Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Μία βόλτα στο μουσείο...


Με ξεναγό τον Στάθη Βατανίδη
                                                                                                                                                                             
Κατά βάθος όλη η ιστορία της ζωγραφικής είναι μία επανεγγραφή. Οι νεότεροι ζωγράφοι είτε ως άσκηση και μαθητεία είτε ως απάντηση στην πρόκληση της αυθεντίας των μεγάλων δασκάλων, δημιουργούν τις συνθέσεις των σχολιάζοντας έμμεσα ή άμεσα τα έργα των παλαιότερων. Βρίσκοντας έτσι, μέσα από την άσκηση και την υποταγή, τον εαυτό τους. Μέσα από τον διάλογο αλλά και τη ζήλεια. Την ταύτιση αλλά και την εναντίωση. Τον θαυμασμό αλλά και την διαφορά. Ούτε και αυτός ο ιδιοφυής και ανατρεπτικός Πικάσο δεν θέλησε να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα. Απεναντίας. Τον νομιμοποίησε ακόμα περισσότερο. Έτσι, σχεδόν σαν φυσική συνέπεια, στους πίνακες των νεότερων ζωγράφων, ζουν, υπάρχουν και αναπνέουν οι επιδράσεις, τα θέματα ή τα ίχνη των παλαιότερων σε τρόπον ώστε ο οξυδερκής θεατής να διαβάζει ανάγλυφα το παρελθόν βλέποντας τις εικόνες του τρέχοντος καιρού. Τα πράγματα του παρόντος.  

Ο Στάθης Βατανίδης είναι για μένα ένας αγαπημένος φίλος με τον οποίο διατηρώ σχεδόν καθημερινό διάλογο όπως είναι κι ένας ζωγράφος που ακούει πρόθυμα τις παρατηρήσεις μου εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες. Είναι αυτοδίδακτος με την έννοια σύμφωνα με την οποία είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι, δηλαδή ο εαυτός μας ο ίδιος είναι ο καλύτερος ή ο χειρότερος μας δάσκαλος. Αν πάντως έπρεπε να του αναγνωρίσω δασκάλους, αυτοί είναι ο Αλέκος Φασιανός κι ο Μάνος Χατζιδάκις. Παράλληλα ο ίδιος διατηρεί μίαν εξαίσια σχέση με τη λαϊκή φόρμα, την άμεση αφήγηση όσο και με εμπειρική, πλην βαθιά γνώση και της καθόλου ιστορίας της τέχνης αλλά και πιο εξειδικευμένα του μοντερνισμού. Έχοντας επισκεφθεί, λόγω επαγγελματικής συγκυρίας, τα πιο σημαντικά μουσεία του κόσμου είχε την ευκαιρία να μελετήσει τα έργα των γκραν μετρ από κοντά, να τα ζηλέψει, να τα αγαπήσει και να τ’ αφομοιώσει με παραγωγικό τρόπο, στην προσωπική του έρευνα.

Ο Στάθης Βατανίδης έχει χτίσει, όλα αυτά τα χρόνια, βήμα-βήμα και με πολύ κόπο, έναν προσωπικό κόσμο στον οποίο συμπλέκονται ερωτικές ιστορίες ή αφηγήματα μοναξιάς, στιγμές χαράς ή οδύνης των καθημερινών ανθρώπων, εικόνες από μία πόλη που συνέχεια αλλάζει κι όμως μένει βασανιστικά η ίδια στο βάθος, αναφορές σ’ ένα παρελθόν που άλλοτε δυναστεύει κι άλλοτε απελευθερώνει, ευρήματα πλαστικά αλλά και μικρές, ιλουζιονιστικές εκπλήξεις της πανάρχαιας προμάμμης που λέγεται ζωγραφική.
Τα τελευταία χρόνια, νομίζω, ο Βατανίδης έχει δημιουργήσει το opus magnum του. Κατ’ ουσίαν φιλοτεχνεί μίαν εικονογραφημένη ιστορία της τέχνης ενσωματώνοντας στις δικές του συνθέσεις αρχετυπικές λεπτομέρειες από τα κλασικά αριστουργήματα, παλαιότερα και νεότερα, που τα γνώρισε είτε ζωντανά είτε από βιβλία και τον συγκλόνισαν. Κάνει δηλαδή αυτό που συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέγει να πράξει ο κάθε δημιουργός μόνο που τώρα ο Βατανίδης δεν διαχέει την επίδραση μέσα στην προσωπική του γραφή αλλά αντίθετα της δίνει ρόλο πρωταγωνιστικό. Άρα επιλέγει με ταπεινοφροσύνη και αισθαντικότητα να διαλεχθεί με τους μεγάλους δασκάλους προσθέτοντας όμως και τη δική του προσωπική ματιά σ’ εκείνα τα έργα που ούτως ή άλλως εξελίσσονται μέσα στην πορεία του χρόνου και ξαναζωντανεύουν μαγικά κάτω από κάθε καινούργιο βλέμμα. Κάθε εποχή.

Δεν έχουμε λοιπόν εν προκειμένω μία συλλογή φορμαλιστικών ασκήσεων αλλά μάλλον ένα μικρό μουσείο τσέπης με ουσιαστικό θέμα την διαχρονία και την ανθεκτικότητα της ζωγραφικής και ως έπαθλο τον διάλογο ενός σημερινού δημιουργού με τους προπάτορες που αυτός επιλέγει. Εκκινώντας λοιπόν από τους Φλαμανδούς ή τους Βενετσιάνους πριμιτίφ, τον Ροχήρ φαν ντερ Βάιντεν και τον Κάρλο Κριβέλι, περνώντας από τα ιστορικά ορόσημα του Τζιότο και του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα καταλήγει δοξαστικά στους μεγάλους της Αναγέννησης όπως είναι ο Ραφαήλ, ο Λεονάρντο ή ο Μικελάντζελο. Στη συνέχεια φτάνει στο Μπαρόκ και τον Καραβάτζιο – είναι πολύ εντυπωσιακό το εύρημα που ενσωματώνει σ’ ένα μικρό του πίνακα ο Βατανίδης από την περίφημη σύνθεση «Η κλήση του Αποστόλου Ματθαίου» – παράλληλα με την «Γαλατού» ή την «Αποθέωση της Ζωγραφικής» του Βερμέερ. Σειρά έχουν οι δύο κορυφαίοι, ίσως, ζωγράφοι όλων των εποχών ο Βελάσκεθ και ο Ρέμπραντ με τους βαθιά δραματικούς κόσμους τους. Έπεται ο σαρκαστής της κοινωνικής υποκρισίας Γουίλιαμ Χόγκαρθ και το σύμβολο του ρομαντισμού, ο βαθύτατα πολιτικός ζωγράφος που λέγεται Φρανσίσκο Γκόγια. Από εκεί ο δρόμος οδηγεί αναπόφευκτα στους πρώιμους ιμπρεσιονιστές και τον Βαν Γκογκ, στον Μανέ, στον Μονέ, στον Ρενουάρ, στον Ντεγκά, στον Τουλούζ – Λωτρέκ κ.ο.κ.

