Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ένας ζωγράφος ερμηνεύει τον εαυτό του ερμηνεύοντας τον κόσμο.





Πρόλογος για το βιβλίο του Κυριάκου Κατζουράκη “Τάξη στο χάος – ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφος”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, 2013.


Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κυριάκος Κατζουράκης καταφεύγει στη γραφή αντί της ζωγραφικής για να ψηλαφίσει τα του εαυτού του και τα της εποχής μας, ασφαλώς όμως είναι η πιο επίσημη και η πιο διεξοδική. Το κείμενο άλλοτε εξιστορεί, επιμένοντας στη σχέση του εσωτερικού βίου με τα εξωτερικά γεγονότα, τη πολιτική και τις συνέπειες της, άλλοτε ανατρέχει σε άλλα κείμενα και να στηριχτεί κι άλλοτε αφήνεται αναρχικό και απρόβλεπτο ισορροπώντας ανάμεσα στη πρόζα και τον στίχο.
Σ αυτό το αυτοαναφορικό, βαθύτατα αποκαλυπτικό κείμενο ο συγγραφέας μιλάει περισσότερο για τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες του παρά για τις δυνατότητες και τις –αναμφισβήτητες – επιτυχίες του. Εκθέτοντας στο χαρτί τις πληγές του όπως κάνει κατά καιρούς με τους πίνακες του στις γκαλερί ή τα μουσεία, εμπλουτίζει το παρόν βιβλίο με το ακαταμάχητο τεκμήριο της αυθεντικής μαρτυρίας και συγχρόνως του ντοκουμέντου μιας ολόκληρης εποχής, μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Κατζουράκης μέσα από τα γραπτά και τις πολύχρονες σημειώσεις που εδώ συγκροτεί σε μια συναρπαστική αυτοβιογραφία, μας ξεναγεί πρωτίστως στον βιωμένο του χρόνο που επίσης είναι και ο δικός μας χρόνος. Παράλληλα μας εισάγει από μια πίσω, μια μυστική πόρτα στο εργαστήριο του, όπου γης, από το Λονδίνο στη Θεσσαλονίκη και από τα Εξάρχεια στην Πατησίων και το ατελιέ του Μόραλη. Εκεί ακριβώς που κατοικούν τα σαρκωμένα του φαντάσματα, οι πίνακες του, εκεί που χαράζονται δρόμοι γλυκείας μνήμης που οδηγούν παντού και κυρίως μέσα, βαθιά.
Κύρια αγωνία του αφηγητή δεν είναι να θηρεύσει ύφος λογοτεχνίζοντας αλλά να απαλλαγεί από το βάρος μιας ζωής που θα μπορούσε να λάμψει αλλιώς αλλά που συστοιχήθηκε έντιμα με τη συλλογική μοίρα, που υπέταξε τη προσωπική της ιστορία, στη γενικότερη, δραματική ιστορία αυτού του τόπου. Έχω αναπτύξει αλλού και πιο αναλυτικά την άποψη μου για τον συγκεκριμένο δημιουργό, για τον ζωγράφο, τον σκηνογράφο και τον σκηνοθέτη. Εδώ απλώς προλογίζοντας το βιβλίο του “Τάξη στο χάος” θέλω να υπογραμμίσω τον ρόλο που έχει παίξει ο Κυριάκος Κατζουράκης κατά την τελευταία, σχεδόν, πεντηκονταετία (!) στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ευαισθησίας, της αισθητικής μας συνείδησης. Το έργο του βαθιά χειροποίητο – κυριολεκτικά “δια χειρός”, όπως συνέβαινε με τους παλιούς μάστορες,– χοϊκό και μαζί ποιητικό, εξαιρετικά υποψιασμένο αλλά όχι sophisticated, επιχειρηματολογεί με όλα τα μέσα ως προς τη δυναμική και την σχεδόν ελεγειακή υποβολή της εννοηματωμένης εικόνας- ζωγραφικής ή φιλμικής, αδιάφορο - τώρα, στην εποχή ακριβώς της ραγδαίας εκπτώσης των νοημάτων. Το βιβλίο του είναι μια υπεράσπιση της ανάγκης να ζωγραφίζουμε –τις ιδέες, την ιστορία, τις ζωές μας, τα σώματα μας στην ανθοφορία ή τον μαρασμό τους, όταν εκρήγνυνται σε οργασμούς, όταν υφίστανται βασανισμούς ή όταν πεθαίνουν– και κυρίως της ανάγκης να υπερασπιζόμαστε τον πολιτισμό της εικόνας απέναντι στη βαρβαρότητα των εικόνων∙ ανανεώνοντας τους τρόπους, τις οπτικές, την έκφραση, προσεταιριζόμενοι ή ανατρέποντας τη παράδοση, ζώντας, τελικά, κατά τέχνην. Αυτό είναι η πιο ειλικρινής επανάσταση!
Επειδή λοιπόν ο Κατζουράκης είναι ένα βαθύτατα πολιτικό υποκείμενο που ακόμη θρηνεί την ματαιωμένη επανάσταση και τους νεκρούς της, που ακόμη απορεί για το πως φτάσαμε ως εδώ, που ακόμη οργίζεται με την κρατική βία και την πολιτική χυδαιότητα, ουδέποτε έκανε αυτό που ονομάζουμε “στρατευμένη τέχνη”. Ούτε κι όταν συμμετείχε ως νεαρός στην ομάδα των “Νέων Ρεαλιστών” στην περίοδο της δικτατορίας. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για την εγχώρια μας δημιουργία όπου συχνά ο κομματικός ενθουσιασμός εκλαμβάνεται ως ταλέντο και η avant-garde δεν φοβάται τις ακαδημαϊκές δάφνες ή τη γλίτσα του lifestyle.
Τι ζωγραφίζει, τι οπτικοποιεί ο Κατζουράκης; Μα τι άλλο από επιθυμίες, από φόβους εξορκισμένους μέσω της τέχνης, από όνειρα που μπερδεύουν σαν σε μεταφυσικό μεθύσι το παρελθόν με το μέλλον, την ουτοπία με την ιστορία, την οδυνηρή πραγματικότητα και την δυνατότητα του καθενός μας να διαφεύγει με οδηγό την διαρκώς καιροφυλακτούσα, ακόμα και στην πιο άθλια καθημερινότητα, ποίηση. Τα όνειρα του ΄60 συντρίβονται από μιαν ηλίθια όσο και καταστροφική δικτατορία κι έπειτα μια λυμφατική μεταπολίτευση αντιλαμβάνεται τον λαϊκισμό ως χειραφέτηση και την κοινωνική υποκρισία ως πρόοδο. Έτσι, υποχρεωτικά οι νεκροί αντάρτες που συνυπάρχουν με τις φιγούρες του Poussin ή του Velásquez, αποκοιμιούνται σε νυχτερινά καφενεία έως ότου να αναστηθούν στα πορτρέτα ενός μνημειακού τέμπλου-συμβόλου και να διαπλεύσουν τον χρόνο ως το σήμερα μεταφέροντας ακέραια τα ερωτήματα τους, ακέραια την μελαγχολία τους. Είναι αυτοί οι άγιοι μας, οι στερημένοι από οποιαδήποτε μεταφυσική και γι' αυτό ακόμα πιο ιεροί. Από αυτή την αρχέγονη ιλύ της ιστορίας, από τη σποδό των νεκρών θα καρπίσουν τα χείρονα και τα κρείττω, θα γίνουν τα δάκρυα λίμνη και το νερό της σύννεφο και οι υδρατμοί του κατακλυσμός.
Αυτό έτσι πάντα συμβαίνει και είναι η τέχνη η μόνη που μπορεί ουσιαστικά να καταγράψει το δράμα του χρόνου ανασυγκροτώντας και αναμορφώνοντας τη μικρή ιστορία του καθενός. Αλλιώς μιλάμε για νοσηρούς αισθητισμούς και γηραλέες διακοσμητικότητες.
Αγαπητοί αναγνώστες, το παρόν βιβλίο είναι μελαγχολικό κι αυτό συνιστά την κομψή του αντίσταση, τη ντροπαλή του γενναιότητα, την κατακτημένη, εντέλει, συγγραφική του αρετή. Μακριά από λογοτεχνισμούς ή παίγνια εντυπώσεων. Σπάνια ένας ζωγράφος επιτρέπει στους άλλους και πρωτίστως στους συναδέλφους του να δούνε το μυστικό του ατελιέ με τόση άδολη γενναιοφροσύνη όπως ο Κυριάκος. Ένας δημιουργός του κόσμου που, αν και αναπνέει τον αέρα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, πρωτίστως φέρει τον τόπο του σαν το μέσα του ρούχο. Κι ακόμη σπανιότερα έχουν την ευκαιρία οι προσεχτικοί αναγνώστες να διαβάσουν το χρονικό μιας εποχής ενώ αυτή ακριβώς η εποχή δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το άνυσμα της. Έχουμε λοιπόν εδώ έναν ζωγράφο που επιχειρεί, ερμηνεύοντας τον κόσμο, να ερμηνεύσει τον εαυτό του. Ή τουλάχιστον ό, τι ερμηνεύεται και από τον κόσμο και από τον εαυτό μας...



Υ.Γ. Η απολογία του Κατζουράκη “Τάξη στο χάος” έρχεται να συμπληρώσει γόνιμα τις ανάλογες αυτοβιογραφίες του Απάρτη, του Καπράλου ή του Περικλή Βυζάντιου αλλά και τον γοητευτικό “Κόσμο της τέχνης στον Μεσοπόλεμο” του Κώστα Ηλιάδη. Και βέβαια όλα τα κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη και τα ανάλογα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα που είναι αυτοβιογραφικά κι όταν ακόμη καταθέτουν τις θεωρητικές απόψεις των ζωγράφων... Αυτό που τελικά μένει και στα κείμενα και στις ζωγραφικές είναι η αδιάκοπη εισβολή του παρόντος μέσα στο αχανές φρέαρ του παρελθόντος, όταν οι σκιές των κεκοιμημένων σαλεύουν αιφνίδια, με μια νευρική κίνηση του χρωστήρα από το σκοτεινό νερό προς το φως.


Μάνος Στεφανίδης
20/9/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου