Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

ΧΑΛΕΠΑΣ – ΕΡΩΣ ΘΑΝΑΤΟΥ


Όταν η Αριάδνη ονειρεύεται *

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ, επ. καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών



Η νόσος Κόρσακοφ, δηλαδή η απώλεια της πρόσφατης μνήμης με συνέπεια ο ασθενής για να γεμίσει τα κενά να φιάχνει αγχώδεις ιστορίες -πρβλ. την ταινία «Memento»-, θα μπορούσε να είναι ο ορισμός της λογοτεχνίας ή της όποιας τέχνης των μορφών. Μια ιστορία, δηλαδή, πεποιημένη, στην ξυραφιά φαντασίας και πραγματικότητας, αγκυλωμένη στα διάκενα υπαρκτού-ανύπαρκτου αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε να δίνει οντολογική υπόσταση στη φαντασία.



Η τέχνη που προϋποθέτει και τον εαυτό της και τον ιστορικό χρόνο υπερβαίνει εντούτοις το φαίνεσθαι και διαυγάζει την καταγωγή του είναι. Στα έγκατα το φως! Η νόσος και κάθαρση! Ο τρώσας και ιατρός! Έτσι μπορούμε μόνο να κατανοήσουμε, όχι το πρόβλημα αλλά το θαύμα Χαλεπά. Πρόκειται για τον δημιουργό εκείνο που καταδύθηκε σαν τον Ιωνά στα βάθη, που ρίχτηκε σαν τον Ιωσήφ σ' ένα φρέαρ, αλλά μπόρεσε ν' αναστρέψει το κεφάλι και ν' ατενίσει από τα έγκατα τον ουρανό...

Ο Χαλεπάς είναι περίπτωση του μαχόμενου ευρωπαϊκού μοντερνισμού και μόνο η θεωρητική μας αδυναμία είναι υπεύθυνη για την μη αποκατάστασή του διεθνώς· και η μουσειολογική πρακτική βεβαίως. Πρόκειται για τον πρώτο Έλληνα δημιουργό που αποδίδει τον θάνατο όχι ανεκδοτολογικά, αλλά με κλινικό ρεαλισμό. Οι μελετητές εξαντλούνται στη νεοκλασικιστική σκηνογραφία της «Κοιμωμένης». Κατ' ουσίαν, όμως, η Σοφία Αφεντάκη δεν αποδίδεται στον ρομαντικό τύπο του επιτύμβιο Ύπνου-Θανάτου, αλλά είναι ένα πλάσμα που ψυχορραγεί. Είναι ανασηκωμένη σε ανάκλιντρο, υποστηρίζεται από μαξιλάρια, αναπνέει δύσκολα με μισάνοιχτα χείλη, πνέει τα λοίσθια τώρα. Καμία σύμβαση ως προς το αμετάκλητο γεγονός από την πλευρά του γλύπτη. Εδώ έχουμε αδιαμφισβήτητα το ζεύγμα έρωτος-θανάτου.

Εξήντα χρόνια αργότερα ο Γ. Χ. θυμάται την ανακεκλιμένη μορφή και πλάθει την «Αναπαυομένη» της Εθνικής Πινακοθήκης με δραστικές απλοποιήσεις και αδρή, αδιαμεσολάβητη επεξεργασία του θέματος, έτσι ώστε η νεωτερική φόρμα -το λόγιο στοιχείο- να συνυπάρχει με την αμεσότητα του λαϊκού· της πιο εμπνευσμένης naïveté. Η παράδοση είναι το νερό που τον ξεδιψάει, αλλά το μέλλον είναι αυτό που πρόκειται να τον μεθύσει. Εδώ ο καλλιτέχνης προσεγγίζει τη γυναίκα ως το πλάσμα που δύναται να ονειρεύεται (πρβλ. την «Μεγάλη Ονειρευομένη» του 1931). Τι βλέπει και -κυρίως- τι θυμάται ο μπαρμπα-Γιαννούλης όταν καταπιάνεται μ' ένα γυμνό, γυναικείο σώμα; «Μοντέλο» του είναι η φειδιακή Αφροδίτη που γέρνει στην αγκαλιά της μητέρας της Διώνης στο περίφημο ελγίνειο σύμπλεγμα, αλλά και το θέμα της κοιμωμένης Αριάδνης στη Νάξο.

Αν παραβάλει κανείς το μικρό αριστούργημα του Χ. με τη μεταφυσική «Αριάδνη» του Giorgio De Chirico (Μητροπολιτικό Μουσείο της Ν. Υόρκης), κυρίαρχη ηρωίδα του «Πανθέου» του, θα εκπλαγεί από τις ομοιότητες της φόρμας και τις κοινές πλαστικές διατυπώσεις. Αμφότεροι επιλέγουν τον τύπο της ανακεκλιμένης φιγούρας με το αριστερό χέρι πίσω από το κεφάλι και το αριστερό πόδι ανασηκωμένο. Οι αρχαϊκές «εμμονές» υποδηλώνουν τη λατρεία προς μιαν Ιστορία-δρώσα δύναμη αλλά και την περιφρόνηση κάθε ακαδημαϊκής καλολογίας. Το δράμα δεν εξωραΐζεται και ο μύθος είναι ζων όταν διατηρεί τον τρόμο του. Ο άνθρωπος κατ' ενώπιον στον παρηγορητικό Μύθο, το μεταφυσικό του άλλοθι, παραμένει έκθετος και εμπρός στο δράμα της Ιστορίας και εμπρός στο δράμα της ύπαρξης. Πρβλ. επίσης το έργο του de Chirico «Οι χαρές και τα αινίγματα μιας παράξενης Ωρας», 1913, Μάλιμπου, Καλιφόρνια.



Δύο δεκαετίες αργότερα, στα μέσα του '50, ο Henry Moore θα πλησιάσει το ίδιο θέμα, της «reclined figure», ποντάροντας τόσο στην αρχέγονη υποβολή του πρωτόγονου όσο και στην αντιακαδημαϊκή πρόκληση της avantgarde.

Κατάφερε έτσι να στήσει τα μνημειώδη σύνολα που αδυνατούσαν να κατασκευάσουν οι Κυκλαδίτες. Όμως, η γλυπτική του δεν έχει το βάθος του Giacometti ή το τραγικό αίσθημα του Χαλεπά. Μένει ακόμη να προσμετρηθούν τα ποσά λόγιου και λαϊκού στοιχείου που έλιωσαν μαζί ώστε να παραχθεί αυτή η εκρηκτική πρόταση.

Το συμπέρασμα είναι ένα: Ο Χαλεπάς χρειάζεται σύνθετη προσέγγιση, γιατί τα τρέχοντα εργαλεία των ιστορικών της τέχνης και των φιλολογούντων μελετητών φτάνουν μέχρις ενός σημείου. Από ένα σημείο όμως και ύστερα όχι μόνο δεν επαρκούν αλλά καταντούν γραφικά. Εντάξει, να μετρήσουμε επακριβώς το «παραμύθι της Πεντάμορφης» και να εξηγήσουμε την κατασκευή του. Με τη μυστηριώδη υποβολή του, όμως, πώς ξεμπερδεύουμε;

* Με αφορμή την ομιλία του Μ. Στεφανίδη το Σάββατο 18/5 στη Τήνο  (5ο Παγκυκλαδικό Συνέδριο Συλλόγων Γυναικών).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου