Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Τα πάντα πυορροεί

(Αν ο Ηράκλειτος είχε διαβάσει Μπέκετ)


Νάκης Παναγιωτίδης, Κατασκευή, 2012

Η μόνη πραγματικότητα που ισχύει, κατοχυρώνεται στην ανάμνηση. Αποκλειστικά. Το παρόν υπάρχει όπως εξάλλου και το μέλλον μόνο όταν αμφότερα καταστούν παρελθόν. Η τέχνη, πάλι, είναι εκείνη η δύναμη που ακυρώνει τον χρόνο, που φτιάχνει τη μοναδική πραγματικότητα. Ύπάρχει μία τέχνη πραϋντική κι ευχάριστη που υποδύεται πολύ πειστικά ότι, τάχα, γνωρίζει, μεταφυσικώ τω τρόπω, τα πώς και τα γιατί του κόσμου τούτου. Η συγκεκριμένη έκφραση κατατείνει πάντα σ' ένα συμβολικό ή ρεαλιστικό  happy end, σε μια κατευναστική - εκτονωτική συγκίνηση, δηλαδή στο άκρον άωτον της μικροαστικής ευτυχίας. Χωρίς καμία διακινδύνευση, καμία υποψία του κενού που χάσκει πίσω από τις ασφαλείς λέξεις ή τις εικόνες, καμία απώλεια ή ματαίωση. Κι όλα αυτά είτε πρόκειται για αφήγημα, ταινία, πίνακα, θέατρο ή μουσική. Μια τέχνη - προέκταση και συμπλήρωμα εκείνης της πραγματικότητας που εξαντλείται όχι μόνο στα όρια του ορατού αλλά, ακόμη χειρότερα, στα κράσπεδα του προβλέψιμου. Κανένα αίνιγμα, χάσμα ή ίλιγγος όχι του απείρου όπως θα ήθελαν οι ρομαντικοί αλλά, κυρίως, του τίποτε που χαίνει πίσω από την έκλειψη του όποιου νοήματος. 
Υπάρχει όμως και μία τέχνη που μπορεί να είναι όχι χαριτωμένη αλλά εύχαρις και συγχρόνως φοβερή μ' εκείνο τον τρόμο κι εκείνο το δέος που ένιωσαν οι μυροφόρες όταν συνειδητοποίησαν την Ανάσταση εμπρός σ' έναν άδειο τάφο και σ' ένα νεανία καθήμενο. Εάν ο Ντάντε έγραφε έχοντας κατά νου τον Βεργίλιο ή ο Σαίξπηρ τον Όμηρο, μού είναι αδιανόητο ότι σήμερα υπάρχουν συγγραφείς που δηλώνουν υποψιασμένοι ή απολογητές του σήμερα κι όταν πιάνουν τη γραφίδα ή το ποντίκι, δεν έχουν αυτόματα κατά νου τον Τζόις ή τον Μπέκετ. Τον Προυστ ή την Βιρτζίνια Γουλφ. Τον Ουελμπέκ ή τον Ζέμπαλντ. Θέλω να πω απλά ότι πέρασε ο καιρός που συγχωρούσαμε, όσους δήλωναν αθώοι ή "ασφαλείς" μέσα στον μικρόκοσμο των τειχών της λογοτεχνικής μας "σπείρας".
Ο Γιώργος Αριστηνός (γεννήθηκε το 1944 στην Κοζάνη και μεγάλωσε στην Κοκκινιά), το δηλώνω ευθέως, είναι ένας κλασικός συγγραφέας των γραμμάτων μας και ανήκει σε μιαν εποχή που προσπάθησε - με την τόλμη αλλά και την εμπειρία της απόγνωσης - να αποκαθηλώσει οτιδήποτε το ακαδημοποιημένα κλασικό. Δηλαδή επέλεξε ο ίδιος να μην βασίσει τη γραφή του σε κατακτημένους κανόνες αλλά να αναστηλώσει τους κανόνες αυτούς παραβιάζοντας τη στεγανοποιημένη χρήση της γλώσσας, βιάζοντας την έωλη ασφάλεια της. Και βέβαια παρωδώντας τα ιερά και τα όσια μίας λογοτεχνίας της αγοράς για να εκτεθεί σ' όλους τους κινδύνους που κάτι τέτοιο περικλείει. Μέσω της διακινδύνευσης αυτής και της έκθεσης των πιο εσωτερικών στιβάδων του εαυτού δεν τιμά μόνο την αποστολή του ως συγγραφέα - δημιουργού αλλά κυρίως δοξάζει τον αναγνώστη του καθιστώντας τον εξίσου συμμέτοχο σ' αυτή την περιπέτεια. Χωρίς όμως την οποία δεν μπορούν να υπάρξουν αληθινή, αισθητική εμπειρία κι έρωτας παρά μόνο συναισθηματική διάρροια. (Ο Αριστηνός θα μιλούσε για διάρροια αθανασίας). Όποιος, πάλι, δεν αντιλαμβάνεται τον ερωτισμό, ή και τον αυτοκαταστροφικό ναρκισσισμό, στη γλώσσα ή σε όσα η γλώσσα και οι λέξεις (υπο)στηρίζουν, δεν τον νοιώθει ούτε και στα σώματα. Τα σώματα, το υψηλότερο επίτευγμα του πνεύματος! 
Θυμάμαι το σοκ που ένιωθα πιτσιρίκος βλέποντας τον "Γύρο του Θανάτου" σ' ένα λούνα παρκ στην πλατεία Ταμπουρίων. Σ' ένα τεράστιο, ξύλινο βαρέλι ένας μοτοσικλετιστής με το γκάζι στο φουλ ανέβαινε ως επάνω, ως τα χείλη του βαρελιού διαγράφοντας ένα σπιράλ ιλίγγου χωρίς να πέφτει! Ποιός μπορεί να κάνει λογοτεχνία αυτή την εμπειρία; Ο Αριστηνός είναι σε θέση. Όπως άλλωστε κι ο ζωγράφος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος (1939) με τις φιγούρες του όταν ιππεύουν βαρύθυμες μηχανές, αρδεύοντας ανάλογη, σκοτεινή ύλη. Γράφω* σχετικά: "Ο Μ.Θ είναι ένας δημιουργός που αποδίδει την ερωτική πράξη σαν ένα επεισόδιο θανάτου και τολμάει να ζωγραφίσει τους νεκρούς ακόμα κι όταν εκείνοι δεν έχουν πεθάνει".
Ανάλογα, ο θάνατος μιας λέξης προκαλεί - θα έπρεπε τουλάχιστον να προκαλεί - τον ίδιο πόνο με τον θάνατο ενός ανθρώπου. Και ο Αριστηνός έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απώλειας. Και γίνεται σταυροφόρος της σωτηρίας της μεταγγίζοντας της νέα νοήματα. Γιατί πρόκειται για μια λέξη που, όπως κάθε λέξη, κάποτε άνθισε τριανταφυλλένια στο στόμα μίας μάνας και γλίστρησε σαν ροδόνερο στο αυτί - γαρύφαλλο ενός μωρού. Εκείνη η λέξη, κάποτε πολύκλωνη τριανταφυλλιά, τώρα γέρνει στο χώμα μαραμένη. Για αυτό το πένθος σάς μιλάω.
Μια λακκουβίτσα νερού φτάνει και περισσεύει για να χωρέσει την Πανσέληνο. Εν προκειμένω έχουμε πάλι δύο λέξεις και τη δυνατότητα τους να μεταμορφώνονται μαγικά. Ούτως ή άλλως και η λογοτεχνία και η ζωγραφική είναι βακτηρίες ομότροπων λέξεων και εικόνων για να κρούσουμε μ' αυτές τη θύρα του αγνώστου. Υπομόχλιο για να μετακινήσουμε όχι τον ορατό αλλά τον αθέατο κόσμο λίγο πιο εκεί. Κι αυτό το ακοίμητο νερό των δακρύων που κάνει το δέντρο της μελαγχολίας να καρποφορεί και στις πιο αυχμηρές εποχές.
* Μάνος Στεφανίδης, Επεισόδια από το Μέλλον, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, εκδ. Νίκας 2022.

ΣάββαςΠουρσανίδης, Μουσικοί, 2010,
Τεχνοχώρος Αποθήκη, Νικήτη Χαλκιδικής.

ΥΓ. Το Δεκέμβριο του 2021 το περιοδικό Νέα Εστία κυκλοφόρησε επιβλητικό αφιέρωμα στον συγγραφέα που εδώ παρουσιάζω. Ιδού ένα μικρό δείγμα από την αυτοβιογραφική μετωνυμία του (σελ 926 - 927):
"...Συγγραφείς διαθέτουν παυσίλυπα, όπως οι γιατροί παυσίπονα. Δόσεις, με άλλα λόγια, αναγνωστικής χαλάρωσης. Τρόπους να αποκαθιστούν την ψυχολογική και ηθική "αξιοπιστία" των ηρώων τους στα μάτια των οπαδών του βιβλίου. Ο Ρενέ Ζιράρ καθιέρωσε στη θεωρία της λογοτεχνίας μία ορισμένη χρήση του όρου dénouement,  κλείσιμο, τέλος, the end, έκβαση της μυθοπλασίας. Στο κλασικό Roman η λύση συνέπιπτε, όχι τυχαία, αλλά από τις κανονιστικές συμβάσεις του είδους, με τη μεταμέλεια και τη μεταστροφή (conversion), από την αλαζονεία και την ματαιοδοξία στην αυτογνωσία και την επακόλουθη ταπείνωση, από τον μηδενισμό στα φιλάνθρωπα αισθήματα από τον μπλαχεδισμό στην αυτοκτονία. Ο Μανιχαϊσμός όμως των χοντροκομμένων αυτών αντιθέσεων, είναι κάτι που θα βρει κανείς σήμερα στα παλαιοπωλεία της διδακτέας ύλης για την μυθοπλασία και τις αναπόφευκτες αποφύσεις της..."
Μάνος Στεφανίδης
Ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ

Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Επίλογος για μιαν εποχή

Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα

"Ξέχειλος
από υγείαν
 ανίατη 
ο Πανδαμάτωρ!"
Μ.Σ

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Μοτοσικλετιστής, 1970

Μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατο της Μαρίνας Λαμπράκη και αισθάνομαι ειλικρινά θλίψη. Παρ' ότι υπήρξε ένας άνθρωπος που με κυνήγησε με κάθε τρόπο και παντού γιατί δεν μπήκα ποτέ στην αυλή της. Όπως λ.χ συνέβη με τους ζωγράφους της μόδας του σήμερα και της λήθης του αύριο, τους καριερίστες ή τους συλλέκτες που την είχαν ως αξεπέραστο υπόδειγμα, την επιτομή του μικροαστικά ωραίου... Στο θέμα αυτό έκανε πολύ κακό πηγαίνοντας τη νεοελληνική δημιουργία δεκαετίες πίσω. 
Με κυνήγησε λοιπόν κυρίως υπόγεια όταν υπηρετούσα στην Πινακοθήκη ή όταν ήμουν διευθυντής του παραρτήματος της στην Κέρκυρα μάλλον από ζήλια ή φόβο για την εξουσία της. Με κυνήγησε μετά και σε κάθε πανεπιστημιακή εκλογή μου, για την, συχνά, ανελέητη, δημόσια κριτική που της ασκούσα. Η ιστορία θα πει ποιος από τους δύο μας υπήρξε σωστός. 
Τη στιγμή όμως αυτή νιώθω περίεργα λυπημένος. Για μιαν ολόκληρη εποχή που τελειώνει έτσι άδοξα και της οποίας υπήρξα μάρτυρας - και με τις δύο έννοιες - αλλά και συνδημιουργός. Διοίκησα την Πινακοθήκη όντας στο περιθώριο και ασκώντας αντιπολίτευση κι αυτό την έκανε να λυσσάει. Μαζί κι ο εξίσου αιώνιος πρόεδρος του ιδρύματος, ο ανεκδιήγητος Απ. Μπότσος, τ. πρόεδρος του ελεγκτικού συνεδρίου ο οποίος έφτιαξε παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στη γενέτειρα του, το γραφικό Ναύπλιο (!). Η διαπλοκή με ονοματεπώνυμο. Οφείλω πάντως να αποδεχτώ ότι η Λαμπράκη είχε και γνώσεις και ικανότητες. Τα βιβλία της για την Αναγέννηση και τον Αλμπέρτι θα μείνουν. Όπως είχε και ακόρεστη φιλοδοξία, κοινωνικό απωθημένο και ένα ιδιότυπο μίσος που προέκυπτε ίσως από βαθιάν ακατανοησία - καχυποψία, προς τη μοντέρνα τέχνη. Κάτι που διχάζει ακόμη τη σύγχρονη τέχνη μας. Με τους φοιτητές της στην ΑΣΚΤ σταματούσε στην Αναγέννηση, τον Γκρέκο και τους ιμπρεσιονιστές. Όπως κι ο δάσκαλος της, ο αυτοδίδακτος, πλην υπερπροικισμένος εστέτ Παντελής Πρεβελάκης. Ως διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ δεν διοργάνωσε καμία - ούτε μία, 1 - έκθεση αλλά υπέγραφε το έργο άλλων - π.χ του Νίκου Χατζηνικολάου - ενώ απέκλεισε για χρόνια τον Κόντογλου (!) παράλληλα με τον Κουνέλλη, τον Κορνήλιο Γραμμένο, τον Δημήτρη Ντοκατζή, τον Μπάικα, τον Νίκο Χαραλαμπίδη, τον Γιάννη Τζερμιά, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Απόστολο Γεωργίου, Τζουλιάνο Καγκλή κ.α αφού υποβάθμισε τον Μπουζιάνη και την περίφημη δωρεά του Θεόδωρου Στάμου. Του κορυφαίου της Σχολής της Νέας Υόρκης! 

Από παλαιά εγκαίνια του Ιδρύματος

 ΔΕΝ έβγαλε διαδόχους, μαθητές - ιστορικούς τέχνης ούτε στη Σχολή, ούτε στο μουσείο. Παρά την μισού αιώνα θητεία της. Ούτε μισόν επιμελητή (η Τσίκουτα έχει αυτά τα  ημίσεια χαρακτηριστικά, δηλαδή μισερό μίσος, αλλά είναι κληρονομιά του Παπαστάμου και δική μου). 
 Σε αντίθεση, βέβαια, με τον Χρύσανθο Χρήστου ή τον προκάτοχό της Δημήτρη Παπαστάμο που διαθέτουν πλειάδα διαδόχων. Ούτε βέβαια αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να αποσυρθεί από τον θώκο υπέρ ενός νεότερου. Έκλεισε, τέλος, την Εθνική Πινακοθήκη για περισσότερα από δέκα χρόνια κι ενώ η ανακαίνιση της στοίχισε ένα ποσό δυσβάσταχτο, η επαναλειτουργία της είναι αληθινή απογοήτευση. Καμία ανανέωση και συγχρόνως άθλια, κοινωνικά ρουσφέτια ή φτηνή επαιτεία έργων από τους καλλιτέχνες. Πράγμα που οδηγεί σε αληθινή διαστρέβλωση της ιστορίας της τέχνης μας υπέρ ενός ρηχού νεοακαδημαϊσμού (Π.χ Φιλοπούλου ή Θεοχαράκης)!
Οφείλω να ομολογήσω όμως ότι η επί τριάντα τόσα χρόνια διευθύντρια της Πινακοθήκης αποδείχτηκε πολύ πιο ικανή από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες τις οποίες χειραγωγούσε μεθοδικά: Προέδρους της Δημοκρατίας, πρωθυπουργούς, υπουργούς πολιτισμού αλλά και την ηγεσία της εγχώριας μασονίας. Η Ελλάς ευγνωμονούσα έχει έτοιμη, ήδη, την διάδοχο της. Tale quale! Η οποία διαθέτει ισάξια φιλοδοξία αλλά όχι ανάλογες γνώσεις ή ικανότητες. Ούτως ή άλλως πάντως διανύουμε περίοδο εκπτώσεων. Οπότε...
Μαρινάκι γαίαν έχοις ελαφράν. Φεύγεις απόλυτα χορτασμένη. Αλλά και βαθιά ανικανοποίητη. Και πολύ μόνη. Παρά τους κόλακες. Κάθε εξουσία παρέρχεται, φευ. Είναι η τελευταία φορά που τα λέμε. Το μίσος δεν ήταν, δεν είναι ποτέ ο καλύτερος οδηγός. Σε διαφήμισα (έμμεσα) όσο κι εσύ με δυσφήμισες άμεσα. Εύχομαι ο χρόνος να μιλήσει κάποτε με επιείκεια. Και για τους δύο μας...
Νεανικό έργο (περσινό) της Αριάδνης - Μαρίνας Στεφανίδη: Ερμής και Διόνυσος

ΥΓ. Ο καθηγητής Γιάννης Τασόπουλος για εντελώς άλλο θέμα σημειώνει: " Η Ελλάδα είναι αισθητικά, καλλιτεχνικά και πολιτισμικά μια στείρα χώρα. Όλα ξεκινούν από την πολιτική; Όχι, νομίζω όλα καταλήγουν εκεί…" Αυτό, νομίζω, έκανε και η εκλιπούσα. Συμμαχώντας με την πολιτική και υποκύπτοντας στα κελεύσματα της αντιμετώπισε τον πολιτισμό απλώς σαν εργαλείο της μικροπολιτικής συγκυρίας. Τί κρίμα. Γιατί θα μπορούσε να αφήσει έργο ανάλογο μ' εκείνο του αείμνηστου δασκάλου μας Άγγελου Δεληβορριά. 

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

ΦΩΤΟΡΟΜΆΝΤΖΟ

(Ψυχοσάββατο)


Μία συγκινητική ιστορία συναισθημάτων αλλά και δοκιμασίας ή υστέρησης των συναισθημάτων αυτών από το όχι και τόσο μακρινό '60. Μια εποχή δύσκολη, αθώα αλλά και βαθιά ρομαντική. Απελπισμένα ρομαντική, θα έλεγα.
Στην πρώτη φωτογραφία αυτού του φωτορομάντζου - ήταν πολύ της μόδας τότε τα σχετικά περιοδικά και διαβάζονταν αχόρταγα ιδίως από τα κορίτσια - η Ελένη από τον Πειραιά, μόλις δεκαοχτώ χρονών, αρραβωνιάζεται εν μέσω συγγενών, τον ως τότε άγνωστο της Χρήστο από την Χίο, ετών είκοσι πέντε, εμπρός στην φωτογραφία του. Ο Χρήστος είναι ναυτικός, ταξιδεύει στους ωκεανούς, λείπει μήνες και το μυστήριο, η αλλαγή των δακτύλιων αρραβώνων, τελείται μέσω των συγγενών του και των συγγενών της αρραβωνιζομένης.Τόπος η Ευγένεια στο Κερατσίνι δίπλα στο στρατιωτικό εργοστάσιο της Κοπής όπου η Ελένη (Νίτσα) δουλεύει καθημερινά ως γαζώτρια. 
Η Ελένη έχει χάσει και τους δύο γονείς της στον Εμφύλιο, στα μαύρα Δεκεμβριανά - ήταν μόλις τεσσάρων ετών και είχε και δύο αδέλφια μικρότερα. Τη Μαρίκα τριών και τον Αντώνη δύο.  Μετά από οικογενειακό συμβούλιο των αδελφών των γονέων της - όσων είχαν καταφέρει να σωθούν - αποφασίστηκε να δοθεί η ίδια σε μιαν αδελφή ή πρώτη εξαδέλφη - δεν θυμάμαι - του σκοτωμένου πατέρα της Κυριάκου. Έτσι από το πατρικό της στα Ταμπούρια, βρέθηκε λίγο πιο πάνω, στην Ευγένεια, κοντά στο νεκροταφείο της Ανάστασης για να μεγαλώσει έκτοτε με την οικογένεια του θείου Βασίλη και της θείας Στέλλας. Μαζί με τον γιό τους και εξάδελφο της Δημήτρη. Όμοια παραδόθηκαν σε συγγενείς και η μικρότερη αδελφή κι ο αδελφός της. Συγκινητική αλληλεγγύη εκ των ενόντων μεταξύ ανθρώπων που τους είχαν αφανίσει και η Κατοχή και ο Εμφύλιος.
 Όμως τώρα, στην πρώτη φωτογραφία,  η Νίτσα ζει τη μεγάλη στιγμή της ζωής της, τη χειραφέτηση της εμπρός σε μιαν άψυχη φωτογραφία του μελλοντικού συζύγου - ο θείος Βασίλης την αγαπούσε αλλά ήταν πολύ βαρύς ως χαρακτήρας. Προσέξτε, εν προκειμένω, το κλειστό ως το λαιμό, αυστηρό φόρεμα που φοράει. Ενδεχομένως το έχει ράψει η ίδια με τη βοήθεια της θείας Στέλλας έτσι ώστε η μέλλουσα νύφη όχι μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται τίμια και αγνή από δέκα χιλιόμετρα μακριά.
Πίσω της διακρίνονται ο αδελφός της Αντώνης κι ο εξάδελφος της Δημήτρης. Την πόζα συμπληρώνουν η θεία και ο θείος, οι άλλοι της γονείς. Λεπτομέρεια: Κι ο γαμπρός είναι ορφανός γι' αυτό αλλάζει τις βέρες ένας μακρινός συγγενής του. Κι άλλη λεπτομέρεια: Ο πατέρας της Νίτσας που σκοτώθηκε από την ΟΠΛΑ που είχε βάση τα Μανιάτικα, ήταν τσαγκάρης ο οποίος είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη για μια καλύτερη ζωή ενώ η μητέρα της ήταν η μεγαλύτερη και πιο αγαπημένη αδελφή της μάνας μου. Πλάι σ' αυτούς εκτελέστηκαν κι ο παππούς μου κι ένας ακόμη θείος μου.

Στην δεύτερη φωτογραφία η χαρά των δύο νέων, της Νίτσας και του Χρήστου, έχει ολοκληρωθεί. Ο γάμος έχει μόλις γίνει και οι νεόνυμφοι ποζάρουν ευτυχείς αλλά και ολίγον αμήχανοι. Λευκό νυφικό και πέπλο για εκείνη, μαύρο κοστούμι και λεμονανθός στο πέτο για εκείνον. Όλα νοικοκυρεμένα όπως ήταν η έκφραση της εποχής. Δεν έχει ακόμη αγγίξει ο ένας τον άλλο. Ακόμη. Σε λίγο πάντως ο σύζυγος θα ξαναμπαρκάρει. Μέσος χρόνος ταξιδιών εκείνη την εποχή τα ενάμιση έως δύο έτη. Ο αφηγητής παίζει στο έργο, στο οικογενειακό φωτορομάντζο, ως ο μικρός παράνυμφος δεξιά. Με το άσπρο σακάκι. Όλα τα πρόσωπα αποτελούν αυτοτελείς όσο και αυθεντικές ιστορίες.
 Θα μπορούσε να υπάρχει happy end  αλλά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στον έρωτα ακόμη και όταν ακόμη παίρνει τόσο μετριοπαθείς και ήπιες μορφές. Εντός του δεδομένου, του καθ' ημάς ελληνοχριστιανικού, δηλαδή μικροαστικού  πλαισίου.Τόσο ήσυχες και τόσο ανθρώπινες. Ο Χρήστος, νωρίς θα προσβληθεί από μυασθένεια και θα εγκαταλείψει τις θάλασσες. Θα ζήσει χρόνια σε κατάσταση φυτού. Η σύζυγος του, το κορίτσι της πρώτης φωτογραφίας, ο γιός και η κόρη τους θα τον περιθάλψουν μέχρι το τέλος. Σήμερα η Νίτσα ζει στον Πειραιά, περασμένα ογδόντα, μόνη, κοιτώντας τις παλιές φωτογραφίες επί ώρες. Ή επισκέπτεται τα δύο, ενήλικα παιδιά της. Έχει και δύο εγγόνια. Όταν κοιτάζει στις φωτογραφίες τους σκοτωμένους λέει "ο μπαμπάς" και "η μαμά μου". Κι ας τους γνώρισε ελάχιστα. Ο χρόνος εδώ παγώνει και ακινητεί εμπρός στην ανυποχώρητη θερμή των αισθημάτων. Εδώ θα η μικροαστική ηθογραφία αποκτά όρους υπόκωφης τραγωδίας. Αφού οι νεκροί είναι σταθερά παρόντες, ογδόντα χρόνια τώρα, και μπερδεύονται συνεχώς στα πόδια των ζωντανών. Σε κάθε τους βήμα. Πρόκειται για εκείνη την τραγωδία που, λίγο ως πολύ, έχουν βιώσει τα περισσότερα μεταπολεμικά σπίτια στην πατρίδα μας.
Η ίδια όμως, μεγάλη εξαδέλφη μου, διατηρεί πάντα ένα στωικό χαμόγελο,γεμάτο απορία. Αφού ποτέ δεν κατάλαβε γιατί είναι έτσι η ζωή κι όχι αλλιώς...

Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

Τί είναι η appropriation;

Φωτογραφίες και Δον Κιχώτες!

Τί είναι χειρότερο; Να μην έχεις αίσθηση του τραγικού ή να μην νιώθεις την τραγικότητα του γελοίου; H Sherrie Levine είναι μια μεταμοντέρνα καλλιτέχνιδα η οποία γεννήθηκε το 1947 και έγινε διάσημη μέσα από ένα σκάνδαλο όταν το 1981 φωτογράφισε ξανά, τρόπος του λέγειν, τις περίφημες φωτογραφίες του Evans Walker του '30 με θέμα τους απόκληρους της ζωής που δημιούργησε η Depression και το Κραχ του 1929. Αναφερόμενη ευθέως στο έργο ενός κλασικού καλλιτέχνη και σχολιάζοντας τις δυνατότητες επανασημασιοδότησης του. Πρόκειται για το κίνημα της "Οικειοποίησης" (appropriation) σύμφωνα με το οποίο η πιστή αναπαραγωγή ενός παλαιότερου έργου τέχνης, εν προκειμένω μιας πασίγνωστης φωτογραφίας ενός διακεκριμένου δημιουργού, σε άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και σε διαφορετική εποχή, δημιουργεί ένα καινούργιο έργο εφόσον ο ορίζοντας προσδοκίας αλλά και ο αποδέκτης του έργου έχουν πλήρως αλλάξει.
 Στη λογοτεχνία είναι γνωστός ο "συγγραφέας" Pierre Ménard, λογοτεχνικό δημιούργημα του Μπόρχες ο οποίος ξαναέγραψε mot à mot ολόκληρο τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες υποστηρίζοντας πως τώρα πλέον πρόκειται για ένα άλλο έργο. Ο φίλος μου Γιώργος Αριστηνός έχει γράψει πάμπολλα σχετικά με την ιστορία αυτή. Αντιλαμβάνεται κανείς πως όλα αυτά είναι χαριτωμένα ή άχαρα διανοητικά παιχνίδια που γέννησε η γενικότερη μορφολογική και θεματική αμηχανία της λεγόμενης condition postmoderne, δηλαδή της μεταμοντέρνας συνθήκης. Στην κοινωνική ανθρωπολογία τέλος η appropriation έχει να κάνει με την βίαιη οικειοποίηση στοιχείων ενός θεωρούμενου κατώτερου πολιτισμού από κάποιον πολιτισμό θεωρούμενο ανώτερο.
 Γιατί τα λέω όλα αυτά; Επειδή και στις δύο περιπτώσεις οι δημιουργοί των πιστών αντιγράφων δηλώνουν ευθαρσώς την πηγή τους και εκεί ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία (;) του καλλιτεχνικού τους ακτιβισμού. Ή, καλύτερα της θεωρίας της οικειοποίησης. Αλλά βέβαια ούτε η Λέβιν ούτε ο Μπόρχες έχουν την ευφυΐα των δικών μας τσακαλιών. 
Ευτυχώς που διακεκριμένοι νομικοί, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, ειδικοί στα πνευματικά δικαιώματα και την αυθεντικότητα ή μη ενός έργου τέχνης, έχουν επιληφθεί πλέον της γνωστής υπόθεσης ώστε να λάμψει η αλήθεια. Στα δικαστήρια, φευ. Αφού αδυνατούν - ή καμώνονται πως αδυνατούν - οι εμπλεκόμενοι ανίδεοι "ειδικοί" να ξεχωρίσουν την ήρα από το στάρι και την παθητικά επιζωγραφισμένη φωτογραφία από την πρότυπη έρευνα και δημιουργία. 
Μα θα μού πείτε και ο Andy Warhol από φωτογραφίες δεν δούλευε τα διάσημα πορτρέτα του; Ασφαλώς! Μόνο που εδώ υπεισέρχεται μια άλλη, μεταμοντέρνα αντίθεση, αυτή της μετωνυμίας και της μεταφοράς. Δηλαδή της πλήρους μεταμόρφωσης. Όπου στο αρχικό ερέθισμα, δηλαδή τις μαζικές φωτογραφίες των σταρ της εποχής που μοίραζε το Χόλυγουντ, επεμβαίνει ο καλλιτέχνης δημιουργώντας μορφολογικά κάτι εντελώς καινούργιο. Ο Γουόρχολ εν προκειμένω παρήγαγε φόρμα. Μια φόρμα που καθόρισε την εποχή μας. Πράγμα που θα πει ότι το αρχικό ερέθισμα μεταπλάθεται τόσο ανατρεπτικά ώστε να μην έχει καμία σχέση με την αρχική του εικόνα. Αυτή η μεταμορφωτική διαδικασία είναι και το κατ' εξοχήν χαρακτηριστικό της αληθινής δημιουργίας. Ας πούμε για παράδειγμα τα άλογα της ζωφόρου του Παρθενώνα και ο τρόπος που τα οικειοποιείται ο Gauguin όταν φιάχνει τους νεαρούς καβαλάρηδες της Πολυνησίας. 


Είδα, τέλος, χτες με πολλή συγκίνηση την έξοχη, αναδρομική παρουσίαση του Γιώργου Λαζόγκα στο Εθνικό μας Μουσείο στην εξαίρετα διαμορφωμένη αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων. Μία έκθεση που μέσα από τον πλούτο και τους συνειρμούς που δημιουργεί, μέσα από τον διάλογο του παλιού με το καινούργιο και του μύθου με το σημερινό βίωμα, αποδεικνύει περίτρανα πόσο σημαντικός καλλιτέχνης είναι αυτός ο Λαρισαίος ζωγράφος. Λοιπόν ο Λαζόγκας, όπως εξάλλου και ο Κεσσανλής, χρησιμοποιεί κατά κόρον τη φωτογραφία. Παραδείγματος χάρη στις πολλές σειρές της Απτέρου Νίκης που φιλοτεχνεί επί χρόνια. Όμως με πόσο ευφάνταστο και διαρκώς ανανεούμενο τρόπο. Έτσι ώστε το αρχικό ερέθισμα να γίνεται, κάθε φορά, μια καινούργια, ποιητική εικόνα, μία λυρική, αφηρημένη σύνθεση. Από την άλλη, και αναφέρομαι στους φωνασκούντες που αντέγραψαν τις συνταρακτικές ανθρωπολογικά φωτογραφίες των τροφίμων ενός ψυχιατρείου, είναι καλύτερα να μην έχεις αίσθηση του τραγικού, παρά να μη νιώθεις την τραγωδία του γελοίου.


ΥΓ. O πλήρης τίτλος του, σαρκαστικού κατά βάθος, διηγήματος του Μπόρχες είναι "Πιέρ Μενάρ, ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη". Εύχομαι στους εγχώριους θαυμαστές του ζωγραφίσουν και την Γκουέρνικα. Εντελώς πρόχειρα τώρα από την Wikipedia ολίγα για το θεωρητικό υπόστρωμα των έργων της Λέβιν. Όπως άλλωστε και της Sherman ή του Prince:

Sherrie Levine's methods of appropriating and citing the works of important 20th century male artists established her as a consequential artist of postmodernism, ushered in during the late 1970s. Levine critiques the core tenets of Modernism, calling into question the role of the romantic, artist-genius. Along with artists such as Cindy Sherman and Richard Prince, she questions how images are culturally constructed and the effects of their dissemination in a media-saturated age. Levine's work introduces perceptual questions about what exactly one is looking at and asks viewers to consider the reasons why we inherently trust and often fetishize values in art such as authenticity and originality. While Levine sees her work as more of a collaboration with previous artists, in copying and replicating the work of male artists Levine also levels a feminist critique against the ingrained patriarchy of art history and society at large.
Levine's work, in which she creates almost indistinguishable copies of others' work, emphasizes that authorship is defined by use rather than individual creation and that nothing is inherently or singularly unique. In this way, she echoes the ideas of French theorists such as Roland Barthes who declared the "death of the author" and whose texts became seminal for postmodern theory.
Levine's use of appropriation - the deliberate borrowing and copying, with little or no alteration, of others' images - has a long history in the 20th century, going back to Pablo Picasso's Cubist collages. Artists such as Marcel Duchamp, Salvador Dalí, and Robert Rauschenberg appropriated images and objects to incorporate into their work, but Levine and others of her generation took appropriation to a new level, to the point of infringing on intellectual property rights and arguably - plagiarism.

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

Ένα εκθεσιακό πολύπτυχο που εγκαινιάζεται αύριο Πέμπτη, στις οκτώ το βράδυ


"Μεθεόρτια, από το '21 στο '22"

Πλατεία Δικαιοσύνης με τα πρώην δικαστήρια στο βάθος. 

" Ένα εικαστικό πολύπτυχο που θα εγκαινιάσει την Πέμπτη, 12 Μαΐου, στις 8 το βράδυ ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κώστας Τσιάρας"

Μεμάς Καλογηράτος, Ίκαρος.

Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Περιφέρειας Θεσσαλίας και με την συνεργασία του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλίας, του Hellenic Diaspora Foundation που εδρεύει στην Πάτρα και της συλλογής Γ. Κωστόπουλου από την Αθήνα διοργανώνεται στους χώρους των παλιών δικαστηρίων της οδού Σανταρόζα ένα εικαστικό πολύπτυχο με τον ενδεικτικό τίτλο:

"Μεθεόρτια - Από το '21 στο '22".
(Ένας αναστοχασμός πάνω στην έννοια της μνήμης, της συλλογικής εορτής και της ιστορικής αλήθειας. Τώρα που τελείωσαν οι τελετές και οι πανηγύρεις. Αναζήτηση της της δικαιοσύνης της ιστορίας στον ιστορικό χώρο της θεσμικής δικαιοσύνης. Αλλιώς, η καθαρτήρια δυνατότητα της τέχνης σ' έναν ιστορικά σεσημασμένο χώρο απονομής της δικαιοσύνης. Το δράμα και οι αιτίες του. Ή, το δράμα και η πιθανή του δικαίωση).
Πρόκειται για μιαν πολυεπίπεδη έκθεση η οποία προσπαθεί, έστω και αποσπασματικά και συμβολικά, να αφηγηθεί την περιπέτεια της νεοελληνικής τέχνης από την Παλιγγενεσία έως σήμερα έχοντας κατά νού ότι πίσω από κάθε εθνική ανάταση ελλοχεύουν πάντοτε ο διχασμός και η πτώση. Και η τέχνη; Αυτή οφείλει να βρίσκεται εκεί, νηφάλια και ουσιαστική, ερμηνεύοντας χωρίς διακοσμητικές εξάρσεις ή κομπασμό όσα αδυνατούν ή δεν θέλουν να εξηγήσουν η ιστορία ή η πολιτική θεωρία.
Πιο συγκεκριμένα το πολύπτυχο αυτό ξεκινάει μ' ένα διδακτικό αφιέρωμα στους Φιλέλληνες ζωγράφους ( Eugène Delacroix, Adam Friedel, Karl von Krazeisen, Giovanni Boggi, Peter von Hess, Ludovico Lipparini, Otto Magnus von Stackelberg, Horace Vernet, )  που ιστόρησαν τ ους ήρωες του Αγώνα, τους Αγίους του νεότερου Ελληνισμού αλλά περιλαμβάνει ενδεικτικά με μερικούς συγχρόνους όπως ο Περικλής Γουλάκος, ο Αχιλλέας Χρηστίδης ή ο Γιάννης Αδαμάκης που εμπνεύστηκαν από αυτούς (Τα έργα προέρχονται από την συλλογή Γιώργου Κωστόπουλου).


Συνεχίζει με μιαν εντυπωσιακή ενότητα 15 έργων του Χρήστου Αντωναρόπουλου με τίτλο "Σημαιοφόροι", ένα ζωγραφικό σχόλιο των εορτασμών σε  αντιηρωικές εποχές κι όταν η εορταστική διάθεση είναι ζητούμενο.


 Ακολουθεί η μικρή αναδρομική του ιστορικού γλύπτη Μεμά Καλογηράτου με τίτλο "Τραγική Μούσα". Ο Καλογηράτος γεννήθηκε το 1940 στην Κεφαλονιά, υπήρξε μαθητής του Θανάση Απάρτη και εμπνεύστηκε τις μνημειακές του συνθέσεις από την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την δικτατορία και την τραγωδία της Κύπρου κ.α. Έπειτα παρουσιάζεται η ιδιαίτερη ενότητα "Φυλάκιο Μνήμης" η οποία περιλαμβάνει τέσσερις πρόσφατα τεθνεώτες Θεσσαλούς καλλιτέχνες: Τον Κλεάνθη Χατζηνίκο (1949 - 2021), τον Στέργιο Χατζούλη (1941 - 2017), τον Γιάννη Τρούκη (1951 - 2016) και βέβαια τον Γεώργιο Γούλα με την συνταρακτική ενότητα έργων του εμπνευσμένων από τον Εμφύλιο (1919 - 2016).


Η έκθεση κλείνει μ' ένα μεγάλο αφιέρωμα στην θεσσαλική ζωγραφική υπό τον τίτλο
"Πανόραμα". Συμμετέχουν, ενδεικτικά και συμβολικά πάντα, οι εξής έντεκα καλλιτέχνες:
Χρίστος Καράς, Γιώργος Λαζόγκας, Γιάννης Αντωνόπουλος, Χρήστος Σαμαράς, Κάλλη Καστώρη, Κώστας Νταής, Ανδρέας Γιαννούτσος, Στέργιος Στάμος, Χρήστος Παπανικολάου, Κωνσταντίνος Ράμμος και Ράνια Σχορετσανίτη.
Η έκθεση εγκαινιάζεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κώστα Τσιάρα και τον περιφερειάρχη Θεσσαλίας κ. Κώστα Αγοραστό την Πέμπτη 12 Μαΐου στις 8 το βράδυ και η, ελεύθερη, είσοδος πραγματοποιείται από την οδό Σταδίου.


 
Την γενική επιμέλεια της έκθεσης έχει ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μάνος Στεφανίδης ενώ την οργάνωση του χώρου και την σκηνογραφική διευθέτηση έχει το αρχιτεκτονικό γραφείο Opus και ο κ. Θοδωρής Αντωνιάδης. Μεταφορές, αναρτήσεις η εταιρεία Swift.
Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν μουσικά και θεατρικά δρώμενα το πρόγραμμα των οποίων θα ανακοινωθεί εγκαίρως.
Ευχαριστούμε θερμά την Hellenic Diaspora Foundation για την χορηγία της.
Διάρκεια έκθεσης: Έως Κυριακή, 12 Ιουνίου. Λειτουργία: Καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή, 10 π.μ - 2 μ.μ  και 6 - 10 μ.μ. Τα
Σαββατοκύριακα από τις 10 π.μ έως τις 5 μ.μ.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Δεν είμαι εγώ αυτός...

Μ.Ε.Θ

Δεν είμαι εγώ αυτός
που κοιμάται στη ΜΕΘ.
Βυθισμένος,
διασωληνωμένος,
σε καταστολή.
Εγώ είμαι έξω και πετάω,
δεν καταλαβαίνω τη βαρύτητα,
δεν φοβάμαι το κενό,
 τώρα ταξιδεύω
πάνω από το νερό,
πάνω απ' τα κύματα.

Πλέω προς Φολέγανδρο,
πλέω προς Σίκινο.
(Δύο ωραία ονόματα
που έγιναν  έπειτα νησιά).
Ήθελα από πάντα
να τα επισκεφθώ.
Ή, την Αλόννησο,
υπέροχη λέξη
που γεμίζει αλμύρα το στόμα.
Ή την Ιαλισσό,
ή την Ψέριμο.

Ψέματα όλα τα άλλα.
Δεν έχω πλαστικό σωλήνα
τον φάρυγγα μου να πληγώνει,
ούτε με υποστήριξη αναπνέω,
ούτε κοιμάμαι με ορούς
στις φλέβες,
σε δύο, ανασηκωμένος, μαξιλάρια.
Πώς το φανταστήκατε;
Εγώ είμαι ελεύθερος, εκεί έξω,
κολυμπάω σε γαλακτικό υγρό
και στεγνώνω μετά
 ψηλά, στα σύννεφα.
Αυτός που εκεί μέσα κοιμάται
άλλος είναι.
 Όχι εγώ.

Εγώ την ευκαιρία βρήκα
στο πατρικό μου να γυρίσω, 
να ξαναδώ την κυρία Έφη,
τη δασκάλα μου 
στο νηπιαγωγείο,
τους συμμαθητές μου
που μού είπατε
ότι έχουν πεθάνει.
Όλοι ζουν. Κάνατε λάθος.
Τους βρήκα πάλι,
παίξαμε κρυφτό,
ψηλά στα σύννεφα.
Δεν μπορεί, σάς λέω,
να είμαι εγώ
εκεί, στη ΜΕΘ,
είναι κάποιος άλλος.

Κι αν κάποτε τελειώσει
θετικά αυτή η δοκιμασία
και σας πουν ότι βγαίνω νικητής,
αποσωληνωμένος
σε καροτσάκι αναπηρίας
και με χειροκροτούν
 έξω απ' τη ΜΕΘ,
όλοι οι γιατροί συγκινημένοι
- κι εσείς μαζί -
όχι, δεν θα είμαι εγώ αυτός. 
Ποτέ δεν ήμουν.
Εσείς, τουλάχιστον,
 τώρα το ξέρετε.

Σχέδιο Αριάδνης Στεφανίδη


Φωτό:  Σχολική εκδρομή στο Πόρτο Ράφτη, 1963, με χιλιάδες μεν μαμάδες παρούσες αλλά τους μπαμπάδες, τους men, απόντες. Η τάξη της Τετάρτης δημοτικού του ιδιωτικού σχολείου Μαντουβάλου - Σερεμετάκη, στον Άγιο Δημήτριο Ταμπουρίων. Δίπλα στο καφενείο του Κοτέα που αναφέρει στα βιβλία του ο Διονύσης Χαριτόπουλος. Όπως ήταν, και εν πολλοίς είναι, το ισχύον καθεστώς. Η καθισμένη μπροστά είναι η δασκάλα μου στην Β! δημοτικού, η κ. Έφη με την οποία ήμουν πολύ ερωτευμένος.  Έκανα  δύο χρόνια να την ξεπεράσω. Στο κέντρο η μάνα μου κι ο αδελφός μου, ο Πάρις. Δίπλα της η Αντριάνα και η μικρή Βενετία. Πάρα δίπλα η δασκάλα της Τετάρτης η κυρία Ειρήνη. Αριστερά το Μαράκι το "χοντρό" με την "Μπεμπίτσα" και τον Βαγγελάκη, τον Καντσό. Το Μαράκι ήταν το πρώτο κορίτσι που φίλησα όταν ήμουν πέντε χρόνων. Εγώ, τέλος, είμαι ο ερωτόληπτος πιτσιρικάς με το καρώ και τον ήλιο στα μάτια στην άκρη δεξιά. Πριν από εξήκοντα έτη...

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Περί Παϊσίου

Οριστικό υστερόγραφο (από εμένα τουλάχιστον)


Ο αγαπητός κ. Παΐσιος, ιατρός και επιμελητής εικαστικών εκθέσεων, απάντησε εκτενώς στην Lifo σχετικά με τα όσα κατήγγειλα για τις φωτογραφίες του Κατσάγγελου και τη ζωγραφική του Μαδένη. Καταπιάστηκε, ως μη έδει, και με τον Διαμαντόπουλο. Πονεμένη ιστορία, είπαμε, για κάθε παράγοντα και παραγοντίσκο. Είχε μάλιστα την καλοσύνη να αναδημοσιεύσει ολόκληρο, σχεδόν, το κείμενο μου. Τον ευχαριστώ:
 https://www.lifo.gr/guest-editors/peri-kakofonias-kai-antigrafon-apo-ton-np-paisio?fbclid=IwAR14BdZz5KgYVHqBOL91K2MrvlQK_jzwYpYJrIU3OYp4cZSsroMWlgo6g8Q

Άρα δεν χρειάζεται περαιτέρω απάντηση. Τα είπε όλα! Μού υπενθύμισε επίσης τα θετικά που έχω γράψει κάποτε για τον Μαδένη. Δεν τα είχα ξεχάσει! Ακόμη ένας λόγος πάντως για ν' αντιληφθεί κι ο ίδιος ότι προσπαθώ να είμαι ακριβοδίκαιος. Αυτό είναι η δουλειά μας αγαπητέ συνάδελφε! (Την ψώνισα. Θα φορέσω άσπρη μπλούζα)!  Και δικό του παλιότερο κείμενο - του Παϊσίου, εννοώ - το σχετικό με τον Αλέκο Λεβίδη εκθείασα κάποτε. 
Διέπραξε όμως ένα λάθος και μια παράλειψη. Έγραψε ότι ήμουν αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΚΠΑ ενώ ήμουν πρωτοβάθμιος και αφυπηρετώντας εψηφίσθην από την πρυτανεία ως ομότιμος. Κακιούλες; Επίσης δεν δημοσίευσε ούτε στο Lifo ούτε στο εκτενές του κείμενο στον κατάλογο μια (1), έστω, φωτογραφία του Κατσάγγελου. Παρ' ότι αναφέρθηκε, σχολίασε και δημοσίευσε π.χ έργα του Ζερικώ. Ο επιμελητής έχασε τη μοναδική (!!) ευκαιρία να δείξει από κοινού τις φωτογραφίες και τη ζωγραφική. Θα ήταν εντυπωσιακό εύρημα. Όμως οι άνθρωποι που είναι πολυπράγμονες, μπερδεύουν την πονηριά με την εξυπνάδα.
Συμπέρασμα δικό μου ακολουθώντας την λογική του κ. Παϊσίου. Ο Μαδένης ενεπνεύσθη από τον Ζερικώ αλλά όχι από τον Γιώργο Κατσάγγελο. Διορθώνοντας αυτή την παράλειψη λοιπόν δημοσιεύω κι εγώ κατ' αντιπαράσταση Μαδένη και Κατσάγγελο. Τα υπόλοιπα συμπεράσματα δικά σας. Και του κ. Χριστοφή βεβαίως βεβαίως!




ΥΓ. Ύστατος λόγος και για τον φίλτατο Μιχάλη Μαδένη ο οποίος ξέρει ότι δεν φείδομαι θετικών σχολίων όταν πιστεύω κάτι. Ομοίως θεωρώ υποχρέωση μου να διατυπώνω και την αρνητική μου γνώμη: Χωρίς λοιπόν να παίρνω ούτε λέξη πίσω από τα όσα, λίγα οπωσδήποτε, έχω γράψει κατά καιρούς για αυτόν, τον συμβουλεύω να μην ακούει τους κόλακες. Αντιγράφοντας με τον τρόπο που κοπιάρει φωτογραφίες και επιτυγχάνοντας αυτό το γλυκερό, συναισθηματικό αποτέλεσμα, χάνει ζωγραφικά. Και είναι κρίμα. Ας αλλάξει δρόμο όσο είναι καιρός...