Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βασίλης Φωτόπουλος επιστρέφει στη Καλαμάτα: εικόνες από τα εγκαίνια














Η φθορά των πραγμάτων και πώς αντιμετωπίζεται


Ο άνθρωπος

 
“Πρώτες έρχονται οι ενστικτώδεις ανάγκες και μετά η πολυτέλεια του “περιττού”.Το μη απαραίτητο ορίζει τον άνθρωπο. Είναι η ψυχή μας, είναι η απόδειξη της πνευματικότητάς μας αυτό. Είναι αυτό που σηκώνει τον άνθρωπο όρθιο στα πόδια του.”
Βασίλης Φωτόπουλος (1934-2007)


Περισσότερο από εκείνη την τέχνη που διακοσμεί τη ματαιοδοξία της ανθρώπινης ευτυχίας προτιμώ την τέχνη που ερμηνεύει τις αιτίες της ανθρώπινης δυστυχίας· που θεραπεύει πονώντας και που πληγώνει σωτήρια· που μιλάει γι' αυτό το άγνωστο, σκοτεινό αγρίμι που κάποιοι λένε «ψυχή». Και είναι τότε που ανάβουν φώτα ολόφωτα, όπως προείπε ένας Σκιαθίτης. Η τρέχουσα πάλι «δημοκρατία» της τέχνης, τόσο παρεξηγημένη άλλωστε, αποτελεί τη χαρά των εμπόρων και το ναρκωτικό των αταλάντων. Οι ιδέες του Duchamp, του Broodthaers, του Manzoni, του Beuys έχουν εκ του πονηρού παρεξηγηθεί. Το «όλα είναι τέχνη» και το «ο καθένας είναι καλλιτέχνης» ήσαν συνθήματα που κυρίως ζητούσαν ν' αποσπάσουν την έκφραση από τη μέγκενη του έργου-φετίχ, από τη σαγήνη του ναρκισσευόμενου «εγώ» και από την υστερία της διαμεσολάβησης, η οποία ταυτίζει την ηδονή της τέχνης με την ιδιοκτησία.
Προσωπικά μου αρέσουν οι δημιουργοί που έχουν εμμονές. Που επιστρέφουν ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα, όχι τόσο για να το τελειοποιήσουν -αυτό θα ήταν αφέλεια- αλλά για να τελειοποιήσουν, όσο γίνεται, τον εαυτό τους· αυτό σημαίνει αγιοσύνη. Αφού η τέχνη αποτελεί μια μορφή αγιότητας (που όμως δεν φοβάται να αμαρτήσει). Κι αφού η αμαρτία, υπό όρους, δηλαδή όταν εμφορείται από αναπαλλοτρίωτο πάθος, είναι κι αυτή, μορφή αγιότητας. Άρα, με τη σειρά της, διεκδικεί το πρόσωπο (και το προσωπείο) της τέχνης.
Ο Βασίλης Φωτόπουλος υπήρξε ένας πρίγκιπας για τη γενιά του. Μπορούσε να είναι την ίδια στιγμή ασκητικός και πολυτελής, εγκόσμιος αλλά και πέραν του κόσμου, θεόθεν αλήτης, δηλαδή πλάνης και ανέστιος όπως συγχρόνως αριστοκράτης και λάτρης της ζωής στην πιο υψηλή της σημασία. Την πιο υψηλή της εκδοχή. Άλλοτε βυζαντινός και άλλοτε σύγχρονος κοσμοπολίτης, ήξερε επίσης να βιώνει λάθα επειδή κατά βάθος διέθετε απόλυτη επίγνωση της αξίας του. Σε αυτή την επίγνωση οφείλεται και η ταπεινοφροσύνη του. Η άκρα ταπείνωσις. Σ' έναν κόσμο μέτριων γνώριζε πως η προσωπική του λάμψη και ενοχλούσε και έδινε λαβή σε λογής ασχημίες. Ο ίδιος ανήκει πλέον στο ίδιο πάνθεον όπου κατοικοεδρεύουν η Μελίνα, ο Ντασσέν, ο Κακογιάννης, ο Τσαρούχης, ο Κουν, ο Μινωτής, η Κάλλας, ο Μόραλης, ο Χατζιδάκις, η Παξινού, η Λαμπέτη, ο Γκάτσος, ο Εμπειρίκος, ο Κατράκης, ο Κούρκουλος, ο Χειμωνάς, ο Διαμαντόπουλος, ο Γκίκας,...
Σε όλη του τη ζωή, κονταροχτυπήθηκε με το κάλλος και με το τρομερό που πάντα ελλοχεύει στα σπλάχνα της ομορφιάς. Μακρυά από διακοσμητικότητες και φλυαρίες υποστήριξε μιαν ανθρωποκεντρική ζωγραφική που είχε στο επίκεντρό της τα απαραίτητα λύτρα της θέωσης: το τραύμα, την οδύνη, το δράμα της ύπαρξης, τη χοϊκή φλόγα... Μια ζωγραφική με έντονες θεατρικές αναφορές, ένα εικαστικό θεατρογράφημα, στην εποχή ακριβώς της κρίσης της ζωγραφικής και της κρίσης του θεάτρου. Της κρίσης της αναπαράστασης τελικά. Η ζωγραφισμένοι  του έφηβοι πάλι, αυτοί οι ιδιότυποι ignudi, συνεχίζουν με άλλους τρόπους την παράδοση του ανδρικού κορμού όπως την διατύπωσαν ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος και ο Διαμαντόπουλος. Πρόκειται για μοναξιές που επιδιώκουν απελπισμένα επικοινωνία. Συλλογικότητα. Αγάπη. Ηδονή. Ελευθερία.
Στο Βασίλη Φωτόπουλο οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του Διαμαντή Διαμαντόπουλο. Ένα έργο αλλόκοτο, μυστικό και ιδιοφυές. Ο Βασίλης μου έμαθε ακόμη το πολύτιμο της κάθε μέρας. Ξεχωριστά...
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μελαγχολία στο βλέμμα του. Ακόμη κι όταν γελούσε.

Η ζωή του

 
Άνοιξη, φθινόπωρο, καλοκαίρι, χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει στους αιθέρες...
μεγάλος ιδιοκτήτης

Ν. Καρούζος



«Σκέφτομαι συχνά πως η ιστορία της τέχνης, όπως εξάλλου και η ιστορία εν γένει, είναι ένα αυθαίρετο κατασκεύασμα χρονολογιών, προσώπων, θέσεων και επιλογών, που επ’ ουδενί αντιπροσωπεύει ή αποτιμά σωστά ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης σκέψης ή δημιουργίας. Η χρησιμότητά της έγκειται μόνο στο ότι λειτουργεί σαν εργαλείο, σαν το μπαστούνι του τυφλού, ας πούμε, που, ενώ δεν δείχνει τον κόσμο, ο τυφλός δεν μπορεί να υπάρξει στον κόσμο δίχως αυτό.
Με την ίδια λογική θα μπορούσε να υπάρξει και μια άλλη ιστορία της τέχνης με εντελώς διαφορετικά πρόσωπα ή γεγονότα, που να διεκδικεί το ίδιο αξιωματικό κύρος σε σχέση με την αενάως φεύγουσα κι ασύλληπτη πραγματικότητα. Η ιστορία λοιπόν, εκτός από αυθαίρετη ―ή, ακριβώς γι’ αυτό― είναι άδικη. Η «αδικία’’ της όμως, είναι ζωτικής σημασίας, αν θέλουμε να προσεγγίσουμε, έστω, τον κόσμο των μορφών. Εφόσον λοιπόν, ο Θεοτοκόπουλος ή ο Βερμέερ έμειναν άγνωστοι επί αιώνες, γιατί να μην υποθέσουμε ότι υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις, πρόσκαιρα ή και οριστικά χαμένες, η αποκάλυψη των οποίων θα άλλαζε άρδην (;) τα ιστορικά δεδομένα; Η ιστορία βέβαια, δε γράφεται με εικοτολογίες. Πόσο όμως «πραγματική» είναι η πραγματικότητα επί της οποίας ερείδεται; Εξάλλου δεν είναι γεγονός ότι στον αντίποδα μιας προφανούς αλήθειας υπάρχει μια άλλη αλήθεια, προφανέστερη;»1
Σύμφωνα με τα παραπάνω, τι υπήρξε περισσότερο ο Βασίλης, ζωγράφος ή σκηνογράφος, αν υποτεθεί πως αυτές οι δυο ιδιότητες διαχωρίζονται; Επίσης, ποια η θέση του στην ιστορία της ελληνικής τέχνης αν μάλιστα ληφθεί υπ' όψιν ότι είναι ήδη ένα μεγάλο όνομα στον διεθνή κινηματογράφο; Προσωπικά πιστεύω πως η συζήτηση και η έρευνα σχετικά με αυτόν τον δημιουργό μόλις αρχίζει.
O Βασίλης Φωτόπουλος γεννήθηκε το 1934 στην Καλαμάτα. Στην Καθημερινή της 16/1/2007 διαβάζουμε: “Ύστερα από τη δολοφονία του πατέρα του στον Εμφύλιο, ήρθε στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του και τον αδελφό του, Διονύση. Η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική είχε αρχίσει νωρίτερα με μαθητεία στον Καλαματιανό ζωγράφο Ευάγγελο Δράκο ενώ ως έφηβος είχε μυηθεί στη βυζαντινή αγιογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ώριμη φάση της ζωής του, η τέχνη αυτή παρέμενε όχι μόνο πηγή έμπνευσης αλλά και συναισθηματικής γαλήνης.
Η πρώτη του επαφή με το θέατρο ήταν τα μεροκάματα που έκανε βάφοντας τα σκηνικά για τον επιθεωρησιακό θίασο του «Ακροπόλ» και στο θέατρο «Μπουρνέλλη». Το 1958, ο Κωστής Μπαστιάς, τότε διευθυντής της Λυρικής, του αναθέτει τη σκηνογραφία και τον σχεδιασμό των κοστουμιών για την όπερα του Τζ. Μπ. Περγκολέζι «Η υπηρέτρια κυρά». Ήταν η απαρχή της συνεργασίας του με την ΕΛΣ ως σκηνογράφου και ενδυματολόγου. Δεν αρκέστηκε όμως στο σταθερό αυτό πόστο αλλά άρχισε να ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να δει από κοντά τις εξελίξεις στα εικαστικά και το θέατρο.

Κατά την επάνοδό του στην Ελλάδα συνεργάστηκε με τους Μ. Θεοδωράκη, Μ. Κακογιάννη και Μποστ για την «Όμορφη πόλη». Ακολουθεί το άνοιγμα στο εξωτερικό. Κάνει και τα 75 σκηνικά για την ταινία «Αμέρικα, Αμέρικα» μαζί με τον Αμερικανό Τζιν Κάλαχαν. Όμως ο σκηνοθέτης παρέλειψε το όνομα του Φωτόπουλου στους τίτλους. Όταν ο τελευταίος παραπονέθηκε στον Καζάν, εισέπραξε την απάντηση: «Μα ποιος θα πίστευε ότι αυτά τα σκηνικά είχαν γίνει από ένα Ελληνόπουλο...». Έτσι το Όσκαρ με το οποίο βραβεύτηκε η ταινία για τη σκηνογραφία της πήγε στον Κάλαχαν. Τελικά η δικαίωση και διεθνής καταξίωση ήρθε με τον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη. Ο Φωτόπουλος, στα 30 του μόλις χρόνια, κέρδισε το χρυσό αγαλματάκι για τη σκηνογραφική του δουλειά.

Από το 1964 έως και τη χούντα, μοίρασε τη ζωή του μεταξύ Ελλάδας και Αμερικής ενώ από το 1967 έως τη μεταπολίτευση έμεινε στις ΗΠΑ με μεγάλες συνεργασίες. Ήρθε στην Ελλάδα μόνο το 1973 για να σκηνοθετήσει την ταινία «Ορέστης». Στη μεταπολίτευση συνεργάστηκε κατ’ αρχάς με τον Ζυλ Ντασσέν, τη Μελίνα Μερκούρη και τον Νίκο Κούρκουλο αλλά και με όλους τους καλλιτεχνικούς φορείς, θεατρικούς και μη, αφήνοντας τη αισθητική του σφραγίδα σε μεγάλες παραστάσεις.

