Νίκος Αναγνωστόπουλος - Το λυχνάρι του Αλαντίν
"Να ζήσει ο καθένας την όποια ζωή του
όχι σαν πιόνι αλλά ως υλικό της Ιστορίας"
Γιατί κάνουμε τέχνη;
Για να αντέξουμε μιαν καθημερινότητα που συχνά ισοπεδώνει την ούτως ή άλλως περιορισμένη ζωή μας και δεν αφήνει διεξόδους. Γιατί να ζήσουμε αλλιώς, εκτός της πεπατημένης και της προαποφασισμένης νόρμας. Τα φτερά που δεν έχουμε καλύπτει η τέχνη. Κάθε μορφής. Αλλά και κάθε μορφή τέχνης συγκροτεί μιαν ιδιαίτερη γλώσσα επικοινωνίας. Από την εικόνα ως τον λόγο και από τον μουσικό ήχο ως την χορευτική κίνηση. Όλα - μπορεί να - είναι τέχνη αρκεί να οδηγούν και τον πομπό και τον δέκτη τους σ' εκείνη την ψυχοδιανοητική κατάσταση που ονομάζουμε αισθητική μέθεξη και ηδονή.
Τί είναι έργο τέχνης;
Νομίζω πως είναι εκείνο το ιδιότυπο δημιούργημα που γεννιέται απρόοπτα, σαν μιαν αιφνίδια θύελλα ή έναν κεραυνό εν αιθρία την στιγμή ακριβώς που το συνειδητό επιτρέπει στο ασυνείδητο ν' αποκαλύψει τους θησαυρούς αλλά και τα φαντάσματα του και να εκφραστεί. Δηλαδή έργο τέχνης είναι εκείνη η πολύτιμη όσο και επισφαλής ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, την τεχνική επεξεργασία και το παιχνίδισμα της φαντασίας, την προσήλωση σε μια ιδέα και την απόρριψη ταυτόχρονα κάθε εγκεφαλικής εμμονής. Ακόμη και σε καλλιτεχνικές εκφράσεις τόσο συνθέτες όσο ας πούμε είναι ο κινηματογράφος ή η όπερα, οι παράγοντες έμπνευση, αυτοσχεδιασμός ή και τύχη βαδίζουν δίπλα δίπλα με την οργάνωση, τον προγραμματισμό αλλά και την σκληρή, μεθοδική εργασία. Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που φωτίζει. Όσο το σκέφτομαι αυτό θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος ορισμός του εικαστικού έργου. Μία κι αυτό έχει πάντα να κάνει με την αγωνία του φωτός να ξεπεταχτεί από το αδιαπέραστο σκοτάδι. Από την άλλη ο κάθε δημιουργός παλεύοντας με τους προσωπικούς του δαίμονες είναι υποχρεωμένος, υπερνικώντας ανασφάλειες ή αδυναμίες, να πιστέψει και να διεκδικήσει τόσο το αριστούργημα όσο και το μαγικό λυχνάρι. Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας που θα έλεγε κι ο Γιώργος Θεοτοκάς. Όλοι οι άλλοι εκεί έξω, οι τεχνοκράτες κι οι προσγειωμένοι, ας δηλώνουν υπεροπτικά άπιστοι. Ο καλλιτέχνης - οφείλει να - είναι ταπεινά πιστός. Αυτός είναι ο Γολγοθάς, αυτή κι η ανάσταση του.
Τις ανωτέρω σκέψεις μού προκάλεσε το περιδιάβασμα στα πολύχορδα και σύνθετα έργα του εικαστικού δημιουργού Νίκου Αναγνωστόπουλου τα οποία δείχνει σε τρεις στοχαστικές ενότητες στην παρούσα έκθεση της Δημοτικής Πινακοθήκης Κυκλάδων. Γνωρίζω τον Αναγνωστόπουλο και από τα οξυδερκή όσο και πολύ προσωπικά του κείμενα όσο και από τις εικονογραφικές του προτάσεις στις οποίες η φωτογραφία, το κολάζ και οι ζωγραφικές παρεμβάσεις δημιουργούν υποβλητικά, συχνά ασπρόμαυρα, σύνολα στα οποία συνυπάρχουν η νοσταλγία και η ποιητική, θεατρική αίσθηση. Κοιτάζοντας τα πράγματα λίγο έκκεντρα, λίγο λοξά, χαμηλώνοντας τους φωτισμούς όπως η σουρντίνα στο πιάνο, ο Αναγνωστόπουλος έχει την ευκαιρία να διαλεχθεί με την ιστορία και να καλέσει τις αγλαές μορφές του παρελθόντος στο σήμερα και να τις επανενεργοποιήσει. Ερωτευμένος με το Αιγαίο και τον πολιτισμό του θέλει η τέχνη του να είναι διαλεκτική συνέχεια αυτού του πολιτισμού κι αυτής της παράδοσης. Και κατά την άποψη μου το καταφέρνει με αρκούντως πρωτότυπο τρόπο.
Είναι απόλυτα ενδεικτικοί των προθέσεων του οι τίτλοι των τριών ενοτήτων που ανέφερα παραπάνω:
Τα όνειρα της πόλης:
(Δηλαδή ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο με πολύ σοβαρά όμως αισθητικά αποτελέσματα)!
Ορίζοντες του νου:
(Μία περιπλάνηση που καθιστά τον θεατή συμμέτοχο και συνταξιδιώτη σε μιαν ασυνήθιστη, συναισθηματική - αισθητική διαφυγή).
Μετά ειδώλια - Κυκλάδες:
(Το εμμονικό - εννοιολογικό θέμα του δημιουργού στο οποίο σταθερά επανέρχεται και με το οποίο ενώνει την αγάπη του για την Σύρο, μια πόλη - σύμβολο του αναδυόμενου νεότερου Ελληνισμού με την διαχρονική τέχνη των Κυκλάδων, τέχνη η οποία αποτελεί τον πρώτο μοντερνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο).
Νομίζω ότι έστω και με τα λίγα αυτά λόγια οι ευαισθητοποιημένοι επισκέπτες θα ψυχανεμισθούν πως κάτι αλλοιώτικο συμβαίνει εδώ. Τα έργα, σας διαβεβαιώνω, αιχμαλωτίζουν με την πρώτη ματιά αλλά διεκδικούν τον χρόνο τους για να αποκαλύψουν κάποια από τα μυστικά τους. Διεκδικούν τον χρόνο σας δηλαδή! Είπαμε: Το λυχνάρι του Αλαντίν δεν παραδίδεται εύκολα. Όμως αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Τα σημαντικά έργα αντιστέκονται στις εύκολες και τις μονοσήμαντες αναγνώσεις απαιτώντας κι ένα δεύτερο βλέμμα. Πιο εσωτερικό. Αυτό είναι κι η άμυνα τους...
ΥΓ. Η ζωγραφική γεννήθηκε από τη ντροπή του κενού. Η μουσική από τον φόβο της σιωπής. Ενώ η ποίηση δημιουργήθηκε από την αγωνία των λέξεων να γίνουν εικόνες. Νομίζω ότι ο Αναγνωστόπουλος γνωρίζει καλά αυτή τη διαδικασία.
Κατά τα λοιπά κι εγώ αντιμετωπίζω τόσο την φωτογραφία όσο και τον κινηματογράφο ως συνέχειες της ζωγραφικής. Ως προεκτάσεις αυτής της αρχέγονης, ανεξάντλητης, πάρα τις κασσάνδρες, μήτρας των εικόνων και τον αέναο όσο και πεισματικό διάλογο, τα δάνεια ή τα αντιδάνεια, ανάμεσα στην κινούμενη μορφή και την στατική. Αφού τα πάντα εκκινούν από μία λευκή επιφάνεια, από μίαν οθόνη, ένα άσπρο χαρτί, ένα κάδρο, ένα πλάνο. Κι αφού όλα είναι στην αρχή ασπρόμαυρα κι ασπρόμαυρα γίνονται και στο τέλος. Απ' την άλλη η ζωγραφική - γραφική - γραφή είναι τόσο αρχαία όσο και το προπατορικό αμάρτημα και είναι το ευνοημένο (ευλογημένο) μέσον δια του οποίου ο λόγος γίνεται σάρκα. Και που το φως γεννιέται από τη σκιά όπως ακριβώς το ορατό από το αόρατο. Ποτέ αντίθετα. Συνεχώς.
Μ. Πέμπτη 2026
Μάνος Στεφανίδης
(Αύριο, Κυριακή, 24/5, στις 12 το μεσημέρι θα ξεναγήσω στην έκθεση)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου