Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Βαν Γκογκ, ένας άγιος για μια θρησκεία χωρίς θεό


«Ερωτεύεσαι καμιά φορά, Τεό; Θα 'θελα να ερωτευόσουν, γιατί, πίστεψέ με, οι «μικρές δυστυχίες» έχουν κι αυτές την αξία τους. Είσαι απελπισμένος, υπάρχουν στιγμές που νομίζεις πως βρίσκεσαι στην κόλαση, μα υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι το καλύτερο.»
Επιστολή στον Τεό

Λίγοι ζωγράφοι από την παγκόσμια ιστορία της τέχνης έχουν κερδίσει τόση και τέτοια δημοφιλία όση ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Βοήθησε σε αυτό η μυθολογία που πλέχτηκε γύρω από την δραματική του αυτοκτονία; Επειδή ακόμα και οι νεοτερικές κοινωνίες χρειάζονται ένα αποδιοπομπαίο τράγο, έναν αμνό που θα σηκώσει τις αμαρτίες των υπολοίπων. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι η ίδια η ζωγραφική του πρόταση και ο μοναδικός χαρακτήρας της έντασής της που τον κατέστησε με μιας αποδεχτό και σε ειδήμονες αλλά και στο ευρύ κοινό. Και επειδή μέσα σε δέκα μόλις χρόνια κατάφερε να μετατρέψει την ανάλαφρη ηλιακή ζωγραφική των Ιμπρεσιονιστών σε κάτι πιο βαθύ και πιο υπαρξιακό και να καταστεί ο απόλυτος πρόδρομος όλων των εξπρεσιονιστικών κινημάτων του 20ου αιώνα. Ο Βαν Γκογκ, στροβιλίζοντας το πινέλο του πάνω σε έναν πυρπολημένο από ένταση καμβά ανασηκώνει την επιδερμίδα της φύσης για να δει τι συμβαίνει μέσα, σπάει τη κρούστα των προσώπων και των πραγμάτων για να συναντήσει άλλοτε τη Κόλαση και άλλοτε τον Παράδεισο. Σήμερα πάλι ο Βαν Γκογκ αντιμετωπίζεται σαν ένας σταρ ισότιμος με όλους τους σύγχρονους σταρ, ισορροπώντας ανάμεσα στην αγιότητα και τη διαφήμιση. Κι όμως. Η βαθύτερη ουσία του έργου του διασώζεται παρά τον θεσμοποιημένο κανιβαλισμό του μεγάλου πλήθους.
Προσωπικά έχω δυσπιστία προς κάθε φαντασμαγορία που βλέπει το έργο τέχνης οριζόντια, απλά ως εικόνα, χωρίς να ερευνά την κάθετη του διάσταση. Επειδή δεν ζούμε στην εποχή της εικόνας αλλά μάλλον της δόλιας απομάγευσής της. Μεταφέρεται λοιπόν η παραφορά της πινελιάς του Βαν Γκογκ στην κινούμενη εικόνα και στη ψηφιακή γλώσσα; Σίγουρα όχι. Μεταφέρεται όμως η ένταση μια ολόκληρης εποχής και ασφαλώς σημαίνεται η ιδιαιτερότητα ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Από σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η εταιρία ΛΑΒΡΥΣ μέσα από χείμαρρους μορφών που ρέουν, μας καλεί να ανακαλύψουμε όχι τόσο έναν ζωγράφο όσο τον εαυτό μας τον ίδιο και να διεκδικήσουμε ποιότητες που έχουμε εξοστρακίσει ηλιθιωδώς από τις ζωές μας. Ως ιστορικός τέχνης πίστευα ότι πρέπει να υπερασπίζομαι τα έργα καθ’ αυτά και όχι και όχι την όποια μεταφορά τους. Όταν όμως το 2006 είδα στο Άμστερνταμ την ιδιοφυή παρέμβαση που επιχείρησε ο Peter Greenaway στη «¨Νυχτερινή φρουρά» του Ρέμπραντ, διαπίστωσα κάτι που έκτοτε σημάδεψε την επιστημονική και την διδακτική μου διαδικασία: Το ότι δηλαδή υπάρχει ένας μυστικός δεσμός ανάμεσα στη ζωγραφική και το σινεμά, ανάμεσα στην στατική και την κινούμενη εικόνα. Και ότι όσο πιο πολύ ερευνούμε τη σχέση αυτή τόσο πιο πολύ κερδίζουμε και σε γνώσεις και σε αισθητική εμπειρία. Αυτό συμβαίνει από σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής όπου παντρεύονται η ψηφιακή τεχνολογία και η μεγάλη τέχνη χωρίς μάλιστα να γίνεται καμία έκπτωση σχετικά. Ο ίδιος ο Βαν Γκογκ , πιστεύοντας πως η τέχνη μπορεί να λειτουργεί σαν μια θρησκεία χωρίς θεό, έλεγε: «Προτιμώ την μελαγχολία που ελπίζει παρά την άλλη, την σκοτεινή που απελπίζει».

Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου του 1853 στην πόλη Zundert της Ολλανδίας και πέθανε στις 28 Ιουλίου του 1890 στο Auvers-sur-Oise της Γαλλίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας με 8 αδέρφια. Ο πατέρας του Θεόδωρος Βαν Γκογκ ήταν πάστορας και η μητέρα του Άννα Κορνήλια Μπαρμπέντους υπήρξε μια γυναίκα με κλίση στα γράμματα και τις τέχνες. Τα παιδικά του χρόνια ήταν σχετικά ήσυχα. Χαρακτήρας μοναχικός, ήταν φυσιολάτρης, απολάμβανε να περπατά στην εξοχή και το μόνο άτομο που επέλεγε να τον συνοδεύει σε αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας ήταν ο κατά 4 χρόνια μικρότερος αδερφός του Τεό. Σε νεαρή ηλικία παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας αλλά και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα. Στα 16 του χρόνια έχοντας δοκιμάσει με αποτυχία αρκετά επαγγέλματα και αφού δεν ήταν καλός μαθητής, σταμάτησε νωρίς την φοίτηση του στο σχολείο για στραφεί στο εμπόριο έργων τέχνης στην εταιρία Goupilator & Company στο Άμστερνταμ. Εκεί εργάστηκε έπειτα και ο αγαπημένος του αδερφός. Αργότερα στα 1873 ταξιδεύει στο Λονδίνο και στο Παρίσι και εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την θρησκεία. Ίσως αφορμή να υπήρξε η πρώτη ερωτική του απογοήτευση από την Ούρσουλα, κόρη της σπιτονοικοκυράς του στο Παρίσι. Το 1876 επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάζει θεολογία έως το 1878 ενώ την ίδια χρονιά αναλαμβάνει θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο.
Η απαρχή λοιπόν του ζωγραφικού του έργου έρχεται σε αντίθεση με την τελευταία περίοδο αφού εκεί χρησιμοποιεί ανοιχτά, φωτεινά χρώματα (ηλιακά κίτρινα) επηρεασμένος από την ιαπωνική χαρακτική.
Οι εντονότατες αυτές αντιθέσεις οφείλονται σε μια τεράστια εξελικτική πορεία γεμάτη επιρροές κι έντονες εναλλαγές. Ξεκινώντας ουσιαστικά από τα 27 του χρόνια, στα 1880 όπου παρακολουθεί τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τον συγγενή του Άντον Μωβ (Anton Mauve) με τον οποίο αργότερα ήρθε σε ρήξη για καλλιτεχνικά ζητήματα. Το επόμενο του πρότυπο υπήρξε ο Ζαν Φρανσουά Μιλέ (Jean-François Millet) τον οποίο θαυμάζει απεριόριστα για την ποιητική διάσταση της τόσο χοϊκής ζωγραφικής του. Το 1885 συνεχίζει τις σπουδές του για σύντομο χρονικό διάστημα  στην Ακαδημία της Αμβέρσας αλλά αποβάλλεται από τον καθηγητή του Ευγένιο Σίμπερτ (Eugene Siberdt). Τον επόμενο χρόνο, το 1886, επισκέπτεται τον αδερφό του στο Παρίσι που είναι πια ένας επιτυχημένος έμπορος έργων τέχνης στην Μονμάρτη,  κέντρο της μποέμικης, καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Σε αυτή την περίοδο της ζωής του διαμορφώνει την τελική μορφή του προσωπικού του ιδιώματος αφού είχε την πρώτη του επαφή με τους ιμπρεσιονιστές (Εντγκάρ Ντεγκά, Τουλούζ-Λωτρέκ, Καμίγ Πισαρό, Πωλ Γκωγκέν). Η παλαιότερη σκοτεινή του θεματολογία αναβαπτίζεται τώρα με ηλιακά καθαρά χρώματα. Το 1888 εγκαταλείπει το Παρίσι και ταξιδεύει στην Προβηγκία, στα νότια της Γαλλίας όπου εμπνέεται από την αγροτική ζωή των γηγενών και τη μεσογειακή φύση, το πυρετικό φως της οποίας καταθέτει τους πίνακές του. Τελικά καταλήγει στην Αρλ, και στο περίφημο «κίτρινο σπίτι» όπου τον επισκέπτεται ο φίλος του Γκωγκέν. Ονειρεύονται μαζί μια κολεκτίβα καλλιτεχνών απαλλαγμένη από την μικροαστική ματαιοδοξία του Παρισιού. Όμως λίγους μήνες αργότερα διαφωνούν έντονα με αποτέλεσμα ο Γκωγκέν να αποχωρήσει δραματικά και ο Βαν Γκογκ να αυτοτραυματιστεί (Δεκέμβριος 1889). Ήδη έχει εγκαινιαστεί η αρχή του τέλους για έναν δημιουργό που αντιμετώπιζε την τέχνη ως μορφή νέας θρησκείας.  Στις αρχές του 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό άσυλο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Saint-Rémy-de-Provence. Εκεί διαμένει για μερικούς μήνες όπου συνεχίζει να ζωγραφίζει σχετικά ήρεμα και χωρίς διακοπή. Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει το ψυχιατρείο για να διαμένει κοντά στο Παρίσι στο Auvers-sur-Oise όπου και παρακολουθείται από τον φιλότεχνο ιατρό Paul Gachet, απεσταλμένο από τον φίλο του Καμίγ Πισαρό. Ήδη προσεγγίζουμε το τέλος του δράματος. Αυτή η περίοδος της ζωής του είναι στάσιμη καλλιτεχνικά αφού το μοναδικό έργο που ζωγράφισε, είναι η ταραχώδης προσωπογραφία του ιατρού Gachet. Όλες αυτές οι έντονες, ψυχικές διαταραχές και η βαθιά κατάθλιψη τον οδηγούν στο να θέσει τέλος στη ζωή θεωρώντας τον εαυτό του αποτυχημένο και καλλιτεχνικά και υπαρξιακά. Στις 27 Ιουλίου του ίδιου έτους αυτοπυροβολείται και πεθαίνει δυο μέρες αργότερα.


Συνολικά ο Βαν Γκογκ σε διάρκεια 10 ετών δημιούργησε 800 πίνακες και περίπου 1000 μικρότερα σχέδια. Στην πρώτη περίοδο της δημιουργίας του δουλεύει με μολύβι, πενάκι, κάρβουνο, σινική μελάνη, σχεδιάζει τους γονείς του και την αδερφή του Βιλελμίνη, τους χωρικούς που δουλεύουν στα χωράφια, οι σκληρές αυτές μορφές αποδίδονταν πολύ ρεαλιστικά με τις έντονες γραμμές του Βαν Γκογκ και τα απάλυνε χρωματίζοντας τα  με την ακουαρέλα. Έπειτα από την δεύτερη ερωτική του απογοήτευση με την εξαδέλφη του Κέις Βος η οποία  όντας χήρα είχε αποφασίσει να μείνει πίστη στην μνήμη του άνδρα της και τον απέρριψε, ξεκινά έναν άλλο τρόπο ρεαλιστικής σχεδίασης. Ζωγραφίζει δρόμους, κήπους, κλπ., με αγάπη για τις λεπτομέρειες, (ένα μοτίβο που ακολουθούσαν οι παλιοί Ολλανδοί δάσκαλοι).
    Ο Βαν Γκογκ, τραγική ειρωνεία, έγινε ευρέως γνωστός σαν ένας άγιος του μοντερνισμού λίγο μετά τον τραγικό του θάνατο. Η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία ιδιαίτερα μετά τις αναδρομικές του εκθέσεις στο Παρίσι το 1901, στο Άμστερνταμ το 1905, στην Κολωνία το 1912, στην Νέα Υόρκη το 1913 και στο Βερολίνο το 1914. Ο ζωγράφος, ολοκληρώνοντας την προσέγγιση των Ρομαντικών στο τοπίο που ξεκίνησε από τα τέλη του 19ου αιώνα, ζωγραφίζει θέματα αποκλειστικά καθοδηγημένος από την εσωτερική του παραφορά. Για τον Βαν Γκογκ ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει μόνο ως κατευθείαν αντανάκλαση του εκρηκτικού του ψυχισμού.


Χωρίς αμφιβολία ο Βαν Γκογκ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους όλων των εποχών κυρίως γιατί υπερέβη την εύκολη διακοσμητικότητα και έκανε πάλι τη ζωγραφική αυτό που ανέκαθεν ήταν : Ο τρόπος να ψηλαφούμε με ορατά μέσα στο αόρατο.

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Από το σημερινό μάθημα για το Μύθο






Το «ωραίο»  =  στήθος - αντικείμενο.
Το «υπέροχο»  = μητρική αγκαλιά - χώρος.
Ο «δυνητικός χώρος»  =  η περιοχή ανάμεσα στο βρέφος και στο σώμα αντικείμενο της μητέρας.

Το «μεταβατικό αντικείμενο» δεν είναι παραίσθηση.
Δεν προέρχεται από το εσωτερικό κόσμο αλλά αποτελεί αυθύπαρκτη οντότητα όπως ο κόσμος που δημιουργεί το παιδικό παιχνίδι. Πόσο παράδοξος είναι αυτός ο κόσμος; Ίσως θα μπορούσαμε να λύσουμε το παράδοξο. Αλλά το τίμημα θα ήταν η απώλεια της αξίας του ίδιου του παραδόξου.
Donald Winnicott (1896-1971)

Histoire = αυτό που συμβαίνει. Geschichte = αυτό που βιώνεται. Heidegger

Εξουσία είναι η ρευστή, υδραργυρική δύναμη που λανθάνει παντού. Ο Μάης του '68 λειτούργησε ως μια κορυφαία πολιτική ιεροτελεστία καρναβαλισμού και καταστροφής. Michel Foucault

Ποίηση είναι η οργανωμένη βία εναντίον της βίας που εκπροσωπεί η συμβατική γλώσσα. Roman Jakobson

Το νόημα του ποιήματος είναι ένα άλλο ποίημα (όπως και του Μύθου εξ άλλου). Harold Bloom 

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΤΑ ΔΩΡΑ ή Τα πάθη της αγάπης





Ένα τραπέζι με κατάλευκο τραπεζομάντιλο. Μια εικόνα του Χριστού στο κέντρο του κι ένα κερί αναμμένο. Δύο χρυσές βέρες. Ίσως, αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήμουν γύρω στα πέντε, ένα κρυστάλλινο ποτήρι με κόκκινο κρασί. Ιουλιανή ζέστη, αρχές του 60, απόγευμα κι όμως μακρυμάνικα πουκάμισα, γραβάτες, έξωμα φορέματα που έσφιγγαν διαμαρτυρόμενους γοφούς, παπούτσια που έτριζαν, διακριτικός ιδρώτας, αδιάκριτες οσμές. Α, και ευτυχία, ευτυχία διάχυτη παντού: στα χαμογελαστά πρόσωπα στην κουζίνα με τις προετοιμασίες των φαγητών, στον κήπο -αν υπήρχε-, στους διαδρόμους με το μωσαϊκό που εμείς τα παιδιά χρησιμοποιούσαμε σαν κρυψώνες, στην έκφραση του ζευγαριού που επρόκειτο να αρραβωνιαστεί. Προπάντων εκεί. Ευτυχία και αμηχανία. Ήταν ξάδελφός μου; Ξαδέλφη μου; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως το τυπικό της τελετής που το είχα δει αρκετές φορές. Άνθρωποι που δεν είχαν ιδωθεί ποτέ προηγουμένως και τώρα από μια συγκυρία που έστησαν άλλοι άνθρωποι, -στη γλώσσα τους λεγόταν "συνοικέσιο"-, έπρεπε όχι μόνο να είναι δίπλα - δίπλα και ν' αγκαλιάζονται σαν αγαπημένοι αλλά -κυρίως- να νοιώθουν έτσι.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά τα ξαδέλφια μου έπαυαν να είναι κάτι σαν εμάς, εγκατέλειπαν εκείνη τη παιδικότητα που διασώζει πάντα η εφηβεία και γίνονταν "μεγάλοι". Ακόμη και τα πρόσωπά τους άλλαζαν μαζί με τα κουρέματα ή τα ρούχα. Πλέον μας χώριζε κάτι λίγο λιγότερο από άβυσσο. Αρραβώνας σε μια συνοικία του Πειραιά σχεδόν εκατό χρόνια μετά τους "Παιδικούς Αρραβώνες" του Νικολάου Γύζη (στην πρώτη καλύτερη εκδοχή της Συλλογής Περδίου). Φωτογραφίες με τα μάγουλα κολλητά, αυτός και η "μνηστή" του, οι συμπέθεροι με λεπτούς τριγωνικούς κόμπους στις γραβάτες και τριμμένα μονόπετα σακάκια, ενώ τα άλλα κορίτσια, πλήθος κορίτσια να ποζάρουν με χαρά, με ζήλια, και με εκείνα τα κρυμμένα συναισθήματα που ποτέ κανείς δεν αποκρυπτογράφησε έκτοτε. Τη σκοτεινάγρα της ψυχής. Μην ξεχάσω τη μουσική στο πικ-απ., Τζένη Βάνου; Γιάννης Βογιατζής; Πάνος Γαβαλάς; Τραγούδια πάντως δι' οικογενείας που ξέρουν να καταναλώνουν ισόποσα το ντέρτι και την απόλαυση. Τέλος.

Τώρα οι περισσότεροι απ' αυτούς νεκροί, κιτρινισμένα κόκαλα σε κάποιο κουτί, διπλοκλειδωμένο, γιατί άραγε, ποιος θα παραβιάσει τι στους πίσω τοίχους κάποιου νεκροταφείου;. Κι όσοι επιζούν, κοιτάνε τις φωτογραφίες με ανοϊκό βλέμμα. Τότε όμως είμασταν ζωντανοί, εκατό τοις εκατό, το δήλωνε ο ιδρώτας μας που μύριζε, τα βλέμματα μας τα βουτηγμένα στην πιο ακαθόριστη και γιαυτό πιο πιεστική επιθυμία, τα χειροκροτήματα που χτυπούσαμε κατά την επίσημη στιγμή της ανταλλαγής των δαχτυλιδιών και της προσφοράς των δώρων.
Στον "γαμπρό" συνήθως ένα χρυσό ρολόι, ένα δαχτυλίδι με μαύρη πέτρα ή αχάτη, μια καρφίτσα για τη γραβάτα. Τη "νύφη" βέβαια την κατέκλυζαν με κοσμήματα, σταυρούς αδαμάντινους ενίοτε και χαρτονομίσματα. Τις πιο σταθερές υποσχέσεις ευτυχίας. Σταθερά, ανά τους αιώνες, χαρτονομίσματα, εν προκειμένω, χιλιάρικα με την κολλαριστή υπογραφή του Ξενοφώντος Ζολώτα, διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος. Κι ο Χριστός απ' την εικόνα να ευλογεί εκών - άκων, πάντα σοβαρός κατά το ειωθός αλλά και ελαφρά μειλίχιος, επειδή ίσως μόνο αυτός ήξερε πως όλο αυτό το πανηγύρι δύο στις τρεις φορές θα κατέληγε σε αποτυχία, ο γάμος δεν θα τελείτο ποτέ, μήνες ή μέρες μετά θα αναφύονταν τα μύρια όσα ζητήματα, προίκες ή διαφωνίες χαρακτήρων ή τσακωμοί και ζήλιες. Και εν τέλει χωρισμοί. Τα φιλιά ή ακόμη και ο έρωτας αν είχε προλάβει να συντελεστεί μέσα στη γενική έξαψη -μη ξεχνάτε ήταν και Ιούλιος μ' έναν Αύγουστο να προετοιμάζει τα δικά του δόντια στο βάθος της σκηνής,και να προπονείται στο πως θα ξεγυμνώσει γρηγορότερα τα σώματα και τις σεμνοπρεπείς αντιστάσεις-, θα μεταστρέφονταν σε κατάρες και μίσος με αποκορύφωμα την δραματική επιστροφή των δώρων ως συμβολική χειρονομία πως τίποτε δεν συνέβη ποτέ, πάμε για άλλα, για άλλους αρραβώνες, για άλλες περιπέτειες με άλλα σώματα σε άλλες συγκεντρώσεις της ανάγκης και της επιθυμίας, ο γέγονε, ας παραγραφεί πάραυτα και ας ενταφιαστεί στη λήθη, πάρε το ρολόι σου, δος μου το δαχτυλίδι μου,τον σταυρό μου, σταμάτησε το χρόνο, διάγραψέ τον, δεν θέλω να σε ξαναδώ, αλήτη, πουτανάκι, ψεύτη, ηλίθια, εσύ και η μάνα σου κι άλλα τέτοια λόγια, λόγια ανεστραμμένης αγάπης δηλαδή μίσους ατόφιου ή κατευθείαν απελπισίας για ό, τι τελείωνε πριν καν αρχίσει. Δεν θα μείνω στην κοινωνική σύμβαση ή την εθιμοτυπία των γεγονότων εκείνων που σφράγιζαν σαν βαριά μυστικά τις οικογένειες, τη τιμή των κοριτσιών και την α - τιμία των αγοριών. Όσο φωτεινή ήταν η τελετή των αρραβώνων, τόσο σκοτεινή και ει δυνατόν αμίλητη και ταχύτατη η διαδικασία του " χαλάσματος", της διάλυσης και της επιστροφής των προσφερθέντων δώρων. Τα δώρα του Αχιλλέα που δεν άρκεσαν ούτε για τη χαρά ούτε για το πένθος. Θα σταθώ μόνο στη μικρή λεπτομέρεια των φωτογραφιών. Θυμάστε; Γελαστά πρόσωπα, ψηλοί, κοντοί, χοντροί και χοντρές που συνωστίζονταν για να χωρέσουν στο κάδρο, συμπιεσμένοι γύρω από τους πρωταγωνιστές. Και τώρα τι κάνουμε; Τι κρατάμε και τι πετάμε; Πως εξορκίζουμε το κακό; Πως εξαφανίζουμε το πρόσωπο που είναι παρείσακτο πλέον, που δεν πρέπει να υπάρχει και που είναι μισητός "εχθρός"; Εδώ ίσχυε άλλη τελετουργία (ισχύει ακόμη, για σκεφτείτε). Μ' ένα ψαλίδι κόβεις όποιον δεν πρέπει, δεν δικαιούται να είναι πια δίπλα σου στην φωτογραφία-μνημόσυνο ή μ' ένα στυλογράφο μουτζουρώνεις, χαράζεις κυριολεκτικά, έως εξαφανίσεως αυτόν ή αυτήν που τόσο ξεδιάντροπα βρέθηκε κάποτε τόσο κοντά σου. Στα κουτιά ή τα συρτάρια των οικογενειακών φωτογραφιών υπάρχουν πάντα οι "κομμένες" ή οι "σβησμένες". Μονόπαντες πόζες, μισά χαμόγελα, απουσίες που βαραίνουν περισσότερο από παρουσίες. Το κομμάτι που λείπει είναι πιο ζωντανό, πιο παρόν από το εναπομείναν. Επειδή ό, τι συνέβη, όσες ιστορίες έπηξαν καρπό έστω και σε μίαν ολιγόζωη συγκομιδή, πάντα υπάρχουν. Είναι δράματα που σέρνονται διαρκώς σε όνειρα, αναμνήσεις,ή εφιάλτες.Ανοιγοκλείνουν κίτρινα μάτια σαν γάτες στο σκοτάδι, απειλούν με ανήσυχα όνειρα τα βράδια του Αυγούστου. Κυρίως αυτά. Έρχονται από το παρελθόν για να τιμωρήσουν όσους τις απείλησαν με λήθη. Αφού κατά βάθος τίποτα δεν τελειώνει ποτέ. Αρκεί να είμαστε στοιχειωδώς δυνατοί στην αδυναμία μας απέναντι στον χρόνο, το δολοφόνο...
Σαν υστερόγραφο: θα ήθελα να προσθέσω εδώ πως τυπικά ο έρωτας είναι μία σταγόνα χαράς στο ποτήρι της καθημερινής λύπης. Τι γεύση όμως! Και η παρηγοριά πως νοιώθει κανείς και σήμερα όσα ένοιωθε τότε ο Μίμνερμος κι αυτή η έρμη Πηνελόπη αλλά και η Καλυψώ που έβλεπε τον Οδυσσέα να φεύγει. Ποια φωτογραφία έσκισε τότε δεν ξέρω. Είμαι βέβαιος όμως ότι κάτι έσκισε εις ανταπόδοσιν των ξεσκισμένων σωθικών της, κάτι τσάκισε από το βάρος όλης εκείνης της αγάπης που χωράει αποκλειστικά το μίσος των προδομένων. Επειδή γιαυτό έφτιαξες απλόχωρη την αγάπη Κύριε, για να χωράει μέσα της την οργή και το μίσος, με τα οποία έπλασες τους ανθρώπους σου. Σιγά μη τους έπλαθες από λάσπη. Κατ' εικόνα Σου; Δεν γνωρίζω. Και Συ όμως κουβαλάς αρκετό μίσος Πολυεύσπλαχνε, αν κρίνω από τα λοιπά έργα Σου. Το καλό μίσος ίσως είναι προτιμότερο από τη μέτρια αγάπη, είναι σαν να λες. Χειμωνά ασφαλώς έχεις διαβάσει στους κρύους χειμώνες της μοναξιάς Σου. Άρα με καταλαβαίνεις. Διερωτώμαι πάντως τι να συμβαίνει σήμερα με τις ηλεκτρονικές φωτογραφίες ή τα video που η τεχνολογία μας εξασφάλισε ως υποχρεωτική και λίγο αγκουσεμένη αθανασία για όλους. Πως σβήνονται από το διαδίκτυο τα πρόσωπα που μας πίκραναν ή στάθηκαν ανάξιά μας; Δεν μπορεί κάποιος τρόπος θα υπάρχει. Ίσως μ' ένα μωσαϊκό πάνω ακριβώς σ' εκείνο το ηλίθιο χαμόγελο, σ' εκείνο το ιλαρό βλέμμα που καρφώνει αναιδέστατα την πίκρα μας. Ω, εξαφάνισε Κύριε και το πρόσωπο και το γέλιο. Ας είναι αυτό, δηλαδή το μωσαϊκό της απάλειψης, η αιώνια τιμωρία μου σ' αυτή τη κόλαση που φτιάχτηκε αποκλειστικά από εμένα κι όχι από τη Δεξιά Σου. Να που ωφελεί σε κάτι η τεχνολογία του delete Πάνσοφε και δεν είναι απλώς ένα σκαλάθυρμα προσωρινής ευτυχίας εμπρός στον ωκεανό της ανυπαρξίας που μας επιφυλάσσεις. Μακρηγόρησα. Ξέχασα με τα προσωπικά μου και αρραβώνες και δώρα και επιστροφές. Δεν θέλω όμως να κλείσω τις αναμνήσεις μου δυσάρεστα.
Ψάρεψα στο περιοδικό TIME (22/7/2015), ένα ευτυχές συνοικέσιο που τελέστηκε χρόνια πριν στην Ινδία και που το παρουσιάζει συγκινημένος ο υιός του ζεύγους. Προσωπικά με αφήνουν αδιάφορο τα happy end αλλά αυτό είναι ένα θέμα που δεν αφορά στους άλλους κι ούτε πρέπει να επηρεάζει την αντικειμενικότητά μου. Γράφει ο συγγραφέας και ηθοποιός Aziz Ansari (σελ. 38): My parents had an arranged marriage... I asked my dad about this experience, and here's how he described it. He told his parents he was ready to get married, so his family arranged meetings with three neighboring families. The first girl, he said, was "a little too tall" and the second girl was a "little too short". Then he met my mom. He quickly deduced that she was the appropriate height (finally!), and they talked for about 30 minutes. They decided it would work. A week later, they married. Και ο έρωτας, η μαγεία, το πάθος, η έξαψη, το αργό λιώσιμο εμπρός σε μια κλειστή πόρτα ή μια κλειστή καρδιά; Το χτυποκάρδι, η αγωνία, ο φόβος της απόρριψης, η μέθη της αποδοχής, ο έρωτας (ξαναρωτάω); Δεν βαριέστε το καθετί είναι θέμα ...ύψους. Το υποστήριξε κι ο Ψευδολογγίνος (άλλος ψεύτης αυτός!).
 

Κλεφτοπόλεμος;


Νομίζω ότι τον αναγνωρίζω. Τον είχα μαθητή στον ΑΚΤΟ. Πριν πόσα χρόνια; Κοντούλης, αδύνατος, ξανθωπός, τα μαλλιά ράτσα. Θυμάμαι την έκφραση του. Λίγο σκανταλιάρα, λίγο φοβισμένη. Πάντα χαμηλόφωνη. Του άρεσε το μάθημα της ιστορίας της τέχνης. Έκανε και γκράφιτι; Γραφίστας πάντως!
Προφανώς από τότε χωρίς δουλειά. Προφανώς με αρχαϊκή οργή και πρωτόγονη πίκρα για όσα συνέβησαν, για όσα συμβαίνουν. Χωρίς πολλά περιθώρια ανάλυσης. Γιατί άλλωστε; Ποιός ανέλυσε σε βάθος το δράμα της χώρας και τα αίτια του για να το πράξει κι ένας εικοσιεννιάχρονος με την παιδεία του ελληνικού σχολείου;
Προφανώς με μιαν εύκολη, "θεολογική" σκέψη που πιστεύει στην τιμωρία εδώ και τώρα. Που πιστεύει στη κάθαρση. Επειδή είναι οδυνηρά γοητευτικό να μεταμορφωθείς από τίποτε σε θεία Δίκη. Στο χέρι της Ιστορίας. Οι άλλοι στις καφετέριες και στα μπαράκια. Αυτός στη γιάφκα. Στον αγώνα.
Προφανώς ματαιωμένος. Προφανώς εκτός συστήματος από πολύ νωρίς. Προφανώς έτοιμος για όλα αφού δεν έχει τίποτα να χάσει, με μίσος προς εκείνο το σύστημα που τον ξέρασε τόσο νωρίς. Προφανώς με ανάγκη να πιστέψει σε κάτι χειροπιαστό που να δίνει και στον ίδιο και στην απελπισία του ένα νόημα. Συνωμοτισμός, μυστική δράση, επανάσταση με όποιο τρόπο, αντίσταση σε όσους διασύρουν τον τόπο. Πόλεμος εναντίον όλων. Το κυριότερο. Αλλά και μεθύσι από την αίσθηση και την αισθητική της δύναμης. Παραισθησιογόνο η ίδια συμβολικό ή πραγματικό. Βία, η μαμμή της ιστορίας. Ποιός το είπε; Μπάφο στους μπάφους της εξουσίας.
Δεν τον δικαιολογώ, προσπαθώ να καταλάβω. Ως δάσκαλος - ποιμένας οφείλω να είμαι αλληλέγγυος προς το απολωλός. Ποιός είναι ο χειρότερος; Ο νεαρός που μισεί τον Σώυμπλε, τον Ντάισενμπλουμ και την παγκόσμια μαφία των τραπεζών ή ο Αλέξης που θαυμάζει υστερόβουλα τον Τραμπ; Προσωπικά σιχαίνομαι τη βία και την θεωρώ πάντα φασισμό. Απ ' όπου και αν προέρχεται. Ιδιαίτερα αυτήν την ηλίθια βία για την βία από γιαλαντζί επαναστάτες που κάθε τόσο διαλύει το κέντρο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Όμως φέρω και εγώ ευθύνη για μιαν ολόκληρη γενιά που περιθωριοποιήθηκε προτού καν ανδρωθεί και που τώρα την χρησιμοποιούν ανερυθρίαστα οι λογής επαγγελματίες της ιδεολογίας. Φέρουμε όλοι ευθύνη με την αισχρή μας απάθεια για την δική τους ψυχοπάθεια. Τί κάνουν εν τέλει ; Ό τι μπορούν και ό τι καταλαβαίνουν. Δηλαδή; Κλεφτοπόλεμο! Την θυμάστε αυτή την λέξη; Επειδή βολεύει πάρα πολύ να την ξεχάσουμε. Όλοι.

ΥΓ. Ένας ορισμός : Ιστορία είναι αυτό που συμβαίνει όταν εμείς πηγαίνουμε στον τέταρτο όροφο να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα.