Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

ΡΕΥΣΤΑ ΖΩΗΣ ΡΕΣΤΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ



 Φανταστείτε έναν ιδιοφυή όσο και απελπισμένο αρχιτέκτονα που σχεδιάζει σπίτια, χώρους βιομηχανικούς, studios, μεταμοντέρνα γραφεία με ατέρμονες κλίμακες, κτήρια γενικά που όμως δεν πρόκειται, να κατοικηθούν ποτέ. Εξ ου και η απελπισία. Επειδή δεν υπάρχει κανείς πια για ν’ αντέξει το βάρος της κατοίκησης ως μιας αισθητικής πρότασης αναφορικά προς το υπάρχειν. Ό, τι σήμερα υφίσταται θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στο ιδιοφυή τίτλο του Ν. Γ. Πεντζίκη “Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής”. Όταν τα πάντα καταρρέουν, θα μπορούσαν, άραγε, να σώσουν οι εικόνες τα προσχήματα της ύπαρξης;
Φανταστείτε τώρα τον ίδιο αρχιτέκτονα, ακόμη πιο απελπισμένο από την δυστοπία του αστικού περιβάλλοντος γενικά να γεμίζει με χρώμα τα σχεδιασμένα του κτίσματα επιχειρώντας να συλλάβει τη διαφυγούσα ενέργεια, το δράμα των χώρων που τους εγκατέλειψαν οι άνθρωποι. Σας φαίνεται πολύ μελλοντολογικό αυτό το σενάριο;
Φοβάμαι πως μετά την κρίση, ιδεολογική και πολιτιστική πρωτίστως, τα «ρευστά» ενός χώρου είναι πολύ πιο σταθερά -και αναπαραστήσιμα- από τα μόνιμα και αναλλοίωτα ενός σχεδίου. Αυτό το σκηνικό της αβεβαιότητας με τις λεπτομέρειες να κυριαρχούν και τα βασικά θέματα να χάνονται, είναι το κεντρικό ερώτημα της παρούσας εικαστικής ενότητας του Παναγιώτη Σιαγκρή. Πρόκειται για μια ζωγραφική μετά τη ζωγραφική δηλαδή για μια εικαστική πρόταση που γνωρίζει τις θεμελιακές κατακτήσεις του εικοστού αιώνα, από την αφαίρεση ως το dripping και από τον υπερρεαλισμό ως το informel, αλλά που θέλει να απομακρυνθεί απ’ αυτά -τις χρησιμοποιεί απλά ως τεχνική γνώση- για να μιλήσει αλλιώς, να μεταφέρει την αγωνία μιας εποχής άλλης, την αντίφαση, ας πούμε, ανάμεσα στη διάχυτη κρίση και την πανταχού παρούσα ευμάρεια, για το πρόβλημα της αναπαράστασης και του ιλουζιονισμού που δεν σώζει πλέον το έργο τέχνης αλλά και για την ανάγκη μιας ζωγραφικής που να είναι συγχρόνως καινούρια αλλά και αρχαία. 

 
    Στην ενότητα «Δέκα Χρόνια Μετά» ο Σιαγκρής καταθέτει έναν εικαστικό αναστοχασμό παίζοντας με το φαίνεσθαι και το είναι των πραγμάτων και συνδυάζοντας ένα, καλοσχεδιασμένο, αρχιτεκτονικό πλαίσιο με το αινιγματικό ρευστό μιας ζωγραφικής ύλης που δεν έχει, ακόμη, αποφασίσει για τον εαυτό της.
    Τι μπορεί να συμβαίνει σ’ ένα κλειστό δωμάτιο τώρα που έφυγαν οι ένοικοί του; Τι ζωγραφίζει το φως και τι το σκοτάδι πάνω στους άδειους τοίχους και τις θαμπές τζαμαρίες; Ποια ρέστα του χρόνου προλαβαίνουν τα ρευστά του χώρου;  Ποια ενέργεια στοιχειώνει αυτή τη σκόρπια αρχιτεκτονική, αυτήν την ανεστραμμένη ζωή; Ποια ιστορία ανομολόγητη;
Δείτε τους πίνακες του Σιαγκρή και θα το ψυχανεμιστείτε...

Μάνος Στεφανίδης
01.01.14



FLUID ELEMENTS OF LIFE
REMNANTS OF IMAGE

Imagine an ingenious but desperate architect designing homes, industrial spaces, studios, postmodern offices with endless stairs, generally buildings that are never to be inhabited, thus, the desperation.
As there is no one left anymore to bear the weight of inhabitation as an aesthetic proposal with regard to being.
 "Architecture of Scattered Life" the ingenious title offered by N. G. Pentzikis could encapsulate everything existing today. Is it possible that images could keep up the appearances of being, when everything else is falling apart?
Now, imagine the same architect, even more desperate as a result of the general urban environment dystopia, filling the buildings of his own design with color, in an attempt to capture the elusive energy, the drama of spaces abandoned by people. Does this scenario seem too futuristic?
I am afraid that after the crisis, which is primarily ideological and cultural, a space's "fluid" elements are much more stable –and reconstructible– than a design's fixed and unaltered elements. This setting of uncertainty with dominating details and lost basic themes comprises the fundamental question Panagiotis Siagreece poses in this visual module. Meaning that it is painting after painting, a visual proposal that is aware of the twentieth century foundation conquests, from abstraction to dripping and surrealism to informel, which, however, is striving to detach itself from them –and just utilize them as a means of technical know-how– so as to speak in a different way, convey the agony of a different era, such as the contradiction between the diffused crisis and ever present prosperity, the problem of reconstruction and illusionism that no longer saves the work of art, as well as our need of a painting that is new and ancient at the same time.
    In module "Ten Years Later," Siagreece offers a visual reflection which toys with the appearance and being of things while combining a well designed architectural framework with the enigmatic liquid of a painting material that has yet to decide for itself.
    What could be happening in a closed room now that its tenants are gone? What are the paintings of light and dark on the empty walls and misty glass surfaces? What remnants of time catch up with fluid elements of space? Which is the energy that haunts this scattered architecture, this inverted life? What is the tale untold behind it all?
You are sure to feel it once you see Siagreece's paintings...

Manos Stefanides
01.01.14

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Μαντινάδα και Ποτάμι


    Απ' τα Χανιά ξεκίνησες
    όμοιος με Βενιζέλο
    και την πατρίδα έσωσες
    έτσι, με το “έτσι θέλω”!

Πιθανή μαντινάδα που θα γράψει ο Σμαραγδής για τον Σταύρο οψέποτε...
Άλλη παραλλαγή της ίδιας ιδέας:

    Απ' τα Χανιά ξεκίνησες
    όπως ο Λευτεράκης
    και το “Ποτάμι” κύλησε
    κι όλοι σε αγαπάμε!

Την έκανα πιο άτεχνη για να μοιάζει περισσότερο με το στιλ του ποιητή.

Με όλα αυτά θέλω να δείξω πόσο καλές είναι οι επιλογές Σαμαρά: Από Μπαλτάκο σε Σμαραγδή και από Κακαβά (τον αναπληρωτή διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου) σε Λαμπράκη-Πλάκα (την αιωνόβια διευθύντρια της κλειστής, για πάρα πολύ δυστυχώς, Εθνικής Πινακοθήκης).
Πιο συγκεκριμένα: ΔΕΝ έπρεπε ν' αρχίσουν έργα για επιπλέον όροφο στην Πινακοθήκη επειδή το κτήριο του '60 είναι θεμελιωμένο πάνω στον Ιλισσό και έχει τεράστιο, στατικό πρόβλημα. Το ξέραμε από τότε και γι αυτό οι μελετητές (Μυλωνάς, Φατούρος, Αντωνακάκηδες) δεν το αποπεράτωσαν.
Σήμερα, παρά τους μεγαλεπίβολους σχεδιασμούς κατάλαβαν ότι η δαπάνη που απαιτείται θα είναι πολύ πιο μεγάλη της προϋπολογισμένης. Ζήσε Μάη μου! Δηλαδή θα χρειαστεί κι άλλο ΕΣΠΑ συν τη χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου. Συμπέρασμα: Η μεγαλομανία της κ. Μαρίνας μάς αποστερεί την Πινακοθήκη. Ή, αλλιώς, το “Ποτάμι” του Θεοδωράκη περνάει από κάτω!





ΥΓ. 1 Τι έχει γίνει με τον κλεμμένο Πικάσο και τον Μοντριάν; Το ρωτώ εγώ γιατί οι σεμνοί δημοσιογράφοι του ΣΚΑΪ απέφυγαν να το ρωτήσουν όταν τις προάλλες η κ. Μαρίνα τους ξεδίπλωνε γλαφυρά το ζακχαρόπηκτο όραμά της για το μέλλον.
ΥΓ. 2  Ευτυχώς που μας πέτυχε το κτήριο του ΕΜΣΤ, στο πρώην κολοβωμένο ΦΙΞ. Αναιβαίνοντας τη Συγγρού βλέπει κανείς την αδρή και λιτή μορφολογία του Ζεννέτου. Κατεβαίνοντας τη Χαμοστέρνας, χαίρεται το αθάνατο ελληνικό ρουστίκ και το στιλ Αράχοβας με τις ένθετες, διακοσμητικές, κίτρινες πέτρες! Sic! Μπορεί το μουσείο να μοιάζει με σάντουιτς λόγω συμβιβασμών, η κόκκινη, όμως, είσοδός του είναι όλα τα λεφτά. Τρέμε Frank Gehry και Μπιλμπάο! Η Αθήνα πλέον διαθέτει το ασκημότερο, δηλαδή το πιο αμήχανο, που θα πει το πιο δειλό, μουσείο μοντέρνας τέχνης στο κόσμο.




ΥΓ.3  Όχι, για την εξίσου αιωνόβια διευθύντρια του ΕΜΣΤ δεν ευθύνεται ο Σαμαράς αλλά ο αντιπρόεδρός του, ο κ. Βενιζέλος, ο εισηγητής του “Πολιτισμού των Πολιτισμών” αν ενθυμείστθε οι μεγαλύτεροι.
ΥΓ. 4  Κι άλλη παγκόσμια πρωτοτυπία: Το μουσείο το στήνει μόνη της η διευθύντρια χωρίς καλλιτεχνική επιτροπή και λοιπούς ενοχλητικούς επιμελητές. Το τι θα παρουσιάσει το ξέρει μόνο ο Θεός, ο Παναγιωτόπουλος (αυτός ο ημίθεος), η κα Σάλλα (σύζυγος του πραγματικού θεού) και η ψυχή της...
ΥΓ. 5  Για την άλλη κορυφαία επιλογή του Χατζάκη στο Εθνικό θα τα πούμε άλλη φορά.
ΥΓ. 6  Δείτε οπωσδήποτε την ταινία animation “Από τη Γη στη Σελήνη” του Άγγελου Σπάρταλη και χαρείτε τις μυθικές φωνές του Σαββόπουλου, του Ψαραντώνη, του Βακούση κλπ. Πρόκειται για μια προσπάθεια géniale που παντρεύει τη ζωγραφική με το σινεμά και ελληνικό μας τρόπο με την διεθνή αβαντγκάρντ. Και το κυριότερο: Όλοι δούλεψαν αφιλοκερδώς, η ταινία είναι κυριολεκτικά χειροποίητη και ωστόσο λάμπει έστω και αν δεν έχει χορηγηθεί από κάποια τράπεζα ή δεν στηρίζεται από το ΥΠΠΟ. Στοίχημα: Ο Σπάρταλης δεν θα εκτίθεται στο ΕΜΣΤ. Απλώς θα εκθέτει  τους υπεύθυνούς του. Επειδή η σύγχονη τέχνη μας μοιάζει συχνά μ' ένα βουβό ποτάμι που τρέχει ανεξέλεγκτο κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια των “επισήμων” και των “ειδικών”.    




ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Don Manuel Osorio and his young girlfriends

Stories from the paintings of Iro Nikopoulou
Art is but an idea; an idea further removed from your own.
Alexis Akrithakis

Idolatry and, consequently, iconolatry, is part of Greek visual tradition, just like the much-vaunted orthodox faith. The latter demanded that the signifier (i.e. the image) refer to the signified (i.e. that which is depicted) to such a degree that, traversing the Middle Ages, it emerged during the Renaissance as an entire aesthetic dogma. What I wish to convey is that the painting isn't confined within the depicted image; rather it claims a quasi-magical quality, by speaking, and concealing, and signifying, and implying. Even during modern times, when the filmic or televised images prevail. Their primeval mother, painting, still knows how to play games of suggestion, seduction, perversion. It knows how to terrify, and also soothe. First and foremost, it knows how to narrate, by creating breaches in the story’s cohesion and the subconscious mind of the spectator.
The paintings of Iro Nikopoulou balance between narration and confession, tenderness and voluntary terror, personal references and impersonal time, which sometimes blesses and other times condemns people's actions. And what of painting, in general? Painting is still a testimonial, and at the same time a form of torment; the first writing and the most primal record. The image before the word, on which it depends. A symbolic, aesthetic point, which encapsulates past and future lives (even the most unconscious ones...). In order to survive this age of such mechanistic rationalism, painting must place itself somewhere between the known and the unknown, which, however, exists. Consequently, painting also ought to support a ferocious, absolute form of expression, which will call into question the narcissism or the aesthetics of the bourgeoisie, and turn away from eloquent compromises. In order to exist, painting must be. With the fear of History, and with its virginity restored, time and time again, as happened with the goddess from the ancient myth.
As a pensive creator, Iro Nikopoulou attempts a form fueled by chthonic colors and organized through shading and earthy qualities, so that whenever light is emitted, it appears as both salvation and retribution. She is aware that what she is trying to achieve through her artistic means is not easy, no matter how persistently and diligently she pursues it. In other words, to immerse herself in a childhood Eden, and to make peace today, as an adult, with the angels and the ghosts of the past. With desires and loves, just like newborns that didn't survive, like infants punished for their innocence, like toys that broke before they even came out of their boxes, like kites condemned to fly within cells. How does all this translate into image, into word that has taken form? Iro Nikopoulou has chosen a theme that could be categorized as feminine art, if we were interested in classifications and trends and current events, which we are not.
I believe that her girls and their stories ‒ young mothers raising grown babies, reversed roles, confused values, just like in the Grimm bothers' fairy tales ‒ have come a long way, having bathed in the waters of the most integral Romanticism, and having delved into old texts and experiences. Thus emerging, silent and enigmatic, they remind me of a painting that still haunts me since the first time I saw it, in the early '90s, in the National Gallery and the periodic exhibition "From Theotokopoulos to Cézanne." It is the work of the prince of European Romanticism Francisco Goya (1746-1828) titled "Don Manuel Osorio," painted in 1787-8, belonging today to the Metropolitan Museum of Art in New York. The painting depicts a young nobleman dressed in the radiant red of anguish, a dark look in his eyes heralding the things to come. He was only four years old at the time when he posed; four years later he died. Goya was twenty-two years old then, and he already knew quite a lot about the human psyche. Manuel is depicted with his symbolic fates, which, however, have no sympathy for him. Rarely has a child's soul, the cruelty, if you prefer, been rendered in a more direct, more visual way. The young boy is holding a magpie on a string, holding a calling card (?) in its beak. "Grim messages," we could also call it. In the back, in the semi-darkness, three cats are looking menacingly at the fateful bird, Clotho, Lachesis, Atropos. To the left of Manuel is a cage of goldfinches. They are not in danger; they are safe within their prison, already condemned. Goya has selected a theme that is common in European Rococo, and from a mere study of manners, he has elevated it to the darkness of the most romantic sphere.
The ambiguous Don, however, shouldn't complain; Iro Nikopoulou has now endowed him with wonderful girlfriends, equally dark and apocalyptic. At least to those who are tired of pleading innocent. And to those for whom art is not an alibi, but rather a means. Or to those who now know that youth is the most agonizing invention of old age.
PS. Blanchot wrote that art is a struggle, the struggle between the creator and chaos. It is the kind of chaos, however, that has the ability to create conscience (Jung), the "sea buried within us" (Elytis). I am not sure whether the following sentiment has a place here, nevertheless it concerns me and I will write it: No art can assuage the haunting image of those nine children that were left helpless to drown at Farmakonissi, in a sea that is tragically real, in no way metaphorical, something that will stay with us. No requiem, no aesthetic, no seal’s lament can ever redeem it. It will pursue us like a collective disgrace, spitting on our culture, cursing our disgraceful complacency.
How many more events like that in Farmakonissi or Lampedusa await us? How many dark seas are we due? How safe can our children be amidst such official, institutionalized violence? And the girls of Iro, how many more friends are they to make?

Manos Stefanidis
12.2.2014

Translation by Eleni Dragona


Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Δεσποινίς 59* ετών

Η γεροντοκόρη Κεντροαριστερά και οι προικοθήρες της


*Οι 58 συν ο Τατσόπουλος!



Ο πανικός ενός συστήματος που καταρρέει δημιουργεί μια σειρά κωμικοτραγικών μετασεισμών που λέγονται «Φτιάξε και εσύ ένα κόμμα. Μπορείς! Μια συσπείρωση, ένα απόκομμα, μια δημοκρατική ενότητα βρε αδερφέ!». Άνθρωποι, κατά τεκμήριο σοβαροί, με μια ιστορία στον τόπο και με ακαδημαϊκούς τίτλους διόλου τυχαίους, όπως λ.χ. ο Γιάννης Βούλγαρης, εκτίθενται δραματικά στα παίγνια πολιτικών φασουλήδων και κομματικών περικλέτων που ούτε έμαθαν τίποτε ποτέ, ούτε και ποτέ μετάνιωσαν για κάτι. Λες και η Μεταπολίτευση υπήρξε η συνεχής και αταλάντευτη πορεία του τόπου προς την πρόοδο και την ευτυχία. Χωρίς χάσματα ή οπισθοδρομήσεις, χωρίς οπισθόβουλους και οπισθοβουλίες.
Τους τελευταίους δύο μήνες, λοιπόν, είμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς έκρηξης νέων πολιτικών σχηματισμών που θέλουν, λένε, να καλύψουν τον κενό, νομίζουν, χώρο της πολύφερνης Κεντροαριστεράς. Έτσι, λογής Αριστεροί με κοινό τους γνώρισμα την «ηπιότητα», -θα μπορούσες να την πεις και “επαγγελματισμό”- που έχουν κατά καιρούς γευτεί μικρά ή μεγάλα κομμάτια από τη πίτα της εξουσίας, που έχουν επιβεί δημοσίων οργανισμών ή που έχουν διατελέσει ΔΟΛμαδάκια, δηλαδή οργανικοί διανοούμενοι του πιο συγκροτημένου συστήματος παραεξουσίας που κυβερνάει τον τόπο τον τελευταίο μισό αιώνα, πιστεύουν ότι πρέπει ξανά να μας σώσουν, ξανασυσπειρώνοντας την πολυτάλαινα Κεντροαριστερά. Απώτερος στόχος τους βέβαια η διατήρηση της επαφής με την εξουσία. Κάτι που δεν στερήθηκαν grosso modo ποτέ. Εφόσον κάθε σύστημα εξουσίας έχει τους εφαψίες του. Τα αριστερά ή δεξιά πρόσημα έχουν, εν τέλει, πολύ λίγη σημασία. Τόσο απλά.
Η αρχή έγινε με τα 58 γεροντοπαλίκαρα του εκσυγχρονιστικού πασοκισμού που τα ακολούθησαν οι νεαροί «ρεαλιστές» της ΔΗ.ΜΑΡ όπως ο Παπαδόπουλος για να συγκινηθεί αργότερα και ο Τατσόπουλος, ο οποίος ως ωραίος δεν έχει ηλικία. Όμως μπορεί να φτουρίσει σχήμα που το εκπροσωπεί σχεδόν αποκλειστικά στα μήντια ο Μπίστης, το ευλογεί από τα παρασκήνια ο αμετανόητος Σημίτης, το λαμπρύνει το πολιτικό ανάστημα ενός Ψαριανού και το σκιάζει το μέγεθος ενός Βενιζέλου; Ποτέ των ποτών. Εξ ου και το άδοξο ξεφούσκωμά του.
Συμπέρασμα: Μας πήρε το Ποτάμι. Ήγουν γνωστοί και μπαρουτοκαπνισμένοι κεντροαριστεροί επιχειρηματίες όπως ο ευειδής Θεοδωράκης και ο «είδα φως και μπήκα στην απελπισία μου απάνω» αιωνίως φιλελεύθερος Νίκος Δήμου είπαν: Εδώ τόσοι και τόσοι σπάνε πλάκα αδαπάνως φιάχνοντας κόμματα και τους παίζουνε και τα κανάλια ή τα πρωτοσέλιδα, δεν πάμε και εμείς που ξέρουμε καλά και τη -διαφημιστική- δουλειά; Εξάλλου το να στήσεις ένα κόμμα έχει πολλά κοινά σημεία, όπως καλώς γνωρίζει ο Σταύρος, με το ν’ ανοίξεις ένα εστιατόριο. Δηλαδή τα εξής τρία: Μαγειρέματα, σάλτσες, και ξανά μαγειρέματα.
Στην εποχή της τέλειας έκπτωσης των πάντων, όλο και περισσότερο δυναμώνει η εντύπωση ότι οι πάντες μπορούν να κάνουν τα πάντα αφού οι θεσμοθετημένοι και οι εκλεγμένοι για να το πράξουν, απέτυχαν παντού, παταγωδώς. Με τέτοιες λογικές συναιρέσεις, ιδεολογικές συνιζήσεις και πολιτικές εξαπλουστεύσεις, αλλά και με δεδομένο τον πανικό που υπαινίχθηκα πιο πάνω, ήταν φυσικό(;) και ο Φώτης Κουβέλης να διεκδικήσει, έστω και την ύστατη στιγμή, το δικό του κλαδί από την πολυκουτσουρεμένη ελιά, μήπως και σώσει την παρτίδα. Εφόσον οι δημοσκοπήσεις έχουν επιπέσει στα κεντροαριστερά κόμματα, κομματίδια ή λοιπούς συγγενείς (χώρους) σαν δάκος.
Τι είναι όμως η Κεντροαριστερά; Ο υδαρής χώρος ανάμεσα στη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ; Ή, μήπως είναι το συνεκδοχικό όνομα όλως εκείνων των προοδευτικών στοιχείων που αντιτίθενται στον καταστροφικό νεοφιλελευθερισμό, τις μεθόδους και τα αδιέξοδά του διεκδικώντας μιαν άλλη πολιτική με φιλολαϊκό στίγμα τόσο για την Ελλάδα όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη; Και είναι δυνατόν μια τέτοια δύναμη που κοιτάει εμπρός και αγωνιά για το αύριο να (εξ)υπηρετείται από πρόσωπα και πρακτικές του παρελθόντος, θρασύδειλους βενιζελισμούς, κομματικούς κανιβαλισμούς, κλπ.; Είναι δυνατόν όλη η δυναμική της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του προοδευτικού Κέντρου να εξαντλείται στους πάντα ίδιους 5-10 τύπους που ανησυχούν και που υπογράφουν πλαδαρά κείμενα, χρόνια τώρα, επιζητώντας απλώς να είναι ένα βράδυ συνομιλητές του Πρετεντέρη; Είναι δυνατόν να συζητάμε για την επανίδρυση της Κεντροαριστεράς με βασικό διακύβευμα τη συμμετοχή ή όχι του Λοβέρδου (sic), όταν υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ με τον πλουραλισμό του και την, αποδεδειγμένη, ικανότητά του να αφομοιώνει τάσεις ή συνιστώσες; Ο ΣΥΡΙΖΑ, λειτουργώντας εν τοις πράγμασιν ως η μεγάλη Αριστερά του τόπου, μπορεί να εκφράσει και τον φοβισμένο κεντροαριστερό, τον προοδευτικό αστό ή τον καταπτοημένο από τα κόμματα εξουσίας κεντρώο ψηφοφόρο. Είναι σαφές πως υπάρχει ένα μεγάλο όσο και κρίσιμο ποσοστό ψηφοφόρων που δεν έχουν πειστεί για την κυβερνητική επάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ και στηρίζουν από αμηχανία το, οπωσδήποτε προσωρινό, φούσκωμα του Ποταμιού. Ένα “Ποτάμι” που κλέβει τεχνηέντως πολλές από τις πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και τις παρουσιάζει με μάλλον απλοϊκό (διάβαζε μηντιακό) τρόπο.
Τι πρέπει να κάνουμε; Να ξαναπούμε απλά, κατανοητά και χωρίς λαϊκισμούς ή επιθετικές πολώσεις τις βασικές πολιτικές που μας διαφοροποιούν από τον κυρίαρχο σύστημα. Πως είμαστε φορείς μιας άλλης κουλτούρας και πως παρά τα λάθη και τους μικρομεγαλισμούς εκπροσωπούμε τη μόνη λύση απέναντι στο ισχύον πολύχρονο τέλμα. Επίσης να υποστηρίξουμε και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη πως εκπροσωπούμε την πραγματική Κεντροαριστερά, μια πολιτική δύναμη ευρύτατης αποδοχής που θα επιδιώξει να παίξει καινούριους ρόλους στο Ευρωκοινοβούλιο υπερασπιζόμενη κοινωνικές κατακτήσεις και διεκδικώντας μιαν άλλη πολιτική που θα αποτρέψει την ύφεση, θα τονώσει την παραγωγικότητα, θα ανατρέψει την δικτατορία των τραπεζών, θα διεκδικήσει με ενθουσιασμό ένα ενωτικό, ευρωπαϊκό όραμα για τον πολιτισμό και θα εξαλείψει το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους του Βορρά και τους παρίες του Νότου. Με μια τέτοια δυναμική ο ΣΥΡΙΖΑ θα απογειώσει τα ποσοστά του και θα προσελκύσει εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θα του εξασφαλίσουν την κατάκτηση της εξουσίας. Επειδή η προοδευτική Αριστερά δεν μένει καθηλωμένη σε στερεότυπα του παρελθόντος, συνεργάζεται με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις και δεν φοβάται το καινούριο. Αντίθετα, το εκπροσωπεί από θέση ισχύος διαψεύδοντας τις Κασσάνδρες και τους διατεταγμένους θρήνους τους.



ΥΓ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντί να στοχεύει στους συνδικαλιστές και τα κομματόσκυλα του ΠΑΣΟΚ και αντί να χαϊδεύει τα αυτιά της κάθε μειοψηφίας οφείλει ν' ανοιχτεί στη κοινωνία. Να της αποσπάσει την εμπιστοσύνη.  Να την πείσει ότι θέλει αληθινά ανατροπές και ότι δεν θα αποτελέσει την αριστερή εκδοχή της κυρίαρχης Συντήρησης. Μπορεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εν πολλοίς παιδιά των μπαμπάδων τους μεγαλωμένα στον κομματικό σωλήνα και με μικροαστικά ανακλαστικά, να καταλάβει που πραγματική πονάει ο τόπος; Τους τα λέει αυτά ο γιος ενός εργάτη. Μπορεί τέλος να προτείνει τομές σε μια παιδεία βραχυκυκλωμένη και από τα λάθη, τον λαϊκισμό ή τις ιδεοληψίες της Αριστεράς; 


Miss Violence ή Το εθνικό μας άγος


Εμένα η ταινία του Αβρανά δεν μ' ενθουσίασε. Βρήκα υπερβολική τη βία, υπερβολικά φορμαλιστική την αφήγηση, δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα σε μας, είπα. Κι αν συμβαίνουν, είναι εξαίρεση. Προφανώς η βία της Violence κάπου συγκρούστηκε μέσα μου με τα εξωραϊσμένα, συλλογικά μας στερεότυπα. Ώσπου έσκασε το Φαρμακονήσι κι ο εφιάλτης εννιά πνιγμένων παιδιών που δεν λέει, έκτοτε, να ξεριζωθεί από τη σκέψη μου που δεν επιτρέπει να κατευναστεί η ενοχή μου. Και η προσωπική και η συλλογική. Η εθνική ενοχή μας καλύτερα. Επειδή αυτοί που άφησαν εννέα βρέφη αβοήθητα και μετά ψέλλισαν δικαιολογίες, αυτοί που άντεξαν το σπαρτάρισμα αδιάφοροι ή αμέτοχοι των μωρών λίγο πριν το τέλος, εκτελώντας εντολές, είναι κάποιοι από μας. Και η πράξη τους συνιστά εθνικό άγος από το οποίο δεν θα απαλλαγούμε εύκολα.. Και δεν μας αξίζει μια εύκολη κάθαρση γιατί γρήγορα θα επαναλάβουμε τους εαυτούς μας σε χειρότερα. Για να μην αναφερθώ στην αναίσχυντη όσο κι ανάλγητη δήλωση του υπουργού που αποτελεί προσβολή και στον πολιτισμό μας και στον ανθρωπισμό του καθενός ξεχωριστά. Κι όλα αυτά για κάποιες ψήφους από τη Χρυσή Αυγή. Για τα περίφημα δεξιά ανακλαστικά. Για να κατευναστεί το συλλογικό κτήνος της ξενοφοβίας. Τον υπουργό πάντως εκλεγούν κάποιοι από εμάς και προφανώς κάποιοι από εμάς επικροτούν.
Στο “Μοιρολόι της Φώκιας” ο Παπαδιαμάντης θρηνεί τον άδικο, παράλογο χαμό της μικρούλας που γλίστρησε από το βράχο στο σκοτεινό νερό. Για τα εννιά παιδιά του Φαρμακονησιού δεν υπάρχει, έστω, μια ανάλογη ελεγεία που ν' αναφέρεται στα πάθη και τους καημούς (όλου) του κόσμου. Υπάρχει μόνο το politically correct, η ένοχη αποσιώπηση και τα ψιλά των ΜΜΕ, τα οικεία κακά που δεν αφήνουν χώρο για να νιώθουμε τις συμφορές των διπλανών και κυρίως αυτή η διάχυτη, η πανταχού παρούσα βία που καταλύει όλα τα ιδεαλιστικά στερεότυπα και τους συλλογικούς μύθους και καταδεικνύει το αληθινό εθνικό μας πρόσωπο.
Η Miss Violence δεν μ' ενθουσίασε. Τώρα όμως την καταλαβαίνω απόλυτα. Κι αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Το να μην αναγνωρίζεις δηλαδή τον τόπο σου τον ίδιο... Το να φοβάσαι τον συμπατριώτη σου, τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας για τα όσα κρύβει και με πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμος να επιδείξει...


ΥΓ. Πριν δυο μήνες στη Θεσσαλονίκη, ένα κορίτσι δηλητηριάστηκε από αναθυμιάσεις μαγκαλιού επειδή η πολιτεία το τιμώρησε κόβοντας το ρεύμα του άθλιου διαμερίσματός της. Σε εποχές αποπροσανατολισμού και παράλογης βίας, την πληρώνουν πρώτοι και πιο οδυνηρά οι πιο μικροί, οι πιο ανυπεράσπιστοι, οι πιο αθώοι...



Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΩΔΙΑ

Με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή: Η Αθανασία των Σκύλων, Πόλις, 2013.


 
Α

Η εικόνα δεν εκπονείται.
Είναι η εικασία του εαυτού της, μια σπουδή του κενού.
Κ. Μαυρουδής, σ. 115


Δεν μ’ ενδιαφέρει η λογοτεχνική κριτική επειδή δεν πιστεύω ούτε στην αυθεντία ούτε στη διεκπεραίωση. Πολλώ μάλλον στην εμπλοκή σε κάποια νιτερέσα μιας συντεχνίας. Στον «αλληλέγγυο» λόγο, μ’ άλλα λόγια, όπως το εσνάφι, σχεδόν θεσμικά, επιβάλλει. Αντίθετα, πιστεύω στη ρήξη και τη σύγκρουση, σ’ εκείνον τον αντίλογο που τόσο δραματικά ελλείπει από το χώρο ακόμη και σ’ αυτές τις μέρες της λεγόμενης κρίσης. (Σημείωση: Κανένα αληθινό, πνευματικό γεγονός δεν εκκολάπτεται εκτός κρίσης. Οι δημιουργοί θα έπρεπε να ευγνωμονούν την κρίση γιατί τους φέρνει ενώπιον των ευθυνών τους και γιατί τους ταρακουνάει από τον πεισιθάνατα μακάριο ναρκισσισμό τους.)
Ανάλογα, φοβάμαι εκείνους τους πίνακες ζωγραφικής που παρότι φτιάχνονται σήμερα, δεν προβληματίζονται διόλου για την πορεία του είδους, το λόγο ύπαρξής του τώρα και αύριο. Το ίδιο ισχύει και με τα κείμενα. Με τρομάζουν τα –τόσα– βιβλία που γράφονται λες και η γραφή επινοήθηκε μόλις χτες. Λες και αυτά είναι τα πρώτα κείμενα που αξίζει να διαβαστούν. Τόσος στρουθοκαμηλικός επαρχιωτισμός δεν είναι αθωότητα, δεν είναι καν χυδαιότητα, είναι η τέχνη της απόλυτης επιφάνειας, ένας καθρέφτης που καθρεφτίζει έναν άλλον, όμοιο καθρέφτη, το απόλυτο σύμβολο του μεταμοντέρνου. (Πείτε το και θάνατο της Ιστορίας, την ίδια στιγμή που επίσης εκμετρούν το ζην και ΟΛΕΣ οι επιμέρους, οι προσωπικές ιστορίες. Κόλαση.)
Απ’ την άλλη, σε τι μας χρησιμεύει ακόμη και η καλή, η ασυμβίβαστη λογοτεχνία, σε τι ωφελούν τα κείμενα όταν σε στοιχειώνουν τα φαντάσματα των παιδιών που πνίγηκαν στο Φαρμακονήσι χωρίς να έχει παρέμβει εδώ η Φραγκογιαννού, ή εκείνου του κοριτσιού που πέθανε από το αναμμένο μαγκάλι στη Θεσσαλονίκη; Αν απαντήσουμε σε αυτά τα «γιατί», νομιμοποιούμαστε να απαντήσουμε και σ’ όλα τ’ άλλα, τα αισθητικά, τα λογοτεχνικά, τα ιδεολογικά.
Μ’ όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατόν να διαβάσεις τα τελευταία κείμενα του Κώστα Μαυρουδή εν κενώ, in vitro, ξέχωρα απ’ όλες τις άλλες εντυπώσεις που σε βομβαρδίζουν, τραυματίζοντάς σε ενίοτε (το κακό με τις εντυπώσεις είναι πως κανείς δεν πέθανε ποτέ απ’ αυτές). Κι αυτό το ισχυρίζομαι επειδή τα κείμενα αυτά δεν είναι ούτε διεκπεραιωτικά ούτε συμβατικά ούτε διακοσμούν χαριτωμένα τη συγκυρία ή το κυρίαρχο γούστο. Έρχονται από μακριά, φέρουν το βάσανο του χρόνου και σε πονούν υπόκωφα, σαν να πάτησες αιφνίδια θρύμματα γυαλιού ή να σφίγγεις το μαχαίρι φορώντας λευκά γάντια. Θα έλεγα επιπλέον πως είναι στιγμές που τα κείμενα αυτά επωμίζονται κατάσαρκα τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, πολύτιμα πράγματα κι αυτά χωρίς πάντως ιδιαίτερη αξία, σ’ έναν κόσμο που μπερδεύει συστηματικά το εξαιρετικό με το αγοραίο, την τιμή με το χρήμα.
Άλλοτε κυρίαρχο γνώρισμα της γραφής του Μαυρουδή ήταν η κομψότητα, η καλλιέπεια. Η αγωνία να χωρέσει ο στοχασμός στο στιλ. Να μην περισσεύει τίποτε. Τώρα η αγωνία του συγγραφέα είναι να συναιρέσει πλήρως την ποίηση στην πρόζα (και αντιστρόφως), να εξομοιώσει έως εξαφανίσει το μεγάλο στο μικρό, να διαβουκολήσει τα «είδη» υπέρ του ενός και αδιαιρέτου λογοτεχνήματος σε τρόπον ώστε το ελάχιστο να υπερκεράσει το πολύ. Στέκομαι και χαζεύω –πόσην ώρα;– σε  μιαν ανοιγμένη σελίδα, σε μια παράγραφο. Και είναι σαν να ’χω διαβάσει 100 σελίδες. Τώρα πια το κείμενο γίνεται σκάφος που το κατέλαβα σαν πειρατής –χωρίς καλά καλά να το καταλάβω– και μ’ αυτό ανοίγομαι σε δικές μου, πλέον θάλασσες.
Ο Coleridge λέει για τον Σαίξπηρ: «Τον νιώθεις πως είναι ποιητής από τον τρόπο που σε κάνει κι εσένα ποιητικό, ένα ον που δρα και δημιουργεί...» Κι ο Wallace Stevens υπογραμμίζει πως χάρη στη μεταφορά –δηλαδή την «υπαλλαγή» της καθημερινότητας, την απαλλαγή από ό,τι την υπερβαίνει– δραπετεύουμε από το κλισέ «πραγματικότητα». Κι ο Λειβαδίτης μίλησε για το ζωγραφισμένο παράθυρο στον τοίχο του κελιού.
Στην εποχή της απελπισίας και της βαρβαρότητας, η τέχνη δεν μπορεί να μας σώσει. Μπορεί όμως να δώσει στην απελπισία μας περιεχόμενο. Οι ιστορίες των σκύλων που αποθησαυρίζει με μπορχεσιανό τρόπο ο Μαυρουδής συνοψίζουν τα βασικά επιτεύγματα του αφηγείσθαι τα τελευταία διακόσια χρόνια στην δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία και στα καθ’ ημάς. Χωρίς οίηση και κομπασμό. Σαν να μαδάει μια μαργαρίτα, αποφλοιώνει το κείμενο, το μύθο από τα περιττά λίπη, τα μαλάματα, και ακραγγίζει το τελικό φύλλο: «Μ’ αγαπάει;» Ευτυχώς που δεν δίνει την απάντηση ο συγγραφέας. Γιατί τότε οι ιστορίες του θα αυτοαναιρούνταν μέσα από διατεταγμένα happy end και μπεστσελερίστικες ανατροπές. Τότε ο στοχασμός θα καταντούσε ευφυολόγημα και ο σπαραγμός του ζώου που σβήνει αργά, μαρτυρικά, έχοντας δηλητηριαστεί από ανησυχούντες νοικοκυραίους, θρίλερ. Τα σκυλιά του Μαυρουδή δεν αλυχτούν σαν τα σκυλιά του Φώκνερ, δεν μετρούν τους πόλους σαν εκείνα του Λόντον, δεν έχουν σχέση με τον Μπάσκερβιλ και τον Κόναν Ντόιλ. Συγγενεύουν με τα ζωγραφισμένα σκυλιά του Veronese και του Hockney, του Freud και του Richter. Πάνω απ’ όλα συγγενεύουν με τα δαρμένα σκυλιά του Ροΐδη και τις μοιρολογίστρες φώκιες του Παπαδιαμάντη. Προσωποποιούνται, δηλαδή, σ’ αυτά όσα πλάσματα πονούν για τις τύχες και τα πάθια του κόσμου...




Β

Το καλό με τη συντροφιά ενός σκύλου είναι ότι έχεις τη δυνατότητα να τον κάνεις ευτυχισμένο· ζητάει πράγματα τόσο απλά, το εγώ του είναι τόσο περιορισμένο.
«Η δυνατότητα ενός νησιού», Μισέλ Ουελεμπέκ

Μέσα απ’ τα σκυλιά του ο Μαυρουδής αυτοπροσωπογραφείται συναιρώντας και το πορτρέτο του τόπου του τελευταίου μισού αιώνα περίπου. Τα 70 κείμενα –το υπ’ αριθμόν 9 χωρίζεται σε Α και Β– υπερβαίνουν την ηθογραφία, απιστούν στο δοκίμιο, ξεφεύγουν από το χρονικό ή την ημερολογιακή σημείωση και αυτονομούνται σαν μικρές μονόπρακτες όπερες ή δράματα δωματίου που μπορεί να συμβαίνουν σε πλατείες, αλσύλλια, εδώ ή αλλού. Σε ταξίδια ή στην ειρκτή του γενέθλιου τόπου, το αδιέξοδο του τόπου διαμονής. Στον τόπο-τάφο, εντέλει. Η αδιόρατη μουσική που ακούγεται –σπάνια τα κρεσέντα– συνοδεύει τις λέξεις παρηγορητικά και αποθεώνεται στην ιστορία του άσημου σκύλου της διάσημης ρεκλάμας για την His Master Voice. Μόνο που κι εδώ –όπως και σ’ όλα τα υπόλοιπα αφηγήματα, άλλωστε– ο συμβολισμός δεσπόζει και ανατρέπει τη γραμμική, μονοσήμαντη ανάγνωση. Τι κρύβεται από πίσω; Μα ό,τι ελλοχεύει σε κάθε τέχνη: το αόρατο που γίνεται προς στιγμήν ορατό. Το ανείπωτο που ασθματικά τείνει να μορφοποιηθεί σε λόγο και έπειτα το μετανιώνει. Εκεί, στις ρωγμές, στα χάσματα, κρύβεται η ποίηση του Μαυρουδή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπερβαίνει μερικές φορές και την επίσημη ποίησή του. Φέρ’ ειπείν στο γνωστό πίνακα του Peter von Hess, που εξεικονίζει την άφιξη του νεαρού Όθωνα στο Μεσολόγγι, ο συγγραφέας σχολιάζει την παρουσία ενός σκύλου στο πρώτο επίπεδο. Τι γυρεύει το Γκρέιχαουντ εκεί; Γιατί πάντα στις διαδηλώσεις, στις πορείες, στα μεγάλα γεγονότα των ανθρώπων παρελαύνουν επίσημοι και ανεπιτήδευτοι οι σκύλοι; Πόσο αληθινό το σκυλί των αδελφών Λυμιέρ και πόσο εκείνο του Μπουνιουέλ στη «Βιριδιάνα»; Κι έπειτα εκείνη η περίφημη πίστη των σκύλων (Canis Fidelis) δεν είναι μια απευθείας προσβολή στην απιστία –και την απληστία– των ανθρώπων; Μήπως εντέλει στους σκύλους κρύβεται η τελευταία ευκαιρία για τον εξανθρωπισμό μας;
Γράφει ο Μαυρουδής: «Η μνήμη των σκύλων που τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα τις πόλεις έχει κληρονομηθεί κατά το ήμισυ από τους παλιούς προγόνους τους» (σ. 38). Υφίσταται όμως βαθιά μνήμη στα ζώα που ν’ αναπαριστά κάτι; Στους σκύλους του συγκεκριμένου βιβλίου ναι, όπως εξάλλου και στα ψάρια του Iggy Pop, όπου the fish knows. Αλίμονο αν δεν γινόταν μνήμη το τραύμα –η κλωτσιά του άξεστου, ας πούμε– κι αν δεν αποθησαυριζόταν το παλιό γεγονός. Τότε θα κατέρρεε εξευτελισμένος και ο, όποιος, πολιτισμός των ανθρώπων εμπρός στον ήρεμο και ταπεινό πολιτισμό των σκύλων. Και άλλα ερωτήματα από τον συγγραφέα:
Τι σημαίνει αυτό που πέρασε;
Γιατί κρύβονται, σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα;

Γιατί η τέχνη να μην είναι επανάσταση, θα συμπλήρωνα, και να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο; Μ’ άλλα λόγια, η τέχνη ιστορία ή παρωδία;

Μάνος Στεφανίδης




Σοφία Τούντα Τριλογία Lenbach Haus Μόναχο





 Τα δίπολα φθοράς-αναγέννησης, σήψης-ανάστασης κυριαρχούν στα θέματα και τη προβληματική της Σοφίας Τούντα. Όπως επίσης και ο αγώνας ν΄αναδυθούν ιδέες και σύμβολα μέσα από το δάμασμα της ύλης, τον εξαναγκασμό των υλικών. Στο βάθος της «ρομαντικής» σκέψης της υπάρχει ένας ποιητικός στόχος: να μιλήσει για το θάνατο και την υπέρβαση του μέσα από τη γλυπτική γλώσσα. Μέσα από τις αφορμές που η ίδια η Φύση μας δίνει. Χειροποίητος στοχασμός μ’ άλλα λόγια.
Είναι τα λουλούδια που δένουν σε καρπούς, είναι οι καρποί που σαπίζουν στο χώμα, είναι τα παράσιτα που μέσα από τη φθορά ξαναγενούν την ύλη. Κι όλα αυτά μέσα από σκληρά μέταλλα που αντιστέκονται και που «εξανθρωπίζονται» από το χρώμα , τη  « χρόα» του Πλωτίνου που δίνει μέσω του φωτός στα πράγματα υπόσταση. Έτσι οι καρποί της χαράζονται από τομές γαιώδεις, κίτρινες ενώ τα πέταλα των λουλουδιών της εκρήγνυνται από τις ηλεκτρικές αποχρώσεις που προκαλούν οι χημικές αντιδράσεις της τήξης και της ηλεκτροσυγκόλλησης. Ένας σύγχρονος Ήφαιστος , λες, στα σπλάχνα της Αίτνας διεκδικεί ευαισθησίες ζωγράφου και έκφραση γλύπτη.
Αλλά η «ποιητική» της Σοφίας Τούντα πηγαίνει μακρύτερα. Δεν πεθαίνουν και δεν ανασταίνονται μόνο οι καρποί ή τα λουλούδια. Αυτή είναι και η μοίρα των συναισθημάτων, των ιδεών, των εικόνων που αγαπήσαμε και που πια δεν μας συγκινούν. Μια ολόκληρη τεχνολογία δηλαδή, ένας κύκλος πραγμάτων που σφραγίζει την ανθρώπινη κατάσταση από τη πτώση στον θρίαμβο και από τη παλίρροια στην άμπωτη. Άρα η γλυπτική της Σοφίας Τούντα προχωρεί από την αναπαράσταση και τον συμβολισμό, στην παράσταση και τον στοχασμό.
Εξάγοντας απ΄την ύλη ιδέες και εμψυχώνοντας την με εικόνες ομιλούσες. Μεταμορφώνοντας δηλαδή τα είδωλα σε θεότητες και συντήκοντας τόσο τον τρόμο όσο και την αποθέωση τους. Σε τέτοιο βαθμό ώστε , εντέλει, φόρμα και στοχασμός, ποίηση και αδρή αίσθηση του υλικού να συνυπάρχουν αρμονικά…



Υ.Γ Το περασμένο φθινόπωρο οργάνωσα μια περιοδική έκθεση σύγχρονης ελληνικής τέχνης δίπλα στα μόνιμα εκθέματα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα. Είχα επιλέξει έναν τεράστιο « Στάχυ « της Σοφίας ο οποίος εκινείτο κομψά χάρη στον ελαστικό του μίσχο και τον τοποθέτησα δίπλα στο περίφημο ανάγλυφο του Ε΄αι. από την Ελευσίνα που απεικονίζει τη Δήμητρα, και τη Κόρη κατά τη μυστηριακή παράδοση του Στάχυος στον βασιλόπαιδα Τριπτόλεμο ( οι απαρχές της γεωργίας). Μάλιστα η Δήμητρα αρχικά κρατούσε μεταλλικό στέλεχος- στάχυ- η πάκτωση του οποίου σώζεται ακόμη στο έκθεμα. Αντιλαμβάνεσθε πως η ιδέα  ήταν μια σημερινή δημιουργός  να  «συμπληρώσει» συμβολικά το έργο ενός προγόνου της που το ταλαιπώρησε ο χρόνος.

25.2.14                Μάνος Στεφανίδης



Sofia Tounta Trilogie

Die Dipole „Verfall und Wiedergeburt“, „Fäulnis und Auferstehung“ beherrschen die Thematik von Sofia Tounta. Ebenso der Kampf, durch Bändigung der Materie, ihre Ideen und Symbolik den Materialien aufzuzwingen. Im Hintergrund ihrer romantischen Gedanken ergibt sich ein poetisches Ziel, welches sich über den Tod und dessen Überschreitung in der skulpturalen Sprache äußert. Anlässe, die uns die Natur selbst
vorzeichnet. Mit anderen Worten, verwirklichte Gedanken.
Es sind Pflanzen, die Früchte tragen und es sind die Früchte, die sich in der Erde zersetzen; es sind die Parasiten, die sich durch den Verfall der Materie regenerieren. 
All dies ausgedrückt durch harte Metalle, die
widerstehen und über Farbe vermenschlicht werden, die „chroa“ von Plotinos, welche mittels des Lichtes den Dingen Existenz verleiht.
Ihre Früchte sind von erdfarbenen Schnitten eingekerbt und gelbe Blütenblätter explodieren durch chemische Reaktionen beim Schmelzen durch Elektroschweißung. Wie ein Vulkan im Inneren vom Ätna, beansprucht sie die Empfindsamkeit des Malers und die Ausdrucksweise eines Bildhauers.
Jedoch scheint die Poetik von Sofia Tounta noch weiter zu gehen. Es sterben und auferstehen nicht allein die Früchte oder die Pflanzen. Dies ist auch das Schicksal der Gefühle, der Ideen, der Vorstellungen, die wir liebten und uns nicht mehr berühren. Ein Kreislauf von Dingen, der den menschlichen Status kennzeichnet, vom Triumph zum Verfall und von der Flut zur Ebbe.
Somit geht die Bildhauerei von Sofia Tounta von der Rekonstruktion und Symbolik zur Darstellung des Gedankens über, indem sie der Materie Ideen entnimmt und sie mit entsprechenden Bildern belebt. Sie verwandelt Idole zu Gottheiten und verschmelzt Schrecken mit Vergötterung. So erfolgreich, dass Form und
Gedanke, Poesie und grobes Material schließlich harmonisch existieren...
25.03.2014 Manos Stefanidis