Δύο άντρες - η ιστορία τους
Τα κλασικά, λαϊκά τραγούδια των μεγάλων μας συνθετών λειτουργούν συνήθως σαν όπερες τσέπης. Επειδή λένε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος με την οποία ο θεατής θα ταυτιστεί ώστε να την τραγουδήσει κι αυτός με τη σειρά του. Όπως συμβαίνει και με τις δημοφιλείς άριες της όπερας. Και της ιταλικής και της γερμανικής αλλά και της γαλλικής (λιγότερο). Ο στίχος, άρα, παίζει καθοριστικό ρόλο και ως εκ τούτου εμπνέει αφενός τον συνθέτη αλλά και κατευθύνει τον τραγουδιστή ως προς την ανάλογη ερμηνεία: Κωμωδία ή δράμα; Μπελκάντο ή μοιρολόι; Φρύγιος ή μιξολύδιος δρόμος; Σωτηρία Μπέλλου ή Γιώτα Λύδια; Στέλιος ή Γρηγόρης; Εδώ σας θέλω!
Ξανάκουγα με συγκίνηση δύο τραγούδια που γράφτηκαν την ίδια, πάνω - κάτω, εποχή, που αφηγούνται αντρικές ιστορίες, που ερμηνεύονται από τον Στέλιο και από τον Γρηγόρη και που γράφτηκαν από έναν λαϊκό συνθέτη με λόγια παιδεία τον Απόστολο Καλδάρα και από έναν μουσικό που έγινε ο Σοστακόβιτς της Ελλάδας, τον Μίκη Θεοδωράκη.
Πρόκειται για το τραγούδι "Απ' τα ψηλά στα χαμηλά" που κυκλοφόρησε το 1958 και που ο Στέλιος με την δραματική - λυγμική ερμηνεία του, το έκανε τεράστια επιτυχία. Και μόνο ο τίτλος του ενσωματώθηκε σαν ένα είδος παροιμίας στη καθημερινή γλώσσα. Νομίζω πως στην ουσία πρόκειται για την μελωδική μεταφορά της παραβολής του Ασώτου Υιού στα καθ' ημάς αφού ο πρωταγωνιστής παραδέχεται τα σφάλματα του και αναγνωρίζει, εκτός των άλλων, ότι προσέβαλε το όνομα του πατέρα του. Ας ακούσουμε όμως τον ίδιο τον Καρδάρα τι λέει για το συγκεκριμένο άσμα:
"...Στο κέντρο που εργαζόμουν μια εποχή στην Αθήνα σύχναζε ένας γνωστός μου στρατιώτης, οδηγός στον βασιλιά Γεώργιο. Όσο ήταν οδηγός στον βασιλιά, η ζωή του ήταν μεγαλείο. Απολύθηκε όμως κι έγινε φορτηγατζής. Μια μέρα, μετά από καιρό, ήρθε ξανά στο μαγαζί. Τον ρώτησα πού χάθηκε. «Άσ'τα φίλε Αποστόλη», μου είπε, «Απ' τα ψηλά στα χαμηλά και απ' τα πολλά στα λίγα». Ξαφνιάστηκα και του απάντησα: «Ξέρεις τι είπες τώρα;» Εκείνος φοβήθηκε νομίζοντας πως είπε κάτι που με ενόχλησε. Εγώ επανέλαβα. «Ξέρεις τι είπες τώρα; Είπες μεγάλα λόγια. Είπες μια επιτυχία». Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου κλήθηκε να συμπληρώσει τους δύο αρχικούς στίχους. Και βέβαια το έκανε πολύ καλά. Ιδού το αποτέλεσμα:
Απ' τα ψηλά στα χαμηλά
Κι απ' τα πολλά στα λίγα...
Αχ πώς κατάντησα στη ζωή
Κι από το πρώτο το σκαλί
Στο τελευταίο πήγα.
Μα κανένας δε μου φταίει
Για το χάλι μου.
Σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου.
Απ' τις κακές παρέες μου
Ήρθ' η καταστροφή μου,
Ρεζίλεψα στην τρέλα μου
Τ' όνομα του πατέρα μου
Και κλαίω απ' την ντροπή μου.
Μα κανένας δε μου φταίει
Για το χάλι μου
Σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου.
Στο πατρικό το σπίτι μου
Θέλω για να γυρίσω...
Με τι κουράγιο όμως να μπω
Και στους δικούς μου τι να πω
Πώς να τους αντικρίσω.
Μα κανένας δε μου φταίει
Για το χάλι μου
Σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου.
(Από τη βιογραφία του Αποστόλου Καλδάρα, εκδόσεις Ιανός, του Ν. Χατζηνικολάου).
Ο Στέλιος, όπως ήταν φυσικό, ταυτίστηκε με τον ρόλο των μαγικών στίχων, ένιωσε ο ίδιος "αμαρτωλός και άσωτος που ρεζίλεψε το όνομα του πατέρα του" και λειτούργησε με το μελοδραματικό πάθος ενός Ενρίκο Καρούζο. (Νομίζω ότι ο μόνος που θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί σ' αυτό το είδος της ερμηνείας εκείνη την εποχή, ήταν ο Νίκος Γούναρης). Την επόμενη χρονιά, το 1959, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει το περίφημο "Παλικάρι" σε δικούς του στίχους οι εμπνέονται σαφώς από το δημοτικό τραγούδι και τα μοιρολόγια και το εντάσσει στην ενότητα "Αρχιπέλαγος" με ερμηνείες από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη.
Κλαίνε τα δέντρα κλαίνε τα σύννεφα κι οι
φίλοι σου κλαίνε.
παλληκάρι στη δουλειά στο σπίτι
παλληκάρι
μίλαγες κι η γειτονιά μας γέμιζε πουλιά.
Άπλωνες το χέρι σου κι έκοβες το
φεγγάρι
πώς σ' έκοψε σαν λούλουδο ο Χάρος μια
νυχτιά.
Κλαίνε οι τράτες κλαίνε τα κύματα κι οι
φίλοι σου κλαίνε.
παλληκάρι στα κουπιά στο γλέντι
παλληκάρι
οι κοπελιές κεντούσανε για σένανε κρυφά
κεντούσανε τα όνειρα, τον ήλιο, το
φεγγάρι
κεντούσαν την αγάπη τους, της βάζανε
πανιά.
Κλαίνε οι ναύτες κλαίνε τα σήμαντρα κι οι
φίλοι σου κλαίνε.
παλληκάρι η μάνα σου τυλίχτηκε στα
μαύρα
τους φίλους σου τους τύλιξες φουρτούνα,
συννεφιά
το λιμανάκι ερήμωσε κι η θάλασσα
ερημώθη
κι ο ήλιος εσκαρφάλωνε και δε σαλεύει
πια.
Τί έχουμε εδώ; Πάλι ένα δράμα, τον θάνατο του παλικαριού με όλη την ιεροτελεστία του - λαϊκού - θρήνου. Ο Μίκης, ουρανομήκης, γράφει ένα ηρωικό σεντόνι για τον ναυτικό που πνίγηκε (;) στο οποίο συμμετείχε όλη η φύση, η θάλασσα κι ο ήλιος, σαν σε βυζαντινή εικόνα. Οι στίχοι του παραπέμπουν από τον Παλαμά στον Λόρκα, δείγμα της τεράστιας, φιλολογικής του επάρκειας (όπως έχουμε ξαναγράψει). Μόνο που η ερμηνεία του Γρηγόρη παραμένει "ουδέτερη", δωρικά αποστασιοποιημένη. Έστω και σαν δεύτερη, ξύλινη φωνή, πρωταγωνιστεί. Περισσότερο δίνει κουράγιο στους ζωντανούς παρά καταθλίβεται από το βάρος του θανάτου. Το ίδιο εξάλλου θα συμβεί και στην ανεπανάληπτη προσέγγιση του στον "Επιτάφιο", όπου η απώλεια γίνεται σάλπισμα ζωής. Αυτή βέβαια είναι πρωτίστως η συγκεκριμένη θέση του Μίκη στο ποίημα του Ρίτσου την οποία ως σκηνοθέτης μεταφέρει και στον "πρωταγωνιστή" του. Ο οποίος δεν έχει το φωνητικό εύρος και βάθος του Καζαντζίδη αλλά διαθέτει ένα ηχόχρωμα μοναδικής αισθητικής.
Ηχόχρωμα, νομίζω, το οποίο ορίζει έκτοτε και το διαφορετικό ήθος των δύο τεράστιων ερμηνευτών. Και οι δύο υπηρετούν την ποιητική και την ιεροτελεστία του θρήνου με τόσο διαφορετικό όμως τρόπο. Ποιός όμως μπορεί να πει ποιος είναι ο πιο σωστός; Αφού στο ελληνικό μέλος όλοι κλαίνε: Από τον Αχιλλέα στην ακρογιαλιά της Τροίας και τον Οδυσσέα βλέποντας το φάντασμα της μάνας του ως τον βυζαντινό υμνωδό που γράφει για το γλυκύ έαρ μιας παρθένας. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία δύο αντρών. Τα δύο τραγούδια και οι δύο ερμηνευτές. Έχω ξαναπεί ότι ως νέος ήμουν φανατικά με τον Μπιθικώτση και σχεδόν αποστρεφόμουν τον Καζαντζίδη γιατί εκπροσωπούσε όσα ήθελα να ξεπεράσω: τη φτωχογειτονιά, τη μιζέρια, τη μετανάστευση, το κλάμα χωρίς τέλος, το αδιέξοδο. Τώρα είμαι αθεράπευτα - καφκικά Καζαντζιδικός. Αν με εννοείτε.