Θα μπορούσε να είναι η ενότητα αυτή ένα λεξικό ή ένα αλμανάκ τέχνης, δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Ο Βατανίδης, το ξαναλέω, ευρισκόμενος στην πιο ώριμη και την πιο παραγωγική στιγμή της σταδιοδρομίας του, μη θέλοντας τίποτε να αποδείξει και μην χρωστώντας εξηγήσεις σε κανένα, καταθέτει εδώ τους εικαστικούς ή τους φυσικούς έρωτες του, διαπραγματεύεται τα φαντάσματα ή τα όνειρά του και, παίζοντας όμως με τρόπο απόλυτα σοβαρό και υποψιασμένο, δημιουργεί μίαν ενότητα έργων τα οποία φιλοδοξούν να καταστήσουν τον κάθε θεατή, συμμέτοχο της μεγάλης τέχνης. Είναι, δηλαδή, σαν να τον πιάνει από το χέρι ο Στάθης και με τη γνωστή του ευγένεια και απλότητα να τον ξεναγεί στα πιο μεγάλα μουσεία του κόσμου. Ψιθυρίζοντας του μάλιστα στο αυτί τα μυστικά του κάθε αριστουργήματος.
Τέλος η σειρά ολοκληρώνεται με κάποιες σημαδιακές αναφορές στον μοντερνισμό: Πικάσο, Κάρλο Καρά, τον Μαγκρίτ, τον Ντε Κίρικο, τον Νταλί, τον Χόκνεϋ. Αλλά και τις εύστοχες αναφορές στον κυβισμό, τον σουρεαλισμό, την μεταφυσική ζωγραφική, την αφαίρεση. Δεν λείπουν οι Έλληνες, ο Τσαρούχης κι ο Μόραλης, τους οποίους μάλιστα τοποθετεί να «παίζουν» ως πρωταγωνιστές σ’ ένα θερινό σινεμά. Στο σινεμά «Ο Παράδεισος» μιας αιώνιας εφηβείας. Επειδή τα αληθινά έργα τέχνης, αυτά που τα γέννησαν ένας ίμερος κι ένας καημός, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν, μεγαλώνουν… αλλά δεν γερνάνε ποτέ. Και μαζί τους δεν γερνάνε όσοι τα αγαπούν. Κι όλα αυτά με το γνωστό, εκλαϊκευτικό ύφος αλλά και την άδολη παιδικότητα που χαρακτηρίζει την έκφραση του Στάθη Βατανίδη. Ωριμότητα μαζί και αθωότητα (naïveté). Τί άλλο καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει κανείς;

Υ.Γ. 
Συνοπτικά μιλώντας ας πούμε ότι μεταπολεμικά η ζωγραφική μας αρδεύεται από δύο σχολές: εκείνη του Μπουζιάνη που θρηνεί το σώμα και την άλλη του Τσαρούχη που το αποθεώνει. Κάπου στη μέση ο Διαμαντόπουλος κι ο Σπυρόπουλος. Και κάπου πιο μακριά ο λυρικός Παπαλουκάς, συνεχιστής της έρευνας του Παρθένη, του Μαλέα, του Νικολάου Λύτρα και του Οικονόμου.
Στην μπουζιανική παράδοση πιστώνω τον Τριανταφυλλίδη, τον Μίμη Βιτσώρη, την Μαραγκοπούλου, την Λαγάνα αλλά και τον νεανικό Φασιανό, τον Μάιπα, τον Σταύρο Ιωάννου, τον Μυταρά, τον Πατρασκίδη, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Πολυμέρη, τον Μορταράκο, τον Ξένο, τον Μαντζαβίνο κλπ. Στην τσαρουχική πάλι ουκ έστιν αριθμός. Από τον Λευτέρη Κανακάκι, τον Κυριάκο Κατζουράκη ως τον Παύλο Σάμιο, τον Χρίστο Καρά, τον Πέτρο Ζουμπουλάκη, τον Μιχάλη Μακρουλάκη, τον Ρόρρη, τον Μποκόρο, τον Κώστα Παπανικολάου, τον Κώστα Ντιό, τον Αχιλλέα Παπακώστα ή τον Στέφανο Δασκαλάκη. Με τον Σακαγιάν σταθερά στο μεταίχμιο της αφήγησης περί το σώμα αλλά και της αποδόμησης του προσώπου και της ιστορίας του. Χωρίς να παραβλέπω την προσωπική γλώσσα ή τα επιτεύγματα του καθενός (όπου υπάρχου ). Σ’ αυτή την τσαρουχική παράδοση θα τοποθετούσα ακριβοδίκαια και τον Στάθη Βατανίδη.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Πεφταπτασυννεφάκηδες

(Το άρθρο μου στο χτεσινό Βήμα)




Το αίνιγμα, η αντίφαση ή το λάθος είναι κομμάτια του παζλ που λέγεται αλήθεια.

Ο Άλντους Χάξλεϋ έγραφε: " Ίσως αυτός ο κόσμος να είναι η κόλαση κάποιου άλλου". Ζούμε ήδη τις πιο εφιαλτικές ημέρες του Λεβιάθαν της λεγόμενης τηλε - Δημοκρατίας.  Αυτής που ξεκίνησε από την ιδιωτική τηλεόραση και γιγαντώθηκε μέσα από την μοργανατική σχέση τηλεοπτικής εικόνας και κοινωνικών δικτύων. Τίποτε πλέον δεν υπάρχει ως πραγματικότητα, αν δεν έχει επιβεβαιωθεί προηγουμένως μέσα από την τηλεοπτική εικόνα και τίποτε δεν είναι σωστό ή λάθος, αν δεν το έχει επικυρώσει κάποιο τηλε -  δικαστήριο...Τα simulacres, τα ομοιώματα, οι αντικατοπτρισμοί του Baudrillard, τα fake news με άλλα λόγια, είναι εδώ, είναι τα μόνα "νέα" στις ειδήσεις των 8 και έχουν οικειοποιηθεί κάθε τομέα του επιστητού. Ακόμα και η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν είναι παρά μία χλωμή προσομοίωση της εξουσίας που ασκεί η τηλε - δικτατορία, σε βαθμό ώστε να αποφασίζει για κρίσιμα θέματα, να νομοθετεί ή να οργανώνει την όποια της πολιτική, με σχεδόν αποκλειστική βάση, τα τηλε - δεδομένα. Έτσι, θέλοντας να προλάβει τις αντιδράσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία ταυτίζονται  πλέον απόλυτα, ως μη έδει, μ' αυτό που ονομάζαμε κάποτε κοινή γνώμη και φωνή λαού, εισάγει υπό το κράτος πανικού βεβιασμένα νομοσχέδια  όπως - όπως. Το πιο πρόσφατο είναι αυτό που σχετίζεται με τις παρακολουθήσεις και το οποίο, φορτωμένο με πάμπολλες δήθεν δικλείδες ασφαλείας - που εμπλέκοντας ακόμα και τον εκάστοτε πρόεδρο της Βουλής ως απόλυτο εγγυητή φτάνουν στο άλλο άκρο! - μοιάζει να αυτοκαταργείται εν τη γενέσει του. Επειδή όταν κανείς νομοθετεί εν θερμώ και υπό εξωτερική πίεση ή με τον φόβο των επιπτώσεων της δημόσιας του εικόνας - αλλά όχι με τον σεβασμό του Δήμου και των ψηφοφόρων - είναι μοιραίο να καταλήγει σε λάθη.
 Πληροφορήθηκα ότι την περασμένη Δευτέρα ο ίδιος ο πρωθυπουργός συγκάλεσε εσπευσμένα στο Μαξίμου σύσκεψη για να βρεθούν λύσεις για το θέμα της Κιβωτού του Κόσμου. Ο πρωθυπουργός, ο ίδιος!  Όχι αρμόδιοι, υπηρεσιακοί παράγοντες όπως συμβαίνει στα κράτη που λειτουργούν με στοιχειώδη οργάνωση. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης... Προφανώς πιεζόμενος από την τεράστια απήχηση που είχε το γεγονός της - καταγγελλόμενης - κακοποίησης παιδιών σε ένα φιλανθρωπικό Ίδρυμα. Ακριβώς για να προλάβει περαιτέρω αρνητικές αντιδράσεις αλλά και για να δείξει ότι αυτός και μόνο αυτός μπορεί να δίνει άμεση λύση σε κάθε αναφυόμενο πρόβλημα. Από αυτό της κυρίας Βάνας Μπάρμπα ως το πρόσφατο του πατρός Αντωνίου. Όμως η εικόνα ενός πρωθυπουργού - πατερούλη είναι πολύ κακό παράδειγμα για μία σύγχρονη Δημοκρατία. 
Λίγο πιο πριν ο υπουργός Οικονομίας είχε σπεύσει να σταματήσει την χρηματοδότηση της συγκεκριμένης δομής χωρίς καμία δικαστική εντολή (!) για να πάρει πίσω την απόφασή του λίγες ώρες μετά σκεπτόμενος προφανώς την επίπτωση που θα είχε σε όλους όσοι σιτίζονται και διαμένουν στα καταλύματα της Κιβωτού. Τέτοια επιπολαιότητα για χίλια, περίπου, παιδιά. Τονίζω και πάλι: Όχι μια υπηρεσία πρόνοιας, όχι ο αρμόδιος υπάλληλος του υπουργείου αλλά ο υπουργός ο ίδιος. Ο σωτήρας και τιμωρός για τις ειδήσεις των 8.
 Σας φαίνονται συνεπή και λογικά όλα αυτά; Έτσι (πρέπει να) λειτουργεί ένα σύγχρονο και υπεύθυνο κράτος; Με μόνο γνώμονα την επικοινωνιακή διαχείριση αλλά και την εκ προοιμίου άθλια αντίδραση μιας αντιπολίτευσης κατώτερης των περιστάσεων;  Ως εικόνα πάνω σε εικόνες; Κυβερνάει,  διερωτώμαι πολλάκις, ο κ. πρωθυπουργός ή ο κ. Πολάκης;
 Πριν λίγες μέρες, επίσης, η υπεύθυνη υφυπουργός σε θέματα κοινωνικής πρόνοιας δήλωνε σοβαρά ότι για κάθε τέτοια δομή και για κάθε ανάλογη ΜΚΟ, πρέπει να υπάρχουν a priori κανόνες λειτουργίας, διαρκής έλεγχος και κρατική εποπτεία. Πολύ ορθά όλα αυτά θα έλεγε κανείς, αλλά... Δεν μπορεί να τα λέει αυτά ένα μέλος της κυβέρνησης! Οφείλει κυρίως να τα έχει εφαρμόσει. Δεδομένου του ότι η καταγγελία ήταν γνωστή ήδη από τον περασμένο Ιανουάριο. Δεν είναι ένας απλός ιδιώτης η κυρία Δόμνα Μιχαηλίδου αλλά ο εντεταλμένος βραχίονας της πολιτείας για να ελέγχει, για να ασκεί εποπτεία και τα συναφή στους σχετικούς χώρους. Εκ των υστέρων δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται. Είναι σόλοικο.
 Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν μοιάζει να νομοθετεί η επίσημη Πολιτεία. Έντρομη, αγόμενη και φερόμενη και υπό το κράτος πανικού, όποτε και όταν ένα καινούργιο σκάνδαλο σκάσει μύτη και αντιδράσει ανάλογα το ευρύτερο κοινό, καθοδηγούμενο κι αυτό από τους κεκράχτες της τηλεόρασης και του διαδικτύου. Η τηλε - Δημοκρατία δηλαδή την οποία σας ανέφερα παραπάνω. Το ίδιο και η δικαιοσύνη, οι εισαγγελείς, η αστυνομία, οι ποικίλοι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Το ίδιο και οι υπουργοί ή οι υφυπουργοί που τρέχουν και δεν φτάνουν εξαιτίας του πρώτου ή του τελευταίου Βαξεβάνη. Όλοι τους σταθερά πεφταπτασυννεφάκηδες...
Αυτά όμως που συμβαίνουν γύρω μας με καταιγιστικούς ρυθμούς σκανδαλίζοντας τους απλούς πολίτες, δηλαδή τους τελικούς και μοιραίους "πεφταπτασυννεφάκηδες", δεν είναι ούτε σημερινά ούτε καν χθεσινά φαινόμενα. Είναι σκουλήκια που κατατρώνε χρόνια τώρα το μάλλον σαπισμένο μήλο της κοινωνίας μας με τους υπεύθυνους πάντως να κοιμούνται τον νήδυμο.  Και να ξυπνάνε είτε όταν επικρέμανται εκλογές ή όταν βλέπουν ότι κατρακυλούν τα ποσοστά δημοφιλίας τους. Με τον πολιτισμό να διακινείται από ιδιωτικά βίτσια και συμφέροντα και την παιδεία να είναι μονοδιάστατη και εργαλειοποιημένη. Έτσι, να χάνεται η μόνη δυνατότητα μας να φτιάξουμε συνειδητούς πολίτες...Κι η ιερή φλόγα να σβήνει χωρίς καν να υπάρχουν χήνες στο Καπιτώλιο για ν' αφυπνίσουν τις, λίγο αστείες, Εστιάδες μας. Εννοώ την απόλυτη ακύρωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και των δημοκρατικών θεσμών με την απεχθή επιβολή της τηλε - Δημοκρατίας. Της πιο στυγνής εκδοχής δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού. 

ΥΓ. Τώρα ως προς τον Αρχιεπίσκοπο. Ορθώς απομάκρυνε τον καταγγελλόμενο ιερέα από τα τίμια δώρα μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση. Όμως το φιλανθρωπικό ή το προνοιακό έργο που προσφέρουν σ' όλη την Ελλάδα - εκτός της επίσημης Εκκλησίας - και πάμπολλοι ιερείς εκτός των τυπικών τους υποχρεώσεων, σε συνεργασία με το χριστεπώνυμο πλήρωμα, ιδρύοντας γηροκομεία, τράπεζες πτωχών και λοιπά, είναι πολύ σημαντικό ώστε είναι ήκιστα χριστιανικό η ηγεσία της εκκλησίας να μην αναλαμβάνει και τις δικές της ευθύνες σχετικά και να πέφτει απ' τα σύννεφα όταν κάτι μοιάζει να στραβώνει. Λες και η ιεραρχία δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτε για αρσενοκοιτία, παιδεραστία και τα συναφή στα του οίκου της. Ουαί υμίν...
Μάνος Στεφανίδης

Ομότιμος καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο ΕΚΠΑ

Τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο " Έρωτες μισοί, Μίση ολόκληρα, σαν διηγήματα", εκδ. Νίκας, Αθήνα 2022.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Για τον Έρωτα και την Επανάσταση


1. Οι Ιφιγένειες επιβιώνουν στο τέλος 

Ο μύθος της Ιφιγένειας σχετίζεται με την επώδυνη αλλά αναγκαία θυσία εμπρός στην πρόκληση του καινούριου. Είτε πρόκειται για άνθρωπο αγαπημένο είτε για ταξίδι ανατροπής είτε απλώς για την διεκδίκηση της περιπέτειας που άλλοι την λένε και επανάσταση. Δηλαδή για πράγματα που δυναμιτίζουν την ληθαργική καθημερινότητα. Δεν μιλάμε εδώ για το κόστος της ευτυχίας αλλά για τα αναπόφευκτα λύτρα της. Κάθε νέα εμπειρία, σχέση κλπ. στηρίζεται στην θυσία μιας παλιάς αγάπης. Το γεγονός ότι την θυσιάζεις, δεν σημαίνει ότι την αγαπάς λιγότερο ή ότι το αναμενόμενο, από την απόλαυση της,"κέρδος" θα είναι μεγαλύτερο. Απεναντίας. 
Απλώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς αφού αυτός είναι ο μηχανισμός της ψυχής που τον λέμε διαρκές ανικανοποίητο. Έτσι πρέπει να γίνει!Ούτως ή άλλως το πένθος παραμονεύει ως διαρκής ανθρώπινη συνθήκη. Κάθε εραστής κρατάει και ένα μαχαίρι. Αν δεν σκοτώσει ό τι αγαπάει, δεν θα συνειδητοποιήσει ποτέ το μέγεθος της αγάπης του. 
Και τί τον περιμένει εξ άπαντος;
Μα τι άλλο παρά η μοίρα του Αγαμέμνονα:
Μία μοιχαλίδα στο κρεβάτι του, η προδοσία στο ίδιο του το σπίτι κι ένα μαχαίρι να στριφογυρίζει βαθιά βαθιά στα σπλάχνα του.



2. Επανάσταση και εξουσία

Τους βλέπω νέους και ωραίους στην φωτογραφία και είναι σαν να βρίσκομαι και εγώ σε μιαν άκρη. Είναι τέτοια η δύναμη και η υποβολή της εικόνας που η μυθοπλασία καταπίνει την ιστορία και η γοητεία του μύθου την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πάντως ότι ο ένας πέθανε εγκαίρως, ενώ ο άλλος όχι.
Ο ένας εκτελέστηκε σαν μάρτυρας τον Οκτώβριο του 1967 στα 39 του χρόνια ενώ ο άλλος έσβησε μες τις παντούφλες του σε βαθιά γεράματα γατζωμένος οικογενειακώς στην εξουσία. Τον έναν τον βασάνισε έως θανάτου η CIA, ενώ τον άλλον τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.
Και οι δύο πάντως υπήρξαν ευνοούμενοι της Ιστορίας, άξιοι της εποχής και της μεγάλης πατρίδας τους, της λατινικής Αμερικής. Και σαν τέτοιοι συνόδευσαν την εφηβεία μας και τα όνειρα για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο. 
Τι πετύχαμε, και αυτοί και εμείς, θα το κρίνουν οι νεότερες γενιές. Ένα όμως είναι βέβαιο: 
Δεν παραδίδουμε έναν ευτυχέστερο κόσμο. 
Όσο για την επανάσταση, αυτή παραμένει ακόμη Ουτοπία για τους ρομαντικούς και επικερδής επιχείρηση για τους πραγματιστές. Όταν δε γίνει η επανάσταση εξουσία, δεν αποστρέφεται τη βία, το αίμα, τα δάκρυα. Απεναντίας. 
Όσο για τον Φιντέλ (1926 - 2016), τον τιμάμε ως επαναστάτη, δεν λησμονούμε όμως τη βία που χρησιμοποίησε και τα δάκρυα που προκάλεσε ασκώντας απόλυτη εξουσία για μισόν αιώνα! Τις εκατόμβες των δικών του πνιγμένων στην Καραϊβική. Των αντιφρονούντων που σάπισαν στις φυλακές ή των ομοφυλοφίλων που εξοντώθηκαν μαζικά και συστηματικά. 
 Ανάμεσα λοιπόν στην κάθε δικτατορία, κόκκινη ή μαύρη, και την δημοκρατία, ατελή έστω και συχνά αδύναμη, προτιμάμε εκ πείρας την δεύτερη. Επειδή δεν είμαστε πια είκοσι χρονών και επειδή η Ιστορία, καθώς ενηλικιωνόμαστε όταν δεν μας τιμωρεί, οφείλει τουλάχιστον να μας διδάσκει.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Εγκλεισμοί

Μπορεί το inferno να αισθητικοποιηθεί;


Από χθες το βράδυ που είδα την πολυδιάστατη έκθεση "Εγκλεισμοί" την οποία οργάνωσε ο φίλος, και υποψήφιος διδάκτορας μου στο τμήμα θεατρικών σπουδών του ΕΚΠΑ, Δημήτρης Τρίκας στο Δρομοκαΐτειο, δεν μπορώ να ησυχάσω. Τόσο ώστε θα πάω και αύριο το απόγευμα στην Ιερά Οδό με την κόρη μου. 
Θέλω επίσης να πω ότι έφτασα εκεί αρκετά προκατειλημμένος γιατί με ενοχλεί όλη αυτή η μόδα των εκθέσεων σε χώρους που από μόνοι τους αποτελούν το πιο ζοφερό και συγχρόνως ουσιαστικό θέαμα. Και που δεν χρειάζονται περαιτέρω "επεξεργασία". Όπως επίσης μ' ενοχλεί η ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων ονομάτων του μίζερου μοντερνισμού μας αλλά και ο, δεδομένος, ναρκισσισμός των καλλιτεχνών που αγωνιούν για να δουν το όνομα τους οπουδήποτε και σε οιεσδήποτε συνθήκες. Που κουβαλούν το αναγνωρίσιμο και δεδομένο τους έργο στην οποιαδήποτε εκθεσιακή συνθήκη. Σκέφτομαι, τέλος, πως δεν υπάρχει καλλιτέχνης πού να μην ενεργοποιείται μέσα σ' ένα τόσο δυστοπικό χώρο.
Ακόμη, λοιπόν, προσπαθώ να αντιληφθώ αν αυτό που με ταρακούνησε χτες, ήταν η επίσκεψη σ' ένα υπαρκτό inferno, ακριβώς δίπλα στην μικροαστική μας ευτυχία, σ' ένα κολαστήριο ψυχών, ή αν κάποια από τα πάμπολλα έργα, τα εγκιβωτισμένα, τα σφηνωμένα κατά κυριολεξία, μέσα στα δωμάτια - φυλακές, στους ξεφλουδισμένους, κίτρινους τοίχους των κολαστηρίων, μού αισθητικοποίησαν αυτό το πνιγηρό αίσθημα, αυτή την ελεγεία της απελπισίας.
 Έπαιξε ρόλο άραγε η σκηνοθεσία του, εξαιρετικού, επιμελητή ή μήπως ήταν η, προδιαγεγραμμένη, βούληση των καλλιτεχνών να οικειοποιηθούν την απόκλιση και την τρέλα ως έναν υποστατικό χαρακτηριστικό της ίδιας τους της φύσης όπως τους δίδαξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες από τον Ποντόρμο και τον Ζερικώ ως τον Βαν Γκογκ και τον Αντονέν Αρτώ; Ειλικρινά δεν ξέρω και δεν θα ήθελα έτσι εύκολα να μάθω.
 Έφυγα νωρίς για να κρατήσω ακέραια την αίσθηση των πραγμάτων. Στην έξοδο είδα το καλύτερο ίσως έργο της έκθεσης, την πινακίδα που απαγορεύει το επισκεπτήριο! 
Λίγο μετά κι ενώ κατηφόριζα την Ιερά Οδό, από τα ζοφερά, τα υποφωτισμένα κιγκλιδώματα του νοσοκομείου με φώναξε μία ανθρώπινη σκιά ζητώντας μου δύο ευρώ. Ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός ή ο Μιχαήλ Οικονόμου που με εκλιπαρούσε από το σκοτάδι;

ΥΓ. Μοιραία θα επανέλθω στην έκθεση με περισσότερες εικόνες. Προς το παρόν ανεβάζω ενδεικτικά μόνο στην φωτογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου από την Λέρο του '80 υπενθυμίζοντας την ανάλογη δουλειά του Γιώργου Δεπόλα. Και βέβαια το συνταρακτικό έργο του καθηγητή Γιώργου Κατσάγγελου από το ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Το άρθρο μου στο χτεσινό Βήμα

Βιβλιοφιλία και βιβλιόφιλοι 


"...Η μοιχεία ανακάλυπτε η Έμμα μπορούσε να είναι το ίδιο βαρετή με τον γάμο...Και τώρα, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η ανούσια ζωή που ζούσε ήταν η ευτυχία που είχε ονειρευτεί..."
(από τη «Μαντάμ Μποβαρύ»)

"Η ηθική είναι το έσχατο επιχείρημα των μικροαστών"
Όσκαρ Ουάιλντ 

Είναι στατιστικά διαπιστωμένο πώς οι πλείστοι των Ελλήνων βιβλιοφίλων είναι, μετά συγχωρήσεως, δυσκοίλιοι. Και τούτο συμβαίνει κυρίως γιατί οι πλείστοι των Ελλήνων - και μη προς κακοφανισμό σας - διαβάζουν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα μόνο στην τουαλέτα. Άρα όσο περισσότερο χρόνο καταναλώνουν στο..."μέρος", τόσο σοφότεροι γίνονται. Ηλίου φαεινότερον.
Πλην όμως των φιλομαθών δυσκοίλιων υπάρχει και μία άλλη μερίδα αναγνωστών εξίσου πολυπληθής και αυτοί είναι οι βιβλιόφιλοι της παραλίας. Δηλαδή η φιλαναγνωσία και οι φιλαναγνώστες της άμμου. Τώρα που τελείωσε το θέρος ας τους τιμήσουμε δεόντως. Πρόκειται για εκείνους τους βιβλιόφιλους και αυτά τα βιβλία τα οποία σέρνονται καθημερινά από το μεσημέρι ως αργά το απόγευμα σε μία παραλία, δίπλα σε αντιηλιακά και βατραχοπέδιλα, που συνήθως διαβάζονται μέχρι τη σελίδα 12, ή 15 στην καλύτερη περίπτωση, που έχουν εξώφυλλα πιο μαυρισμένα από το δέρμα των ιδιοκτητών τους και βέβαια πολλή άμμο στις μέσα τους σελίδες.
Σ' αυτούς τους τελευταίους ανήκω και εγώ αφού κάθε καλοκαίρι προσπαθώ γεμάτος τύψεις και ανάμεσα σε βουτιές και τσίπουρα με πάγο να καλύψω όλες τις "βιβλικές" εκκρεμότητες το χειμώνα. Μάταιος κόπος! Κόπος που όμως με υποχρεώνει κάθε χρόνο να κουβαλάω σε αμμουδιές και παραθεριστικά θέρετρα δεκάδες βιβλία και στο τέλος να ξεφυλλίζω με το ζόρι μόνο δύο ή τρία. Με την πανταχού παρούσα άμμο, στο τέλος, κι όχι το βλέμμα μου να επισκέπτεται τις περισσότερες από τις σελίδες τους.
Φέτος ξαναδιάβασα από το πρωτότυπο και με ελάχιστη μεταφραστική βοήθεια - κυρίως του Γρυπάρη και του Τάσου Ρούσσου - τον συγκλονιστικό Αγαμέμνονα του Αισχύλου, ίσως το κορυφαίο τραγικό κείμενο όλων των εποχών. Σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, απ' όλα τα έργα του Σαίξπηρ του Ίψεν η του Ονήλ χωρίς διόλου να υποτιμώ το ταλέντο ή την ιδιοφυΐα και των τριών προαναφερθέντων.
 (Παρενθέση: Τί ξεχωριστή, πνευματική προσωπικότητα ο Τάσος Ρούσσος! Τί προσφορά! Κι ως λογοτέχνης, και ως δάσκαλος και ως μεταφραστής. Σκεφτείτε πως το εκδομένο του έργο, τα μυθιστορήματα και οι μεταφράσεις του πλησιάζουν τα πενήντα)!
 Όμως ο "Αγαμέμνων" από την πρώτη σκηνή του φρουρού που παρατηρεί τις φρυκτωρίες ως την αιμοσταγή αποκορύφωση με την Κλυταιμνήστρα, την ουσιαστική πρωταγωνίστρια του έργου, παραμένει ανυπέρβλητος. 
Έπειτα απόλυτη αλλαγή κλίματος αφού ξαναδιάβασα την μαντάμ Μποβαρύ του Γκυστάβ Φλομπέρ στην ιστορική, πρώτη μετάφραση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αρχές του 1920. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το βιβλίο αυτό προοικονομεί όλον τον μοντερνισμό του 20ου αιώνα από τον Τόμας Μαν ως τον Άρθουρ Σνίτσλερ. Το βιβλίο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1856 κάνοντας απίστευτη εντύπωση και προκαλώντας την παρέμβαση τόσο της δικαιοσύνης όσο και της εκκλησίας. Το ελληνικό παράλληλο είναι αναμφισβήτητα η "Πάπισσα Ιωάννα" του Ροΐδη όμως κυκλοφόρησε δέκα χρόνια αργότερα κάνοντας ανάλογο θόρυβο και στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Η Μποβαρύ είναι ένα λεπτοδουλεμένο και γλωσσικά και δραματικά αριστούργημα που ισορροπεί ανάμεσα στην πιο δραστική κοινωνική σάτιρα και τον πιο διεξοδικό - θα 'λεγα αμείλικτο - σχεδιασμό των χαρακτήρων. Έκτοτε ο μποβαρισμός έγινε όρος της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας αναφερόμενος σ' εκείνα τα άτομα που δεν αντέχουν να συμβιβάσουν την πραγματικότητα με την φαντασίωση και κυριαρχούνται από την νοσηρή (;) ανάγκη να ονειρεύονται εκείνο τον μεγάλο έρωτα που όμως δεν έρχεται ποτέ. 
Είναι καταπληκτικά τα κοντράστα μέσα από τα οποία χτίζει ο μισάνθρωπος συφιλιδικός και επιληπτικός συγγραφέας την υπόθεση του έργου. Μία υπόθεση στοιχεία της οποίας αντλεί είτε από τον αστυνομικό δελτίο της εποχής είτε από τις προσωπικές του ερωτικές περιπέτειες. Μία χαρακτηριστική εικόνα, καθαρά κινηματογραφική και απόλυτα ενδεικτική των προθέσεων αλλά και της αισθητικής του συγγραφέα, είναι εκείνη στην οποία τα αποσπάσματα του παράγοντα της κυβέρνησης που εκφωνεί τον καθαρευουσιάνικο, ξύλινο λόγο του στην κεντρική πλατεία εναλλάσσονται με τα αποσπάσματα των ερωτόλογων με τα οποία αποπλανά ο Ροδόλφος την Έμμα στο παρακείμενο δημοτικό μέγαρο. Ή, η σκηνή κατά την οποία ο πολυπράγμων φαρμακοποιός Ομέ οικτίρει τον κύριο Μποβαρύ εμπρός στο νεκροκρέβατο της αυτόχειρος συζύγου του ονειρευόμενος συγχρόνως εκείνο το παράσημο ο βασιλιάς αμελεί να του απονείμει... 
Μην ξεχνάμε, τέλος, ότι υπότιτλος του βιβλίου είναι " Ήθη της επαρχίας", Mœurs de provence. Πού θα κατατάσσαμε σήμερα την αισθηματική επαρχιώτισσα Μαντάμ Μποβαρύ; Ψυχολογικός ρεαλισμός ή νατουραλισμός είναι οι εύκολες ταμπέλες αφού ο Φλομπέρ ξεπερνάει και τους προκατόχους του, τον Μπαλζάκ ή τον Σταντάλ, αλλά και τους σύγχρονους του όπως είναι ο Ζολά ή ο Ουγκώ. Αυτός ο τελευταίος μαζί με τον Μπωντλαίρ πάντως θα γίνουν οι μοναδικοί υμνητές του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο Φλόμπερ παραμένει μία κατηγορία από μόνος του και θα τον παραλλήλιζα με τον συνομήλικο του ζωγράφο Πωλ Σεζάν. Στο μεταίχμιο του κλασικού και του μοντέρνου. Τον επιστήθιο φίλο και συμπατριώτη του Εμίλ Ζολά ο όποιος όμως ποτέ δεν τον κατανόησε. Και όχι βέβαια με τον νατουραλιστή Κουρμπέ που εξωτερικά τουλάχιστον μπορεί κάπως να συγκριθεί μαζί του. (Θυμηθείτε τον "πορνογραφικό" πίνακα L' origine du monde). Όχι, ο ρεαλισμός του Φλομπέρ επειδή ακριβώς δεν αντανακλά διόλου την εξωτερική πραγματικότητα αλλά διεισδύει στο βάθος όχι μόνο των πραγμάτων αλλά κυρίως της γλώσσας, της αισθητικής της γλώσσας αλλά και της αναρχικής λειτουργίας της - αυτό δηλαδή που χάνεται ακόμη και στην καλύτερη μετάφραση - παραμένει το αξεπέραστο ορόσημο μιας εποχής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η καινούργια εποχή δοκίμαζε τα όπλα της. Και για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια του τα λόγια:
" Επρόκειτο για την εποχή κατά την οποία η δημοκρατία προσπαθούσε να φέρει το προλεταριάτο στην ίδια κατάσταση χαύνωσης που βρίσκονταν οι μικροαστοί". 

ΥΓ. Μουσικός συνειρμός: η Φανταστική Συμφωνία του Εκτόρ Μπερλιόζ φέρει τον υπότιτλο "Επεισόδια από τη ζωή ενός καλλιτέχνη". Πράγμα που θα πει "Κάνουμε τέχνη επειδή η ζωή που μας δόθηκε, δεν φτάνει". Ή, αλλιώς"Χαρούμενοι στο πένθος μας" ένας ακόμη, πιθανός, ορισμός της τέχνης...

Φωτογραφία: Σήμερα, όλοι μας στην πινακοθήκη Γιώργου Βογιατζόγλου, Νέα Ιωνία, που στήνει μιαν εξαιρετική έκθεση ο Θανάσης Μουτσόπουλος, το παιδί μου!

Αλεπουδίτσες και γάτες

Αυτοσχέδιο Ποίημα για την Ομορφιά

(Της Αριάδνης και της Μαρίνας που αγαπούν τις γάτες. Και των γάτων τους Τίτου και Μπολς)


Αχ, αυτά τα κορίτσια
πόσο τα σκέφτομαι
που δεν ξέρουν
τι να κάνουν
την ομορφιά τους,
όμοια με γάτες 
κι αλεπουδίτσες!
Την πάνε από δω
την δείχνουν από κει, 
άλλοτε ντροπαλές
άλλοτε περήφανες
άλλοτε με άγχος
κι άλλοτε πάλι
 φορτωμένες
- από ακατανόητη -
 απελπισία.

Τί πρόβλημα κι αυτό
για αλεπουδίτσες
 και για γάτες!
Τί κάνει κανείς, κάθε φορά,
με την ομορφιά 
που τού έτυχε ;
Την συντηρεί ευλαβικά;
Την βγάζει στην αγορά;
Την ανταλλάσσει; 
Την εκδίδει για κέρδος; 
Την κρύβει από υπολογισμό;
Την απαρνιέται από δειλία
σαν να μην υπάρχει;
Σαν να μην υπήρξε ποτέ;

Τα κορίτσια κοιτούν
την ομορφιά τους 
στον καθρέφτη
προβληματισμένες
σαν να μην είναι οι ίδιες
αλλά κάποιες άλλες εκεί.
Αλεπουδίτσες ή γάτες.
Τι σπαζοκεφαλιά θεέ μου
το πρόσωπο μας
 στον καθρέφτη.
Τι πρόβλημα! 
Τι διχασμός!

Το κοιτάζουν λεπτά, 
το κοιτάζουν μέρες
το κοιτάζουν χρόνια 
τα καημένα τα κορίτσια
ώσπου, τι ανακούφιση, 
η ομορφιά που 
τόσο τις τυράννισε, 
τις μπέρδεψε, 
τις παρέσυρε,
τις αποπροσανατόλισε,
 κοστίζοντας μια ζωή,
τη μικρούλα, 
την πολύτιμη ζωή τους,
να μην υπάρχει πια.


Φωτογραφίες: Γάτες, γάτοι, γατούλες. Πρωτίστως γάτα και αλεπού που κοιτάζονται και αλληλοθαυμάζονται σαν μετενσαρκώσεις των γυναικών που αγαπήσαμε. Της ομορφιάς που πάντα βρίσκει τους τρόπους για να διαφεύγει. Επειδή όταν μάς κοιτάζει ένα ζευγάρι μάτια, δεν είμαστε εμείς αλλά εκείνος ο ρόλος που οι άλλοι περιμένουν (ή και απαιτούν) από εμάς. Είμαστε εμείς μόνο όταν είμαστε μόνοι.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

Ποιός φοβάται ακόμη τον κυρ Φώτη;

Το έργο τέχνης είναι η μοναξιά αλλά και το μεγαλείο μας μπροστά στον θάνατο. Θα μπορούσε ο τίτλος του άρθρου επίσης να είναι: 
"Γιατί είναι ευτυχισμένος ή καλύτερα"φτυχισμένος" ο Κονέκ Κονέκ, ο πρωτόγονος βασιλιάς της Ισπροβάνας που επιμένει να συλλογίζεται, ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο αρχαίου φιλοσόφου, το τι είναι ο άνθρωπος; "

Με άλλα λόγια ποιός είναι ο Κονέκ Κονέκ, τί συμβολίζει και γιατί να είναι ευτυχισμένος σ'ένα κόσμο γεμάτο δυστυχία; Προφανώς αναφέρομαι στη γνωστή παράσταση από την οικία του Κόντογλου στο Γαλάτσι, φτιαγμένη το 1932, δηλαδή δέκα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή όταν πια άπαντες έχουν συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα ανατρέπεται η ανθρώπινη ευτυχία. Αλλά και πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη συνθήκη ιδιαίτερα για εκείνες οι κοινωνίες που ζούσαν σε μία προνεωτερική αθωότητα πριν έρθουν οι εκπολιτιστές αποικιοκράτες και τα ενεργούμενα τους και τους ξεριζώσουν από τις εστίες τους. Και ο Κόντογλου, εν προκειμένω, αναδεικνύει στη ζωγραφική του, σαν άλλος Κλωντ Λεβί Στρος - αλλά σαν Πικάσο των Demoiselles - την γενοκτονία των ιθαγενών της Βραζιλίας, της Αφρικής, της Ινδονησίας και κατ' αναλογίαν της Μικράς Ασίας. Ακόμη τα πάθη και της Ινδίας της οποίας ένας εκπρόσωπος, ένας φακίρης σαν τον ημίγυμνο Πρόδρομο, στέκεται συμβολικά δίπλα στον Αϊβαλιώτη Καπετάνιο. Η σχέση είναι προφανής, η καταγγελία ξεκάθαρη αλλά λίγοι αυτοί που τολμούν να την αναγνώσουν. Ακόμη και σήμερα!
Διαβάζω, λοιπόν, ποικίλα όσα σε μελέτες γνωστών, ακαδημαϊκών δασκάλων αλλά και σε ρεπορτάζ εφημερίδων όπως η έγκριτη Καθημερινή γενικότερα για τον Φώτη Κόντογλου γενικότερα και την έκθεση του Μουσείου Γουλανδρή πιο εξειδικευμένα, ενδιαφέροντα πράγματα αλλά και αρκετά στρογγυλεμένα.
 Θέλω πάντως να πω εξ αρχής ότι είναι πολύ σημαντικό ότι παρουσιάζεται μια τέτοια έκθεση σ' ένα τέτοιο χώρο αυτή την χρονική συγκυρία όπως επίσης είναι πολύ σημαντική η παρουσίαση του Παρθένη στην Εθνική Πινακοθήκη ή του Σπύρου Παπαλουκά, λίγο καιρό πριν, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Υπενθυμίζω ότι η χαρά του Κόντογλου ήταν πολύ μεγάλη όταν το 1927 ο Παπαλουκάς παντρεύτηκε την Όλγα Ευαγγέλου από το Αϊβαλί. Δηλαδή τη δική του αγαπημένη πατρίδα...Όμως το έργο και των τριών αυτών δημιουργών κόβει σαν μαχαίρι, είναι βαθιά πολιτικό και για τούτο η προσέγγιση του πρέπει να γίνεται και με προσοχή αλλά και με τόλμη. Κυρίως γιατί το έντονα πολιτικό - ανατρεπτικό στοιχείο του δεν είναι συμβατό σε μία εποχή κατεξοχήν απολιτίκ. Έστω κι αν το έργο αυτό αποτελεί την πιο ελεγειακή προσέγγιση των χαμένων πατρίδων όπως επίσης και των αιτιών που προκάλεσαν την απώλεια τους. Κι αυτό είναι το κυριότερο. Ότι δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε με μία ζωγραφική του σαλονιού αλλά με χρώματα που είναι φτιαγμένα από σάρκα και αίμα.
Το λέω ξεκάθαρα: Ο μπάρμπα Φώτης δεν είναι ο ευσεβιστής εικονογράφος των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, ούτε ο χαριτωμένος διακοσμητής των σαλονιών μίας αφόρητα μικροαστικής Αθήνας. Με σημαιούλες και κεράκια. Και είναι τουλάχιστον ασέβεια να τον συγχέουν με συγκεκριμένους σύγχρονους. Επειδή και στο κοσμικό και στο θρησκευτικό του έργο καιροφυλακτούν η ανατροπή και η διακωμώδηση του "καθωσπρέπει" γούστου. Λέει κάπου ο ίδιος για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. "Δεν την καταλαβαίνουνε, ούτε τους αρέσει η ζωγραφική του, αυτοί θέλουνε Ιακωβίδηδες (sic)". Έτσι και τώρα, νομίζω πως κυριαρχεί μία μάλλον politically correct προσέγγιση του.

 Ας πούμε, στη μεγάλη, αυτοβιογραφική σύνθεση - στην Εθνική Πινακοθήκη σήμερα αποτοιχισμένη - που ζωγραφίζει το 1932 στο σαλόνι του σπιτιού του στο Γαλάτσι, με ευσχήμονες βοηθούς τους Εγγονόπουλο καιΤσαρούχη, 10 χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το κυρίαρχο στοιχείο είναι σύγκρουση ανάμεσα σε έναν πολιτισμό που έρχεται από την ευρεία ανατολή και σε μίαν αποικιοκρατική βία που έρχεται από τη δύση. 
Και στο βιβλίο μου "Μικρή Πινακοθήκη" και στη σειρά "Ελληνομουσείον" και σε άρθρα μου στο "αντί" σε χρόνο ανύποπτο αλλά και στις ξεναγήσεις μου - από το 1990 ακόμη - στην Εθνική Πινακοθήκη επέμενα να εξηγώ πως όταν ζωγραφίζει ο Κόντογλου τον Αϊβαλιώτη Καπετάνιο δίπλα στον "άγριο" της Βραζιλίας και τον ιθαγενή της Ιάβας αναφέρεται κατευθείαν σε δύο προνεωτερικούς κόσμους που τους εξαφανίζει η λαίλαπα των οικονομικών συμφερόντων και της εισβολής των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Οι Βρετανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι στην μικρά Ασία, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι και πάλι οι Βρετανοί στη Νότιο Αμερική αλλά και η "Ολαντέζοι" στο κάστρο της Μπούκα Ρούα στο νησί Τσάτλα ακριβώς από πάνω από τον Αϊβαλιώτη καπετάνιο, αυτό δηλώνουν. Με τον πιο δραματικό τρόπο. Μόνο τυφλοί ή "ειδικοί" της νεοελληνικής τέχνης δεν θα έβλεπαν το προφανές και δεν θα έκαναν τη διασύνδεση. Και δεν με στεναχωρεί τόσο που με αγνοούν αλλά που δεν αντιμετωπίζουν έντιμα την ερμηνεία που προτείνω. Ο Κόντογλου καταγράφει ανάγλυφα εδώ τα αίτια που οδήγησαν την έξοδο του Ελληνισμού από την προαιώνια κοιτίδα του. Όμως οι γενικόλογες εξαπλουστεύσεις είναι όπως πάντα, από την εποχή του αείμνηστου Νίκου Ζία, ο κυρίαρχος συρμός. Αυτές που αναφέρονται στον ταπεινό, τον θεοσεβούμενο, τον χριστιανό κυρ Φώτη. Ο οποίος ήταν ασφαλώς όλα αυτά αλλά και πολλά περισσότερα. Στο μυθιστόρημα του "Πέδρο Καζάς" για παράδειγμα, εκδοθέν δαπάναις του Στρατή Δούκα, προλαβαίνει τον σουρεαλισμό, πέντε ολόκληρα χρόνια πριν το πρώτο επίσημο του μανιφέστο το 1924. Ποιός δικαιούται να το αγνοεί; 
Ο Κόντογλου, με όλους τους τρόπους, καταγγέλλει το "ψευτορωμαίικο" (δική του έκφραση) αλλά και την κρατικοποίηση της Ορθοδοξίας. Νομίζω πως κατευθείαν απόγονοι του - οι οποίοι όμως παραδόξως λείπουν από την έκθεση του Μουσείο Γουλανδρή υπέρ εκείνων που η μόνη τους σχέση μαζί του ήταν το ότι τον ζωγράφισαν από μία φωτογραφία (!) - παραμένουν ο ασκητικός του σώματος Πάνος Φειδάκης, ο Κώστας Παπατριανταφυλλόπουλος - ο όποιος επί 30 χρόνια ζωγραφίζει την εκκλησία των Βραχναίικων Αχαΐας κατά τον πιο κοντογλικό τρόπο - και βέβαια ο Γιώργος Χατζημιχάλης με τις εικαστικές αναφορές του στον "φτυχισμένο Κονέκ Κονέκ" και με όρους ενός μη δυτικού μοντερνισμού. Η παράλειψη αυτού τελευταίου είναι κατά τη γνώμη μου η πιο "πονηρή". Γιατί η αισθητική του σαλονιού προκρίθηκε απέναντι στην έρευνα και την ουσία της αισθητικής έκφρασης. Και γιατί ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που τους βολεύει να μην βλέπουν πόσο γλυκά δένουν μεταξύ τους ο Henri Matisse, ο Κόντογλου, ο Διαμαντόπουλος - άλλος μεγάλος αδικημένος - ο Τσαρούχης και το, διαρκώς αντιστεκόμενο στις ισοπεδωτικές ερμηνείες, Βυζάντιο.



Σημείωση: Από το κείμενο της Καθημερινής: «Ήθελε να έχει μπροστά του τα πρότυπά του, τις υψηλότερες κορυφές της τέχνης που θαύμαζε», σχολιάζει ο κ. Παυλόπουλος. «Σε αυτό το έργο ο Κόντογλου απεικονίζει τη μυθολογία του συναιρώντας στοιχεία της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής παράδοσης σε μια ενιαία αφήγηση. Για εκείνον δεν υπήρξε καμιά διακοπή στο συνεχές της ελληνικής ιστορίας και εφάρμοσε εικαστικά τη συγκεκριμένη εθνοποιητική αντίληψη..."
Οπως αναφέρει ο κ. Παυλόπουλος στο κείμενό του για την κατοικία της Κυπριάδου, το οποίο περιέχεται στον πληρέστατο κατάλογο της έκθεσης του Ιδρύματος..."για την τοιχογραφία βοήθησαν τον Κόντογλου ο πεθερός του Αθανάσιος Χατζηκαμπούρης και οι νεαροί τότε ζωγράφοι, φοιτητές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος. Η τοιχογραφία, χωρισμένη σε ζώνες, παρουσιάζει πρόσωπα αγαπητών του ζωγράφων (Πανσέληνος, Θεοφάνης, Θεοτοκόπουλος κ.ά.), ποιητών (Όμηρος), φιλοσόφων (Πυθαγόρας, Διογένης, Πλούταρχος), του Ηροδότου και του Στράβωνος, παραστάσεις από τις πέντε φυλές της γης, αλλά και αρχαίους Ελληνες να προσκυνούν είδωλα. Στη χαμηλότερη ζώνη της τοιχογραφίας, ένα ύφασμα κρεμασμένο σε κρίκους, η ποδέα των εκκλησιαστικών τοιχογραφιών, αποτελεί το μόνο στοιχείο άμεσα σχετισμένο με τη θρησκευτική παράδοση".


ΥΓ. Αυτός ήταν ο λόγος, ο ενοχλητικά πολιτικός, για τον οποίο η διπλωμάτισσα, αείμνηστη Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα κρατούσε επί 10 και περισσότερα χρόνια την διάσημη τοιχογραφία στις αποθήκες της Εθνικής Πινακοθήκης!
 Προσέξτε, εν προκειμένω, πως σκηνογραφεί τους πουριτανούς Ολλανδούς όταν μεταφέρουν κανόνια στον Μέγα Ωκεανό. Χάρμα! Προσωπικά, τέλος, θα πρόσθετα και μία από τις εικόνες του Χριστού που είδα πρόσφατα στο Μουσείο της Ρεντίνας, φτιαγμένες από το χέρι του Διονυσίου του εκ Φουρνά. Ως γέφυρα ανάμεσα στον κυρ Μανουήλ Πανσέληνο και τον κυρ Φώτη. Όμως κάποιοι μοιάζει να φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους. Και να μην τολμούν ούτε τα πλέον στοιχειώδη. Watson!