Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Ψυχοσάββατο


Μαρμάρινη ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη. H επιγραφή ΠΡΟΥΣΗΣ ΜΕΝΕΚΡΑΤΟΥΣ ΝΕΙΚΟΜΗΔΕΥΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΤΩΝ ΚΔ ΧΑΙΡΕ ΚΑΙ ΣΥ μνημονεύει τον φιλόλογο Προυσή, γιο του Μενεκράτους, από τη Νικομήδεια της μικρασιατικής Βιθυνίας, που πέθανε μόλις 24 ετών. Στην απέριττη επιφάνεια της πλάκας αποδίδονται ανάγλυφα μόνο τα σύνεργα της δουλειάς του νεκρού νέου: δύο κύλινδροι και ένα κιβώτιο. Από τα Μέγαρα, 1ος αι. π.Χ. Μουσείο Μπενάκη.


Μικρά κι αέρινα πετούμενα πάνω απ' τον φόβο των ψυχών

Γιώργος Κασαπίδης


Φεύγουμε συντριμμένοι, απαρηγόρητοι

Για να ξαναφτιάξουμε τη γενιά μας στον ουρανό

Νίκος Φωκάς


Τη θυμάμαι ν' ανάβει το κερί και το θυμιατό, να βράζει στάρι και να ξεφλουδίζει ρόδια κι αμύγδαλα. Έπειτα ετοίμαζε το πιάτο και το ακουμπούσε κεντρικά στο τραπέζι. «Είναι για τις ψυχές», μας έλεγε. Τίποτε το μακάβριο σ' όλα αυτά αλλά αόριστη μια γλύκα που έδενε με τον δριμύ αέρα της πιο ανυπόμονης άνοιξης και μ' έναν ήλιο-βασιλιά που έδυε χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να βασιλεύει. Ποιες ήταν οι ψυχές; Πού ήταν; Δεν ξέραμε. Απλώς τη χαζεύαμε που θυμιάτιζε τις κρεμασμένες φωτογραφίες στο σαλόνι. Είχαμε, βλέπεις, έτσι την ευκαιρία να τρυπώνουμε σ' αυτό το διαρκώς κλειστό και κρύο δωμάτιο που το λειτουργούσαμε μόνο στις γιορτές. Εξ ου και το μεταφορικό του όνομα «Σιβηρία». Έπειτα, σαν να γαλήνευε, καθόταν να μπαλώσει ένα ρούχο ή να σιδερώσει, ενώ το πρόσωπό της χαραζόταν από μια αχτίδα του ήλιου. Ο φεγγίτης ήταν ακριβώς από πάνω της. Κι εμείς κοιτάζαμε έκθαμβοι τα άπειρα πολλοστημόρια σκόνης που χόρευαν και στροβιλίζονταν μέσα στο πεδίο του φωτός. Να 'ταν αυτές οι ψυχές; Και να 'ρχονταν έτσι πρόθυμα σαν αστραφτερά τίποτε, απλώς για να της στεφανώσουν το κεφάλι; Ο πατέρας της, η μητέρα της, τ' αδέλφια της, οι γαμπροί της, οι φίλοι της που δεν ζούσαν, σκοτωμένοι κακήν κακώς στο δρόμο προς τα Κρώρα ή πεθαμένοι σε σανατόρια, αλλά που υπήρχαν στην καθημερινή της ομιλία σαν παραμύθι, σαν παρηγοριά. Αβίαστα, λες και τους μιλούσε. Σαν να ήταν μόλις χθες η αναχώρησή τους. Η αρπαγή και η εξαφάνισή τους καλύτερα… Ο δεύτερος τους θάνατος πολύ χειρότερος απ’ τον πρώτο καθώς δεν βρήκε ποτέ ούτε καν ένα μνήμα με τ’ όνομά τους, ένα ρούχο, ένα ενθύμιο, τα γυαλιά του πατέρα της, κάτι να έχει για να κλαίει όταν την έπιανε το παράπονο.


Σαν να ήξερε τι συνέβαινε σπίτι μας, ένας συμπατριώτης της, Υδραίος κι αυτός, έγραψε τότε σ' ένα ποίημά του:


«Όταν ήμουν μικρός

η θεία μου η Φίλη

όλο για την οικογένεια Στουπάθη έλεγε,

η οικογένεια Στουπάθη

κι η οικογένεια Στουπάθη,

τόσο που μου είχε γίνει

έμμονη ιδέα

είτε μέσα στο σπίτι ήμουνα

είτε περίπατο έβγαινα

η οικογένεια Στουπάθη έλεγα,

τόσο που και τώρα που γέρασα

όταν είμαι στεναχωρημένος-

η οικογένεια Στουπάθη λέω,

η οικογένεια Στουπάθη»


(Μ. Σαχτούρη, Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια, Κέδρος 1998).


Κοιμηθέντες τώρα όλοι αυτοί, συγγενείς ή φίλοι –μαζί και η οικογένεια Στουπάθη- ίσως αποζητούν σήμερα το στάρι και τα ρόδια τους, τη ζάχαρη και τη μυρωδιά του κεριού. Τώρα αντιλαμβάνομαι γιατί ήταν τόσο δημοφιλής η εγκαυστική, η κηρόχυτη τεχνική και στα νεκρικά πορτρέτα του Φαγιούμ αλλά και στις πρωτοβυζαντινές εικόνες του Σινά. Το κερί και οι συμβολισμοί που παραπέμπουν αφενός σ' έναν μυστικό βίο με σιωπηλές, φίλεργες μέλισσες που διακονούν την υψίστη ιδέα του καλού και αφετέρου σ' ένα φως μυστικό που καταυγάζει χωρίς να κατακαίει εκπορευόμενο από το πιο βαθύ, το πιο μυστικό τίποτε. Που καταδεικνύει το «αρχαίον κάλλος» σύμφωνα με τον κεκρυμμένο διονυσιασμό του ελληνικού ρέκβιεμ, της νεκρώσιμης Ακολουθίας:


Εις το καθ' ομοίωσιν επανάγαγε

Το αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι


-Μήπως τα πρόσωπα που μας κοιτούσαν απ' τις θαμπές κορνίζες τους στο σαλόνι, αποτελούσαν τα δικά μας φαγιούμ, εικόνες νεκρών που υπερέβησαν τα πρότυπά τους μέσα στο χρόνο; Και τα βλέμματά τους έγιναν φάροι για τις ψυχές, ώστε να μη χάνονται στο άνω πέλαγος και τα νέφη, αλλά να ξαναβρίσκουν τον δρόμο τους για το σπίτι μας τα Ψυχοσάββατα;

Σκέφτομαι πως ο παγανισμός και η ορθοδοξία συμβίωναν σ' αυτόν τον τόπο αρμονικά έως πολύ πρόσφατα. (Εννοώ ουσιαστικά, όχι τουριστικά).Έως την επιβολή ενός ξιπασμένου τρόπου ζωής που αντιπαθεί τις ιδιαιτερότητες και σιχαίνεται τις μνήμες. Η ίδια αυτή σεπτή φιγούρα που θυμιάτιζε τις φωτογραφίες πρωτοστατούσε με προνεωτερική-προπτωτική αθωότητα στις φωτιές του Αηγιαννιού, τα μυστικά του Κλύδωνα, τα σκολιανά (σκόλια άσματα) και τα γαμοτράγουδα των Απόκρεω. Στη συνείδησή της δεν υπήρχε καμία αντίφαση και κανένας ορθολογισμός δεν μίαινε την αρχαϊκή της αισθητική. Κι ενώ ζούσε απλά την απλή ζωή της, η σχέση της με τις ψυχές που αγαπούσε, ήταν εκείνο το πραγματικά συνταρακτικό στοιχείο που έδινε σε αυτή τη ζωή μεταφυσική διάστασή. Όπως θα υπογράμμιζε σε ανύποπτο χρόνο ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, (με τον οποίο άλλωστε ταίριαζαν πολύ ως προς τις απόψεις) σχολιάζοντας τον απαράμιλλο Αλεξανδρινό:


Με φαίνεται που ο Λεύκιος (Lucius, Lux, Φως) μεγάλος θ' αγαπήθη

Εν τω μηνί Αθύρ (Hathor, Αφροδίτη, Ανοιξη) ο Λεύκιος εκοιμήθη

(Ζ.Λ. Ενας Ποιητικός Περίπατος, Δόμος 1999).


Εφόσον και οι φίλοι του Λεύκιου έφερναν στο νεαρό μνήμα προσφορές και χοές τα Ψυχοσάββατα. Όμοια όπως από πάντα μέχρι μόλις χτες (και πολύ λιγότερο σήμερα, πολύ πιο μηχανικά, δηλαδή ασυνειδητοποίητα). Κι έβλεπαν βέβαια στο ανάγλυφο το πρόσωπό του και κλαίγοντας γαλήνευαν. Επειδή πρόκειται για τη συμπαθητική ιδιότητα της εικόνας και του εξεικονίζειν, τόσο παρεξηγημένα αμφότερα σήμερα. Γράφει ο Παπαγιώργης στα «Σιαμαία και Ετεροθαλή» (Καστανιώτης): «Πάρε την ολόσωμη φωτογραφία ενός ανθρώπου και με τον αντίχειρα -αν έχεις- άρχιζε να καλύπτεις κάποια τμήματα του κορμιού του. Τα πόδια; Ο άνθρωπος εξακολουθεί να σου μιλάει. Τα χέρια; Τίποτα δεν αλλάζει... Μόνο αν με μια κίνηση ανεξήγητης βίας καλύψεις το πρόσωπο, ο άνθρωπος αφανίζεται...».

Κι όμως! Υπάρχει στο Μουσείο Μπενάκη μια επιτύμβια στήλη η οποία, χωρίς καμία εξεικόνιση, απλά και μόνο με τη λεκτική παρουσίαση της ταυτότητας του νεκρού, λειτουργεί κάλλιστα ως η πιο οξυδερκής προσωπογραφία. Ιδού το απόλυτα εκφραστικό, καβαφικό θα έλεγα, κείμενο-πορτρέτο:


ΠΡΟΥΣΗΣ ΜΕΝΕΚΡΑΤΟΥΣ, ΝΕΙΚΟΜΗΔΕΥΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ, ΕΤΩΝ ΚΔ ΧΑΙΡΕ ΚΑΙ ΣΥ


(Μέγαρα 1ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.).


Η σύνθεση συμπληρώνεται με τους παπύρους και το «γραφείο» τού εικοσιτετραετούς φιλολόγου από τη Βιθυνία, που μας χαιρετάει με μελαγχολικό χαμόγελο! Χαρμολύπη. Όσο το σκέφτομαι από τα Μέγαρα στα Κρώρα λίγο πριν τη Θήβα είναι μισής μέρας-ζωής δρόμος.

Εκείνη, πάλι, όταν γύριζε από την εκκλησία ή το νεκροταφείο, μοίραζε το στάρι και τ' αμύγδαλα στη γειτονιά. Εμείς τελευταίοι. Και τελευταία των τελευταίων έτρωγε η ίδια, αμίλητη. Σαν να φιλούσε τους αγαπημένους της νεκρούς στο στόμα...



Υ.Γ. Αβέβαια, ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου

(Κική Δημουλά, Χλόη θερμοκηπίου, Ικαρος 2005).

Η σορός του Σενούδα Γ', πατριάρχη της κοπτικής ορθόδοξης Εκκλησίας, στον Καθεδρικό ναό Αγίου Μάρκου στο Κάιρο, 18 Μαρτίου 2012


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Δίοδος”, τεύχος 2, Δράμα, 2011

2 σχόλια:

  1. ΠΑΛΑΙΙΚΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ

    Ψωμιού κομμάτι
    κι ένα κορμί
    απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
    -αυτή το μόνο μούμεινε-
    το πιο αληθινό.
    Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.

    Με τελετή νεκρώσιμη
    δίνουν ζωή στους τοίχους
    και μαρτυρούν επίσημα οι σκελετοί του πόνου :
    τραπέζι και καρέκλα.

    Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
    θα προστατευουν οι κουρτίνες
    το κλάμμα που θα γίνετ' εδώ μέσα,
    για κάποιο θάνατο,
    για πάντα.
    Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
    γιατ' είν' ο πόνος τους ατέλειωτος.

    Ούτ' ένα τρίξιμο πιό ξυπνητής ζωής δε θα ταράξη
    το κλάμμα του θανάτου της ψυχής μου.

    θΕΟΔΩΡΟΥ ΝΤΟΡΡΟΥ "ΣΤΟΥ ΓΛΥΤΩΜΟΥ ΤΟ ΧΑΖΙ" (Παρίσι 1930 α', 1931 β')

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ γι' αυτό το κείμενο. Έξοχο!

      Διαγραφή