Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Όλη η Ελλάδα μια καθολική και άγρια Πρέβεζα

Ν. Καρούζος




ΘΕΛΩ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΑΣ. Θέλω να στοχαστούμε μαζί. Θέλω ν' ανατρέψουμε τη συνήθεια που θέλει να καταναλώνουμε τις εικόνες σαν χάμπουργκερ. Που θέλει επίσης ν' αγνοεί πως πίσω από κάθε μορφή υπάρχει μια γενεαλογία· δηλαδή πως οι εικόνες έχουν και πατέρα και μητέρα και πολύ περισσότερο προμάμμη. Πως κρύβουν ένα νόημα που το προσφέρουν σαν δώρο στον πείσμωνα της ματιάς, στον τρυφερό τού βλέμματος. Κοιτάξτε αυτόν τον πίνακα και προσπαθήστε να τον διαβάσετε σαν κείμενο. Εισέλθετε ακροποδητί από τ' αριστερά όπως σας οδηγεί η βαρυσήμαντη κουρτίνα η οποία λειτουργεί και σαν αυλαία. Τα γεωμετρικά πλακάκια κάτω επιβάλλουν πειθαρχία, καθώς τα δύο ανθρώπινα όντα απέναντι υποδύονται πανάρχαιους ρόλους: Ο ζωγράφος κυνηγός και το μοντέλο-θήραμα· ανάμεσά τους η διαδικασία αναπαράστασης, δηλαδή μια τελετουργία που καθιστά αιώνιο ό,τι απεικονίζεται και τα δύο αυτά όντα έχουν κερδίσει την αθανασία, έστω της μορφής τους, παρ' ότι γνωρίζουμε καλά ότι κατ' ουσίαν απαθανάτιζαν τον θάνατό τους. Μέσα από μια υπερβολή θα λέγαμε πως ό,τι εμφανίζεται είναι κιόλας περίεργα νεκρό· στη ζωγραφική, τη φωτογραφία, στο σινεμά ακόμη και στην επιπόλαια καθημερινή και καθημερινά επιπόλαιη τηλεόραση...

ΒΛΕΠΩ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ να βλέπει τον καφέ ολοζώντανη και να σχολιάζει «Μωρέ εδώ έχουμε σινεμασκόπ, βλέπω μέχρι και τους θησαυρούς του Σολωμού!». Πώς μπορεί να πεθάνει κάτι που έχει ζήσει; Και ο Χατζηχρήστος, ξανακερδισμένος μέσα από τη μικρή οθόνη, απαντά σε κάποιον που τον ρωτάει τι δουλειά κάνει: «Δουλεύω σ' ένα φίλο μου». Κι ο φίλος σου τι δουλειά κάνει; «Δουλεύει σ' έναν ξάδελφό του». Κι ο ξάδελφος; «Δουλεύει σε έναν μπάρμπα του». Κι ο μπάρμπας τι δουλειά κάνει; «Ψάχνει να βρει δουλειά»! Με 12% μαρτυρημένη ανεργία διερωτώμαι αν υπάρχει πιο δραματικά επίκαιρη, αστεία ατάκα. Όσο για τους θησαυρούς του Σολομώντος, αυτοί βρίσκονται στ' αποθεματικά των ΔΕΚΟ που θα χρηματοδοτήσουν τα νέα έργα. «Ανάθεμα στα τάλαρα» που θα 'λεγε και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης όταν το χρήμα καταβροχθίζει τιμές αλλά και την τόσο ευάλωτη πια τιμή μας ή την τιμή της αγάπη μας.

ΑΣ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ όμως στην τιμή της ζωγραφικής. Ο ζωγράφος ονομάζεται Γιαν Βερμέερ και όταν πέθανε, το 1675, άφησε στη χήρα και τα 11 παιδιά του τέτοιο χρέος, ώστε ο φούρναρης να τους παρακρατήσει 2 πίνακες. Πόση δυστυχία κρύβουν συχνά τ' αριστουργήματα και πόση άδηλη ιστορία οι προφανείς εικόνες. Ο Καρούζος το βίωνε αλλιώς: «Είμαι ένας γυμνός άνθρωπος», έλεγε συχνά. Ο Βερμέερ ξεχάστηκε, όπως και ο Γκρέκο, ως τα μέσα του 19ου αιώνα. Σήμερα αναγνωρίζονται περί τα 35 αυτόγραφα έργα του, στα οποία η καθημερινότητα -αγαπημένη λέξη των μικροπολιτικών μας- αναγορεύεται σε αξία και οι αστικές συνήθειες σε modus vivendi. Η παρούσα σύνθεση ονομάζεται «Αλληγορία της Ζωγραφικής» και λειτουργεί σαν ένα θεατρικό μονόπρακτο. Ο θεατής κάνοντας travelling ανακαλύπτει τον ζωγράφο, τον καμβά του και το θέμα του. Το φως αριστερά αποκαλύπτει με τη σειρά του το σκηνοθετημένο κορίτσι με τα σύμβολά του. Στο βάθος ο χάρτης με τις ολλανδικές κτήσεις δείχνει τα όρια του τότε κόσμου και της κοσμικής εξουσίας. Σαν τις Meninas βλέπουμε κι εδώ, απ' την ανάποδη, τη μυσταγωγία της ζωγραφικής. Τον μισαρχινισμένο πίνακα πρέπει να τον τελειώσουμε μόνοι μας. Εξαντλώντας όλο, μα όλο τον χρόνο που μας έχει διατεθεί. Έως το τέλος του χρόνου...

Ο ΒΕΡΜΕΕΡ ΧΡΩΜΑΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ και ρουφάει τη στιγμή, ανώνυμος -νομίζει- αρμέγοντας το χαμηλωμένο βλέμμα του κοριτσιού. Το δράμα της ματιάς καθιστά τη σιωπή εκκωφαντική και το φως αμείλικτο αποφασίζει τι θα ζήσει και τι θα πεθάνει στην εικόνα. Στην προτεσταντική Ολλανδία του 17ου αι. το μπαρόκ γίνεται οικόσιτο, αποβάλλει το δυναστικό μεγαλείο και βολεύεται στα μικρά μεγέθη της αστικής ευπρέπειας. Εκατοντάδες μικροί maitres αναπαράγουν πιστά την πραγματικότητα με πινελιές πειθήνιας πρόζας. Ο,τι όμως αγγίζει η ακρίβεια του δασκάλου της Ντελφτ μεταμορφώνεται σε ποίηση. Γιατί ποίηση είναι ο τρόπος που λάμπει το καρφί του καθίσματος και το σοβαντεπί του τοίχου, τα κίτρινα που ψυχραίνονται και τα μπλε που βαθαίνουν σαν από εσωτερική φωτιά. Και η γαλήνη που εντέλει καλύπτει μύχιες σκέψεις ή πάθη. Ο ζωγράφος αναρωτιέται μαζί με τον ποιητή, τον αθησαύριστο «Μια τέτοια μέρα, με τέτοιο φως, πώς να πεθάνω;». Ο Βερμέερ με την καθολική σύζυγο, ιερουργεί στις μικρολεπτομέρειες μετατρέποντας το εργαστήριό του σε ναό, όπου και η κόλαση ακόμη έχει χαρακτηριστικά παραδείσου.

ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ άγρια Πρέβεζα των ελλειμμάτων της διαρπαγής και του χυδαίου, ας διεκδικήσουμε ό,τι μας υφαρπάζουν οι πολλοί πιο πολύ: το χρόνο μας. Κι ας απαντήσουμε στον δικό τους ομογενοποιημένο, αγοραίο και άχρωμο χρόνο με το χρώμα ενός χρόνου που διαστέλλεται δημιουργικά. Που υπάρχει για να καταπίνει την ασχήμια την οποία άφρονες κατέστησαν συνώνυμη της πραγματικότητας και του ρεαλισμού. Το εφικτό όμως μπορεί να 'ναι αλλιώτικο. Το δείχνει ο Βερμέερ μέσα από τη μεταξωτή του αθανασία, αλλά και ο Καρυωτάκης όταν δηλώνει απ' την υπερηφάνεια του θανάτου του πως κάθε -τέτοια- πραγματικότητα του είναι αποκρουστική.



ON OFF - 12/06/2005



ΥΓ. Ο χρόνος είναι κρίμα!

1 σχόλιο:

  1. Γειά σας.
    Ασφαλώς και διαφωνώ με κάποια που γράφετε.Όμως,μού δίνετε την δυνατότητα, να σκεφτώ πως όλοι και κάποιοι "υπάρχουν" σ' αυτήν την ψευδοχώρα.Και σάς ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή