Ιστορία και παρωδία
"[.....] Τα παλιά γεγονότα είναι κόσμος προσωπικός, παράσταση φιλοτεχνημένη από ασάφειες, ατέλειες, άπειρα λάθη [...] Το πόρισμα γι’ αυτό το κομμάτι του παρελθόντος δεν θα δοθεί ποτέ. Η εικόνα δεν εκπονείται. Είναι η εικασία του εαυτού της, μια σπουδή του κενού"
Κώστας Μαυρουδής
Τι σπουδαίο κείμενο οι "Πέρσαι" του Αισχύλου και πόσο διαχρονικά επίκαιρο. Ιδιαίτερα σήμερα που η υπερφίαλη Δύση επιτίθεται στην αυτοκρατορία των νεότερων Αχαιμενιδών ενώ εκείνοι με σθεναρότητα και αξιοπρέπεια αντιστέκονται. Που υπενθυμίζει σαν τον Αναγνωστάκη ότι κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ εφόσον ουδείς μαθαίνει κάτι απ' την φρίκη του. Η ιστορία σαν παρωδία δηλαδή. Πόσο μεγάλο θέατρο έγραψε λοιπόν, λίγο μετά τον θρίαμβο της Σαλαμίνας, ο πρώτος τραγικός μας με τόσα και τέτοια ευρήματα ή ανατροπές που κανένας ψευδομοντερνισμός δεν μπορεί να αμαυρώσει! Ένας ύμνος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια που δεν διαχωρίζει τους νικητές από τους ηττημένους και ένας διαρκής θρήνος για την ανθρώπινη μοίρα που αφορά σε όλες τις μάνες, είτε γεννήθηκαν στην Αθήνα είτε στα Σούσα (Αισχύλος). Και έπειτα ο ποιητικός λόγος! Τί μέγεθος διαθέτουν τόσο τα λυρικά κομμάτια του χορού όσο και οι πυκνοί μονόλογοι των πρωταγωνιστών αντιστικτικά προς τις παρεμβάσεις των κορυφαίων που εκπροσωπούν το θρηνούν πλήθος. Με αποκορύφωμα, κατά τη γνώμη μου, τον τραγικό κατάλογο των νεκρών Περσών που απαγγέλλει με οιμωγές αρχικά ο Αγγελιοφόρος - ο σωστά δραματικός Σταύρος Σβήγκος - κι έπειτα και ο χορός, ο ίδιος - που ρωτάει για την τύχη των αγαπημένων του - αλλά και ο Ξέρξης αργότερα όταν θρηνεί τους άριστους του στρατού του. Ξενικά, πλην ελληνοποιημένα, ονόματα στη σειρά είτε αρχόντων, είτε σπουδαίων πολεμιστών που τώρα τα λείψανα τους χτυπιούνται από τα κύματα στα βράχια της Σαλαμίνας. Υψηλή ποίηση μόνο με συλλαβές (!) ακατανόητων ονομάτων που εκφωνούνται ρυθμικά και παραπέμπουν στον νηών κατάλογο του Ομήρου. Ή, τον βασιλιά της Ασίνης. Σαν αυτά του Δαδάκη, του Αρυοβαρζάνη ή του Μεγάβαζου (αυτοσχεδιάζω) και του Συμάκη και Πολέμονα - πολύς Ηρόδοτος είχε διαβαστεί προηγουμένως από τον νεαρό δραματουργό - που προλαβαίνουν τον Οζυμανδία του Σέλεϊ ή τους ήρωες του Έζρα Πάουντ. Και στα οποία ονόματα κρύβεται ατόφιος λετρισμός αλλά κι ένας σπινθήρας άπεφθης συγκίνησης για όσους σπουδαίους και τρανούς υπήρξαν χτες αλλά δεν υπάρχουν σήμερα. Σαν τους τόσους επώνυμους της ιρανικής ηγεσίας που μία βόμβα τους στέρησε από την μία στιγμή στην άλλη, το γλυκό της ημέρας φως (Πίνδαρος). Με τον ίδιο τον Τραμπ να κομπάζει με τον πιο ιταμό τρόπο στα μικρόφωνα του κόσμου - ένα τέτοιο υπήρχε και στην ορχήστρα της Επιδαύρου - ότι θα μπορούσε να εξοντώσει σ' ένα λεπτό και τη νέα ηγεσία των Περσών όταν αυτή οδηγούσε τον δολοφονημένο Χαμενεΐ στην τελευταία του κατοικία. Τριπλή ύβρις!
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης αξιοποιεί την κρουστή μετάφραση του μεγάλου φιλόλογου Παναγιώτη Μουλά προσθέτοντας, κατά το έθος, κάποια δικά του εμβόλιμα κείμενα ως αναφορές στην ζοφερή επικαιρότητα που άλλοτε λειτουργούν και άλλοτε όχι. Όπως επίσης αξιοποιεί τα 17 αγόρια και κορίτσια του νεανικού χορού - ωραία η υπέρβαση από το πρωτότυπο αφού και αυτά κάποτε θα γίνουν γέροντες - η κίνηση των οποίων, άλλοτε άναρχη κι άλλοτε ρυθμικά συντονισμένη, δημιουργούσε σταθερά ένα εικαστικό σύννεφο πάνω από την ορχήστρα. Καθόμουν στην πρώτη σειρά του κοίλου και είχα την ευκαιρία να δω και ν' ακούσω όλα αυτά τα χειροποίητα ευρήματα από πρώτο... χέρι. Φαντάζομαι ότι οι θεατές του άνω διαζώματος θα είχαν μία ακόμα πιο εντυπωσιακή εικόνα. Εγώ όμως αφουγκράστηκα με απόλυτη ευκρίνεια το κείμενο και επίσης χάρηκα που οι πρωταγωνιστές δεν φορούσαν - τα τόσο διασπαστικά - χειλόφωνα. Αφού ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Επιδαύρου είναι σταθερά η ανθρώπινη φωνή. Αδιαμεσολάβητη.
Σίγουρα και ο Δημήτρης Καταλειφός, ο παλιός μου φίλος από τον Συνασπισμό, και η Μαρία Ναυπλιώτου διαθέτουν τραγικό μέγεθος αλλά και το απαιτούμενο κύρος για το τόσο απαιτητικό κοίλον της Επιδαύρου. (Φανταστείτε: Ένας που έβηχε ενοχλητικά από πολύ ψηλά, κάλυπτε τα κρουστά των μεγαφώνων)! Μόνο που ο μεν Καταλειφός μού θύμιζε τον Θείο Βάνια ή τον Οιδίποδα επί Κολωνώ - σχετικά πρόσφατες του επιτυχίες - ενώ η Ναυπλιώτου τον φορμαλισμό της υπέρκομψης ερμηνείας της στην Μαρία Κάλλας. Μικρό το κακό. Έστω κι έτσι δεν είναι συχνό να βλέπεις μεγάλα μεγέθη στην Επίδαυρο και με τέτοιαν εκφορά λόγου. Αντίθετα με γοήτευσε η μουσική του άγνωστου μου Jeph Vanger με τον ηλεκτρονικό - προγραμματικό ήχο που παρέπεμπε στον Γιάννη Χρήστου και την μεγαλειώδη παράσταση του Κουν από το 1965. Όπως και το ευρηματικό ντουέτο του λαϊκού θρήνου στο τέλος (από την Σικελία ή την Κάτω Ιταλία);
Γενική παρατήρηση: Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έκανε μία φιλότιμη προσπάθεια σ' ένα κολοσσιαίο έργο και επιχειρώντας να επιλύσει τα επιμέρους προβλήματα που θέτουν οι "Πέρσαι", κατάφερε και να συγκινήσει τους σημερινούς θεατές και να μην προδώσει τον τραγικό λόγο. Πράγμα πολύ σπουδαίο στην εποχή μας. Ευφυής ήταν επίσης η αξιοποίηση μέσω της δράσης του χορού της αχανούς πλατείας πίσω από το προσκήνιο... Κάτι που θα ήταν αδιανόητο σ' άλλες εποχές. Δεν κατάφερε όμως να δώσει μίαν ολοκληρωμένη σύνθεση όλων αυτών των καλαίσθητων - αναμφίβολα - σπαραγμάτων. Μεγάλες σιωπές ή δραματικά κενά λειτουργούσαν εν τέλει αντίστροφα από τις προθέσεις του δημιουργού. Δεν είναι φρόνιμο, τέλος, να εξαντλούμε όλες μας τις ιδέες και το προσωπικό μας οπλοστάσιο σε ένα μόνο έργο, σε μία παράσταση. Η οποία εγγράφεται πάντως στα θετικά του φετινού φεστιβάλ.
ΥΓ. Γράφει ο Κώστας Μαυρουδής στο τόσο διεισδυτικό βιβλίο του "Η αθανασία των σκύλων":
«Η μνήμη των σκύλων που τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα τις πόλεις έχει κληρονομηθεί κατά το ήμισυ από τους παλιούς προγόνους τους» (σ. 38).
Υφίσταται όμως βαθιά μνήμη στα ζώα που ν’ αναπαριστά κάτι; Στους σκύλους του συγκεκριμένου βιβλίου ναι, όπως εξάλλου και στα ψάρια του Iggy Pop, όπου the fish knows. Αλίμονο αν δεν γινόταν μνήμη το τραύμα –η κλωτσιά του άξεστου, ας πούμε– κι αν δεν αποθησαυριζόταν το παλιό γεγονός. Τότε θα κατέρρεε εξευτελισμένος και ο, όποιος, πολιτισμός των ανθρώπων εμπρός στον ήρεμο και ταπεινό πολιτισμό των σκύλων. Στον τραγικό μύθο είναι έντονη η εικόνα των σκυλιών που κατασπαράζουν τα κουφάρια των πάλαι ποτέ ηρώων. Σαν ειρωνεία της ιστορίας. Ιδού όμως κι άλλα ερωτήματα από τον συγγραφέα:
" — Τί σημαίνει αυτό που πέρασε;
— Γιατί κρύβονται, σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα" ;
Γιατί η τέχνη να μην είναι επανάσταση, θα συμπλήρωνα, και να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο; Μ’ άλλα λόγια, πότε η τέχνη γίνεται ιστορία και πότε η ζωή παρωδία; Δηλαδή η ειρωνεία της ιστορίας της, της ίδιας;
Μάνος Στεφανίδης
Τέως καθηγητής του τμήματος θεατρικών σπουδών στο ΕΚΠΑ