Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

ΦΩΤΟΡΟΜΆΝΤΖΟ

(Ψυχοσάββατο)


Μία συγκινητική ιστορία συναισθημάτων αλλά και δοκιμασίας ή υστέρησης των συναισθημάτων αυτών από το όχι και τόσο μακρινό '60. Μια εποχή δύσκολη, αθώα αλλά και βαθιά ρομαντική. Απελπισμένα ρομαντική, θα έλεγα.
Στην πρώτη φωτογραφία αυτού του φωτορομάντζου - ήταν πολύ της μόδας τότε τα σχετικά περιοδικά και διαβάζονταν αχόρταγα ιδίως από τα κορίτσια - η Ελένη από τον Πειραιά, μόλις δεκαοχτώ χρονών, αρραβωνιάζεται εν μέσω συγγενών, τον ως τότε άγνωστο της Χρήστο από την Χίο, ετών είκοσι πέντε, εμπρός στην φωτογραφία του. Ο Χρήστος είναι ναυτικός, ταξιδεύει στους ωκεανούς, λείπει μήνες και το μυστήριο, η αλλαγή των δακτύλιων αρραβώνων, τελείται μέσω των συγγενών του και των συγγενών της αρραβωνιζομένης.Τόπος η Ευγένεια στο Κερατσίνι δίπλα στο στρατιωτικό εργοστάσιο της Κοπής όπου η Ελένη (Νίτσα) δουλεύει καθημερινά ως γαζώτρια. 
Η Ελένη έχει χάσει και τους δύο γονείς της στον Εμφύλιο, στα μαύρα Δεκεμβριανά - ήταν μόλις τεσσάρων ετών και είχε και δύο αδέλφια μικρότερα. Τη Μαρίκα τριών και τον Αντώνη δύο.  Μετά από οικογενειακό συμβούλιο των αδελφών των γονέων της - όσων είχαν καταφέρει να σωθούν - αποφασίστηκε να δοθεί η ίδια σε μιαν αδελφή ή πρώτη εξαδέλφη - δεν θυμάμαι - του σκοτωμένου πατέρα της Κυριάκου. Έτσι από το πατρικό της στα Ταμπούρια, βρέθηκε λίγο πιο πάνω, στην Ευγένεια, κοντά στο νεκροταφείο της Ανάστασης για να μεγαλώσει έκτοτε με την οικογένεια του θείου Βασίλη και της θείας Στέλλας. Μαζί με τον γιό τους και εξάδελφο της Δημήτρη. Όμοια παραδόθηκαν σε συγγενείς και η μικρότερη αδελφή κι ο αδελφός της. Συγκινητική αλληλεγγύη εκ των ενόντων μεταξύ ανθρώπων που τους είχαν αφανίσει και η Κατοχή και ο Εμφύλιος.
 Όμως τώρα, στην πρώτη φωτογραφία,  η Νίτσα ζει τη μεγάλη στιγμή της ζωής της, τη χειραφέτηση της εμπρός σε μιαν άψυχη φωτογραφία του μελλοντικού συζύγου - ο θείος Βασίλης την αγαπούσε αλλά ήταν πολύ βαρύς ως χαρακτήρας. Προσέξτε, εν προκειμένω, το κλειστό ως το λαιμό, αυστηρό φόρεμα που φοράει. Ενδεχομένως το έχει ράψει η ίδια με τη βοήθεια της θείας Στέλλας έτσι ώστε η μέλλουσα νύφη όχι μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται τίμια και αγνή από δέκα χιλιόμετρα μακριά.
Πίσω της διακρίνονται ο αδελφός της Αντώνης κι ο εξάδελφος της Δημήτρης. Την πόζα συμπληρώνουν η θεία και ο θείος, οι άλλοι της γονείς. Λεπτομέρεια: Κι ο γαμπρός είναι ορφανός γι' αυτό αλλάζει τις βέρες ένας μακρινός συγγενής του. Κι άλλη λεπτομέρεια: Ο πατέρας της Νίτσας που σκοτώθηκε από την ΟΠΛΑ που είχε βάση τα Μανιάτικα, ήταν τσαγκάρης ο οποίος είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη για μια καλύτερη ζωή ενώ η μητέρα της ήταν η μεγαλύτερη και πιο αγαπημένη αδελφή της μάνας μου. Πλάι σ' αυτούς εκτελέστηκαν κι ο παππούς μου κι ένας ακόμη θείος μου.

Στην δεύτερη φωτογραφία η χαρά των δύο νέων, της Νίτσας και του Χρήστου, έχει ολοκληρωθεί. Ο γάμος έχει μόλις γίνει και οι νεόνυμφοι ποζάρουν ευτυχείς αλλά και ολίγον αμήχανοι. Λευκό νυφικό και πέπλο για εκείνη, μαύρο κοστούμι και λεμονανθός στο πέτο για εκείνον. Όλα νοικοκυρεμένα όπως ήταν η έκφραση της εποχής. Δεν έχει ακόμη αγγίξει ο ένας τον άλλο. Ακόμη. Σε λίγο πάντως ο σύζυγος θα ξαναμπαρκάρει. Μέσος χρόνος ταξιδιών εκείνη την εποχή τα ενάμιση έως δύο έτη. Ο αφηγητής παίζει στο έργο, στο οικογενειακό φωτορομάντζο, ως ο μικρός παράνυμφος δεξιά. Με το άσπρο σακάκι. Όλα τα πρόσωπα αποτελούν αυτοτελείς όσο και αυθεντικές ιστορίες.
 Θα μπορούσε να υπάρχει happy end  αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στον έρωτα ακόμη και όταν ακόμη παίρνει τόσο μετριοπαθείς και ήπιες μορφές. Εντός του δεδομένου, του καθ' ημάς ελληνοχριστιανικού, δηλαδή μικροαστικού  πλαισίου.Τόσο ήσυχες και τόσο ανθρώπινες. Ο Χρήστος, νωρίς θα προσβληθεί από μυασθένεια και θα εγκαταλείψει τις θάλασσες. Θα ζήσει χρόνια σε κατάσταση φυτού. Η σύζυγος του, το κορίτσι της πρώτης φωτογραφίας, ο γιός και η κόρη τους θα τον περιθάλψουν μέχρι το τέλος. Σήμερα η Νίτσα ζει στον Πειραιά, περασμένα ογδόντα, μόνη, κοιτώντας τις παλιές φωτογραφίες επί ώρες. Ή επισκέπτεται τα δύο, ενήλικα παιδιά της. Έχει και δύο εγγόνια. Όταν κοιτάζει στις φωτογραφίες τους σκοτωμένους λέει "ο μπαμπάς" και "η μαμά μου". Κι ας τους γνώρισε ελάχιστα. Ο χρόνος εδώ παγώνει και ακινητεί εμπρός στην ανυποχώρητη θερμή των αισθημάτων. Εδώ θα η μικροαστική ηθογραφία αποκτά όρους υπόκωφης τραγωδίας. Αφού οι νεκροί είναι σταθερά παρόντες, ογδόντα χρόνια τώρα, και μπερδεύονται συνεχώς στα πόδια των ζωντανών. Σε κάθε τους βήμα. Πρόκειται για εκείνη την τραγωδία που, λίγο ως πολύ, έχουν βιώσει τα περισσότερα μεταπολεμικά σπίτια στην πατρίδα μας.
Η ίδια όμως, μεγάλη εξαδέλφη μου, διατηρεί πάντα ένα στωικό χαμόγελο,γεμάτο απορία. Αφού ποτέ δεν κατάλαβε γιατί είναι έτσι η ζωή κι όχι αλλιώς...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου