Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ελληνικής Γλυπτικής Εγκώμιον!


 
Πόσο "ελληνική" είναι η ελληνική γλυπτική;

(Στον Θανάση Μουτσόπουλο, πάλι)

Η καθετότητα στα αγάλματα είναι η απτή έκφραση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη γη.
Αλόις Ριγκλ 

Γλυπτική είναι αυτό το πράγμα στο οποίο σκουντουφλάμε όταν οπισθοβατούμε για να δούμε καλύτερα έναν πίνακα.
Μπάρνετ Νιούμαν 

Συνήθως μια καλλιτεχνική επιτυχία είναι προϊόν πολλών αποτυχιών που προηγήθηκαν ενώ το θεωρούμενο "αριστούργημα" είναι τόσο σπάνιο όσο και το λυχνάρι του Αλαντίν. Πόσο μάλλον που μιλάμε για ένα λυχνάρι, δηλαδή μια κατασκευή που μπορεί και φωτίζει...
Πάλι δύο λόγια για την γλυπτική τώρα. Για την πιο υποβαθμισμένη - ελπίζω σ' αυτό τουλάχιστον να συμφωνήσουμε - αλλά και διωκόμενη τέχνη. Ο Μπλανσό έγραφε ότι βλέπω - αντίθετα από το κοιτάζω - σημαίνει πάνω από όλα αγγίζω με το βλέμμα. Θα συμπλήρωνα "χαϊδεύω". Ευχαριστώ όθεν θερμά τους συναδέλφους καθηγητές Δημήτρη Σεβαστάκη και Νίκο Τρανό για την σπουδαία συμβολή και το βλέμμα τους τους στην χθεσινή ξενάγηση - συζήτηση στη γκαλερί Σιαντή και την έκθεση - αφιέρωμα των 18 νεότερων γλυπτών στον Θόδωρο Παπαγιάννη και το Α Εργαστήριο Γλυπτικής στην ΑΣΚΤ. Τίτλος "Γλυπτικής Εγκώμιον"...(Εγώ πρόσθεσα και το "Ρέκβιεμ" μ' ένα ερωτηματικό). Ο αγαπητός συνάδελφος Θανάσης Μουτσόπουλος ήταν ωσεί παρών. Όπως άλλωστε και οι προβληματισμοί του. Λόγου χάρη το αν δικαιούμαστε να μιλάμε για μιαν ελληνική γλυπτική. Κι ακόμη πιο μαξιμαλιστικά για την πιο ελληνική τέχνη. Ή, μήπως έτσι πέφτουμε στο σφάλμα της σωβινιστικής ιδεοληψίας. Με άλλα λόγια μπορεί ν' αναφερθεί κανείς στη διαχρονική συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας ή αναπαράγει εκείνο το τοτέμ που λάτρεψε σαν θρησκεία η γενιά του '30, η λεγόμενη και ελληνολατρική; (Ο Δημήτρης Σεβαστάκης αναφέρθηκε σχετικά σε θρησκευτικότητα και εκσυγχρονισμό. Τοποθετώντας τον Παπαγιάννη στον δεύτερο). 


Ανδρέας Λόλης, Γάντια, μαύρο μάρμαρο!

Γράφει πιο συγκεκριμένα ο αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ Θανάσης Μουτσόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του "Εγώ το έκανα πρώτα -  Αντιγραφή, αναπαραγωγή, μετατροπή και η έκλειψη του νοήματος" από τις εκδόσεις Πλέθρον - θεωρία τέχνης: 
"Πρόσφατα ένας πολύ γνωστός ιστορικός τέχνης στη χώρα μας (εμένα εννοεί!) δήλωνε ότι η γλυπτική είναι η κατεξοχήν ελληνική τέχνη. Ακούστηκε ωραίο, έτσι;  Όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοούσε: Έχουμε πολύ σπουδαίους γλύπτες στην αρχαιότητα (η ζωγραφική της εποχής έτσι κι αλλιώς δεν σώθηκε) και άρα και οι σύγχρονοι γλύπτες, οι οποίοι μοιάζουν πολύ με τους αρχαίους, μπολιάζονται από τη σπουδαιότητα των πρώτων. Τέτοια σχόλια τα λατρεύει η πατριωτική πλειοψηφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι όμως πρόκειται για μίαν απίστευτη διαστρέβλωση: Επί1600 χρόνια δεν παρήχθη καμία γλυπτική σ' αυτή τη γεωγραφική επικράτεια πέρα από τα τέμπλα των εκκλησιών..." (σελ. 31). 

Λουκάς Λουκίδης και Νίκος Τρανός 
Καταρχήν ας συμφωνήσουμε πως ό,τι φτιάχνεται στην Ελλάδα αυτόχρημα είναι και ελληνικό: Από σπίρτα ή τσίπουρα έως γλυπτά και τραγούδια. Όπως ανάλογα συμβαίνει με τα σπίρτα ή τα γλυπτά που παράγονται στις ΗΠΑ, την Ιταλία, το Λάος,  το Βιετνάμ κ.ο.κ. Και τώρα το ζωτικό ερώτημα: Μπορεί να έχει η σύγχρονη γλυπτική μας σχέση, έστω και μέσα από χάσματα ή ρωγμές - με την αρχαία; Ναι, απαντώ ανενδοίαστα, στο μέτρο που όλη η ευρωπαϊκή γλυπτική από την οικογένεια Πιζάνο της υστερογοτθικής τέχνης έως τον Ροντέν, τον Μαγιόλ, την Χέπγουορθ ή τον Νογκούτσι - αυτός επιπλέον είναι και Ιαπωνοαμερικανός! - αναφέρονται άμεσα στα αρχαιοελληνικά τους πρότυπα. Εμείς, έστω και σαν μακρινοί συγγενείς, δεν το δικαιούμαστε; Παρότι επιπλέον θεωρητικοί του μεγέθους του Αντρέ Μαλρώ, του Μισέλ Σεφόρ ή του Χέρμπερτ Ρηντ συνηγορούν υπέρ;  

Πιο συγκεκριμένα, όταν γράφει ο Χέρμπερτ Ρηντ μίαν ιστορία της μοντέρνας ζωγραφικής ή γλυπτικής, βλέπεις την άποψη ενός Βρετανού διανοούμενου. Όμοια και όταν γράφει ο Μισέλ Σεφόρ ή ο Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ βλέπεις, παρά τον διεθνισμό τους, τη ματιά του Γάλλου και του Αμερικανού. Αντιλαμβάνεσαι τη βούληση για υπεροχή της "εθνικής" τους σχολής. Επειδή δεν υπάρχει ιστορία που να μην είναι ιδεολογικοποιημένη. Εκούσια ή ακούσια. Κι επειδή κάθε εξιστόρηση ως αφήγηση είναι κατασκευή και μυθοπλασία. Πάνω από όλα. Μόνο εμείς προσέχουμε να είμαστε politically correct. Με την πιο αφελή έννοια. Έτσι, στα βιβλία του Ρηντ και του Σεφόρ, έστω και ως δεύτερα ονόματα, παίζουν οι περιπτώσεις του Γιόχαν Αβραμίδη, του Γεράσιμου Σκλάβου, του Κώστα Κουλεντιανού, του  Μάικ Λεκάκη - μόνου γλύπτη ανάμεσα στους τρομερούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους της Σχολής της Ν. Υόρκης - αλλά όχι και στην ιστορία της δυτικής γλυπτικής που πρόσφατα έγραψε ένας σπουδαίος συνάδελφος. (Αναφέρει πάντως την Χρύσα και τον Φιλόλαο). Και βέβαια και αυτός και ο Μουτσόπουλος δεν τολμούν να προτείνουν τον Χαλεπά - τον τόσο αδικημένο και ακατάταχτο - ή τον Χρήστο Καπράλο ως μεγάλα, ευρωπαϊκά μεγέθη του ΧΧ αιώνα. Επειδή μάλλον δεν αναφέρονται στην διεθνή βιβλιογραφία. Εγώ πάλι το κάνω. Επειδή είμαι κακός επιστήμων. Ή, γιατί αυτή θεωρώ ότι είναι η ευθύνη μου ως Έλληνα ιστορικού και κριτικού τέχνης. Ειδικά για τον "αθώο" Χαλεπά που μοιάζει μαγικά ν' αναβιώνει τον Τραγικό Μύθο χωρίς κανένα γραφικό φτιασίδωμα. (Δες το βιβλίο μου "Βαν Γκογκ Χαλεπάς - Ιδιοφυία και Τρέλα". Όπως συμβαίνει για παράδειγμα και στο θέατρο του Τερζόπουλου - ειδικά όταν το σκηνογραφεί ο Κουνέλλης - αλλά και στον "Θίασο" του Θόδωρου Αγγελόπουλου ή στο "Προς Ελευσίνα" του Παύλου Μάτεσι. Δικά μας πράγματα και συγχρόνως παγκόσμια. (Να ένα στοίχημα που αδυνατούν να υπηρετήσουν οι καημένοι οι πολιτικοί μας). 

Κώστας Κουλεντιανός

Πόση λοιπόν αισθητική υποτέλεια, πόσος λυπηρός αρχοντοχωριατισμός κρύβεται στη στάση αυτή; Και κάτι πολύ ενδεικτικό: Δεν είναι ντροπή που το ΕΜΣΤ δεν εκθέτει έναν Σκλάβο, έναν Φιλόλαο, έναν Λεκάκη ή έναν Τάκι; Για να μην αναφέρω τον Χαλεπά ή τον Καπράλο. (Το ίδιο ισχύει και για τις πολύφερνες ιδιωτικές συλλογές ή τα ιδρύματα τέχνης. Ό τι ελληνικό είναι σιωπηρά απορριπτέο). Όπου εκτίθενται ασήμαντα έργα από τον μεταμοντέρνο χυλό ή την politically correct προπαγάνδα αλλά όχι κι η ελληνική σχολή (που όμως διαθέτει κάποιους διεθνείς εκπρόσωπους). Επαναλαμβάνω ότι ο "πάπας" Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, ο κομμουνιστής Αργκάν υπερασπίζονται, παρά τον διεθνιστικό μοντερνισμό τους, ο ένας την υπεροχή της αμερικανικής και ο άλλος της ιταλικής τέχνης. Γερμανοί, Ισπανοί, Γάλλοι διατηρούν τα εθνικά τους ονόματα αλλά εμάς η αποικιοκρατική νοοτροπία των διαφωτιστών μας "συμμάχων" επέβαλαν το πολύ πονηρό "Νεοέλληνες". Και βέβαια είναι εθνικισμός να το καταγγείλεις και επιστημονική αντικειμενικότητα να υιοθετήσεις ως επίσημη, εθνική θέση την ανθελληνική προπαγάνδα. Κάτι σαν την ύπαρξη αυτοφυούς, μακεδονικής γλώσσας που την αναγνώρισαν οι προοδευτικοί πολιτικοί και οι επιστημονικοί φωστήρες μας. Επειδή αυτό συνέφερε στους στόχους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Αλλά για την ελληνική γλυπτική ούτε λόγος! 
Και κάτι τελευταίο: Κάθε ιστορία όσο αντικειμενική ή επιστημονική κι αν διατείνεται πως είναι - παραμένει ένα αφήγημα. Δηλαδή μία κατασκευή. Και αναφέρεται έμμεσα ή άμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία. Έστω και όταν την κριτικάρει. Πολλώ μάλλον η ιστορία της τέχνης στην οποία παρεισφρέουν ποικίλα, αλλότρια στοιχεία, προσωπικά γούστα, αισθητικές επιρροές ή η γενικότερη, κοινωνικοπολιτική δυναμική αλλά και η κριτική πρόθεση του συγγραφέα. Πράγμα που θα ΠΕΙ ότι υπερασπίζεσαι την ιδιαιτερότητα της τέχνης σου ως ταυτότητα και ιθαγένεια κι αυτό συνιστά μείζονα, επιστημονική προσφορά. Αλλιώς οι άλλες κυρίαρχες κουλτούρες με το πολιτικό τους πρόταγμα αλλά και την αφομοιωτική τους δύναμη θα σε καταπιούν.

Θόδωρος Παπαγιάννης 

Πολύ πρόσφατα ο καθόλου "πατριώτης" Κώστας Κουτσουρέλης έγραφε:
"Είτε πρόκειται για δανεικά κεφάλαια, είτε για γλωσσικά δάνεια, είτε για ξενόφερτες συνήθειες και ήθη, ο δανεισμός μεταξύ ατόμων ή πολιτισμών συνδέεται με πολύ απτές και συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Πολύ σπανίως η σχέση δανειστή και δανειζόμενου γίνεται επί ίσοις όροις, αντιθέτως αντικατοπτρίζει σχέσεις και αξιώσεις ισχύος...Εν ολίγοις, οι ηττημένοι πολιτισμοί δανείζονται μέχρις ότου απορροφηθούν, μέχρις ότου απεκδυθούν εντελώς την ταυτότητά τους. Υιοθετούν αναγκαία την αυτοκατανόηση των δανειστών τους και σπεύδουν να παρουσιάσουν τον παρασιτισμό τους ως πολιτικά ουδέτερη ή και επωφελή διεργασία. Οι άρχουσες τάξεις μάλιστα ταυτίζονται τόσο με τους δανειστές τους, ώστε αποξενώνονται από τον λαό σε τέτοιον βαθμό ώστε, υπόρρητα, φτάνουν στο σημείο να τον απεχθάνονται. Ακριβώς η παρουσία του τούς θυμίζει τον παρασιτισμό τους, το γεγονός ότι είναι τρεχέδειπνοι σε ξένα συμπόσια. Οι ελληνικές ελίτ σήμερα είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Είτε ευρωπαΐζουν, είτε αμερικανοφέρνουν, είναι διπλά συμπλεγματικές. Προς τα έξω, επειδή οι εκεί ισχυροί τις αντιμετωπίζουν ως αυτό που είναι: ως κακομοίρηδες επαρχιώτες που αν αξιώθηκαν να πατήσουν το πόδι τους σ' ένα σπουδαίο ξένο πανεπιστήμιο ή σε κάνα ονομαστό μουσείο, λ.χ., είναι επειδή φρόντισε το σόι τους να κάνει μια δωρεά. Και προς τα έσω, επειδή καθετί το ελληνικό που έχει περισωθεί από το μένος τους τούς υπενθυμίζει διαρκώς πόσο κενοί και κίβδηλοι είναι".



Πρόσφατα φωτογράφισα ένα ανάγλυφο του Δ αι. π.Χ στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα χονδροειδές, επιτύμβιο που μιμείται τα περίτεχνα του Κεραμεικού. Το φιλοτέχνησε ένας απλός μαρμαράς που όμως μετείχε τότε της κοινής αισθητικής. Δεξιά ο γέρο πατέρας θρηνεί τον νεκρό γιο του, τον Αγήνορα. Το όνομα του είναι χαραγμένο ανάποδα στ' αριστερά. Αργότερα στον ίδιο τάφο θάφτηκε κι ο πατέρας. Το όνομα του είναι χαραγμένο στο κέντρο της σύνθεσης: Αγλωνίκης! Απλοϊκά. 
Αυτή η παράδοση, αυτή η καθόλου μεταφυσική σχέση με το υλικό, το μάρμαρο, επιβιώνει και στους ανακτορικούς χρόνους και στην εποχή του Βυζαντίου. Δείτε τα κιονόκρανα και τις παραστάδες στους σύνθετους, τετρακιόνιους ναούς της παλαιολόγειας αναγέννησης. 

Ως τα λιθανάγλυφα της τουρκοκρατίας. Στο Πήλιο και τις Κυκλάδες. Στα ξυλόγλυπτα του Άθω και των Μετεώρων ή στις κρήνες και τα υπέρθυρα της Πάρου και της Τήνου. Όμοια όπως συμβαίνει από τους αρχαίους τάφους της Ιερισσού, 400 π.Χ ως τα μαρμαράδικα του Πρώτου Νεκροταφείου της Αθήνας του ΙΘ αι. Η γλυπτική ουδέποτε σταμάτησε να ασκείται σε αυτή τη γη. Ουδέποτε απέλιπε η μαστοριά. Παράγοντας αισθητικά όσο και χρηστικά αντικείμενα. Λόγω μαρμάρου και λόγω ανάγκης. Με άλλη, βέβαια, νοηματοδότηση και λειτουργία. Επίσης η τορευτική, η χαλκοτεχνία και η μικρογλυπτική - π.χ το κόσμημα - ήταν δημοφιλή σ' όλο τον ελληνικό μεσαίωνα. Άλλο ένα ρομαντικό λάθος που διαπράττει ο αθεράπευτα ρομαντικός φίλος μου Θανάσης Μουτσόπουλος: Όταν μιλάμε για συνέχεια, δεν εννοούμε ότι ο Χ σύγχρονος γλύπτης είναι καλά και σώνει ένας νέος Φειδίας αλλά ότι απλώς μετέχει της κοινής, πλαστικής παράδοσης. Έστω και ως έσχατος. Τίποτα το μεταφυσικό σε αυτό. Αφού και το ίδιο το αρχέγονο, ελληνικό τοπίο με τους όγκους που αναδύονται ραδινοί από τη θάλασσα -  τα νησιά και τα ακρωτήρια - ή με τις χορευτικές καμπύλες των βουνών κάτω από ένα αμείλικτο φως που δεν αφήνει τίποτε στη σκιά, αποτελεί ένα τεράστιο μάθημα γλυπτικής. (Περισσότερα στο βιβλίο μου "Το Χρονικό της Ελληνικής Γλυπτικής", εκδόσεις Φιλιππότη).


Στο ίδιο μουσείο φωτογραφίζω ένα γλυπτό από πηλό ύψους ελάχιστων πόντων από την Θεόπετρα - μια σπηλιά των Τρικάλων - που αποδίδει, ήδη από την Νεολιθική εποχή, την ιερότητα της Μητρότητας - Θηλύτητας. Εν προκειμένω έχουμε την απαρχή της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Προσθέτω και τις περίφημες Ενκαντάδας - τα ανάγλυφα από την εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης που όταν τις έκλεβε ο Γάλλος Έλγιν το 1864 χριστιανοί, μουσουλμάνοι κι Εβραίοι είχαν βγεί στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Όπως ανάλογα οι Μήλιοι όταν Γάλλοι ναύτες έκλεψαν την Αφροδίτη, πρόβαλαν αντίσταση. Εις μάτην βέβαια. Σήμερα και αυτό το γλυπτό κι οι ημίπεσσοι της Θεσσαλονίκης εκτίθενται στο Λούβρο. Ενώ στο προαύλιο του Μουσείου έχουμε τ' ακριβή αντίγραφα. Σαν ελεημοσύνη.

 Στο ίδιο μοτίβο, ως προς τη συνέχεια της γλυπτικής στον τόπο μας, παραθέτω το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη:
"...Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρον, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων, χίλια τάλαρα γύρευαν.  Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: “Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας".

Η αισθητική τους κόντρα στο μέτρο 

ΥΓ. Από την άλλη σκεφτείτε: Δάκης και Δέστε, Δασκαλόπουλος και Νέον, Ίδρυμα Ωνάση και... ό τι λάχει. Καλύβας και Ίδρυμα Νιάρχος σε συνδυασμό με Ζουμπουλάκη και Εθνική Βιβλιοθήκη. Τον Ζουμπουλάκη ούτε κι οι δικαστικές καταδίκες δεν πτοούν. Όλοι αυτοί ντρέπονται για τον τόπο και την ιδιαιτερότητα του. Τον διαχρονικό πολιτισμό μας. Τον οποίο οφείλουμε να στηρίζουμε ακόμη και ως ιδεολόγημα! Αφού... καλύτερα ιδεοληπτικός παρά κουβαλητής ξένων οψωνίων ("Μεγαλείων οψώνια" έγραψε ο Παπαδιαμάντης). Όμως το Σύστημα είναι ανίκητο. Ό, τι κι αν λέμε. Σαν την ηλιθιότητα. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου