός της πιο παράξενης οµορφιάς...
Μιλώντας για τη ζωγραφική του σήµερα δεν θα ήταν άσκοπο να κάνουµε µια µικρή αναδροµή στην ιστορία του θεάτρου. Το νεότερο θέατρο σαν ένα κουτί της Πανδώρας -µια boîte που αποκαλύπτει την πιο ολοκληρωµένη ψευδαίσθηση της πραγµατικότητας-, εµφανίζεται για πρώτη φορά στην Ιταλική Αναγέννηση και λειτουργεί ως µια εφαρµογή στο χώρο των προοπτικών επιτευγµάτων της δισδιάστατης ζωγραφικής. Έκτοτε οι δυο αυτές τέχνες συµπορεύονται σε τρόπον ώστε να υπάρχει πολλή σκηνική δράση φερ’ ειπείν στις ζωγραφισµένες οροφές του Μπαρόκ (ο Pietro da Cortona ή ο Andrea Pozzo κατ’ ουσίαν σκηνογραφούν το υπερφυές θέαµα στο ταβάνι του Palazzo Barberini ή στον San Ignazio της Ρώµης) αλλά και πολλή ζωγραφική στις εικαστικότατες παραστάσεις που ανεβάζουν π.χ. οι Bibiena στις διάφορες αυλές της Ευρώπης. Η ουσία είναι µία: η ζωγραφική παραµένει µια µήτρα εικόνων και το ιδανικό µοντέλο αντιπαράστασης τόσο για το θέατρο όσο και για τη φωτογραφία, το σινεµά η τη βιντέο αρτ αργότερα.


Είναι άρα φυσικό πολλοί ζωγράφοι που επιµένουν όπως ο Αδριανός Σωτήρης και στη δραµατική αφήγηση και στα ιλλουζιονιστικά εφέ να κρίνονται αισθητικά και µε όρους θεάτρου. Πρόκειται βέβαια για ένα θέατρο που παρίσταται χωρίς λόγια και που εγκλωβίζει τους πρωταγωνιστές του σε µιαν απατηλή ακινησία. Πίσω όµως από την χρωµατισµένη επιφάνεια, η υπόθεση κορυφώνεται και εναπόκειται στο θεατή να δώσει τη λύση που ο ίδιος προκρίνει. Θα το πω απλά: ο Αδριανός Σωτήρης, µε τη τωρινή ενότητα της δουλειάς του, αγγίζει την ωριµότητα συνδυάζοντας τον εικαστικό προβληµατισµό µε την υποβολή του θεάτρου αλλά και τα αφηγηµατικά ευρήµατα της εικονογραφίας (illustration). Το αποτέλεσµα είναι µια ζωγραφική µε έντονα εξωπραγµατικά στοιχεία, µε συνειδητές, λοξές µατιές στην ιστορία της τέχνης, κυρίως τον Ροµαντισµό, σαν να µην µπορεί το σήµερα να δικαιολογήσει την ύπαρξή του χωρίς τη συνδροµή του χτες. Dali ή Eakins ή µήπως οι Φλωρεντινοί του Quattrocento που µελέτησε πρόσφατα στην Ιταλία;
Για τη ζωγραφική του Αδριανού εν αρχή ην το σώµα, δηλαδή το µυστήριο της ζωής καθώς εκκολάπτεται µέσα από το µυστήριο του φωτός και το µυστήριο του σκοταδιού. Το µυστήριο της σκιάς, εν τέλει, που τέµνει στα δυο το κόσµο... Και τότε αναδύονται όντα παραισθητικά διεκδικώντας ύπαρξη µέσα από το παραµύθι ή τον εφιάλτη. Είναι τότε που αρχίζει το θέατρο να καταλαµβάνει τους πίνακές του σαν παράφορος εισβολέας. Και είναι τότε που ο θεατής εµπλέκεται στη σαγήνη στη δραµατικής πλοκής κι ένας αόρατος θίασος, ανάλογος µε εκείνον του τροµερού Αλεξανδρινού που επίσης αγαπούσε το θέατρο, ανατρέπει τα δεδοµένα της πραγµατικότητας και µεταγγίζει στις συνθέσεις του ένα παραισθητικό ντελίριο. Αίφνης, οι νεόπλαστοι, ο Άδαµ και η Εύα ανάβουν συµβολικές φωτιές επιβίωσης και οι συνοδοιπόροι του Gilgamesh σε παρασύρουν σε αυτό που λάµπει εµπρός στα µάτια σου έστω και αν δεν υπάρχει. Μέσα από ένα χάος εικόνων µε κρανία, πρίσµατα, παράξενα φυτά, ποίκιλα σύµβολα ζωής και θανάτου, κλεψύδρες που δεν µετρούν αλλά τιµωρούν το χρόνο, το αόρατο διεκδικεί τα δικαιώµατά του πάνω στο ορατό. Πλάνη των αισθήσεων; Μάλλον θρίαµβο των παραισθήσεων. 
Προσέξτε τον πίνακα µε τη γυναίκα που αντανακλά ισόποσα τη γύµνια της στο είδωλό της. Ποτέ οι ιλλουζιονιστές µέτρ των 19ου αι. , π.χ. ο Bouguereau, δεν θα τη ζωγράφιζαν έτσι. Παρά την διαβολεµένη τους τεχνική δεν ήταν ποτέ τους τόσο υποψιασµένοι. Ή, το φασµατικό φως του υπολογιστή µε το ερυθρό κοντράστο του ποντικιού που αντιθέτει µοναδικά στα µάτια του µοναχικού θεατή την µέσα νύχτα µε την έξω νύχτα. Το όλο σκηνικό ο Calderon θα το ονόµαζε Gran Teatro del Mundo.  Παρ’ όλα όµως τα ροµαντικά στοιχεία, ο υψηλός κλασικισµός του Αδριανού και η νευτώνεια οργάνωση των ζωγραφικών του κόσµων συχνά τον προφυλάσσουν από τα λάθη που καιροφυλακτούν στην υπερβολή. Ενώ η παραφορά παραµένει σταθερά η πιο σταθερή αρετή του.
Συνοδοιπόρος και συνοµήλικος καλλιτεχνών µε σηµαντική παρουσία στο χώρο όπως ο Νίκος Μόσχος, ο Σάββας Γεωργιάδης ή ο Τζουλιάνο Καγκλής, ο Αδριανός γρήγορα απέκτησε το δικό του απόλυτα προσωπικό και αναγνωρίσιµο ύφος. Η θεατρικότητα πάντως είναι νοµίζω το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό του επιτρέποντας στο παράλογο να εισβάλει σε µιαν κατά τα άλλα εύτακτη καθηµερινότητα. Όπως συµβαίνει στον πίνακα-αλληγορία της τηλεοπτικής κόλασης µε πρωταγωνιστές έναν γεροδιάβολο που σέρνει µια ουρά δράκου και µια γυναίκα µε ένα παιδί που κρατάει στα χέρια του ένα πρίσμα. Ζωγραφικά µιλώντας, η πληθωρικότητα της φόρµας συχνά εναλλάσσεται µε λιτές µονοχρωµικές επιλογές, όπως συµβαίνει µε τους απροετοίµαστους µουσαµάδες στο δέντρο-αιδοίο και τα σπαράγµατα των κλαδιών-σωµάτων που µοιάζουν µε τα κατακρεουργηµένα µέλη του αδελφού της Μήδειας. Πρόκειται, κατά τη γνώµη µου, για µερικά από τα καλύτερα έργα της έκθεσης, µε αναφορές στον David, τον Ingres και τον Géricault. Κυρίως γιατί τα σώµατα  αποδίδονται κατάστικτα τόσο από το τρόµο του θανάτου όσο και από το τρόµο της ζωής. 
Έχουµε να κάνουµε εν τέλει µε µια χορταστική, “δουλεµένη” στη λεπτοµέρεια της, ζωγραφική που ξέρει καλά να κρύβει, όπως θα έλεγε ο Hoffmannstahl, το βάθος στην επιφάνεια των πραγµάτων...

Μάνος Στεφανίδης
Τήνος 21/9/2015




4 σχόλια:

  1. Αγαπητέ Μάνο,
    θεωρώ ότι η μόνη χρησιμότητα τέτοιας ζωγραφικής (με την κατάλληλη κορνίζα) είναι διακοσμητική, χωρίς κανέναν άλλο λόγο ύπαρξης.
    Φιλικά,
    Χρίστος Χριστοφής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ Μάνο,
    θεωρώ ότι η μόνη χρησιμότητα τέτοιας ζωγραφικής (με την κατάλληλη κορνίζα) είναι διακοσμητική, χωρίς κανέναν άλλο λόγο ύπαρξης.
    Φιλικά,
    Χρίστος Χριστοφής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Από την ακαδημαϊκή πρωτοπορία προτιμώ τον ειλικρινή και απενοχοποιημένο νεοακαδημαϊσμό. Τώρα, ως προς το ιλουστρέισιον και τη διακόσμηση, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

      Διαγραφή
  3. Νόμιζα πως ο κος Στεφανίδης έχει κάποιο κριτήριο. Αποδεικνύεται πολύ ελαστικό όμως. Κακή ζωγραφική

    ΑπάντησηΔιαγραφή