Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Μία βόλτα στο μουσείο...


Με ξεναγό τον Στάθη Βατανίδη
                                                                                                                                                                             
Κατά βάθος όλη η ιστορία της ζωγραφικής είναι μία επανεγγραφή. Οι νεότεροι ζωγράφοι είτε ως άσκηση και μαθητεία είτε ως απάντηση στην πρόκληση της αυθεντίας των μεγάλων δασκάλων, δημιουργούν τις συνθέσεις των σχολιάζοντας έμμεσα ή άμεσα τα έργα των παλαιότερων. Βρίσκοντας έτσι, μέσα από την άσκηση και την υποταγή, τον εαυτό τους. Μέσα από τον διάλογο αλλά και τη ζήλεια. Την ταύτιση αλλά και την εναντίωση. Τον θαυμασμό αλλά και την διαφορά. Ούτε και αυτός ο ιδιοφυής και ανατρεπτικός Πικάσο δεν θέλησε να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα. Απεναντίας. Τον νομιμοποίησε ακόμα περισσότερο. Έτσι, σχεδόν σαν φυσική συνέπεια, στους πίνακες των νεότερων ζωγράφων, ζουν, υπάρχουν και αναπνέουν οι επιδράσεις, τα θέματα ή τα ίχνη των παλαιότερων σε τρόπον ώστε ο οξυδερκής θεατής να διαβάζει ανάγλυφα το παρελθόν βλέποντας τις εικόνες του τρέχοντος καιρού. Τα πράγματα του παρόντος.  

Ο Στάθης Βατανίδης είναι για μένα ένας αγαπημένος φίλος με τον οποίο διατηρώ σχεδόν καθημερινό διάλογο όπως είναι κι ένας ζωγράφος που ακούει πρόθυμα τις παρατηρήσεις μου εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες. Είναι αυτοδίδακτος με την έννοια σύμφωνα με την οποία είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι, δηλαδή ο εαυτός μας ο ίδιος είναι ο καλύτερος ή ο χειρότερος μας δάσκαλος. Αν πάντως έπρεπε να του αναγνωρίσω δασκάλους, αυτοί είναι ο Αλέκος Φασιανός κι ο Μάνος Χατζιδάκις. Παράλληλα ο ίδιος διατηρεί μίαν εξαίσια σχέση με τη λαϊκή φόρμα, την άμεση αφήγηση όσο και με εμπειρική, πλην βαθιά γνώση και της καθόλου ιστορίας της τέχνης αλλά και πιο εξειδικευμένα του μοντερνισμού. Έχοντας επισκεφθεί, λόγω επαγγελματικής συγκυρίας, τα πιο σημαντικά μουσεία του κόσμου είχε την ευκαιρία να μελετήσει τα έργα των γκραν μετρ από κοντά, να τα ζηλέψει, να τα αγαπήσει και να τ’ αφομοιώσει με παραγωγικό τρόπο, στην προσωπική του έρευνα.

Ο Στάθης Βατανίδης έχει χτίσει, όλα αυτά τα χρόνια, βήμα-βήμα και με πολύ κόπο, έναν προσωπικό κόσμο στον οποίο συμπλέκονται ερωτικές ιστορίες ή αφηγήματα μοναξιάς, στιγμές χαράς ή οδύνης των καθημερινών ανθρώπων, εικόνες από μία πόλη που συνέχεια αλλάζει κι όμως μένει βασανιστικά η ίδια στο βάθος, αναφορές σ’ ένα παρελθόν που άλλοτε δυναστεύει κι άλλοτε απελευθερώνει, ευρήματα πλαστικά αλλά και μικρές, ιλουζιονιστικές εκπλήξεις της πανάρχαιας προμάμμης που λέγεται ζωγραφική.
Τα τελευταία χρόνια, νομίζω, ο Βατανίδης έχει δημιουργήσει το opus magnum του. Κατ’ ουσίαν φιλοτεχνεί μίαν εικονογραφημένη ιστορία της τέχνης ενσωματώνοντας στις δικές του συνθέσεις αρχετυπικές λεπτομέρειες από τα κλασικά αριστουργήματα, παλαιότερα και νεότερα, που τα γνώρισε είτε ζωντανά είτε από βιβλία και τον συγκλόνισαν. Κάνει δηλαδή αυτό που συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέγει να πράξει ο κάθε δημιουργός μόνο που τώρα ο Βατανίδης δεν διαχέει την επίδραση μέσα στην προσωπική του γραφή αλλά αντίθετα της δίνει ρόλο πρωταγωνιστικό. Άρα επιλέγει με ταπεινοφροσύνη και αισθαντικότητα να διαλεχθεί με τους μεγάλους δασκάλους προσθέτοντας όμως και τη δική του προσωπική ματιά σ’ εκείνα τα έργα που ούτως ή άλλως εξελίσσονται μέσα στην πορεία του χρόνου και ξαναζωντανεύουν μαγικά κάτω από κάθε καινούργιο βλέμμα. Κάθε εποχή.

Δεν έχουμε λοιπόν εν προκειμένω μία συλλογή φορμαλιστικών ασκήσεων αλλά μάλλον ένα μικρό μουσείο τσέπης με ουσιαστικό θέμα την διαχρονία και την ανθεκτικότητα της ζωγραφικής και ως έπαθλο τον διάλογο ενός σημερινού δημιουργού με τους προπάτορες που αυτός επιλέγει. Εκκινώντας λοιπόν από τους Φλαμανδούς ή τους Βενετσιάνους πριμιτίφ, τον Ροχήρ φαν ντερ Βάιντεν και τον Κάρλο Κριβέλι, περνώντας από τα ιστορικά ορόσημα του Τζιότο και του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα καταλήγει δοξαστικά στους μεγάλους της Αναγέννησης όπως είναι ο Ραφαήλ, ο Λεονάρντο ή ο Μικελάντζελο. Στη συνέχεια φτάνει στο Μπαρόκ και τον Καραβάτζιο – είναι πολύ εντυπωσιακό το εύρημα που ενσωματώνει σ’ ένα μικρό του πίνακα ο Βατανίδης από την περίφημη σύνθεση «Η κλήση του Αποστόλου Ματθαίου» – παράλληλα με την «Γαλατού» ή την «Αποθέωση της Ζωγραφικής» του Βερμέερ. Σειρά έχουν οι δύο κορυφαίοι, ίσως, ζωγράφοι όλων των εποχών ο Βελάσκεθ και ο Ρέμπραντ με τους βαθιά δραματικούς κόσμους τους. Έπεται ο σαρκαστής της κοινωνικής υποκρισίας Γουίλιαμ Χόγκαρθ και το σύμβολο του ρομαντισμού, ο βαθύτατα πολιτικός ζωγράφος που λέγεται Φρανσίσκο Γκόγια. Από εκεί ο δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα στους πρώιμους ιμπρεσιονιστές και τον Βαν Γκογκ, στον Μανέ, στον Μονέ, στον Ρενουάρ, στον Ντεγκά, στον Τουλούζ – Λωτρέκ κ.ο.κ.

Θα μπορούσε να είναι η ενότητα αυτή ένα λεξικό ή ένα αλμανάκ τέχνης, δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Ο Βατανίδης, το ξαναλέω, ευρισκόμενος στην πιο ώριμη και την πιο παραγωγική στιγμή της σταδιοδρομίας του, μη θέλοντας τίποτε να αποδείξει και μην χρωστώντας εξηγήσεις σε κανένα, καταθέτει εδώ τους εικαστικούς ή τους φυσικούς έρωτες του, διαπραγματεύεται τα φαντάσματα ή τα όνειρά του και, παίζοντας όμως με τρόπο απόλυτα σοβαρό και υποψιασμένο, δημιουργεί μίαν ενότητα έργων τα οποία φιλοδοξούν να καταστήσουν τον κάθε θεατή, συμμέτοχο της μεγάλης τέχνης. Είναι, δηλαδή, σαν να τον πιάνει από το χέρι ο Στάθης και με τη γνωστή του ευγένεια και απλότητα να τον ξεναγεί στα πιο μεγάλα μουσεία του κόσμου. Ψιθυρίζοντας του μάλιστα στο αυτί τα μυστικά του κάθε αριστουργήματος.
Τέλος η σειρά ολοκληρώνεται με κάποιες σημαδιακές αναφορές στον μοντερνισμό: Πικάσο, Κάρλο Καρά, τον Μαγκρίτ, τον Ντε Κίρικο, τον Νταλί, τον Χόκνεϋ. Αλλά και τις εύστοχες αναφορές στον κυβισμό, τον σουρεαλισμό, την μεταφυσική ζωγραφική, την αφαίρεση. Δεν λείπουν οι Έλληνες, ο Τσαρούχης κι ο Μόραλης, τους οποίους μάλιστα τοποθετεί να «παίζουν» ως πρωταγωνιστές σ’ ένα θερινό σινεμά. Στο σινεμά «Ο Παράδεισος» μιας αιώνιας εφηβείας. Επειδή τα αληθινά έργα τέχνης, αυτά που τα γέννησαν ένας ίμερος κι ένας καημός, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν… αλλά δεν γερνάνε ποτέ. Και μαζί τους δεν γερνάνε όσοι τα αγαπούν. Κι όλα αυτά με το γνωστό, εκλαϊκευτικό ύφος αλλά και την άδολη παιδικότητα που χαρακτηρίζει την έκφραση του Στάθη Βατανίδη. Ωριμότητα μαζί και αθωότητα (naïveté). Τί άλλο καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει κανείς;

Υ.Γ. 
Συνοπτικά μιλώντας ας πούμε ότι μεταπολεμικά η ζωγραφική μας αρδεύεται από δύο σχολές: εκείνη του Μπουζιάνη που θρηνεί το σώμα και την άλλη του Τσαρούχη που το αποθεώνει. Κάπου στη μέση ο Διαμαντόπουλος κι ο Σπυρόπουλος. Και κάπου πιο μακριά ο λυρικός Παπαλουκάς, συνεχιστής της έρευνας του Παρθένη, του Μαλέα, του Νικολάου Λύτρα και του Οικονόμου.
Στην μπουζιανική παράδοση πιστώνω τον Τριανταφυλλίδη, τον Μίμη Βιτσώρη, την Μαραγκοπούλου, την Λαγάνα αλλά και τον νεανικό Φασιανό, τον Μάιπα, τον Σταύρο Ιωάννου, τον Μυταρά, τον Πατρασκίδη, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Πολυμέρη, τον Μορταράκο, τον Ξένο, τον Μαντζαβίνο κλπ. Στην τσαρουχική πάλι ουκ έστιν αριθμός. Από τον Λευτέρη Κανακάκι, τον Κυριάκο Κατζουράκη ως τον Παύλο Σάμιο, τον Χρίστο Καρά, τον Πέτρο Ζουμπουλάκη, τον Μιχάλη Μακρουλάκη, τον Ρόρρη, τον Μποκόρο, τον Κώστα Παπανικολάου, τον Κώστα Ντιό, τον Αχιλλέα Παπακώστα ή τον Στέφανο Δασκαλάκη. Με τον Σακαγιάν σταθερά στο μεταίχμιο της αφήγησης περί το σώμα αλλά και της αποδόμησης του προσώπου και της ιστορίας του. Χωρίς να παραβλέπω την προσωπική γλώσσα ή τα επιτεύγματα του καθενός (όπου υπάρχου ). Σ’ αυτή την τσαρουχική παράδοση θα τοποθετούσα ακριβοδίκαια και τον Στάθη Βατανίδη.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Πεφταπτασυννεφάκηδες

(Το άρθρο μου στο χτεσινό Βήμα)




Το αίνιγμα, η αντίφαση ή το λάθος είναι κομμάτια του παζλ που λέγεται αλήθεια.

Ο Άλντους Χάξλεϋ έγραφε: " Ίσως αυτός ο κόσμος να είναι η κόλαση κάποιου άλλου". Ζούμε ήδη τις πιο εφιαλτικές ημέρες του Λεβιάθαν της λεγόμενης τηλε - Δημοκρατίας.  Αυτής που ξεκίνησε από την ιδιωτική τηλεόραση και γιγαντώθηκε μέσα από την μοργανατική σχέση τηλεοπτικής εικόνας και κοινωνικών δικτύων. Τίποτε πλέον δεν υπάρχει ως πραγματικότητα, αν δεν έχει επιβεβαιωθεί προηγουμένως μέσα από την τηλεοπτική εικόνα και τίποτε δεν είναι σωστό ή λάθος, αν δεν το έχει επικυρώσει κάποιο τηλε -  δικαστήριο...Τα simulacres, τα ομοιώματα, οι αντικατοπτρισμοί του Baudrillard, τα fake news με άλλα λόγια, είναι εδώ, είναι τα μόνα "νέα" στις ειδήσεις των 8 και έχουν οικειοποιηθεί κάθε τομέα του επιστητού. Ακόμα και η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι παρά μία χλωμή προσομοίωση της εξουσίας που ασκεί η τηλε - δικτατορία, σε βαθμό ώστε να αποφασίζει για κρίσιμα θέματα, να νομοθετεί ή να οργανώνει την όποια της πολιτική, με σχεδόν αποκλειστική βάση, τα τηλε - δεδομένα. Έτσι, θέλοντας να προλάβει τις αντιδράσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία ταυτίζονται  πλέον απόλυτα, ως μη έδει, μ' αυτό που ονομάζαμε κάποτε κοινή γνώμη και φωνή λαού, εισάγει υπό το κράτος πανικού βεβιασμένα νομοσχέδια  όπως - όπως. Το πιο πρόσφατο είναι αυτό που σχετίζεται με τις παρακολουθήσεις και το οποίο, φορτωμένο με πάμπολλες δήθεν δικλείδες ασφαλείας - που εμπλέκοντας ακόμα και τον εκάστοτε πρόεδρο της Βουλής ως απόλυτο εγγυητή φτάνουν στο άλλο άκρο! - μοιάζει να αυτοκαταργείται εν τη γενέσει του. Επειδή όταν κανείς νομοθετεί εν θερμώ και υπό εξωτερική πίεση ή με τον φόβο των επιπτώσεων της δημόσιας του εικόνας - αλλά όχι με τον σεβασμό του Δήμου και των ψηφοφόρων - είναι μοιραίο να καταλήγει σε λάθη.
 Πληροφορήθηκα ότι την περασμένη Δευτέρα ο ίδιος ο πρωθυπουργός συγκάλεσε εσπευσμένα στο Μαξίμου σύσκεψη για να βρεθούν λύσεις για το θέμα της Κιβωτού του Κόσμου. Ο πρωθυπουργός, ο ίδιος!  Όχι αρμόδιοι, υπηρεσιακοί παράγοντες όπως συμβαίνει στα κράτη που λειτουργούν με στοιχειώδη οργάνωση. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης... Προφανώς πιεζόμενος από την τεράστια απήχηση που είχε το γεγονός της - καταγγελλόμενης - κακοποίησης παιδιών σε ένα φιλανθρωπικό Ίδρυμα. Ακριβώς για να προλάβει περαιτέρω αρνητικές αντιδράσεις αλλά και για να δείξει ότι αυτός και μόνο αυτός μπορεί να δίνει άμεση λύση σε κάθε αναφυόμενο πρόβλημα. Από αυτό της κυρίας Βάνας Μπάρμπα ως το πρόσφατο του πατρός Αντωνίου. Όμως η εικόνα ενός πρωθυπουργού - πατερούλη είναι πολύ κακό παράδειγμα για μία σύγχρονη Δημοκρατία. 
Λίγο πιο πριν ο υπουργός Οικονομίας είχε σπεύσει να σταματήσει την χρηματοδότηση της συγκεκριμένης δομής χωρίς καμία δικαστική εντολή (!) για να πάρει πίσω την απόφασή του λίγες ώρες μετά σκεπτόμενος προφανώς την επίπτωση που θα είχε σε όλους όσοι σιτίζονται και διαμένουν στα καταλύματα της Κιβωτού. Τέτοια επιπολαιότητα για χίλια, περίπου, παιδιά. Τονίζω και πάλι: Όχι μια υπηρεσία πρόνοιας, όχι ο αρμόδιος υπάλληλος του υπουργείου αλλά ο υπουργός ο ίδιος. Ο σωτήρας και τιμωρός για τις ειδήσεις των 8.
 Σας φαίνονται συνεπή και λογικά όλα αυτά; Έτσι (πρέπει να) λειτουργεί ένα σύγχρονο και υπεύθυνο κράτος; Με μόνο γνώμονα την επικοινωνιακή διαχείριση αλλά και την εκ προοιμίου άθλια αντίδραση μιας αντιπολίτευσης κατώτερης των περιστάσεων;  Ως εικόνα πάνω σε εικόνες; Κυβερνάει,  διερωτώμαι πολλάκις, ο κ. πρωθυπουργός ή ο κ. Πολάκης;
 Πριν λίγες μέρες, επίσης, η υπεύθυνη υφυπουργός σε θέματα κοινωνικής πρόνοιας δήλωνε σοβαρά ότι για κάθε τέτοια δομή και για κάθε ανάλογη ΜΚΟ, πρέπει να υπάρχουν a priori κανόνες λειτουργίας, διαρκής έλεγχος και κρατική εποπτεία. Πολύ ορθά όλα αυτά θα έλεγε κανείς, αλλά... Δεν μπορεί να τα λέει αυτά ένα μέλος της κυβέρνησης! Οφείλει κυρίως να τα έχει εφαρμόσει. Δεδομένου του ότι η καταγγελία ήταν γνωστή ήδη από τον περασμένο Ιανουάριο. Δεν είναι ένας απλός ιδιώτης η κυρία Δόμνα Μιχαηλίδου αλλά ο εντεταλμένος βραχίονας της πολιτείας για να ελέγχει, για να ασκεί εποπτεία και τα συναφή στους σχετικούς χώρους. Εκ των υστέρων δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται. Είναι σόλοικο.
 Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν μοιάζει να νομοθετεί η επίσημη Πολιτεία. Έντρομη, αγόμενη και φερόμενη και υπό το κράτος πανικού, όποτε και όταν ένα καινούργιο σκάνδαλο σκάσει μύτη και αντιδράσει ανάλογα το ευρύτερο κοινό, καθοδηγούμενο κι αυτό από τους κεκράχτες της τηλεόρασης και του διαδικτύου. Η τηλε - Δημοκρατία δηλαδή την οποία σας ανέφερα παραπάνω. Το ίδιο και η δικαιοσύνη, οι εισαγγελείς, η αστυνομία, οι ποικίλοι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Το ίδιο και οι υπουργοί ή οι υφυπουργοί που τρέχουν και δεν φτάνουν εξαιτίας του πρώτου ή του τελευταίου Βαξεβάνη. Όλοι τους σταθερά πεφταπτασυννεφάκηδες...
Αυτά όμως που συμβαίνουν γύρω μας με καταιγιστικούς ρυθμούς σκανδαλίζοντας τους απλούς πολίτες, δηλαδή τους τελικούς και μοιραίους "πεφταπτασυννεφάκηδες", δεν είναι ούτε σημερινά ούτε καν χθεσινά φαινόμενα. Είναι σκουλήκια που κατατρώνε χρόνια τώρα το μάλλον σαπισμένο μήλο της κοινωνίας μας με τους υπεύθυνους πάντως να κοιμούνται τον νήδυμο.  Και να ξυπνάνε είτε όταν επικρέμανται εκλογές ή όταν βλέπουν ότι κατρακυλούν τα ποσοστά δημοφιλίας τους. Με τον πολιτισμό να διακινείται από ιδιωτικά βίτσια και συμφέροντα και την παιδεία να είναι μονοδιάστατη και εργαλειοποιημένη. Έτσι, να χάνεται η μόνη δυνατότητα μας να φτιάξουμε συνειδητούς πολίτες...Κι η ιερή φλόγα να σβήνει χωρίς καν να υπάρχουν χήνες στο Καπιτώλιο για ν' αφυπνίσουν τις, λίγο αστείες, Εστιάδες μας. Εννοώ την απόλυτη ακύρωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και των δημοκρατικών θεσμών με την απεχθή επιβολή της τηλε - Δημοκρατίας. Της πιο στυγνής εκδοχής δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού. 

ΥΓ. Τώρα ως προς τον Αρχιεπίσκοπο. Ορθώς απομάκρυνε τον καταγγελλόμενο ιερέα από τα τίμια δώρα μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση. Όμως το φιλανθρωπικό ή το προνοιακό έργο που προσφέρουν σ' όλη την Ελλάδα - εκτός της επίσημης Εκκλησίας - και πάμπολλοι ιερείς εκτός των τυπικών τους υποχρεώσεων, σε συνεργασία με το χριστεπώνυμο πλήρωμα, ιδρύοντας γηροκομεία, τράπεζες πτωχών και λοιπά, είναι πολύ σημαντικό ώστε είναι ήκιστα χριστιανικό η ηγεσία της εκκλησίας να μην αναλαμβάνει και τις δικές της ευθύνες σχετικά και να πέφτει απ' τα σύννεφα όταν κάτι μοιάζει να στραβώνει. Λες και η ιεραρχία δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτε για αρσενοκοιτία, παιδεραστία και τα συναφή στα του οίκου της. Ουαί υμίν...
Μάνος Στεφανίδης

Ομότιμος καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο ΕΚΠΑ

Τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο " Έρωτες μισοί, Μίση ολόκληρα, σαν διηγήματα", εκδ. Νίκας, Αθήνα 2022.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Για τον Έρωτα και την Επανάσταση


1. Οι Ιφιγένειες επιβιώνουν στο τέλος 

Ο μύθος της Ιφιγένειας σχετίζεται με την επώδυνη αλλά αναγκαία θυσία εμπρός στην πρόκληση του καινούριου. Είτε πρόκειται για άνθρωπο αγαπημένο είτε για ταξίδι ανατροπής είτε απλώς για την διεκδίκηση της περιπέτειας που άλλοι την λένε και επανάσταση. Δηλαδή για πράγματα που δυναμιτίζουν την ληθαργική καθημερινότητα. Δεν μιλάμε εδώ για το κόστος της ευτυχίας αλλά για τα αναπόφευκτα λύτρα της. Κάθε νέα εμπειρία, σχέση κλπ. στηρίζεται στην θυσία μιας παλιάς αγάπης. Το γεγονός ότι την θυσιάζεις, δεν σημαίνει ότι την αγαπάς λιγότερο ή ότι το αναμενόμενο, από την απόλαυση της,"κέρδος" θα είναι μεγαλύτερο. Απεναντίας. 
Απλώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς αφού αυτός είναι ο μηχανισμός της ψυχής που τον λέμε διαρκές ανικανοποίητο. Έτσι πρέπει να γίνει!Ούτως ή άλλως το πένθος παραμονεύει ως διαρκής ανθρώπινη συνθήκη. Κάθε εραστής κρατάει και ένα μαχαίρι. Αν δεν σκοτώσει ό τι αγαπάει, δεν θα συνειδητοποιήσει ποτέ το μέγεθος της αγάπης του. 
Και τί τον περιμένει εξ άπαντος;
Μα τι άλλο παρά η μοίρα του Αγαμέμνονα:
Μία μοιχαλίδα στο κρεβάτι του, η προδοσία στο ίδιο του το σπίτι κι ένα μαχαίρι να στριφογυρίζει βαθιά βαθιά στα σπλάχνα του.



2. Επανάσταση και εξουσία

Τους βλέπω νέους και ωραίους στην φωτογραφία και είναι σαν να βρίσκομαι και εγώ σε μιαν άκρη. Είναι τέτοια η δύναμη και η υποβολή της εικόνας που η μυθοπλασία καταπίνει την ιστορία και η γοητεία του μύθου την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πάντως ότι ο ένας πέθανε εγκαίρως, ενώ ο άλλος όχι.
Ο ένας εκτελέστηκε σαν μάρτυρας τον Οκτώβριο του 1967 στα 39 του χρόνια ενώ ο άλλος έσβησε μες τις παντούφλες του σε βαθιά γεράματα γατζωμένος οικογενειακώς στην εξουσία. Τον έναν τον βασάνισε έως θανάτου η CIA, ενώ τον άλλον τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.
Και οι δύο πάντως υπήρξαν ευνοούμενοι της Ιστορίας, άξιοι της εποχής και της μεγάλης πατρίδας τους, της λατινικής Αμερικής. Και σαν τέτοιοι συνόδευσαν την εφηβεία μας και τα όνειρα για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο. 
Τι πετύχαμε, και αυτοί και εμείς, θα το κρίνουν οι νεότερες γενιές. Ένα όμως είναι βέβαιο: 
Δεν παραδίδουμε έναν ευτυχέστερο κόσμο. 
Όσο για την επανάσταση, αυτή παραμένει ακόμη Ουτοπία για τους ρομαντικούς και επικερδής επιχείρηση για τους πραγματιστές. Όταν δε γίνει η επανάσταση εξουσία, δεν αποστρέφεται τη βία, το αίμα, τα δάκρυα. Απεναντίας. 
Όσο για τον Φιντέλ (1926 - 2016), τον τιμάμε ως επαναστάτη, δεν λησμονούμε όμως τη βία που χρησιμοποίησε και τα δάκρυα που προκάλεσε ασκώντας απόλυτη εξουσία για μισόν αιώνα! Τις εκατόμβες των δικών του πνιγμένων στην Καραϊβική. Των αντιφρονούντων που σάπισαν στις φυλακές ή των ομοφυλοφίλων που εξοντώθηκαν μαζικά και συστηματικά. 
 Ανάμεσα λοιπόν στην κάθε δικτατορία, κόκκινη ή μαύρη, και την δημοκρατία, ατελή έστω και συχνά αδύναμη, προτιμάμε εκ πείρας την δεύτερη. Επειδή δεν είμαστε πια είκοσι χρονών και επειδή η Ιστορία, καθώς ενηλικιωνόμαστε όταν δεν μας τιμωρεί, οφείλει τουλάχιστον να μας διδάσκει.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Εγκλεισμοί

Μπορεί το inferno να αισθητικοποιηθεί;


Από χθες το βράδυ που είδα την πολυδιάστατη έκθεση "Εγκλεισμοί" την οποία οργάνωσε ο φίλος, και υποψήφιος διδάκτορας μου στο τμήμα θεατρικών σπουδών του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Τρίκας στο Δρομοκαΐτειο, δεν μπορώ να ησυχάσω. Τόσο ώστε θα πάω και αύριο το απόγευμα στην Ιερά Οδό με την κόρη μου. 
Θέλω επίσης να πω ότι έφτασα εκεί αρκετά προκατειλημμένος γιατί με ενοχλεί όλη αυτή η μόδα των εκθέσεων σε χώρους που από μόνοι τους αποτελούν το πιο ζοφερό και συγχρόνως ουσιαστικό θέαμα. Και που δεν χρειάζονται περαιτέρω "επεξεργασία". Όπως επίσης μ' ενοχλεί η ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων ονομάτων του μίζερου μοντερνισμού μας αλλά και ο, δεδομένος, ναρκισσισμός των καλλιτεχνών που αγωνιούν για να δουν το όνομα τους οπουδήποτε και σε οιεσδήποτε συνθήκες. Που κουβαλούν το αναγνωρίσιμο και δεδομένο τους έργο στην οποιαδήποτε εκθεσιακή συνθήκη. Σκέφτομαι, τέλος, πως δεν υπάρχει καλλιτέχνης πού να μην ενεργοποιείται μέσα σ' ένα τόσο δυστοπικό χώρο.
Ακόμη, λοιπόν, προσπαθώ να αντιληφθώ αν αυτό που με ταρακούνησε χτες, ήταν η επίσκεψη σ' ένα υπαρκτό inferno, ακριβώς δίπλα στην μικροαστική μας ευτυχία, σ' ένα κολαστήριο ψυχών, ή αν κάποια από τα πάμπολλα έργα, τα εγκιβωτισμένα, τα σφηνωμένα κατά κυριολεξία, μέσα στα δωμάτια - φυλακές, στους ξεφλουδισμένους, κίτρινους τοίχους των κολαστηρίων, μού αισθητικοποίησαν αυτό το πνιγηρό αίσθημα, αυτή την ελεγεία της απελπισίας.
 Έπαιξε ρόλο άραγε η σκηνοθεσία του, εξαιρετικού, επιμελητή ή μήπως ήταν η, προδιαγεγραμμένη, βούληση των καλλιτεχνών να οικειοποιηθούν την απόκλιση και την τρέλα ως έναν υποστατικό χαρακτηριστικό της ίδιας τους της φύσης όπως τους δίδαξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες από τον Ποντόρμο και τον Ζερικώ ως τον Βαν Γκογκ και τον Αντονέν Αρτώ; Ειλικρινά δεν ξέρω και δεν θα ήθελα έτσι εύκολα να μάθω.
 Έφυγα νωρίς για να κρατήσω ακέραια την αίσθηση των πραγμάτων. Στην έξοδο είδα το καλύτερο ίσως έργο της έκθεσης, την πινακίδα που απαγορεύει το επισκεπτήριο! 
Λίγο μετά κι ενώ κατηφόριζα την Ιερά Οδό, από τα ζοφερά, τα υποφωτισμένα κιγκλιδώματα του νοσοκομείου με φώναξε μία ανθρώπινη σκιά ζητώντας μου δύο ευρώ. Ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός ή ο Μιχαήλ Οικονόμου που με εκλιπαρούσε από το σκοτάδι;

ΥΓ. Μοιραία θα επανέλθω στην έκθεση με περισσότερες εικόνες. Προς το παρόν ανεβάζω ενδεικτικά μόνο στην φωτογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου από την Λέρο του '80 υπενθυμίζοντας την ανάλογη δουλειά του Γιώργου Δεπόλα. Και βέβαια το συνταρακτικό έργο του καθηγητή Γιώργου Κατσάγγελου από το ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Το άρθρο μου στο χτεσινό Βήμα

Βιβλιοφιλία και βιβλιόφιλοι 


"...Η μοιχεία ανακάλυπτε η Έμμα μπορούσε να είναι το ίδιο βαρετή με τον γάμο...Και τώρα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η ανούσια ζωή που ζούσε ήταν η ευτυχία που είχε ονειρευτεί..."
(από τη «Μαντάμ Μποβαρύ»)

"Η ηθική είναι το έσχατο επιχείρημα των μικροαστών"
Όσκαρ Ουάιλντ 

Είναι στατιστικά διαπιστωμένο πώς οι πλείστοι των Ελλήνων βιβλιοφίλων είναι, μετά συγχωρήσεως, δυσκοίλιοι. Και τούτο συμβαίνει κυρίως γιατί οι πλείστοι των Ελλήνων - και μη προς κακοφανισμό σας - διαβάζουν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα μόνο στην τουαλέτα. Άρα όσο περισσότερο χρόνο καταναλώνουν στο..."μέρος", τόσο σοφότεροι γίνονται. Ηλίου φαεινότερον.
Πλην όμως των φιλομαθών δυσκοίλιων υπάρχει και μία άλλη μερίδα αναγνωστών εξίσου πολυπληθής και αυτοί είναι οι βιβλιόφιλοι της παραλίας. Δηλαδή η φιλαναγνωσία και οι φιλαναγνώστες της άμμου. Τώρα που τελείωσε το θέρος ας τους τιμήσουμε δεόντως. Πρόκειται για εκείνους τους βιβλιόφιλους και αυτά τα βιβλία τα οποία σέρνονται καθημερινά από το μεσημέρι ως αργά το απόγευμα σε μία παραλία, δίπλα σε αντιηλιακά και βατραχοπέδιλα, που συνήθως διαβάζονται μέχρι τη σελίδα 12, ή 15 στην καλύτερη περίπτωση, που έχουν εξώφυλλα πιο μαυρισμένα από το δέρμα των ιδιοκτητών τους και βέβαια πολλή άμμο στις μέσα τους σελίδες.
Σ' αυτούς τους τελευταίους ανήκω και εγώ αφού κάθε καλοκαίρι προσπαθώ γεμάτος τύψεις και ανάμεσα σε βουτιές και τσίπουρα με πάγο να καλύψω όλες τις "βιβλικές" εκκρεμότητες το χειμώνα. Μάταιος κόπος! Κόπος που όμως με υποχρεώνει κάθε χρόνο να κουβαλάω σε αμμουδιές και παραθεριστικά θέρετρα δεκάδες βιβλία και στο τέλος να ξεφυλλίζω με το ζόρι μόνο δύο ή τρία. Με την πανταχού παρούσα άμμο, στο τέλος, κι όχι το βλέμμα μου να επισκέπτεται τις περισσότερες από τις σελίδες τους.
Φέτος ξαναδιάβασα από το πρωτότυπο και με ελάχιστη μεταφραστική βοήθεια - κυρίως του Γρυπάρη και του Τάσου Ρούσσου - τον συγκλονιστικό Αγαμέμνονα του Αισχύλου, ίσως το κορυφαίο τραγικό κείμενο όλων των εποχών. Σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, απ' όλα τα έργα του Σαίξπηρ του Ίψεν η του Ονήλ χωρίς διόλου να υποτιμώ το ταλέντο ή την ιδιοφυΐα και των τριών προαναφερθέντων.
 (Παρενθέση: Τί ξεχωριστή, πνευματική προσωπικότητα ο Τάσος Ρούσσος! Τί προσφορά! Κι ως λογοτέχνης, και ως δάσκαλος και ως μεταφραστής. Σκεφτείτε πως το εκδομένο του έργο, τα μυθιστορήματα και οι μεταφράσεις του πλησιάζουν τα πενήντα)!
 Όμως ο "Αγαμέμνων" από την πρώτη σκηνή του φρουρού που παρατηρεί τις φρυκτωρίες ως την αιμοσταγή αποκορύφωση με την Κλυταιμνήστρα, την ουσιαστική πρωταγωνίστρια του έργου, παραμένει ανυπέρβλητος. 
Έπειτα απόλυτη αλλαγή κλίματος αφού ξαναδιάβασα την μαντάμ Μποβαρύ του Γκυστάβ Φλομπέρ στην ιστορική, πρώτη μετάφραση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αρχές του 1920. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το βιβλίο αυτό προοικονομεί όλον τον μοντερνισμό του 20ου αιώνα από τον Τόμας Μαν ως τον Άρθουρ Σνίτσλερ. Το βιβλίο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1856 κάνοντας απίστευτη εντύπωση και προκαλώντας την παρέμβαση τόσο της δικαιοσύνης όσο και της εκκλησίας. Το ελληνικό παράλληλο είναι αναμφισβήτητα η "Πάπισσα Ιωάννα" του Ροΐδη όμως κυκλοφόρησε δέκα χρόνια αργότερα κάνοντας ανάλογο θόρυβο και στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Η Μποβαρύ είναι ένα λεπτοδουλεμένο και γλωσσικά και δραματικά αριστούργημα που ισορροπεί ανάμεσα στην πιο δραστική κοινωνική σάτιρα και τον πιο διεξοδικό - θα 'λεγα αμείλικτο - σχεδιασμό των χαρακτήρων. Έκτοτε ο μποβαρισμός έγινε όρος της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας αναφερόμενος σ' εκείνα τα άτομα που δεν αντέχουν να συμβιβάσουν την πραγματικότητα με την φαντασίωση και κυριαρχούνται από την νοσηρή (;) ανάγκη να ονειρεύονται εκείνο τον μεγάλο έρωτα που όμως δεν έρχεται ποτέ. 
Είναι καταπληκτικά τα κοντράστα μέσα από τα οποία χτίζει ο μισάνθρωπος συφιλιδικός και επιληπτικός συγγραφέας την υπόθεση του έργου. Μία υπόθεση στοιχεία της οποίας αντλεί είτε από τον αστυνομικό δελτίο της εποχής είτε από τις προσωπικές του ερωτικές περιπέτειες. Μία χαρακτηριστική εικόνα, καθαρά κινηματογραφική και απόλυτα ενδεικτική των προθέσεων αλλά και της αισθητικής του συγγραφέα, είναι εκείνη στην οποία τα αποσπάσματα του παράγοντα της κυβέρνησης που εκφωνεί τον καθαρευουσιάνικο, ξύλινο λόγο του στην κεντρική πλατεία εναλλάσσονται με τα αποσπάσματα των ερωτόλογων με τα οποία αποπλανά ο Ροδόλφος την Έμμα στο παρακείμενο δημοτικό μέγαρο. Ή, η σκηνή κατά την οποία ο πολυπράγμων φαρμακοποιός Ομέ οικτίρει τον κύριο Μποβαρύ εμπρός στο νεκροκρέβατο της αυτόχειρος συζύγου του ονειρευόμενος συγχρόνως εκείνο το παράσημο ο βασιλιάς αμελεί να του απονείμει... 
Μην ξεχνάμε, τέλος, ότι υπότιτλος του βιβλίου είναι " Ήθη της επαρχίας", Mœurs de provence. Πού θα κατατάσσαμε σήμερα την αισθηματική επαρχιώτισσα Μαντάμ Μποβαρύ; Ψυχολογικός ρεαλισμός ή νατουραλισμός είναι οι εύκολες ταμπέλες αφού ο Φλομπέρ ξεπερνάει και τους προκατόχους του, τον Μπαλζάκ ή τον Σταντάλ, αλλά και τους σύγχρονους του όπως είναι ο Ζολά ή ο Ουγκώ. Αυτός ο τελευταίος μαζί με τον Μπωντλαίρ πάντως θα γίνουν οι μοναδικοί υμνητές του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο Φλόμπερ παραμένει μία κατηγορία από μόνος του και θα τον παραλλήλιζα με τον συνομήλικο του ζωγράφο Πωλ Σεζάν. Στο μεταίχμιο του κλασικού και του μοντέρνου. Τον επιστήθιο φίλο και συμπατριώτη του Εμίλ Ζολά ο όποιος όμως ποτέ δεν τον κατανόησε. Και όχι βέβαια με τον νατουραλιστή Κουρμπέ που εξωτερικά τουλάχιστον μπορεί κάπως να συγκριθεί μαζί του. (Θυμηθείτε τον "πορνογραφικό" πίνακα L' origine du monde). Όχι, ο ρεαλισμός του Φλομπέρ επειδή ακριβώς δεν αντανακλά διόλου την εξωτερική πραγματικότητα αλλά διεισδύει στο βάθος όχι μόνο των πραγμάτων αλλά κυρίως της γλώσσας, της αισθητικής της γλώσσας αλλά και της αναρχικής λειτουργίας της - αυτό δηλαδή που χάνεται ακόμη και στην καλύτερη μετάφραση - παραμένει το αξεπέραστο ορόσημο μιας εποχής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η καινούργια εποχή δοκίμαζε τα όπλα της. Και για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια του τα λόγια:
" Επρόκειτο για την εποχή κατά την οποία η δημοκρατία προσπαθούσε να φέρει το προλεταριάτο στην ίδια κατάσταση χαύνωσης που βρίσκονταν οι μικροαστοί". 

ΥΓ. Μουσικός συνειρμός: η Φανταστική Συμφωνία του Εκτόρ Μπερλιόζ φέρει τον υπότιτλο "Επεισόδια από τη ζωή ενός καλλιτέχνη". Πράγμα που θα πει "Κάνουμε τέχνη επειδή η ζωή που μας δόθηκε, δεν φτάνει". Ή, αλλιώς"Χαρούμενοι στο πένθος μας" ένας ακόμη, πιθανός, ορισμός της τέχνης...

Φωτογραφία: Σήμερα, όλοι μας στην πινακοθήκη Γιώργου Βογιατζόγλου, Νέα Ιωνία, που στήνει μιαν εξαιρετική έκθεση ο Θανάσης Μουτσόπουλος, το παιδί μου!

Αλεπουδίτσες και γάτες

Αυτοσχέδιο Ποίημα για την Ομορφιά

(Της Αριάδνης και της Μαρίνας που αγαπούν τις γάτες. Και των γάτων τους Τίτου και Μπολς)


Αχ, αυτά τα κορίτσια
πόσο τα σκέφτομαι
που δεν ξέρουν
τι να κάνουν
την ομορφιά τους,
όμοια με γάτες 
κι αλεπουδίτσες!
Την πάνε από δω
την δείχνουν από κει, 
άλλοτε ντροπαλές
άλλοτε περήφανες
άλλοτε με άγχος
κι άλλοτε πάλι
 φορτωμένες
- από ακατανόητη -
 απελπισία.

Τί πρόβλημα κι αυτό
για αλεπουδίτσες
 και για γάτες!
Τί κάνει κανείς, κάθε φορά,
με την ομορφιά 
που τού έτυχε ;
Την συντηρεί ευλαβικά;
Την βγάζει στην αγορά;
Την ανταλλάσσει; 
Την εκδίδει για κέρδος; 
Την κρύβει από υπολογισμό;
Την απαρνιέται από δειλία
σαν να μην υπάρχει;
Σαν να μην υπήρξε ποτέ;

Τα κορίτσια κοιτούν
την ομορφιά τους 
στον καθρέφτη
προβληματισμένες
σαν να μην είναι οι ίδιες
αλλά κάποιες άλλες εκεί.
Αλεπουδίτσες ή γάτες.
Τι σπαζοκεφαλιά θεέ μου
το πρόσωπο μας
 στον καθρέφτη.
Τι πρόβλημα! 
Τι διχασμός!

Το κοιτάζουν λεπτά, 
το κοιτάζουν μέρες
το κοιτάζουν χρόνια 
τα καημένα τα κορίτσια
ώσπου, τι ανακούφιση, 
η ομορφιά που 
τόσο τις τυράννισε, 
τις μπέρδεψε, 
τις παρέσυρε,
τις αποπροσανατόλισε,
 κοστίζοντας μια ζωή,
τη μικρούλα, 
την πολύτιμη ζωή τους,
να μην υπάρχει πια.


Φωτογραφίες: Γάτες, γάτοι, γατούλες. Πρωτίστως γάτα και αλεπού που κοιτάζονται και αλληλοθαυμάζονται σαν μετενσαρκώσεις των γυναικών που αγαπήσαμε. Της ομορφιάς που πάντα βρίσκει τους τρόπους για να διαφεύγει. Επειδή όταν μάς κοιτάζει ένα ζευγάρι μάτια, δεν είμαστε εμείς αλλά εκείνος ο ρόλος που οι άλλοι περιμένουν (ή και απαιτούν) από εμάς. Είμαστε εμείς μόνο όταν είμαστε μόνοι.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Ποιός φοβάται ακόμη τον κυρ Φώτη;

Το έργο τέχνης είναι η μοναξιά αλλά και το μεγαλείο μας μπροστά στον θάνατο. Θα μπορούσε ο τίτλος του άρθρου επίσης να είναι: 
"Γιατί είναι ευτυχισμένος ή καλύτερα"φτυχισμένος" ο Κονέκ Κονέκ, ο πρωτόγονος βασιλιάς της Ισπροβάνας που επιμένει να συλλογίζεται, ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο αρχαίου φιλοσόφου, το τι είναι ο άνθρωπος; "

Με άλλα λόγια ποιός είναι ο Κονέκ Κονέκ, τί συμβολίζει και γιατί να είναι ευτυχισμένος σ'ένα κόσμο γεμάτο δυστυχία; Προφανώς αναφέρομαι στη γνωστή παράσταση από την οικία του Κόντογλου στο Γαλάτσι, φτιαγμένη το 1932, δηλαδή δέκα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή όταν πια άπαντες έχουν συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα ανατρέπεται η ανθρώπινη ευτυχία. Αλλά και πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη συνθήκη ιδιαίτερα για εκείνες οι κοινωνίες που ζούσαν σε μία προνεωτερική αθωότητα πριν έρθουν οι εκπολιτιστές αποικιοκράτες και τα ενεργούμενα τους και τους ξεριζώσουν από τις εστίες τους. Και ο Κόντογλου, εν προκειμένω, αναδεικνύει στη ζωγραφική του, σαν άλλος Κλωντ Λεβί Στρος - αλλά σαν Πικάσο των Demoiselles - την γενοκτονία των ιθαγενών της Βραζιλίας, της Αφρικής, της Ινδονησίας και κατ' αναλογίαν της Μικράς Ασίας. Ακόμη τα πάθη και της Ινδίας της οποίας ένας εκπρόσωπος, ένας φακίρης σαν τον ημίγυμνο Πρόδρομο, στέκεται συμβολικά δίπλα στον Αϊβαλιώτη Καπετάνιο. Η σχέση είναι προφανής, η καταγγελία ξεκάθαρη αλλά λίγοι αυτοί που τολμούν να την αναγνώσουν. Ακόμη και σήμερα!
Διαβάζω, λοιπόν, ποικίλα όσα σε μελέτες γνωστών, ακαδημαϊκών δασκάλων αλλά και σε ρεπορτάζ εφημερίδων όπως η έγκριτη Καθημερινή γενικότερα για τον Φώτη Κόντογλου γενικότερα και την έκθεση του Μουσείου Γουλανδρή πιο εξειδικευμένα, ενδιαφέροντα πράγματα αλλά και αρκετά στρογγυλεμένα.
 Θέλω πάντως να πω εξ αρχής ότι είναι πολύ σημαντικό ότι παρουσιάζεται μια τέτοια έκθεση σ' ένα τέτοιο χώρο αυτή την χρονική συγκυρία όπως επίσης είναι πολύ σημαντική η παρουσίαση του Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη ή του Σπύρου Παπαλουκά, λίγο καιρό πριν, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Υπενθυμίζω ότι η χαρά του Κόντογλου ήταν πολύ μεγάλη όταν το 1927 ο Παπαλουκάς παντρεύτηκε την Όλγα Ευαγγέλου από το Αϊβαλί. Δηλαδή τη δική του αγαπημένη πατρίδα...Όμως το έργο και των τριών αυτών δημιουργών κόβει σαν μαχαίρι, είναι βαθιά πολιτικό και για τούτο η προσέγγιση του πρέπει να γίνεται και με προσοχή αλλά και με τόλμη. Κυρίως γιατί το έντονα πολιτικό - ανατρεπτικό στοιχείο του δεν είναι συμβατό σε μία εποχή κατεξοχήν απολιτίκ. Έστω κι αν το έργο αυτό αποτελεί την πιο ελεγειακή προσέγγιση των χαμένων πατρίδων όπως επίσης και των αιτιών που προκάλεσαν την απώλεια τους. Κι αυτό είναι το κυριότερο. Ότι δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε με μία ζωγραφική του σαλονιού αλλά με χρώματα που είναι φτιαγμένα από σάρκα και αίμα.
Το λέω ξεκάθαρα: Ο μπάρμπα Φώτης δεν είναι ο ευσεβιστής εικονογράφος των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, ούτε ο χαριτωμένος διακοσμητής των σαλονιών μίας αφόρητα μικροαστικής Αθήνας. Με σημαιούλες και κεράκια. Και είναι τουλάχιστον ασέβεια να τον συγχέουν με συγκεκριμένους σύγχρονους. Επειδή και στο κοσμικό και στο θρησκευτικό του έργο καιροφυλακτούν η ανατροπή και η διακωμώδηση του "καθωσπρέπει" γούστου. Λέει κάπου ο ίδιος για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. "Δεν την καταλαβαίνουνε, ούτε τους αρέσει η ζωγραφική του, αυτοί θέλουνε Ιακωβίδηδες (sic)". Έτσι και τώρα, νομίζω πως κυριαρχεί μία μάλλον politically correct προσέγγιση του.

 Ας πούμε, στη μεγάλη, αυτοβιογραφική σύνθεση - στην Εθνική Πινακοθήκη σήμερα αποτοιχισμένη - που ζωγραφίζει το 1932 στο σαλόνι του σπιτιού του στο Γαλάτσι, με ευσχήμονες βοηθούς τους Εγγονόπουλο καιΤσαρούχη, 10 χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το κυρίαρχο στοιχείο είναι σύγκρουση ανάμεσα σε έναν πολιτισμό που έρχεται από την ευρεία ανατολή και σε μίαν αποικιοκρατική βία που έρχεται από τη δύση. 
Και στο βιβλίο μου "Μικρή Πινακοθήκη" και στη σειρά "Ελληνομουσείον" και σε άρθρα μου στο "αντί" σε χρόνο ανύποπτο αλλά και στις ξεναγήσεις μου - από το 1990 ακόμη - στην Εθνική Πινακοθήκη επέμενα να εξηγώ πως όταν ζωγραφίζει ο Κόντογλου τον Αϊβαλιώτη Καπετάνιο δίπλα στον "άγριο" της Βραζιλίας και τον ιθαγενή της Ιάβας αναφέρεται κατευθείαν σε δύο προνεωτερικούς κόσμους που τους εξαφανίζει η λαίλαπα των οικονομικών συμφερόντων και της εισβολής των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Οι Βρετανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι στην μικρά Ασία, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι και πάλι οι Βρετανοί στη Νότιο Αμερική αλλά και η "Ολαντέζοι" στο κάστρο της Μπούκα Ρούα στο νησί Τσάτλα ακριβώς από πάνω από τον Αϊβαλιώτη καπετάνιο, αυτό δηλώνουν. Με τον πιο δραματικό τρόπο. Μόνο τυφλοί ή "ειδικοί" της νεοελληνικής τέχνης δεν θα έβλεπαν το προφανές και δεν θα έκαναν τη διασύνδεση. Και δεν με στεναχωρεί τόσο που με αγνοούν αλλά που δεν αντιμετωπίζουν έντιμα την ερμηνεία που προτείνω. Ο Κόντογλου καταγράφει ανάγλυφα εδώ τα αίτια που οδήγησαν την έξοδο του Ελληνισμού από την προαιώνια κοιτίδα του. Όμως οι γενικόλογες εξαπλουστεύσεις είναι όπως πάντα, από την εποχή του αείμνηστου Νίκου Ζία, ο κυρίαρχος συρμός. Αυτές που αναφέρονται στον ταπεινό, τον θεοσεβούμενο, τον χριστιανό κυρ Φώτη. Ο οποίος ήταν ασφαλώς όλα αυτά αλλά και πολλά περισσότερα. Στο μυθιστόρημα του "Πέδρο Καζάς" για παράδειγμα, εκδοθέν δαπάναις του Στρατή Δούκα, προλαβαίνει τον σουρεαλισμό, πέντε ολόκληρα χρόνια πριν το πρώτο επίσημο του μανιφέστο το 1924. Ποιός δικαιούται να το αγνοεί; 
Ο Κόντογλου, με όλους τους τρόπους, καταγγέλλει το "ψευτορωμαίικο" (δική του έκφραση) αλλά και την κρατικοποίηση της Ορθοδοξίας. Νομίζω πως κατευθείαν απόγονοι του - οι οποίοι όμως παραδόξως λείπουν από την έκθεση του Μουσείο Γουλανδρή υπέρ εκείνων που η μόνη τους σχέση μαζί του ήταν το ότι τον ζωγράφισαν από μία φωτογραφία (!) - παραμένουν ο ασκητικός του σώματος Πάνος Φειδάκης, ο Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος - ο όποιος επί 30 χρόνια ζωγραφίζει την εκκλησία των Βραχναίικων Αχαΐας κατά τον πιο κοντογλικό τρόπο - και βέβαια ο Γιώργος Χατζημιχάλης με τις εικαστικές αναφορές του στον "φτυχισμένο Κονέκ Κονέκ" και με όρους ενός μη δυτικού μοντερνισμού. Η παράλειψη αυτού τελευταίου είναι κατά τη γνώμη μου η πιο "πονηρή". Γιατί η αισθητική του σαλονιού προκρίθηκε απέναντι στην έρευνα και την ουσία της αισθητικής έκφρασης. Και γιατί ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που τους βολεύει να μην βλέπουν πόσο γλυκά δένουν μεταξύ τους ο Henri Matisse, ο Κόντογλου, ο Διαμαντόπουλος - άλλος μεγάλος αδικημένος - ο Τσαρούχης και το, διαρκώς αντιστεκόμενο στις ισοπεδωτικές ερμηνείες, Βυζάντιο.



Σημείωση: Από το κείμενο της Καθημερινής: «Ήθελε να έχει μπροστά του τα πρότυπά του, τις υψηλότερες κορυφές της τέχνης που θαύμαζε», σχολιάζει ο κ. Παυλόπουλος. «Σε αυτό το έργο ο Κόντογλου απεικονίζει τη μυθολογία του συναιρώντας στοιχεία της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής παράδοσης σε μια ενιαία αφήγηση. Για εκείνον δεν υπήρξε καμιά διακοπή στο συνεχές της ελληνικής ιστορίας και εφάρμοσε εικαστικά τη συγκεκριμένη εθνοποιητική αντίληψη..."
Οπως αναφέρει ο κ. Παυλόπουλος στο κείμενό του για την κατοικία της Κυπριάδου, το οποίο περιέχεται στον πληρέστατο κατάλογο της έκθεσης του Ιδρύματος..."για την τοιχογραφία βοήθησαν τον Κόντογλου ο πεθερός του Αθανάσιος Χατζηκαμπούρης και οι νεαροί τότε ζωγράφοι, φοιτητές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος. Η τοιχογραφία, χωρισμένη σε ζώνες, παρουσιάζει πρόσωπα αγαπητών του ζωγράφων (Πανσέληνος, Θεοφάνης, Θεοτοκόπουλος κ.ά.), ποιητών (Όμηρος), φιλοσόφων (Πυθαγόρας, Διογένης, Πλούταρχος), του Ηροδότου και του Στράβωνος, παραστάσεις από τις πέντε φυλές της γης, αλλά και αρχαίους Ελληνες να προσκυνούν είδωλα. Στη χαμηλότερη ζώνη της τοιχογραφίας, ένα ύφασμα κρεμασμένο σε κρίκους, η ποδέα των εκκλησιαστικών τοιχογραφιών, αποτελεί το μόνο στοιχείο άμεσα σχετισμένο με τη θρησκευτική παράδοση".


ΥΓ. Αυτός ήταν ο λόγος, ο ενοχλητικά πολιτικός, για τον οποίο η διπλωμάτισσα, αείμνηστη Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα κρατούσε επί 10 και περισσότερα χρόνια την διάσημη τοιχογραφία στις αποθήκες της Εθνικής Πινακοθήκης!
 Προσέξτε, εν προκειμένω, πως σκηνογραφεί τους πουριτανούς Ολλανδούς όταν μεταφέρουν κανόνια στον Μέγα Ωκεανό. Χάρμα! Προσωπικά, τέλος, θα πρόσθετα και μία από τις εικόνες του Χριστού που είδα πρόσφατα στο Μουσείο της Ρεντίνας, φτιαγμένες από το χέρι του Διονυσίου του εκ Φουρνά. Ως γέφυρα ανάμεσα στον κυρ Μανουήλ Πανσέληνο και τον κυρ Φώτη. Όμως κάποιοι μοιάζει να φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους. Και να μην τολμούν ούτε τα πλέον στοιχειώδη. Watson!

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Αριστερά της Λύπης


Για τον Κυριάκο Κατζουράκη

Υπάρχουν καλλιτέχνες που διακοσμούν την ιστορία. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που την αλλάζουν...
Μ.Σ

(Σήμερα, στις 7 το βράδυ τα εγκαίνια. Δημοτική Πινακοθήκη Αλίμου)

"... Ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο 
με το μεγάλο διασκελισμό 
ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται, γκρεμίζεται 
μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμμιά φορά, τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό 
τ’αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν".

Τάσος Λειβαδίτης, 
"25η ραψωδία της Οδύσσειας" 

Χαρούμενοι στο πένθος μας. Ένας πιθανός ορισμός της τέχνης. Επειδή είναι το σκοτάδι που κυοφορεί το φως κι όχι το αντίθετο. Και επειδή όσο επιμένουμε να αφηγούμαστε τον κόσμο τόσο ο σκοτεινός a priori  κόσμος γίνεται λιγότερο σκοτεινός. Παύει να είναι ακατανόητος. Και επειδή είναι η οδύνη που καταξιώνει τη μεγάλη δημιουργία κι όχι η ευκολία ή ο αισθητικός συμβιβασμός. Αυτό δηλαδή που είναι το μεγάλο μάθημα της ζωγραφικής του Κυριάκου Κατζουράκη ο οποίος έφυγε τόσο αδόκητα και (μας) λείπει τόσο. Επειδή, πρωτίστως, το θέμα είναι πως ο κόσμος - ή, πόσος κόσμος - μπορεί να χωρέσει σ' έναν πίνακα. Κι αυτό είναι ζήτημα βαθιά πολιτικό. (Όσο κι αν κάποιοι εξοβελίζουν υπόγεια όσο και πονηρά την πολιτική από την καλλιτεχνική δημιουργία).
Τέχνη πάλι αποκαλείται εκείνο το σκοτεινό ορυχείο της  παγκόσμιας μελαγχολίας. Καμία εύκολη παρηγοριά σ' αυτό. Ο Ernst Kassirer έλεγε πως κουλτούρα είναι η έκφραση μέσω συμβόλων. Πολύ ορθά. Η έκφραση είναι το αποτύπωμα της κάθε συγκίνησης και η συγκίνηση σχετίζεται άμεσα με την ανάμνηση και την εσωτερική επεξεργασία του βιώματος. Ανάμεσα στις τόσες σκόρπιες ιστορίες των ανθρώπων ας πάρουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα: Ένα μικρό παιδί παίζει το φλάουτο του, ο Manet το ζωγραφίζει με κατακόκκινο παντελόνι κι ο Κατζουράκης εμπνέεται από αυτό για να πάει την ιστορία λίγο πιο πέρα. Το ίδιο επίσης συνέβη με την αρχική, γκριζογάλαζη Γκουέρνικα. Ο Κατζουράκης οικειοποιούμενος το μήνυμα της την αναπτύσει σε έντονα χρωματισμένα επίπεδα. Η συγκίνηση τώρα πια έχει χρώμα βαθύ κόκκινο. Και ο Χριστός όταν μετέτρεψε το νερό σε κρασί, περισσότερο από θαύμα έκανε μία πράξη ζωγραφικής. Επειδή αναζητούσε το ιδανικό κόκκινο (Συμφωνείς Κυριάκο);
 Η τέχνη πάλι που δημιουργείται σήμερα, που δημιουργούσε συνειδητά ο Κατζουράκης ως την τελευταία στιγμή της ασυμβίβαστης, ποιητικής ζωής του, σηματοδοτεί την ασυμβίβαστα αισιόδοξη, την αντιστεκόμενη πλευρά της δυσοίωνης περιόδου που ζήσαμε όλοι μας και εξακολουθούμε να ζούμε ακόμη. (Είπαμε: Χαρούμενοι στο πένθος μας). Όσοι τουλάχιστον δεν εθελοτυφλούμε εμπρός στο πραγματικό και το συμβολικό σκοτάδι που κυκλοφορεί απειλητικό και στη χώρα μας και τον κόσμο με την απειλή, τις αρρώστιες ή και τον θανάτο να κρύβεται ακόμη στις πιο αθώες και πιο ανθρώπινες χειρονομίες. Σ' ένα χάδι δηλαδή ή ένα φιλί, μία χειραψία ή μία αγκαλιά...(Σημείωση: Ο έρωτας έχει πάντα χίλια πρόσωπα, η μοναξιά αποκλειστικά ένα. Ο έρωτας πάλι φοράει συνεχώς μάσκες, ενώ η μοναξιά φοράει απλά... το πρόσωπό της μοναξιάς της). Παράλληλα να υπενθυμίζουμε ότι αργά ή γρήγορα το φως ακολουθεί και ότι το σκοτάδι εκτός από απελπισία ή ζόφο - αυτά δηλαδή που δημιούργησε ο εγκλεισμός, ο φόβος και η απομόνωση - μπορεί να λειτουργήσει και ως εκκολαπτήριο, ως πυροκροτητής δημιουργίας. Αφού είναι πάντα απαραίτητη η δυσκολία ακόμα και η οδύνη για να κυοφορήσει το καινούργιο τον εαυτό του και να (ανα)γεννηθεί η τέχνη.
Λέω συχνά πως η πλειονότητα των καλλιτεχνών - ιδιαίτερα οι εικαστικοί καλλιτέχνες και οι συγγραφείς - έζησαν κατά την περίοδο της αναγκαστικής απομόνωσης μία εξαιρετικά, οικεία συνθήκη. Μια και οι ίδιοι έτσι ζουν ανέκαθεν, απομονωμένοι στα εργαστήρια ή τα γραφεία τους, μόνοι, κατάμονοι με τον εαυτό τους, με τα φαντάσματα ή τα οράματα τους, με τις δυσκολίες αλλά και τις υπερβάσεις των δυσκολιών. Με τα τεχνικά, τα αισθητικά ή τα ιδεολογικά ζητήματα που τους προκαλεί η δουλειά τους ίδια. Γιατί αυτό σημαίνει τέχνη. Τον τρόπο μας να ψιθυρίσουμε την απόλυτα προσωπική μας ιστορία στο αυτί της αιωνιότητας. Κι αν ακούσει! 
Η τέχνη δεν είναι δημοσιοϋπαλληλία ούτε κι η ζωγραφική είναι απλή διακόσμηση με δεδομένους, τους κανόνες. Ο όποιος κανόνας στην αληθινή δημιουργία προκύπτει με την ολοκλήρωση του έργου. Ποτέ πριν. Όπως ολόκληρο το έργο του Κυριάκου Κατζουράκη αποδεικνύει. Μία ζωγραφική που εξελίσσεται πολυδιάστατα επί μισόν αιώνα, κινούμενη από τον κριτικό ρεαλισμό, τον σουρεαλισμό, την εξπρεσιονιστική παραφορά, τη λυρική αφαίρεση και αφομοιώνοντας χωρίς συμπλέγματα μεγάλες στιγμές τόσο της εγχώριας όσο και της μοντερνιστικής, δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης.  Μεταμορφώνοντας τις σε προσωπική, ονειρικά αναρχική πρόταση. Με γνώση, με μικρές ή μεγάλες ανατροπές στην ήδη κατακτημένη γλώσσα δημιουργών όπως ο Εντουάρ Μανέ, ο Μαξ Μπέκμαν, ο Φράνσις Μπέικον ή, γιατί όχι, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Γιάννης Μόραλης. Γράφει ο Φλομπέρ:
«Δυο άντρες περπατάνε κατά μήκος του ποταμού, ο ένας πλούσιος, ο άλλος φτωχός. Ο πλούσιος λέει: ''Τι όμορφο πλοίο εκεί πέρα στο νερό. Κοιτάξτε, τον κρίνο που ανθίζει στην όχθη.'' Ο φτωχός μουρμουρίζει: ''Πεινάω. Δε βλέπω τίποτα.'' Την ημέρα που θα εξαφανιστεί η πείνα, θα γίνει η τεράστια πνευματική ανατίναξη που δεν έχει ζήσει ποτέ η ανθρωπότητα.» Καταλαβαίνετε πως καταλαβαίνει τον κόσμο ο Κατζουράκης είτε κάνει ζωγραφική, είτε κάνει θέατρο είτε κάνει - κυρίως αυτό - κινηματογράφο;
Κατά βάθος όλη η ιστορία της ζωγραφικής είναι μία επανεγγραφή. Οι νεότεροι ζωγράφοι είτε ως άσκηση και μαθητεία είτε ως απάντηση στην πρόκληση της αυθεντίας των μεγάλων δασκάλων, δημιουργούν τις συνθέσεις των σχολιάζοντας έμμεσα ή άμεσα τα έργα των παλαιότερων. Βρίσκοντας έτσι, μέσα από την άσκηση και την υποταγή, τον εαυτό τους. Μέσα από τον διάλογο αλλά και τη ζήλεια. Την ταύτιση αλλά και την εναντίωση. Τον θαυμασμό αλλά και την διαφορά. Ούτε και αυτός ο ιδιοφυής και ανατρεπτικός Πικάσο δεν θέλησε να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα. Απεναντίας.Τον νομιμοποίησε ακόμα περισσότερο. Έτσι, σχεδόν σαν φυσική συνέπεια, στους πίνακες των νεότερων ζωγράφων ζουν, υπάρχουν και αναπνέουν οι επιδράσεις, τα θέματα ή τα ίχνη των παλαιότερων σε τρόπον ώστε ο οξυδερκής θεατής να διαβάζει ανάγλυφα το παρελθόν βλέποντας τις εικόνες του τρέχοντος καιρού. Τα πράγματα του παρόντος.


Συνοπτικά ας πούμε εδώ ότι μεταπολεμικά η ζωγραφική μας αρδεύεται από δύο σχολές: εκείνη του Μπουζιάνη που θρηνεί το σώμα και το δράμα του σώματος και την άλλη του Τσαρούχη που το αποθεώνει χωρίς να φοβάται το πένθος για τον μαρασμό και την απώλεια του. Κάπου στη μέση ο Διαμαντόπουλος κι ο Σπυρόπουλος. Κάπου στη μέση κι ο Κυριάκος Κατζουράκης. Και κάπου μακριά ο Παπαλουκάς, συνεχιστής της έρευνας του Παρθένη, του Μαλέα, του Νικολάου Λύτρα και του Οικονόμου. 
Στην μπουζιανική παράδοση πιστώνω τον  Τριανταφυλλίδη, τον Μίμη Βιτσώρη, την Μαραγκοπούλου, την Λαγάνα αλλά και τον νεανικό Φασιανό, τον Μάιπα, τον Σταύρο Ιωάννου, τον Μυταρά, τον Πατρασκίδη, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Πολυμέρη, τον Μορταράκο, τον Ξένο, τον Αντωναρόπουλο, τον Σακαγιάν, τον Μαντζαβίνο κλπ. Στην τσαρουχική πάλι ουκ έστιν αριθμός. Από τον Κυριάκο Κατζουράκη και τον Χρίστο Καρά ως τον Παύλο Σάμιο, τον Χρήστο Μποκόρο, τον Ρόρρη ή τον Δασκαλάκη. Με τον Κατζουράκη πάντως σταθερά στο μεταίχμιο της αφήγησης περί το  σώμα αλλά και της αποδόμησης του προσώπου και της ιστορίας του. Χωρίς να παραβλέπω την προσωπική γλώσσα ή τα επιτεύγματα του καθενός ( όπου υπάρχουν ).
Οφείλω να επισημάνω ότι τα μουσεία της σύγχρονης τέχνης ξεχωρίζουν για την προβληματική σχέση τους με τον εξπρεσιονισμό. Υπενθυμίζω ότι έχουν αγνοήσει συστηματικά ζωγράφους του μέγεθος ενός Στάμου, ενός Ζαν Ξέρον, ενός Τζον Χριστοφόρου, ενός Nonda, ενός Prassinos, του αγνώστου Γιάννη Μαλτέζου, του πληθωρικού Μηνά αλλά επίσης και την εξπρεσιονιστική περίοδο του Κανιάρη, του Κεσσανλή, του Δεκουλάκου, του Σαχίνη κλπ. Και βέβαια είναι ντροπή ότι αγνοείται το έργο του Κατζουράκη. Εκεί δηλαδή που η εξπρεσιονιστική φόρμα συναντούσε την αφηρημένη γραφή και η χειρονομία τον ψυχισμό. Πού καταλήγουμε; Ότι ιστορία είναι εκείνο το κείμενο που σταθερά πρέπει να ξαναγράφεται. Λέγαμε συχνά με τον Κάκο:
Ένα αγράμματο περιβάλλον, συλλέκτες, δημοσιογράφοι, παράγοντες κ.λπ μπορούν εύκολα να εκμαυλίσουν αγράμματους καλλιτέχνες. Για αυτό χρειάζεται συνεχής αντίσταση στην δικτατορία των μετρίων.
Και εδώ υποστηρίζω την εδραία μου πεποίθηση: Ότι δηλαδή η τρομερή προμάμη που λέγεται ζωγραφική - κάτι σαν την φοβερή γιαγιά της ωραίας, μικρής Ερέντιρα του Γκαμπριέλ Μάρκες - η αρχέγονη μήτρα δηλαδή που εκκόλαψε κάθε νεότερη μορφή εικόνας από τη φωτογραφία ως τη video art, παραμένει η κυρίαρχη, εικαστική έκφραση στη χώρα μας. Όσους  εννοιολογισμούς κι αν υποστηρίξουν θεωρητικοί ή δημιουργοί που μπερδεύουν την πραγματικότητα με την ιδεοληψία. Έτσι λοιπόν η έμφαση μας δίνεται στην ζωγραφική, είτε αυτή είναι αφηγηματική, είτε κινείται στα όρια της αφαίρεσης, της ποιητικής υποβολής και των κρυμμένων, συμβολικών μηνυμάτων. Της ψυχολογικής αναπαράστασης μιας πραγματικότητας που a priori δεν αναπαριστάται, που "κρύπτεσθαι φιλεί". Επειδή πάντα ακόμα και στην πιο αφελή, εξωτερικά, εικόνα κρύβεται ένα αίνιγμα το οποίο αποκαλύπτεται μόνο στους μυημένους. Σ' εκείνους δηλαδή που είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο εμπρός στο έργο τέχνης και να του αφιερωθούν συναισθηματικά. Και τότε αυτό θα ανταποκριθεί. Το κέρδος από αυτήν την κοινωνία - επικοινωνία είναι τεράστιο για τον θεατή αλλά και για το ίδιο το δημιούργημα. Το οποίο ζει μία καινούργια ζωή και αποκτά καινούργιο περιεχόμενο ανάλογα με τα μάτια που το κοιτάζουν. Ανάλογα με τα ήθη και τους τρόπους. Και μην ξεχνάτε: Τέχνη είναι εκείνος ο δρόμος που οδηγεί από το ανοργάνωτο χάος στο οργανωμένο. Μας οδηγεί χαρούμενους στο πένθος (που είναι βαθύτερα και η μοίρα μας).



ΥΓ 1. Άσχετο: Τα σύννεφα της δύσης  δημιουργήθηκαν για να δοξάζουν την αθανασία του Tiepolo . Όπως και ορισμένες βροχερές θάλασσες για να υπερασπίζονται την φήμη του Turner. Και κάποια, σκοτεινά σοκάκια των Εξαρχείων για να σκηνογραφήσουν τους πίνακες του Κυριάκου. Τελικά ο Θεός φιάχνοντας τον κόσμο, τον έπλασε με πηλό σαν γλύπτης και τον έντυσε με χρώματα σαν ζωγράφος. Ο Θεός, φαίνεται πως  δημιούργησε κατ' αρχάς τους καλλιτέχνες και έπειτα  ξεκουράστηκε. Οι καλλιτέχνες ανέλαβαν όλα τα υπόλοιπα. 

ΥΓ 2. Φοβού εκείνη την ζωγραφική που ακυρώνει το βλέμμα. Συχνά επίσης, οι καλλιτέχνες οι ίδιοι, από ανασφάλεια ή υπεροψία, ακυρώνουν με τα καυστικά τους σχόλια το έργο των συναδέλφων τους. Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο που θα έλεγε και ο Νίτσε, ίσως όμως και αναγκαίο. Χωρίς συγκρούσεις δεν υπάρχει προχώρημα. Σκέφτομαι, τέλος, πως η τέχνη μοιάζει με ένα τεράστιο, πήλινο γλυπτό που για να κατασκευαστεί χρειάζεται τόσο τη φωτιά όσο και τη λάσπη. Κυριάκο, είσαι πάντα εδώ!

Μάνος Στεφανίδης 

Σημείωση. Για περισσότερα, στα εξής βιβλία μου:  Κυριάκος Κατζουράκης, έργα 1963 - 2013, ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφο,ς εκδόσεις Μίλητος, Μουσείο Μπενάκη,  Πινακοθήκη Γρηγοριάδη, 2013.
Ελληνομουσείον , 7 Αιώνες Ελληνική Ζωγραφική, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, εκδ. Ε.Τ, 2010, 10 τόμοι, τόμοι 7ος & 8ος.
Κυριάκος Κατζουράκης, Αναφορά στην Γκουέρνικα, Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας -  Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2018-2019.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

Τα αυγά και τα καλάθια



(Παθογένεια της παιδείας ή της οικογένειας;)

Το άρθρο μου στο χτεσινό Βήμα

Ας αναλογιστούμε: Δυόμισι, σχεδόν, χρόνια αποξένωσης από τη ζωντανή εκπαίδευση έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στα παιδιά. Οι μισοί μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαπιστώνονται και επισήμως ως λειτουργικά αναλφάβητοι. Σιγά τα νέα. Ποιός έσπασε ποτέ αυγά σ' αυτό τον τόπο; Και το πιο δυσάρεστο (τα καλάθια του τίτλου): Έξι χρόνια στο δημοτικό και έξι σε γυμνάσιο - λύκειο με τους μαθητές να βαριούνται θανάσιμα. Να μην διασκεδάζουν. Να βρίσκονται αλλού. Ανέμπνευστοι, ανέραστοι, αδιάφοροι. Ακόμη και στην στρατιωτική εκπαίδευση οι νεοσύλλεκτοι βρίσκουν τρόπους να περνάνε καλά. Όχι όμως και στο ελληνικό σχολείο. 
Πρόκειται για ένα δράμα που οι συνεπείς εκπαιδευτικοί το ζουν καθημερινά. Επί χρόνια. Η αληθινή, υπόγεια τραγωδία του τόπου. Νέοι άνθρωποι χαμένοι πριν ακόμα δώσουν τη μάχη, χαμένα χρόνια στην κυριολεξία, λάθος προσανατολισμένοι μαθητές, κατεστραμμένοι πριν καν αρχίσουν τη ζωή τους. Με λάθος εφόδια. Ή, καλύτερα, χωρίς εφόδια. Και το χειρότερο: 
Με αδιαφορία ή και μίσος για το σχολείο. Από το δημοτικό ως το πανεπιστήμιο (ιδιαίτερα στο τελευταίο με τους καταθλιπτικούς, βρώμικους χώρους του, λόγω ... προοδευτικού ακτιβισμού)! Επειδή τα παιδιά μας, το ξαναλέω, βαριούνται θανάσιμα. Ή, καλύτερα, μάς βαριούνται. Κι εμάς και τα δωρεάν - ίσως και γι' αυτό τόσο βαρετά, κακογραμμένα και κακοσχεδιασμένα - βιβλία που τούς παρέχουμε χύδην και τα οποία δεν ανοίγουν σχεδόν ποτέ. Τόσο μαζικά και απρόσωπα βιβλία. Βιβλία που δεν θα βάλεις ποτέ στη βιβλιοθήκη αλλά θα τα πετάξεις εκδικητικά με την πρώτη ευκαιρία. Δείτε τους όγκους των εντύπων που δίνουν σε δημοτικό και γυμνάσιο και...φρίξτε. Για τον όγκο της υποκρισίας. Ποιός, διερωτώμαι, θα σπάσει τ' αυγά της εκπαιδευτικής ιδεοληψίας και θα αξιοποιήσει τα καλάθια της νέας εποχής; Τα τάμπλετ, ας πούμε, που τόσο λατρεύουν οι πιτσιρικάδες. Που θα πει, πρέπει να πάμε στο παιδί με οδηγό τις δικές του ανάγκες κι όχι τις δικές μας  ανασφαλείς βεβαιότητες. Το ίδιο και με την διδασκαλία της ιστορίας, το θαυμαστό παραμύθι του έθνους. Δηλαδή την καλλιέργεια της φιλοπατρίας αλλά και την καταπολέμηση της εθνικιστικής μειονεξίας. 
 Ονειρεύομαι λοιπόν ένα σχολείο με ελάχιστα ή και καθόλου βιβλία στην τάξη. Αλλά με ελεύθερες επιλογές βιβλίων. Το δικό μας σύστημα, είτε αριστερό είτε δεξιό, είναι προαποφασισμένο, δηλαδή σταλινικό. Αφού γενικότερα ως κοινωνία δεν αγαπάμε το βιβλίο αλλά το θεωρούμε κάτι το εξωτικό και αχρείαστο. Το διακοσμητικό για την σερβάντα! Και με τους πολιτικούς συστηματικά να κρύβουν  όλο το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Ή να παίζουν εν ου παικτοίς.( Έστω κι αν έχουν πολλοί από αυτούς υπάρξει ακαδημαϊκοί δάσκαλοι). Όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το αμαρτωλό, με το, διαχρονικά, κομματικοποιημένο, πρώην, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. (Και από το 2012, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Όχι παίζουμε).
Τί λείπει λοιπόν από την παιδεία μας; 
Μα τι άλλο από τον έρωτα. Κι απ' το παιχνίδι του έρωτα. Δηλαδή την αυτενέργεια και την αυτοέκφραση. Τα παιδιά μας τα θέλουμε παθητικούς δέκτες που να απομνημονεύουν, τουτέστιν να παπαγαλίζουν. Όχι να εκφράζονται δημιουργικά. Η παιδεία όμως είναι συνδημιουργία. Γι' αυτό είναι τόσο διαφορετικά και τόσο επιτυχημένα τα λεγόμενα καλλιτεχνικά γυμνάσια. Ενώ βιαστήκαμε να καταργήσουμε τα καλλιτεχνικά μαθήματα, δηλαδή την αυτενεργεια στην τάξη.
Απ' την άλλη μια ολόκληρη κοινωνία που εφησυχάζει. Εμπρός στην ηλίθια, ιδιωτική τηλεόραση. Θα ήθελα να ήμουν δικτάτορας για να την καταργήσω. Τόσο μακριά απ' το βιβλίο και την κουλτούρα του βιβλίου. Με τα παιδιά, μοιραία, να βλέπουν τους γονείς τους και να τούς μιμούνται. Συμπέρασμα: Η παθογένεια της εκπαίδευσης αντανακλά ακριβοδίκαια  την παθογένεια της οικογένειας. 
Πιο απλά αρπαχτές και στη γνώση όπως και στη ζωή, ήσσων προσπάθεια, έλλειψη πειθαρχίας, κανόνων, αξιών, αρρωστημένος εγωτισμός, κιτς ως αισθητική (δηλαδή επιφάνεια και "μούρη"), έλλειψη πνεύματος μαθητείας και σεβασμού, απομυθοποίηση του δάσκαλου στο όνομα του ... μοντερνισμού κλπ. Απομυθοποίηση, τέλος, του σχολείου στο όνομα του ... ρεαλισμού και της επαγγελματικής δήθεν αποκατάστασης. Με κάθε κόστος. Μυθοποίηση απ'την άλλη του εξωσχολικού φροντιστηρίου. Αμφισβήτηση εν τοις πράγμασιν της μαθησιακής διαδικασίας. Η παιδεία ως οχληρή υποχρέωση. Η παιδεία ως τεχνική κι όχι ως μέθεξη. Κι ώσπου να γίνουν όλες, αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές, γονείς ασχοληθείτε με τα παιδιά σας! Είστε οι πρώτοι και οι τελευταίοι δάσκαλοι τους!
Και βέβαια η αλλαγή του παραδείγματος που οφείλει να ακολουθήσει την αλλαγή της εποχής δεν είναι διόλου εύκολη. Απεναντίας. Και η έλλειψη διαλόγου ως προς την παιδεία από πλευράς κομμάτων εκ παράλληλου προς την αφωνία και την αυστηρή... ουδετερότητα της πνευματικής ηγεσίας δεν προοιωνίζεται τίποτε αισιόδοξο. Όσο οι πολιτικές παρατάξεις θα ψηφοθηρούν μέσω της παιδείας, τόσο η τραγωδία θα μεγαλώνει. 

 ΥΓ. Λέω συχνά στους μαθητές μου "Δεν μπορεί, όλα αυτά τα χρόνια, θα πετύχατε έναν δάσκαλο, έναν καθηγητή που να τον ερωτευτήκατε, που να σάς ενέπνεε, που να τον κοιτάζατε στα μάτια. Και μόνο για αυτό αξίζει ν' αγαπήσετε το σχολείο. Που είναι δικό σας κι όχι του εκάστοτε διευθυντή, καθηγητή, υπουργού κλπ.". Οι περισσότεροι απαντούν θετικά. Αυτό και μόνο αυτό - δηλαδή ο άγνωστος, "ανώνυμος" δάσκαλος - διασώζει κάτι στη παιδεία μας. Ακόμη. Από την άλλη φέρτε τα παιδιά σας στα μουσεία, στις γκαλερί, στους αρχαιολογικούς χώρους. Δείξτε τους τέχνη. Μη περιμένοντας τα πάντα από μιαν αργόστροφη πολιτεία. Κάντε τα κοινωνούς του διαχρονικού πολιτισμού μας (και πολιτισμού τους). Είναι η υψηλότερη μορφή παιδείας!  

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

ΈΡΩΣ ΚΑΛΌΣ

 
21 + 21 δημιουργοί για τον Έρωτα

" Από τον Μόραλη στην Δημουλά κι από τον Θανάση Βαλτινό στον Θόδωρο Παπαγιάννη"

Έγκαίνια Σάββατο, 8 Οκτωβρίου από τις 7 έως τις 10 το βράδυ. Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας. Ως το τέλος Νοεμβρίου

Α. Έρως βέβαια. Έρως καλός όμως; Άραγε υπάρχουν και κακοί έρωτες; Ίσως ναι... Είναι τότε που με τους τρόπους του Καρυωτάκη και του Βαν Γκογκ, δηλαδή με κείμενα και εικόνες, κάποιοι πενθούν εκείνους τους έρωτες που δεν άντεξαν.Τότε που όλα μοιάζει να ηρεμούν. Εξωτερικά τουλάχιστον. Τα ηφαίστεια να υποχωρούν στα λαγούμια του μανδύα της γης και οι σεισμοί ν' αποκοιμιούνται. Για λίγο. Και το σώμα να τιμωρείται. Με τις αναμνήσεις βέβαια να καραδοκούν.
Γι' αυτό δεν θα συγχωρήσω στους επαγγελματίες χριστιανούς και όλους όσοι εξουσιάζουν μέσα από θρησκείες, το σταθερό κυνήγι του σώματος, την απαξίωση της επιθυμίας, την τιμωρία του ιμέρου την καταδίκη του έρωτα. Που δεν κατάλαβαν πως η ψυχή χρειάζεται ένα σώμα για να υπάρχει. Πως η ψυχή ξοδεύει ένα σώμα για να ζήσει. Και πόσο καίει και λιώνει η ψυχή ένα σώμα. Πόσος Παράδεισος διεκδικείται όταν ένα σώμα αγκαλιάζει κάποιο άλλο. Πως, τέλος, η ψυχή ενταφιάζεται κι όχι το κορμί.
Ο Όμηρος και οι προσωκρατικοί έψαχναν την έδρα της ψυχής όπως και ο Πλάτωνας με τον Αριστοτέλη. Έτσι η ψυχή μας μετακόμιζε από τον εγκέφαλο στην καρδιά κι από την καρδιά στο στομάχι. Οι πιο ευαίσθητοι την ανίχνευαν στο αίμα, οι πιο πρακτικοί στο ήπαρ ή τα οστά. Κορμί - ψυχή αξεχώριστα. Αψεγάδιαστα.
Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το σώμα, έβρισκαν σ' αυτό το αποτύπωμα της φυσικής τελειότητας. Το πράγμα στραβώνει με την ιδεαλιστική φιλοσοφία και τον Πλάτωνα που θεωρεί το σώμα φυλακή της ψυχής. 
Πού φωλιάζει τελικά η ψυχή μας; Διαβάζοντας τον Βιτγκενστάιν μαθαίνουμε: " Όπου πονάς, όταν πονάς, εκεί που πονάς, εκεί βρίσκεται κι η ψυχή σου ... Αυτό που μετράει δεν είναι οι λέξεις που λες, ούτε εκείνο που έχεις στο νου σου όταν τις λες, αλλά το πόσο οι λέξεις αλλάζουν τη ζωή σου στις διάφορες στιγμές της". Μπορεί όμως να υπάρξει ζωή μετά τον Έρωτα; Υπάρχει Έρωτας χωρίς τον πόνο; Υπάρχει πόνος που να μην δημιουργεί τέχνη; Έρως εκτιθέμενος. Σώμα εκτεθειμένο.
Έρως, λοιπόν, Καλός με 21 + 21 δημιουργούς: Τί συμβαίνει εδώ; Μία άσκηση της γραφής που γίνεται εικόνα. Ένα πείραμα συνόλου με παλιούς και μελλοντικούς φίλους. Εν αρχή ην, όπως πάντα συμβαίνει, το τυχαίο, το απόσπασμα. Μία γραμμή στην τύχη, ένα ίχνος, μία πινελιά αφημένη στον λευκό καμβά σαν χρυσόμυγα παγιδευμένη σε κλειστό δωμάτιο. Μία υποψία χρώματος. Έπειτα ην η κίνησις.Το εμπρός - πίσω χωρίς νόημα, η αμφίδρομη, αμφίσημη, αμφίβολη κίνηση μόνο και μόνο για να εξορκιστεί η στάση, η ακινησία. Ακόμη χειρότερα το βάλτωμα. Έτσι κι αλλιώς πρέπει κάτι να κάνουμε, έστω κι αν εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει νόημα σε τίποτα. Έστω κι αν αποτυγχάνουμε. Ή, μάλλον οφείλουμε να αποτυγχάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε όπως θέλει ο Μπέκετ, ευαγγελιστής του κενού. Η γραμμή που κινείται λοιπόν ώσπου να βρει έναν ρυθμό. Που θέλει να μην είναι ωραία αλλά να είναι αληθινή. Σαν βελόνα σεισμογράφου. Όσο μεγαλύτερη, όσο πιο επικίνδυνη εμφανίζεται η συχνότητα της γραφής της, τόσο πιο ουσιαστική, πιο κοντά στο στόχο της. Πιο κοντά στην αλήθεια. 
Ο ρυθμός στη συνέχεια που προκύπτει από την επανάληψη.  Απλοϊκός, βαρετός στην αρχή, πιο απροσδόκητος στη συνέχεια. Πιο ενδιαφέρων. Είναι τότε που η γραμμή χορεύοντας ρυθμικά στο χαρτί αρχίζει να αφηγείται κάτι.  Τότε που η γλώσσα του ρυθμού, η ποίηση και η ζωγραφική γλώσσα έρχονται πιο κοντά. Που γίνονται και τα τρία, ρυθμός, ποίηση, ζωγραφική ένα. Δηλαδή μουσική. Τότε που το ένστικτο μιλάει από τα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξης. Τότε που επιτυγχάνεται η έκφραση. Έργο τέχνης; Κάτι περισσότερο. Έργο ζωής.

Β ...Ο έρωτας για το σώμα που είναι πυρετός χωρίς νόσο και έκπαγλη τρέλα που ωστόσο λάμπει από υγεία. Ο έρωτας ...
Επειδή η επιθυμία, ο ίμερος, η ηδονή, ο οργασμός, η πλήρωση, η κατοχή, το σμίξιμο ή ο αναπόφευκτος αποχωρισμός αλλά και το συνακόλουθο μίσος που ξεχειλίζει όμως από παράφορη αγάπη, δεν είναι παρά απλές μετωνυμίες της ίδιας, βασικής λέξης σώμα. Αυτό, το σώμα, περιέχει a priori τα πάντα. Το σώμα μας. Αυτό, το σώμα που κουβαλάει αγόγγυστα τον θάνατό του και που τον βαφτίζει έρωτα για να του προσφέρει χοές από αίμα, ιδρώτα, δάκρυα και την υγρασία της Αφροδίτης. Το σώμα σκέφτεται, διαλέγεται, αποκλείει, συμφωνεί, φωνάζει, δέεται, δοκιμάζει, επιχειρηματολογεί... Μ' εκείνη την άπεφθη γλώσσα που προϋπήρξε οποιασδήποτε άλλης γλώσσας. Τη γλώσσα της ύπαρξης. Γιατί το σώμα πάνω από όλα είναι. Είναι. Και δεν μπορεί να είναι αλλιώς...Συχνά βέβαια ο έρωτας καταντά ένα συναίσθημα αυτιστικό, εγωτικό, ανασφαλές. Είναι τότε που ερωτευόμαστε τον πλειοδότη του εαυτού μας. Αυτόν που μάς έπεισε πως μάς θέλει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Με κόλπα και γητειές.
Κατ' ουσίαν δηλαδή ερωτευόμαστε κατοπτρικά το είδωλο μας. Αφού ο φόβος της μοναξιάς γίνεται συχνά πολύ κακός σύμβουλος.
Αντίθετα, η αγάπη είναι δοτική, ταπεινή, ανεξίκακη, απροκάλυπτη, αθώα. Αυτή είναι η τυφλή, η θεότυφλη κι όχι ο έρως. Εκείνος και βλέπει και ακούει και αγγίζει και θυμάται. Προπαντός θυμάται. Ζηλότυπα, εμμονικά, εκδικητικά. Κι είναι έτοιμος να τιμωρήσει τον ερώμενο με την παραμικρή αφορμή. Η αγάπη αντίθετα υπομένει, συγχωρεί, μακροθυμεί, αρκείται στα ελάχιστα και δεν ζητάει τίποτα ενώ συχνά δίνει τα πάντα. Ο έρωτας είναι το εύκολο συναίσθημα της νεότητας, η αγάπη το κέρδος της ωρίμανσης. Ο έρωτας είναι ιστορία που αρχίζει την Άνοιξη και τελειώνει το Φθινόπωρο. Η αγάπη είναι το αειθαλές που βλασταίνει σε κάθε εποχή. Ο έρωτας είναι θνησιγενής, η αγάπη όμως παραμένει αθάνατη ακόμη και στις πιο οδυνηρές συνθήκες θνητότητας. Η αγάπη, τέλος, είναι εκείνο το τρυφερό αιλουροειδές που χωράει συσπειρωμένο ανάμεσα στο τίποτε και στα πάντα. Που κατοικεί στα ελάχιστα πράγματα, πολύ συχνά στην πίσω πλευρά των πραγμάτων και τούς δίνει καινούργιο περιεχόμενο. Η αγάπη είναι η βάτος η καιομένη αλλά μη κατακαιομένη. Είναι η πέτρα της αληθείας. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποια αλήθεια ... Αφού κάθε χτες φορτώνει στην χωματερή των ερώτων τα αισθήματα του σήμερα. Αύριο; Το απόσταγμα της ωριμότητας λέει πως αύριο δεν υπάρχει. Σύννεφα από χώμα είναι γεμάτος και ο ουρανός του μέλλοντος. Χώμα και νερό οι ανάλαφρες, οι διάφανες, οι ταξιδιάρες νεφέλες. Κι ο ουρανός, ένας φριγμένος αγρός για να τον σκάψεις. Με σκέψεις κι επιθυμίες.
Επειδή ο έρωτας είναι η μέγιστη ψευδαίσθηση, δηλαδή η μεγαλύτερη μυθοποίηση. Αγάπη πάλι είναι ό τι απομένει μετά την απομυθοποίηση του έρωτα. Γνωστά πράγματα για όσους έχουν ζήσει τον καύσωνα του Αυγούστου χωρίς να φοβηθούν τα εγκαύματα της ψυχής.
Γ. Διερωτώμαι σε ποιους απευθύνεται σήμερα η ζωγραφική; Σε πόσους η ποίηση; Απέναντι στην γοητεία της κινούμενης εικόνας, του σινεμά ή της τηλεόρασης, πόσους οπαδούς διατηρεί ακόμα η στατική ζωγραφιά; Πόσους αναγνώστες δικαιούνται εκείνη η λογοτεχνία που δεν έγινε bestseller. Απέναντι στον εργαλειακό, τον εύκολα επικοινωνιακό λόγο πόσες πιθανότητες έχει εκείνος ο λόγος που υπερβαίνει την επικοινωνία; Για ποιούς άραγε ζωγραφίζονται σήμερα οι πίνακες που εξακολουθούν να ζωγραφίζονται; Τα βιβλία που εκδίδονται με τόσο μόχθο; 
Το κοινό παρά την τερατώδη αγορά τέχνης ή το κοσμικό boom των εικαστικών, παρά τις διασημότητες της γραφής λιγοστεύει δραματικά από την τέχνη, σαν να στρέφει τα νώτα του στην ομορφιά από απόγνωση και αντικαθίσταται από βιαστικούς καταναλωτές που προτιμούν αντί της αισθητικής τη χρησιμότητα και, ακόμα χειρότερα, τη διακόσμηση. Οι αληθινοί δημιουργοί, δηλαδή οι ευαίσθητοι και οι προβληματισμένοι, αυτοί που έχουν συνείδηση όλης της ματαιότητας της εποχής μας ασφυκτιούν αλλά, όπως θα ήθελε και ο Μπέκετ, συνεχίσουν. Είναι αυτοί που η ευθύνη ή κι ο τρόμος της ομορφιάς, τούς κατακαίει τα σπλάχνα  συχνά διαπιστώνοντας πως δεν έχουν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Πως δεν παρεμβαίνουν στο κοινωνικό σώμα, δεν το καθοδηγούν όπως είναι ο πραγματικός τους ρόλος. Παρόλα αυτά συνεχίζουν ελπίζοντας πώς τα σημερινά τους έργα, τα βιβλία, τα ποιήματα, οι ζωγραφικές θα βρουν φιλικά βλέμματα και αποδοχή από τους θεατές του αύριο. Πώς θα κερδίσουν δηλαδή το παιχνίδι με την Ιστορία. Αν και δεν υπάρχει, νομίζω, μεγαλύτερη ουτοπία από την επένδυση στον αναγνώστη ή τον θεατή του μέλλοντος. Στον "συνένοχο" που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Πεσιμισμός; Όχι κατ' ανάγκην. Ρεαλισμός της απελπισίας καλύτερα. Για την ομορφιά που όλο δραπετεύει. Για τον καλό τον έρωτα που εμπνέει τραγούδια και στίχους και εικόνες και όνειρα. Επειδή αυτό επιδιώκει η παρούσα εκδήλωση. Τον συνδυασμό μιας εικαστικής έκθεσης και μιας λογοτεχνικής έκδοσης. Την  συνομιλία ανάμεσα στον λόγο και την εικόνα. Την συμφιλίωση! Και βέβαια την αναφορά, με κάθε εκφραστικό μέσο, στο εσώτερο τοπίο και στον ιερό τρόμο για όσα ο έρωτας αντιπροσωπεύει. Εν προκειμένω 21 διακεκριμένοι συγγραφείς και ποιητές από κοινού με 21 ανάλογους ζωγράφους και γλύπτες επιχειρηματολογούν για τον έρωτα, την επιθυμία, την πλήρωση, την απώλεια, το πένθος. Τον κύκλο της ζωής. Δηλαδή για την τέχνη...
Δ. Παρένθεση: Ούτως ή άλλως, στο βάθος και της πιο καθαρής, της πιο αφηρημένης εικόνας είτε σε λεκτικό είτε σε οπτικό επίπεδο, αργοσαλεύει πάντα μία ιστορία. Σαν εκείνο το μυθικό τέρας που κοιμάται στα βάθη της λίμνης του Λοχ Νες.
Επιμένω πώς σ' αυτήν την έκθεση - έκδοση ισοδύναμης αξίας προς τα εικαστικά έργα είναι τα κείμενα που διαλέγονται μ' αυτές. Αφού η πρωτόγονη, πρωτόγνωρη χειρονομία βρίσκεται πίσω και από την γραφή και από την ζωγραφική. Κι αφού η πρώτη γραφή ήταν μία ζωγραφιά. Μία γρατζουνιά που "απεικόνιζε" πάνω στο δέρμα μιαν ιδέα. Τί άλλο; Σκέφτομαι: Οι εικόνες, λεκτικές ή οπτικές, δεν είναι τελικά, εκεί έξω, στον κόσμο αλλά μέσα μας, βαθιά.
Τί έχουμε εδώ με τον όμορφο τον Έρωτα; Μικρά δράματα της καθημερινότητας ή της φαντασίας, της εμπειρίας ή των αναμνήσεων που "συνελήφθησαν" εικαστικά και λογοτεχνικά επ' αυτοφώρω. Αφηγήσεις και "τρόποι" που ισορροπούν ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό, κομμάτια ζωής που απολιθώθηκαν αιφνίδια και έγιναν εικόνες. Που μεταμορφώθηκαν από σταγόνες ζωής σε άρωμα τέχνης είτε στον μουσαμά, είτε στο χαρτί. Ιστορίες ερώτων, βιώματα, πένθη, συνειρμοί, εικόνες, συγκινήσεις που αποθησαυρίζονται από την τρομερή εμπειρία της καθημερινότητας. Ζευγάρια πού έχουν αγκαλιαστεί για το πρώτο και το τελευταίο φιλί τους, ποιος ξέρει. Έρως κακός. Επειδή πάντα είναι πράγματα που υποδύονται άλλα πράγματα, εκτεθειμένα είτε στο φως που καθαγιάζει είτε στο σκοτάδι που συγχωρεί. 

Αντί συμπεράσματος: 
Αυτά που δεν ζήσαμε, υπάρχουν και μάς βασανίζουν περισσότερο. Έρως γλυκόπικρος. Πρόκειται για επιθυμίες που δεν έλαβαν σάρκα αλλά παραμένουν σκέλεθρα, οστά και κρανία τεταπεινωμένα. Γιαυτό κάνουμε τέχνη, γι'αυτό γράφουμε, γι' αυτό ζωγραφίζουμε. Γι'αυτό γρατζουνάμε το κενό. Γι' αυτό δημιουργούμε. Για να υπηρετήσουμε τη σιωπή. Το παιχνίδι είναι εκ των προτέρων χαμένο. Όμως εμείς επιμένουμε μήπως και δώσουμε σ' όλα αυτά τα φαντάσματα υπόσταση. Έρως καταδικασμένος. Εκτεθειμένος. Αναστημένος.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Ερωτικό Ελεγείο, Κοντράστο


Ίσως δεν έρθεις απόψε. Δεν θα κρυφτείς πίσω από την κουρτίνα, στη σκοτεινιά της κρεβατοκάμαρας. Όχι απόψε. Όμως σίγουρα αύριο. Αύριο είναι μάλλον βέβαιο, ναι, ότι
θα ρθεις... Αύριο ή, το αργότερο, μεθαύριο.
Κάποτε θα ρθεις. Θα ρθεις. Ανυπερθέτως.
Όχι, δεν θα ρθεις απόψε. Το κατάλαβα πια.
Κι ας έχει τόσο ωραίο φεγγάρι. Όπως τότε.
Κι ας είναι τόσο γλυκά λυπητερή η νύχτα.
Όχι, όχι απόψε. Αύριο, αν θέλεις, αύριο ...

Τόσα χρόνια, τόσα διαβάσματα, τόση αγωνία
για να μην έχω μάθει τελικά, τίποτα, ποτέ,
για να  παραμένω έτσι αξιοθρήνητα αδαής
αν και με τόση, ανώφελη, στείρα σοφία.
Ένας κουφιοκέφαλος, αστείος παντογνώστης 
που ξεχνάει και το όνομα του ακόμη
και το μόνο που έμαθε, το μόνο που ξέρει,
είναι ότι θα ρθεις, θα εμφανιστείς εξάπαντος.
Θα ρθεις ό τι κι αν γίνει, όποιες κι αν είναι
οι περιστάσεις. Όχι; Πες ναι... Πες ναι, ναι!

(παραλλαγή του ίδιου θέματος)

Αύριο, μεθαύριο, σ'ένα μήνα, ένα χρόνο, σε δύο
τι σημασία έχει; Θα ρθεις οπωσδήποτε...
Ψηλέας, με μαύρη ρεντικότα, κατά τον μύθο,
μ' ένα ξεδιάντροπο χαμόγελο νίκης στα χείλη
και μ' ανοιχτή, κρύα αγκαλιά. Έτσι θα ρθεις.
Θα χτυπάνε βέβαια ως είθισται τα τηλέφωνα,
τα κουδούνια, τα ξυπνητήρια, οι συναγερμοί,
θα γεμίζει το email μηνύματα που κανείς πια
δεν θα διαβάσει ενώ στο μετρό ο τυφλός 
ακορντεονίστας θα ζητιανεύει απτόητος.

Ω πόσο θα θελα να του δώσω ένα κέρμα,
ακόμη κι ένα χαρτονόμισμα, ένα χρυσό 
στατήρα, ένα υπέρπυρο, ένα κωνσταντινάτο,
μια βικτώρια, ένα φιορίνι, ένα λουδοβίκιο.
Μ' αρέσει αιφνίδια τόσο η πικρή μουσική του
όσο καμιά άλλη μουσική σ' όλη τη ζωή μου.
Ένα κομμάτι μουσικής για μια ζωή άμουση.
Πόσο θάθελα να τού ρίξω ένα  ακέραιο κέρμα ευγνωμοσύνης. Ίσως ένα χαρτονόμισμα 
των χιλίων ευρώ. Μα δεν θα μπορώ πια...

(φινάλε)

Θάρθεις; Θέλεις να ρθεις; Αύριο, μεθαύριο;
Ανυπερθέτως μεθαύριο. Θα βρεις το δρόμο;

Φωτογραφίες: 

Επάνω η τελευταία εικόνα του καλοκαιριού. Πάνω από τον διάφανο ουρανό της Σύρου συμπλέκονται δύο σύννεφα. Θα έλεγα πως πρόκειται για ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Ένας έρωτας σε σκηνοθεσία του απείρου. Προσεγγίζονται άραγε ή χωρίζουν; Θα ενωθούν εις συννεφένια σάρκα μιαν μετά από λίγο ή θα διαλυθούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, υδρατμοί μόνο από τον ιδρώτα της αγάπης; Δεν το έμαθα ποτέ. Δεν είχε και σημασία άλλωστε. Μια φορά έρωτας, για πάντα έρωτας.
Κάτω η πρόσφατη φωτογραφία του φίλου Γιώργου Τσούτσουρα. Το μπουρίνι πάνω από την Αγυιά. Μεγαλειώδες!

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Το τέλος της δημόσιας γλυπτικής

(Ή, η φιλοκαλία των Ρομά)


Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μπάρνετ Νιούμαν τι είναι γλυπτική, απάντησε: “Γλυπτική είναι αυτό στο οποίο πέφτεις καθώς κάνεις πίσω για να δεις έναν πίνακα". Σύντομος, κυνικά περιεκτικός ορισμός. Στην Ελλάδα πάλι γλυπτική είναι αυτό που "βάφουν" βανδαλίζοντας οι προοδευτικοί και που βουτάνε τις νύχτες οι Ρομά. Επίσης γλυπτική είναι ό, τι δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι, παλαιοί και νέοι, δήμαρχοι της αιωνίας Ελλάδας.
(Μ' εξαίρεση τον δήμαρχο Αλίμου).


Φωτογραφίες: 1. Γιαννούλης Χαλεπάς, "Σάτυρος που φλερτάρει, ανοιχτά πλέον, με τον Έρωτα. Το πιο φροϋδική εκδοχή του πασίγνωστου θέματος. Ο Χαλεπάς είναι μεγάλος καλλιτέχνης επειδή υπηρετεί σταθερά τις εμμονές του. Τον στοιχειώνουν οι εικόνες της νεότητας του. Και επειδή εμπνέεται από το υποσυνείδητο του. Περιφρονώντας την δημοσιοϋπαλληλική λογική των καλλιτεχνών της μόδας. Δηλαδή της διεκπεραίωσης. Αυτό το στοιχείο τον φέρνει κοντά στους καλλιτέχνες της αβανγκάρντ και τον Σουρεαλισμό. Ό, τι δηλαδή αδυνατούν να κατανοήσουν οι ιστορικοί τέχνης που είναι περισσότερο δημόσιοι υπάλληλοι και λιγότερο θεράποντες της τέχνης. (Ουφ, το είπα και ηρέμησα)!
2 . Κι ο ουρανός κάνει συχνά γλυπτική με τα σύννεφα του. Εδώ ο Θοδωρής Δασκαλάκης σκανταλιάρικα συμπληρώνει, όπως βλέπετε, την ουράνια δημιουργία!

3. Πριν τέσσερα χρόνια εκλάπη η ορειχάλκινη σφαίρα - animus mundi - Μοναχική Πορεία του Κόσμου, διαμέτρου 55 εκ. που κοσμούσε την είσοδο του δημαρχείου Αγίας Βαρβάρας.
 Ένα από τα καλύτερα δημόσια γλυπτά του λεκανοπεδίου, έργο του Κυριάκου Ρόκου. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει κανείς ποιος το έκλεψε και γιατί. Είναι οι ίδιοι που έχουν αφαιρέσει χάλκινες προτομές από το Πνευματικό Κέντρο Αθηναίων, τις πλατείες της πόλης αλλά και που αφαίρεσαν χιλιόμετρα καλωδίων από την Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου υπό τα όμματα των φυλάκων υπηρεσίας. Όλα αυτά πουλιούνται ως χύδην υλικό στην αγορά μετάλλου για ψιχία. Στα χυτήρια του Ελαιώνα. Κι αν είναι δύσκολο να βρεθούν οι κλέφτες, δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι κλεπταποδόχοι.
 Έτσι όπως πάμε όμως, δεν θα μείνει γλυπτό για γλυπτό σε δημόσιο χώρο. Να μιλήσουμε για αστυνομία και αστυνόμευση θα ήταν αστείο. Για δημοτική περιφρούρηση φρούδο και μάταιο. Για επιφυλακή των δημοτών δημόσιο σκάνδαλο. Τί μένει; Να κοιτάμε τις φωτογραφίες των κλαπέντων και να γράφουμε θυμωμένα κείμενα εις μνήμην...
4. Πριν μήνες εκλάπη από τους γνωστούς άγνωστους η χάλκινη προτομή του καπετάν Αστραπόγιαννου από τα Ζερβάτα Κεφαλονιάς, έργο - προσφορά του Μεμά Καλογηράτου. Επίσης πρόσφατα εκλάπη ο "Ήρως Γεώργιος Διλβόης", Ελληνοαμερικανός από τα Αλάτσατα Μ. Ασίας που έπεσε το 1918, του γλύπτη Γελντέκου από πλατεία της Ν. Ερυθραίας με τον δήμαρχο Κηφισιάς να προσπαθεί να βρει το πρόπλασμα ώστε να ξαναγίνει το έργο. Όσον αφορά στον φιλότιμο Μεμά αυτός έπλασε ξανά με τσιμέντο τον Αστραπόγιαννο και το έστησε στην ίδια θέση τον Αύγουστο.
5. Η κλαπείσα προτομή του Γεωργίου Διλβόη και η φωτογραφία του Ελληνοαμερικανού στρατιώτη που έπεσε κατά τον Α παγκόσμιο πόλεμο.

( Ωραίο κοντράστο: Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ - ΕΔΕΣ και ο φαντάρος των ΗΠΑ).

Αίμα μου!

(Η επιφυλλίδα μου στο Βήμα)

Διαβάζω από την εφημερίδα Τα Νέα:
"Υπάρχουν πάνω από 2.700 διαφορετικά είδη κουνουπιών σε όλο τον κόσμο. Τα κουνούπια είναι περισσότερο γνωστά για τα ενοχλητικά τσιμπήματα τα οποία προκαλούν κυρίως στον άνθρωπο. Εκτός από αυτό, όμως, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία για το οικοσύστημα, μια και όταν είναι στο στάδιο του αυγού ή της πούπας αποτελούν τροφή για πολλά ζώα του νερού, ενώ όταν είναι ενήλικα είναι βασική τροφή αμφιβίων και πουλιών.
Τα κουνούπια διαθέτουν τρία διαφορετικά συστήματα ανίχνευσης γι’ αυτό μπορούν πολύ εύκολα να βρουν τον στόχο τους.
Συγκεκριμένα, έχουν χημικούς ανιχνευτές, οπτικούς ανιχνευτές και ανιχνευτές θερμότητας. Ταυτόχρονα, διαθέτουν πολύ καλή σωματική διαμόρφωση για πέταγμα. Δεν τσιμπούν όλα τα κουνούπια παρά μόνο τα θηλυκά. Τα αρσενικά κουνούπια έχουν διαφορετική μορφολογία στο κεφάλι και τρέφονται από το νέκταρ των φυτών.
Τα θηλυκά κουνούπια διαθέτουν μια μυτερή και λεπτή προβοσκίδα που εισάγουν στο δέρμα και με την οποία ρουφούν το αίμα, το οποίο στη συνέχεια αποθηκεύουν στην κοιλιά τους. Τα θηλυκά χρειάζονται το αίμα γιατί περιέχει πρωτεΐνες απαραίτητες για την ανάπτυξη των αυγών που φέρουν. Ένα τσίμπημα μπορεί να περιέχει και 5 χιλιοστά του λίτρου αίμα. Ταυτόχρονα με το τσίμπημα, τα κουνούπια αφήνουν και κάποιες δικές τους πρωτεΐνες στο σημείο που τσιμπούν, οι οποίες δημιουργούν και όλα τα προβλήματα μια και σε αυτές μπορεί να κρύβονται μεταδοτικές ασθένειες, αλλά είναι και υπεύθυνες για την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα τον κνησμό και το κοκκίνισμα της περιοχής".

Το ανωτέρω δημοσίευμα δεν με προβλημάτισε απλώς - επειδή, οφείλω να το ομολογήσω, υποφέρω από τα τσιμπήματα των κουνουπιών κάθε θέρος - αλλά για ένα περίεργο λόγο που θα σας εξηγήσω αμέσως,  μ' έκανε υπερήφανο. Ναι, με κατέστησε υπερήφανα συγκινημένο! Ο λόγος είναι απλός όσο και βαθιά συναισθηματικός. Πιο συγκεκριμένα:
Υπολογίζω πως μόλις φέτος το καλοκαίρι πρέπει να με τσίμπησαν πολλές δεκάδες κουνουπιών τα οποία, όπως ήδη μάθαμε, είναι αποκλειστικά θηλυκού γένους.  Άρα  τετρακόσιες και βάλε κουνουπίνες  (υπολογίζω 5 ή 6 ημερησίως επί 3 ή 4 μήνες) ακολουθώντας το μητρικό τους ένστικτο μού έχουν επιτεθεί ως τώρα, από την αρχή του καλοκαιριού, με την μυτερή προβοσκίδα τους να διατρυπά την σιτεμένη αλλά παρόλα αυτά επιθυμητή - όπως φαίνεται - σάρκα μου έτσι ώστε να απομυζήσουν μεθοδικά και επίμονα το πολύτιμο μου αίμα. Αίμα το οποίο όπως ήδη εμπεδώσαμε, είναι απολύτως απαραίτητο για την αναπαραγωγή τους. Την εκκόλαψη των αυγών τους. Θεωρείτε τον αριθμό υπερβολικό;
 Σκεφτείτε: Όπως ήδη δήλωσα, όπου βρεθώ το θέρος, γίνομαι ο εύκολος στόχος κάθε - θηλυκής -  κουνουπίνας. Αν λοιπόν με τρυπήσουν - κυριολεκτώ, το ρήμα "τσιμπώ" δεν με καλύπτει - κατά τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς όπως προείπα τέσσερα με πέντε κουνούπια την ημέρα - που σας διαβεβαιώ στην πραγματικότητα είναι πολλά περισσότερα - πόσα κουνούπια μάς κάνουν συνολικά; Δεδομένου ότι οι καλοκαιρινοί μήνες στην πατρίδα μας,όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι πάντα περισσότεροι από τρεις;  Βλέπετε λοιπόν πως δεν υπερβάλλω καθόλου.
Από άλλα πάλι δημοσιεύματα πληροφορούμαι ότι τα κουνούπια, το τονίζω τα θηλυκά, δεν τσιμπάνε τον κάθε άνθρωπο αλλά αντίθετα επιλέγουν πολύ προσεκτικά - τις οίδε με ποια, λιβιδινικά κριτήρια - τη λεία τους. Ήγουν εμένα! Είναι δυνατόν να μην αισθάνομαι τουλάχιστον κολακευμένος απ' αυτό το ερωτικό κατά βάθος γεγονός; Είναι εύκολο, και μάλιστα στα εξήντα τόσα χρόνια σου, να σε κυνηγούν δεκάδες θηλυκά, έστω και κουνούπια και να θέλουν, κυριολεκτικά, να σε ρουφήξουν; Να διακινδυνεύουν - επίσης κυριολεκτικά - τα πάντα για λίγα δευτερόλεπτα ηδονής πάνω στο σώμα σου αφού κι εγώ δεν είμαι βλάκας αλλά αμύνομαι για τις ρανίδες του αίματος μου κι έχω σκοτώσει cool blood αρκετές από τις επίδοξες συζύγους μου; Δηλαδή αυτά τα υπέροχα πλάσματα που το μόνο που επιθύμησαν, ήταν να ακουμπήσουν λίγο το δέρμα μου και να γευτούν το υπέροχο, όπως πίστεψαν, αίμα μου; Πόσος Μαρκήσιος Σαντ και πόσος Μπατάιγ χρειάζονται για να περιγράψουνμία τόσο αισθησιακή σκηνή!
Με άλλα λόγια, επιστρέφοντας από τον υπερρεαλισμό στον ρεαλισμό, το αίμα μου, αυτό το καλοκαίρι, γέννησε εκατοντάδες εκατοντάδων κουνουπάκια - αφού η κάθε κουνουπίτσα γεννάει ένα μεγάλο αριθμό αυγών, 200 με 300 τη φορά, οχτώ φορές τον χρόνο! - τα οποία σήμερα είναι εγκατεσπαρμένα σε όλη την επικράτεια.  Όπου δηλαδή ταξίδεψα ή πήγα διακοπές συνεχίζοντας τα μεν θηλυκά το αιμοδιψές έργο των μαμάδων τους, ή ακολουθώντας τα αρσενικά ενστικτωδώς την υψηλή - διαφημιστικό μήνυμα - αισθητική του μπαμπά τους. Είναι δυνατόν μετά από μία τέτοια συνειδητοποίηση να μην σκιρτά εντός μου το πατρικό μου φίλτρο; Το φαντάζεστε; Από το Παλαιό Φάληρο ως την Αίγινα και από τη Χίο ως την Κεφαλονιά όπου δηλαδή βρέθηκα φέτος, τα χιλιάδες (;)ζωηρά και χαριτωμένα κουνουπάκια μου - δεν μπορεί να είναι διαφορετικά αφού είναι παιδιά μου, αίμα από το αίμα μου - απολαμβάνουν ζουζουνίζοντας το ελληνικό καλοκαίρι! Χωρίς τους κοπετούς του κ. Καλύβα ή τις οιμωγές του κ. Μαραντζίδη περί δήθεν θανάτου του. Και μάλιστα χωρίς να κάνουν διάκριση ημέρας ή νύχτας, εσωτερικών ή εξωτερικών χώρων, υγρασίας ή παγωνιάς. Ζουζουνοτρυπούν ακάθεκτα πάντες και παντού!
Και να κάτι που το γνωρίζω από προσωπική πείρα: Τα σύγχρονα κουνούπια, τα παιδιά μου, καλύτερα οι κόρες μου, είναι εντελώς εξελιγμένα και δουλεύουν όλο το 24ωρο σαν ρομπότ, χωρίς να διεκδικούν τίποτα περισσότερο από λίγο αίμα για την αναπαραγωγή τους. Η χαρά δηλαδή κάθε φιλελεύθερου Υπουργού Εργασίας. Δεν είναι πραγματικά συγκινητικό; Εάν πάλι οι ζωηρές αυτές θυγατέρες μου ταλαιπωρούν, ή και βασανίζουν μερικούς από σας, το καταλαβαίνω, αλλά τι να κάνουμε, παιδιά είναι! Αίμα μου!

Μάνος Στεφανίδης
Ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ
Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων
Τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο " Έρωτες μισοί, Μίση ολόκληρα, σαν διηγήματα" εκδόσεις Νίκας, 2022.



Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2022

Νέγροι και Ασπρουλιάρηδες

Ο Γιάννης στην Τροία!


(Κείμενο που έγραψα στο αεροπλάνο για το Βήμα αλλά προτίμησα να το δημοσιεύσω εδώ)

Αυτό που κυρίως κατάφερε και καταφέρνει η Εθνική Ελλάδος στο Ευρωμπάσκετ είναι να νικάει ακόμα και όταν οι τρεις Αντετοκούνμπο κάθονται στον πάγκο. Σαν τον Αχιλλέα στην ιλιαδική Τροία που έσπερνε τον τρόμο στους εχθρούς ακόμα και όταν παρέμενε χολωμένος στη σκηνή του. Που νικούσε ακόμα και με την εμφάνιση μόνο των όπλων του. Έτσι συμβαίνει και με τους Αντετοκούμπο. Αυτό συνέβη π.χ με την Αγγλία. Κατάφεραν δηλαδή και μόνο με το άκουσμα του ονόματος τους οι αντίπαλες ομάδες να παραδίνονται πριν ακόμα ξεκινήσει η μάχη. Όταν μάλιστα εμφανίζονται, δεν υπάρχει έλεος. No prisoners που έλεγε κι ο Λώρενς της Αραβίας για τους Τούρκους.
Σαν τον Μέγα Αλέξανδρο ή το Ναπολέοντα, σαν τον Αννίβα ή τον Ιούλιο Καίσαρα. Γιατί η Εθνική μας νικάει όχι επειδή υπερτερεί σε όλα τα σημεία αλλά γιατί έχει καταφέρει να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους της διαθέτοντας ένα υπερόπλο. Σαν τους U2 ή τα πάντζερ του Χίτλερ και τους σαριζοφόρους των Μακεδόνων βασιλιάδων.
 Αιτία βέβαια αυτού του πρωτοφανούς γεγονότος στα χρονικά της καλαθοσφαίρισης είναι ο υπεραθλητής Γιάννης αλλά και όλοι οι συμβολισμοί τους οποίους ο Γιάννης εκπροσωπεί: 
Ξεριζωμός από την πρώτη πατρίδα, προσφυγιά, επανεγκατάσταση, περιθώριο, παρανομία, κυνηγητό, φτώχια από τη μία. Αλλά και από την άλλη αγώνας, σκληρή δουλειά, δίψα για ζωή, πίστη, δεύτερη πατρίδα, επιτυχία, ευγένεια, ταπεινότητα, αναγνώριση, παγκόσμιο είδωλο, ευγνωμοσύνη, ανταπόδοση. Ο Γιάννης είναι ο Ηρακλής του εικοστού πρώτου αιώνα ο οποίος νικάει έστω κι αν εμφανιστεί μόνο η λεοντή του και όχι ο ίδιος. Σε λίγο θα αρκεί ο Ιτούδης να παρουσιάζει στον πάγκο μόνο την τρομερή μητέρα της οικογένειας Αντετοκούμπο και θα έχει σίγουρη τη νίκη! Την σύγχρονη Καλλιπάτειρα. 
Όμως ο ενθουσιασμός που νιώθει κάθε Έλληνας όπου της γης για τους θριάμβους της Εθνικής μπάσκετ δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε τι ήταν οι Αντετοκούμπο στην Αθήνα και πως ξεκίνησαν. Ο Γιάννης, ο Θανάσης και ο Κώστας. Με λίγα λόγια δεν πρέπει να ξεχάσουμε πόσο μίσος και πόσος ρατσισμός έχουν προηγηθεί από μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας απέναντι σε οποιονδήποτε θέλει να εγκατασταθεί στην πατρίδα μας έχοντας άλλο χρώμα, άλλη χώρα προέλευσης και κυρίως μη έχοντας γεμάτο πορτοφόλι. 
Φαντάζομαι κάνεις δεν ξεχνάει τα κηρύγματα μίσους που εκστόμιζε και εκστομίζει ο αντισημίτης και "καθαρόαιμος άριος" Πλεύρης πατήρ για Εβραίους και Νέγρους τόσο από τα βιβλία όσο και από τις εκπομπές του ως σήμερα. Κανείς, ελπίζω, δεν ξεχνάει πως ο ανωτέρω διανοούμενος και ιστορικός αποκαλεί συλλήβδην υπανθρώπους τους μαύρους αλλά και όλους τους έγχρωμους, με ιδιαίτερη έμφαση σ' εκείνες τις φυλές που συνωθούνται πέριξ της Ομόνοιας. Άρα τουλάχιστον κάποιοι είναι, τουλάχιστον, υποκριτές όταν εκφράζουν την λατρεία τους για τα "ελληνόπουλα" τύπου "Αντετοκούμπο". Και η μεγάλη προσφορά του Αντετοκούμπο είναι ότι πολεμάει στην πατρίδα μας τον ρατσισμό με τα ίδια του τα όπλα: Με την δύναμη, την υπεροχή, τη νίκη σε όλα τα επίπεδα. Το αίμα που ξεχωρίζει!

Ο ίδιος ο Γιάννης δηλώνει, χωρίς να έχει ανάγκη κανέναν και τίποτε, υπερήφανος και για την φυσική και για την θέτη του πατρίδα. 
Δεν έχει περάσει όμως πολύς καιρός από τότε που ο Άδωνις από τηλοψίας άφηνε προσβλητικά υπονοούμενα αστειευόμενος με το επίθετό του Γιάννη. Ο δε Πλεύρης υιός...
Προσωπικά δεν θα ξεχάσω το εξής επεισόδιο: Είχα στο σπίτι μου καλεσμένο τον γνωστό ζωγράφο Θεόδωρο Μανωλίδη, πρώην σύζυγο της επίσης γνωστής Ευγενίας Μανωλίδου και πατέρα των δύο πρώτων παιδιών της (Προ Σπύρου - Άδωνη). Συζητήσεως γενομένης ο Μανωλίδης απροκάλυπτα δήλωσε στο τραπέζι ότι "αν κατέβετε στην Ομόνοια και στην πλατεία Βικτωρίας θα λιποθυμήσετε από τις μυρωδιές των υπανθρώπων" (sic).
 Όταν τον ρώτησε η Ελβετίδα τότε γυναίκα μου 
"τί ακριβώς εννοείτε κύριε" αυτός της απάντησε ανενδοίαστα πως "προφανώς εννοώ τους βρωμιάρηδες μετανάστες". "Ξέρετε" του απάντησε εκείνη ψύχραιμα "και εγώ είμαι μία μετανάστρια, δεν έχει σημασία αν ήρθα από την Ελβετία, προσπάθησα με πολύ κόπο και αγώνα να ριζώσω εδώ και μάλιστα να πάρω και την Ελληνική υπηκοότητα. Για τον λόγο αυτό δεν είστε ευπρόσδεκτος σπίτι μου.  Επειδή δεν μπορώ όμως να σας διώξω, είστε φιλοξενούμενος του άντρα μου και στην Ελλάδα φιλοξενία είναι ιερή, αποχωρώ εγώ". Και λέγοντας αυτά εγκατέλειψε το δωμάτιο. Ο Μανωλίδης βέβαια δεν άργησε να πάρει κι αυτός το καπέλο του και να αποχωρήσει κακήν κακώς. Χωρίς όμως να ζητήσει συγνώμη και ούτε βέβαια να αλλάξει τις ιδέες του.
 Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μήπως θέλω να αποδώσω συλλογική ή οικογενειακή ευθύνη σε κάποιους; Άπαγε της βλασφημίας. Όμως ξέρω καλά ότι το αίμα νερό δεν γίνεται και πως λ.χ τα παιδιά όσων έχουν βασανιστεί σε μακρονήσια, κουβαλάνε ακέραιες τις θλιβερές μνήμες των γονιών τους ό,τι κι αν ψηφίζουν σήμερα. Όπως και τα παιδιά των ακροδεξιών σπάνια απαλλάσσονται από την προκαταλήψεις που τους έχει ενσταλάξει το περιβάλλον τους. Ιδιαίτερα εκείνα που πέρασαν από τα σχολεία της Χρυσής Αυγής ή του Καρατζαφέρη. Πληρώνουμε ακόμη τον Εμφύλιο.Τα παραδείγματα πάμπολλα. Ο νηφάλιος λόγος, εν προκειμένω, σπανίζει. Σταματώ εδώ, επειδή όλοι μπορείτε να καταλάβετε τι θα μπορούσα να προσθέσω. Ας μην αμαυρώσουν όμως τη χαρά των αλλεπάλληλων νικών της Εθνικής μας τέτοιες, μαύρες σκέψεις. Ούτως ή άλλως αρκετό μαύρο, συμβολικό και ουσιαστικό,  έχουμε στη ζωή μας.