Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Από τον Τάκη Λουκά

Ξεπληρώνει μιά παλιά καταδίκη...ακατάληπτος μέσα στο ίδιο του το σπίτι...μιά μόνιμη θλίψη και η νοσταλγία μιας ολόκληρης αιωνιότητας πρίν γενηθούμε...η αίσθηση πως κάτι έχει χαθεί για πάντα, η βεβαιότητα πως δεν θα ξαναβρεθεί ποτέ...κόσμος μικρόψυχος , άνθρωποι που υπήρξαν και δεν υπήρξαν...

...επιστρέφοντας όμως κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο δεn μπορεί να δεί καθαρά...

..’άραγε υπάρχει Θεός;..’’ σαν να σκέφτηκε..αναθάρρησε αλλά ξανά μελαγχόλησε..’...και πως αλλιώς ο Θεός είναι Θεός αν όχι με τη σιωπή...” σκέφτηκε.. και γι’ αυτό είμαι σίγουρος..μικρά θαύματα της λογικής θα ‘λεγε κανείς...χωρίς να ξέρει πόσο εύκολα ραγίζει μιά καρδιά ή πόσο λίγο βρίσκεται κανείς μες τη ζωή του...

..Και έπρεπε τώρα όλοι εμείς να βγάλουμε τον Θεό απ’ τη θλίψη του..

...κι η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να ‘χεις υπάρξει και άλλοτε

ή να ‘χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές

λέξεις τρομερές σαν προδοσίες κι άλλοτε παρήγορες σαν παλιές φιλίες

μες τη μουσική είμαστε όλοι για μιά στιγμή αιώνιοι...

...α, ζωή μιά χειραψία με το άπειρο πρίν χαθείς για πάντα

τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιό ωραία λύση

ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίκτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη

και τα καπέλα τους επιπλέανε, ναυαγισμένα στη μουσική...

...ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δε θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή...

...το παντελόνι Του το άφησε στα δόντια των σκυλιών. Με το σακάκι Του σκέπασε ένα άγαλμα...τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ αφελής όπως πάντα, πήγα και άνοιξα. Κι έτσι μιά καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο...

...’’ki όtan δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί..για τη δόξα του ανθρώπινου είδους λοιπόν..’’ γράφει για μάς το 2ο σημείωμα της Νέας Εποχής..

...Ο ρολος μου σ’ αυτήν την τρομερή υπόθεση, που τόσο μεγάλη σύγχυση έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη - μυστήριο, τι μπορεί να χρησιμέψει ένας καθρέφτης σε τέτοιες στιγμές - ύστερα κάποιος θα ‘δινε το σύνθημα και θ’ άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιός θα ‘δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ’ απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιός, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μήν τους θυμάται η Ιστορία - αλλά και ποιό θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη ‘χίμαιρα’, άλλοι στη λέξη ‘αθώος’, πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ......σε κείνο το ρομαντικό ρόλο που έπαιζα τότε, ανακαλύπτω τώρα ότι υπήρξε ο πιό αληθινός εαυτός μου...

...Περιμένοντας το βράδυ περνούν μες τον καθρέφτη πρόσωπα που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο ή ένα παράθυρο και ξανάρχονται επίμονα σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας - κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε, όταν δε θα χρειάζεται πιά καμία εξήγηση...

...Ήταν ένα μεγαλόσωμο κτίριο στο χρώμα της ώχρας απ’ όπου μόλις είχα βγεί κι όμως δεν έβρισκα την πόρτα να ξαναμπώ - κι ήταν τρομερή ανάγκη να βρίσκομαι μέσα, κάτι γίνονταν κι έπρεπε να πάρω μέρος, μπορεί να παίζονταν η τύχη μου, ίσως κι η ζωή μου, ένας διπλανός μαγαζάτορας με πλησίασε, ‘τί γυρεύετε;’ μου λέει, ‘την πόρτα’ του λέω, παραξενεύτηκε, ‘δεν είμαστε καλά’ μου λέει, κοιτάζω τότε και τι να δώ, κρατούσα ένα ξυράφι στο χέρι, από εκείνα τα παλιά των κουρείων - κάθισα τότε στην άκρη στο πεζοδρόμιο κι άρχισα να σκέφτομαι, τι ακριβώς δε θυμάμαι, τις ωραιότερες σκέψεις μου ποτέ δεν τις θυμάμαι...

...Ήταν ένα μυστήριο άλυτο που μ’ έκανε να τρομάζω με το παραμικρό κι ‘οταν είδα την πόρτα ανοιχτή, ‘ώστε με διώχνουν’ σκέφτηκα με πόνο κι αυτό το ρίγος που διέσχιζε το έρημο κτίριο ήταν από παλιά ξεχασμένα λόγια και γενικά ήταν κάτι τόσο ακατανόητο που γίνονταν ωραίο, ‘μα ούτε με πρόσεξαν κάν’ ψιθύρισα, κι αυτό το γράμμα που ‘γραψα παιδί είναι ακόμα εδώ μες στο μικρό σχίσιμο της πολυθρόνας - από τότε είναι που άρχισε η φιλία μου με τις σκιές, ώσπου γίνεται κάτι άπιαστο κι έτσι το ‘χουμε πάντα μαζί μας...σιγά σιγά έπαψα να φοβάμαι και σε κάθε χειρονομία έβλεπα την κρυμμένη κίνηση της αιώνιας ανταπόδοσης κι άκουγα την απαλή πνοή που οδηγεί το σοφό στη δίκαιη κρίση του και τον τυφλό στο μεγάλο κήπο...

...Κάποτε θα σου διηγηθούν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου, αλλά εσύ δε θα τίς γνωρίζεις, κι άλλοτε σε μιά πάροδο ή σ’ ένα καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά κι όμως νιώθεις ότι έζησες πολύν καιρό μαζί τους, σε ποιάν άλλη ζωή τάχα ή στη μοναξιά του φθινοπώρου ή μες στ’ όνειρο για ένα κόσμο ωραιότερο - μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος, εγώ δεν είχα ιστορία, όπως τα πιό ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι πιά αργά...

...κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος είναι πυρκαγιές από μιά εξέγερση - δίκαιη ώρα του λυκόφωτος, όταν πλανιόμασρε σε προκυμαίες ή ουρανούς, ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν, ενώ από κάπου ακούγεται μιά μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του...

...Και θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιάς γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή. χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα - σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα πως γυρισμός δεν υπάρχει...

...Ύστερα μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας τον καθρέφτη - υπήρχε εκεί και ένα τρίτο πρόσωπο για το οποίο δε θα μιλήσουμε ποτέ. Τώρα αν θυμάμαι κάτι απ’ τη ζωή μου είναι δυό τρία ήρεμα βράδια και λίγη μουσική απ’ το ανεκπλήρωτο - κι αυτά τα γλυκά λόγια που λέμε στον εαυτό μας όταν μας έχουν όλοι απαρνηθεί...

...Προχώρησα με αρκετό φόβο στη μεγάλη αίθουσα, στο βάθος κάθονταν ο ανακριτής, δυό φρουροι και με ξάπλωσαν σ’ ένα τραπέζι, ‘θα τα πείς όλα’ φώναξε κάποιος κι άρχισα να τους διηγούμαι για τη μητέρα μου; το καλοκαίρι τα βράδια τραγουδούσε μπρός στ’ ανοιχτό παράθυρο, ο παππούς τη συνόδευε με την κιθάρα, το φεγγάρι τους φώτιζε σα να ‘ταν αιώνιοι...ύστερα ένα πρωινό η μητέρα γύρισε απ’ τα μαγαζιά κρατώντας ένα μεγάλο δέμα, ‘αυτό είναι για σένα’ μου είπε, το άνοιξα βιαστικά, ‘μητέρα δε με λυπήθηκες, της λέω - τώρα πιά είναι αργά’, η μητέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη (ήταν ακόμα νέα) ‘πάντα ήσουν αχάριστος ‘ μου λέει...

...είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα και για μιά στιγμή γίνονται όλα τόσο πιθανά...’το ξέρω ότι ματαιοπονώ’ τους έλεγα και τους έδειχνα τα μενεξεδένια σύννεφα...

...Ίσως όλη η ζωή μου να ‘ταν αλλιώς, αλλά είχα κουράσει πολύ τους αγγέλους όταν ήμουν παιδί...κι αργότερα όταν μ’ έδιωξαν μόλις βγήκα απ’ την πόρτα φάνηκε το πρώτο αστέρι σαν ένα μικρό ρόπτρο του απείρου - το χτύπησα κι από τότε το όνειρο δε λέει να τελειώσει...

Είχε άρχισε να ψιχαλίζει, η πόρτα έκλεισε απότομα και δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτ’ άλλο, φυσούσε δυνατά...στο δρόμο εκείνος ο άγνωστος στέκονταν χρόνια ακουμπισμένος στον φανοστάτη ‘’τα ξέρω όλα...’ είπε σιγανά. ‘’τι ξέρει;’ αναρωτήθηκα...γύρω στα μεσάνυχτα ο σταθμάρχης σήκωσε το φανάρι του άξαφνα δίνοντας το σύνθημα για τη μεγάλη απόδραση των παραπλανημένων...Πού θα πηγαίναμε;

...έξω απ’ το κτίριο σωρός πέτρες από μιάν άλλη ιστορία, ζητιάνοι κατά μήκος του δρόμου δοκίμαζαν καινούργιες ιδέες, ‘μην τους ακούς, μην τους ακούς’ έλεγε μιά φωνή σπασμένη απ’ το παρελθόν’, η πλατεία άδεια και στη μέση ένα μοναδικό σιδερένιο τραπεζάκι καφενείου, όπου πάνω του είχαν ακουμπήσει λίγο χαρτί και λίγο μελάνι - τα μόνα που είχαν απομείνει απ’ την καταστροφη - ένας νεκρός σύντροφος γράφει μιά επιστολή σ’ έναν άγνωστο παραλήπτη: ‘Κάποτε μιά μέρα θ’ ανοίξω τα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες οι κλειδούχοι θα ‘χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά, κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος απ’ τους τόσους χειμώνες, τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν, οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι, πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γραμματά μου; κι άν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιό μακρινό...κι ο αέρας κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντα έξω’...

...’’δε με τρομάζεις του λέω - σε ξέρω από άλλες, πιό δύσκολες νύχτες’’ έτσι τον ξεσκέπασα και προσπάθησα από μιά χίμαιρα να φτιάξω ένα ολόκληρο πεπρωμένο...

...όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους...

...Έπειτα είναι κι ο παππούς ‘Θα χιονίζει στη Σιβηρία’ μου λέει. ‘και τι σε νοιάζει;’ του απαντώ. ‘Λάθος μου λέει, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και κρυώνω...ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες...’

...λοιπόν παππού, ποιός είμαι; ποιός είσαι; καιρός να γνωριστούμε καλύτερα - ένα καμπαναριό φεύγει μες στα σύννεφα

ω, ας μήν τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω - που διαβαίνω ανυπεράσπιστος και ωραίος...ήταν σκοτεινά, η πόλη έρημη και κάτι μέσα μου μου έλεγε πώς, Θεέ μου, καλύτερα που ήταν νύχτα γιατί αλοίμονο σε λίγο που θα ξημέρωνε...

...πάθη, φιλοδοξίες, όνειρα, - όλα τόσο μακρινά σαν να συνέβησαν σ’ έναν άλλο κι εγώ απλώς τα θυμάμαι - τη νύχτα ο κόσμος δεν χάνεται μες στο σκοτάδι, αλλά τον παίρνουν μες στον ύπνο τους τα παιδιά επιστρέφοντας κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο...

...λοιπόν τι απόμεινε; ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε στη θέση του...ένας νοσταλός μιας ευτυχίας που έζησε μέσα στ’ όνειρο και ξύπνησε για να πεθάνει - άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πιά...

...Ας καθίσουμε λοιπόν κοντά στον καθρέφτη κι ας κοιταχτούμε στα μάτια, αφού είμαστε ένοικοι της ματαιότητας και θα μας διώξουν σε λίγο...αλλά και ποιός δεν έκλεισε μιά πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση; ή ποιός μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος.....και μόνο την ώρα της καταστροφής αποκτάμε τα παλιά μας δικαιώματα στον ουρανό. Κι άν με βλέπετε να στέκομαι συχνά στον καθρέφτη δεν είναι από φιλαρέσκεια, αλλά πρέπει κάθε τόσο να διορθώνω τη θηλειά που μ’ έχουν κρεμάσει...όσο για το μυστικό το είχα ράψει καλά στη φόδρα του παλτού μου, για μεγαλύτερη ασφάλεια όμως φώναξα ένα παλαιοπώλη και του πούλησα το παλτό...από τότε κοιμάμαι ήσυχος

...τώρα άν θυμάμαι κάτι είναι κάποια όνειρα που έκανα ακουμπισμένος στον ωκεανό...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου