Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Τέχνη και Πονόδοντος

Στον οδοντίατρο - καλλιτέχνη 
Θανάση Βερροιόπουλο


Μετά από πολλούς δισταγμούς, πρόκειται για εάν χώρο που με πονάει και τον έχω υπηρετήσει, νομίζω με αφοσίωση για είκοσι τόσα χρόνια, επισκέφθηκα επιτέλους την Εθνική Πινακοθήκη. Μία πινακοθήκη που παρότι έκλεισε για δέκα, ολόκληρα χρόνια και παρότι δαπανήθηκαν για την εκ θεμελίων αναμόρφωση της υπέρογκα ποσά και από το ΕΣΠΑ και από ιδιωτικούς φορείς ( κυρίως το Ίδρυμα Νιάρχου αλλά και δευτερευόντως το Ίδρυμα Ωνάση) ξανάνοιξε με φωταψίες και φανφάρες για να εκθέσει φύρδην μίγδην, γραμμικά και χωρίς εσωτερική δόνηση τους πάντες και τα πάντα χωρίς κατ' ουσίαν να συστήνει κανέναν και τίποτα. Χωρίς να συγκροτεί στοιχειώδες αφήγημα. Μετά από μίαν ολόκληρη δεκαετία αργίας και αναστοχασμού - τι εκθέτω, γιατί το εκθέτω, πως το εκθέτω - θα περίμενε κανείς νέες ιδέες, νέες αγορές, νέα, μουσειολογική προσέγγιση. Θα περίμενε έναν σύγχρονο, δίγλωσσο τουλάχιστον, κατάλογο μονίμων εκθεμάτων, ανοιχτή τη συλλογή ευρωπαϊκής τέχνης - είναι αδικαιολόγητα κλειστή έξι μήνες από τα νέα εγκαίνια - θα περίμενε φωτογραφία και γλυπτική να συμπληρώνουν τα έργα του 19ου αι. αλλά και σινεμά ή ντοκιμαντέρ τα έργα του εικοστού. Όπως γίνεται στα σοβαρά μουσεία του κόσμου. Από Ελσίνκι ως Ντουμπάι. Γερασμένη, φευ, προσέγγιση από έναν φορέα εξίσου δραματικά γερασμένο. Παρά τα λίφτινγκ. Εκτός κι αν Πινακοθήκη και μάλιστα Εθνική σημαίνει κρεμάω πίνακες στον τοίχο! 

Κι ενώ το κτίριο λάμπει εξωτερικά από την πρόσφατη ανακαίνιση μέσα ο φωτισμός είναι συγκεντρωτικός, επίπεδος και ενοχλητικά αδύνατος. Αδικώντας τα έργα. Επιπλέον υπάρχει ακόμη (!) πρόβλημα χώρου. Οι μακρόστενες αίθουσες δεν βοηθούν διόλου. Λυπάμαι ειλικρινά γιατί το άσχετο, επαρχιώτικο στήσιμο, γραμμικό και ανέμπνευστο, πνίγει και τα λίγα, καλά έργα μέσα σε μια θάλασσα μετριότητας. Κι όμως η γυάλινη επένδυση του κυρίως σώματος φαντάζει εντυπωσιακή, η πρόσοψη, ο κήπος, το καφέ, η είσοδος κερδίζουν τις εντυπώσεις, το προσωπικό είναι ευγενικό και διακριτικό αλλά ούτε εθνική - ιδιωτικού, παλαιομοδίτικου γούστου - ούτε πινακοθήκη είναι το ίδρυμα αλλά μάλλον...πινακαποθήκη. 
Ο επισκέπτης που θα εγκαταλείψει την ΕΠΜΑΣ, δηλαδή την Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείον Αλεξάνδρου Σούτζου, συνεπικουρούμενη από το, αδικημένο, Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη, θα μείνει με την εντύπωση ότι ο πιο μεγάλος, Έλληνας ζωγράφος είναι ο Παναγιώτης Τέτση εκπροσωπούμενος από πολλούς πίνακες - δεσπόζει δυστυχώς ένα κακό έργο ενός καλού καλλιτέχνη, η "Λαϊκή Αγορά" - ενώ ο Ακριθάκης ή ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος (μ' ένα μικρό, νεανικό έργο), ο Μπάϊκας, ο Λαζόγκας, ο Ξένος, ο Κουνέλλης, ο Νάκης Παναγιωτίδης, ο Άγγελος Παπαδημητρίου, ο Νίκος Χαραλαμπίδης είναι ανύπαρκτοι. Αντίθετα ο Βασίλης Θεοχαράκης ξεχωρίζει με δύο μεγάλα έργα δίπλα στη Μαρία Φιλοπούλου αλλά και η βοηθός της διευθύντριας Ειρήνη Τσελεπή με ανάλογα χαρακτικά. 
Είναι προφανές η κ. Λαμπράκη ξέρει να ανταμείβει τους συνεργάτες και τους υποστηρικτές της. Έτσι οι Χαραλάμπους, Χαρβαλιάς, Τρανός, Σπηλιωτόπουλος, Αντωνόπουλος κλπ. κατά σύμπτωση όλοι τους διατελέσαντες πρυτάνεις της ΑΣΚΤ, εκτίθενται πανηγυρικά, λείπουν όμως οι Παυλόπουλος, Απόστολος Γεωργίου, Χρηστίδης, Σακκελίων, Μαντζαβίνος, Μακρής κλπ. Έτσι γράφεται, νομίζουν, η ιστορία. Έχει, επίσης, πλάκα ο τρόπος που έχουν στηθεί δύο φιγούρες του Κανιάρη. Σε μια σκοτεινή άκρη, πλάι στη σκάλα. Ασήμαντα δηλαδή ως έργα. Απλώς υποχρέωση για να υπάρχουν. Αντίθετα εντυπωσιακό είναι το περιβάλλον του Νίκου Παραλή (+1995) από την Θεσσαλονίκη, γιού του Γιώργου (+1975) με τα καμμένα κεριά, πολιτικό έργο του 1973.

Σαν πρώτο συμπέρασμα θα έλεγα ότι η μοντέρνα συλλογή της Πινακοθήκης είναι καλύτερη από εκείνη του ΕΜΣΤ αλλά άθλια στημένη. Χωρίς αποστάσεις, ατμόσφαιρα ή τους χώρους που είναι αναγκαίοι ώστε να λειτουργήσει η υποβολή έργων και κρυπτικών και δύσκολων. Μόνο ο Γιώργος Λάππας σώζεται με κυριότερα θύματα του...μουσειολογικού πογκρόμ τον Δανιήλ και τον Παύλο. Εν γένει το σύνολο του μουσείου διατρέχεται από την αισθητική της μικροαστικής εταζέρας ή του σαλονιού αναμονής μεγαλογιατρού ή μεγαλοδικηγόρου. Αντίληψη οδοντιατρείου. Και ένας από τους λόγους αυτής της αποτυχίας είναι το ότι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουν δωρίσει τα έργα τους, συχνά μετά από - φορτικό - αίτημα της διεύθυνσης, κι άρα οι δυνατότητες υψηλών επιλογών και αντικειμενικά ιστορικών αγορών έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες. Κρίμα...


ΥΓ. Θα ξαναπάω, όταν έχω πονόδοντο...
( Προσέξτε, για παράδειγμα, πόσο κομψά έχει τοποθετηθεί ο πυροσβεστήρας. Στο κέντρο του τοίχου, συμπλήρωμα των πινάκων του Βασίλη Θεοχαράκη ! Το καλό γούστο και η δημοσιοϋπαλληλία δεν κρύβονται).

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Η Επέτειος και η Ντροπή



 Το Πολυτεχνείο ως επάγγελμα

"...Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες
 στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν….
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο..."

Μανόλης Αναγνωστάκης

Επιτέλους τελείωσε και αυτή η επέτειος. Η τρομερή επέτειος της  υποκρισίας και του αριστερού κονφορμισμού. Της επαναστατικής γυμναστικής των επαγγελματιών θρησκόληπτων.Των δέκα χιλιάδων αστυνομικών που περιφρουρούν (!), του ελικόπτερου της ΕΛΑΣ και των drone, της άδειας Αθήνα από το Σάββατο ακόμη και του κόσμου που κλείνεται στα σπίτια του φοβούμενος τα χειρότερα.
Σχεδόν μισόν αιώνα περιφέρουμε ένα πτώμα που μυρίζει θανατίλα και εμείς υποστηρίζουμε ότι μοσχοβολάει. Ουδείς, εδώ και χρόνια, σέβεται το νόημα του Πολυτεχνείου, αλλά όλοι παίζουν πολιτικά παιχνίδια πάνω στη σορό του. 
Μια δήθεν γιορτή της δημοκρατίας και της αντιφασιστικής πάλης που κατάντησε γιορτή των παρακρατικών, των τρομοκρατών και των επαγγελματιών της ιδεολογίας. Το Πολυτεχνείο ως επάγγελμα. Και μάλιστα επικερδές.
Η πόλη αστυνομοκρατείται επί μιαν εβδομάδα ενώ οι αναρχικοί βορείων προαστίων απείλησαν να κάψουν πάλι την Αθήνα. Τι ντροπή για το μήνυμα εκείνης της μοναδικής στιγμής στο όνομα της οποίας πολλοί έχτισαν καριέρες ζηλευτές. Μία στιγμή που την έφιαξαν ελάχιστοι αλλά την απομυζούν όσο σήμερα οι πλείστοι.
Προτείνω ως εκ τούτου αντί κάλπικων εορτασμών ΣΙΩΠΉ και Λήθη,  μήπως και κατανοήσουμε. Μήπως και κουραστούν οι σπεκουλαδόροι και οι έμποροι της μνήμης. Για να μην είναι πλέον το Πολυτεχνείο αφορμή αλλά αιτία. Ώς τότε όμως πρέπει, φαίνεται να κυλήσει χρόνος πολύς. 
Αφού, ας μην κρυβόμαστε πίσω απ'την κομματική μας κονκάρδα, πρόκειται για μια "γιορτή" χωρίς πια γοητεία ή συγκίνηση, που το ψέμα και η εξαπάτηση στραγγαλίζουν τις όποιες αλήθειες. Το έπος της νεότητας μας που το καταντήσαμε συλλογική ντροπή και εύκολη προπαγάνδα στα χέρια των επιτήδειων. Δηλαδή όλων εκείνων που έστησαν σταδιοδρομίες στα συντρίμμια του Πολυτεχνείου. Και των νεότερων που συνεχίζουν ευτυχείς και ανιστόρητοι την παράδοση εκείνων. 
Και σήμερα;  Οι νεότεροι δικαιούχοι μιας στρεβλής κληρονομιάς απαντούν με ό τι επιχείρημα διαθέτουν στο μίζερο οπλοστάσιο τους : μίσος προς όλους και όλα, υποκουλτούρα της καταστροφής και βία. Βία πάνω από όλα. Πόρτα στο Ιερό της Δημοκρατίας (λες και είναι παραλιακή ντίσκο). Αφού δεν υπάρχει μέλλον τουλάχιστον ας γλεντήσουμε το παρόν καίγοντας το. Συμβολικά και ρεαλιστικά.
Λυπάμαι που μέρος της αριστεράς μετέχει διπλοπρόσωπα σε αυτήν την εξακολουθητική υποκρισία και παραπλάνηση (ιδίως των νεότερων). Έτσι, αφού δεν μπορούμε να πούμε την αλήθεια, όλη την αλήθεια, ας σωπάσουμε τουλάχιστον. Η κρίση και η παρακμή που ζούμε, είναι η ακροτελεύτια πράξη ενός δράματος που φάνταζε εντελώς διαφορετικό εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη του 1973. 

ΥΓ 1. Έργα των Βλάση Κανιάρη και Δημοσθένη Κοκκινίδη. Από την "Δημοκρατική Αμύνα" αν θυμάστε, που δεν θυμάστε. 
Τα έργα του Κανιάρη εξετέθησαν το 1969 στη Νέα Γκαλερί επί της οδού Τσακάλωφ και παρουσίαζαν μέσα από μία μινιμαλιστική γλώσσα και την αισθητική της arte povera, γύψους, σύρματα και κόκκινα γαρύφαλλα. Η ζωντανή ιστορία με όρους του μοντερνισμού. 
Γλυπτά τέλος του Θόδωρου Παπαγιάννη... Με υλικό τα καμμένα δοκάρια πό την πυρπόληση του Πολυτεχνείου, το 1993. Μία πρόταση υψηλού συμβολισμού: Από τα συντρίμμια και τα αποκαΐδια να δημιουργήσουμε τέχνη και όχι να αναπαράγουμε συνεχώς βία και άρνηση.
Σας θυμίζω εδώ το κείμενο του Θεόδωρου Παπαγιάννη που έγραψε αμέσως μετά την καταστροφή του ιστορικού κτιρίου το 1993 δημιουργώντας από την καταστροφή καλλιτεχνικό έργο. Θυμίζω ότι τότε κάηκαν περί τα 250 έργα ιστορικής σημασίας από τις αποθήκες της ανωτάτης σχολής Καλών Τεχνών παράλληλα με τα κτίρια της πρόσοψης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Αυτό το υλικό, τα καδρόνια και οι καμένες δοκοί δηλαδή, έγιναν τα μεγάλα, γλυπτικά ξόανα που από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να διακονεί ο ξεχωριστός αυτός γλύπτης:


" ...Μάζεψα τ' αποκαΐδια με πόνο ψυχής από το καμένο Πολυτεχνείο κι έστησα σκιάχτρα να ξορκίσω τα κακά που πληθαίνουν γύρω μου. φαντάσματα που τρομοκρατούν τα όνειρά μου κι αγριεύουν  τον ύπνο μου. Σημάδια μιας πραγματικότητας που με μελαγχολεί και με εξουθενώνει. έβγαλα το μαύρο απ'την ψυχή μου που χρόνια τώρα οι κάθε είδους εμπρηστές την ποτίζουν....
Γιατί ποιους να καταγγείλω; Είμαστε πολλοί , πάρα πολλοί συνένοχοι σε αυτόν τον τόπο..."
(Αθήνα 15/2/1994  Θεόδωρος Παπαγιάννης). Θυμίζω πως έργα του αυτό τον καιρό εκτίθενται στην πινακοθήκη του Δήμου Αλίμου.

ΥΓ 2. Κάθε φέτος και χειρότερα. Απάτες και αυταπάτες. Αλλά εδώ δεν αποφασίσαμε να πούμε την αλήθεια, όλη την αλήθεια, για το 1821, το 1922 , τον Εμφύλιο και την Αντίσταση, για το φετιχοποιημένο Πολυτεχνείο θα την πούμε; Είναι νωρίς ακόμα! 
Μοιραίοι και ασήμαντοι εμπρός στην ιστορική πρόκληση διαιωνίζουμε ατελέσφορους για την εθνική αυτογνωσία, μύθους.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Περί της αιωνιότητας των μελλοθανάτων

Ζωγραφική ή φωτογραφία;


Ο Γιώργος Κατσάγγελος, καθηγητής φωτογραφίας στο ΑΠΘ, φωτογραφίζει υπό βροχήν τους χωρικούς που πλένουν τα λαχανικά τους στο τεχνητό ρέμα το οποίο διασχίζει το χωριό τους από τον 14ο αι. στην επαρχία Ανχούι - Yi County (Νοέμβριος 2018). Κι εγώ φωτογραφίζω τον Κατσάγγελο τη στιγμή που φωτογραφίζει. 
 Στο υγρό, συννεφιασμένο βάθος έχει αρχίσει ήδη η πομπή του παραδοσιακού, κινέζικου γάμου ενώ τα σύννεφα έχουν κατέβει πολύ χαμηλά, λες για να συμμετάσχουν. Πολλές δράσεις μαζί. Προσωπικά εστίασα την σύνθεση της φωτογραφίας μου στα πρόσωπα και στο πορτοκαλί δοχείο κεντρικά της εικόνας. Το κίτρινο αριστερά παρεισέφρησε.
Οι τρεις πρωταγωνιστές του πρώτου επιπέδου κοιτάζουν σε διαφορετικά σημεία εκφράζοντας διαφορετικά ενδιαφέροντα. Εμβόλιμα στοιχεία όπως το μηχανάκι, ο πλαστικός σωλήνας της αποχέτευσης ή η διαφημιστική πινακίδα "αμφισβητούν" την άχρονη ιστορικότητα του στιγμιότυπου. Όμως τα βλέμματα δεν αστειεύονται. Δεν υποκρίνονται. Δεν παίζουν ρόλους όπως στο θέατρο, την ζωγραφική ή τον κινηματογράφο. Αχόρταγα διασταυρώνονται με άλλα βλέμματα, ρουφάνε το τοπίο υπαρξιακά, πρωταγωνιστούν αυτοδίκαια στην εικόνα σαν σπαρακτική αποθέωση του ότι τώρα εδώ (εδώ και τώρα) εμείς υπάρχουμε! Και βέβαια το προφανές, μέσω του αδήριτου ρεαλισμού της φωτογραφίας, αποθεώνεται. Στις επόμενες πόζες φωτογραφίζω την πανέμορφη νύφη, τους σαράντα παραστάτες και τον γάμο! 

Όμως κατά την άποψη μου αυτός ο απόλυτος ρεαλισμός της φωτογραφίας που είναι συγχρόνως έκφραση τεχνολογίας αλλά και μαγείας, την καθιστά αναμφίβολα και την κατεξοχήν τέχνη του θανάτου. Επειδή πάντα παρουσιάζει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και έγκυρο κάτι παρελθοντικό, κάτι που ήδη έγινε. Άρα λειτουργεί σαν τεκμήριο του παρελθόντος και ό τι αυτή εξεικονίζει, είναι ήδη πεπερασμένο. Δηλαδή νεκρό. Την επόμενη κιόλας στιγμή!
Σκεφτείτε: οι φωτογραφίες παρουσιάζουν τους νυν ή τους μελλοντικούς νεκρούς. Αυτή είναι η μοίρα τους. Τίποτε το μακάβριο σε αυτό όμως το μότο παραμένει: Ό τι ζει, θα πεθάνει. Απαρέγκλιτα.
Με την ζωγραφική πάλι δεν συμβαίνει το ίδιο. Η δική της μαγεία δεν είναι τόσο άτεγκτη, τόσο αναπόδραστη αλλά λειτουργεί περισσότερο σ' ένα συμβολικό, παρηγορητικό επιπέδο ακόμη και όταν υπηρετεί τον πιο μαστόρικο ρεαλισμό. Η σχέση της με τον χρόνο είναι πιο μεταφυσική, πιο "πλαστική" καθώς μοιάζει η ίδια να επιτείνει την στιγμή στο διηνεκές. Να νικάει τρυφερά τον χρόνο και να τον υποτάσσει στον χώρο. Να τον εγκιβωτίζει εντός των θεμάτων της. Το δικό της μότο είναι:  Ό τι ζει, μπορεί να καταστεί αθάνατο. Νομίζω πως το βρήκα. Στην φωτογραφία είναι ο χρόνος που δεσπόζει, στην ζωγραφική ο χώρος. Αυτός κάνει την σημασιολογική, την κρίσιμη διαφορά.
 Ένα ζωγραφισμένο πρόσωπο μοιάζει απαλλαγμένο από το βάρος, από το άχθος του χρόνου, εμφανίζεται σαν αιώνιο, ένα φωτογραφημένο όχι. Στην ζωγραφική το πρόσωπο "επιβιώνει" έστω και αν φιλοτεχνήθηκε πριν από εκατό χρόνια ή και περισσότερα. Στην φωτογραφία πεθαίνει! Είναι έτοιμο για να πεθάνει. Ακόμη και το νεανικό πρόσωπο της πανέμορφης νύφης! Η οποία ήδη είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από την ημέρα που τράβηξα την φωτογραφία.

 Τούτο οφείλεται στη δυσοίωνη μαγεία της τεχνολογίας. Της κάθε τεχνολογίας που θέλει να είναι και είναι ακατανίκητη. Η ζωγραφική διασώζεται επειδή είναι χειροποίητη.
Όταν πρωτοανακαλύφθηκε η φωτογραφία, στον 19ο αι. οι άνθρωποι ενθουσιασμένοι δεν το αντιλαμβάνονταν. Σήμερα όμως;
Συμπεραίνω: Στην φωτογραφία κυριαρχεί η μαγεία, συμβολική και πραγματική, εξ ου και η τρομαχτική της γοητεία,στη ζωγραφική το θαύμα. Εξ ου και η βαθιά υποβολή της. Δεν αξιολογώ εδώ, προσπαθώ να ερμηνεύσω...

ΥΓ. Ίσως η φωτογραφία να είναι το πιο δραματικό μέσο έκφρασης, αληθινό αντηχείο θανάτου . Η εκδίκηση του χρόνου -Κρόνου απέναντι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία της  νεότητας. Αυτή την αρρώστια του γήρατος ,εννοώ την νεότητα , που δεν θεραπεύεται παρά μόνο στα χαρώνεια μέγαρα. Δείτε τώρα την τελευταία, ασπρόμαυρη φωτογραφία.

 ...Είναι σαν να συμβαίνει τώρα - η μεγάλη παραίσθηση της φωτογραφίας - κι όμως έλαβε χώρα μισόν αιώνα πριν. Οι δύο εικονιζόμενοι ήσαν λαμπεροί και νέοι, κάποτε. Όπως ποτέ πια. Όπως ποτέ πια η χαρά που υπήρξε κάποτε. Η ομορφιά. Όχι η δική τους. Η δική μας. ...
Να τι εννοώ όταν μιλώ για πένθος. Αναφέρομαι στην ύστατη ευκαιρία για το πάθος. Το μόνο ξόρκι μας εναντίον του θανάτου. Πριν καταστούμε απλώς μια φωτογραφία που θα περιφέρουν με συγκίνηση οι επόμενοι.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Άσθμα ηρωικό και πένθιμο

Άσθμα ηρωικό και πένθιμο

‌Πίνακας του Πέτρου Ζουμπουλάκη
 Από τη σειρά "Τα Μπαρ"


‌Μόλις τώρα κατάλαβα, σαν από επιφοίτηση, γιατί δεν εμβολιάζονται οι Έλληνες παρά τον κοινωνικό ορυμαγδό ή τους εκατοντάδες θανάτους εβδομαδιαίως. Κι ιδιαίτερα οι Βορειοελλαδίτες. Μα γιατί είναι απόγονοι των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων. Ή δε Βορειοελλαδίτες και των Μακεδονομάχων! Του ίδιου του Μεγαλέξανδρου. Εγγόνια των αγωνιστών του '21 και παιδιά των ηρώων του αλβανικού μετώπου. Όλων δηλαδή όσοι αψήφισαν τον κίνδυνο, δεν νοιάστηκαν ούτε για τη δική τους ζωή, ούτε για την ζωή των οικείων τους αλλά επέλεξαν τον κίνδυνο, τη διακινδύνευση κι ακόμα και τη θυσία την ίδια. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο! Σαν τις Σουλιώτισσες, τη Τζαβέλαινα και τον Σαμουήλ στο Κούγκι. Οι Έλληνες απέδειξαν απ' την αρχαιότητα ακόμη έως πρόσφατα πως δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φόβος και πως αψηφούν παλικαρίσια τον θάνατο. Γι' αυτό δεν εμβολιάζονται. Είναι θέμα εθνικών παραδόσεων και φυλετικού dna. Επειδή δεν είναι οι ατρόμητοι Ελληνάρες σαν τους Γάλλους πουρκουάδες που διερωτώντο γιατί να πολεμήσουν τον Χίτλερ, ούτε σαν τους ψοφοδεείς Ελβετούς που έχουν φτιάξει από ένα αμπρί σε κάθε τους σπίτι για τον φόβο ενός πυρηνικού πολέμου. Οι ατρόμητοι Έλληνες γνωρίζουν πολύ καλά ότι βιώνουμε έναν ιδιότυπο, τρίτο παγκόσμιο πόλεμο που έχει στείλει χιλιάδες ανθρώπους απ' όλο τον πλανήτη στον τάφο, έχει διαλύσει κοινωνίες, έχει καταβαραθρώσει οικονομίες αλλά και κράτη ολόκληρα και κρατάει σε ομηρία όλη την υφήλιο δύο χρόνια τώρα. Ότι μπορεί να μην υπάρχουν βομβαρδισμοί αλλά έχουμε ματωμένα χαρακώματα και νωπούς τάφους στα νοσοκομεία ή τα νεκροταφεία όλων των χωρών χωρίς εξαίρεση. Και όσοι επιβιώνουν από τις ΜΕΘ, δύσκολα θα αποφύγουν κάποιο παρεμφερές νόσημα για όλη τη ζωή τους. Ένα χρόνιο άσθμα ή μόνιμα αναπνευστικά προβλήματα ας πούμε. Κάτι σαν τα κρυοπαγήματα των Ευζώνων μας στα βουνά της Βορείου Ηπείρου που άφησαν κάποιες χιλιάδες μόνιμα ανάπηρους. Το ξέρουν αυτό πολύ καλά οι σύγχρονοι απόγονοι τους και μοιραία επιλέγουν το προς τον θάνατο καθήκον τους.
‌ Γι' αυτό σας λέω. Υπάρχει πολύ σοβαρός, αταβιστικός λόγος που οι Έλληνες δεν εμβολιάζονται. Λόγος ηρωικός όσο και πένθιμος όπως για το άσμα για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Βαθιά, υπαρξιακά πράγματα που μόνο ένας Βελόπουλος θα μπορούσε να εξηγήσει (και αν). Μα θα με ρωτήσετε κι εκείνοι που έχουν εμβολιαστεί και δεν είναι καθόλου λίγοι, δεν είναι Έλληνες; Είναι βέβαια αλλά τυγχάνουν απόγονοι των κιοτήδων, των προσκυνημένων, των δωσίλογων τολμώ να υποστηρίξω! Εκείνων που έλεγαν "σφάξε με πασά μου ν' αγιάσω" ή των άλλων που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Φως φανάρι! Αυτοί, ντρέπομαι που το λέω, δεν έχουν σταλιά από το αίμα του Λεωνίδα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του Νικηταρά. Ούτε καν του τελευταίου νοσηλευτή του ΕΣΥ που αρνείται περήφανα και γενναία να εμβολιαστεί. Αυτού του σύγχρονου Αντρούτσου που η Πολιτεία θα έπρεπε να του στήσει μνημείο ανάλογο με εκείνο των νεκρών της ΕΡΤ. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Επειδή δεν πεθαίνουν οι Έλληνες σαν ήρωες αλλά οι ήρωες ξέρουν να πεθαίνουν σαν Έλληνες! 
‌ 
ΥΓ. Τράβηξα τη φωτογραφία από το αυτοκίνητό μου ανήμερα 28η Οκτωβρίου στο ύψος των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Παρακολουθούσα από το Σύνταγμα ακόμα τον χωρίς κράνος, παράτολμο, μεσήλικα δικυκλιστή να κρατάει με το ένα χέρι τη σημαία και με το άλλο το τιμόνι κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς και οκτάρια ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα. Φυσούσε δυνατά και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χάσει την ισορροπία του πέφτοντας στις ρόδες των διπλανών του. Γιόρταζε προφανώς με τον δικό του τρόπο την επέτειο. Θέτοντας δηλαδή σε προφανή κίνδυνο και τη δική του ζωή και ίσως  όποιων άλλων έτυχαν να κινούνται δίπλα του. Ήρωας!

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Άγγελοι...

1. Οι Άγγελοι στη ζωή μου

(σε όσους και όσες γιορτάζουν σήμερα)


Είμαι τυχερός. Πάντα υπήρχαν άγγελοι στη ζωή μου. Άλλοτε πένθιμοι και λυπημένοι κι άλλοτε εύθυμοι, ερωτικοί, γεμάτοι από την χαρά της ζωής. Άλλοτε ήταν λευκοί και διάφανοι, άλλοτε ασώματοι και αφανείς κι άλλοτε απόλυτα υλικοί ...μπλε, χοϊκά Χερουβείμ και κόκκινα, όλο ζουμί, Σεραφείμ. Κοκκινίζω κάθε φορά που το σκέφτομαι.
Πάντα όμως οι άγγελοι μου είχαν φτερά. Ωραία φτερά, μακριά, χρυσαφένια, λίγο από σύννεφο και λίγο από χώμα. Σταθερά φτερά για κάθε χρήση. Φτερά για να πετάνε ψηλά και με κόντρα τον άνεμο κι όχι φτερά διακοσμητικά. Γιατί οι δικοί μου άγγελοι ήσαν μαχόμενοι. Δεν υποδύονταν  αγγέλους φορώντας πλαστικές φτερούγες για κάποια κακόγουστη παράσταση  θεάτρου. Ήταν και παραμένουν άγγελοι αληθινοί, από ατόφιο αγγελικό υλικό ... Άγγελοι που πάντα πετούν. Δεν μπορούν, άλλωστε,  να κάνουν αλλιώς. Και μαζί μ' αυτούς κι εγώ πετάω. Δανείζομαι κάτι από τις πτητικές εμμονές τους και ταξιδεύω ψηλά. 
Πόσες φορές, μετρώ, τα φτερά τους δεν έγιναν και δικά μου φτερά και τα ταξίδια τους ολοδικά μου ταξίδια. Οι άγγελοι προστάτες μου ήταν και είναι πάντα δίπλα μου έστω και αν βρίσκονται πολύ μακριά. Όπως τώρα για παράδειγμα. Δεν παραπονιέμαι όμως. Εξ άλλου αυτή είναι δουλειά των Αγγέλων. Να πετούν και να φεύγουν ...


2.   Είναι κι ο θάνατος
         ... ένας Άγγελος

Είναι ο θάνατος 
ένα μωρό που κλαίει. 
Θηλάζει, σταματά για λίγο,
πεινάει πάλι και κλαίει. 
Ο θάνατος κοιτάζει στα μάτια 
τους ανθρώπους 
(αυτοί τον κοιτάνε με τρόμο), 
κοιτάζει τη τόση δυστυχία
 και κλαίει.
Ο θάνατος, ευαίσθητος, 
λυπάται τους ανθρώπους, 
τούς κλείνει τα μάτια ...
Και κλαίει.

3.      Άγγελος

Με πήρε ο Άγγελος στην αγκαλιά του
ακούμπησα το κεφάλι μου στο στέρνο του
και χάιδεψα τα φτερά του ανακουφισμένος.
"Δεν θα πεθάνεις ποτέ", μου ψιθύρισε.
"Το ξέρω", του απάντησα κι είχα κιόλας 
πετάξει...

(Τα δύο τελευταία κείμενα είναι από το βιβλίο "Τραγούδια για το πένθος". Εκδ. Καστανιώτη)

ΥΓ.
Τι πράγματα που είναι να γίνουν, θα γίνουν. Έτσι κι αλλιώς. Ώς  τότε όμως, ας γίνουν όλα τα άλλα.
 Η ευτυχία είναι στιγμιαία, έτσι κι αλλιώς. Αξίζει όμως τον κόπο. Εννοώ το κόστος. "Μη κουραστείς να μ' αγαπάς, κι αν κουραστείς, μη φύγεις ..." 
 Έτσι τραγουδούσε ο αισθαντικός Λάκης Παπάς  από το δεκαετία του '70. 

(Αφιερωμένο στην εξαφανισμένη Αγγελική που γιορτάζει και σ' όλες τις Αγγελικές και τους Άγγελους αυτού του κόσμου με την ευχή να τον κάνουν να μοιάζει έστω και λίγο μ' εκείνον τον  Παράδεισο που μας έκλεψαν).

(Η φωτογραφία είναι του γιγαντιαίου Γκουντέλκα)

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Της Δάφνης

Αυτοσχέδιο Ποίημα για την Ομορφιά

(Της Δάφνης που έχει αύριο γενέθλια
και που αγαπάει τις γάτες και τις 
αλεπουδίτσες του Υμηττού)


Αχ, αυτά τα κορίτσια
πόσο τα σκέφτομαι
που δεν ξέρουν
τι να κάνουν
την ομορφιά τους,
όμοια με γάτες 
κι αλεπουδίτσες!
Την πάνε από δω
την δείχνουν από κει, 
άλλοτε ντροπαλές
άλλοτε περήφανες
άλλοτε με άγχος
κι άλλοτε πάλι
 φορτωμένες
- από ακατανόητη -
 απελπισία.

Τί πρόβλημα κι αυτό
για αλεπουδίτσες
 και για γάτες!
Τί κάνει κανείς, κάθε φορά,
με την ομορφιά 
που τού έτυχε ;
Την συντηρεί ευλαβικά;
Την βγάζει στην αγορά;
Την ανταλλάσσει; 
Την εκδίδει για κέρδος; 
Την κρύβει από υπολογισμό;
Την απαρνιέται από δειλία
σαν να μην υπάρχει;
Σαν να μην υπήρξε ποτέ;

Τα κορίτσια κοιτούν
την ομορφιά τους 
στον καθρέφτη
προβληματισμένες
σαν να μην είναι οι ίδιες
αλλά κάποιες άλλες εκεί.
Αλεπουδίτσες ή γάτες.
Τι σπαζοκεφαλιά θεέ μου
το πρόσωπο μας
 στον καθρέφτη.
Τι πρόβλημα! 
Τι διχασμός!

Το κοιτάζουν λεπτά, 
το κοιτάζουν μέρες
το κοιτάζουν χρόνια 
τα καημένα τα κορίτσια
ώσπου, τι ανακούφιση, 
η ομορφιά που 
τόσο τις τυράννισε, 
τις μπέρδεψε, 
τις παρέσυρε,
τις αποπροσανατόλισε,
 κοστίζοντας μια ζωή,
τη μικρούλα, 
την πολύτιμη ζωή τους,
να μην υπάρχει πια.

Φωτογραφία: Γάτα και αλεπού κοιτιούνται και αλληλοθαυμάζονται σαν μετενσαρκώσεις των γυναικών που αγαπήσαμε. Της ομορφιάς που πάντα βρίσκει τους τρόπους για να διαφεύγει. Επειδή όταν μάς κοιτάζει ένα ζευγάρι μάτια, δεν είμαστε εμείς αλλά εκείνος ο ρόλος που οι άλλοι περιμένουν (ή και απαιτούν) από εμάς. Είμαστε εμείς μόνο όταν είμαστε μόνοι.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Ο βασιλεύς αφοδεύει!

Ο βασιλιάς Ήλιος στις Βερσαλλίες μπορεί μεν να διέθετε μία τεράστια αυλή τριών χιλιάδων αριστοκρατών αξιωματούχων, όμως μία μόνο θέση κι ένας τίτλος ήταν οι πλεον επίζηλοι σ' εκείνη. Πρόκειται γι' αυτή του προσωπικού ιατρού του Βασιλέως ο οποίος επιφορτιζόταν με το υψηλό προνόμιο να ελέγχει κάθε πρωί τα περιττώματά του άνακτος μόλις αυτός αφόδευε σε χρυσό, αδαμαντοποίκιλτο αγγείο.
L' archiatre! Ο αρχίατρος! Ήταν τότε που συγκεκριμένος βαλές προσκόμιζε το περιεχόμενό του αγγείου στον αρχιγιατρό για τα περαιτέρω. Ο μεγαλογιατρός στη συνέχεια το εξέταζε επισταμένως ελέγχοντας την υφή αλλά και την οσμή των κοπράνων. Όσο πιο εντονότερη, χειρότερη και αηδιαστικότερη ήταν η μυρωδιά, τόσο πιο αποκαλυπτικά αυτή λειτουργούσε ως αποδεικτικό της καλής υγείας του υψηλού χέστη. Τότε ο πρωτογιατρός επέστρεφε και κοινοποιούσε πανευτυχής στο βασιλιά τα θετικά αποτελέσματα που εγγυώνταν την καλή του υγεία και βέβαια ο βασιλιάς τον αντάμειβε, ανακουφισμένος συμβολικά και ουσιαστικά, με πλούσια δώρα και βέβαια πλουσιότερο μισθό.
Έτσι είχαν τότε τα πράγματα. Σκέφτομαι πάλι πως σήμερα αυτή την επίζηλη θέση του εξεταστή και του υμνητή των σκατών της εξουσίας, του μεγαλογιατρού του κάθε Μεγάλου, έχουν ασφαλέστατα οι μεγαλοδημοσιογράφοι. Αυτοί δηλαδή που ενίοτε, με ποντικίσιο θράσος ή καρδιά μαρουλιού, δηλώνουν και εκδότες. Τί κάνουν όλοι αυτοί οι χρυσοκάνθαροι κονδυλοφόροι; Μα τί άλλο από το να εξετάζουν καθημερινά, πρωί-πρωί, τον τρόπο που έχει αφοδεύσει η εξουσία, - τα έργα και τις ημέρες του εκάστοτε πρωθυπουργού και των υπουργών του - και να σχολιάζουν επαινετικά το περιεχόμενο αυτής ακριβώς της αφόδευσης. Με πρωτοσέλιδα, με πηχυαίους τίτλους, με συγκινητικά άρθρα, με τηλεοπτικές εκπομπές από πρωίας μέχρι νυκτός. Η εξουσία πάλι ανακουφισμένη - και μεταφορικά και ρεαλιστικά, όπως ήδη είπαμε - επιστρέφει και μεταφορικά και κυριολεκτικά την θερμή ευγνωμοσύνη της σ' αυτά τα εξαιρετικά άτομα πετώντας τους σκατά μεν αλλά από χρυσάφι, στα μούτρα. Τα οποία όπως και ο ιατρός του Βασιλιά Ηλίου αποδέχονται με συγκίνηση και υπερηφάνεια. Έρρωσθε φιλαλήθεις και φιλαναγνώσται φίλοι!

Σημείωση: ως εικονογράφηση του περισπούδαστου του άρθρου μου επιλέγω μία φωτογραφία από την performance του Άγγελου Παπαδημητρίου Βλέπε, Άκου, Σώπα!
Moto που αποτελεί και το πιστεύω κάθε πειθήνιου και ευλαβούς αναγνώστη.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Ας μιλήσουμε για μουσική, ας μιλήσουμε για ποίηση...

Η ποίηση στο τραγούδι

- Μνήμη Γιάννη Σπανού και Θάνου Μικρούτσικου -

Στον φίλο μου Τάσο Δαλακίδη


Ο λυρικός, ο "σουμπερτιανός" Γιάννης Σπανός που έφυγε πέρσι, κατάφερε να γίνει δημοφιλέστατος με τα άψογα και ως φόρμα και ως περιεχόμενο έντεχνα τραγούδια του,  χωρίς να γράψει ποτέ πολιτικά θούρια και χωρίς να στηριχτεί στην βοήθεια και την ομπρέλα των κομμάτων. Μόνος του, αυτός κι ένα πιάνο.
Βέβαια εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι και τη Μεταπολίτευση το να γράφεις πολιτικά τραγούδια, είχε τεράστιο κόστος. Ο Μίκης Θεοδωράκης, μεγαλομάρτυς, μπορεί να το ομολογήσει. Τεράστια πάντως υπήρξε η προσφορά του γιατί έφερε στα χείλη του απλού κόσμου τον πολυσήμαντο, ποιητικό λόγο δημιουργώντας συχνά από ακροατές, αναγνώστες. Και στη συνέχεια είτε φτιάχνοντας οπαδούς, είτε σκεπτόμενους πολίτες. Το πολιτικό τραγούδι υπήρξε για την αριστερά μείζον, πολιτιστικό άλλοθι.
 Χωρίς να αποφεύγονται βέβαια και τα ευτράπελα. Φερ'ειπείν ο Μπιθικώτσης φούντωνε από αγανάκτηση όταν έπρεπε να τραγουδήσει πράγματα που δεν καταλάβαινε καθόλου. Τουλάχιστον στην αρχή. Για παράδειγμα τον στίχο του Γκάτσου: ... Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί, θα σφάξουμε ένα αηδόνι!
Μετά πάλι στην πτώση της δικτατορίας το πολιτικό τραγούδι ήταν σίγουρο διαβατήριο για το μεγάλο κοινό αλλά για τη μεγάλη επιτυχία. Κάθε είδους. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θάνος Μικρούτσικος ο οποίος έφτασε μέχρι και τον θώκο του υπουργού Πολιτισμού έχοντας υπηρετήσει και ως διευθυντής στο Φεστιβάλ Πάτρας. Ο πολιτικός του αντίποδας είναι ασφαλώς ο Σταύρος Ξαρχάκος, αντιδήμαρχος επί δημαρχίας Έβερτ, ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας κλπ.
 Στο πολιτικό τραγούδι όπως είπαμε, η αριστερά είχε και έχει τον πρώτο λόγο: Πάνος Τζαβέλλας,  Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Διονύσης Τσακνής, Ηλίας Ανδριόπουλος για να θυμηθώ τις πιο ενδεικτικές περιπτώσεις. Πρώτος βέβαια και έσχατος ο Μίκης, ο ουρανομήκης ό,τι κι αν έγραφε. είτε μελοποιώντας Μποστ, "ένα πλοίον ταξιδεύον με υπέροχων καιρών" .. είτε τον λεπτοφυή αδελφό του Γιάννη Θεοδωράκη, "Όμορφη Πόλη, φωνές, μουσικές..."
Όμως η μέγιστη προσφορά του Σπανού κατά την άποψη μου είναι το ότι έφερε με τη σειρά του, στο στόμα των πολλών τους στίχους των "ελασσόνων" λεγόμενων ποιητών. Και μάλιστα μ' έναν εξαιρετικά καλαίσθητο όσο και ουσιαστικό τρόπο. Πόσο μάλλον που οι δύο του πρώτες  Ανθολογίες κυκλοφόρησαν μέσα στη Χούντα, πραγματικό βάλσαμο για όσους είχαν βαρεθεί το Σταμούλη το λοχία και τα συναφή άσματα. Ο Γιάννης Σπανός λοιπόν καταπιάστηκε μεθοδικά με το να κάνει τον ποιητικό λόγο τραγούδι αμέσως μετά την τεράστια προσφορά και τομή του Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος μελοποίησε έγκαιρα, ήδη από την δεκαετία του '60, τιτάνες όπως ο Ελύτης, ο Σεφέρης ή ο Ρίτσος.
 Και βέβαια τον Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου Χατζιδάκι, έργο πολύτιμης ευαισθησίας το οποίο επίσης εμφανίστηκε στην περίοδο της δικτατορίας. Να μην ξεχάσω εδώ το "Καπνισμένο Τσουκάλι" του Λεοντή σε μία ποίηση όμως στρατευμένη, δηλαδή όχι από τις καλύτερες του Γιάννη Ρίτσου, τα "Τραγούδια του Νέου Πατέρα" του Γιάννη Μαρκόπουλου σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού.  Ο ίδιος συνθέτης μάς έδωσε και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονυσίου Σολωμού αλλά και το Πέραμα του Γιώργου Χρονά (!) ενώ μουσικό μνημείο αποτελεί ο Μπολιβάρ του Μίνου Μαμαγκάκη με τον Γιώργο Ζωγράφο και ο Ερωτόκριτος του ίδιου συνθέτη. Να μην ξεχάσω τον Αργύρη Κουνάδη, την Τετραλογία του Δήμου Μούτση ο οποίος μελοποιεί από Σεφέρη ως Καβάφη με τον Χρήστο Λετονό, τον αδικοχαμένο, σε μιαν εξαιρετική ερμηνεία. Και εδώ σταματούν τα επικά και τα μεγάλα με μίαν τελευταία αναφορά στον "Θρήνο για τον Σάντσες Ιγνάθιο Μεχίας" του Σταύρου Ξαρχάκου σε μετάφραση, άψογα ρυθμική, του Νίκου Γκάτσου.

 Ο Σπανός θα γράψει έκτοτε, δηλαδή μετά την Τρίτη Ανθολογία, αμιγώς λαϊκό τραγούδι ιδιαίτερης όμως ποιότητας, κάτι ανάλογο με τον αθόρυβο όσο και ουσιαστικό Σταύρο Κουγιουμτζή, εξίσου χαμηλόφωνο και λυρικό σύνθετη ο οποίος μεταξύ των άλλων μάς έδωσε το Πάσχα των Ελλήνων σε ποίηση Γιώργου Θέμελη... 
Πολλοί, βέβαια, κατά καιρούς έχουν εναντιωθεί στη μελοποίηση του ποιητικού λόγου όμως παρά τις όποιες αποτυχίες, τα κέρδη είναι πολύ περισσότερα. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Νίκο Καββαδία, έναν ποιητή που διαβάζεται εύκολα αλλά δεν είναι (εύκολος) και την αναγνωσιμότητα του μέσω...της ακρόασης. Εν προκειμένω η προσφορά του Θάνου Μικρούτσικου είναι τεράστια. ( Προσωπικά θα τον θυμάμαι για την Καντάτα για τη Μακρόνησο στην οποία τραγουδούσε ο αξέχαστος συμμαθητής μου Σάκης Μπουλάς). 
Δεν ξεχνώ εδώ Τα Ρω του Έρωτα του Λίνου Κόκοτου, τα ειδικά γραμμένα για τραγούδια, ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη και τον ανεξάντλητο βέβαια Νίκο Γκάτσο ή τον Μάνο Ελευθερίου, ποιητές και στιχουργούς ταυτόχρονα, τον Άλκη Αλκαίο, τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, τον Κώστα Τριπολίτη, εξίσου στιχουργούς και ποιητές. Χωρίς να εξαιρώ τον Λευτέρη Παπαδόπουλο παρά την υπερβολικά άνιση παραγωγή του. 
Πρόβλημα μέγα ως προς την μελοποίηση του αποτελεί πάντως ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Με τον οποίον καταπιάστηκαν ογκόλιθοι όπως ο Δημήτρης Μητρόπουλος, συνθέτες της σοβαρής μουσικής εξαιρετικά φειδωλοί σε μουσικές ευκολίες όπως είναι ο Χάρης Βρόντος αλλά και τραγουδοποιοί ευαίσθητοι όπως είναι ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Νίκος Ξυδάκης, ο ίδιος ο Γιάννης Σπανός, ο Δήμος Μούτσης και πολλοί άλλοι. Κλείνοντας αυτές τις πρόχειρες σκέψεις που υπαγορεύω στο μαγνητόφωνο του κινητού μου, θέλω να υπογραμμίσω την ιδιαιτερότητα και την προσφορά της Λένας Πλάτωνος προς την κατεύθυνση αυτή αλλά και την Μαριανίνα Κριεζή που είτε ως Λιλιπούπολη είπε ως συνεργάτιδα "ελασσόνων" όσο και ουσιαστικών μουσικών μάς έχει δώσει μικρά, μικρά διαμαντάκια. "Πάω πίσω λοιπόν στη μαμά μου" όπως μάς πληροφορούσε με κομψή θλίψη η Αρλέτα.
Τέλος ο Διονύσης Σαββόπουλος. Για πολλούς πιο ουσιαστικός ποιητής παρά μουσικός. Οι στίχοι του αξεπέραστοι, επίκαιροι σε κάθε εποχή. Ίσως και για αυτό ανθολογείται - και πολύ σωστά - από αρκετές ποιητικές ανθολογίες.

Και κάτι έσχατο: Νομίζω ότι ο Γιάννης Σπανός με το μουσικό του ένστικτο αλλά και την φόρμα την οποία υπηρέτησε, συνενώνει δημιουργώντας συνέχεια τους παλιούς, πολύ καλούς συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού όπως τον Γιάκοβλεφ, τον Λαβράνο, τον Καπνίση, τον Μωράκη με εκείνους του λαϊκού τραγουδιού. Και δεν αναφέρομαι στους έντεχνους αλλά σε συνθέτες όπως ο Καλδάρας ή ο Άκης Πάνου. Το άλλο αντίστοιχο είναι ασφαλώς ο Μίμης Πλέσσας. Ο τζαζίστας μουσικός που έγραψε τα πάντα με μοναδική ευκολία, ελαφρά αξεπέραστα αλλά κυρίως λαϊκά τραγούδια. Τον αγαπώ γιατί, εκτός των άλλων, έχουμε εμφανιστεί μαζί σ' ένα πολυθέαμα που οργάνωσε η Ειρήνη Παππά στη Ρώμη, τέλος του '80, και τον "μισώ" όσο μπορεί κανείς να μισήσει το Μίμη, γιατί έκανε σουξέ στην εποχή της χούντας, ως μη ώφειλε, τραγουδώντας για αγάλματα στους δρόμους και για καμαρούλες μια σταλιά.
 Και επειδή οι αναμνήσεις έρχονται μία μία χωρίς να τις περιμένεις, θυμάμαι ότι σε εκείνη την μυθική παράσταση στο Κολοσσαίο της Ρώμης όπου η Ειρήνη Παππά απήγγειλε μεταξύ μονολόγων του Ευριπίδη και δικά μου κείμενα (έτσι ώστε οι Ιταλοί να με θεωρούν αρχαίο ...Στεφανίδη σαν τον Θουκυδίδη!) συμμετείχε και ο πολύτιμος μουσικός που επίσης χάσαμε πρόσφατα και πρόωρα, Χριστόδουλος Χάλαρης. Ζήτω το ελληνικό τραγούδι λοιπόν και κυρίως ζήτω όλος αυτός ο ανώνυμος κόσμος που εξακολουθεί να το τραγουδάει και, κυρίως, να το χορεύει. Μέγιστη απόδειξη ενότητας μιας πολύπαθης όσο και πολυτεμαχισμένης κοινωνίας όπως η δική μας...

ΥΓ. Και στους εγκλεισμούς ή τα lock down εμείς ας τραγουδάμε! Αν ξέχασα κάτι, συμπληρώστε.
( Τί να μας πούνε τώρα υπουργοί πολιτισμού, πρώην, νυν και μέλλοντες)!

Στη πρώτη φωτογραφία μία θάλασσα μικρή, ένα καράβι αταξίδευτο από ένα σπάνιο έργο του εξαιρετικού νεοέλληνα ζωγράφου Μιχαήλ Οικονόμου που γεννήθηκε στον Πειραιά το 1888 και πέθανε στο Δρομοκαΐτειο το 1933 έχοντας ζήσει έντονη, κοσμοπολίτικη ζωή στο Παρίσι. Στη δεύτερη ένας μαγικός Βολανάκης και στην τρίτη η Αθήνα με την τριλογία των Χάνσεν όπως δεν την βλέπουμε εύκολα...