Πίστευε ότι σκηνικά και ενδύματα στο θέατρο οφείλουν να υπηρετούν το κείμενο και τον συγγραφέα. Απέφευγε τις συμπαγείς κατασκευές, τα έντονα χρώματα και προτιμούσε τα ελαφρά υλικά (κυρίως χαρτί, πανί, ξύλο και πλαστικό). Σε όλη την πορεία του δεν έχασε την επαφή με τη ζωγραφική και αντιμετώπιζε τα σκηνικά ως τρισδιάστατο ζωγραφικό έργο. Από το 1980 αφιερώνεται στον χρωστήρα και περιηγείται σε μοναστήρια. Ατομικές εκθέσεις του Βασίλη Φωτόπουλου έχουν γίνει στο Μουσείο Βορρέ (1991), στην γκαλερί «Νέες Μορφές» (1996), στην γκαλερί «Ζουμπουλάκη» (1999). Μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του ιδίου και του αδελφού του είχε κάνει το 1997 ο «Μύλος» της Θεσσαλονίκης. Έργα του υπάρχουν σε διάφορα μουσεία και σε αρκετές ιδιωτικές συλλογές”. Με κυριότερη εκείνη της Ελένης Μαρτίνου από την οποία και αντλήσαμε το υλικό για την παρούσα έκθεση.
    «Δεν καταδέχομαι να μην πεθάνω» επέμενε ο Νίκος Καρούζος, πιστεύοντας πως η τέχνη είναι η μόνη και γι αυτό η μόνη ιδιοτελής, έστω, αθανασία που μας παραχωρήθηκε. Και με έρωτα και με θάνατον, ακαταπαύστως. Η ιστορία της αισθητικής συχνά προφήτευσε είτε τον θάνατο της τέχνης εν γένει είτε ειδικά της ζωγραφικής. Αυτής της γηραιάς κυρίας που αν και ταυτισμένη με την δημιουργία και την ακμή του αστικού πολιτισμού αλλά και περιφρονημένη, από τον Duchamp και τους αβαγκαρντιστές, ως έκφραση απλώς του αμφιβληστροειδούς, σταθερά επιστρέφει μυστηριωδώς ανανεωμένη. Έχοντας τώρα ν' αντιπαλέσει με τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο και τις λοιπές μορφές της τεχνολογικής ανα-παράστασης. Σέρνει λοιπόν τα μαύρα πέπλα της φτιάχνοντας χειροποίητο φως και ορίζοντας χειροποίητο σκοτάδι σαν να μας λέει πως δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα μαζί της. Για τον Φωτόπουλο, η ζωγραφική ήταν τρόπο ζωής, μια αστείρευτη αγκαλιά εικόνων στα οποία επέστρεφε μετά από οποιοδήποτε άλλο του επιτήδευμα. Και το σινεμά και το θέατρο δεν ήταν παρά εφαρμογές των ζωγραφικών του εμμονών. Ο Βασίλης Φωτόπουλος πέθανε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 2007.

Η ζωγραφική του
 

Το καλό με την τέχνη, και πιο συγκεκριμένα την ζωγραφική, είναι πως όλοι μπορούν να έχουν γνώμη γι' αυτή. Το κακό είναι πως καθένας νομίζει ότι δικαιούται να μιλάει εξ ονόματός της. Η αληθινή ζωγραφική, πάλι, δεν παραδίδεται εύκολα κι ούτε εύκολα γίνεται διακόσμηση στα νεόπλουτα παλάτσα των παλιάτσων ή των εμπόρων. Η αληθινή ζωγραφική είναι μια τέχνη που απευθύνεται από καλλιτέχνες σε καλλιτέχνες, νιτσεϊκώ τω τρόπω, ασχέτως του επιτηδεύματος που αναγράφεται στο δελτίο ταυτότητάς τους. Η αληθινή ζωγραφική μυσταγωγεί το αίνιγμα και όχι την προφάνεια των πραγμάτων και υπερασπίζεται υπερφυώς με φως το σκοτεινό μέρος της όρασης. Η αληθινή ζωγραφική επιμένει στην ιερότητα της εικόνας και ως εκ τούτου είναι ριζικά αντίθετη προς κάθε επικοινωνιακό τερτίπι που καθιστά τη γνώση της εικόνας πληροφορία και το ρίγος «συγκίνηση». Η αληθινή ζωγραφική υπερασπίζεται παλαιές αλλά όχι παλιωμένες αξίες, μόνο που δεν βρίσκει αρκετούς σημαιοφόρους για να κυματίσουν σήμερα την αλήθεια της. Κι εδώ ακριβώς έγκειται και η κρίση της για την οποία χαιρέκακα μιλάνε οι Κασσάνδρες της ιστορίας και οι θείτσες της κριτικής. Όψονται, όμως, εις ην εξεκέντησαν... Η ζωγραφική του Βασίλη Φωτόπουλου σκηνογραφεί σταθερά σε ένα βαθύχρωμο ημίφως το υπαινικτικό θέατρο του μυαλού του.
Ένας εύκολος χαρακτηρισμός γι αυτήν θα ήταν «εξπρεσιονισμός» ή «μαγικός ρεαλισμός». Όμως το πρόβλημα ερμηνείας αρχίζει ουσιαστικά μετά από την ταξιθέτησή της. Πιο συγκεκριμένα ο Βασίλης Φωτόπουλος, ζωγραφίζοντας, πασχίζει κυρίως να χωρέσει τις μοναχικές φιγούρες του σ’ ένα χώρο ασφυκτικό, απροσδιόριστο. Η δυσφορία του υποκειμένου σ’ έναν κόσμο αφιλόξενο και προβληματικό.
Όμως το ανθρώπινο σώμα, συχνά παραμορφωμένο ή δύσπλαστο ενέχει εκείνη τη μυστική δύναμη που το δικαιώνει. Ένα μαύρο φως που το κάνει να λάμπει ακόμα και στο έρεβος και που αποκαλύπτει το μυστικό του κάλλος.
Ο Φωτόπουλος παραμένει σ’ όλο του το έργο ένας δημιουργός δισυπόστατος: από τη μια η γνώση του σήμερα, η επαφή του με τις μορφές του μοντερνισμού, η ενστικτώδης αποστροφή του προς οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ή διακοσμητική ευκολία. Κι από την άλλη η ακατασίγαστη αναζήτηση να βυθιστεί στο παρελθόν, να επιστρέψει στη μήτρα της παράδοσης εκεί που αισθανόταν ασφαλής κι ολοκληρωμένος, περισσότερο τεχνίτης ταπεινός παρά καλλιτέχνης οιηματίας. Η θεματολογία του, βέβαια, υπήρξε τόσο σύγχρονη όσο και διαχρονική. Το σώμα, η μαρτυρία και το μαρτύριο του, η νεανικότητα και η αναπόφευκτη φθορά της, ο έρως – θάνατος και ο θάνατος ως συνέχεια ζωής.
Γι’ αυτό και ο πίνακές του είναι εμμονικοί μορφολογικά και αυτοβιογραφικοί θεματικά. Οι τερατώδεις νεανίες του μοιάζουν να περιφρονούν τα τρέχοντα μέτρα ομορφιάς κατακυριευμένοι από μοίρα όχι συνηθισμένη. Συχνά κρατούν μια σφαίρα, τη πέτρα του Σίσυφου, ή βρίσκονται κάτω από έναν ήλιο-δυνάστη ή μια σελήνη τιμωρητική. Σαν τους αρχαίους ήρωες τίθενται ενώπιον της ζωής τους της ίδιας σε ένα τοπίο γυμνό. Σπανιότερα εμφανίζονται σε ομάδες, φορούν μάσκες, εγκλωβίζονται σε πόλεις-φυλακές, παίζουν τη ζωή τους στο σκάκι, δραπετεύουν μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι δεν μπορούν να πάνε πουθενά, κραυγάζουν χωρίς ήχο, μορφάζουν χωρίς λυγμό, ζουν φέρνοντας το πένθος τους κατάσαρκα ως τη χαρμολύπη του τάφου. Και από εκεί, σαν πέτρινα μνημεία μιας αλλοτινής ζωής, κοιτάζουν ανακουφισμένοι τους θεατές τους. Ούτως ή άλλως όλα είναι θέατρο. Ή, θα έπρεπε να είναι…
Έτσι διαφύλαξε ο Βασίλης Φωτόπουλος και τη ψυχή και την αξιοπρέπεια του ζώντας, μαθαίνοντας, υποφέροντας, ξεχνώντας, ξανακερδίζοντας τα πιο τίμια πράγματα της ζωής μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που αγάπησε και που εμπιστεύτηκε.
Ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος, ο Αλέξης Μινωτής, ο Γιάννης Μόραλης, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Διονύσης Φωτόπουλος, ανώνυμοι ασκητές και διακεκριμένες προσωπικότητες του Άθω ήσαν ανάμεσα σε αυτούς. Κι άλλοι πολλοί που τους ανέδειξε η ματιά του και τους τίμησε η φιλία του. Οι ιστορίες όλων αυτών ξετυλίγονται συμβολικά μέσα στους θεατρικότατους πίνακες του, ζωγραφιές για μια παράσταση στην οποία θα μπορούσατε να πρωταγωνιστήσετε κι εσείς …
   

 Μάνος Στεφανίδης
 επ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου