Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ (Για τις εικόνες και τη σάρκα τους)

Με αφορμή την έκθεση τριών ευρωπαίων Street Artists στη Γκαλερί AENAON
 



Το δράμα της εποχής είναι πως η διαφήμιση, η κατανάλωση και η κουλτούρα μπορούν να ταυτίζονται.
Π. Κονδύλης



Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Νικολά Μπουριώ (Nicolas Bourriaud) ανατρέχοντας στα κείμενα του Φλωμπέρ διατείνεται πως η τέχνη είναι η απόλυτη μορφή ελευθερίας και πως η αλληλεπίδραση μεταξύ των θεατών της, ο συχνά φορτισμένος διάλογος ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό αντιμάχεται τη γενικότερη τάση της κοινωνικής κατάρρευσης. Λέει χαρακτηριστικά: “Με τις υπηρεσίες τους οι καλλιτέχνες θεραπεύουν τις πληγές των κοινωνικών θεσμών... και αυτού του είδους η τέχνη είναι και ουμανιστική και δημοκρατική.”
Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο πρόλογο για την παρούσα εκδοτική προσπάθεια από το κείμενο του Μπουριώ γιατί νηφάλια καταργεί προκαταλήψεις ή φοβίες που ίσως ισχύουν στη χώρα του ως προς την σύγχρονη τέχνη αλλά που σίγουρα ισχύουν στη δική μας.
Παρότι συχνά μιλάμε στον τόπο μας για τις εικόνες, την εποχή και τη δυναμική τους, εντούτοις ένας βαθύς, σχεδόν αταβιστικός, φόβος μας καταλαμβάνει όταν βρισκόμαστε εμπρός σε μιαν εντυπωσιακά φταγμένη εικόνα, ένα γκράφιτι, μια υπερμεγέθη φωτογραφία ένα γλυπτό με νέον ή με κινητικά στοιχεία σε κάποιο δημόσιο χώρο. Αντίθετα οι χύδην τηλεοπτικές εικόνες που εκπέμπονται στον ιδιωτικό μας χώρο ασταμάτητα, ακόμη κι αν δεν μας ευχαριστούν πλήρως πάντως μας χαλαρώνουν, λειτουργούν κατευναστικά και τις θεωρούμε οικείες. Η οθόνη της τηλεόρασης έχει πάρει στα σύγχρονα σπίτια τη θέση που είχε ήδη απο τον 17ο αιώνα στα μικροαστικά νοικοκυριά, φερ' ειπείν της Ολλανδίας, ο πίνακας ζωγραφικής, το ταμπλώ κάποιου μικρού μαίτρ με θέμα συνήθως μιαν ηθογραφία ή ένα πορτρέτο.
Η ζωγραφική τότε, μπορούσε -ακόμη- να λειτουργεί κατευναστικά-παρηγορητικά, να ταξιδεύει με την ψευδαισθητική της ικανότητα τον θεατή. Να υπερασπίζεται δηλαδή έναν άλλο κόσμο πιο γοητευτικό απο τον ισχύοντα και άρα, έστω και sotto voce, να διαμορφώνει μια συνθήκη επαναστατική.
Ήδη στις δύο αυτές μικρές παραγράφους που διαβάσατε χρησιμοποίησα για να μιλήσω για τη τέχνη τις μαγικές λέξεις “ελευθερία” και “επανάσταση”. Άρα έχετε το τρίπτυχο διαμορφωμένο: χωρίς τις υπόλοιπες δύο, καμιά δεν μπορεί να ισχύσει πραγματικά ενώ αντίθετα και ο τρεις αλληλοσυμπληρώνονται. Πολύ απλά μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η τέχνη (οφείλει να) ανανεώνει ή και να καταργεί παλιότερες μορφές έκφρασης που έχουν εξαντλήσει το περιεχόμενό τους, να εφευρίσκει καινούριες και να ονειρεύεται το μέλλον της. Αυτό κι αν είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη.
Επειδή συχνά επαναπαυόμαστε ως θεατές σε παλαιότερες -μουσειακές καλλιτεχνικές εκφράσεις- ας πούμε στην pompier ζωγραφική του 19ου αιώνα- αδυνατώντας από συναισθηματική οκνηρία να αντιληφθούμε το τώρα και να δούμε τις ανάγκες του σήμερα. Η τέχνη και ιδιαίτερα η ζωγραφική με την εξεικονιστική της γοητεία ανέκαθεν εξέφραζε και αντανακλούσε τις κοινωνικοϊδεολογικές συνθήκες της κάθε εποχής. Άλλοτε οπτικοποιούσε την αντιμεταρρυθμιστική διδασκαλία του Παπισμού κι άλλοτε περιέγραφε με ζωντανά χρώματα την ευμάρεια της Γαλλίας κατά τη περίοδο της Β’ Αυτοκρατορίας (γύρω στο 1860).

 

Σήμερα όμως; Σήμερα, η εικόνα, η εξεικόνιση αντιμετωπίζουν κρίση λόγω υπερπληθωρισμού της ζήτησης και της προσφοράς οπτικού υλικού, υπερκορεσμού της αγοράς και αποπροσανατολισμού του μεγάλου κοινού.
Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις οικονομίες. Εθνικές και υπερεθνικές. Ο κορεσμός του ζωγραφικού μέσου, του φορητού πίνακα, το νεοπλούτιστικο lifestyle που έχει κατακλύσει τις καλλιτεχνικές αγορές και η σχεδόν μεταφυσική κρίση του εξεικονίζειν (έχω αλλού επιχειρήσει να εξηγήσω αυτό το φαινόμενο το οποίο κυρίως σχετίζεται με την αρχική, θρησκευτική λειτουργία της ζωηγραφικής) έχουν κυριολκεκτικά στομώσει την τέχνη των εικόνων, την οπτική επικοινωνία. Συμπαρασύροντας μαζί μουσεία, γκαλερί, μπιενάλε, σχολές καλών τεχνών και λογής θεσμούς υποστηρικτικούς της “επίσημης” τέχνης. Έχω συχνά υποστηρίξει πως η τέχνη των δρόμων, το γκράφιτι παρά το “επιθετικό” ή “παράνομο” χαρακτήρα τους, είναι μια ανακουφιστική διέξοδος από την ανωτέρω κρίση. Όχι μόνο γιατί αξιοποιεί τεράστιες, ανεκμετάλλευτες επιφάνειες του υποβαθμισμένου αστικού τοπίου, όχι μόνο γιατί διευρύνει και επαναστατικοποιεί την έννοια του δημόσιου χώρου, αλλά επειδή μεταφέρει τη ζωγραφική από τα πνιγηρά σαλόνια στο κέντρο – ακόμη και το γκετοποιημένο- της ζωής των σύγχρονων πόλεων αντιστρέφοντας την μέχρι τώρα παραδοσιακή πορεία: δηλαδή να μην πηγαίνει το κοινό στη τέχνη αλλά η τέχνη να ψάχνει και να βρίσκει το κοινό της. Κυριολεκτικά στο δρόμο!
Βλέπω συχνά πιτσιρικάδες, τους έφηβους των Λυκείων, να χαζεύουν θαυμαστικά τα γκράφιτι στα Εξάρχεια, στη Πειραιώς ή στο Γκάζι, φιλοδοξώντας κι αυτοί κάποτε να κάνουν το ίδιο μ' ένα σπρέι κι ένα στένσιλ. Ίσως αρχικά με “ταγκιές”, δηλαδή μ' αυτές τις ιδιόρρυθμες “υπογραφές” που είναι σαν να λένε “είμαι και γω εδώ! Όσο κι αν θέλετε να με περιθωριοποιήσετε και να με διαγράψετε. Υπάρχω!”. Κι ίσως αργότερα να περάσουν σε πιο σύνθετες μορφές έκφρασης.
Αντί να προκαλούν τον μικροαστισμό των νοικοκυραίων να κατεδαφίζουν την αισθητική τους, συννενοούμενοι πρώτα μαζί τους. Η διαλεκτική της δημοκρατίας! Αυτό δηλαδή που επιχειρούν οι Carpe Diem με τα τρία καινούρια project τους, πειραματιζόμενοι σε ένα ακόμη διαφορετικό τους μονοπάτι.
Να επέμβουν όχι πια σε δημόσια κτίρια (σχολεία, γήπεδα κ.α.) αλλά να ζωγραφίσουν ιδιωτικές κατοικίες σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες τους.




Το πρόγραμμα παραείναι καλό για να μην επιτύχει. Και ασφαλώς συνιστά πρόταση αναβάθμισης και της πόλης αλλά και της τέχνης την οποία οι πολίτες αυτής της πόλης δικαιούνται να καταναλώνουν (να απολαμβάνουν). Τα murals, οι τοιχογραφίες των Carpe Diem και του συντονιστή τους Κυριάκου Ιωσηφίδη δραματοποιούν τις ουδέτερες, ήρεμες προσόψεις των σπιτιών, τις ομοιόμορφες, παθητικές επιφάνειες δημιουργώντας ένα νέο continuum αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής: έναν χώρο μέσα κι επάνω στο δεδομένο χώρο σαν οπτικό αίνιγμα που ενεργοποιεί και τέρπει τον θεατή. Η εικόνα άλλοτε συμβιβαστικά και άλλοτε επεκτατικά διεκδικεί τη θέση της στην προυπάρχουσα πολεοδομική σκηνογραφία ανεβάζοντας όμως ένα καινούριο έργο κάθε φορά. Ένα ευφρόσυνο δράμα μορφών που γιγαντώνονται, αλληλοδιαπλέκονται, εκτινάσσονται προς το άπειρο μέσα απο εκρήξεις χρωμάτων και από εντάσεις της φόρμας. Πλακάτες αποχρώσεις, νευρικές σχεδιαστικές λεπτομέρειες, συνύπαρξη παραστατικών και αφηρημένων στοιχείων, προβολές λεπτομερειών, ιλουζιονιστικά παιγνίδια, υπερβολές κάποιων μοτίβων, επαναλήψεις συνθετικών ευρημάτων, πλαστικές λύσεις που προσαρμόζονται στη δεδομένη επιφάνεια, όλες και όλα συγκλίνουν στην επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου: τη δημιουργία ενός ζωγραφικού – αρχιτεκτονικού συνόλου που θα διαθέτει και την υπογραφή των καλλιτεχνών και τη συναίνεση των κατοίκων. Θυμάστε το τρίπτυχο; Τέχνη, ελευθερία, δημοκρατία... Δηλαδή έκφραση, διαδραστικότητα, επικοινωνία.
Κατ΄ουσίαν οι σύγχρονοι muralists, οι ζωγράφοι του δρόμου ανασταίνουν τη παλιά τέχνη της τοιχογραφίας, επικαιροποιούν την μεγάλη, οπτική αφήγηση (ένα είδος στατικού, χειροποίητου σινεμά) ενεργοποιώντας το πλατύ κοινό. Στις χειρότερες περιπτώσεις τα έργα τους είναι απλώς διακοσμητικά, μεταγγίσεις χρώματος στο γκρίζο. Στις καλύτερες, ανανεώνουν δυναμικά την προαιώνια γιαγιά Ζωγραφική. Επιπλέον μυούν τους νεότερους σε μια τέχνη που μοιάζει να φτιάχνεται για αυτούς, που τους κοιτάζει και που τους προσκαλεί να συμμετάσχουν. Με ποικίλους τρόπους.
Μόλις λίγα χρόνια πιο πριν το γκράφιτι γενικά ήταν καταδικαστέο και κυνηγιόταν και φανερά κα κρυφά. Σήμερα ένα μεγάλο μέρος του έχει νομιμοποιηθεί και ορισμένες δράσεις του διεκδικούν ιδιωτικές ή κρατικές χορηγίες. Αυτό είναι και καλό και κακό. Κακό γιατί μέσα από την θεσμοποίηση χάνει τον αναρχικό-ανατρεπτικό του Μύθο. Καλό γιατί καλείται εμπράκτως ν΄αποδείξει πως εκτός από το ταξικό ή άλλο μίσος υπάρχει και η ταξική ή υπερταξική αγάπη. Και η διάθεση προσφοράς από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Θέλω τέλος να πω ότι είτε επιλέξει κανείς το “παράνομο”, κρυφό επιθετικό γκράφιτι της διαμαρτυρίας και της αντίστασης, είτε υπηρετήσει την street art μέσα από θεσμοποιημένες διαδικασίες κατ' ουσίαν δρα πολιτικά. Και εντέλει αυτό που καταξιώνει ή καταδικάζει την προσπάθεια είναι το αισθητικό της αποτέλεσμα. Το πόσο συμβιβάζεται ή αναπαράγει το μέσο, κυρίαρχο γούστο και το “κύρος” λ.χ της διαφήμισης ή το πόσο αμφισβητεί το γούστο αυτό. Πόσο το πολεμά φανερά ή υπόγεια ώσπου στο τέλος να το εξοντώσει. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά για αυτό και δεν υπόκεινται σε γενικεύσεις ή απλουστεύσεις. Στο κάτω κάτω το διακύβευμα αφορά σ' όλη τη κοινωνία.
Λέει η Μάσα στις “Τρεις Αδελφές”: εγώ νομίζω ότι ο άνθρωπος έχει χρέος να πιστεύει σε κάτι ή τουλάχιστον να ψάχνει για κάτι που θα πιστέψει αλλιώς η ζωή του είναι άδεια, πολύ άδεια...”
Ζούμε σε μιαν θλιβερή περίοδο κρίσης και παρακμής. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, σου απαγορεύεται ακόμη και να πενθήσεις. Αφού δεν υπάρχει νεκρός. Υπάρχουν μόνο κάποια εκατομμύρια ζόμπι, φαντάσματα, ζωντανόνεκροι που καμώνονται τις ατομικές περιπτώσεις, υποστηρίζουν σπασμωδικά την ανθρώπινη τους υπόσταση αλλά κατ' ουσίαν είναι από καιρό νεκρωμένοι. Προσέξτε, όχι νεκροί...Νε-κρω-μέ-νοι, φυλακισμένοι, σε μιαν μικροαστική απάθεια, σε μιαν ατομική ιδιωτεία. Η τέχνη, πάλι, μπορεί να κάνει, όχι χωρίς κόπο, 'εμείς” τα χιλιάδες αδιέξοδα “εγώ”. Μπορούμε με εικόνες ν΄αλλάξουμε τον κόσμο; Μπορούμε;

10.9.'10

Μάνος Στεφανίδης
επ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών


 
 Βιβλιογραφία:
Μάνου Στεφανίδη, “Ελληνομουσείον”, β! έκδοση, 10ος τόμος, Η ζωγραφική μετά τη ζωγραφική, εκδ. Μίλητος
Paul Virilio, “Art and Fear”, tr. Julie Rose, London, Continuum, 2003
Nicolas Bourriaud, “Relational Aesthetics”, Dijon, Les Presses du réel, 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου