Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Περί του ανυπεράσπιστου γένους

Θα μπορούσε να είναι ο ορισμός της Τέχνης ο εξής στίχος της Δημουλά: «Για να μην πάει χαμένο το χαμένο...». Από την άλλη, οι πάντες αγωνίζονται ν’ αποσβέσουν τις απώλειες, να μη χαθεί τίποτε. Μακάρι όμως η μόνη μας θλίψη να είναι το κόστος που πληρώνουμε για τις επιλογές της ζωής μας. Οδηγός εδώ ο Κουνέλης, άγνωστος ακόμη παρά τους κοσμικούς και τους εμπόρους που συνωστίζονται γύρω του: «Θέλω την επιστροφή της ποίησης μ’ όλα τα μέσα· με την άσκηση, την παραίτηση, τη μοναξιά, το λόγο, την εικόνα, την εξέγερση». Α, όλα κι όλα. Στην Ελλάδα ουδείς παραιτείται, ουδείς διαλέγεται, ουδείς εξεγείρεται. Αλλού θάλλουν άνθη, εδώ μονόλογοι. Ονειρεύομαι μιαν έκθεση που πηγαίνοντας κόντρα στην αισθητική και τη δεσποτεία της αγοράς θα σκύβει στο ελάχιστο ώστε να διαχειριστεί λυτρωτικά τη σοβούσα υστέρηση. Χωρίς επικοινωνιακούς μαξιμαλισμούς που ζέχνουν επαρχιωτίλα. Λες και δεν είναι πολύτιμο το χαμένο. Είτε για έρωτα πρόκειται είτε για θάνατο. Ή λες και δεν κατέχουμε μόνο ό,τι αξιωθήκαμε να χάσουμε. Δηλαδή ό,τι μπορούμε ν’ αγναντεύουμε με τα μάτια σφαλιστά. Δωρεά του διαρκώς εφήμερου. Κι άλλος ορισμός της Τέχνης από ένα, φιλοζωικό (!), άρθρο του Καβάφη, του 1886: Misplaced tenderness, άτοπη, παράταιρη, παραπλανηθείσα, τρυφερότητα· τρυφερότητα που βρέθηκε αλλού κι έτσι γονιμοποιήθηκε το αναπάντεχο ίνα ίδωσιν οι άνθρωποι και πιστεύσωσιν. Αλλέως πώς «βρας», που θα πει «πυρ» όπως επιθυμεί ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ», προλαβαίνοντας τον πεσιμισμό του Λεοντάρη. Δηλαδή, πως είναι ξενιτιά η μητρική μας γλώσσα. Αλλά και όπως βροντοφώναξε ο Παύλος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Λήμνου γράφοντας με αφρό και φωτιά ένα εξαίσιο μονόλεκτο ποίημα. Κάθε γλώσσα είναι πατρίδα και ξενιτιά και, κυρίως, ένα μέσα ρούχο. Σαν τα γλυπτά του Moore που είναι πάντα ένα εσωτερικό κέλυφος και μια φόρμα εξωτερική να το προστατεύει σαν μητέρα. Παρούσα εδώ η έγνοια του Wittgenstein σχετικά με τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας-πατρίδας ως προς τη χρήση (και κατάχρηση) του αυτονόητου. Αλλά και τη χρησιμότητα της σιωπής. Η Δημουλά το λέει αλλιώς: «Οταν σιωπώ, είναι απίστευτο το πόσο ευφραδής γίνομαι. Εκτιμώ τη σιωπή γιατί συσκοτίζει το όχι ώστε να εκλαμβάνεται σαν ναι». Αυτά ως προς την Τέχνη. Ο πολιτισμός όμως είναι άλλο πράγμα. Είναι αυτός που καθιστά τον «πληθυσμό» κοινωνία και δημιουργεί συλλογικότητα μέσα από κοινά αποδεκτές συμπεριφορές. Κάθε κοινωνική δραστηριότητα φέρει ένα πολιτισμικό πρόσημο. Είναι αυτό που επιτρέπει στους πάντες, και προπαντός στους πολιτικούς, να μιλάνε για τον πολιτισμό σαν ειδήμονες. Ο Sartre πάλι ονόμαζε «ειδήμονες» εκείνους που επεμβαίνουν σε υποθέσεις που δεν τους αφορούν. Πολιτισμός είναι, εν τέλει, η κοινωνικοποίηση της ατομικής μας περίπτωσης, του σώματος και της τιμής του. Τώρα καταλαβαίνω: η Τέχνη έχει γυναικεία υπόσταση και ο πολιτισμός ανδρική. Δηλαδή, η Τέχνη γεννά και ο πολιτισμός διατηρεί και διαδίδει. Ο έρωτας πάλι παραμένει γένους ανυπεράσπιστου (Κική Δημουλά)... Στους αιώνες.

26/10/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου