Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Τα σταφύλια της οργής

Τι λάθος έχουμε κάνει; Ως Πολιτεία, ως κοινωνία, ως οικογένεια; Για ποιους λόγους ενδημεί τόση τυφλή και υπόγεια βία πίσω από την αρυτίδωτη επιφάνεια της κοινωνικής μας τάξης και ασφάλειας; Της ευμάρειας που -ακόμη- απολαμβάνουμε ως χώρα; Ακριβώς για αυτό! Επειδή επιτρέψαμε να οξυνθούν οι αντιθέσεις κι επειδή δεν αντιληφθήκαμε έγκαιρα το χάσμα που ήδη χάσκει απειλητικό ανάμεσα στις ώριμες ηλικίες και τη νέα γενιά. Ανάμεσα στους έχοντες, στους κατέχοντες και τους παρίες. Ο θυμός και η οργή φουντώνουν ανάμεσα στους νέους που είναι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, παρά τα προσόντα τους. Ανάμεσα στα στρώματα του πληθυσμού που περιθωριοποιούνται. Τους οικονομικούς μετανάστες, τους μισθοσυντήρητους που βλέπουν ανήμποροι τη δική τους αδυναμία και την προκλητική ισχύ των ολίγων. Ή την αλαζονεία των χρυσοφόρων πολιτικών που δηλώνουν ανερυθρίαστα πως το νόμιμο είναι και ηθικό. Ε, λοιπόν αυτό το «νόμο» και τα όργανά του αμφισβητούν αυθόρμητα ξεσηκωμένοι οι διαδηλωτές σε όλη την Ελλάδα. Βρίσκομαι στη Βέρνη και παρακολουθώ τα γεγονότα από τα διεθνή ΜΜΕ. Οι τηλεοπτικές εικόνες είναι αποκαλυπτικές. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η Αθήνα αστυνομικοκρατείται εδώ και χρόνια με κλούβες και ενόπλους στο κέντρο ή στις συνοικίες αλλά ούτε φρουρείται ούτε προστατεύεται. Τα πρόσφατα γεγονότα είναι αδιάψευστος μάρτυς. Οι χιλιάδες αστυνομικοί ούτε σώζουν ζωές ούτε υπερασπίζονται περιουσίες. Αναλώνονται ανάμεσα σε ένα στείρο συνδικαλισμό ή στην επίδειξη προσωπικού τσαμπουκά. Επίσης, «προστατεύουν» με το αζημίωτο τη βιομηχανία της νύχτας -το μόνο παραγωγικό κλάδο της χώρας που δεν έχει επηρεαστεί από την κρίση- ή φρουρούν, κατόπιν διαταγής άνωθεν, τους σταρ της τιβί ή ένιους εκδότες που κυκλοφορούν με αυτοκίνητο συνοδείας. Υπάλληλοι, δηλαδή, του καθεστώτος. Αν σε όλα αυτά προσμετρήσετε το δημοκρατικό έλλειμμα που μας διακρίνει καθολικά ως κοινωνία, αλλά και την κομματικοποίηση στην κορυφή Αστυνομίας, Δικαιοσύνης, Στρατού, αντιλαμβάνεστε πλήρως ποιος καλλιεργεί τα σταφύλια της οργής. Ποιος θα μας προστατεύσει από τους «φρουρούς» μας; Ποιος θα εκτονώσει την υφέρπουσα αντίδραση πριν καταλήξει σε αληθινό εμφύλιο; Η πολιτική ηγεσία συνολικά, ασφαλής μέσα στα κομματικά της μπούνκερ και διαχειριζόμενη, αποκλειστικά, σκάνδαλα, αδυνατεί να προτείνει λύσεις. Επειδή ούτε καν υποψιάζεται τα αίτια. Εφόσον σε έναν κόσμο που φτιάχτηκε ερήμην τους μερικοί νέοι προκρίνουν τη δική τους απελπισμένη δημιουργικότητα: καταστρέφοντας.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Το γαϊδουράκι και τα κτήνη

Σε αυτό τον όλβιο τόπο δεν πλήττουμε ποτέ. Οικονομικές υφέσεις ή κρίσεις, δημοσκοπήσεις και σκάνδαλα, πραγματικά ή κατασκευασμένα, εξασφαλίζουν διαρκές σασπένς στο φιλοθεάμον κοινό. Πριν από πέντε χρόνια, οι πολίτες έφεραν τη Ν.Δ. στην εξουσία -και μάλιστα με πολλές μη δεξιές ψήφους- έχοντας απαυδήσει από το σύστημα ΠΑΣΟΚ. Σήμερα οι ίδιοι αυτοί πολίτες δεν εμπιστεύονται μεν το ΠΑΣΟΚ, αλλά τιμωρούν τη Ν.Δ. Για το όραμα που επαγγέλθηκε, αλλά δεν διεκδίκησε. Για τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε καθυστερημένα και άτολμα. Για την έλλειψη, τέλος, παραδείγματος που δεν προσέφερε στην κοινωνία. Μια κοινωνία ναρκωμένη από την απάθεια, την ιδιώτευση και το κυνήγι του ατομικού παραδείσου. Σε συνθήκες όμως συλλογικής κόλασης η Ν.Δ. είπε, αλλά δεν έπραξε τίποτα για το περιβάλλον, τον πολιτισμό, την υγεία, την ανακούφιση των πενομένων στρωμάτων. Αντίθετα, υπερακόντισε σε επικοινωνιακά ευρήματα και στο παιχνίδι ενός «φαίνεσθαι» που σπάνια καθίσταται «είναι». Σκεφτείτε: Ο πρωθυπουργός κέρδισε πανηγυρικά το 2004 έχοντας εχθρικό τον κύριο όγκο των ΜΜΕ. Σήμερα ο κ. Παπανδρέου (sic) διαμαρτύρεται για τον πόλεμο που υφίσταται από τα εκδοτικά συγκροτήματα. O tempora o μόρτες! Αυτή η υπεροχή της κυβέρνησης σαφώς πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στον υπουργό Επικρατείας. Ο οποίος, πάντως, οφείλει να κάνει την αυτοκριτική του, εγκαταλείποντας το ως τώρα αυτάρεσκο έως αλαζονικό χαμόγελό του. Ηρθε η στιγμή ώστε ο πρωθυπουργός να αξιοποιήσει την υπεροχή που, ακόμη, διαθέτει. Παράγοντας πολιτική και ζητώντας από τους υπουργούς του μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Αν επιτύχει το πείραμα Χατζηδάκη, θα έχει προσφέρει αυτή η κυβέρνηση μια μεγάλη προσφορά στον τόπο. Και θα έχει χτυπήσει καίρια τη χρόνια υποκρισία της αντιπολίτευσης. Αν… Μόνο που στην πολιτική, αντίθετα από τη γραμματική, ο ενεστώς χρόνος είναι δύσκολος και ο τετελεσμένος μέλλων, ο χαρισματικός. Το «θα έχω κάνει κάτι αύριο» δηλαδή! Ομως εμένα, πάλι, περισσότερο από την υψηλή πολιτική μ’ απασχολεί ο υφέρπων τρόπος της καθημερινότητάς μας. Σε μια επαρχιακή πόλη προχθές κάποιοι «συνάνθρωποι» χτύπησαν έως θανάτου έναν πεινασμένο γαϊδαράκο που μπήκε στο περιβόλι τους να βοσκήσει. Θυμήθηκα τη σπαραχτική «Ιστορία ενός αλόγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη από τα διηγήματά του «Ανθρωποι και ζώα». Και ντράπηκα για την ανθρωπιά μου…

ΥΓ.: Οσο για τον ανασχηματισμό, φοβάμαι πως θα εξελιχθεί σε ένα, επιπλέον, επικοινωνιακό τρικ. Ηδη η αντικατάσταση του κ. Βουλγαράκη από τον ξαναχρησιμοποιημένο κ. Παπαληγούρα δείχνει ότι ο πάγκος του πρωθυπουργού είναι περιορισμένος.

24/9/2008

Με μάτια δακρυσμένα βλέπεις καλύτερα

Με τα μάτια βουρκωμένα βλέπεις τον κόσμο καθαρότερα. Με τα μάτια κλειστά βλέπεις τον κόσμο όπως τον θες. Με τα μάτια ενός παιδιού βλέπεις πόσα πρέπει ν’ αλλάξεις στον κόσμο. Αρχισε λοιπόν τώρα, έχοντας τα μάτια σου ορθάνοιχτα. Γιατί υπάρχουν φορές που απαιτείται γενναιότητα για να κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά, ενώ είναι τόσο εύκολο να τα κλείνεις. Γύρω σου διεσταλμένα μάτια κατοπτεύουν το τίποτε, ενώ απέναντί σου, στο μισοσκότεινο δωμάτιο, ένα γυάλινο μάτι, η τηλεόραση, σε παραμονεύει υποκαθιστώντας βασικές σου λειτουργίες, με πρώτη την όραση, και βασικότερα δικαιώματα, με πρώτο το λόγο. Η διαμάχη ανάμεσα σε μιαν εκμαυλιστική εικόνα και σε έναν ορθό λόγο που χειμάζεται είναι ένα εκ του πονηρού ψευδοδίλημμα. Η εννοηματωμένη, η συχνά ματωμένη εικόνα, το οπτικό κείμενο του κόσμου, είναι κι αυτή ένας λόγος, με άλλα όμως λόγια που απλώς δεν χωράει στη διαστροφική ίριδα του γυάλινου ματιού. Κατ’ ουσίαν αυτό που ΔΕΝ έχει η τηλεόραση είναι ο χρόνος. Ετσι καθώς κατασπαταλιέται και κατατεμαχίζεται σε άπειρα ζάπινγκ που δεν υπονοούν κάτι το άτμητο αλλά υφαίνουν με κομπασμό το κενό. Επειτα όλα γίνονται πολύ εύκολα, καθώς τα μάτια, έχοντας ξεχάσει να κοιτάζουν, απλώς βλέπουν... Σκεφτείτε λίγο: Με την τηλεόραση επιστρέφουμε στη δισδιάστατη αναπαράσταση του Μεσαίωνα. Εκεί, όμως, η αβαθής επιφάνεια λειτουργούσε ως συνειδητή σύμβαση για ν’ αποδοθεί το α-διάστατο, το υπερβατικό, καθώς η εικόνα εκπροσωπούσε το θείο σε ένα θεϊκό χώρο. Το Βυζάντιο και κατ’ ακολουθίαν η γοτθική τέχνη αυτήν την κοινή συνεκδοχή εκφράζουν. Δεν υποκαθιστούν το φυσικό κόσμο αλλά τον υπερβαίνουν· δεν προσομοιώνουν την πραγματικότητα αλλά παραπέμπουν σε μιαν υπερπραγματικότητα όπως οι σουρεαλιστές. Το ιερό υποστασιοποιείται αλλά δεν εκκοσμικεύεται. Αντίθετα, στην τηλεόραση το ψευδεπίγραφο δηλώνεται ως πραγματικότητα και η εκκοσμίκευση ιεροποιείται. Ολο το έωλό της επιχείρημα συμποσούται στη σκέψη-φυλακή πως εκεί, στη γυάλινη φυλακή, συμβαίνουν όλα και ό,τι βρίσκεται εκτός της δεν υπάρχει. Η μεταφυσική τής τηλεόρασης στηρίζεται στον πιο αξιοθρήνητο βολονταρισμό της αγοράς, αφού και η «είδηση» ακόμη υπάρχει ή εξαφανίζεται, αναδύεται ή καραδοκεί ανάλογα με τα καπρίτσια του διαφημιζόμενου προϊόντος. Πρόκειται για τη μαγική στιγμή που η φτερωτή σερβιέτα θα καταπιεί το μοναδικό δευτερόλεπτο του πέναλτι που χάθηκε. Θα το δούμε βέβαια σε replay, προσποιούμενοι ένα αλυσιτελές «εδώ και τώρα». Στην πράξη, όμως, όλη η τηλεόραση είναι μια επανάληψη... Στην τηλεόραση όλοι θα ήθελαν λίγο χρόνο περισσότερο για να ολοκληρώσουν. Τελικά όμως δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει κανείς. Αφήστε που οι «βεντέτες» αδυνατούν να ολοκληρώσουν? γενικά. Ετσι, το πένθος παραμένει αδικαίωτο και άκλαυτο, ενώ ο κλαυσίγελως βλάσφημα παραμονεύει. Κλείστε λοιπόν την τηλεόραση! Τι περιμένετε να δείτε - πολέμους, φρίκη, δυστυχήματα, απάτες, κοπετούς, μνήματα και γελοίους ανάμεσα σε διαφημίσεις; Γιατί αυτό είναι η τηλεόραση. Μια χύτρα στην οποία βράζουν, ανεξαιρέτως και δημοκρατικά, δίκαιοι και άδικοι. Κατά τ’ άλλα, η ζωή συνεχίζεται... Ερήμην τους.

28/9/2008

Χτυποκάρδια στο κρανίο

Αν με ενοχλεί κάτι είναι η δόλια χρήση των όρων «προοδευτικός» και «συντηρητικός». Οπου εξ ορισμού βαφτίζεται το ΠΑΣΟΚ των πρασινοφρουρών, του Κοσκωτά, της φούσκας του χρηματιστηρίου, των αγροτικών επιδοτήσεων, των ΔΕΚΟ ή του εκσυγχρονιστικού λαϊκισμού ως «πρόοδος», ενώ η αντικατάσταση του αμαρτωλού Νόμου Πλαισίου ή το ξεκαθάρισμα του διαχρονικού σκανδάλου της Ολυμπιακής ως «συντήρηση». Από την άλλη, προοδευτική είναι εκείνη η πολιτική, ασχέτως κομμάτων, η οποία νοικοκυρεύει τον ασυμμάζευτο δημόσιο τομέα, μηδενίζει τις αναπαραγωγικές δαπάνες ή προωθεί θεσμούς που αποθαρρύνουν τη φοροδιαφυγή. Ο,τι δηλαδή υποσχέθηκε στο πρόγραμμά της η Ν.Δ. πριν από πέντε χρόνια και σήμερα δεν διστάζει να το ξανα… συμπεριλάβει στην επικοινωνιακή της ρητορεία. Εν τω μεταξύ, το ΠΑΣΟΚ αναθαρρημένο υπερακοντίζει σε «προοδευτικές» εξαγγελίες ποντάροντας πως σε αυτόν τον τόπο της μεταμοντέρνας ακηδίας όλοι αφενός στερούνται μνήμης κι αφετέρου ομνύουν στο «εδώ και τώρα». Στο ΠΑΣΟΚ επίσης χρεώνω ότι λεηλατώντας ιδέες και πρόσωπα της Αριστεράς πολιτεύτηκε με τον πλέον δημαγωγικό, δηλαδή βαθύτατα αντιδραστικό, τρόπο. Δημιουργώντας ένα φρόνημα ασυλίας και ανομίας στα πλατιά στρώματα κι ένα ίζημα ιδεολογίας στο οποίο ισχύουν μόνο δικαιώματα και ποτέ καμία υποχρέωση. Είναι μάλιστα τόσο εδραία αυτή η αντίληψη ώστε και η Ν.Δ. συχνά θυμίζει ΠΑΣΟΚ εφόσον ένιοι προβεβλημένοι της εκπρόσωποι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα παθήματα των προκατόχων τους. Εγώ όμως δεν λησμόνησα ποτέ τον κ. Τσουκάτο, τον κ. Πάχτα, τον κ. Νεονάκη. Οπως δεν θα λησμονήσω τους κ.κ. Ζαχόπουλο, Βουλγαράκη. Κι αν τα δύο κόμματα εξουσίας τα ενώνει στην αμοιβαία ομερτά τους μια Siemens, εγώ περιμένω από τον πρωθυπουργό σε αντίπραξη άμεσα το κοινωνικό του πρόγραμμα υπέρ των ασθενεστέρων. Βλέπετε, ο όρος του επιτρόπου ενόχλησε τις τράπεζες, που δεν λειτουργούν απλώς ως κράτος εν κράτει αλλά συχνά είναι το κράτος. Για του λόγου το αληθές, η Εθνική αύξησε τα επιτόκιά της όταν η Ε.Ε. τα μειώνει. Σήμερα όμως η ανάγκη για πραγματική πολιτική είναι αμείλικτη. Αλλιώς, αν επιμένουμε στη σκηνοθεσία, θα θυμίζουμε το τρέχον, θλιβερό, σίριαλ που κακοποιεί τη μνήμη μιας θρυλικής ηθοποιού: Χτυποκάρδια στο κρανίο. ΥΓ.: Ευτυχώς που η Τέχνη είναι εκείνο το αγρίμι που τρέφεται μόνο με τους κυνόδοντες και όχι με τους τραπεζίτες.

5/11/2008

Η επικράτεια του φραπέ και η τρικυμία του

Τουλάχιστον με το τέλος του Υπαρκτού ανύπαρκτου και τις επαναληπτικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος εμπεδώσαμε πως δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές και αυτόματοι πιλότοι όχι μόνο για τη διαχείριση μίας χώρας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Η χρεοκοπία των «μάγων» και των «σοφών» παγκοσμίως ελπίζω να συνέτισε κάπως τους εγχώριους μαθητευόμενους ξερόλες. Τουτέστιν τα εντόπια και τα εξωτερικά προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με «λυσάρια» ή τυφλοσούρτες αλλά με ad hoc αναλύσεις τη στιγμή που αυτά αναφύονται. Δηλαδή hic et nunc. Τεράστιο, νομίζω, μάθημα προς κάθε δογματικό ή οπαδό της μίας και αναντικατάστατης αλήθειας· προς πάσαν σωτηριολογική φενάκη που εγκλωβίζει την ελεύθερη σκέψη και αποθεώνει με μεταφυσικό τρόπο τα κλισέ. Ξέρετε από τι πάσχει κατά βάθος ο τόπος; Από έλλειψη πρωτότυπης θεωρίας και από σπάνιν καινούργιων ιδεών ένθεν κακείθεν. Αυτό συνιστά το αληθές αδιέξοδο του δικομματισμού, αυτό κάνει το μέσο πολίτη τόσο δύσπιστο απέναντι σε όσους του υπόσχονται ανατροπές και ρήξεις με τα ίδια εφθαρμένα και διεφθαρμένα πρόσωπα. Με τις ίδιες εφθαρμένες και φθαρτικές ιδέες. Και είναι αυτό που επιτρέπει σε διαφόρους σαλτιμπάγκους της εξουσίας να γαυριώνται και να κορδακίζονται στα τηλε-έδρανα, προκαλώντας αποστροφή στους νουνεχείς και θαυμασμό ανάμικτο με οίκτο στους… αθώους. «Δες πώς τα κατάφερε ο μεγάλος!» Από αρπακολλατζής της δημοσιογραφίας παράγων των ΜΜΕ, εθναμύντορας, βουλευτής, πολιτικός αρχηγός και στο μέλλον τις οίδε… Δεν έχει όριο η γελοιότητα ούτε μέτρο η επικράτεια των μετρίων. Και βέβαια η σχολή που δημιούργησαν όλο και αποκτά νέα στελέχη. Προς τέρψιν της φυλής των Κιμάκη, η οποία χρειάζεται ανάλογο υλικό για να υπάρχει και αυτή με τη σειρά της. Είπαμε: Διάσημος είναι κάποιος που έτυχε να είναι διάσημος επειδή είναι διάσημος. Τόσο απλά! Στον όλβιο αυτό τόπο εξέλιπε και η πλέον στοιχειώδης αξιοκρατία, η πλέον αυτονόητη αιτιοκρατία. Αρα βασιλεύει η οντολογία του τίποτε. Το αιτιατό εδώ και χρόνια αποκολλήθηκε από το αίτιό του και τρέχει ξετρελαμένο στις λεωφόρους της ξεφτίλας. Ο Derrida και το ασύμπτωτο σημαινόντων και σημαινομένου θάλλουν στην πατρίδα μας κι ας το αγνοούν όσοι εμπλέκονται στη διακυβέρνηση ή την εκπροσώπησή της. Η μονοσήμαντη, ακαδημοποιημένη, ανέμπνευστη και αντιαισθητική εκπαίδευση τώρα δικαιώνεται. Εξι χρόνια στα γυμνάσια και τα λύκεια της χώρας αρκούν -η πρωτοβάθμια παιδεία αντέχει ακόμη- για να παραγάγουν -κι όχι να «παράξουν», που λένε πια όλοι- γενιές αμόρφωτων παιδιών, ευχειραγώγητων από την, όποια, φανερή ή αφανή εξουσία. Από την άλλη και ενώ σοβεί η πολιτικο-οικονομική κρίση και οι οργανωμένες μειοψηφίες ετοιμάζονται για νέο «ανένδοτο» εναντίον του συνόλου, οι πάντες απολαμβάνουν ξαπλωμένοι στα μυριάδες cafe της επικράτειας το φραπέ τους. Βλέπω φραπεδόβιους παντού! Ο φραπές πλέον ως ιδεολογική συμπαραδήλωση μιας κοινωνίας που βάζει την απόλαυση πάνω από την υποχρέωση είναι το απόλυτο must. Πριν από λίγους μήνες μάλιστα άρκεσε η απλή εκσφενδόνιση του κυπέλλου για να απολέσει η αξιωματική αντιπολίτευση το μελλοντικό της ηγέτη.
ΥΓ.: Επειδή τέλειωσε η εποχή που ονομάζαμε «αθώους» όσους δήλωναν άγνοια. 
2/11/2008

Μενάνδρου και Ανάνδρου (γωνία)

Via Crucis, οδός του μαρτυρίου ονομάζεται στην Ιερουσαλήμ ο δρόμος τον οποίο ακολούθησε ο Χριστός, σύμφωνα με την παράδοση, για να φτάσει στον Γολγοθά. Τον λεγόμενο και Κρανίου Τόπο. Στην Αθήνα η Via Crucis αρχίζει από την Ομόνοια και μέσω Αθηνάς, Ευριπίδου και Μενάνδρου κορυφώνεται στου Ψυρρή, με διαφυγές προς τα Εξάρχεια ή την πλατεία Βάθη. Εκεί κατοικούν τα παιδιά ενός άλλου θεού, οι πολίτες μιας πολιτείας που αργεί ή κωφεύει. Τα άσαρκα κρανία που δεν έχουν τόπο για να ησυχάσουν αλλά σέρνονται ίδιες σκιές και κουρνιάζουν στα πεζοδρόμια ή τις εισόδους των πολυκατοικιών, δημιουργώντας όχληση στους ενοίκους. Είναι πουλιά με σπασμένες φτερούγες που, παρ’ όλα αυτά, βιάζονται να αποδημήσουν. Και αποδημούν. Στο πουθενά, βέβαια. Δύο βήματα από πολύβουες λεωφόρους, πολυτελή κέντρα διασκεδάσεως - αφού η άνευ όρων, η συνεχής διασκέδαση είναι το εθνικό μας χόμπι -, γραφεία κομμάτων ή πολιτικών, ιδρύματα υγείας και πρόνοιας, ναούς, κατοικίες επισκόπων ή γνωστών διά του Τύπου φιλανθρώπων, τα Ελληνόπουλα πουλάνε τη ζωή τους και πουλιούνται αβοήθητα για μια δόση. Ιδού η πιο βαθιά, η πιο μακάβρια κρίση που ταλανίζει τον τόπο και εμείς ασχολούμαστε με Περικλέτους της εξουσίας και Φασουλήδες και Ψιψινάκηδες του θεάματος. Με το αν μπορεί τώρα να επιστρέψει η κ. Μάρα στο τηλεστασίδι της ή δεν τη χρειάζεται πλέον ο νεόκοπός της προστάτης. Στην επικράτεια των μετρίων το μέτρο είναι είδος εν ανεπαρκεία και χρησιμοποιείται επιλεκτικά. Εν ολίγοις έχουμε αποτύχει οικτρά και ως πολιτεία και ως κοινωνία και ως εκπαιδευτικό σύστημα. Κυρίως, όμως, έχουμε αποτύχει ως γονείς. Επειδή είναι αδιανόητο σε μια εποχή ευμάρειας και υψηλού βιοτικού επιπέδου - κι ας λένε ό,τι θέλουν οι οργανωμένες μειοψηφίες- οι στρατιές των σκιών να αυξάνονται εφιαλτικά. Κι οι πάντες να καμώνονται πως δεν συμβαίνει τίποτα ή να αρκούνται σε θλιβερά ημίμετρα. Κι ας υπονομεύεται σταθερά η ικμάδα, δηλαδή τα εύθραυστα κλωνάρια, η νεολαία της πατρίδας, προς την οποία προσφέρουμε επίσημα μιαν αλυσιτελή και προβληματική παιδεία και «ανεπίσημα» τον παράδεισο των παραισθησιογόνων. Μέσα από τον οποίο διακινείται εν πολλοίς το μαύρο χρήμα αρκετών, σοβαρών στυλοβατών του ισχύοντος συστήματος. Ενοχοι και συγχρόνως δειλοί, πάντως, είμαστε όλοι μας. Επειδή δεν κρούουμε εξακολουθητικά το σήμα κινδύνου και δεν κάνουμε πρώτο θέμα το άθλιο θέαμα που εκτυλίσσεται καθημερινά Μενάνδρου και Ανάνδρου γωνία...

29/10/2008

Περί του ανυπεράσπιστου γένους

Θα μπορούσε να είναι ο ορισμός της Τέχνης ο εξής στίχος της Δημουλά: «Για να μην πάει χαμένο το χαμένο...». Από την άλλη, οι πάντες αγωνίζονται ν’ αποσβέσουν τις απώλειες, να μη χαθεί τίποτε. Μακάρι όμως η μόνη μας θλίψη να είναι το κόστος που πληρώνουμε για τις επιλογές της ζωής μας. Οδηγός εδώ ο Κουνέλης, άγνωστος ακόμη παρά τους κοσμικούς και τους εμπόρους που συνωστίζονται γύρω του: «Θέλω την επιστροφή της ποίησης μ’ όλα τα μέσα· με την άσκηση, την παραίτηση, τη μοναξιά, το λόγο, την εικόνα, την εξέγερση». Α, όλα κι όλα. Στην Ελλάδα ουδείς παραιτείται, ουδείς διαλέγεται, ουδείς εξεγείρεται. Αλλού θάλλουν άνθη, εδώ μονόλογοι. Ονειρεύομαι μιαν έκθεση που πηγαίνοντας κόντρα στην αισθητική και τη δεσποτεία της αγοράς θα σκύβει στο ελάχιστο ώστε να διαχειριστεί λυτρωτικά τη σοβούσα υστέρηση. Χωρίς επικοινωνιακούς μαξιμαλισμούς που ζέχνουν επαρχιωτίλα. Λες και δεν είναι πολύτιμο το χαμένο. Είτε για έρωτα πρόκειται είτε για θάνατο. Ή λες και δεν κατέχουμε μόνο ό,τι αξιωθήκαμε να χάσουμε. Δηλαδή ό,τι μπορούμε ν’ αγναντεύουμε με τα μάτια σφαλιστά. Δωρεά του διαρκώς εφήμερου. Κι άλλος ορισμός της Τέχνης από ένα, φιλοζωικό (!), άρθρο του Καβάφη, του 1886: Misplaced tenderness, άτοπη, παράταιρη, παραπλανηθείσα, τρυφερότητα· τρυφερότητα που βρέθηκε αλλού κι έτσι γονιμοποιήθηκε το αναπάντεχο ίνα ίδωσιν οι άνθρωποι και πιστεύσωσιν. Αλλέως πώς «βρας», που θα πει «πυρ» όπως επιθυμεί ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ», προλαβαίνοντας τον πεσιμισμό του Λεοντάρη. Δηλαδή, πως είναι ξενιτιά η μητρική μας γλώσσα. Αλλά και όπως βροντοφώναξε ο Παύλος Κουντουριώτης στη ναυμαχία της Λήμνου γράφοντας με αφρό και φωτιά ένα εξαίσιο μονόλεκτο ποίημα. Κάθε γλώσσα είναι πατρίδα και ξενιτιά και, κυρίως, ένα μέσα ρούχο. Σαν τα γλυπτά του Moore που είναι πάντα ένα εσωτερικό κέλυφος και μια φόρμα εξωτερική να το προστατεύει σαν μητέρα. Παρούσα εδώ η έγνοια του Wittgenstein σχετικά με τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας-πατρίδας ως προς τη χρήση (και κατάχρηση) του αυτονόητου. Αλλά και τη χρησιμότητα της σιωπής. Η Δημουλά το λέει αλλιώς: «Οταν σιωπώ, είναι απίστευτο το πόσο ευφραδής γίνομαι. Εκτιμώ τη σιωπή γιατί συσκοτίζει το όχι ώστε να εκλαμβάνεται σαν ναι». Αυτά ως προς την Τέχνη. Ο πολιτισμός όμως είναι άλλο πράγμα. Είναι αυτός που καθιστά τον «πληθυσμό» κοινωνία και δημιουργεί συλλογικότητα μέσα από κοινά αποδεκτές συμπεριφορές. Κάθε κοινωνική δραστηριότητα φέρει ένα πολιτισμικό πρόσημο. Είναι αυτό που επιτρέπει στους πάντες, και προπαντός στους πολιτικούς, να μιλάνε για τον πολιτισμό σαν ειδήμονες. Ο Sartre πάλι ονόμαζε «ειδήμονες» εκείνους που επεμβαίνουν σε υποθέσεις που δεν τους αφορούν. Πολιτισμός είναι, εν τέλει, η κοινωνικοποίηση της ατομικής μας περίπτωσης, του σώματος και της τιμής του. Τώρα καταλαβαίνω: η Τέχνη έχει γυναικεία υπόσταση και ο πολιτισμός ανδρική. Δηλαδή, η Τέχνη γεννά και ο πολιτισμός διατηρεί και διαδίδει. Ο έρωτας πάλι παραμένει γένους ανυπεράσπιστου (Κική Δημουλά)... Στους αιώνες.

26/10/2008