Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

ΜΕ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ


Με αφορμή την έκθεση-παρέμβαση 24 καλλιτεχνών στο Μουσείο Μπενάκη “Ο χρόνος. Οι άνθρωποι. Οι ιστορίες τους”, με επιμελητή τον Μ. Στεφανίδη (11 Νοεμβρίου 2010 – 31 Ιανουαρίου 2011).


Είμαστε πάντα ελεύθεροι να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Η πραγματικότητα ως νόημα των καλώς ή μη συγκερασμένων σημείων του χάους

αναδύεται από τη ματιά του θεατή ως το θέαμα του κόσμου, θα ‘λεγε ο Ποντύ, ως το σαρτρικό πράττειν της μεταμόρφωσης του. Η ανάδυση του νοήματος ως ισοδύναμο πραγματικότητας (γιατί μας χρειάζεται ακόμα αυτή η λέξη;) έστω μέσω μιας κατά Γιάκομπσον ανάγνωσης των αντιθέτων δεν μπορεί να υπάρξει παρά ως ματιά από το εκάστοτε τελικό σημείο της χρονικής περιπέτειας του θεατή: της συνάντησης του με τον Μεγάλο Άλλο. Μια συνάντηση-μάχη μέχρις εσχάτων για την επικράτηση του Χεγκελιανού νοήματος και ταυτόχρονα διάνοιξη του ορυκτού της σιωπής προς το Χαϊντεγκεριανό ξέφωτο.

Έτσι και δω: η διεκδίκηση του νοήματος υπήρξε εξοντωτική. Μάχη χωρίς έλεος, από την πρώτη κιόλας νύχτα της συνάντησης, πριν ανατείλει η επόμενη μέρα. Ακόμα και τώρα, κρουνοί αίματος στραγγίζουν άλικες σταγόνες, κατακόκκινοι αν και εξασθενημένοι ανεμοστρόβιλοι περιδινίζονται στα ταβάνια, μια μαυροκόκκινη λάσπη πάει να αιχμαλωτίσει τα παπούτσια των επισκεπτών. Φύλακες σε κατάσταση αλλόφρονα τραυλίζουν ακατάληπτες λέξεις και για να μην χάσουν τη δουλειά τους φτιάχνουν νάρθηκες από ξόρκια, προσπαθώντας να διατηρήσουν τουλάχιστον την κοκαλωμένη στάση των σωμάτων, έτσι όπως βρέθηκαν το πρωί. Η μάχη βέβαια δεν τελείωσε, συνεχίζεται τις νύχτες μόλις κλείσουν οι πόρτες ή το βλέμμα του θεατή. Ο προσεκτικός επισκέπτης θα διακρίνει ένα ελαφρύ λαχάνιασμα στο στήθος, υποψία ιδρώτα στους κροτάφους, ρυτίδες στις επιφάνειες των εικόνων.

Οφείλω να πω, ότι η επιμέλεια της παρουσίασης υπήρξε άψογη. Τηρήθηκαν όλοι οι όροι ασφάλειας για να μην αλληλοσπαραχτούν και μάλιστα, με ιδιάζουσα ευφυΐα και σαφή προσανατολισμό προς την αιωνιότητα. Μα, πώς να εμποδίσεις τα τέρατα να κρατήσουν τις αποστάσεις; Το ‘βλεπες, με το παραμικρό γύρισμα της πλάτης ήταν έτοιμα να αλληλοεπιτεθούν. Κι αν γύριζες ξαφνικά για να τα συλλάβεις επ’ αυτοφώρω – να τους πεις ότι η Τέχνη οφείλει να είναι ευγενική, να εξημερώνει, να εκπολιτίζει, έπαιρναν ένα προσποιητά προσβεβλημένο ύφος, στο οποίο διέκρινες ελαφρά ειρωνεία. Ή πάλι προσποιούνταν ότι δεν σε άκουγαν και συνέχιζαν, δήθεν τον διάλογο για την εξέλιξη της Τέχνης.

Βγαίνοντας, μου φάνηκε ότι διέκρινα τους φίλους μου, τον Ρολάν και τον Λούντβιχ να συνομιλούν. Ναι, ήταν αυτοί. Περνώντας δίπλα τους άκουσα τον Μπαρτ να λέει: «ο καλύτερος τρόπος για να βλέπουμε ένα έργο Τέχνης είναι με τα μάτια κλειστά». Μάτια ερμητικά κλειστά. Και τον Βιτγκενστάιν να συμφωνεί λέγοντας: αυτή η έκθεση αποτελείται από δυο μέρη: εκείνο που βλέπεις και εκείνο που δεν βλέπεις. Και το πιο σπουδαίο είναι εκείνο που δεν βλέπεις.

Εκείνο που δεν βλέπεις; Θα ζητήσω τα λεφτά μου πίσω. Θ’ απαιτήσω εξηγήσεις από τον επιμελητή. Ή, μάλλον, θα ξανάρθω. Μ ένα μαντήλι στα μάτια. Ίσως έτσι μπορέσω να δω τ’ αντικριστά βλέμματα των έργων, σαν τ’ αντικριστά χείλη του αιδοίου που εμπεριέχουν την «Καταγωγή του Κόσμου».


Φώτης Καγγελάρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου