Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Cia, Cia, Cia

Ποια σκοτεινά κέντρα θέλουν να ρίξουν τον Καραμανλή; Μπορεί τέτοια υπονοούμενα ή ευθείες καταγγελίες να εκτοξεύονται εν θερμώ σε κομματικά ακροατήρια, δεν καταφέρνουν όμως να ανησυχήσουν κανέναν άλλον πλην της σκληροπυρηνικής βάσης της Ν.Δ. Μόνο που έτσι δεν κερδίζονται οι προσεχείς εκλογές. Ο Καραμανλής είναι πρωθυπουργός επειδή έπεισε μη δεξιούς ψηφοφόρους και τώρα κινδυνεύει, επειδή αυτό το επιλεκτικό τμήμα δεν έχει μέχρι τώρα πειστεί. Ο «τσαμπουκάς» είναι ένας ρόλος που δεν επιτρέπεται να επαναλαμβάνεται γιατί καταντάει μανιέρα. Ούτε πάλι ένα δημοκρατικό κόμμα μπορεί να επιβάλλει υποχρεωτική σιωπή στους εκπροσώπους του λαού. Εκτός κι αν Πολύδωρας, Μανώλης, Δαϊλάκης, Γιαννόπουλος και Cia αποτελούν όργανα της Cia. Αστειότητες. Οι δημοσκοπήσεις, κρυφές και φανερές, ασχέτως πρωτιάς, που στην παρούσα μάλλον ενδιαφέρουν τα ΜΜΕ και όχι τις πολιτικές ηγεσίες, δείχνουν το εξής: Τα κόμματα εξουσίας κυμαίνονται γύρω στο 30% και άρα δεν σχηματίζουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, όσο και αν τα πριμοδοτεί ο κιμπάρης εκλογικός νόμος. Αυτό είναι το μείζον ζήτημα, το γεγονός ότι η κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων προσώρας δεν εμπιστεύεται ούτε τον Κώστα ούτε τον Γιώργο. Αλλά μάλλον τον Οδυσσέα (τον σημερινό Κανένα). Αυτή η διαρκής κρίση του δικομματισμού αποκαλύπτει συστηματικά τη δραματική ανεπάρκεια προσώπων και μεγεθών. Το Μαξίμου δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτό που κατανοεί ο τελευταίος Δειλάκης, έστω και μετανοών: πως το Βατοπαίδι εξελίσσεται στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης, ενός τυφώνα Εφραίμ, ο οποίος σαρώνει υπουργούς, συμβόλαια υπουργικών συζύγων, κρατικούς θεσμούς και λειτουργούς. Τι τα θέλετε, το όνειρο του μέσου Ελληνα ήταν ανέκαθεν ένα σπιτάκι, αργότερα επιθύμησε και εξοχικό, δύο σπιτάκια! Οταν λοιπόν βλέπει τους ακτήμονες που ενεδύθησαν το αγγελικό σχήμα να θησαυρίζουν, αντιδρά. Περισσότερο κι από τον Κοσκωτά ή τη Siemens, το ανίερο παίγνιο με τη δημόσια περιουσία έχει προσβάλει κυτταρικά το σύνολο των συμπολιτών μας. Πρόκειται για την πασιφανή αλήθεια που μεταφέρουν στον Καραμανλή σε όλους τους τόνους οι ποικίλοι αντάρτες, αλλά αυτός ακούει σαν τη Ζαν Ντ’ Αρκ ή «άλλες» φωνές ή τη... «Σία».

8/10/2008

Ανασχηματισμός, η παιδική μου χαρά

Είναι γνωστό στα πολιτικά πηγαδάκια πως όταν ο πρωθυπουργός είναι σε δύσκολη θέση, μου τηλεφωνεί εξάπαντος. Επίσης, ο κάθε ενδιαφερόμενος γνωρίζει πως βάζω και εγώ το χεράκι μου όταν επίκειται ανασχηματισμός. Ετσι, ενώ πολλοί κατηγορούν τον αρχηγό της ΝΔ διότι επέλεξε τον άλφα ή τον βήτα υπουργό, θα ήταν δικαιότερο να τα βάζουν με εμένα. Το διάσημο άγνωστο Χ! Αλλά, φίλτατοι, εξέλιπε στις μέρες μας το πολιτικό θάρρος. Τι τα θέλετε; Θυμάμαι τώρα πως, στην πρώτη – πρώτη σύνθεση της νέας διακυβέρνησης, επέμενα για Τσιτουρίδη, Ρεγκούζα, Κεφαλογιάννη, Φώλια, Ρουσόπουλο, Βουλγαράκη, Λιάπη, Τατούλη και βέβαια για την κυρία Φάνη, παλαιόθεν φίλη της αοιδίμου μητρός μου. Ευτυχώς που ο πρωθυπουργός δεν είναι μνησίκακος και δεν διαθέτει μνήμη καμήλας. Ετσι, ακολουθώντας το έθιμο, βοήθησα αρκετά και στο κυβερνητικό σχήμα των πρόσφατων εκλογών. Επηρεασμένος από τις φωτιές, του ψιθύρισα στο τηλέφωνο: «Βάλε όσους έχεις για κάψιμο». Μη λυπηθείς κανέναν, μόνο έτσι θα παραμείνεις στο α-πυρ-όβλητο. Παράλληλα ρίχ’ τους στάχτη στα μάτια. Τι ήθελα να το πω; Αν ήμουν λίγο πιο προσεχτικός, δε θα φθάναμε σήμερα εδώ που φτάσαμε. Επίσης, έπρεπε να επιμείνω να υπουργοποιηθούν περισσότερες γυναίκες. Ιδίως διάσημες δημοσιογράφοι και σύζυγοι δημοσιογράφων. Εχουν μεγαλύτερη υπομονή, αντέχουν το ομαδικό κράξιμο και ξέρουν να αποχωρούν αξιοπρεπώς. Mea Culpa. Ο παιδιόθεν φίλος μου, Κώστας, δε φταίει σε τίποτα. Απλώς, μου έχει τυφλή εμπιστοσύνη. Sua Culpa. Προχτές το βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, χτύπησε το κινητό μου με έναν ήχο πολύ δραματικό. Ηταν εκείνος. «Δεν έχουμε πολύ καιρό», μου σφύριξε λαχανιασμένα. «Είσαι με το ποδήλατο;», τον ρώτησα, για να κερδίσω χρόνο. «Oχι, με τον Μεϊμαράκη», μου απάντησε κοφτά. «Κάτι πρέπει να κάνουμε». «Δεν περιμένουμε δύο-τρεις μήνες και να δράσουμε μετά;», του αντέτεινα, ξέροντας πως η καθυστέρηση υπήρξε ανέκαθεν η προσφιλής του τακτική. «Μη με εκνευρίζεις», μου φώναξε, τόσο θυμωμένα, ώστε μου έπεσε το τηλεκοντρόλ από το χέρι. Εβλεπα Μάκη, Βατοπαίδιο, Κιμ και Γιαννάκη. «Ξύπνα, επιτέλους» ούρλιαξε αυτός από την άλλη γραμμή, «το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει, ο κόσμος δε μου έχει πια εμπιστοσύνη, δε με θεωρεί καταλληλότερο». Δάκρυα μου ανέβηκαν στα μάτια. «Αν δεν είσαι εσύ καταλληλότερος, τότε ποιος είναι; Ο Γιωργάκης;», του απάντησα τρυφερά. «Απλώς, σκέψου ότι ο κόσμος ζει δύσκολα, είναι ανασφαλής και ανησυχεί για τα παιδιά του. Αρα, αν υπουργοποιήσεις τον Κυριάκο και τον Μιλτιάδη θα δώσεις χαρά στους γονείς τους και θα δημιουργήσεις ελπίδες στον κόσμο ότι κάποτε θα φροντίσεις και τα δικά του παιδιά». «Κα-τα-πλη-κτι-κό», άκουσα τη φωνή του από την άλλη πλευρά. Συγκινημένος, συνέχισα: «Αλλωστε ακολουθούν τη σκέψη σου. Εσύ έκανες υφυπουργό ξανά τον γαμβρό του Εβερτ και υπουργό ξανά τον υιό του Παπαληγούρα και γαμβρό του Ράλλη. Αν δεν σκέφτηκες τους γονείς τους, τότε τι σκέφτηκες;». Ο Καραμανλής με καληνύχτισε ανακουφισμένος. Κι ξανάπιασα το τηλεκοντρόλ. Στο γυαλί ο Γιαννάκης εξηγούσε πάλι στον Μάκη πόσο υπέφερε από την ασφυκτική αγάπη των διάσημων γονιών του.
5/10/2008

Ο θυμός του Καραμανλή

Βλέπω και ξαναβλέπω το βίντεο του Καραμανλή στην Κεντρική Επιτροπή και προσπαθώ να καταλάβω γιατί θύμωσε τόσο πολύ μαζί μου. Πώς είναι δυνατόν να του πέρασε από το μυαλό ότι τον υπονομεύω, ότι θέλω να ρίξω την κυβέρνησή του. Γιατί εξοργίστηκε τόσο πολύ εναντίον μου ο πρωθυπουργός; Επειδή, δεν μπορεί, με μένα τα είχε, εμένα κοίταζε με ένα βλέμμα όλο περιφρόνηση. Ομως, τι του έκανα; Μήπως δεν τον υπερψήφισα το 2004, δίνοντάς του μάλιστα ισχυρή πλειοψηφία, ώστε να πραγματοποιήσει το πρόγραμμά του δίχως προσκόμματα; Δεν τον ξαναψήφισα πέρσι αποδεχόμενος την αιτιολογία που προέβαλε για την, πολιτικά, ενισχυμένη σύνταξη ενός δύσκολου Προϋπολογισμού; Μισθωτός είμαι και εγώ, ξέρω από δυσκολίες προϋπολογισμών, έστω και οικογενειακού διαμετρήματος. Εκτός πάλι και εάν φταίω εγώ επειδή αυτός ο περιλάλητος Προϋπολογισμός έπεσε έξω πριν καν έρθει η ώρα του νέου. Αν εγώ φταίω για τους ατυχείς χειρισμούς ή τους λανθασμένους υπολογισμούς, αναλαμβάνω ακέραια την ευθύνη. Αλλά όσο και αν ανακρίνω αυστηρά τον εαυτό μου, διαπιστώνω πως δεν είμαι εγώ ο φταίχτης. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι μπορεί να του χάλασε τη διάθεση η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το ντόμινο που άρχισε από τις τράπεζες της Αμερικής και συνεχίζει με τις τράπεζες της Ευρώπης. Αν είναι έτσι, το καταλαβαίνω. Ομως, μπορεί να υπονομεύσουν την κυβέρνηση της Ν.Δ. οι τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ΗΠΑ; Μήπως δεν κάνουμε πάντα ό,τι μας παραγγέλνουν; Μήπως δεν τους εμπιστευόμαστε τα αποθεματικά των ασφαλιστικών μας ταμείων; Αν αυτοί μας υποβλέπουν, τότε έφτασαν τα ύστερα του κόσμου. Τότε δεν κατέρρευσε μόνον ο υπαρκτός σοσιαλισμός, αλλά κλυδωνίζεται και ο υπαρκτός καπιταλισμός! Που να πνιγούνε όλοι στη λίμνη Βιστωνίδα, Θεέ μου συγχώρα με. Αν η αγορά δεν αφήνεται να αυτορρυθμίζεται και το κράτος να εθνικοποιεί τράπεζες, τότε ανασταίνεται η σοσιαλμανία. Η γυναίκα μου, θέλοντας να με παρηγορήσει, μου λέει πως ο πρωθυπουργός δεν έχει θυμώσει με εμένα, αλλά με τον Τατούλη. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ο Τατούλης υπήρξε υφυπουργός του Καραμανλή και είχε καταγγείλει εγκαίρως και τον Ζαχόπουλο και τον Βουλγαράκη. Από την άλλη, έχει τόση δύναμη ο Τατούλης ώστε να στεναχωρεί κοτζάμ Καραμανλή; Ωστε να μπορεί να τον ανατρέψει; Μήπως όλα αυτά είναι ρόλοι πολύ καλά παιγμένοι μεν, αλλά καθόλου πρόσφοροι πια; Αυτά σκέφτομαι και τώρα αρχίζω να θυμώνω εγώ…
1/10/2008

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

FAQ

Κείμενά μου δημοσιεύονται κανονικά κάθε εβδομάδα στο freepress «FAQ» από το νούμερο 18. Δείτε στο www.faqpress.gr.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ, Η ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ

Επειδή τα πράγματα είναι όπως είναι, τα πράγματα δεν θα παραμείνουν όπως είναι…
Μπέρτολντ Μπρεχτ


Ο κ. Λιάπης μου είναι πολύ συμπαθής. Είναι κομψός, διαθέτει χαριτωμένα αμήχανο χαμόγελο, παίξαμε μπάλα μαζί πριν από πολλά χρόνια, έχει τον αέρα του πολιτικού τζακιού απ’ το οποίο προήλθε. Ο Μιχάλης ανατράφηκε για να γίνει υπουργός (τουλάχιστον) κι αυτό φαίνεται σε κάθε του κίνηση. Η οποία είναι συγκαταβατικά ευγενής και ευγενικά συγκαταβατική. Είναι δηλαδή η συμπεριφορά κάποιου που ως πορφυρογέννητος έμαθε από νωρίς να δίνει διαταγές, να ταξιδεύει «business class», να ανήκει σε μιαν νομενκλατούρα και να διαφοροποιείται απ’ το πόπολο. Ήταν μόλις 30 ετών όταν έγινε διευθυντής προσωπικού στην Προεδρία της Δημοκρατία και έκτοτε συνόδευε τον θείο του σ’ όλα τα επίσημα και ιδιωτικά του ταξίδια. Οι αστακοί που έχει καταναλώσει στην αβροδίαιτη ζωή του θα γέμιζαν όλη τη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου. Οι αστακοί μεγαλώνουν στη λάσπη του βυθού. Ο κ. Λιάπης υποστηρίζει ότι δέχεται λάσπη με τους τόνους. Οι φρέσκοι τόνοι που έχει επίσης γευστεί στην πολυκύμαντη σταδιοδρομία του ανταγωνίζονται τους αστακούς. Η, έστω, υπερβολική ή σατιρική παρουσίαση της πραγματικότητας δεν συνιστά ύβρη. Ειδικά όταν αναφερόμαστε σ’ ένα δημόσιο πρόσωπό το οποίο διαχειρίζεται κρατικά κονδύλια, εκπροσωπεί σε θεσμικό επίπεδο τον πολιτισμό του τόπου και διεκπεραιώνει υποθέσεις που μας αφορούν όλους. Τα παραπτώματα για τα οποία εγκαλείται ο κ. υπουργός είναι κατ’ αρχάς αισθητικής τάξεως. Όλα τα άλλα έπονται. Ο κ. Λιάπης όφειλε να ζει τον μονήρη και ασκητικό βίο του θείου του ο οποίος «πέτρωσε τη καρδιά του» κατά τη χαρακτηριστική του έκφραση στο όνομα του καθήκοντος. Όπως εκείνος το αντιλαμβανόταν. Η Ιστορία τον έχει, ήδη, κρίνει. Ο κατιών του απόγονος όμως θεώρησε το dolce farniente ως μείζον πολιτικό επίτευγμα. Στο υπουργείο συγκοινωνιών εισήλθε και εξήλθε αθώος του αίματος, στο ΥΠ.ΠΟ μετά την πτώση του Ζαχόπουλου αποφεύγει να υπογράψει οτιδήποτε για να μην εκτεθεί! Έτσι το τέλμα διαιωνίζεται. Ο πρωθυπουργός θεώρησε λανθασμένα πως στο δραματικά υποβαθμισμένο από τη Ν.Δ. υπουργείο πολιτισμού –ποιος μπορεί να ξεχάσει το πέρασμα του Μπομπ Βουλγαράκη; -θα ήταν ο ξάδελφος του ασφαλής εγκαινιάζοντας εκθέσεις ζωγραφικής. Σφάλμα. Τώρα ο κ. Λιάπης πρέπει να υπογράψει ένα τουλάχιστον έγγραφο: Τη παραίτησή του.
Τι όμως του καταλογίζεται και πώς τίθεται θέμα πολιτικής ευθύνης και ηθικής τάξεως; Ο υπουργός εφωράθη –εξ ου και η λέξη «αυτόφωρο» -να συνδιασκεδάζει με ανθρώπους του κοινωνικοοικονομικού κατεστημένου οι οποίοι είχαν και έχουν βλέψεις σε κρατικές αναθέσεις. Θα μου πείτε με ποιόν θέλατε να κάνει παρέα ο κ. Λιάπης; Με τον Καταλειφό, τον Μαρμαρινό ή τη Σαβίνα Γιαννάτου; Με τον Καβάκο, τη Μάνια Παπαδημητρίου ή τον Γιάννη Βαρβέρη; Ο minister όπως κάθε minister συναγελάζεται τους ομοίους του. Είναι χαρακτηριστικό πως η συντριπτική πλειοψηφία των υπουργών πολιτισμού πρωτομπήκε στην Εθνική Πινακοθήκη στο εικοσαετές τουλάχιστον διάστημα που εγώ υπηρετούσα εκεί, αφού κατέλαβαν τον υψηλό θώκο τους. Και βέβαια αμέσως άρχιζαν να μιλούν περί παντός επιστητού (εξ ου και «επιστήμη») για αρχαιολογία, τέχνη, λογοτεχνία, όπερα, κλπ. Ο επαγγελματισμός, αν όχι ανύπαρκτος, τουλάχιστον ρηχός και διεκπεραιωτής. Καμία υψηλή ιδέα ή μεγαλόπνοη σύλληψη.
Διερωτώμαι λοιπόν ποιοί είναι οι σύμβουλοι του κ. Λιάπη. Ποιοι τον συμβουλεύουν για να κάνει όσα κάνει (ή μάλλον δεν κάνει). Από ποια κομματικά γραφεία έχουν προέλθει, άγευστοι των τεχνών και ανέραστοι ως προς τις Μούσες όπως και ο προϊστάμενός τους; Διαθέτουν βέβαια ύφος Umberto Eco, δηλαδή το ύφος της εξουσίας. Αν έκαναν τουλάχιστον και κάτι περισσότερο από το να παρακολουθούν ποδοσφαιρικές αγώνες. Γι’ αυτό σας λέω: Ο κ. Λιάπης πρέπει να παραιτηθεί τάχιστα για λόγους κυρίως αισθητικής. Γιατί δεν έχει κατανοήσει ποια είναι τα πολιτικά του λάθη. Κι επειδή μπέρδεψε ασυγχώρητα το δημόσιο με το ιδιωτικό. Πως λεγόταν η παλιά καλή ταινία; «Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές». Πριν την χούντα ο μακαρίτης Γαρουφαλιάς δεν εκτίθετο ποτέ στην παρέα του Φιξ ή του Νιάρχου. Η τότε νομενκλατούρα ήξερε να διαφυλάσσει τα συμφέροντα της διαθέτοντας μιαν συγκεκριμένη αισθητική. Τηρούσε τα προσχήματα. Η πολιτική αιδώς απωλέσθη οριστικά με τους πεινασμένους του ΠΑΣΟΚ και τους χορτάτους της ΝΔ. Ο κ. Λιάπης ενώ διαθέτει χαρέμι ολόκληρο γραμματέων καταδέχθηκε να του κλείσει το ξενοδοχείο στη Γερμανία η Siemens. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έκανε παρέα με τον Κουν, τον Χατζιδάκι και τον Μόραλη. Οι επίγονοι του με τους Χριστοφοράκους, τους trendy εφοπλιστές και τους Ζαχόπουλους. O tempora o mortes.

ΥΓ. : Τι περιμένετε από έναν τόπο που οι μπασκετμπολίστες είναι καλύτεροι από τους πολιτικούς του;

Για τη απώλεια του λαϊκού και το κόστος της

Ξέρετε τι σημαίνει glocalisation, ethnic, folk-art; Είναι διαχείριση των τοπικών πολιτισμών, των cultures του Lyotard, εντός των ορίων του συστήματος, δηλαδή της παγκοσμιοποιημένης εκδοχής του κόσμου μας. Το global συγκρούεται με το local και ο λαϊκός πολιτισμός είτε μουσειοποιείται καθιστάμενος folkart -έντεχνη παρουσίαση του λαϊκού που αποσπάται από τον φυσικό του χώρο - είτε γίνεται ethnic δηλαδή εμπλουτίζεται από στοιχεία άλλων τεχνών (jazz, rock, ambient κ.ά.), ένα πολιτιστικό mixage.
Η glocalisation είναι η χειροπιαστή αμηχανία μας να υπερασπιστούμε ένα παρελθόν που δεν επαρκεί για τις σύγχρονες ανάγκες κι ένα παρόν που πλέει στο αμνιακό υγρό του χρόνου, χωρίς ταυτότητα. Στην πατρίδα μας, η κυριαρχία του «λαϊκοέντεχνου» λαϊκισμού με όλα του τα πολιτικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα και η ταχύτατη εξαφάνιση ενός υψηλόφρονος αστισμού δημιούργησαν το κοινωνικό εκείνο ίζημα το οποίο περιέχει νεόπλουτους αγράμματους, μικροαστούς ζηλόφθονους και λούμπεν στοιχεία χωρίς συνείδηση της ιδιαιτερότητάς τους. Και όσον αφορά στην εξαφάνιση της αστικής παιδείας που εκπροσωπούσαν ο Εμπειρίκος, ο Τσαρούχης ή ο Σεφέρης με τον κοσμοπολιτισμό τους, μικρό το κακό γιατί αναφερόταν ανέκαθεν σε μειονότητες. Το μέγα κακό προήλθε από την εξαφάνιση -καλύτερα ισοπέδωση- του λαϊκού χάριν κάποιων «εκσυγχρονισμένων» συμπεριφορών και μιας θεοποιημένης, μικροαστικής συνείδησης. Η τηλεόραση συμβάλλει καίρια στην επιβολή του λαϊκίζοντος εις βάρος του λαϊκού και στην ομογενοποίηση ενός κάποτε πολύχρωμου στην αυθεντικότητά του πληθυσμού. Η εμπορευματοποίηση του λαϊκού φολκλόρ, η εξαφάνιση των αγροτικών κοινωνιών και η χύδην ζωή στα αστικά κέντρα έδωσαν τη χαριστική βολή στον πηγαίο λαϊκό άνθρωπο: Στους πρωταγωνιστές του «Δράκου» του Κούνδουρου, στον λοχία -δεν έχει όνομα! -της «Ευδοκίας», στους αεικίνητους Βέγγο και Χατζηχρήστο, των «ταινιών γέλιου». Η λαϊκότητα πλέον θα γίνει κατ' εξοχήν αξία της κουλτούρας της Αριστεράς και σταδιακά από τα Μακρονήσια θα περάσει στη δισκογραφία και τις συναυλίες. Ο «Επιτάφιος» π.χ. των Ρίτσου - Θεοδωράκη με τον ασκητικά εμβληματικό Μπιθικώτση εκφράζει περισσότερο ένα ήθος και μια στάση ζωής και λιγότερο μιαν ιδεολογία ή μιαν αισθητική.
Έκτοτε, η Αριστερά γραπώθηκε απ' αυτές τις κυτταρικές μορφές ώσπου τις εξήντλησε αυτοεξαντλούμενη. Σήμερα, ο πολλαπλός Θεοδωράκης παντού είναι η ακραία συνέχεια μιας φόρμας που κατέληξε σε φολκλόρ. Η απώλεια του λαϊκού είναι το χειρότερο πολιτιστικό πλήγμα που δέχθηκε μεταπολεμικά ο τόπος και εν πολλοίς αυτό που προκάλεσε διαλεκτικά και την απίσχνανση του όποιου μοντέρνου στην ίδια εποχή. Η εξίσωση μοιραία καταλήγει σε ψευδολαϊκότητα που συνεπάγεται ψευδομοντερνισμό. Πιο απλά, δεν μπορεί να υπάρξει ο Κανιάρης χωρίς τον Τσαρούχη και εκείνος χωρίς τον Κόντογλου και τον Παρθένη. Ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης δεν εξισώνονται προς τον Σκαλκώτα, αλλά αποτελούν την αναγκαία περιρρέουσά του ατμόσφαιρα διαμορφώνοντας αισθητικά έναν ολόκληρο λαό. Η λογική τους συνέχεια είναι οι Χατζιδάκις-Θεοδωράκης και η αναίρεσή τους ο σημερινός φασισμός του «λαϊκοέντεχνου» και η δεσποτεία των έθνικ ατάλαντων. Στις ΗΠΑ ανάλογα η jazz και τα blues, ο Cole Porter και ο Duke Ellington αποτελούν το έδαφος για να στηριχθούν συνθέτες όπως ο Aaron Copland ή Charles Parker. Το επόμενο βήμα είναι η παγκοσμιοποιημένη ποπ Madonna και ο εκχυδαϊσμός του όποιου προσωπικού ύφους. Για μας, πάντως, η απώλεια του λαϊκού πληρώνεται με πανάκριβα λύτρα πολιτιστικής εξαθλίωσης, χωρίς να κερδίζεται το ελάχιστο αυτοκριτικής ή αυτογνωσίας.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ SIEMENS ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΟΥΚΩΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ

Ελλάς - Βέγκας! Το προσομοίωμα που πλασάρεται από τα ηλεκτρονικά μέσα ως πρόσωπο της πατρίδας με τα ανθρωποειδή, άφυλα αλλά κυρίως άφιλα, που περιφέρονται στις γυάλινες οθόνες ως ιδανικοί Έλληνες. Αυτούς που οι πιτσιρίκοι με το μπουκωμένο από χάμπουργκερ στόμα και τα μπουκωμένα από Φοίβο remix αυτιά , θαυμάζουν και μιμούνται. Μπουκωμένα μάτια. Σκεφθείτε έναν προς έναν όλους αυτούς που αφήνετε κάθε μέρα να κυκλοφορούν ασύδοτοι σπίτι σας λέγοντας άρρητα αθέμιτα σε τρισβάρβαρα ελληνικά, τα οποία ρουφάνε οι άμοιροι ελληνικών βλαστοί σας. Μετρήστε τους ψύχραιμα και βαθμολογήστε τους. Τι αξίζουν, αλήθεια, μακριά από την τηλε-άλω και την τεχνητή χρυσόσκονη που τους χαρίζει το μέσον; Απλώς μηδενικά, πεινασμένα για κέρδος και εξαρτημένα από το ναρκωτικό της προβολής, πολύ κατώτερα από τον μέσο Έλληνα που και ευπρεπής είναι και καχύποπτος προς όλο αυτό το φωνασκούν σούργελο. Απλώς δεν έχει πολλές επιλογές εκτεθειμένος στο χτικιό της άνευρης, παθητικής διασκέδασης.
Αυτό γνωρίζοντας κι εκείνοι, κατεβάζουν συνειδητά τον πήχυ κάθε χρόνο και περισσότερο μένοντας πιστοί στις εντολές των αφεντικών τους. Όσο πιο ευχειραγώγητο γίνεται το πλήθος, όσο πιο πολύ μαζικοποιείται ο πολίτης, τόσο πιο εύκολα διατίθενται τα προϊόντα της παντοδύναμης τηλε-αγοράς, πνευματικά και υλικά. Μαζική κατανάλωση, κουλτούρα του ευδαιμονισμού χωρίς τύψεις και πολιτισμικός πανθεϊσμός πάνε μαζί.
Κάποτε λέγαμε «μολών λαβέ», στον τόπο αυτό, σήμερα λέμε «Cash and Carry»· και πορευόμαστε αμέριμνοι ανατρέφοντας προγλωσσικούς γραικύλους ή τεχνοκράτες μεταρρυθμιστές. Οπαδούς της κάθε μορφής συναίνεσης, δηλαδή της «υποχώρησης για το καλό μας». Θυμάστε τους θιασώτες του «Ναι» στο σχέδιο Ανάν, το οποίο εκτούρκιζε «δημοκρατικά» το νησί καταλύοντας την με αίματα κερδισμένη Κυπριακή Δημοκρατία; Σήμερα, το «όχι» των Κυπρίων -αλλά και των Ελλαδιτών- υποχρεώνει το αγέρωχο κατεστημένο της γείτονος ν' αναγνωρίσει τη Λευκωσία αν θέλει έστω και ειδική σχέση με την Ε.Ε.. Κανένα «ορθολογικό» και «πραγματιστικό» σχέδιο, βλέπετε, δεν μπορεί να τεθεί υπεράνω της Ιστορίας. Μόνοι όσοι πάσχουν από ηθικό αλτσχάιμερ ξεχνούν τόσο εύκολα το σπάταλα χυμένο αίμα. Η Ιστορία, πάντως, έχει την ηθική της όπως και η ηθική την αισθητική της.
Για κάποιους, όλα αυτά είναι «λεπτομέρειες», για μας ουσία. Σε δύο πράγματα αδυνατεί να επιβληθεί η λογική: στο θάνατο και τη βλακεία. Και το παράδοξο: οι Ελληναράδες να διπλώνουν με τη σημαία τους μπασκετμπολίστες της Εθνικής αλλά να λησμονούν τα Ίμια ή την Κύπρο. Στη μεταμοντέρνα Ελλάς-Βέγκας κάθε οχληρή ανάμνηση, κάθε δυσάρεστη σκέψη απωθούνται στο απευθυσμένο της συνείδησης για να κυριαρχήσει η βλακώδης ευτυχία και το μελό της τηλε-εικόνας.
Η τηλεόραση, εκτός από το να πουλάει ή να τζιράρει τεράστια ποσά, λειτουργώντας σαν αχανής αγορά που εμπορεύεται χύδην εικόνες ή να καταναλώνει κανιβαλικά εκείνα τα πρόσωπα τα οποία προς στιγμήν αποθεώνει, μπορεί να καταστεί και διαμορφώτρια κριτικής γνώμης, κουλτούρας και αισθητικής. Να είναι σχολείο που θα ψυχαγωγεί διαμορφώνοντας τα κυρίαρχα πρότυπα χωρίς κατ' ανάγκη να καταφεύγει στη χωματερή των εικόνων για ν' ανασύρει είδωλα. Απ’ την άλλη το σύστημα θέλει το χρόνο χωρίς «ιστορία», τη λέξη χωρίς το νόημα της και η εικόνα χωρίς τη σάρκα της.