Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Το γαϊδουράκι και τα κτήνη

Σε αυτό τον όλβιο τόπο δεν πλήττουμε ποτέ. Οικονομικές υφέσεις ή κρίσεις, δημοσκοπήσεις και σκάνδαλα, πραγματικά ή κατασκευασμένα, εξασφαλίζουν διαρκές σασπένς στο φιλοθεάμον κοινό. Πριν από πέντε χρόνια, οι πολίτες έφεραν τη Ν.Δ. στην εξουσία -και μάλιστα με πολλές μη δεξιές ψήφους- έχοντας απαυδήσει από το σύστημα ΠΑΣΟΚ. Σήμερα οι ίδιοι αυτοί πολίτες δεν εμπιστεύονται μεν το ΠΑΣΟΚ, αλλά τιμωρούν τη Ν.Δ. Για το όραμα που επαγγέλθηκε, αλλά δεν διεκδίκησε. Για τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε καθυστερημένα και άτολμα. Για την έλλειψη, τέλος, παραδείγματος που δεν προσέφερε στην κοινωνία. Μια κοινωνία ναρκωμένη από την απάθεια, την ιδιώτευση και το κυνήγι του ατομικού παραδείσου. Σε συνθήκες όμως συλλογικής κόλασης η Ν.Δ. είπε, αλλά δεν έπραξε τίποτα για το περιβάλλον, τον πολιτισμό, την υγεία, την ανακούφιση των πενομένων στρωμάτων. Αντίθετα, υπερακόντισε σε επικοινωνιακά ευρήματα και στο παιχνίδι ενός «φαίνεσθαι» που σπάνια καθίσταται «είναι». Σκεφτείτε: Ο πρωθυπουργός κέρδισε πανηγυρικά το 2004 έχοντας εχθρικό τον κύριο όγκο των ΜΜΕ. Σήμερα ο κ. Παπανδρέου (sic) διαμαρτύρεται για τον πόλεμο που υφίσταται από τα εκδοτικά συγκροτήματα. O tempora o μόρτες! Αυτή η υπεροχή της κυβέρνησης σαφώς πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στον υπουργό Επικρατείας. Ο οποίος, πάντως, οφείλει να κάνει την αυτοκριτική του, εγκαταλείποντας το ως τώρα αυτάρεσκο έως αλαζονικό χαμόγελό του. Ηρθε η στιγμή ώστε ο πρωθυπουργός να αξιοποιήσει την υπεροχή που, ακόμη, διαθέτει. Παράγοντας πολιτική και ζητώντας από τους υπουργούς του μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Αν επιτύχει το πείραμα Χατζηδάκη, θα έχει προσφέρει αυτή η κυβέρνηση μια μεγάλη προσφορά στον τόπο. Και θα έχει χτυπήσει καίρια τη χρόνια υποκρισία της αντιπολίτευσης. Αν… Μόνο που στην πολιτική, αντίθετα από τη γραμματική, ο ενεστώς χρόνος είναι δύσκολος και ο τετελεσμένος μέλλων, ο χαρισματικός. Το «θα έχω κάνει κάτι αύριο» δηλαδή! Ομως εμένα, πάλι, περισσότερο από την υψηλή πολιτική μ’ απασχολεί ο υφέρπων τρόπος της καθημερινότητάς μας. Σε μια επαρχιακή πόλη προχθές κάποιοι «συνάνθρωποι» χτύπησαν έως θανάτου έναν πεινασμένο γαϊδαράκο που μπήκε στο περιβόλι τους να βοσκήσει. Θυμήθηκα τη σπαραχτική «Ιστορία ενός αλόγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη από τα διηγήματά του «Ανθρωποι και ζώα». Και ντράπηκα για την ανθρωπιά μου…

ΥΓ.: Οσο για τον ανασχηματισμό, φοβάμαι πως θα εξελιχθεί σε ένα, επιπλέον, επικοινωνιακό τρικ. Ηδη η αντικατάσταση του κ. Βουλγαράκη από τον ξαναχρησιμοποιημένο κ. Παπαληγούρα δείχνει ότι ο πάγκος του πρωθυπουργού είναι περιορισμένος.

24/9/2008

Με μάτια δακρυσμένα βλέπεις καλύτερα

Με τα μάτια βουρκωμένα βλέπεις τον κόσμο καθαρότερα. Με τα μάτια κλειστά βλέπεις τον κόσμο όπως τον θες. Με τα μάτια ενός παιδιού βλέπεις πόσα πρέπει ν’ αλλάξεις στον κόσμο. Αρχισε λοιπόν τώρα, έχοντας τα μάτια σου ορθάνοιχτα. Γιατί υπάρχουν φορές που απαιτείται γενναιότητα για να κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά, ενώ είναι τόσο εύκολο να τα κλείνεις. Γύρω σου διεσταλμένα μάτια κατοπτεύουν το τίποτε, ενώ απέναντί σου, στο μισοσκότεινο δωμάτιο, ένα γυάλινο μάτι, η τηλεόραση, σε παραμονεύει υποκαθιστώντας βασικές σου λειτουργίες, με πρώτη την όραση, και βασικότερα δικαιώματα, με πρώτο το λόγο. Η διαμάχη ανάμεσα σε μιαν εκμαυλιστική εικόνα και σε έναν ορθό λόγο που χειμάζεται είναι ένα εκ του πονηρού ψευδοδίλημμα. Η εννοηματωμένη, η συχνά ματωμένη εικόνα, το οπτικό κείμενο του κόσμου, είναι κι αυτή ένας λόγος, με άλλα όμως λόγια που απλώς δεν χωράει στη διαστροφική ίριδα του γυάλινου ματιού. Κατ’ ουσίαν αυτό που ΔΕΝ έχει η τηλεόραση είναι ο χρόνος. Ετσι καθώς κατασπαταλιέται και κατατεμαχίζεται σε άπειρα ζάπινγκ που δεν υπονοούν κάτι το άτμητο αλλά υφαίνουν με κομπασμό το κενό. Επειτα όλα γίνονται πολύ εύκολα, καθώς τα μάτια, έχοντας ξεχάσει να κοιτάζουν, απλώς βλέπουν... Σκεφτείτε λίγο: Με την τηλεόραση επιστρέφουμε στη δισδιάστατη αναπαράσταση του Μεσαίωνα. Εκεί, όμως, η αβαθής επιφάνεια λειτουργούσε ως συνειδητή σύμβαση για ν’ αποδοθεί το α-διάστατο, το υπερβατικό, καθώς η εικόνα εκπροσωπούσε το θείο σε ένα θεϊκό χώρο. Το Βυζάντιο και κατ’ ακολουθίαν η γοτθική τέχνη αυτήν την κοινή συνεκδοχή εκφράζουν. Δεν υποκαθιστούν το φυσικό κόσμο αλλά τον υπερβαίνουν· δεν προσομοιώνουν την πραγματικότητα αλλά παραπέμπουν σε μιαν υπερπραγματικότητα όπως οι σουρεαλιστές. Το ιερό υποστασιοποιείται αλλά δεν εκκοσμικεύεται. Αντίθετα, στην τηλεόραση το ψευδεπίγραφο δηλώνεται ως πραγματικότητα και η εκκοσμίκευση ιεροποιείται. Ολο το έωλό της επιχείρημα συμποσούται στη σκέψη-φυλακή πως εκεί, στη γυάλινη φυλακή, συμβαίνουν όλα και ό,τι βρίσκεται εκτός της δεν υπάρχει. Η μεταφυσική τής τηλεόρασης στηρίζεται στον πιο αξιοθρήνητο βολονταρισμό της αγοράς, αφού και η «είδηση» ακόμη υπάρχει ή εξαφανίζεται, αναδύεται ή καραδοκεί ανάλογα με τα καπρίτσια του διαφημιζόμενου προϊόντος. Πρόκειται για τη μαγική στιγμή που η φτερωτή σερβιέτα θα καταπιεί το μοναδικό δευτερόλεπτο του πέναλτι που χάθηκε. Θα το δούμε βέβαια σε replay, προσποιούμενοι ένα αλυσιτελές «εδώ και τώρα». Στην πράξη, όμως, όλη η τηλεόραση είναι μια επανάληψη... Στην τηλεόραση όλοι θα ήθελαν λίγο χρόνο περισσότερο για να ολοκληρώσουν. Τελικά όμως δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει κανείς. Αφήστε που οι «βεντέτες» αδυνατούν να ολοκληρώσουν? γενικά. Ετσι, το πένθος παραμένει αδικαίωτο και άκλαυτο, ενώ ο κλαυσίγελως βλάσφημα παραμονεύει. Κλείστε λοιπόν την τηλεόραση! Τι περιμένετε να δείτε - πολέμους, φρίκη, δυστυχήματα, απάτες, κοπετούς, μνήματα και γελοίους ανάμεσα σε διαφημίσεις; Γιατί αυτό είναι η τηλεόραση. Μια χύτρα στην οποία βράζουν, ανεξαιρέτως και δημοκρατικά, δίκαιοι και άδικοι. Κατά τ’ άλλα, η ζωή συνεχίζεται... Ερήμην τους.

28/9/2008

Χτυποκάρδια στο κρανίο

Αν με ενοχλεί κάτι είναι η δόλια χρήση των όρων «προοδευτικός» και «συντηρητικός». Οπου εξ ορισμού βαφτίζεται το ΠΑΣΟΚ των πρασινοφρουρών, του Κοσκωτά, της φούσκας του χρηματιστηρίου, των αγροτικών επιδοτήσεων, των ΔΕΚΟ ή του εκσυγχρονιστικού λαϊκισμού ως «πρόοδος», ενώ η αντικατάσταση του αμαρτωλού Νόμου Πλαισίου ή το ξεκαθάρισμα του διαχρονικού σκανδάλου της Ολυμπιακής ως «συντήρηση». Από την άλλη, προοδευτική είναι εκείνη η πολιτική, ασχέτως κομμάτων, η οποία νοικοκυρεύει τον ασυμμάζευτο δημόσιο τομέα, μηδενίζει τις αναπαραγωγικές δαπάνες ή προωθεί θεσμούς που αποθαρρύνουν τη φοροδιαφυγή. Ο,τι δηλαδή υποσχέθηκε στο πρόγραμμά της η Ν.Δ. πριν από πέντε χρόνια και σήμερα δεν διστάζει να το ξανα… συμπεριλάβει στην επικοινωνιακή της ρητορεία. Εν τω μεταξύ, το ΠΑΣΟΚ αναθαρρημένο υπερακοντίζει σε «προοδευτικές» εξαγγελίες ποντάροντας πως σε αυτόν τον τόπο της μεταμοντέρνας ακηδίας όλοι αφενός στερούνται μνήμης κι αφετέρου ομνύουν στο «εδώ και τώρα». Στο ΠΑΣΟΚ επίσης χρεώνω ότι λεηλατώντας ιδέες και πρόσωπα της Αριστεράς πολιτεύτηκε με τον πλέον δημαγωγικό, δηλαδή βαθύτατα αντιδραστικό, τρόπο. Δημιουργώντας ένα φρόνημα ασυλίας και ανομίας στα πλατιά στρώματα κι ένα ίζημα ιδεολογίας στο οποίο ισχύουν μόνο δικαιώματα και ποτέ καμία υποχρέωση. Είναι μάλιστα τόσο εδραία αυτή η αντίληψη ώστε και η Ν.Δ. συχνά θυμίζει ΠΑΣΟΚ εφόσον ένιοι προβεβλημένοι της εκπρόσωποι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα παθήματα των προκατόχων τους. Εγώ όμως δεν λησμόνησα ποτέ τον κ. Τσουκάτο, τον κ. Πάχτα, τον κ. Νεονάκη. Οπως δεν θα λησμονήσω τους κ.κ. Ζαχόπουλο, Βουλγαράκη. Κι αν τα δύο κόμματα εξουσίας τα ενώνει στην αμοιβαία ομερτά τους μια Siemens, εγώ περιμένω από τον πρωθυπουργό σε αντίπραξη άμεσα το κοινωνικό του πρόγραμμα υπέρ των ασθενεστέρων. Βλέπετε, ο όρος του επιτρόπου ενόχλησε τις τράπεζες, που δεν λειτουργούν απλώς ως κράτος εν κράτει αλλά συχνά είναι το κράτος. Για του λόγου το αληθές, η Εθνική αύξησε τα επιτόκιά της όταν η Ε.Ε. τα μειώνει. Σήμερα όμως η ανάγκη για πραγματική πολιτική είναι αμείλικτη. Αλλιώς, αν επιμένουμε στη σκηνοθεσία, θα θυμίζουμε το τρέχον, θλιβερό, σίριαλ που κακοποιεί τη μνήμη μιας θρυλικής ηθοποιού: Χτυποκάρδια στο κρανίο. ΥΓ.: Ευτυχώς που η Τέχνη είναι εκείνο το αγρίμι που τρέφεται μόνο με τους κυνόδοντες και όχι με τους τραπεζίτες.

5/11/2008

Η επικράτεια του φραπέ και η τρικυμία του

Τουλάχιστον με το τέλος του Υπαρκτού ανύπαρκτου και τις επαναληπτικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος εμπεδώσαμε πως δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές και αυτόματοι πιλότοι όχι μόνο για τη διαχείριση μίας χώρας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Η χρεοκοπία των «μάγων» και των «σοφών» παγκοσμίως ελπίζω να συνέτισε κάπως τους εγχώριους μαθητευόμενους ξερόλες. Τουτέστιν τα εντόπια και τα εξωτερικά προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με «λυσάρια» ή τυφλοσούρτες αλλά με ad hoc αναλύσεις τη στιγμή που αυτά αναφύονται. Δηλαδή hic et nunc. Τεράστιο, νομίζω, μάθημα προς κάθε δογματικό ή οπαδό της μίας και αναντικατάστατης αλήθειας· προς πάσαν σωτηριολογική φενάκη που εγκλωβίζει την ελεύθερη σκέψη και αποθεώνει με μεταφυσικό τρόπο τα κλισέ. Ξέρετε από τι πάσχει κατά βάθος ο τόπος; Από έλλειψη πρωτότυπης θεωρίας και από σπάνιν καινούργιων ιδεών ένθεν κακείθεν. Αυτό συνιστά το αληθές αδιέξοδο του δικομματισμού, αυτό κάνει το μέσο πολίτη τόσο δύσπιστο απέναντι σε όσους του υπόσχονται ανατροπές και ρήξεις με τα ίδια εφθαρμένα και διεφθαρμένα πρόσωπα. Με τις ίδιες εφθαρμένες και φθαρτικές ιδέες. Και είναι αυτό που επιτρέπει σε διαφόρους σαλτιμπάγκους της εξουσίας να γαυριώνται και να κορδακίζονται στα τηλε-έδρανα, προκαλώντας αποστροφή στους νουνεχείς και θαυμασμό ανάμικτο με οίκτο στους… αθώους. «Δες πώς τα κατάφερε ο μεγάλος!» Από αρπακολλατζής της δημοσιογραφίας παράγων των ΜΜΕ, εθναμύντορας, βουλευτής, πολιτικός αρχηγός και στο μέλλον τις οίδε… Δεν έχει όριο η γελοιότητα ούτε μέτρο η επικράτεια των μετρίων. Και βέβαια η σχολή που δημιούργησαν όλο και αποκτά νέα στελέχη. Προς τέρψιν της φυλής των Κιμάκη, η οποία χρειάζεται ανάλογο υλικό για να υπάρχει και αυτή με τη σειρά της. Είπαμε: Διάσημος είναι κάποιος που έτυχε να είναι διάσημος επειδή είναι διάσημος. Τόσο απλά! Στον όλβιο αυτό τόπο εξέλιπε και η πλέον στοιχειώδης αξιοκρατία, η πλέον αυτονόητη αιτιοκρατία. Αρα βασιλεύει η οντολογία του τίποτε. Το αιτιατό εδώ και χρόνια αποκολλήθηκε από το αίτιό του και τρέχει ξετρελαμένο στις λεωφόρους της ξεφτίλας. Ο Derrida και το ασύμπτωτο σημαινόντων και σημαινομένου θάλλουν στην πατρίδα μας κι ας το αγνοούν όσοι εμπλέκονται στη διακυβέρνηση ή την εκπροσώπησή της. Η μονοσήμαντη, ακαδημοποιημένη, ανέμπνευστη και αντιαισθητική εκπαίδευση τώρα δικαιώνεται. Εξι χρόνια στα γυμνάσια και τα λύκεια της χώρας αρκούν -η πρωτοβάθμια παιδεία αντέχει ακόμη- για να παραγάγουν -κι όχι να «παράξουν», που λένε πια όλοι- γενιές αμόρφωτων παιδιών, ευχειραγώγητων από την, όποια, φανερή ή αφανή εξουσία. Από την άλλη και ενώ σοβεί η πολιτικο-οικονομική κρίση και οι οργανωμένες μειοψηφίες ετοιμάζονται για νέο «ανένδοτο» εναντίον του συνόλου, οι πάντες απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στα μυριάδες cafe της επικράτειας το φραπέ τους. Βλέπω φραπεδόβιους παντού! Ο φραπές πλέον ως ιδεολογική συμπαραδήλωση μιας κοινωνίας που βάζει την απόλαυση πάνω από την υποχρέωση είναι το απόλυτο must. Πριν από λίγους μήνες μάλιστα άρκεσε η απλή εκσφενδόνιση του κυπέλλου για να απολέσει η αξιωματική αντιπολίτευση το μελλοντικό της ηγέτη.
ΥΓ.: Επειδή τέλειωσε η εποχή που ονομάζαμε «αθώους» όσους δήλωναν άγνοια. 
2/11/2008

Μενάνδρου και Ανάνδρου (γωνία)

Via Crucis, οδός του μαρτυρίου ονομάζεται στην Ιερουσαλήμ ο δρόμος τον οποίο ακολούθησε ο Χριστός, σύμφωνα με την παράδοση, για να φτάσει στον Γολγοθά. Τον λεγόμενο και Κρανίου Τόπο. Στην Αθήνα η Via Crucis αρχίζει από την Ομόνοια και μέσω Αθηνάς, Ευριπίδου και Μενάνδρου κορυφώνεται στου Ψυρρή, με διαφυγές προς τα Εξάρχεια ή την πλατεία Βάθη. Εκεί κατοικούν τα παιδιά ενός άλλου θεού, οι πολίτες μιας πολιτείας που αργεί ή κωφεύει. Τα άσαρκα κρανία που δεν έχουν τόπο για να ησυχάσουν αλλά σέρνονται ίδιες σκιές και κουρνιάζουν στα πεζοδρόμια ή τις εισόδους των πολυκατοικιών, δημιουργώντας όχληση στους ενοίκους. Είναι πουλιά με σπασμένες φτερούγες που, παρ’ όλα αυτά, βιάζονται να αποδημήσουν. Και αποδημούν. Στο πουθενά, βέβαια. Δύο βήματα από πολύβουες λεωφόρους, πολυτελή κέντρα διασκεδάσεως - αφού η άνευ όρων, η συνεχής διασκέδαση είναι το εθνικό μας χόμπι -, γραφεία κομμάτων ή πολιτικών, ιδρύματα υγείας και πρόνοιας, ναούς, κατοικίες επισκόπων ή γνωστών διά του Τύπου φιλανθρώπων, τα Ελληνόπουλα πουλάνε τη ζωή τους και πουλιούνται αβοήθητα για μια δόση. Ιδού η πιο βαθιά, η πιο μακάβρια κρίση που ταλανίζει τον τόπο και εμείς ασχολούμαστε με Περικλέτους της εξουσίας και Φασουλήδες και Ψιψινάκηδες του θεάματος. Με το αν μπορεί τώρα να επιστρέψει η κ. Μάρα στο τηλεστασίδι της ή δεν τη χρειάζεται πλέον ο νεόκοπός της προστάτης. Στην επικράτεια των μετρίων το μέτρο είναι είδος εν ανεπαρκεία και χρησιμοποιείται επιλεκτικά. Εν ολίγοις έχουμε αποτύχει οικτρά και ως πολιτεία και ως κοινωνία και ως εκπαιδευτικό σύστημα. Κυρίως, όμως, έχουμε αποτύχει ως γονείς. Επειδή είναι αδιανόητο σε μια εποχή ευμάρειας και υψηλού βιοτικού επιπέδου - κι ας λένε ό,τι θέλουν οι οργανωμένες μειοψηφίες- οι στρατιές των σκιών να αυξάνονται εφιαλτικά. Κι οι πάντες να καμώνονται πως δεν συμβαίνει τίποτα ή να αρκούνται σε θλιβερά ημίμετρα. Κι ας υπονομεύεται σταθερά η ικμάδα, δηλαδή τα εύθραυστα κλωνάρια, η νεολαία της πατρίδας, προς την οποία προσφέρουμε επίσημα μιαν αλυσιτελή και προβληματική παιδεία και «ανεπίσημα» τον παράδεισο των παραισθησιογόνων. Μέσα από τον οποίο διακινείται εν πολλοίς το μαύρο χρήμα αρκετών, σοβαρών στυλοβατών του ισχύοντος συστήματος. Ενοχοι και συγχρόνως δειλοί, πάντως, είμαστε όλοι μας. Επειδή δεν κρούουμε εξακολουθητικά το σήμα κινδύνου και δεν κάνουμε πρώτο θέμα το άθλιο θέαμα που εκτυλίσσεται καθημερινά Μενάνδρου και Ανάνδρου γωνία...

29/10/2008

Περί του ανυπεράσπιστου γένους

Θα μπορούσε να είναι ο ορισμός της Τέχνης ο εξής στίχος της Δημουλά: «Για να μην πάει χαμένο το χαμένο...». Από την άλλη, οι πάντες αγωνίζονται ν’ αποσβέσουν τις απώλειες, να μη χαθεί τίποτε. Μακάρι όμως η μόνη μας θλίψη να είναι το κόστος που πληρώνουμε για τις επιλογές της ζωής μας. Οδηγός εδώ ο Κουνέλης, άγνωστος ακόμη παρά τους κοσμικούς και τους εμπόρους που συνωστίζονται γύρω του: «Θέλω την επιστροφή της ποίησης μ’ όλα τα μέσα· με την άσκηση, την παραίτηση, τη μοναξιά, το λόγο, την εικόνα, την εξέγερση». Α, όλα κι όλα. Στην Ελλάδα ουδείς παραιτείται, ουδείς διαλέγεται, ουδείς εξεγείρεται. Αλλού θάλλουν άνθη, εδώ μονόλογοι. Ονειρεύομαι μιαν έκθεση που πηγαίνοντας κόντρα στην αισθητική και τη δεσποτεία της αγοράς θα σκύβει στο ελάχιστο ώστε να διαχειριστεί λυτρωτικά τη σοβούσα υστέρηση. Χωρίς επικοινωνιακούς μαξιμαλισμούς που ζέχνουν επαρχιωτίλα. Λες και δεν είναι πολύτιμο το χαμένο. Είτε για έρωτα πρόκειται είτε για θάνατο. Ή λες και δεν κατέχουμε μόνο ό,τι αξιωθήκαμε να χάσουμε. Δηλαδή ό,τι μπορούμε ν’ αγναντεύουμε με τα μάτια σφαλιστά. Δωρεά του διαρκώς εφήμερου. Κι άλλος ορισμός της Τέχνης από ένα, φιλοζωικό (!), άρθρο του Καβάφη, του 1886: Misplaced tenderness, άτοπη, παράταιρη, παραπλανηθείσα, τρυφερότητα· τρυφερότητα που βρέθηκε αλλού κι έτσι γονιμοποιήθηκε το αναπάντεχο ίνα ίδωσιν οι άνθρωποι και πιστεύσωσιν. Αλλέως πώς «βρας», που θα πει «πυρ» όπως επιθυμεί ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ», προλαβαίνοντας τον πεσιμισμό του Λεοντάρη. Δηλαδή, πως είναι ξενιτιά η μητρική μας γλώσσα. Αλλά και όπως βροντοφώναξε ο Παύλος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Λήμνου γράφοντας με αφρό και φωτιά ένα εξαίσιο μονόλεκτο ποίημα. Κάθε γλώσσα είναι πατρίδα και ξενιτιά και, κυρίως, ένα μέσα ρούχο. Σαν τα γλυπτά του Moore που είναι πάντα ένα εσωτερικό κέλυφος και μια φόρμα εξωτερική να το προστατεύει σαν μητέρα. Παρούσα εδώ η έγνοια του Wittgenstein σχετικά με τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας-πατρίδας ως προς τη χρήση (και κατάχρηση) του αυτονόητου. Αλλά και τη χρησιμότητα της σιωπής. Η Δημουλά το λέει αλλιώς: «Οταν σιωπώ, είναι απίστευτο το πόσο ευφραδής γίνομαι. Εκτιμώ τη σιωπή γιατί συσκοτίζει το όχι ώστε να εκλαμβάνεται σαν ναι». Αυτά ως προς την Τέχνη. Ο πολιτισμός όμως είναι άλλο πράγμα. Είναι αυτός που καθιστά τον «πληθυσμό» κοινωνία και δημιουργεί συλλογικότητα μέσα από κοινά αποδεκτές συμπεριφορές. Κάθε κοινωνική δραστηριότητα φέρει ένα πολιτισμικό πρόσημο. Είναι αυτό που επιτρέπει στους πάντες, και προπαντός στους πολιτικούς, να μιλάνε για τον πολιτισμό σαν ειδήμονες. Ο Sartre πάλι ονόμαζε «ειδήμονες» εκείνους που επεμβαίνουν σε υποθέσεις που δεν τους αφορούν. Πολιτισμός είναι, εν τέλει, η κοινωνικοποίηση της ατομικής μας περίπτωσης, του σώματος και της τιμής του. Τώρα καταλαβαίνω: η Τέχνη έχει γυναικεία υπόσταση και ο πολιτισμός ανδρική. Δηλαδή, η Τέχνη γεννά και ο πολιτισμός διατηρεί και διαδίδει. Ο έρωτας πάλι παραμένει γένους ανυπεράσπιστου (Κική Δημουλά)... Στους αιώνες.

26/10/2008

Video art και κρατική τηλεόραση

Το καλό με την τέχνη είναι πως όλοι μπορούν να έχουν γνώμη γι’ αυτή. Το κακό είναι πως καθένας νομίζει ότι δικαιούται να μιλάει εξ ονόματός της. Εχετε επισκεφτεί τη Φοντάνα ντι Τρέβι στη Ρώμη; Αν όχι, σίγουρα την έχετε δει στις ταινίες του Φελίνι ή στη δική μας «Μοντέρνα Σταχτοπούτα». Για περισσότερες λεπτομέρειες ρωτήστε τον Γιαννάκη (όχι τον προπονητή, τον άλλον). Πρόκειται για μια διαμόρφωση του Μπαρόκ, στην οποία το φυσικό στοιχείο -το νερό- και το τεχνητό -η λίμνη- μπλέκονται αξεδιάλυτα και όπου αρχιτεκτονική, γλυπτική και ζωγραφική γίνονται ένα. Σ’ αυτό το σκηνικό δεν ξεχωρίζεις ποια πέτρα έχει λαξεύσει ο γλύπτης και ποια έχει αφήσει ανέπαφη, ενώ παράλληλα ο τοίχος στο βάθος λειτουργεί την ίδια στιγμή και χρηστικά και αισθητικά. Εφερα αυτό το παράδειγμα για να δείξω πόσο συχνά διαλέγονται οι τέχνες μεταξύ τους και πόσο εντυπωσιακά επικαλύπτονται σχεδόν ανεπαισθήτως. Φερ’ ειπείν η ζωγραφική και η φωτογραφία, παλαιότερα, και σήμερα η video art ή ο κινηματογράφος: κοινή γλώσσα, διαφορετικοί ρυθμοί και προθέσεις, συχνά όμοια αισθητική, εκ των πραγμάτων αλλιώτικοι αποδέκτες. Θα έλεγα κατ’ αρχάς ότι η video art αρχίζει τη στιγμή ακριβώς που ο κινηματογράφος απεμπολεί τον πειραματικό του χαρακτήρα στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης, μαζικής διασκέδασης. Φανταστείτε τώρα μια εκπομπή στην κρατική τηλεόραση, στη ζώνη που κάποτε -πολύ παλιά- έδειχνε ελληνικά ντοκιμαντέρ βοηθώντας απίστευτα τους δημιουργούς του ελληνικού σινεμά, στην οποία θα προβάλλονται τα videos των εικαστικών μας. Τα οποία είναι πάρα πολλά! Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι μία στις δύο εκθέσεις που επισκέπτομαι περιλαμβάνει και video-τεκμηρίωση. Θα μπορούσαμε να βαφτίσουμε αυτή την υποθετική σειρά της κρατικής τηλεόρασης «videogames» και να την αφιερώσουμε στην αλληλογνωριμία κινηματογραφιστών και ζωγράφων. Επειδή υπάρχει ένα απίστευτα πλούσιο υλικό που παραμένει άγνωστο και ανεκμετάλλευτο, μακριά από τους φυσικούς του αποδέκτες. Το δράμα του τόπου έγκειται στο ότι η σύγχρονη τέχνη παράγεται ερήμην του ευρύτερου κοινού. Και επ’ αυτού η ευθύνη όλων μας είναι τεράστια. Η τηλεόραση λοιπόν θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν μια διαρκής οθόνη για τα ντοκιμαντέρ και τα videoprojects, υποστηρίζοντας έτσι ουσιαστικά τη σύγχρονη δημιουργία μας αλλά και εκπαιδεύοντας συστηματικά το ευρύ κοινό μακριά από ρεαλιτζήδες και «διάσημα» ψώνια των δεκαπέντε λεπτών. Κρατική τηλεόραση με κονδύλια και μανδαρίνους έχουμε. Καιρός ν’ αποκτήσουμε και εθνική.

ΥΓ. 1. Ιδέα! Την εκπομπή μπορεί να παρουσιάζει η κ. Ελενα Κατρίτση ή η κ. Αννα Παναγιωταρέα, για να χτυπήσουμε έτσι την ανεργία στον ευπαθή κλάδο των τηλεστάρ.

ΥΓ. 2. Για να κάνεις τέχνη, πρέπει να υπερβείς τη δεσποτεία του ορατού και να επιχειρήσεις την ερμηνεία του. Τότε η, όποια, εικόνα ντύνεται μαγικά τη σάρκα της αιωνιότητας. Είχε εξαιρετικά δίκαιο ο Merleaux-Ponty, που υποστήριζε ότι η ζωγραφική δεν αποδίδει τόσο μια σάρκα αλλά αυτό που είναι η σάρκα. Ζωγραφίζει, μ’ άλλα λόγια, τη σωματικότητά της, το μυστήριο της ύπαρξής της, το μυστικό του ανθίσματος αλλά και του μαρασμού της. Αντίθετα, η φωτογραφία καθιστά το ορατό οικείο ως τα όρια της πένθιμης κοινοτοπίας.

19/10/2008

Υποκρισία και Τιμωρία

Κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται το καρκίνωμα της εκπαίδευσης που λέγεται «μαθητικές καταλήψεις». Σαν επιδημία, σαν τις αρχαίες φρυκτωρίες, τα γυμνάσια και τα λύκεια απ’ άκρου εις άκρον της χώρας παίρνουν φωτιά και οι μαθητές τους αλυσοδένουν τις εισόδους. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη απόδειξη ότι έχουμε δραματικά αποτύχει ως κοινωνία και κράτος από τη βλακωδώς επαναλαμβανόμενη αυτή «μόδα». Δεν υποτιμώ ούτε αγνοώ τα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν την Παιδεία. Ομως θεωρώ εγκληματική αυτή την επαναλαμβανόμενη πρακτική που εγκαινίασαν πριν από δεκαετίες κάποιοι προοδευτικοί φωστήρες και η επήρεια του φωτοσβεστικού τους οίστρου βρίσκει ακόμη πιθηκίζοντες μιμητές. Κυρίως γιατί η διδακτική ώρα που χάνεται δεν αναπληρώνεται. Σωρεύονται κενά επί κενών, η μια γενιά γίνεται πιο αγράμματη από την προηγούμενη και πιο εύκολα καθοδηγούμενη. Επειδή η γνώση συνιστά εξουσία, ενώ η άγνοια αποτελεί το πρώτο σκαλοπάτι στη χειραγώγηση. Τα αιτήματα για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ, αλλά αυτό το ετήσιο φθινοπωρινό ξεσάλωμα είναι ολέθριο. Αποσυντονίζεται κάθε εκπαιδευτική διαδικασία, χάνεται η όποια σχέση διδασκόντων και διδασκομένων, εθίζονται οι πάντες στην ήσσονα προσπάθεια. Από την άλλη, όσοι υστερόβουλα χαίρονται για την «επαναστατικότητα» και τη «συνειδητοποίηση» των παιδιών, από ηλιθιότητα, χρεώνονται και με άκρα υποκρισία. Τίποτε το προοδευτικό σε αυτή την επιδημία των πιτσιρίκων με τα καμένα βιβλία και τα διαλυμένα θρανία. Υπάρχουν άλλοι τρόποι για να διαμαρτυρηθεί κανείς, και βέβαια με την καθοδήγηση των υπευθύνων γονέων. Γιατί είναι φενάκη να πιστεύουμε πως παιδιά του Γυμνασίου είναι σε θέση να αποφασίζουν και εν τέλει να πραγματοποιούν καταλήψεις. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο εύκολα διαλύεται η ούτως ή άλλως εύθραυστη σχολική πειθαρχία και πώς τα παιδιά εξ απαλών ονύχων εθίζονται να πιστεύουν στο δίκαιο της πυγμής και της αυθαιρεσίας. Επ’ αυτού οι ευθύνες της Αριστεράς είναι τεράστιες. Αλλά και τα όποια «ωφελήματα» πιστεύει ότι θα προσποριστεί από τέτοιες μηδενιστικές διαδικασίες πρόσκαιρα. Κάποτε οι αριστεροί λέγαμε «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα». Τώρα;

15/10/2008

Το χρωμοφοβικό μας απωθημένο

Αν έχει επάνω τιρκουάζ, ομολογώ πως με πειράζ’…»
Μνήμη Γιώργου Τσαγκάρη (χρωμοφοβικό δημώδες)

Μπορεί τα πράσινα, τα κίτρινα, τα μπλε της τα βραχιόλια να κάψαν τα Πετράλωνα και να τρέλαναν τα Σεπόλια, όπως θέλει το άσμα, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο ως ποιητική αδεία και εφόσον έχει καταναλωθεί ρητινίτης σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα ανωτέρω χρώματα να καταυγάζουν τα νέφη της μέθης. Η αλήθεια είναι ότι η καθημερινή μας πραγματικότητα είναι άγευστα άχρωμη, ή καλύτερα, είναι υπαρξιακά χρωμοφοβική. Είμαστε η χώρα του ανοικτίρμονος ηλίου και των βιολετί δειλινών, αλλά επιμένουμε –ίσως ως contraposto– να κυκλοφορούμε γκρίζοι, να φοράμε μαύρα σαν χήρες ανύμφευτες και να επιλέγουμε για χρώμα των σπιτιών ή των δωματίων μας τους πιο ουδέτερους τόνους του ανθρακί, του λευκού ή του ευκοιλιέ (οι πιο μερακλήδες και προχωρημένοι). Πού οφείλεται η τοιαύτη φοβικότης; Αν ήμουν παραδοσιακός ιστορικός και όχι ο κ. Λιάκος, θα χρέωνα σαφώς στην Τουρκοκρατία και τη μαύρη και άραχνη σκλαβιά το χρωμοφοβικό μας απωθημένο. Αν ήμουν ο κ. Λιάκος αυτοπροσώπως, δεν θα ασχολούμην με τέτοιες αηδίες, αλλά θα μελετούσα τις σχέσεις έθνους - κράτους και εθνογένεσης κατά το 18ο αιώνα και άλλες τέτοιες σκοτεινές και χωρίς το φως ιλαρόν της φιλοπατρίας ιστορίες. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης έλεγε πως χρώμα ίσον φως. Εμείς επειδή έχουμε ριγηλό, σκληρό και συμπαγές φως που κόβει χρυσίζοντας και λιώνει μελώνοντας τα πορτοκάλια, όντας απολύτως καλυμμένοι φωτοχρωματικώς, έχουμε την πολυτέλεια να αγνοούμε το χρώμα στο δημόσιο βίο και τα ιδιωτικά μας βίτσια. Ακόμη και τις Κυκλάδες βάψαμε λευκές για τουριστικούς λόγους ενώ εκ κατασκευής ήσαν πολύχρωμες. Μπλε, τιρκουάζ και φούξια. Το λευκό το είπε, μαζί με το ΟΧΙ, ο Μεταξάς! Ετσι το χρώμα, όπως άλλωστε και η μουσική, εγκαταβιώνει σε τόπους και πατρίδες βορειότερα ημών, εκεί δηλαδή που το λευκό δέρμα και τα ξανθά μαλλιά ή η σταράτη επιδερμίδα δένουν γλυκά με τα κόκκινα ή τα κίτρινα ενδύματα, τις μπλε ή πράσινες προσόψεις των δημόσιων κτιρίων. Τελική ερμηνεία: Είμαστε λαός βαθύτατα συντηρητικός παρά τις πόζες και τις δηλώσεις μας και η χρωμοφοβία μας αντανακλά το βαθύτερο δέος που μας καταλαμβάνει εμπρός στη γυμνή ζωή, στην πραγματικότητα που αναδύεται ατόφια μπροστά στα τσιμπλιάρικα μάτια μας και με τα χρώματά της μας τυφλώνει. Το γκρίζο για εμάς είναι ένα άλλοθι ύπαρξης. (Οπως εξάλλου η θρησκεία, η πολιτική, η μικροπολιτική και οι μικροπολιτικοί της.) Αν ο ομηρικός ήρως ζητεί θάνατο στο φως, δηλαδή στο χρώμα, εμείς πεθαίνουμε σεμνά, χριστιανικά και μουγκά στο σκοτάδι σαν τους τυφλοπόντικες. Δικαιοσύνη…

ΥΓ. 1: «Και η ποίηση είναι ένας στεναγμός από λέξεις…» Γ. Τσαγκάρης, Ανένδοτοι ήλιοι, εκδ. Καστανιώτη.
ΥΓ. 2: Απεργία δημοσιογράφων και ταξιτζήδων. Η καλύτερή μας. Για λίγο απαλλαγμένοι από πραγματικές ή συμβολικές αναθυμιάσεις. Κινούμαι άνετα χωρίς το κίτρινο κιτς. Ορατόν τε και αόρατον και ακούω την αγαπημένη μου μουσική από το Τρίτο Πρόγραμμα χωρίς αντιραδιοφωνικές φωνές και τις φλυαρίες όσων διατηρούν εκπομπή εκεί επειδή εγκωμίασαν διά του Τύπου το διευθυντή τους. Εκ-πομπές.

12/10/2008

Cia, Cia, Cia

Ποια σκοτεινά κέντρα θέλουν να ρίξουν τον Καραμανλή; Μπορεί τέτοια υπονοούμενα ή ευθείες καταγγελίες να εκτοξεύονται εν θερμώ σε κομματικά ακροατήρια, δεν καταφέρνουν όμως να ανησυχήσουν κανέναν άλλον πλην της σκληροπυρηνικής βάσης της Ν.Δ. Μόνο που έτσι δεν κερδίζονται οι προσεχείς εκλογές. Ο Καραμανλής είναι πρωθυπουργός επειδή έπεισε μη δεξιούς ψηφοφόρους και τώρα κινδυνεύει, επειδή αυτό το επιλεκτικό τμήμα δεν έχει μέχρι τώρα πειστεί. Ο «τσαμπουκάς» είναι ένας ρόλος που δεν επιτρέπεται να επαναλαμβάνεται γιατί καταντάει μανιέρα. Ούτε πάλι ένα δημοκρατικό κόμμα μπορεί να επιβάλλει υποχρεωτική σιωπή στους εκπροσώπους του λαού. Εκτός κι αν Πολύδωρας, Μανώλης, Δαϊλάκης, Γιαννόπουλος και Cia αποτελούν όργανα της Cia. Αστειότητες. Οι δημοσκοπήσεις, κρυφές και φανερές, ασχέτως πρωτιάς, που στην παρούσα μάλλον ενδιαφέρουν τα ΜΜΕ και όχι τις πολιτικές ηγεσίες, δείχνουν το εξής: Τα κόμματα εξουσίας κυμαίνονται γύρω στο 30% και άρα δεν σχηματίζουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, όσο και αν τα πριμοδοτεί ο κιμπάρης εκλογικός νόμος. Αυτό είναι το μείζον ζήτημα, το γεγονός ότι η κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων προσώρας δεν εμπιστεύεται ούτε τον Κώστα ούτε τον Γιώργο. Αλλά μάλλον τον Οδυσσέα (τον σημερινό Κανένα). Αυτή η διαρκής κρίση του δικομματισμού αποκαλύπτει συστηματικά τη δραματική ανεπάρκεια προσώπων και μεγεθών. Το Μαξίμου δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτό που κατανοεί ο τελευταίος Δειλάκης, έστω και μετανοών: πως το Βατοπαίδι εξελίσσεται στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης, ενός τυφώνα Εφραίμ, ο οποίος σαρώνει υπουργούς, συμβόλαια υπουργικών συζύγων, κρατικούς θεσμούς και λειτουργούς. Τι τα θέλετε, το όνειρο του μέσου Ελληνα ήταν ανέκαθεν ένα σπιτάκι, αργότερα επιθύμησε και εξοχικό, δύο σπιτάκια! Οταν λοιπόν βλέπει τους ακτήμονες που ενεδύθησαν το αγγελικό σχήμα να θησαυρίζουν, αντιδρά. Περισσότερο κι από τον Κοσκωτά ή τη Siemens, το ανίερο παίγνιο με τη δημόσια περιουσία έχει προσβάλει κυτταρικά το σύνολο των συμπολιτών μας. Πρόκειται για την πασιφανή αλήθεια που μεταφέρουν στον Καραμανλή σε όλους τους τόνους οι ποικίλοι αντάρτες, αλλά αυτός ακούει σαν τη Ζαν Ντ’ Αρκ ή «άλλες» φωνές ή τη... «Σία».

8/10/2008

Ανασχηματισμός, η παιδική μου χαρά

Είναι γνωστό στα πολιτικά πηγαδάκια πως όταν ο πρωθυπουργός είναι σε δύσκολη θέση, μου τηλεφωνεί εξάπαντος. Επίσης, ο κάθε ενδιαφερόμενος γνωρίζει πως βάζω και εγώ το χεράκι μου όταν επίκειται ανασχηματισμός. Ετσι, ενώ πολλοί κατηγορούν τον αρχηγό της ΝΔ διότι επέλεξε τον άλφα ή τον βήτα υπουργό, θα ήταν δικαιότερο να τα βάζουν με εμένα. Το διάσημο άγνωστο Χ! Αλλά, φίλτατοι, εξέλιπε στις μέρες μας το πολιτικό θάρρος. Τι τα θέλετε; Θυμάμαι τώρα πως, στην πρώτη – πρώτη σύνθεση της νέας διακυβέρνησης, επέμενα για Τσιτουρίδη, Ρεγκούζα, Κεφαλογιάννη, Φώλια, Ρουσόπουλο, Βουλγαράκη, Λιάπη, Τατούλη και βέβαια για την κυρία Φάνη, παλαιόθεν φίλη της αοιδίμου μητρός μου. Ευτυχώς που ο πρωθυπουργός δεν είναι μνησίκακος και δεν διαθέτει μνήμη καμήλας. Ετσι, ακολουθώντας το έθιμο, βοήθησα αρκετά και στο κυβερνητικό σχήμα των πρόσφατων εκλογών. Επηρεασμένος από τις φωτιές, του ψιθύρισα στο τηλέφωνο: «Βάλε όσους έχεις για κάψιμο». Μη λυπηθείς κανέναν, μόνο έτσι θα παραμείνεις στο α-πυρ-όβλητο. Παράλληλα ρίχ’ τους στάχτη στα μάτια. Τι ήθελα να το πω; Αν ήμουν λίγο πιο προσεχτικός, δε θα φθάναμε σήμερα εδώ που φτάσαμε. Επίσης, έπρεπε να επιμείνω να υπουργοποιηθούν περισσότερες γυναίκες. Ιδίως διάσημες δημοσιογράφοι και σύζυγοι δημοσιογράφων. Εχουν μεγαλύτερη υπομονή, αντέχουν το ομαδικό κράξιμο και ξέρουν να αποχωρούν αξιοπρεπώς. Mea Culpa. Ο παιδιόθεν φίλος μου, Κώστας, δε φταίει σε τίποτα. Απλώς, μου έχει τυφλή εμπιστοσύνη. Sua Culpa. Προχτές το βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, χτύπησε το κινητό μου με έναν ήχο πολύ δραματικό. Ηταν εκείνος. «Δεν έχουμε πολύ καιρό», μου σφύριξε λαχανιασμένα. «Είσαι με το ποδήλατο;», τον ρώτησα, για να κερδίσω χρόνο. «Oχι, με τον Μεϊμαράκη», μου απάντησε κοφτά. «Κάτι πρέπει να κάνουμε». «Δεν περιμένουμε δύο-τρεις μήνες και να δράσουμε μετά;», του αντέτεινα, ξέροντας πως η καθυστέρηση υπήρξε ανέκαθεν η προσφιλής του τακτική. «Μη με εκνευρίζεις», μου φώναξε, τόσο θυμωμένα, ώστε μου έπεσε το τηλεκοντρόλ από το χέρι. Εβλεπα Μάκη, Βατοπαίδιο, Κιμ και Γιαννάκη. «Ξύπνα, επιτέλους» ούρλιαξε αυτός από την άλλη γραμμή, «το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει, ο κόσμος δε μου έχει πια εμπιστοσύνη, δε με θεωρεί καταλληλότερο». Δάκρυα μου ανέβηκαν στα μάτια. «Αν δεν είσαι εσύ καταλληλότερος, τότε ποιος είναι; Ο Γιωργάκης;», του απάντησα τρυφερά. «Απλώς, σκέψου ότι ο κόσμος ζει δύσκολα, είναι ανασφαλής και ανησυχεί για τα παιδιά του. Αρα, αν υπουργοποιήσεις τον Κυριάκο και τον Μιλτιάδη θα δώσεις χαρά στους γονείς τους και θα δημιουργήσεις ελπίδες στον κόσμο ότι κάποτε θα φροντίσεις και τα δικά του παιδιά». «Κα-τα-πλη-κτι-κό», άκουσα τη φωνή του από την άλλη πλευρά. Συγκινημένος, συνέχισα: «Αλλωστε ακολουθούν τη σκέψη σου. Εσύ έκανες υφυπουργό ξανά τον γαμβρό του Εβερτ και υπουργό ξανά τον υιό του Παπαληγούρα και γαμβρό του Ράλλη. Αν δεν σκέφτηκες τους γονείς τους, τότε τι σκέφτηκες;». Ο Καραμανλής με καληνύχτισε ανακουφισμένος. Κι ξανάπιασα το τηλεκοντρόλ. Στο γυαλί ο Γιαννάκης εξηγούσε πάλι στον Μάκη πόσο υπέφερε από την ασφυκτική αγάπη των διάσημων γονιών του.
5/10/2008

Ο θυμός του Καραμανλή

Βλέπω και ξαναβλέπω το βίντεο του Καραμανλή στην Κεντρική Επιτροπή και προσπαθώ να καταλάβω γιατί θύμωσε τόσο πολύ μαζί μου. Πώς είναι δυνατόν να του πέρασε από το μυαλό ότι τον υπονομεύω, ότι θέλω να ρίξω την κυβέρνησή του. Γιατί εξοργίστηκε τόσο πολύ εναντίον μου ο πρωθυπουργός; Επειδή, δεν μπορεί, με μένα τα είχε, εμένα κοίταζε με ένα βλέμμα όλο περιφρόνηση. Ομως, τι του έκανα; Μήπως δεν τον υπερψήφισα το 2004, δίνοντάς του μάλιστα ισχυρή πλειοψηφία, ώστε να πραγματοποιήσει το πρόγραμμά του δίχως προσκόμματα; Δεν τον ξαναψήφισα πέρσι αποδεχόμενος την αιτιολογία που προέβαλε για την, πολιτικά, ενισχυμένη σύνταξη ενός δύσκολου Προϋπολογισμού; Μισθωτός είμαι και εγώ, ξέρω από δυσκολίες προϋπολογισμών, έστω και οικογενειακού διαμετρήματος. Εκτός πάλι και εάν φταίω εγώ επειδή αυτός ο περιλάλητος Προϋπολογισμός έπεσε έξω πριν καν έρθει η ώρα του νέου. Αν εγώ φταίω για τους ατυχείς χειρισμούς ή τους λανθασμένους υπολογισμούς, αναλαμβάνω ακέραια την ευθύνη. Αλλά όσο και αν ανακρίνω αυστηρά τον εαυτό μου, διαπιστώνω πως δεν είμαι εγώ ο φταίχτης. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι μπορεί να του χάλασε τη διάθεση η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το ντόμινο που άρχισε από τις τράπεζες της Αμερικής και συνεχίζει με τις τράπεζες της Ευρώπης. Αν είναι έτσι, το καταλαβαίνω. Ομως, μπορεί να υπονομεύσουν την κυβέρνηση της Ν.Δ. οι τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ΗΠΑ; Μήπως δεν κάνουμε πάντα ό,τι μας παραγγέλνουν; Μήπως δεν τους εμπιστευόμαστε τα αποθεματικά των ασφαλιστικών μας ταμείων; Αν αυτοί μας υποβλέπουν, τότε έφτασαν τα ύστερα του κόσμου. Τότε δεν κατέρρευσε μόνον ο υπαρκτός σοσιαλισμός, αλλά κλυδωνίζεται και ο υπαρκτός καπιταλισμός! Που να πνιγούνε όλοι στη λίμνη Βιστωνίδα, Θεέ μου συγχώρα με. Αν η αγορά δεν αφήνεται να αυτορρυθμίζεται και το κράτος να εθνικοποιεί τράπεζες, τότε ανασταίνεται η σοσιαλμανία. Η γυναίκα μου, θέλοντας να με παρηγορήσει, μου λέει πως ο πρωθυπουργός δεν έχει θυμώσει με εμένα, αλλά με τον Τατούλη. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ο Τατούλης υπήρξε υφυπουργός του Καραμανλή και είχε καταγγείλει εγκαίρως και τον Ζαχόπουλο και τον Βουλγαράκη. Από την άλλη, έχει τόση δύναμη ο Τατούλης ώστε να στεναχωρεί κοτζάμ Καραμανλή; Ωστε να μπορεί να τον ανατρέψει; Μήπως όλα αυτά είναι ρόλοι πολύ καλά παιγμένοι μεν, αλλά καθόλου πρόσφοροι πια; Αυτά σκέφτομαι και τώρα αρχίζω να θυμώνω εγώ…
1/10/2008