Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Για γάτες, δηλαδή για γυναίκες ...

Τρέφω άπειρο σεβασμό για αυτές τις σχεδόν άγριες γάτες, τις τόσο αυτόνομες αλλά και τόσο αγωνιστικές που επιβιώνουν μόνες όλο τον βαρύ Χειμώνα εδώ, στον άγριο βράχο του Αγίου Ρωμανού, για να απολαύσουν λίγη, ανθρώπινη φροντίδα το καλοκαίρι. Όπως αυτή εδώ, η επονομαζόμενη Μινέτ που την βρήκα κάτισχνη πριν λίγες μέρες, εξαντλημένη από πρόσφατη γέννα και σε θηλασμό ακόμη. Τρώει βουλιμικά ό τι της δώσουμε και πεινάει συνεχώς. Στην αρχή δεν πλησιαζόταν ούτε αυτή, ούτε η μητέρα της, η Τρικολίν, επίσης λεχώνα - αν θυμάστε από παλιότερα κείμενα - ούτε και δέχεται χάδια. Ούτε λόγος βέβαια για να μπει στο σπίτι. Έξω μόνον αισθάνεται ασφάλεια. Σιγά σιγά όμως ηρεμεί και αφήνεται... Δείχνει εκείνη την εμπιστοσύνη που συνήθως εκφράζουν τα ζώα αλλά όχι οι άνθρωποι. Όπως τώρα που κοιμάται στη μαξιλάρα πάνω στην οποία διαβάζω. Βλέπει, ελπίζω, όνειρα γεμάτα ζεστασιά και γατοκροκέτες. Χορτασμένα μωρά με βελούδινη γούνα και ρόδινες πατούσες. Τα γατάκια της. Τα οποία βέβαια δεν τα βλέπουμε γιατί είναι κρυμμένα κάπου στο κτήμα. Μέσα στα βάτα, τις αγριοσυκιές και τους βράχους. Τις πικροδάφνες και τα σχίνα.
 Κι αν ποτέ εμφανιστούν, είναι πιο άγρια απ' τους γονείς τους. Πιο φοβισμένα, καλύτερα. Ο φόβος είναι η προστασία τους σ' έναν κόσμο που δεν είναι πλέον κατάλληλος για ελεύθερους, περήφανους γάτους. (Ας ήταν τουλάχιστον για τους ανάλογους ανθρώπους). Αληθινά παιδιά της άγριας ζούγκλας στα έξω χωριά της Τήνου! Μεγαλωμένα με φιδάκια και αρουραίους. Σαύρες και μεγάλα έντομα. Με το νερό της βροχής. Όποτε βρέχει. 
Αυτά βέβαια τους αργόσυρτους μήνες του χειμώνα. Της μοναξιάς και των άδειων, παραθεριστικών σπιτιών. Της ανασφάλειας.Το καλοκαίρι τα πάντα αλλάζουν. Προς το πολυτελέστερο και το πιο χουζουρλίδικο. Οι αγριόγατες μας γίνονται λίγο ... δημόσιοι υπάλληλοι. Εξασφαλισμένοι ό τι κι αν γίνει!  Ως το φθινόπωρο που θα ξαναρχίσει ο αμείλικτος αγώνας της επιβίωσης. Το τέλος της αυταπάτης που θα έλεγε και κάποιος ευφραδής νέος πολιτικός. Θα βγουν και φέτος νικήτριες; Κανείς δεν ξέρει. Το ίδιο όμως μήπως δεν συμβαίνει και με τους ανθρώπους;

ΥΓ. Μού θυμίζουν οι γάτες αυτές, τις γυναίκες των ναυτικών στην γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, στα Ταμπούρια του Πειραιά. Έβλεπαν τον σύζυγο μια φορά στα δύο χρόνια και παραδόξως (!) έμεναν έγκυες. Εξωτερικά μακάρια πατριαρχία και στην ουσία στιβαρή μητριαρχία. Μού θυμίζουν επίσης την μάνα μου που μεγάλωνε μόνη της δύο αγόρια σφίγγοντας τα δόντια και αντικαθιστώντας τον πατέρα που ταξίδευε. Σε μας ο χειμώνας κρατούσε συμβολικά δώδεκα μήνες και το καλοκαιράκι μόνο λίγες μέρες, όσες έμενε ο μπαμπάς σπίτι ανάμεσα στο ένα μπάρκο και το άλλο. Τότε βέβαια ήταν σαν γιορτή.
Αλλά και στις γάτες της Τήνου υπάρχει πάντα ένας αρσενικός φευγάτος... Ο υπεύθυνος τόσων εγκυμοσυνών και αμέτρητων γατιών!  Ένας επισκέπτης που εμφανίζεται αραιά και που για να κατοπτεύσει την περιοχή, να κλέψει κάτι και να την κοπανήσει. Στην δική μας περίπτωση λέγεται Κρις, είναι αρχοντικός, χαδιάρης και νωχελικός σαν σουλτάνος αλλά δεν τον εμπιστευόμαστε. Επειδή ξέρουμε...







Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Εικαστικά, έτος μηδέν;

Εξ αφορμής του συνεχιζόμενου φιάσκου της Άρτ Αθήνα

Δεν μου αρέσει να γίνομαι μάντης κακών αλλά νομίζω πως διανύουμε το έτος μηδέν των  εικαστικών μας πραγμάτων. Ποτέ άλλοτε, πλην της χούντας, δεν θυμάμαι τέτοια παρακμή σε θεσμικό επίπεδο, κρατικό ή ιδιωτικό. Αφορμή για την σημερινή ιερεμιάδα αποτελεί η καθίζηση, μετά από τόσα χρόνια εντυπωσιακής παρουσίας, της Αρτ Αθήνα η οποία φέτος διανύει την χείριστη οργανωτικά και επικοινωνιακά φάση της, με το μέλλον της να διαγράφεται είτε δυσοίωνο είτε ανύπαρκτο. Η ακατανόητη όσο και άδικη απομάκρυνση του Αλέξη Κανιάρη από την οργανωτική διεύθυνση της Άρτ Αθήνα ήταν η απαρχή των μυρίων κακών που επακολούθησαν. Ο Κανιάρης συκοφαντήθηκε σκαιά, οδηγήθηκε στα δικαστήρια, κι ενώ η δικαιοσύνη τον αποκατέστησε πανηγυρικά ούτε οι επικεφαλής του ΠΣΑΤ ζήτησαν συγγνώμη, ούτε οι ελληνικές γκαλερί άλλαξαν πολιτική και νοοτροπία. Τούτων δοθέντων τα χειρότερα έπονται.
‌ Επειδή, ποτέ άλλοτε η ανυπαρξία των θεσμών αλλά και η έντονη κρίση όλων των παραμέτρων που συγκροτούν όσα ονομάζουμε εικαστική κοινότητα - δηλαδή η αγορά και οι σχολές τέχνης, οι συλλέκτες, τα μουσεία, η επίσημη, πολιτιστική πολιτική κλπ. - δεν έχουν να επιδείξουν τόσο αρνητικές επιδόσεις. Μόλις το 1987(!) έγινε η τελευταία Πανελλήνια, Εικαστική Έκθεση,  η λεγόμενη Πανελλήνια της Μελίνας, δηλαδή πριν από 32 ολόκληρα χρόνια, και έκτοτε άκρα του τάφου σιωπή από πλευράς κρατικής οργάνωσης μιας αντιπροσωπευτικής πανελλήνιας, εικαστικής έκθεσης... Την θέση της πήραν οι ιδιωτικές γκαλερί μέσω του επιτυχημένου θεσμού Αρτ Αθήνα για να φθάσουμε σταδιακά στη σημερινή διάλυση.
Η πρώτη Πανελλήνια, υπενθυμίζω, οργανώθηκε το 1938 στο Ζάππειο και έκτοτε παρουσιαζόταν κανονικά κάθε δύο χρόνια με το κράτος να είναι παρόν και το υπουργείο Παιδείας να προβαίνει σε στοχευμένες, αναλογικά, αγορές. Αργότερα το αντικατέστησε το Υπουργείο Πολιτισμού ενώ η Εθνική Πινακοθήκη, ήδη από την δεκαετία του '70, διέθετε κάθε χρόνο ένα σημαντικό ποσόν από τον προϋπολογισμό της για να αγοράζει έργα πρωτοεμφανιζόμενων ή και καταξιωμένων καλλιτεχνών ώστε να εμπλουτίζει τις συλλογές της. Πρωταθλητής των αγοραστικών επιδόσεων εκείνη την εποχή, ήταν ο αείμνηστος διευθυντής της Δημήτρης Παπαστάμου. Ο οποίος αγόραζε μάλιστα από τις γκαλερί και σπάνια από συλλογές ή από εργαστήρια ακριβώς για να τονώνει αλλά και τρόπον τινά να ρυθμίζει την αγορά τέχνης. Το καθεστώς αυτό λειτουργούσε απολύτως θετικά, παρά τα - αναπόφευκτα -  μικροσκάνδαλα τα οποία γνωρίζουν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ του Κολωνακίου - προς τους συλλέκτες οι οποίοι διέθεταν έτσι ένα grosso modo επίσημο μέτρο σύγκρισης. Παράλληλα αγόραζαν και οι Τράπεζες με επικεφαλής την Εθνική, την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και την Αγροτική, την Πίστεως κλπ. Επιπλέον η Εθνική Πινακοθήκη, επί μίαν εικοσαετία περίπου, οργάνωνε κάθε δύο μήνες αναδρομικές εκθέσεις γνωστών και λιγότερο γνωστών καλλιτεχνών δημιουργώντας έτσι ένα ιστορικό corpus, ένα σώμα ιστορίας, μιαν καλλιτεχνική αφήγηση σε ροή. Έτσι οργανώθηκαν αναδρομικές του Νικολάου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Μιχαήλ Οικονόμου, του Σπύρου Παπαλουκά, του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη, του Γεωργίου Μπουζιάνη, του Γιώργου Γουναρόπουλου, του Αγήνορα Αστεριάδη, του Πολυκλείτου Ρέγκου, της Μπέλλας Ραυτοπούλου, της Αγλαΐας Λυμπεράκη, του Μιχαήλ Αξελού, του Λυκούργου Κογεβίνα, του Άγγελου Θεοδωρόπουλου, του Χρήστου Καπράλου, του Μέμου Μακρή, της Βάσως, του Τάσσου, του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, του Τηλέμαχου Κάνθου, του Αδαμαντίου Διαμαντή, του Γεωργίου Μόσχου, του Άρη Κωνσταντινίδη (!), του Γιώργου Σικελιώτη, του Λευτέρη Κανακάκι, του Κώστα Ηλιάδη, του Κώστα Πλακωτάρη, του Χάρη Βογιατζή, του Παπαζώρζ, του Γιώργου Μαυροΐδη κλπ. Συγχρόνως εκδίδονταν μικροί, περιεκτικοί κατάλογοι. Δυστυχώς η ωραία αυτή παράδοση που μυούσε ειδικούς και κοινό στην νεοελληνική δημιουργία, ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, σταμάτησε από την Μαρίνα Λαμπράκη, την ταφόπλακα του Ιδρύματος (τη συναινέσει και όλων όσοι συμμετείχαν στα Δ.Σ της ΕΠΜΑΣ αλλά και των υπουργών πολιτισμού, πρωθυπουργών κλπ. που δεν είχαν την ευαισθησία να την απομακρύνουν).
Σήμερα δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά οι πιονιέροι των γκαλερί, η πρώτη γενιά,  είτε έχουν αποσυρθεί είτε έχουν εκλείψει ενώ η δεύτερη γενιά, αμήχανη και εσωστρεφής, αδυνατεί να ακολουθήσει τα βήματά τους. Και βέβαια τιμώ αναμφίβολα τον πολυμέτωπο αγώνα - και σε πολύ αντίξοες πλέον συνθήκες  - που κάνουν ελληνικές γκαλερί ιδιαίτερα αυτές που ιδρύθηκαν μέσα στην κρίση, ιδιαίτατα εκείνες της επαρχίας... 
Παράλληλα οι συλλέκτες μοιάζει να απέχουν επιδεικτικά από αγορές έργων τέχνης τιμωρώντας τους εμπόρους και τους καλλιτέχνες για την τις αυθαιρεσίες που είχαν διαπράξει αλλά και τα υπερκέρδη που είχαν σωρεύσει κατά την περίοδο της σπατάλης και της επίδειξης. Απέναντι στις γκαλερί που παρακμάζουν, στην αγορά που είναι ανύπαρκτη, στους καινούριους συλλέκτες που δεν εμφανίζονται, στους παλιούς που αποσύρονται είτε διακριτικά είτε θυμωμένα, στους νέους, διπλωματούχους (!) καλλιτέχνες που αποφοιτούν κατά εκατοντάδες από τις τέσσερις, πλέον, σχολές καλών τεχνών χωρίς κατά βάθος να τους περιμένει κανείς, να τότε έχει ανάγκη κανείς, υπάρχει μια Πολιτεία αδιάφορη, αμέτοχη, θλιβερός θεατής ενός πολιτισμού που αναπτύσσεται - όσο αναπτύσσεται -  ερήμην της.
Πολλά έργα τέχνης πωλούνται πια στο ένα δέκατο τουλάχιστον της αρχικής αξίας τους καθώς παλαιές συλλογές διαλύονται και νέες δημιουργούνται. Και αυτό στην σπάνια περίπτωση που θα υπάρχει αγοραστής! Ιδιαίτερα όσοι ζωγράφοι έκαναν limit up και διατηρούσαν waiting list  το '80 και το '90, σήμερα τρέμουν κάθε αναγγελλόμενη δημοπρασία. Τρέμουν την σίγουρη κατρακύλα των έργων τους. Κυρίως επειδή οι "συλλέκτες" ή οι πραγματικοί συλλέκτες, πανικόβλητοι πλέον και καχύποπτοι προς οτιδήποτε καλλιτεχνικό, δίνουν τα έργα που διαθέτουν όσο όσο. Χιλιάρικο το κομμάτι ( sic )! Sic transit gloria κλπ. ( Όσοι είναι πραγματικοί καλλιτέχνες ή συλλέκτες ξέρουν την συνέχεια ). Και βέβαια τεράστιο είναι το ζήτημα της επάνδρωσης των σχολών καλών τεχνών σήμερα. Πριν από λίγα μόλις χρόνια δίδασκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη οι Τέτσης, Κεσσανλής, Κοντός, Μολφέσης, Μυταράς, Λάππας, Παπαγιάννης, Ρένα Παπασπύρου, Πατρασκίδης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης, Λαζόγκας, Θεοφυλακτόπουλος, Μορταράκος, Φωκάς, Κατζουράκης κλπ. Σήμερα ποιά είναι τα αντίστοιχα μεγέθη; Σήμερα ελλείπει δραματικά αυτό που ονομάζουμε καλλιτεχνική ατμόσφαιρα ενώ περισσεύουν ο πανικός και η παραίτηση. Συνήθως από τους καλύτερους ...

Σημείωση : Τα σύννεφα της δύσης  δημιουργήθηκαν για να δοξάζουν την αθανασία του Tiepolo . Όπως και ορισμένες βροχερές θάλασσες για να υπερασπίζονται την φήμη του Turner. Τελικά ο Θεός φιάχνοντας τον κόσμο, τον έπλασε με πηλό σαν γλύπτης και τον έντυσε με χρώματα σαν ζωγράφος. Ο Θεός φαίνεται πως  δημιούργησε κατ' αρχάς τους καλλιτέχνες και έπειτα  ξεκουράστηκε. Οι καλλιτέχνες μετά ανέλαβαν όλα τα υπόλοιπα. 

ΥΓ. Φοβού εκείνη την ζωγραφική που ακυρώνει το βλέμμα στο όνομα μιας αφηρημένης έννοιας. Φοβού εκείνη την τέχνη που πολιτικολογεί. Είναι εκ του πονηρού αφού κάθε έργο είναι πολιτικό. 
O συλλέκτης μιλάει μέσω των επιλογών του. Ιδιαίτερα όταν τις εκθέτει ή τις δημοσιεύει. Απ'την άλλη η κόσμια έκφραση της όποιας αντίρρησης είναι πολύτιμη για τον αναγκαίο διάλογο και βοηθάει ακόμη κι αυτούς που νομίζουν ότι βλάπτονται από αυτόν. Ιδιαίτερα όταν ισχύει παντού η συνωμοσία της σιωπής και ο μονόλογος των μετρίων. Δείτε τι έγινε στη φετινή Μπιενάλε. Με ανύπαρκτους καλλιτέχνες αλλά και θεωρητικούς. Με αποθέωση του κυρίαρχου συστήματος και της κομματικής καμαρίλας.
Τέλος σιχαίνομαι τον συλλέκτη - βεζύρη με τους καλλιτέχνες - χανουμάκια γύρω του - ιδιαίτερα όταν ο συλλέκτης είναι επιπλέον και χοντρός - αλλά και τον καλλιτέχνη - θεό που οι πάντες, φιλότεχνοι, κριτικοί, συλλέκτες, ιστορικοί κλπ. οφείλουν μόνον να τον αποθεώνουν. Η αλήθεια πονάει αλλά και σώζει. Αν μάς ενδιαφέρει η ιστορία και το αύριο. Αν αγαπάμε αληθινά τη τέχνη.





Φωτογραφίες: Δημήτρης Κούκος, Μανόλης Χάρος, Χρήστος Αντωναρόπουλος, Εικαστικός Κύκλος Σιαντή, Καπράλος, Βάσω, γκαλερί Ρώμα.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Αλλοπρόσαλλον το της Μυρσίνης κράτος

Η περίπτωση της Μυρσίνης Ζορμπά δείχνει αφενός την ευτέλεια και αφετέρου την αφέλεια, τον μικρομεγαλισμό αλλά και την απόλυτη έλλειψη πολιτιστικού οράματος πού χαρακτήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ σε αυτά τα πέντε χρόνια της μονοκρατορίας του. Ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας σταδιακά αποκόπηκαν από τον ιστορικό κύκλο των ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης οι οποίοι ανέκαθεν στήριζαν,  με βολονταριστικό ρομαντισμό, την υπόθεση της αριστεράς - ήταν αυτοί που έδιναν στις κομματικές ηγεσίες την επίφαση της πολιτιστικής ευαισθησίας, κλασικό παράδειγμα ο Μανόλης Αναγνωστάκης - και στράφηκαν προς τους αδίστακτους "τεχνοκράτες" ή απλώς τους γελωτοποιούς του βασιλέως (περίπτωση Ζουράρι).
 Αυτή του την προπέτεια, την πληρώνει τώρα πάρα πολύ ακριβά. Είναι απόλυτα ενδεικτικές της άγνοιας και της οίησης οι επιλογές του στο υπουργείο Πολιτισμού.
 Αρχικά ο φοβικός και συμπλεγματικός Ξυδάκης, ο οποίος αποπέμπεται μόλις έξι μήνες αφήνοντας μηδενικό έργο. Στη συνέχεια ο Αριστείδης Μπαλτάς, αμήχανος και ιδεοληπτικός ασφαλώς, όμως ο επαρκέστερος από όλους τους άλλους. Ένας άνθρωπος που ενέπνεε σεβασμό έστω κι αν διαφωνούσες μαζί του. Στη συνέχεια η Λυδία Κονιόρδου, το απόλυτο γέλιο! Η Κονιόρδου ενδεχομένως να θύμιζε στον Αλέξη Τσίπρα την Ειρήνη Παππά ή τη Μελίνα Μερκούρη όμως αυτή η ψευδαίσθηση του πρωθυπουργού - μια ακόμη! - είχε ως αποτέλεσμα το Υπουργείο Πολιτισμού να παραμείνει ακυβέρνητο με τη Λυδία να καταλαβαίνει ελάχιστα ή καθόλου την αποστολή της. Η Κονιόρδου δεν είχε καμία σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε με τον Συνασπισμό όπως εξάλλου δεν είχαν ο Ζουράρις ή ο Πελεγρίνης, άνθρωποι στους οποίους ο Τσίπρας έχει εμπιστευτεί υπουργικούς θώκους προφανώς γιατί έτσι προωθούσε την προσωπική του αυλή. Την προσωπική του ματαιοδοξία να είναι δίπλα σε σταρ και σε ακαδημαϊκούς δασκάλους! Το έλλειμμα παιδείας του πρωθυπουργού εξηγεί πολλές από τις λανθασμένες εκτιμήσεις του. 
 Ίσως για αυτό η Λυδία μεταγράφτηκε, μετά από την αποπομπή της, στο Ίδρυμα Νιάρχος για να λάμψει κι εκεί με την ανυπαρξία της. Για να αποδείξει και εκεί την χαριτωμένη της ανεπάρκεια. Τέσσερις υπουργοί πολιτισμού πάντως σε τέσσερα χρόνια αποδεικνύουν μάλλον την αδυναμία του επιλέγοντος να επιλέξει.
 Και έπειτα ήρθε η μεγαλομανής, παντογνώστρια, συγκεντρωτική Μυρσίνη! Η Ζορμπά δημιουργούσε πανικό στους υφισταμένους της με κάθε της αλλοπρόσαλλη απόφαση και παράλληλα κατάφερνε να περιπλέξει ακόμα περισσότερο όλα τα ήδη περιπεπλεγμένα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε: 
Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εθνικό Θέατρο,  ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε Βενετίας, Φεστιβάλ Αθηνών,  πολιτική για το βιβλίο, πολιτική για τον χορό,  πολιτιστική αποκέντρωση, πολιτική για τα εκατοντάδες κρατικά μουσεία της χώρας κλπ. Ένα μικρό χάος. Βοηθός της η εξίσου ιδεοληπτική, μετριότατη αρχαιολόγος, Μαρία Βλαζάκη, γενική γραμματέας του υπουργείου. Και το αποκορύφωμα! Ενώ η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί πια ως υπηρεσιακή αφού σε δύο εβδομάδες έχουμε εκλογές, η Μυρσίνη, απτόητη από τις σωρευτικές αποτυχίες της, προκηρύσσει τη θέση διευθυντή για το Εθνικό Θέατρο και αντιστοίχως τη θέση του διευθυντή στο Εθνικό Μουσείο σύγχρονης τέχνης, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, και μάλιστα με διεθνή διαγωνισμό τώρα! Η λήξη της τελευταίας προκήρυξης ορίζεται μια (1) ημέρα πριν από τις εκλογές της 7 Ιουλίου 2019. Απίστευτο και όμως αληθινό. Η κυρία Μυρσίνη, μία άλλη εκδοχή της κυρίας Δαμανάκη, το παιδί του Σημίτη, η ευρωβουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ, η πρώην διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ, η μυστικοσύμβουλος του Πέτρου Γερουλάνου έχει το πολιτικό θράσος αλλά και την ξετσιπωσιά να νομίζει ότι δεσμεύει την επόμενη κυβέρνηση με τις έωλες επιλογές της. Αφού κήρυξε άγονο τον πρώτο διαγωνισμό για τη διεύθυνση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης προφανώς γιατί δεν της άρεσαν οι συμμετοχές, έχει το θράσος να προκηρύσσει δεύτερο διαγωνισμό και μάλιστα σε χρόνο νεκρό. Είναι λογικό κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος, είτε από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό να μη θελήσει να συμμετάσχει. Πόσο μάλλον που το Μουσείο ήδη στήνεται από την πεφιλημένη του υπουργικού ζεύγους Συραγώ Τσιάρα! Ο διεθνής διευθυντής δηλαδή δεν θα έχει και πολλά να κάνει. Η κίνηση αυτή δείχνει αφενός τη μεγαλομανία της εν λόγω υπουργού και αφετέρου την απόλυτη ανικανότητα του Αλέξη να επιλέγει ανθρώπους. Λέω ανθρώπους και το εννοώ. Και αντιδιαστέλλω τη λέξη από τα κομματόσκυλα, τους γλείφτες, τους σφουγγοκωλάριους ή απλώς τα ψώνια τα οποία μοιραία περιτριγυρίζουν το θώκο του, κάθε, ηγέτη.

ΥΓ. Φαίνεται πάντως ότι στον χώρο των Ελλήνων ιστορικών τέχνης μαίνεται απηνής ανταγωνισμός που οφείλεται είτε στις κομματικές παρωπίδες ενίων πρωτοκλασάτων που παρασύρουν τους μικρούς είτε στον μεγάλο ανταγωνισμό γύρω απ'την μικρή πίτα. Μια πίτα που ελαχιστοποιεί ακόμη περισσότερο η ανυπαρξία πολιτιστικής πολιτικής. Υπάρχει ένας σύλλογος Ιστορικών τέχνης και το Δ.Σ του οργανώνει αυτό τον καιρό σχετικό συνέδριο. Διαβάστε, παρακαλώ, πως απάντησαν, νεότεροι προφανώς συνάδελφοι, στο αίτημα μου να συμμετάσχω. Το θέμα τζιζ που τους πρότεινα, ήταν: ΕΜΣΤ, τι μουσείο ετοιμάζουν, τι μουσείο χρειαζόμαστε:

"Αγαπητέ κύριε Στεφανίδη,
Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε για την αποστολή της πρότασή σας για 
ανακοίνωση στο ΣΤ΄ Συνέδριο της Ιστορίας της Τέχνης, με θέμα «Περίοδοι 
Κρίσης και Αλλαγές Παραδείγματος», την οποία μελετήσαμε με πολύ ενδιαφέρον. Δεδομένων των συγκεκριμένων θεματικών του συνεδρίου και της πληθώρας των προτάσεων που υποβλήθηκαν, δυστυχώς δεν ήταν δυνατόν να συμπεριληφθεί η 
πρότασή σας.
Ελπίζουμε ωστόσο ότι θα έχουμε τη χαρά να σας συναντήσουμε στη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου.

Με εκτίμηση
Η επιστημονική και οργανωτική επιτροπή του ΣΤ΄ συνεδρίου"

> Προς την επιτροπή του ΣΤ' συνεδρίου

Αγαπητή επιτροπή
Ευχαριστώ θερμά που εξετάσατε με μακροθυμία την πρόταση μου και την απορρίψατε εκ του ασφαλούς για να μην ακουστεί η άποψη μου για το ΕΜΣΤ αλλά και η δυνατότητα ενός άλλου παραδείγματος. Το ίδιο συνέβαινε εξάλλου και στις δίκες της Μόσχας. Σας εύχομαι ολόψυχα ανάλογη επιτυχία στο ΣΤ συνέδριο σας και σας συγχαίρω για την αμεροληψία.

Φιλικότατα

Μάνος Στεφανίδης

Αν. Καθηγητής του ΕΚΠΑ
Τ. Επιμελητής της ΕΠΜΑΣ 
Τ. Εθνικός επίτροπος στην Μπιενάλε
Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων




Φωτογραφία: Από τα πρόσφατα εγκαίνια της έκθεσης - αφιερώματος στην Βάσω Κατράκη και τον Χρήστο Καπράλο με τίτλο Ελεγείες που οργάνωσε η γκαλερί Ρόμα.
Εξυπακούεται πως θεωρώ αμφότερους, μαζί με τον Σκλάβο, την Ραυτοπούλου, τον Βεντούρα, τον Λαμέρα ή την Σίμωσι, εκ των ουκ άνευ στο υπό ίδρυση μουσείο.

Τέχνη και ανία

Ο ποιητής, κριτικός και εκδότης Κώστας Κουτσουρέλης άνοιξε πριν από καιρό ένα θέμα προκλητικό όσο και επίκαιρο. Την βαρεμάρα της σύγχρονης τέχνης. Και το δήθεν της συμμετοχής σε αυτήν. Παρακολουθήστε έναν διάλογο με σπάνιο ενδιαφέρον και με εμπλοκή γνωστών ονομάτων του χώρου. Παραθέτω εδώ την απάντηση μου αλλά και όλο το  link παραδίπλα :

 ...Τίποτε πιο αντικαλλιτεχνικό από την πλήξη εκ της τέχνης. Που όμως μπορεί να προέλθει τόσο από ανούσιες εξτραβαγκάντσες όσο και από βαρετούς ακαδημαϊσμούς. Νομίζω πως το πρόβλημα δεν είναι ο μοντερνισμός της μορφής αλλά η μορφή καθαυτή. Ή μάλλον η απουσία μιας μορφής - μιας μορφικής έρευνας  που να διεγείρει και να διαφοροποιείται από την ομοιόμορφη απεραντολογία των ημερών μας. Από κάτι deja vu που μοιάζει με ποίηση αλλά είναι λεκτικός αυτισμός. Ζούμε μιαν αναγέννηση από την ανάποδη, αποτέλεσμα των 70 χρόνων μεταπολεμικής ειρήνης και ευμάρειας της Δύσης, με τους πάντες να καλλιτεχνίζουν, λόγω πόρων και χρόνου, λόγω ενός κοινωνικού must που κατάντησε μάστιγα,  έστω κι αν στερούνται όχι ταλέντου αλλά και στοιχειώδους μαστοριάς ή γνώσης. Επειδή τέχνη χωρίς πειραματισμό αλλά και χωρίς αδιάκοπο διάλογο με το παρελθόν δεν υφίσταται. 
 Παράδειγμα η ζωγραφική. Ζούμε πραγματικά μιαν μοναδική για την ανθρώπινη ιστορία παραγωγή και  υπερπροσφορά καλλιτεχνικού προϊόντος και εικαστικών καλλιτεχνών. Χιλιάδες σχολές καλών ή εφαρμοσμένων τεχνών ανά τον κόσμο παράγουν εκατοντάδες χιλιάδες καλλιτέχνες και εκατομμύρια ανάλογα έργα με την άνωθεν θεσμική αναγνώριση ότι αποτελούν έργα τέχνης άμεσα αξιοποιήσιμα από την ανάλογη αγορά. Ουδέν μεμπτόν σε αυτό πέραν της περαιτέρω σύγχυσης κριτηρίων και πρόσληψης. Αν τα πάντα είναι τέχνη και οι πάντες οι εκλεκτοί της, μήπως πρέπει να ξαναψάξουμε εκείνη την τέχνη που δημιουργεί ιστορία και ανατρέπει την εικόνα που έχουμε και για τον κόσμο και για τον εαυτό μας;

ΥΓ. Μπένγιαμιν, Αντόρνο, πολιτιστική βιομηχανία και μαζικός πολιτισμός δηλαδή. Αλλά και η μικροαστική σχιζοφρένεια για αυτο- έκφραση και καταξίωση. Αλλά και μια εργαλειακή παιδεία που απαξιώνει την μαθητεία, την πειθαρχία, την κριτική σκέψη, τις συγκρούσεις υπέρ μιας δήθεν 
 "αυθεντίας "με ευκαιριακά μοντερνιστικό πρόσημο. Πάντως η εποχή επικροτεί την απόσυρση της μεγάλης, της ιερής τέχνης υπέρ της showbiz. Του υπερθεάματος, της υπερπαραγωγής. Π.χ Μπιενάλε ή Ντοκουμέντα.  Και την έκλειψη του καλλιτέχνη τύπου Βάγκνερ ή  Μπέλα Μπάρτοκ ή Λε Κορμπιζιέ  ή Μπόις ή Μπαίηκον ή Κέιτζ ή Κουνέλλη ή Τάκι. Αναφέρομαι  επίτηδες σε δημιουργούς που λατρεύτηκαν και χλευάστηκαν συγχρόνως. Το πρόβλημα με άλλα λόγια δεν είναι το ατομικό όραμα αλλά η δυνατότητα να γίνει το ατομικό όραμα καθολικό. Υπάρχει πιο προσωπικός λυρισμός από εκείνο της Ψάπφας. Τί λες;




ΥΓ. Φωτογραφία 1.Μνήμη του εξαιρετικού Δημήτρη Ντοκατζή (1958 - 2017) που έφυγε πριν δύο χρόνια νικημένος από το aids και που έφερε με δημιουργική γενναιότητα την ασθένεια του μέχρι τέλους. Τι κρίμα που λείπει από την Ντοκουμέντα. Πόσο επείγει να ξαναδούμε μερικά πράγματα της σύγχρονης τέχνης μας πέρα από σκοπιμότητες ή παρέες. Και να ξεπεράσουμε, τριάντα πέντε χρόνια μετά, την αισθητική ανάγνωση της εγχώριας μοντερνιτέ με όρους Ευρωπαλίων.
(πριν πέντε χρόνια στην Αρτ Αθήνα, στο περίπτερο του Παντελή Τσάτση με εναν Τανιμανίδη για φόντο. Όταν η Αρτ Αθήνα ήταν εκδήλωση διεθνούς ενδιαφέροντος και κύρους).




Φωτογραφία 2. Η αφίσα της μεγάλης, αναδρομικής έκθεσης του γλύπτη Τάκι στην Tate modern του Λονδίνου. Εγκαίνια 3 Ιουλίου 2019. Υπενθυμίζεται ότι ο Τάκις που τιμήθηκε πέρσι στην ArtThessaloniki 3, γεννήθηκε το 1925!

Το ποίημα της αγοράς




‌Η αγορά κινεί τον κόσμο, αυτό ανέκαθεν συνέβαινε και πάντα θα συμβαίνει. 
Με τον καθένα στο πόστο που τάχθηκε.
Λεφτά, άλλωστε, υπάρχουν, πάντα υπήρχαν.
‌Για παράδειγμα οι παπάδες, οι ιερείς ημών
‌που τόσο ευλαβικά προσεύχονται
 το πρωί υπέρ υγείας και το βράδυ πάλι
 υπέρ αναπαύσεως που προσεύχονται,
στην ίδια πάντα τιμή, 20 ευρώ περίπου.
‌ Ω, είκοσι ευρώ για τον Παράδεισο 
ή και‌ για την Κόλαση; Τίποτα δεν είναι!
‌Δείτε επίσης πόσο πολύ μοιάζουν
‌οι τράπεζες και οι καθεδρικοί ναοί,
‌οι τραπεζίτες και οι μητροπολίτες,
‌τα αυτοκίνητα και τα μέγαρα τους.
       Σκληρά εργαζόμενοι επαγγελματίες, σύμβολα ευμάρειας αλλά και ηθικής,
εξαίρετο παράδειγμα για όλους.
Επίσκοποι, τραπεζίτες και γκάνγκστερ.
Επειδή είναι ο επαγγελματισμός,
‌ είναι κι η συνέπεια που κρατούν
‌ το θαύμα της αγοράς σε ισορροπία.
 Ή μήπως δεν χρειάζεται, τάχα, ο Θεός
 για ν' ανταποκρίνεται η αγορά
‌ στην μεγαλειώδη αποστολή της,
και ‌να μην καταστρέφεται το προϊόν της;
‌Οι στρατηγοί πάλι πολεμάνε το πρωί 
και ξεκουράζονται το βράδυ, κάποτε
 χάνουν, κάποτε νικούν ή πεθαίνουν,
‌ μα πάντα θα υπάρχει ένα μνημείο
‌ για αυτούς, ένα παράσημο ή μια δάφνη, 
ένα  επαγγελματικό δάκρυ στην άκρη 
έτσι ώστε να δουλεύουν οι γλύπτες
‌ και οι ποιητές και οι ηθοποιοί. Οι ζογκλέρ,
‌οι ρήτορες, τα κώλγκερλ κι οι λογοκλόποι.
Προτομές, πίνακες, ποιήματα, αφίσες
‌παραστάσεις, παρελάσεις, εκπομπές, φωτογραφίες, τραγωδίες και λοιπά.
‌Μα κι οι πολιτικοί με την σειρά τους
για να βγάζουν δεκάρικους κι ο κόσμος
 να μην κουράζεται να χειροκροτεί, 
και να παθιάζεται και να κλαίει γοερά.
‌ Το πρωί να χειροκροτούν θερμά
‌ τους ζωντανούς και το βράδι πάλι
‌ να  χειροκροτούν τους πεθαμένους, 
αφού όλοι οι πόλεμοι συνεχίζονται 
κι αφού κάποια στιγμή ο κάθε
 ηττημένος θα υπάρξει λίγο νικητής
‌ κι ο κάθε νικητής θα υποχρεωθεί
‌ να γονατίσει, να παραδοθεί. Έστω για λίγο.
‌Οι δικαστές πάλι, σοβαροί, αυστηροί
 και ανεπίληπτοι επαγγελματίες, δικάζουν
 και καταδικάζουν το πρωί, δικάζουν
 και αθωώνουν το βράδυ,‌ εκτελούν ήσυχα
 τα ξημερώματα, ανάλογα την προσφορά,  κίνηση να υπάρχει, να φέρνουν τους υπόδικους‌ κι η αγορά να δουλεύει,
 να στέκεται‌ ο κόσμος στην τροχιά του, 
η δουλειά να τελειώνει. Κι οι δικηγόροι 
ξέρουν ‌τη δουλειά όταν βέβαια είναι
 σωστοί επαγγελματίες, δηλαδή ξέρουν 
ποιος δικαστής είναι ο καλύτερος,
‌ ο πιο εχέμυθος, ο πιο συνεργάσιμος,
 ποιος είναι ο πιο λογικός και ζητάει τα λιγότερα, ποιός είναι ο πιο αποδοτικός.
 Γιατί κι οι φυλακές είναι λάθος, ό τι να πω,
 να παραμένουν συνεχώς γεμάτες, 
δεν είναι ανθρωπιστικό, ούτε πολιτισμένο
 να ξεχειλίζουν‌ από δυστυχισμένους 
που βρίσκονται έτσι κι εκτός αγοράς.
 Κάνει κακό, ευρύτερα, στην αγορά
 γιατί έτσι η αγορά γίνεται μαύρη
‌ κι αυτό δεν συμφέρει στο κράτος, 
 και στην οικονομία. Η αγορά πρέπει
‌ να είναι ελεύθερη, πόσες φορές πρέπει
 να το πω, ελεύθερη, απόλυτα
‌ σαν ιερή ιδέα και σαν θρησκεία 
‌ώστε να επιτελεί την αποστολή της
 τόσο εδώ στη γη όσο κι εκεί ψηλά, επάνω.
‌Οι φόροι είναι -ως γνωστόν- ο άρτος 
των Αγγέλων, είναι το αίμα του Θεού.
Οι φόροι μας συγκρατούν το Σύστημα!
 Κι ονομάζουμε Σύστημα τα πάντα όσα
 ευνοούν την αγορά μα και την αύρα
‌ της αγοράς. Είναι, δηλαδή, οι χονδρέμποροι
‌οι άγγελοι του Συστήματος κι οι τραπεζίτες, 
οι άγιοι και οι απόστολοι. Οι πελάτες πάλι
‌ είν' οι ήρωες της αγοράς, και τα κορίτσια 
της νύχτας, τα πολύτιμα, τρυφερά
‌ κι αξιαγάπητα της εμπορεύματα,  
είναι κι οι τζογαδόροι, είναι οι μποξέρ,
‌οι τσιλιαδόροι, οι γκρουπιέρες μαζί 
‌με τους γκρουπιέρηδες. Επίσης είναι
‌οι αλογομούρηδες κι οι ερωτευμένοι
 με τα καζίνα. Στον ουρανό επάνω 
είναι ο Θεός, είναι κι οι άγγελοι του, 
‌είναι ο διάβολος, οι σατανάδες του, 
είναι ένας ολόκληρος κόσμος δίκαια μοιρασμένος, σοφά ισορροπημένος. 
Τα ίδια ισχύουν και εδώ κάτω, επί της γης!
 Κέρδη, υπερκέρδη αλλά και ζημίες ισοφαρίζονται, δουλειά να υπάρχει,
 ως επί της γης και εν τω ουρανώ, επαγγελματικά πράγματα, το είπαμε,
γιατί και η μεταφυσική χρειάζεται,
‌ό, τι κι αν πεις, τη φυσική της.

Επιστροφή στα αναβαθμισμένα Μαζικά Μέσα Μεταφοράς - Αληθινά επαναστατική πράξη





Η καθημερινότητα, σε αυτή την πολυάνθρωπη - απάνθρωπη και βρώμικη πόλη, με τα ατελείωτα μποτιλιαρίσματα και τις συνεχείς καταλήψεις του κέντρου, είναι επιεικώς αφόρητη. Ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες με την επιπλέον εισβολή των χιλιάδων ταξί, των αργοκίνητων  τουριστικών ή των sightseeing λεωφορείων στις κεντρικές αρτηρίες η κατάσταση είναι τραγική.
 Κι όμως. Όλο αυτό το δυσάρεστο κλίμα μπορεί να βελτιωθεί εντυπωσιακά με ελάχιστες και χωρίς κόστος πρωτοβουλίες. Αρκεί να συμφωνήσουμε όλοι... Πολιτεία και πολίτες. Το μετρό προσφέρει υψηλή ποιότητα ζωής και απίστευτη διευκόλυνση της καθημερινότητας. Ας το διατηρήσουμε έτσι. Κι ας το επεκτείνουμε. Δεν στοιχίζει τόσο όσο πονηρά μάς λένε. Χωρίς τις συνεχείς,  αντικοινωνικές απεργίες που βασανίζουν κυρίως τους αναξιοπαθούντες, χωρίς βανδαλισμούς και βλακώδεις δράσεις σαν την παραπάνω. Είδαμε που μάς οδήγησαν οι επαναστάτες του Δεν Πληρώνω. Το μετρό, ειδικά στο μηνιαίο, ενιαίο του εισιτήριο, είναι φτηνό. Και μπορεί να γίνει φτηνότερο, αρκεί να πληρώσουν όλοι. Στο τραμ δεν πληρώνει κανείς! Αποδεδειγμένα! Το ίδιο συμβαίνει και στα λεωφορεία σε μεγάλο βαθμό. Γιατί; Είναι άλλο πολιτική υπέρ των άνεργων, αστέγων κλπ. και άλλο η τσάμπα μαγκιά του τσάμπα μάγκα. Γιατί έτσι απαξιώνονται όλο και περισσότερο τα δημόσια μέσα μεταφοράς, τα ελλείμματα των οποίων τα πληρώνουμε όλοι. Διερωτώμαι γιατί δεν υπάρχει έλεγχος, ποιός ηλίθιος συνδικαλισμός τον παρεμποδίζει. Είναι αυτό επαναστατική, φιλολαϊκή πράξη; Όχι, κατηγορηματικά όχι. Είναι ιδεοληψία που οδηγεί τα ΜΜΜ στην χρεοκοπία. Σε μιαν ακόμη χρεοκοπία δηλαδή.
 Γιατί δεν ελέγχει τα εισιτήρια ο οδηγός στην είσοδο; Είναι τόσο δύσκολο; Τόσο κουραστικό;
Από την άλλη οι ηλεκτρονικοί πίνακες των αφίξεων, όπου εφαρμόζονται, έχουν βελτιώσει εντυπωσιακά το επίπεδο των δημοσίων μέσων μεταφοράς. Είναι μια καινοτομία που διευκολύνει τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων καθημερινά. Που αποκαθιστά την αξιοπρέπεια τους. Αφού τους απαλλάσσει από τις πολύωρες αναμονές. Τώρα μπορείτε και από το κινητό σας να πληροφορηθείτε ποτέ ακριβώς έρχεται το λεωφορείο σας. Και βέβαια να εγκαταλείψετε το ενεργοβόρο, ψυχοφθόρο και δαπανηρό Ι.Χ σας. Αυτό τον αργό καρκίνο των πόλεων. Αφού με τα ΜΜΜ πηγαίνετε πια στις περισσότερες περιπτώσεις, καλύτερα, πιο ξεκούραστα και πιο γρήγορα. Πιο φθηνά! Ιδιαίτερα όταν απελευθερώσουν τους λεωφορειόδρομους από τους καταληψίες τους. Πού είναι οι τροχονόμοι; Διερωτώμαι.
Την ποιότητα των ΜΜΜ την απόλαυσα τις προάλλες όταν θέλησα να πάω από την πλατεία Ν. Σμύρνης στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Είδα στο κινητό μου πότε φτάνει στη πιο κοντινή μου στάση και αισθάνθηκα Μεσοευρωπαίος! Πήρα το λεωφορείο 130 αναμένοντας μόνο δύο λεπτά και έφτασα στον προορισμό μου σε 20 λεπτά! Ούτε άγχος για πάρκινγκ, ούτε έξοδα. Το όχημα είχε κλιματισμό και ταξίδεψα καθιστός και στην επιστροφή. Χρησιμοποιώντας ένα εισιτήριο αφού η δουλειά μου δεν υπερέβη την μιάμιση ώρα. Ήταν ακριβό; Κατηγορηματικά όχι! Αν όμως δεν πληρώνουμε, αργά ή γρήγορα δεν θα πληρώνονται και οι υπάλληλοι των μέσων μεταφοράς που μας εξυπηρετούν. Τόσο απλό.
Τόσο επαναστατικό!

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΆΕΙ ΜΠΙΕΝΆΛΕ (Αιωρήσεις με...stijl)

Η προϊστορία

Υπάρχουν ιστορικοί λόγοι που η συμμετοχή της Ελλάδας στην διεθνή εικαστική έκθεση της Βενετίας που γίνεται κάθε δύο χρόνια - τη λεγόμενη Μπιενάλε -  έχει τεράστια σημασία για την εγχώρια, καλλιτεχνική κοινότητα.
 Η Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε στους κήπους της λαγκούνας το 1934 με μίαν "βενιζελική" ομάδα καλλιτεχνών που έφταναν τους 55 και μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν τα ονόματα του Ουμβέρτου Αργυρού, του Αγήνορα Αστεριάδη, του Μιχαήλ Αξελού, του Περικλή Βυζάντιου, της Κούλας Μπεκιάρη, της Θάλειας Φλωρά-Καραβία, του Ανδρέα Γεωργιάδη του Κρητός, του Δημήτριου Γερανιώτη, του Λουκά Γεραλή, του Γεωργίου Γουναρόπουλου, του Ορέστη Κανέλλη, της Σόφιας Λασκαρίδου, της Αγλαΐας Πάπα, των γλυπτών Γεωργίου Δημητριάδη, Αντώνη Σώχου, του Μιχάλη Τόμπρου, Μπέλλας Ραυτοπούλου, των χαρακτών Ευθύμη Παπαδημητρίου, Άγγελου Θεοδωρόπουλου καθώς και μία μικρή αναδρομική του σκηνογράφου Πάνου Αραβαντινού που είχε πεθάνει το 1930. Επικεφαλής της επιτροπής που επέλεξε την όντως πλουραλιστική, εικαστική ομάδα των νέων και των παλαιών, των μοντέρνων και των κλασικών ήταν ο πολύς Αντώνης Μπενάκης με τον Ουμβέρτο Αργυρό δίπλα του - ο οποίος  Αργυρός εξέθετε παράλληλα - και τον Νίκο Καλογερόπουλο ο οποίος έγραψε και την εισαγωγή του καταλόγου.
 Στην επόμενη διοργάνωση, το 1936, ο Αντώνης Μπενάκης συνεπικουρούμενο από τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου τον Ουμβέρτο Αργυρό αλλά και τον πρίγκιπα Παύλο, τον μετέπειτα Βασιλέα, επέλεξαν να στείλουν πάλι τον ...Αργυρό, την Αγλαΐα Παππά, τον Επαμεινώνδα Θωμόπουλο, τον ... πρίγκιπα Νικόλαο που ήταν, εκτός από γαλαζοαίματος και ζωγράφος, τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, μέλος της επιτροπής όπως είπαμε, τον Νίκο Περαντινό, τον Λυκούργο Κογεβίνα, τον Μάρκο Ζαβιτσιάνο και επίσης να οργανώσουν μικρές ατομικές του Κωνσταντίνου Μαλέα και του Νικολάου Λύτρα. Αυτή τη φορά παρότι ισχύει το ίδιο πλουραλιστικό πνεύμα αποστέλλονται μόνο 25 ζωγράφοι, δύο γλύπτες και δύο χαράκτες. Με την πολιτική σκοπιμότητα και την λογική της παρέας σταθερά παρούσες.
Το 1938 στην 21η, την λεγόμενη φασιστική Biennale, την Ελλάδα εκπροσωπούν ο Κωνσταντίνος Παρθένης, τ. βενιζελικός νυν υποστηρικτής του καθεστώτος, ο Μιχαήλ Τόμπρος και ο Άγγελος Θεοδωρόπουλος με επίτροπο τον Αντώνη Μπενάκη και με θεωρητικό τον Παντελή Πρεβελάκη. Πρόκειται για μίαν από τις πλέον επιτυχημένες, ελληνικές συμμετοχές στον θεσμό με τον Κωνσταντίνο Παρθένη να διακρίνεται ιδιαίτερα και με τον Παντελή Πρεβελάκη να εισπράττει τα εύσημα αυτής της επιτυχίας. Η 4η Αυγούστου είχε επαρκώς αισθητοποιηθεί από συστημικούς καλλιτέχνες και θεωρητικούς.
 Το 1940, παρά την διαφαινόμενη κρίση ανάμεσα στις σχέσεις Ελλάδας και Ιταλίας, η ίδια πάλι θεωρητική ομάδα αποστέλλει τους ζωγράφους Αγήνορα Αστεριάδη, Ιωάννη Μηταράκη, Παύλο Ροδοκανάκη και Δημήτρη Βιτσώρη μαζί με τους γλύπτες Γεώργιο Ζογγολόπουλο, Κώστα Παπαχριστόπουλο και Μπέλα Ραυτοπούλου. Την εκπροσώπηση συμπληρώνουν τρεις χαράκτες, ο Δημήτρης Γιαννουκάκης, ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης και ο Ευθύμης Παπαδημητρίου. Αυτή τη φορά το θεωρητικό κείμενο υπογράφει ο εστέτ Δημήτρης Ευαγγελίδης. Ήδη παρατηρούμε την εξαιρετική, ποιοτική διαφοροποίηση που σημειώθηκε από το 1934 έως 1940. Παρότι η δικτατορία συνεχίζεται, εν τούτοις οι επιλογές των ειδικών είναι όλο και περισσότερο μοντερνιστικές ενώ η διοργάνωση εμφανίζεται άκρως επαγγελματική. 
Για την εικαστική μας κοινότητα όπως προείπα η Μπιενάλε αποτελούσε και αποτελεί τον κορυφαίο, διεθνή θεσμό και το ύπατο κριτήριο των δικών της, τοπικών επιδόσεων. Μια συμμετοχή στην Μπιενάλε συνιστά την υψίστη αναγνώριση, κάτι που δεν φτάνουν τα βραβεία των Πανελληνίων Εκθέσεων που δίδονται στο Ζάππειο περίπου κάθε διετία, αρχής γενομένης από το 1938. Την επόμενη δεκαετία όμως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αλλά και ο Εμφύλιος που αμέσως μετά ξεσπά στην Ελλάδα, δεν θα επιτρέψουν στο ελληνικό κράτος να ανταποκριθεί στο θεσμό. Είναι πάντως χαρακτηριστικό πως το 1948 και ενώ το ελληνικό, αδελφοκτόνο δράμα οδεύει προς το τέλος του στις κορυφές του Γράμμου και του Βίτσι, η διάσημη γκαλερίστα και συλλέκτρια μοντέρνας τέχνης Πέγκυ Γκουγκενχάιμ επωφελείται της μη ελληνικής συμμετοχής και του άδειου περιπτέρου μας για να στήσει εκεί, και για πρώτη φορά εκτός Αμερικής, την περίφημη, έκτοτε, συλλογή της. Η πράξη αυτή αποκτά σήμερα έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα καθώς ήταν τότε που η Αμερική γίνεται και πολιτιστικά επικυρίαρχη στην Ευρώπη με την Ελλάδα επίσης απούσα, συμβολικά και ουσιαστικά, λόγω των αιωνίων, εμφυλίων ερίδων της.
Βρισκόμαστε πια στο 1950 με την χώρα να επουλώνει τις πληγές της και πάλι να συμμετέχει μετά από δέκα χρόνια στην 25η Μπιενάλε - είχαν προηγηθεί η 23η και η 24η -  στέλνοντας τους ζωγράφους Γεώργιο Γεωργιάδη, Γεώργιο Μπουζιάνη και Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον γλύπτη Θανάση Απάρτη και τον χαράκτη Α.Τάσσο. Στην επόμενη διοργάνωση, το 1952, πάλι δεν συμμετέχει η Ελλάδα ενώ το κενό περίπτερο μας καταλαμβάνει η Ολλανδία μ' ένα αφιέρωμα στον νεοπλαστικισμό, τον Piet Mondrian και το avantgarde καλλιτεχνικό κίνημα de stijl. Συμβολικά η χώρα απουσιάζει τόσο απ'τον θεσμό όσο και από την διεθνή avantgarde. 
Το 1954 επιτέλους εκμοντερνιζόμαστε, ακολουθούμε απόλυτα το πνεύμα της εποχής και αποστέλλουμε, με επίτροπο τον Δημήτρη Ευαγγελίδη, έναν μόνο καλλιτέχνη και μάλιστα τον σουρεαλιστή και συχνά λοιδορούμενο εν Αθήναις Νίκο Εγγονόπουλο. Σοκ και δέος! Από το 1956 ο Σωτήρης Μεσσήνης πρώτα και ο πολυδιάστατος Τώνης Σπητέρης ύστερα, επί μία δεκαετία, θα αναμορφώσουν απόλυτα το επίπεδο και την αισθητική της ελληνικής συμμετοχής δημιουργώντας ένα εξαιρετικά θετικό προηγούμενο για την σύγχρονη, καλλιτεχνική μας δημιουργία. H Ελλάδα γίνεται γνωστή όχι μόνο ως αρχαιοπρεπές φολκόρ αλλά και ως σύγχρονη παρουσία. Η χαμένη μας Άνοιξη του '60. Η επιβολή της δικτατορίας θα δημιουργήσει και εδώ μία μικρή αισθητική καταστροφή αλλά και μία δραματική οπισθοδρόμηση από την οποία αισθητικά και ιδεολογικά, φοβάμαι, δεν έχουμε εισέτι αναρρώσει.

Από την Κονιόρδου στην Ζορμπά

Στις 3 Ιουλίου 2018 το ρεπορτάζ της Μαίρης Αδαμοπούλου στα Νέα αναφέρει ότι η εννεαμελής επιτροπή του ΥΠΠΟΑ για την Μπιενάλε Βενετίας συγκροτηθείσα από την υπουργό Λυδία Κονιόρδου, επέλεξε ως ελληνική συμμετοχή την πρόταση της Κατερίνας Τσέλου, βοηθού του Άνταμ Σίμτσικ στην 14 documenta της Αθήνας με τίτλο Αιωρήσεις. Λεπτομέρεια: μέλος της ανωτέρω επιτροπής είναι η Συραγώ Τσιάρα, αναπληρώτρια διευθύντρια του MOMus Θεσσαλονίκης, την οποία εφεξής θα βλέπουμε όλο και περισσότερο ως εκτελέστρια της πολιτιστικής πολιτικής της κυβέρνησης... 
Στην έγκυρη Αυγή της 31/7/2018 διαβάζουμε επίσης σε ρεπορτάζ της Πόλυς Κρημνιώτη:
" ... Οι τρεις θέλουμε να κάνουμε ένα περιβάλλον συγκλίνον" λέει στην «Αυγή» ο Πάνος Χαραλάμπους, εικαστικός και πρύτανης της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Οι πρώτες συζητήσεις έγιναν με νωπή ακόμα την επίσημη συμμετοχή των Ελλήνων καλλιτεχνών στην Documenta. «Ήταν ενθουσιώδη τα πράγματα για τους Έλληνες εικαστικούς που βρεθήκαμε στο Κάσελ». Εκεί δόθηκε το εναρκτήριο λάκτισμα για «μια ανοιχτή εγκατάσταση, όπου προσδοκούμε να επιτελεστεί ένα γεγονός, όχι μια στατική εικόνα που θα προδιαγραφεί» διευκρινίζει. Μπορεί ακόμα να μην υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες, στα υλικά και στη συγκεκριμένη δομή του έργου, ωστόσο επισημαίνει ότι «το ενδιαφέρον και το διακύβευμα της πρότασής μας είναι να συντελεστεί ένα γεγονός το οποίο θα πατά στις προδιαγραφές του καθενός από τους τρεις. Το πρωτεύον είναι να συντελεστεί αυτό. Το έργο μας έχει ένα άρωμα μεταπολιτευτικού ελληνικού βίου στον οποίο ζούμε και ζωνόμαστε και οι τρεις» καταλήγει.



Μια «πολυφωνική και πολυεπίπεδη εκδοχή ενός εναλλακτικού αλλά ενεργού παρόντος» θα επιδιώξουν να δημιουργήσουν οι τρεις καλλιτέχνες «μέσα από διαφορετικές στρατηγικές και πρακτικές, αλλά με κοινά ενδιαφέροντα», όπως σημειώνουν στο κοινό κείμενό τους που διένειμε το υπουργείο Πολιτισμού. Η πρότασή τους «επιθυμεί να δημιουργήσει τη συνθήκη ενός ενεργού παρόντος. Φωνές και ιστορίες αναδύονται στο παρόν, αιωρούνται στον χώρο, τον στοιχειώνουν και δημιουργούν νέες σχέσεις και πιθανότητες για το μέλλον. Με την ένταση του ακαριαίου -ερμηνεύοντας δηλαδή το παρελθόν αυτό με τρόπο συνειρμικό και διαισθητικό, με εκφραστική ελευθερία ως προς τις συνδέσεις και τις αναπαραστάσεις του- αλλοιώνεται το παρόν και ανοίγονται νέες δυνατότητες. Η επανεξέταση του παρελθόντος και των ματαιώσεών του, η αίσθηση απώλειας και πώς αυτή καθορίζει συλλογικές / εθνικές επιθυμίες και στρατηγικές, η επαναδιαπραγμάτευση της Ιστορίας και των θεσμών που τη δημιουργούν και η ανάδειξη εναλλακτικών ιστοριών που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ηγεμονική της αφήγηση είναι από τους κύριους άξονες της πρότασης» επισημαίνουν, προσθέτοντας ότι με το έργο τους «θα συνδιαλλαγούν οργανικά στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο του περιπτέρου αλλά και πέρα απ' αυτόν». 



Η εικαστική πρόταση των τριών καλλιτεχνών επιλέχθηκε ανάμεσα σε 35 υποψηφιότητες που έφτασαν μετά την ανοιχτή πρόσκληση του υπουργείου Πολιτισμού τον περασμένο Μάρτιο. Εκείνη την περίοδο άλλωστε συγκροτήθηκε και η εννεαμελής γνωμοδοτική επιτροπή την οποία απαρτίζουν οι Ν. Χαραλαμπίδης, Ξ. Σαχίνης, Ξ. Μπήτσικας, Μ. Τσίκουτα, Στ. Σχιζάκη, Σ. Τσιάρα, Ευ. Δημητρέας, Εμ. Μαυρομάτης και Μ. Κωστάκης, ενώ την ευθύνη για την υλοποίηση της εθνικής εκπροσώπησης θα έχει το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με την ιδιότητα του επιτρόπου, ακολουθώντας την πρακτική των τελευταίων χρόνων της εκ περιτροπής ανάθεσης της παραπάνω ιδιότητας σε μουσειακούς φορείς που εποπτεύονται από το ΥΠΠΟΑ και έχουν ως αντικείμενο τη σύγχρονη τέχνη..."



Είναι προφανές και από τα δύο δημοσιεύματα ο τίτλος της συμμετοχής είναι "Αιωρήσεις" και βέβαια επουδενί εμφανίζεται ο μυστηριώδης κύριος Stigl ούτε οι, εμβόλιμες, εμφυλιοπολεμικές αναφορές που εν τέλει θα "καταλάβουν" το ελληνικό περίπτερο έναν χρόνο αργότερα.
 Τι συνέβη εν τω μεταξύ; Είναι προφανές ότι η επιτροπή άλλην έκθεση επέλεξε, οι καλλιτέχνες άλλη ιδέα υποστήριξαν θεωρητικά, η επιμελήτρια άλλο concept υπέβαλε αλλά ένα χρόνο αργότερα, το 2019, στη Βενετία συνέβησαν πράγματα εντελώς διαφορετικά. Προφανώς η αλλαγή της Λυδίας Κονιόρδου με την Μυρσίνη Ζορμπά μεταμόρφωσε και το επιλεγμένο concept της ελληνικής συμμετοχής λίγο πριν από την ιδιοφυή απόφαση της νέας υπουργού να στείλει στα Σκόπια τον Δρομέα του Βαρώτσου. Επιπλέον η ομάδα φορτώθηκε την Συραγώ Τσιάρα ως εθνική επίτροπο, πλάι στην ευλόγως δύσθυμη πλέον κυρία Τσέλου. Η οποία Τσιάρα θα επωμιστεί το βάρος ολόκληρης της αλλαγμένης πρότασης. Υπενθυμίζεται ότι παράλληλα η εν λόγω ιστορικός τέχνης διορίστηκε από την Ζορμπά υπεύθυνη για την έκθεση των συλλογών του ΕΜΣΤ μετά την σκηνοθετημένη αποτυχία του πανελληνίου διαγωνισμού για εξεύρεση νέου διευθυντή. Και σ 'αυτό το σκάνδαλο, δηλαδή η Συραγώ να σύρεται παντού ως απαξαπαντάρχις, πάλι η απόλυτη σιωπή και από τα ΜΜΕ και από τους ειδικούς που ενεπλάκησαν στις επιτροπές της ντροπής. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολιτιστική πολιτική, δεν κουνιέται φύλλο. Κυριολεκτικά! Απλώς κάποιοι χρησιμοποιούνται και έπειτα παραμερίζονται. 
Στη συνέχεια ο Ζάφος Ξαγοράρης θα αναλάβει να αναδιαμορφώσει την πρόσοψη του νεοβυζαντινού περιπτέρου μας δημιουργώντας ενα απείκασμα Μακρονήσου, με τον δυσοίωνο  αριθμό 1948 να κυριαρχεί. Πολιτική τέχνη; Μάλλον πολιτική σπέκουλα προς το κόμμα από τρεις καθηγητές ΑΕΙ, δηλαδή από τρεις ταλαντούχους όσο και συστημικούς καλλιτέχνες με την έννοια της απόλυτης συνεργασίας με το κυρίαρχο σύστημα και την μη αμφισβήτηση του. Υπενθυμίζεται ότι πρωταγωνίστησαν επίσης, άμεσα ή έμμεσα, και στην πρόσφατη documenta του Σίμτσικ με τον ίδιο μάλιστα να γράφει κείμενο στον εθνικό κατάλογο!




 Έψαξα τον τύπο σχετικά μήπως βρω κάποια δήλωση η διαμαρτυρία της επιτροπής ή των καλλιτεχνών για την προφανή αλλαγή του σκεπτικού αλλά δεν εντόπισα τίποτα. Όλα είναι καλώς καμωμένα. Η παρέμβαση της υπουργού και των συμβούλων της είναι προφανές πως βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Όπως είναι προφανές πως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου αλλά και οι επιλεγμένοι καλλιτέχνες είχαν αποφασίσει να αισθητικοποιήσουν στο όνομα του πιο θολού μοντερνισμού και της ακόμη πιο θολής ψευδοθεωρίας την επίσημη, προεκλογική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στην φετινή Μπιενάλε Βενετίας. Με άλλα λόγια είχαν αποφασίσει να εμμείνουν στο έντονα διχαστικό κλίμα που είχε δημιουργήσει ήδη ο πρωθυπουργός πλειοδοτώντας σε αναφορές Εμφυλίου, Μακρονήσου κλπ.  Δηλαδή στην στερεότυπη εικόνα μιας αριστερής μυθολογίας η οποία ανέσυρε για τις ανάγκες του 2019 και την μνημονιακή πολιτική τον Άρη Βελουχιώτη στη Λαμία, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο στον νεοελληνικό Παρθενώνα κλπ.  Και βέβαια το δίπολο "οι κακοί δεξιοί που τιμωρούν τους καλούς αριστερούς" όπως μάλλον θα συμβεί όχι συμβολικά αλλά ρεαλιστικά και στις προσεχείς εθνικές εκλογές.
Και ως προς την αμιγώς καλλιτεχνική διάσταση των πραγμάτων θα έλεγα πως οι τρεις, μάλλον κορεσμένοι και κουρασμένοι από τις πολλές ευθύνες, όμοια με τον πρωθυπουργό, καλλιτέχνες παρουσίασαν ένα αδιάφορο, ξαναζεσταμένο φαγητό, κορεσμένο κι αυτό από υπερθεωρητικές αναφορές που ελάχιστα όμωςταιριάζουν στο γενικότερο κλίμα μιας Μπιενάλε αλλά και στην ειδικότερη συνθήκη μιας περιφερειακής συμμετοχής σαν την ελληνική. Αντί να καταδειχθούν οι δυναμικές, θετικές ή αρνητικές, σχέσεις κέντρου και περιφέρειας, γενικής ιστορίας και ιστορίας της καθημερινότητας, των αντιφάσεων του παρόντος απέναντι στα στερεότυπα του παρελθόντος και τέλος πάντων να υποστηριχθεί γενναία και ειλικρινά η Ελλάδα του σήμερα και η σύγχρονη τέχνη της, επελέγη μία μίζερη, παλαιομοδίτικη σκηνογραφία η οποία έγινε ελάχιστα αντιληπτή από το διεθνές κοινό - όπως ήταν φυσικό - και γέμισε τους λιγοστούς Έλληνες που την είδαν in situ είτε αμηχανία είτε, το χειρότερο, αδιαφορία. Ειλικρινά πιστεύω πως και οι τρεις, όχι ατάλαντοι δημιουργοί, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν περισσότερο και τη φιλία τους αλλά και την ευκαιρία να εκπροσωπήσουν την σύγχρονη τέχνη μας δημιουργώντας κάτι πολύ πιο ζωντανό και πιο άμεσο. Φοβάμαι ότι ακόμα πληρώνουμε τα απόνερα της διαβόητης έκθεσης Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου που παρουσίασε η Άννα Καφέτση στην Εθνική Πινακοθήκη, αρχές του '90. Προσωπικά πάντως νομίζω πως η πραγματική, ελληνική παρουσία βρισκόταν λίγο πιο μακριά, στην μαγική αναδρομική του Γιάννη Κουνέλλη. Μια έκθεση με συνείδηση της Ιστορίας, δέος της ποίησης και βαρύνουσες, ως εκ τούτου πολιτικές συμπαραδηλώσεις (Fondazione Prada, Palazzo Corner, Ca' Della Regina).

Φωτογραφίες: 1. Συμβολικά δημοσιεύω ένα ελεγειακό έργο του πρόωρα χαμένου Λευτέρη Κανακάκι από την περίοδο της Χούντας που βέβαια δεν πήγε ποτέ Μπιενάλε όπως δεν πηγαίνουν Μπιενάλε όσοι και όσες υπερασπίζονται ανάλογα πράγματα με αυτόν. Δηλαδή τον εντόπιο, σύγχρονο Μύθο. 2. Η ΑΣΚΤ έχει πιο πολύ ενδιαφέρον έξω παρά μέσα. Εκεί που θάλλει, επιθετική και ανανεωμένη η ζωγραφική, σε πείσμα εκείνου του ακαδημοποιημένου μοντερνισμού που διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος ενώ ουσιαστικά ενδιαφέρει ελάχιστους. 3. Η πρόσοψη του ελληνικού περιπτέρου σήμερα.
4. Η Μυθική Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ το 1948, έξω από το ελληνικό περίπτερο ( περισσότερα στην β. έκδοση του ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΊΟΥ).