Κώστας Ντιός - Πέτρος Ξενάκης - Σάββας Πουρσανίδης - Κάποιες ιστορίες
με παράξενο τέλος
" Επειδή η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος, επειδή η αισθητική
δεν είναι η ηθική του παρόντος,
επειδή η ηθική του ελληνικού παρόντος
είναι η απάτη, επειδή η αισθητική
δεν έχει παρόν εδώ στην Ελλάδα...
...η ενασχόληση
με την τέχνη στην Ελλάδα
καθίσταται πρόβλημα επείγον".
Βασίλης Ραφαηλίδης
Τρεις καλλιτέχνες που υπερασπίζονται την ιστορική παράδοση και μαστοριά της ζωγραφικής ενώνουν τις φωνές τους σε μια πολύ πρωτότυπη έκθεση. Μια έκθεση που θέλει να διαφοροποιηθεί από τις συμβατικές ομαδικές με επιμελητές - εμπόρους και καλλιτέχνες - επαίτες. Μια έκθεση, τέλος, που διαθέτει, λόγω της ποιότητας των τριών συμμετεχόντων μουσειακές προδιαγραφές. Ανάλογες του συγκεκριμένου, πολυδιάστατου χώρου.
Πιο συγκεκριμένα: Το ότι η ζωγραφική αφηγείται ιστορίες χωρίς να χρησιμοποιεί λόγια, το ξέραμε. Όπως επίσης ξέραμε ότι οι εικόνες της - ακόμη και οι πιο ενστικτώδεις ή αφηρημένες - προϋποθέτουν δυναμικά τον λόγο και την σκέψη ή παραπέμπουν, έμμεσα ή άμεσα, σε κείμενα. Είτε κείμενα γραμμένα ήδη, είτε μελλοντικά. Δηλαδή παραπέμπουν είτε σε βιωμένες αναμνήσεις, είτε σε όνειρα που τα βλέπει κανείς και με κλειστά και με ανοιχτά τα μάτια. Αφού η ζωγραφική διαθέτει τον τρόπο να δείχνει με τους τρόπους του παρελθόντος εικόνες του μέλλοντος.
Ούτως ή άλλως όμως η ζωγραφική κι ο λόγος, δηλαδή το κείμενο και η εικόνα διατηρούν σχέση ανάλογη εκείνης που συνδέει την ποίηση με τη μουσική. Ολοκληρώνει το ένα την άλλη. Με το θέατρο και τον κινηματογράφο να διατηρούν, στις πιο υψηλές εκδοχές, δεσμούς εκλεκτικής συγγένειας με την εικαστική γλώσσα. Δεν γίνεται αλλιώς. Επειδή αυτό που ονομάζουμε έμπνευση, εκπηγάζει από την ίδια, σκοτεινή κι άδηλη πηγή του υποσυνείδητου. Από εκείνη την σκιά που κυοφορεί το φως. Από τον πιο βαθύ πυρήνα της ύπαρξης. Από την πηγή για τα χρώματα και τις λέξεις και τους ήχους και τις εικόνες και τις μουσικές. Δεν γίνεται αλλιώς. Επίσης αξίζει εδώ να πούμε ότι οι τέχνες όσο πιο αυτόνομες και αυτάρκεις παρουσιάζονται, τόσο πιο άμεσα κι αβίαστα επικοινωνούν μεταξύ τους. Τόσο πιο ουσιαστικά, θα έλεγα , αλληλοσυμπληρώνονται. Ή, καλύτερα, "αλληλοερμηνεύονται".
Στο μυαλό μου έρχεται αυτή την στιγμή ο απροσδόκητος (;) διάλογος ανάμεσα στον Ραμώ και τον Τιέπολο. Ή, του Ντεμπισί με τον Μονέ. Παραδείγματα ύψιστα αυτών των "επισυνάψεων" είναι ασφαλώς η τραγωδία για τον αρχαίο κόσμο και η όπερα για τον πολιτισμό που άνθισε στη Δύση με την Αναγέννηση. Το Gesamtkunstwerk του Βάγκνερ, το συνολικό έργο τέχνης. Ο Σάββας Πουρσανίδης με τους ασπρόμαυρους ή πολύχρωμους μουσικούς του, γυμνούς και εκτεθειμένους στο πάλκο του κόσμου, είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στη μουσική και την ζωγραφική. Όμοια και ο Κώστας Ντιός με την εμμονή του στα μνημειακά μεγέθη και τις πολλές, προσωπικές μικροϊστορίες που τα συγκροτούν και οι οποίες κατά περίεργο τρόπο μάς αφορούν. Το συλλογικό δραμα σε συσκευασία τσέπης με άλλα λόγια...
Το συλλογικό που γίνεται καθολικό μέσα από το προσωπικό βίωμα αλλά και την αγάπη στην καθόλου ιστορία της τέχνης είναι και το κινούν στοιχείο της γοητευτικής ζωγραφικής του Πέτρου Ξενάκη.
Και οι τρεις αυτοί μάστορες, με την αναγεννησιακή έννοια της λέξης, πολύ σπουδαίοι κατά τη γνώμη μου, είναι ελάχιστα γνωστοί εκτός της εικαστικής μας Ιερουσαλήμ. Σημείο κι αυτό των περίεργων καιρών που ζούμε στους οποίους προβάλλονται οι μετριότητες και κυριαρχούν οι συμβιβασμένοι με τον τελευταίο συρμό. Οι θιασώτες μιας τέχνης θνησιγενούς. Τί έχω μάθει γι' αυτούς στη διάρκεια της πολύχρονης γνωριμίας και συνεργασίας μας;
Ο Κώστας Ντιός, μετά το Παρίσι, ζει και δουλεύει στην Κοζάνη, πίνοντας μπύρες και περιμένοντας την κρίση της ιστορίας, ο Ξενάκης επιμένει στα Χανιά, διδάσκοντας τον Καραβάτζο σε παιδιά και ζωγραφίζοντας θάλασσες και πρόσωπα που προσώρας δεν υπάρχουν κι ο Πουρσανίδης ζει δουλεύοντας πυρετικά κι ακατάπαυστα στο εργαστήριο και το φροντιστήριο του, ανάμεσα στην άνω πόλη Θεσσαλονίκης και τη Θέρμη, πολεμώντας με μεγέθη και ιδέες που θα τρόμαζαν τους απλούς ανθρώπους. Κοινό στοιχείο τους η αγάπη για μια ζωγραφική που με όπλο την υψηλή τεχνική αφηγείται παράξενες ιστορίες με τον πιο εικαστικό τρόπο. Πρόκειται για ζωγράφους που δεν εικονογραφούν τα θέματα τους αλλά τα υποβάλουν. Που στήνουν τις συνθέσεις τους αξιοποιώντας πανάρχαιους κανόνες αλλά και την ανήσυχη ματιά του σήμερα. Μια ματιά βαθιά επηρεασμένη από το σινεμά. Όχι βέβαια εκείνο της εύκολης διασκέδασης που ξεχνιέται μόλις καταναλωθεί αλλά εκείνο που σε ταξιδεύει, σε τρομάζει και μετά σε παρηγορεί. Ό τι δηλαδή κάνει η μεγάλη τέχνη. Επίσης άλλο κοινό τους στοιχείο είναι η θεατρικότητα, δηλαδή το γεγονός ότι κάθε πίνακας λειτουργεί σαν ένα δυνάμει μονόπρακτο, σαν ένα δράμα που το τέλος του το μαντεύει ο κάθε θεατής χωριστά.
Η ζωγραφική τους εμπεριέχει με δαψίλεια όλα τα εξής στοιχεία: Δηλαδή τη βαθιά γνώση της δυτικοευρωπαϊκής τέχνης πλάι στην έντονη εξισορρόπηση του ατομικού ιδιώματος ανάμεσα στο συναίσθημα και τον ορθολογισμό, την εμπειρία και το ένστικτο, τον σεβασμό αλλά και ταυτόχρονα την τολμηρή αμφισβήτηση της, όποιας, παράδοσης. Ιθαγενούς ή εισαγόμενης. Αλλά και πάλι όλες αυτές οι ιδιότητες θα ήταν στεγνός, επιδερμικός τύπος, αν δεν προσθέσαμε στα παραπάνω την έξοχη τους ικανότητα ν' αφηγούνται μαγικές ιστορίες με τις αινιγματικές εικόνες που για έναν περίεργο λόγο - προσωπικά δεν διαθέτω εύκολη απάντηση - μάς αφορούν όλους.
Όπως εξίσου μας ενδιαφέρουν οι περιπέτειες αλλά και το τέλος των ηρώων που διασταυρώνονται με μαεστρία στις συνθέσεις τους. Συχνά με τους τρόπους των παλιών δασκάλων. Κι όπου το αφηγηματικό - ρεαλιστικό γίνεται εικαστικό - αισθητικό. Και πάντα με το γλυκόπικρο αίσθημα του απραγματοποίητου που διαθέτουν για παράδειγμα κάποιες από τις σονάτες για πιάνο του Μότσαρτ (ιδίως η ένατη που έγραψε νεότατος στο Μάνχαϊμ μετά από έναν διαψευσμένο έρωτα). Αλλά και το χιούμορ εμπρός στην ματαιότητα των ανθρωπίνων.
Ούτως ή άλλως οι παράξενες ιστορίες τους διασταυρώνονται, επικαλύπτονται, οι ήρωες συνεχίζουν να ζουν από το ένα έργο στο άλλο σαν φαντάσματα που αρνούνται να κατέβουν στον κάτω κόσμο αλλά επιμένουν να ταράζουν τον ύπνο των ζωντανών. Υπέροχο μάθημα για τους νεότερους δημιουργούς. Αφού ό τι κι αν λέμε, όλη η ιστορία της ζωγραφικής έχει να κάνει με την περιπέτεια μιας ανάμνησης. Και ο καλός ζωγράφος, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους τρεις, διακρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την ανάμνηση αυτή ώστε να αφορά σε όσο το δυνατόν περισσότερους. Επειδή το κάθε έργο τέχνης αρχίζει από τα χέρια του καλλιτέχνη αλλά ολοκληρώνεται στην ψυχή και το μυαλό όποιου μπορεί να το αγαπήσει...