Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

ΠΡΟΣΦΟΡΑ – ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ


«Κρήδεμνον»*  ή   Σύγχρονη τέχνη υπό την Σκιάν των Αγλαών Μορφών
 Photo: Jérôme Sessini, MAGNUM, L'Hebdo 12/9/2013

Δημήτρης Μεράντζας, Αυτοπροσωπογραφία δια λιθοβολισμού
Συγκρίνετε τις δυο εικόνες και το κοινό δραματικό τους περιερχόμενο.








*Κρήδεμνον (<κάρα + δέω) = κάλυμμα κεφαλής, πέπλο, κεφαλόδεσμος, καλύπτρα, επάλξεις (μεταφορικά), κρηδεμνόκομος (παράγωγο)

Κρήδεμνον επίσης ονομάζει ο Όμηρος το πανί που έδωσε η Ινώ ή Λευκοθέα, η κόρη της Αρμονίας και του Κάδμου, στον Οδυσσέα για να σωθεί από την οργή των κυμάτων.
Κρήδεμνον ήταν τέλος η ταινία που κρεμόταν από το ράμφος του γλάρου, την οποία άρπαξε ο πολυμήχανος ήρωας και την τύλιξε στη μέση του σαν σχεδία και σαν φυλαχτό για το θυμό του Ποσειδώνα. Άρα το κρήδεμνον είναι ένα αρχετυπικό ύφασμα, μια οθόνη σωτηρίας, το διάφανο πέρασμα από το ανθρώπινο στο θεϊκό, το ιερό ίχνος-μαγνάδι, το νήμα που συνδέει τα διεστώτα, που ενώνει το παρελθόν και το παρόν. Ως συμβολικός τίτλος της Έκθεσης είναι το αφιέρωμα των σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών προς τους προπάτορες, η κορδέλα που προσφέρουν όλοι μαζί στον Διαδούμενο να τη δέσει επιτέλους γύρω από το λαμπερό του μέτωπο σαν μια πράξη εγκαρτέρησης, συμφιλίωσης, συγκατάβασης αλλά και ελπίδας. Το κρήδεμνον, τέλος, ας λειτουργήσει σαν μια κλωστή που θα ανασύρει από φρέαρ μυστικό εκείνες τις εικόνες που σήμερα υπαρξιακά χρειαζόμαστε...









Ι

Έστω
ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου.
Κρίνε για να κριθείς.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Στη σύγχρονη τέχνη πρωταγωνιστούν οι αντι-ήρωες της καθημερινότητας, ενώ το ιερό αποβάλλει την όποια μεταφυσική του και ξαναγίνεται ανθρώπινο. Είναι τόσο άπληστα σπαταλημένο το αίμα των ανθρώπων, ώστε δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, δεν αρκεί το αίμα ενός θεού για να το δικαιώσει. Αντίθετα, στην αρχαία τέχνη ο άνθρωπος χτίζει τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του και το ιερό ευλογεί τους θνητούς τη στιγμή ακριβώς που χαίρονται τη χαρά της ζωής στεφανωμένοι με τ’ αρχαϊκά τους χαμόγελα ή που θλίβονται για το αναπόφευκτο του θανάτου αποχαιρετώντας τους αγαπημένους με σιωπηλά βλέμματα. Τι είναι οι κούροι και οι κόρες; Εξιδανικευμένοι νεκροί ή θεοί που ενανθρωπίστηκαν; Ούτως ή άλλως ο Κροίσος, η Φρασίκλεια, ο Αριστίων, η Ηγησώ, ο Αριστοναύτης, ο πυγμάχος Σάτυρος ή το παιδί του Μαραθώνα κέρδισαν προ πολλού την αιωνιότητα ισορροπώντας σαν ιδανικοί χορευτές πάνω στις ιδέες και την ύλη, το δράμα και την ιλαρότητα, το μέτρο και την υπέρβασή του. Τίποτε περισσότερο από την τελειότητα μορφοποιημένη.

Η αρχαία κληρονομιά είναι η πηγή προς την οποία η τέχνη κάθε εποχής επιστρέφει για να αντλήσει νόημα και έμπνευση. Πρόκειται για τα αισθητικά κοινά φαινόμενα που οι ιστορικοί ονομάζουν «κλασικισμούς». Ήδη ο Χαιρέστρατος με το άγαλμα της Θέμιδος του 3ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκε το 1890 στον ομώνυμο ναό του Ραμνούντα, αναφερόταν άμεσα στο περίφημο πρότυπο που κατασκεύασε ο αγαπημένος μαθητής του Φειδία, ο Αγοράκριτος. Ανάλογο, εκλεκτικιστικό γούστο αναρριπίζει την εποχή του Αυγούστου τόσο στα κείμενα όσο και στις πλαστικές τέχνες, ενώ από τον Pico della Mirandola ή τον Michelangelo, τους λαμπρούς νόες της Αναγέννησης, ως τον θεωρητικό του Κλασικισμού Johann Joachim Winckelmann η αρχαιοελληνική τέχνη προτείνεται ως το ανυπέρβλητο πρότυπο. Αλλά και στις στιγμές της πιο ανυποχώρητης avantgarde του 19ου και του 20ού αιώνα, από τον Cézanne ως τον Picasso και από τον Rodin ως τον Moore, η πλαστική των αρχαϊκών χρόνων ή το ελληνιστικό, το περγαμηνό Μπαρόκ παραμένουν σταθερά σημεία αναφοράς.

Δεν θα μπορούσε η νεοελληνική εικαστική έκφραση να μην μετάσχει αυτής της παγκόσμιας παρακαταθήκης. Όχι μόνο για λόγους ιστορικούς, αλλά απλώς και για λόγους... γειτονίας. Για να θυμηθούμε τον Στρατηγό Μακρυγιάννη. Οι νεοέλληνες δικαιούνται, νομίζω, ν’ αναφέρονται στον αρχαίο πολιτισμό κατά προτεραιότητα επειδή ζουν δίπλα στις αγλαές σκιές εκείνων που τον διαμόρφωσαν και μιλούν, εν πολλοίς, την ίδια γλώσσα. Τώρα, το κατά πόσον είναι αντάξιοι κληρονόμοι αυτού του θησαυρού ή ανάλογα αξιοποίησαν το τάλαντο του Ευαγγελίου, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Από τους Άραβες του Μεσαίωνα ως τον Kant και από τους αρχαιολάτρες φιλολόγους και αρχαιολόγους της Οξφόρδης ή του Humboldt Universität είναι εκατοντάδες οι προσωπικότητες που ανέδειξαν, μελέτησαν και ερμήνευσαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό στα όμματα της ανθρωπότητας: Ο Nietzsche, ο Wilamowitz, ο Schliemann, ο Hegel, ο Herder, ο Burke, ο Byron, ο Schinkel, ο Klenze, ο Chateaubriand, ο Canova, ο Thordvaldsen, ο Schlegel, ο Keats ήσαν κάποιοι από αυτούς.

Κι εμείς; Τι γυρεύουμε εμείς σήμερα σε αυτήν την κιβωτό του αρχαίου κάλλους, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο; Τίποτε περισσότερο από ένα έμπρακτο προσκύνημα περιορισμένης χρονικής διάρκειας και ένα αίτημα ευλογίας. Εδώ δεν χωρούν ούτε συγκρίσεις, ούτε αντιπαραθέσεις, ούτε εξυπνακισμοί. Ούτως ή άλλως η κάθε εποχή φέρει το δικό της σταυρό. Όμως, έστω ως ολιγοήμερη φιλοξενία πλάι στη δαιδαλική γλυπτική ή εκείνη του αυστηρού ρυθμού πλάι στους αμφορείς του Διπύλου και τις λευκές ληκύθους, δικαιούται, ελπίζω, η σύγχρονη ελληνική δημιουργία, συμπτυγμένη συμβολικά στην παρούσα ομάδα των Εβδομήκοντα, να σταθεί για λίγο κάτω από τη σκιά των παππούδων τους. Η ομάδα αυτή, νόμιμη όσο και αυθαίρετη όπως κάθε ομάδα, περιλαμβάνει δημοκρατικά ποικίλες τάσεις ή αντιθέσεις, διαφορετικές ηλικίες και σταδιοδρομίες, όπως επίσης και δυο-τρεις ξένους καλλιτέχνες που έχουν όμως ενσωματωθεί στην ημετέρα παιδεία. Αυτό μόνο ζητάμε, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, να μας δοθεί αυτή η χάρη.

Οι εβδομήντα περίπου εκθέτες προσέρχονται με ταπεινότητα αλλά και υπερηφάνεια για να δείξουν πως και σήμερα υπάρχει μια Ελλάδα της δημιουργίας, της αξιοπρέπειας, της προσφοράς, της τέχνης και του οραματισμού, και πως ο επιδιωκόμενος διάλογος δεν απευθύνεται προς τις αρχαίες μορφές που τους υποδέχονται και τους φιλοξενούν, αλλά προς τους θεατές του σήμερα. Αυτούς δηλαδή που συχνά λειτουργούν σαν βιαστικοί και απρόσεχτοι καταναλωτές εικόνων. Που μπαίνουν στα μουσεία σαν σε supermarket και που απαιτούν αμέσως από τα έργα ν’ αποκαλύψουν το όποιο μυστικό τους.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το στοίχημα: οι νέοι, οι τουρίστες, ένα άλλο κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με αυτόν εδώ το χώρο, να γνωρίσει μέσω του παρόντος το παρελθόν και ν’ αντιληφθεί πως, εντέλει, υπάρχει μια αόρατη κλωστή που συνδέει τα πράγματα μέσα στο χρόνο εις πείσμα, συχνά, του χρόνου. Ίσως ειπωθεί πως αυτά ακριβώς τα «πράγματα» είναι παντελώς ανόμοια. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, θα απαντήσουμε, αλλά αυτό δεν απομειώνει διόλου την προσφορά των συγχρόνων δημιουργών και τη σημασία μιας τέτοιας εκδήλωσης προσφοράς. Ας μην ξεχνάμε ότι οι εβδομήντα καλλιτέχνες δωρίζουν τα 2/3 της αξίας των έργων τους, ως συμβολική χειρονομία, σάρκα εκ της σαρκός των, για τις ανάγκες του Μουσείου.

Γλυπτική, ζωγραφική, χαρακτική, φωτογραφία, κατασκευές, παραστατικότητα, αφαίρεση, νεορεαλισμός, νεοεξπρεσιονισμός, μινιμαλισμός, εννοιολογική έκφραση, ναϊβισμός, υπερρεαλισμός, είναι κάποια από τα στοιχεία των εκτιθέμενων έργων, ένδειξη του πλουραλισμού που χαρακτηρίζει την πρότασή μας. Τέλος, θέλω να υπογραμμίσω το γεγονός πως κάθε ομαδική έκθεση –ιδιαίτερα όταν είναι ένας ο επιμελητής και μία η ομάδα που αποφασίζουν– είναι, αναγκαστικά, προϊόν συμβιβασμών. Για τις ελλείψεις, τα κενά ή τις παρανοήσεις λοιπόν, mea culpa. Οι καλές προθέσεις και η διάθεση προσφοράς όμως αντανακλούν σε όλους τους εμπλεκόμενους. Και ιδιαιτέρως σε εκείνους οι οποίοι επιχειρούν, συμφωνώντας με μια διεθνή μουσειολογική πρακτική, να εμφυσήσουν στα αρχαιογνωστικά μας μουσεία σύγχρονη πνοή. Τηρώντας βέβαια ίσες αποστάσεις τόσο από την ιερόσυλη κραυγή όσο και από την έμφοβη τυπολατρία.






ΙΙ

Κάτι πρέπει να διακυβεύεται, κάτι οφείλει να χάνεται για να γεννηθεί ένα έργο τέχνης, δηλαδή να δημιουργηθεί η απόλυτη μεταφορά της απόλυτης ανθρώπινης στέρησης. Στην ακαδημαϊκή τέχνη, πάλι, η ασφάλεια και ο εφησυχασμός προκύπτουν από τη θέαση ενός κόσμου αφενός οικείου και αφετέρου απολύτως προσπελάσιμου.
Μ.Σ.



Όχι τα αντικείμενα, αλλά οι άνθρωποι που τα αγγίζουν. Αυτό ενδιαφέρει την ουσιαστική έκφραση και βέβαια την Τέχνη των Ελλήνων. Γι’ αυτό οι θεοί, αόρατοι, θεώνται τα ορατά και αγάλλονται. Αμιλλώμενοι ώστε να ομοιάσουν στ’ αγάλματα που τους αφιερώνουν οι θνητοί. Να φανούν αντάξιοί τους.

Η κλασική τέχνη παραμένει απρόσιτο πρότυπο, όπως και η τραγωδία ή η φιλοσοφία. Όσο κι αν τη θαυμάζουμε σήμερα, προσλαμβάνουμε, φοβάμαι, ένα μικρό τμήμα του νοηματικού της ανύσματος. Όπως ακριβώς αμυδρά μπορούμε να φανταστούμε την καθημερινότητα και την κοινωνική δυναμική των αρχαίων Ελλήνων. Έτσι, εμπρός στα έργα των χειρών τους θα περισσεύουν πάντα το αίνιγμα και το δέος. Στην αρχαϊκή τέχνη ο άνθρωπος μετράει τις δυνατότητές του για να εκφράσει αυτό που τον υπερβαίνει. Στην κλασική φέρνει αυτό που τον υπερβαίνει στα ανθρώπινα μέτρα. Θαύμα! Ο τρόμος της ύπαρξης γίνεται σιγά-σιγά έλλογη συνείδηση και η τέχνη καθίσταται η απάντηση των θνητών απέναντι στην υπεροψία των αθανάτων. Τα δημιουργήματα των ανθρώπων έχουν συνείδηση της αθανασίας τους. Κι άλλο θαύμα. Ενδεχομένως να θεωρηθεί αυθάδεια η παρέμβασή μας στους χώρους του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με σύγχρονα έργα, γίνεται όμως με σεβασμό και με διάθεση «διακονήματος», ώστε να προκύψει ευλογία. Ενδεχομένως, επίσης, κάποιοι να ενοχληθούν και από το τόλμημα και τους τολμητίες. Όμως πρόκειται, απλώς, για ένα πέρασμα ελάχιστης διάρκειας, που σκοπεύει να ενεργοποιήσει μίαν «ομιλία» των άφωνων μνημείων, παλιών και καινούργιων. Μιαν ομιλία που συχνά υπνώττει. Ως μια δυνατότητα που επιτρέπει και στο παρόν να συνυπάρξει υπό την προστασία του παρελθόντος. Η προσφορά των δημιουργών κατατίθεται εδώ όχι ως πρόκληση, αλλά ως μαθητεία και επιδιώκει να συνενώσει κάποια σπασμένα νήματα. Να επανεύρει τον μίτο που θα μας οδηγήσει έξω από τον Λαβύρινθο. Να επαναξιοποιήσει το κρήδεμνον, το μαγικό ύφασμα της Ινώς, για να διαπλεύσουμε την τρικυμία. Το πανί εκείνο πάνω στο οποίο μπορεί πάλι να ιχνογραφηθεί το πρόσωπο του κόσμου. Στα μέτρα όμως ενός ζωγραφισμένου πίνακα σαν αυτούς που βλέπετε γύρω. Διεκδικούμε, με άλλα λόγια, την κλωστή της πνευματικής παράδοσης που τη θέλουμε ενεργό μεν αλλά και μακριά από πατριδοκαπηλικές ρητορείες.

Η έκθεση αυτή οργανώνεται τη στιγμή ακριβώς που οφείλουμε να ξανασκεφτούμε ως κοινωνία και ως πολιτισμός τη θέση μας στην ιστορία και το ρόλο μας στην ενωμένη Ευρώπη, η οποία σήμερα  χειμάζεται και ως έννοια και ως προοπτική. Η ουμανιστική παράδοση, η κλασική παιδεία και η τέχνη μάς δείχνουν το δρόμο για να διεκδικήσουμε το δικό μας τρόπο ως Νεοέλληνες. Αυτό είναι το νόημα, αυτή είναι η βούληση της παρούσας έκθεσης. Όχι η οικειοποίηση κάποιων προτύπων, ούτως ή άλλως εκτός σύγκρισης, αλλά η εμπλοκή του σύγχρονου δράματος στην ιστορική διαδικασία, στην περιπέτεια των μορφών διαχρονικά.

Υ.Γ. 1 Στην αίθουσα των μυκηναϊκών εκθεμάτων λάμπει το μικρών διαστάσεων «Σύμπλεγμα δύο γυναικείων θεοτήτων με νεαρό θεό ανάμεσά τους» (15ος αι. π.Χ.), το οποίο νομίζω πως προοικονομεί τη σύνθεση του Leonardo da Vinci με την «Αγία Άννα, την Παναγία και το βρέφος» (1513-5, Λούβρο). Άρα διάλογος, είτε το θέλουμε είτε όχι, υπάρχει. Το θέμα είναι πώς μπορούμε να διεκπεραιώσουμε το διάλογο αυτό. Ο Βλάσης Κανιάρης (1928-2011) τον υποστήριξε λαμπρά με την έκθεση «Γενέθλιον», στο Μουσείο Μπενάκη το 2007-8, στήνοντας ένα σπαρακτικό μνημείο στο εφήμερο. Ή, αναλόγως, ο μοντέρνος γλύπτης Sir Eduardo Paolozzi (1924-2005), όταν συνομίλησε υποδειγματικά με τους «Αιγινήτες» στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου ήδη από το 1988 στην έκθεση «Unter Helden und Göttern». Τηρουμένων των αναλογιών ο φιλόσοφος Salvatore Settis επιμένει να μιλάει με τρόπο υποβλητικό και σήμερα για «Το Μέλλον του Κλασικού».

Υπάρχουν στιγμές που η Τέχνη απαλλάσσεται από τις αγοραίες της υποχρεώσεις ή τις διακοσμητικές ανασφάλειες και βρίσκεται, ενώ γύρω βράζει η τρικυμία, στην κορυφή του τρομερού, του πιο ψηλού κύματος. Αυτό το θαύμα ούτε κατασκευάζεται ούτε προαναγγέλλεται. Απλώς συμβαίνει. Μακάρι να συμβαίνει και τώρα...

Υ.Γ. 2 Τα επιδιωκόμενα της έκθεσης συμπυκνώνονται στη σχέση της φιγούρας του Κανιάρη και του υπερφυούς Δία του Κάλαμι (;). Εμπρός στο καθημαγμένο ανδρείκελο του σήμερα η τελειότητα επιστέφει το θεϊκό σώμα, τονίζοντας την αρετή και το κύρος του. Μόνο τους κοινό σημείο μια αναπεπταμένη σημαία...


Μάνος Στεφανίδης
Επ. Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Αθηνών
18 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου