Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Το αβγό και το τσόφλι του

 Σάββας Πουρσανίδης, Μπάντα, 2010 (λεπτομέρεια). 
Το έργο είναι κάρβουνο σε μουσαμά και έχει μήκος 9μ.!
Εκτίθεται ως το τέλος Νοεμβρίου στην Αποθήκη 9 του λιμένος Θεσσαλονίκης.

Αν πολιτισμός είναι ο καθολικός ιστός που συνέχει τις ανθρώπινες συλλογικότητες με τις δραστηριότητές τους, τότε και η εξουσία, ως μορφή διοίκησης και ελέγχου αυτών των δραστηριοτήτων, αποτελεί μια ακόμη εκδήλωση πολιτισμού (όπως εξάλλου η ιεροτελεστία του πολέμου, οι θρησκείες, η τέχνη, το δίκαιο κ.λπ.). Πρόκειται, πιο απλά, για ένα υποσύνολο που όμως έχει τη δυνατότητα να καθορίζει δραματικά τη λειτουργία του συνόλου, όπως ο υπηρέτης του κ. Πούντιλα στο θεατρικό του Μπρεχτ, ποδηγετεί το αφεντικό του.

Η τέχνη, πάλι, αφορά σε πολύτιμες ατομικότητες που όμως μπορούν να μιλήσουν καίρια -και έγκαιρα- εκ μέρους του συνόλου. Και μάλιστα μ' έναν τρόπο που αδυνατεί να μιμηθεί η εξουσία και οι φορείς της (όσο κι αν θα το ήθελαν). Θυμηθείτε για παράδειγμα τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε τότε η λιτή δήλωση του Σεφέρη εναντίον των συνταγματαρχών. Επίσης η τέχνη, ως υποσύνολο του πολιτισμού όπως είπαμε, εκφράζει κατά βάθος ένα modus moriendi (μια στάση ως προς το θνήσκειν), ενώ ο πολιτισμός αποτελεί σταθερά κατάφαση, ένα modus vivendi.

Και η εξουσία όμως, το σύστημα δηλαδή ελέγχου των ανθρώπινων συλλογικοτήτων, ενδιαφέρεται για ευρύτερες καταφάσεις και γι' αυτό αναφέρεται μεν αξιωματικά στον «λαό», αντιμετωπίζοντάς τον όμως στην εκπτωτική του διάσταση.

Άλλοθι της εξουσίας, όπως υπογραμμίζει και ο Μακιαβέλι, αποτελεί το γεγονός πως και η δημαγωγία και ο λαϊκισμός και το πολιτικά συμφέρον αποτελούν πολιτιστικά επιφαινόμενα των ζευγών πόλις-πολίτης και πολιτισμός-πολιτική. Κατά βάθος, λοιπόν, η εξουσία διαχειριζόμενη συλλογικότητες και προσβλέποντας σε υποκείμενα -στα καθ' ημάς ο Weber δεν πολυβοηθάει θεωρητικά εφόσον πρόκειται χυδαϊστί για «ψηφαλάκια»- αντιπαρατίθεται μοιραία προς την τέχνη και την εγγενή τάση της να την αμφισβητεί διεκδικώντας όχι το εφικτό αλλά το ιδανικό.

Επίσης θέλει να ενσωματώσει στην πρακτική της εκείνη τη διάσταση του πολιτισμού που τη συμφέρει άμεσα: τουτέστιν, την πολιτική προπαγάνδα, την πιο προφανή κουλτούρα της εξουσίας. Στην εποχή του πάπα Ιουλίου Β', ενός πραγματιστή άθεου, λεγόταν Cappella Sixtina και έφερε την υπογραφή μιας απόλυτης μεγαλοφυΐας. Στις μέρες μας μπορεί να είναι ένα dvd που το τολμηρό του περιεχόμενο δεν αποκλείει την αισθητική του αξία. Η πρωτοποριακή έκφραση, με άλλα λόγια, μπορεί να επιτευχθεί με ελάχιστα μέσα.

Τέλος η, όποια, εξουσία επιμένει στο πρόδηλο, ενώ η τέχνη, κατ' εξοχήν υποκειμενική, θηρεύει το αφανές. Έτσι ανάμεσά τους υψώνεται ένας τοίχος ασυνεννοησίας.

Αν δεν με πιστεύετε, προσέξτε τ' αμήχανα χαμόγελα των πολιτικών όταν, υποχρεούνται να, συνυπάρχουν μ' εκπροσώπους του πολιτισμού αλλά και πόσο αισθάνονται στα νερά τους όταν φωτογραφίζονται με επιχειρηματίες. (Λογικό· αμφότεροι υδρεύονται από την ίδια, κρατική, κρήνη).

Ανέκαθεν, πάλι, οι άνθρωποι του πολιτισμού στρέφονταν προς την αριστερά -το αντίθετο συμβαίνει μόνο παραμονές εκλογών- γιατί εκεί έβρισκαν μιαν στοιχειώδη παραμυθία σε σχέση με το οραματικό που σας ανέφερα, η αριστερά όμως έστω κι αν δεν κυβέρνησε ποτέ στον τόπο μας, αποτελεί πάντα μια μορφή πολιτικής εξουσίας και, όπως κάθε εξουσία, παραμένει συντηρητική στον πυρήνα της. (Εξ ου και η πασιφανής αμηχανία ως προς μιαν αριστερή πολιτική της που να ριζοσπαστικοποιεί τον πολιτισμό. Κι εδώ, δυστυχώς, δεν έχει τσίπρα επάνω της). Αλλά και όπου άσκησε εξουσία, κατέφυγε στους πιο ζντανοφικούς ακαδημαϊσμούς (ο Σοστακόβιτς αποτελεί αμφίστομο παράδειγμα).

Παρ' ότι λοιπόν το ζευγάρι αριστερά-πολιτισμός υπήρξε του συρμού για πολύ, μάλλον σήμερα δεν τραβάει το τρένο (ο συρμός δηλαδή). Η έλλειψη βαθύτερης παιδείας και καλλιέργειας είναι ψηλαφητή σ' όλο το φάσμα της πολιτικής ηγεσίας.

Η συνακόλουθη παρακμή των ομόκεντρων κύκλων τέχνης και πολιτισμού είναι αναπόδραστη. Το κυρίαρχο καταναλωτικό μοντέλο προβάλλει τον ηδονισμό με τόσο χυδαίο τρόπο ώστε το όποιο αίτημα για πνευματικότητα καταντά ύβρις.

Κοντολογίς ο πολιτισμός είναι το όλον, το αρχετυπικό αβγό της ανθρώπινης κοινωνίας, ενώ η εξουσία αποτελεί το κέλυφος που το συγκρατεί. Όταν οι εκπρόσωποι της εξουσίας είναι στοιχειωδώς καλλιεργημένοι, π.χ. οι Μέδικοι, ο Φρειδερίκος ο Μέγας, ο Τολιάτι, ο Αλεξ. Παπαναστασίου, ο Πομπιντού, ο Π. Κανελλόπουλος, απολαμβάνουν σεμνά και τον κρόκο και τ' ασπράδι.

Όταν είναι βουλιμικοί, βιάζονται, λόγω αγνοίας, να φάνε το αβγό τους με τα τσόφλια.

Σας θυμίζω τι ζήσαμε στο δικτατορικό kitsch αλλά και στην εποχή του «πολιτισμού των πολιτισμών». Στην εποχή δηλαδή μιας μελαγχολίας που παρατείνεται. Κάποιοι θα πουν «Σιγά τ' αβγά!». Η κρίση όμως του τόπου όλο και βαθαίνει.


«Ίμερος ή η Εκδίκηση της Σελήνης»

 
 
 
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ 
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΑΜΙΟΥ


Η Γκαλερί Σκουφά, οι εκδόσεις Μίλητος και ο Παύλος Σάμιος σας προσκαλούν το Σάββατο 10 Νοεμβρίου στη 1μμ. στην παρουσίαση του βιβλίου «Ίμερος ή Η Εκδίκηση της Σελήνης».

Το βιβλίο, με ζωγραφική του Παύλου Σάμιου, πεζά και έμμετρα κείμενα του Μάνου Στεφανίδη και ένα ποίημα του Νάσου Βαγενά, θα παρουσιαστεί κι από τους τρεις στο πλαίσιο της έκθεσης ζωγραφικής ‘Επί Χάρτου’ στον χώρο της γκαλερί.




Σκουφά, Σκουφά 4, Κολωνάκι, 2103643025,  info@skoufagallery.gr, www.skoufagallery.gr

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Ανδρέας Δεβετζής. Απρόσωπες πολυκατοικίες, προσωπεία ύπαρξης και οι ψυχές τους.

Απόσπασμα από τον κατάλογο της έκθεσης του Α. Δεβετζή, η οποία εγκαινιάζεται την Τετάρτη 7/11 στη Γκαλερί Titanium, Βασ.Κωνσταντίνου 47, στις 8μμ.
Την έκθεση θα προλογίσει ο Μ.Σ.





Μέσα απ' το φως ακόμη και το κενό αποκτά υπόσταση. Και η τέχνη είναι εκείνος ο Λαβύρινθος, στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο κι όχι στην είσοδο. M.Σ.


ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τέχνη είναι το κλάμα μας αλλιώς, και το γέλιο μας βέβαια. Σπανιότερα όμως. Την τέχνη γεννούν ο έρως, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης και η κοινωνική ανάγκη. Η ευκολία την εκφυλίζει, η εγωπάθεια την ακυρώνει, το δράμα την σώζει. Εξάλλου, μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί ελεηθήσονται. Η τέχνη λοιπόν είναι το έλεος σ' έναν ανήλεο κόσμο. Είναι επίσης η δύναμη που προκύπτει από την αδυναμία μας. Εδώ ακριβώς έγκειται και το θαύμα της. Η τέχνη, τέλος, περισσότερο από «έργα» ή «αριστουργήματα» συγκροτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο του υπάρχειν. Και καθιστά καλλιτέχνη όποιον υιοθετεί αυτόν τον τρόπο, ενώ περιφρονεί βαθιά τις τρέχουσες πόζες, τις εμμονές περι την κατανάλωση ή την επίδειξη, την αγραμματοσύνη που περνιέται για στιλ, τα δάνεια φώτα που σβήνουν μ' ένα «κλικ» και χλευάζει όσους την ταυτίζουν με την ιδιοκτησία. Η τέχνη μπορεί, μην το ξεχνάτε, ν' ανήκει σε όλους, πλούσιους ή πένητας, με μιαν αμείλικτη δημοκρατία. Προσοχή όμως. Οι εγκλώβισμένοι στον ματεριαλισμό δύσκολα ραντίζονται από την δρόσο της πνευματικότητάς της και ευκολότερα βολεύονται με υποκατάστατα. Η τέχνη επαφίεται τόσο στην παιδεία όσο και στο ένστικτο, τόσο στο λαϊκό, δηλαδή το συλλογικό, – υπόστρωμα της κάθε ατομικότητας- όσο και στο υποκείμενο, τον μοναδικό της πυρήνα. Η τέχνη είναι πολύτιμη επειδή δεν μπορούμε να την ορίσουμε επακριβώς. Όπως λ.χ. ορίζουμε ένα, έστω, πολύπλοκο μηχάνημα ή ένα φυσικό φαινόμενο. Η τέχνη γεννιέται με την αστραπή και με την αστραπή πεθαίνει. Είναι σκοτεινή και απρόσιτη στους γελοίους που την υποτιμούν νομίζοντας πως την έχουν κλειδωμένη στα μικροαστικά τους ντουλάπια ή τα μουσειάκια της πλάκας. Ενώ είναι γενναιόδωρη και παρηγορητική στους αθώους και τους αναμάρτητους, σαν τον Ντον Τζιοβάνι και τον Βαν Γκογκ, και στους ελαφροΐσκιοτους ή σαλούς σαν τον Χαλεπά, τον Στέρη ή τον Σκλάβο. Όσοι πάλι αμαρτάνουν για χάρη της καθαγιάζονται αυτόματα, σαν τον Βιγιόν, τον Καραβάτζο, τον Ρεμπό ή τον Εμπειρίκο. Οι αστοί έχουν περισσότερες πιθανότητες μαζί της παρά οι προλετάριοι (ιδιαίτερα όταν πλουταίνουν προς εκδίκηση) μόνο που έχουν εκλείψει οι αστοί σήμερα. Σαν τον Κώστα Παπαϊωάνου, τον Κοσμά Πολίτη, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Δημήτρη Καπετανάκη, την Κοραλία Θεοτοκά, τον Γιώργο Μαυροϊδη,τον Νίκο Εγγονόπουλο, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Γιώργο Μακρή, τη Φλέρη Νταντωνάκη, τον Μόραλη, τη Χρύσα και τον Νίκο Κεσσανλή, τον Χειμωνά, τον Κούνδουρο, τη Μαρία και τον Βλάση Κανιάρη κι οσους από την αριστερά συνδυάζουν πνευματικότητα και αριστοκρατία, δηλαδή εγκράτεια και συγχρόνως περιφρόνιση στη νεοπλουτίστικη λίγδα.




ΟΙ ΨΥΧΕΣ
Πώς ζωγραφίζονται οι ψυχές; Ο Γκρέκο το έμαθε από τη βυζαντινή παράδοση και τις εικόνες της “Κοιμήσεως”. Γι' αυτό στην “Ταφή του Κόμητα Οργκάθ” ένας Άγγελος κρατάει τη ψυχή-φάσμα του νεκρού. Ο Ανδρέας Δεβετζής είναι ένας σύγχρονος ζωγράφος, ευαίσθητος, παρατηρητικός, τελειομανής – χωρίς όμως τις εμμονές του δήθεν μοντέρνου- ο οποίος θέλει να ζωγραφίζει τα πράγματα αλλά και την ψυχή τους, το φως αλλά και το μυστήριο που το συνοδεύει, τις σκιές αλλά και την απελπισία που τις νοηματοδοτεί, τα πρόσωπα αλλά και την αύρα τους, τα κτήρια αλλά και την ιστορία τους, τα σώματα αλλά και τον καϋμό τους. Σ' όλη του τη ζωγραφική έρευνα ως σήμερα ζωγραφίζει το οπτικό ερέθισμα αλλά και το “άλλο”, τα πράγματα, τα πρόσωπα, τους χώρους αλλά και το αίνιγμά τους σαν ένα σημερινό σχόλιο στα επιτεύγματα της pittura metafisica έναν αιώνα πριν.
Έλεγε ο Γιώργος Βακιρτζής, πολυεπίπεδος δημιουργός, ενεργός πολίτης και πρόδρομος εκείνων των πορτρέτων που αργότερα θα έκαναν διάσημο τον Andy Warhol: ποιός είναι ο καλύτερος χορευτής; Εκείνος που μπορεί να ερμηνεύσει την εποχή του ξεπερνώντας την. Καθιστώντας τα προσωπικά του βιώματα, την ιδιαιτερότητα της εφηβείας ή της γειτονιάς του πανανθρώπινη συνείδηση. Και που βέβαια κουβαλάει το παρελθόν και τους θησαυρούς του όχι σαν αχθοφόρος αλλά σαν σκυταλοδρόμος. Παρηγοριέται από το παρελθόν ονειρευόμενος το μέλλον.
Εξάγοντας, εν τέλει, νόημα από το μηδέν ή το θάνατο και καθιστώντας την Τέχνη μεγαλειώδη μεταφορά της ύπαρξης. Και μάλιστα της ύπαρξης του καθενός. Αφού εδώ έγκειται το πιο βαθύ μυστικό της δημιουργίας: στη μνημείωση της μονάδας, αυτής της έννοιας που απώλεσαν οι μεγάλες επαναστάσεις ομνύοντας στα πλήθη και στις μάζες. Ενώ στην πραγματικότητα την Ιστορία αλλάζουν τα πρόσωπα εκείνα που συνεργάζονται με τις εξίσου προσωποποιημένες συλλογικότητες. Ο Δεβετζής δουλεύει μεθοδικά αποτυπώνοντας αυτά που γνωρίζει και ακραγγίζοντας όσα δεν γνωρίζει αλλά υποπτεύεται πως υπάρχουν. Επειδή δεν παίζει κανείς με τις ψυχές!

ΡόΛΟΙ

 Madi Furguson is Desdemona and Will Carson is Othello in the Mobtown Players' production of Othello, opening October 26. Photo by Kelly Brady.

Πόσο ανακουφιστικά ωραίο
όταν οι ηθοποιοί ξεντύνονται τους ρόλους τους
κι όταν γίνονται άνθρωποι όπως όλοι πάλι
πεινώντας, κρυώνοντας ή ροχαλίζοντας
όταν κοιμούνται σε λάθος πλευρό
κι όταν λίγο σάλιο τρέχει απ το στόμα τους
αφημένοι στον ύπνο σαν παιδιά.
Οι ηθοποιοί ξεχνάνε τις πίκρες της ημέρας
τις δυσκολίες της εφήμερης δουλειάς τους
φορούν τα καθημερινά τους ρούχα
και ξέρουν πως δεν είναι πια ο Ριχάρδος,
ο Ιάγος, η Αντιγόνη ή η Δεισδαιμόνα
Κι αν έτσι περιμένουνε το θάνατό τους
δεν πειράζει λένε είναι κι αυτός ένας ρόλος.





Το μάθημα "Αρχιτεκτονική και Σκηνογραφία" της Τρίτης 6/11 μεταφέρεται το Σάββατο 10/11 στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, Κουμπάρη 1, Κολωνάκι, στις 12 το μεσημέρι.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Για τον Βασίλη

Με αφορμή την έκθεση του στο κτήριο Κωστή Παλαμά (Ακαδημίας και Σίνα) από σήμερα 2 έως 16 Νοεμβρίου.




“Πρώτες έρχονται οι ενστικτώδεις ανάγκες και μετά η πολυτέλεια του “περιττού”. Το μη απαραίτητο ορίζει τον άνθρωπο. Είναι η ψυχή μας, είναι η απόδειξη της πνευματικότητάς μας αυτό. Είναι αυτό που σηκώνει τον άνθρωπο όρθιο στα πόδια του.”
Βασίλης Φωτόπουλος (1934-2007)



Προσωπικά μου αρέσουν οι δημιουργοί που έχουν εμμονές. Που επιστρέφουν ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα, όχι τόσο για να το τελειοποιήσουν -αυτό θα ήταν αφέλεια- αλλά για να τελειοποιήσουν, όσο γίνεται, τον εαυτό τους· αυτό σημαίνει αγιοσύνη. Αφού η τέχνη αποτελεί μια μορφή αγιότητας (που όμως δεν φοβάται να αμαρτήσει). Κι αφού η αμαρτία, υπό όρους, δηλαδή όταν εμφορείται από αναπαλλοτρίωτο πάθος, είναι κι αυτή, μορφή αγιότητας. Άρα, με τη σειρά της, διεκδικεί το πρόσωπο (και το προσωπείο) της τέχνης.
Ο Βασίλης Φωτόπουλος υπήρξε ένας πρίγκιπας για τη γενιά του. Μπορούσε να είναι την ίδια στιγμή ασκητικός και πολυτελής, εγκόσμιος αλλά και πέραν του κόσμου, θεόθεν αλήτης, δηλαδή πλάνης και ανέστιος όπως συγχρόνως αριστοκράτης και λάτρης της ζωής στην πιο υψηλή της σημασία. Την πιο υψηλή της εκδοχή. Άλλοτε βυζαντινός και άλλοτε σύγχρονος κοσμοπολίτης, ήξερε επίσης να βιώνει λάθα επειδή κατά βάθος διέθετε απόλυτη επίγνωση της αξίας του. Σε αυτή την επίγνωση οφείλεται και η ταπεινοφροσύνη του. Η άκρα ταπείνωσις. Σ' έναν κόσμο μέτριων γνώριζε πως η προσωπική του λάμψη και ενοχλούσε και έδινε λαβή σε λογής ασχημίες. Ο ίδιος ανήκει πλέον στο ίδιο πάνθεον όπου κατοικοεδρεύουν η Μελίνα, ο Ντασέν, ο Κακογιάννης, ο Τσαρούχης, ο Κουν, ο Μινωτής, η Κάλλας, ο Μόραλης, ο Χατζιδάκις, η Παξινού, η Λαμπέτη, ο Γκάτσος, ο Εμπειρίκος, ο Κατράκης, ο Κούρκουλος, ο Χειμωνάς, ο Διαμαντόπουλος, ο Γκίκας,...
Σε όλη του τη ζωή, κονταροχτυπήθηκε με το κάλλος και με το τρομερό που πάντα ελλοχεύει στα σπλάχνα της ομορφιάς. Μακρυά από διακοσμητικότητες και φλυαρίες υποστήριξε μιαν ανθρωποκεντρική ζωγραφική που είχε στο επίκεντρό της τα απαραίτητα λύτρα της θέωσης: το τραύμα, την οδύνη, το δράμα της ύπαρξης, τη χοϊκή φλόγα... Μια ζωγραφική με έντονες θεατρικές αναφορές, ένα εικαστικό θεατρογράφημα, στην εποχή ακριβώς της κρίσης της ζωγραφικής και της κρίσης του θεάτρου. Της κρίσης της αναπαράστασης τελικά. Η ζωγραφισμένοι του έφηβοι πάλι, αυτοί οι ιδιότυποι ignudi, συνεχίζουν με άλλους τρόπους την παράδοση του ανδρικού κορμού όπως την διατύπωσαν ο Τσαρούχης, ο Εγγονόπουλος και ο Διαμαντόπουλος. Πρόκειται για μοναξιές που επιδιώκουν απελπισμένα επικοινωνία. Συλλογικότητα. Αγάπη. Ηδονή. Ελευθερία.
Στο Βασίλη Φωτόπουλο οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του Διαμαντή Διαμαντόπουλο. Ένα έργο αλλόκοτο, μυστικό και ιδιοφυές. Ο Βασίλης μου έμαθε ακόμη το πολύτιμο της κάθε μέρας. Ξεχωριστά...
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μελαγχολία στο βλέμμα του. Ακόμη κι όταν γελούσε.

Μάνος Στεφανίδης
1/11/2012

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Απώλεια βάθους


 
Αυτό το πρόσωπο, για να δείξει, θέλει κορνίζα αιμάτινη.
Κ. Δημουλά
Υπάρχει ως όρος στη νευροψυχολογία: η ανικανότητα να αντιλαμβάνεσαι την τρίτη διάσταση· την απώλεια της αίσθησης βάθους· την καταδίκη να βιώνεις τα περίοπτα πράγματα σαν να ήταν δισδιάστατα· όπως ακριβώς τα καρτούν αντιμετωπίζουν τ' άλλα καρτούν (ενώ στην ηχητική μπάντα ακούγεται εύθυμη μουσική). Η ασθένεια της εποχής μας: Οι εικόνες χωρίς (εννοιακό) βάθος πεδίου και η χαζοχαρούμενη μουσική που συνοδεύει την απώλεια (όπως και τότε: στον «Τιτανικό»). Η εποχή των εικόνων κατάντησε η πλήρης τους αναίρεση.

Νομίζω πως ανήκω σ' εκείνο το τελευταίο είδος ανθρώπων που δεν έχουν επισκεφθεί το Mall και δεν έχουν ψωνίσει απ' το ΙΚΕΑ. Που αντιπαθούν τους μαζικούς, αχανείς χώρους των οποίων η -υποτιθέμενη- φθήνια σε προκαλεί ωμά φωνάζοντας: Κατανάλωνε! Σήκωσε όλο το μαγαζί! Εξάλλου τα πράγματα εδώ είναι αβαρή, αβαθή και δύο διαστάσεων. Εχεις το μέγιστο προνόμιο να γνωρίζεις την τιμή όλων των πραγμάτων άρα δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την αξία κανενός. Ψώνιζε για να υπάρχεις. Να το βάρος σου.

Τα βράδια που γυρίζω βλέπω τεράστια πλήθη να συνωθούνται έξω από τους μεγα-χώρους της μαζικής διασκέδασης. Εκεί που αοιδοί σταρ (;) άδουν αηδίες (χωρίς ερωτηματικό) και η διατεταγμένη ψυχαγωγία γίνεται ψύχωση ή νευρωτική ιεροτελεστία, που όμως αποκλείει τον κάθε αυθορμητισμό. Τα μαυροφορεμένα κοριτσόπουλα με τα μίνι πάνω στα τραπέζια, την ενδεδειγμένη ώρα, έχουν προβάρει τις κινήσεις τους στην εντέλεια το προηγούμενο απόγευμα αυτοθαυμαζόμενες στον εφηβικό καθρέφτη. Η έλλειψη βάθους, η απώλεια της προοπτικής οδυνηρά προφανής.

κόσμος της πρώιμης Αναγέννησης -αυτό που ονομάζουμε Quattrocento- στήριξε την ανθρωποκεντρική στροφή του σε μια στέρεα, προοπτική κατασκευή. Το ένα και μοναδικό σημείο φυγής υπογράμμιζε τον ζωτικό -ιδεολογικά- ρόλο και του κέντρου και της περιφέρειας. Τα χωρικά επίπεδα διαρθρώνονταν διαλεκτικά ώστε να προκύψει ο «τόπος», πανταχόθεν σεσημασμένος. Τα ανάερα βήματα των αστροναυτών στο σεληνιακό τοπίο 500 χρόνια αργότερα στοιχήθηκαν στα επιτεύγματα αυτής της προοπτικής: «Δοκεί δε μέγα τι είναι και χαλεπόν ληφθήναι ο τόπος», υποστηρίζει στα «Φυσικά» του ο Αριστοτέλης (Είναι δύσκολο και συνάμα μεγαλειώδες να συλληφθεί η έννοια του τόπου). Κυρίως επειδή ως τόπος ορίζεται το υλικό εκείνο σημείο στο οποίο συγκλίνουν θεωρητικές βεβαιότητες και πειραματικές ανησυχίες.

Προσέξτε, τώρα, τι μπορεί να συμβεί σε μια πλατεία, τι υπάρχει στο χωρικό της βάθος (αρκεί να μην την προσλαμβάνουμε σαν τηλεοπτική πληροφορία):

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς / Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο. / Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην πλατεία Κάνιγγος / Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους / έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη. / κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι / μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς, / ίσως κανείς, τον υποπτεύθηκε / μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Τάσος Δενέγρης, περιοδ. «Πάλι», 1966

-Καταλάβατε; Δεν σας θυμίζει η παραπάνω εικόνα τις συνταρακτικές συρματώδεις φιγούρες του Giacometti που διασχίζουν ένα μπρούτζινο επίπεδο, την πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία;

Ωρες ώρες ο κλινικός ρεαλισμός, η εμμονή στην αφηγηματική ή εικονιστική λεπτομέρεια δημιουργούν έναν φλοιό ασφάλειας στ' αντικείμενα εμποδίζοντάς τα να καταστούν υδαρή και να λιώσουν. Αυτό μου θυμίζουν οι περιγραφές του McEwan στα βιβλία του «Στην Ακτή» ή «Σάββατο», οι οποίες παραπέμπουν πάλι στις εξονυχιστικές λεπτομέρειες των σωμάτων του Lucian Freud αλλά και στη σαρκάζουσα επιχειρηματολογία του Terry Eagleton. Το άκρον άωτον του βρετανικού πραγματισμού μ' άλλα λόγια.

Που θα πει: Να ξανακερδίσουμε το βάθος των εικόνων, για να στηριχτούν οι λέξεις επαρκέστερα και να ξεδιπλωθούν τα νοήματα με εγκυρότερο τρόπο. Αυτό το χαμένο βάθος απ' τα λόγια κι απ' τον κόσμο γύρω, το ψηλαφείς σε κάθε βήμα. Πρόκειται για μια διαφάνεια του τίποτε, ό,τι ονομάζει ο Gianni Vattimo «the transparent society»· δηλαδή τη διάλυση εικόνων κι ερμηνειών και έναν απορφανισμό της όποιας δεσπόζουσας αναφοράς. Οταν τα πράγματα διατηρούν την τιμή αλλά χάνουν την αξία τους σ' ένα συμβολικό trompe l'oeil όπου βάθος και βάρος έχουν συρρικνωθεί στη μονοείδεια του πλάτους (ώστε να λάμπουν εμφανιζόμενα στην flat TV, ήγουν στην επίπεδη οθόνη, εκεί που απόλλυται κάθε αισθητική διάσταση βάθους).

πειρασμός του υπάρχειν -όπως θα 'λεγε κι ο Ε. Cioran- θα υπερισχύσει άραγε της γλυκιάς ηδονής να εξαερωθούμε χάνοντας κάθε βάρος και να ζούμε μη υπάρχοντας; Δηλαδή απαλλαγμένοι -έτσι βολεύει καλύτερα- από την υποχρέωση του θανάτου (μας); Επειδή σήμερα άνθρωποι και πράγματα πεθαίνουν ερήμην του θανάτου τους κι αυτό συνιστά τεράστια αδικία για όλη την προηγούμενη ζωή τους...

ΥΓ.1 Στα πρανή του Μεγάρου Μουσικής στέκει απαξιωμένος, βρόμικος και αφώτιστος ο ανδριάντας του Ελ. Βενιζέλου, έργο του Γιάννη Παππά. Ο Δήμος Αθηναίων, το ΥΠΠΟ αλλά και οι Φίλοι της Μουσικής -που όχι μόνο βαριακούνε αλλά και δεν καλοβλέπουν-, δεν αισθάνονται ελάχιστη ντροπή ιστορίας; Αν επρόκειτο για γελοίες αγελάδες και ηλίθιες καρδούλες θα τις φώτιζαν, φαντάζομαι.

ΥΓ.2 Οποιος βρει το όνομα του αρχιτέκτονα που έφτιαξε την υπογειοανώγεια γκαραζόπερα του Μεγάρου κερδίζει κατάλογο του Destroy Athens. Αντίθετα, τ' όνομα του εργολάβου είναι πασίγνωστο. Το ξέρει και ο ανακριτής κ. Οικονόμου. Μόνον ο κ. Λιάπης μοιάζει να το αγνοεί.

ΥΓ.3 Τι γλυκαντικός ο λόγος του νέου αρχιεπισκόπου. Σε βαθμό που να θυμώνεις με τον Θεό επειδή δεν υπάρχει.

Ο Μ. Στεφανίδης είναι (τέως) γ.γ. του Ελληνοϊαπωνικού Ομίλου «Σι-Χαμάρα».

7 - 02/03/2008
 
 
Πρόκειται για ένα από τα τελευταία κείμενα που έγραψα στην Ελευθεροτυπία. Είναι ακόμα η εποχή όπου το Μέγαρο αρνείται να φιλοξενήσει την ΕΛΣ ή την ΚΟΑ και ασκεί πολιτιστικό ιμπεριαλισμό με δαψιλείς, κρατικές επιχορηγήσεις. Σήμερα το ίδιο αυτό Μέγαρο εκλιπαρεί την Εθνική Λυρική Σκηνή για μια συνεργασία, μήπως και μπορέσει να υπερβεί τα αδιέξοδά του. Βλέπετε, η Όπερα του Ιδρύματος Νιάρχου είναι πολύ κοντά. O tempora, ω μόρτες...  
 

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ή Τα σμαράγδια ήταν ψεύτικα



Ζούμε σταθερά στην επικράτεια του ψέματος και του λαϊκισμού. Ακόμη. Εξ ου και η κρίση που σοβεί στον τόπο σαν λοιμική και δεν λέει να εξορκιστεί. Γιατί η όποια υπέρβαση της προϋποθέτει να ειπωθούν οι δυσάρεστες αλήθειες που πληγώνουν. Ν' αποδοθούν τα ελλείμματα όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της πνευματικής ηγεσίας. Να καταγγελθούν οι ανεπάρκειες, το βόλεμα, ο ναρκισσισμός και η εγωτική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Δύο πολύ μικρά, πολιτισμικά παραδείγματα: Είδα το”Χαβιάρι” του Σμαραγδή, περίεργος από τον τόσον διαφημιστικό ορυμαγδό, τα λαμπρά ονόματα -κυρίως του Σεμπάστιαν Κωχ- και γέλαγα απ' τα νεύρα μου. Ο κ. Σμαραγδής συνεχίζει την παράδοση του Τζέημς Πάρις στο πιο κοσμοπολίτικο. Είδα επίσης και τον “Γκρέκο” του -με τον Λαζόπουλο!- στη κρατική τηλεόραση την περασμένη εβδομάδα για να μελαγχολήσω εκ νέου. Επειδή είναι δύσκολο ακόμη και το να εικονογραφήσεις την ιστορία με τα πρόσωπά της. Πόσο μάλλον να την ερμηνεύσεις. Δηλαδή να αναστήσεις αυτά τα πρόσωπα. Ο κ. Σμαραγδής είναι αφελώς πονηρός ή πονηρά αφελής. Η θητεία του στο ντοκιμαντέρ δεν φαίνεται να του έμαθε πολλά πράγματα ούτε ως προς τη φωτογραφία, ούτε ως προς το μοντάζ, ούτε ως προς τη δραματική πυκνότητα ενός πλάνου. Κρίμα γιατί η σεναριακή ιδέα ήταν πολύ έξυπνη. Όμως το σινεμά είναι ζόρικο πράγμα. Όπως σπάνιο πράγμα είναι η αληθινή δωρεά και η έμπνευση. Δηλαδή το ταλέντο. Ο κ. Σμαραγδής ας παρηγορείται με τις φωτογραφίες του δίπλα στον κ. Τζαβάρα. Και από το ότι η λαϊκιστική, παρά την υψηλόφωνη ρητορεία της, ταινία του θα αντικαταστήσει στα κανάλια τον “Παπαφλέσσα” με τον Παπαμιχαήλ και την Δανδουλάκη οπότε έρχεται η 25η Μαρτίου. Ο Παπακαλιάτης είναι σήμερα πιο in. Ως προς τον Byron πάλι, “Τη μπαλάντα ενός δαίμονα” του Κούνδουρου, έγινε αισίως φέτος είκοσι χρονών και ακόμη να διαβαστεί όπως της αξίζει.
Η άλλη λαϊκιστική και κουτοπόνηρη απάτη ήταν το “Corpus Christi”. Δήθεν, εξυπνακίστικο κείμενο, γεμάτο αμερικανιές, “πονηρή” παραγωγή, απλοϊκή σκηνοθεσία, ανύπαρκτοι ηθοποιοί. Δεν θα πήγαινα ούτε και με πρόσκληση, αισθάνθηκα όμως την ανάγκη να τους συμπαρασταθώ λόγω “Χρυσής Αυγής” και ταλιμπανοχριστιανών. Η απογοήτευση διπλή. Για τις ηλιθιότητες που ασχολούμεθα, για την ανατροπή της όποιας αισθητικής ή αξιακής κλίμακας στη κοινωνία μας. Για την κυριαρχία της διαφήμισης, της φασαρίας και του μπούγιου. Δηλαδή του life style απ' την ανάποδη. Εφόσον το, με το όποιο κόστος και τίμημα, θέαμα έχει αντικαταστήσει κάθε μορφή, κάθε υπόνοια ορθού λόγου. Δεν ξέρω, τελικά, τι με πρόσβαλε περισσότερο: Οι Χρυσαυγίτες και ο μεσαίωνάς τους ή το χύδην μεταμοντέρνο της παράστασης; Μοιάζει η εξίσωση απλή: τα πολυφορεμένα κουρέλια “Θρησκεία-Οικογενεια-κλπ” φέρνουν τη Χρυσή Αυγή, η Χρυσή Αυγή φέρνει τα ΜΜΕ, το μπούγιο είναι εξασφαλισμένο. Η πρόκληση για τη πρόκληση; Βεβαίως αφού αποκτήσαμε πλέον μέσα στον ανυπόφορο μεταμοντέρνο χυλό μας τους γιαλαντζί Τορκουεμάντα και τους προγλωσσικούς Σαβοναρόλες μας. Ένα μόνο διαπιστώνω με άφατη πίκρα. Συμβαίνουν πράγματα στον τόπο αλλά παραμένουν αφανή όταν δεν καταδέχονται να “θεαματικοποιηθούν”. Μοιάζει αναγκαίος ο εξευτελισμός πρώτα για ν' ακολουθήσει η προβολή. Η έλλειψη εμπνευσμένης κριτικής και μαχητικού διαλόγου στο θέατρο, τα εικαστικά, τη μουσική, είναι δραματικά εμφανής. Αντ' αυτής κυριαρχούν η διαφημιστική σπέκουλα και η δημοσιογραφική αδολεσχία. Πρόκειται για λόγο που εκφέρεται αποκλειστικά για τις ανάγκες της αγορά και μόνον όταν κουδουνίζουν νομίσματα. Λόγος τόσο κενός όσο κι εκείνος που εκφέρεται από το στόμα του Ευάγγελου Βενιζέλου, του εισηγητή του “Πολιτισμού των πολιτισμών”! Και ο μεν Βενιζέλος καταρρέει. Όμως ο ξερολισμός των δημοσιογραφούντων α-κριτικών καλά κρατεί. (Υπάρχουν σαφώς φωτεινές εξαιρέσεις: Ο Πολενάκης, η Κολτσιδοπούλου, ο Μουτσόπουλος, η Αρκουμανέα, ακόμη και ο αμετροεπής Δανίκας). Επίσης ο πήχης είναι πια χθόνιος, υπό την γην. Από τη στιγμή που για πλάκα (;) βάλαμε την Καλομοίρα στο Ηρώδειο, τον Μαρίνο, τον Κραουνάκη ή τον Ζουγανέλη στην Επίδαυρο, (τεράστιες επ' αυτού οι ευθύνες του κ. Λούκου) που παραδώσαμε τον πολιτισμό σε μια παρέα -έστω και με τις καλύτερες προθέσεις-, που ξεχάσαμε τον Γιάνναρη υπέρ του Σμαραγδή και την Μαργαρίτα Καραπάνου ή την Λούλα Αναγνωστάκη υπέρ της απανταχού παρούσης Κιτσοπούλου, ήταν μοιραίο το kitsch να γίνει θεσμός κι εμείς όλοι συνένοχοι του. Με τη σιωπή, με την αδράνεια, με τον σταρχιδισμό, με το δε βαριέσαι...