Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

«ΑΓΙΑΞ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!»

Πάνε τριάντα τόσα χρόνια από την εποχή που ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευε άρθρο με το ανωτέρω τίτλο στην «Αυγή». Και συμπληρώθηκαν είκοσι ένα από την περίφημη «Ωδή στον παίχτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρίστο Αρδίζογλου» του λεπταίσθητου ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου. Ο τελευταίος μάλιστα κυκλοφορούσε το 2006 μελέτη του με τίτλο «Εντός και Εκτός Έδρας –το ποδόσφαιρο στην Ελληνική ποίηση» (εκδ. Καστανιώτη) στην οποία ανθολογούσε περισσότερα από 200 σχετικά λήμματα. Αρχής γενομένης με τον Άρη Δικταίο και το ποίημά του για τον Ηλία Υφαντή του Ολυμπιακού. Που θα πει πως οι «λαπάδες» ποιητές μας αγκάλιασαν έγκαιρα τη στρογγυλή θεά γιατί μέσα απ’ αυτήν είδαν τα τελευταία σκιρτήματα μιας λαϊκής αυθεντικότητας που εξέπνεε, τις έσχατες περιπτώσεις ηρωισμού σε μιαν εποχή υπολογισμένα αντιηρωική. Μιαν απελπισμένη, τέλος, ανδρεία στην περίοδο της απόσυρσης των ανδρών και του συνδικαλισμού της ερωτικής επιθυμίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι όμοια λατρεύτηκαν από διανοούμενους και πλήθη και ο Κούδας και ο Τζορτζ Μπεστ και ο Γιόχαν Κρόιφ και ο Βάσιας Χατζηπαναγής ως πανευρωπαϊκά ινδάλματα. Έως πολύ πρόσφατα όποτε σημείωνε γκολ ο Μαχλάς στην Ολλανδία, παιάνιζαν μαντινάδες από τα μεγάφωνα του γηπέδο· ενώ όποτε σκοράρει ο δαντελένιος Τόνυ Σαβέφσκι, στη Νέα Φιλαδέλφεια οι κιτρινόμαυροι οπαδοί αποθεώνουν χωρίς μεμψίμοιρη έναν «Σκοπιανό». Ακόμα και τα πολυκαιρισμένα ρατσιστικά ανακλαστικά της μάζας των Παοκτζήδων σπινθήριζαν από αθυρόστομη ιδιοφυία όταν αποκαλούσαν στη Τούμπα τον μιγά σύζυγο της θεϊκής Σκλεναρίκοβα κ. Καραμπέ: «Σαβουρο…μη».

Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Πως το ποδόσφαιρο παρά τη μετάλλαξη του σε πλανητικό υπερθέαμα που υπνωτίζει καθηλώνοντας την υφήλιο και σε υπερεθνική επιχείρηση δισεκατομμυρίων αντέχει ακόμη στον βαθύτερο πυρήνα του συμβολισμού του: Αποτελεί εικονική μάχη στην οποία νικά ο πιο επιδέξιος, ένα είδος σκάκι στο χώρο με ζωντανά πιόνια. Είναι αναίμακτος πόλεμος που εκτονώνει συλλογικότητες, κοινωνικά απωθημένα ή φυλετικές ιδιαιτερότητες. Επίσης συνεργεί σε ταυτίσεις των υποκειμένων με τα «είδωλα» τους αποτελώντας την τελευταία ευκαιρία ενός ρωμαϊκού «θριάμβου», έστω και διαμεσολαβημένου. Σημαίνει, τέλος, την ένωση της εκκλησίας του Δήμου με την αρένα, με τους γαλάζιους και τους βένετους να ψηφίζουν δια βοής.

Υπό την έννοια αυτή ό, τι αδυνατεί να επιτύχει η αμήχανη και επιφανειακή πολιτιστικά γραφειοκρατία των Βρυξελλών, μπορεί να το καταφέρει το Euro. Επειδή δίνει, ακόμη, την ευκαιρία στους «μικρούς» να εκμηδενίσουν τους «μεγάλους» (Θυμηθείτε την Ελλάδα αλλά και τη Σλοβενία πριν από τέσσερα χρόνια). Και επειδή το Euro δέχεται τη χώρα του Πούσκιν, του Ντοστογιέφσκι, του Λένιν και του Σοστακόβιτς όταν η επίσημη Ε.Ε ακόμη το σκέφτεται. Φέτος, στην καρδιά της Ευρώπης, στην εκτός Ε.Ε Ελβετία και την συντηρητική Αυστρία φίλαθλοι από τη Σκανδιναβία ως τη Μεσόγειο και από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια θα πιουν μπίρες, θα κυματίσουν στις εθνικές τους σημαίες και, ενδεχομένως, θ’ ανταλλάξουν γροθιές. Οι ίδιοι, ενώ συνεχίζουν να βλέπουν με σκεπτικισμό την ωφέλεια ενός Ευρωσυντάγματος μονόδρομα προσανατολισμένου στην θεά Αγορά, δεν έχουν ενδοιασμούς να λατρέψουν τη Θεά Μπάλα. Και το πιο παρήγορο: Στο Euro δεν συμμετέχουν, ακόμη, οι ΗΠΑ.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ΖΑΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ*

Τα κόμματα, και κυρίως εκείνα της Αριστεράς, αγωνιούν να παραχώσουν στα προγράμματά τους ιδέες και σχέδια σχετικά με τον πολιτισμό. Μια έννοια πολύπαθη, απλωμένη βάναυσα σε κάθε χώρο του επιστητού και γιαυτό βολικά απροσδιόριστη. Οι πολιτικοί επίσης σεμνύνονται να δηλώνουν –εκτός όλων των άλλων- υποστηρικτές και του πολιτισμού. Ενώ οι ψηφοφόροι τους αν και θεωρούν εαυτούς εξαιρετικά ευαίσθητους περί τα «πολιτιστικά» -ιδιαίτερα μάλιστα αυτά που γίνονται το καλοκαίρι στο χωριό τους-, εντούτοις επιλέγουν σχεδόν πάντα εκείνους τους εθνοπατέρες που αναγνωρίζουν τον πολιτισμό στην γκρι αρζάν γραβάτα τους. Και που τον συγχέουν, τέλος, ευφυώς με την Eurovision. Ή που ταυτίζουν τη τέχνη με την έκθεση μιας γνωστής τους, ο σύζυγος της οποίας συμπτωματικά είναι χρηματοδότης του κόμματος.

Έτσι βλέπουμε να παρελαύνουν από το φερώνυμο υπουργείο ποικίλοι διάττοντες αστέρες (του πολιτισμού) που πρωτομπαίνουν σε μουσεία, πινακοθήκες ή όπερες, άμα τη ανάληψει του χαρτοφυλακίου τους να τις λησμονούν μόλις μετακινηθούν σε άλλο πιο «παραγωγικό» πόστο. Από όλη αυτή τη δυσάρεστη εμπειρία θα τους μένουν πάντως κάποιες φωτογραφίες με τον ποιητή δείνα και τον γάμα ζωγράφο (Κυριολεκτικώς). Τις οποίες βεβαίως θα χρησιμοποιήσουν στο επόμενο διαφημιστικό τους φυλλάδιο. Λίγο περισσότερο λούστρο στο ήδη υπάρχον ποτέ δεν βλάπτει τους επαγγελματίες ευαίσθητους (Να δεις που κάποιος ποιητής το είπε αυτό αλλά δεν θυμάμαι ποιος).

Ναι, αλλά τι είναι πραγματικά πολιτισμός; Έγραψα ένα ολόκληρο βιβλίο ονομάζοντας το «Ο πολιτισμός στην εποχή της μελαγχολίας» αλλά πάλι δεν είμαι σε θέση να δώσω μια ευσύνοπτη περιγραφή του. Καλύτερα. Ο πολιτισμός έχει να κάνει με την καθημερινότητά μας κι όχι με ορισμούς. Με τους τρόπους που υιοθετεί ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μας σαν σύνολο –κοινωνικές ομάδες, τάξεις, λαοί για να ζήσουμε τη μία και πολύτιμη ζωή μας με φόβο ιστορίας και με στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Ενσταλάζοντάς της λίγη περισσότερη ομορφιά απ’ αυτήν που χάνεται σπάταλα γύρω μας. Ή εκείνη που φωλιάζει μέσα μας κι εμείς το αγνοούμε.

Συχνά ο πολιτισμός συμποσούται τόσο σ’ ένα απλό χαμόγελο όσο και σ’ ένα ιδιοφυές μουσικό έργο. Αφορά τόσο σε ομαδικές συμπεριφορές όσο και σε ατομικές στάσεις. Θάλεγα πως είναι αυτό που μας υποκινεί όταν εμείς κάνουμε κάτι άλλο. Ο Ιάν Μακ Γιούαν στο μυθιστόρημα του «Σάββατο» γράφει πως νευροψυχολόγοι μπορούν να διακρίνουν το ειλικρινές από το ψεύτικο χαμόγελο γιατί στο τελευταίο δεν ενεργοποιούνται μερικοί μιμητικοί μύες γύρω από το στόμα. Οι οποίοι χρειάζονται ειλικρινές συναισθήματα για να λειτουργήσουν! (Ευτυχώς που οι πολιτικοί μας δεν διαβάζουν Μακ Γιούαν αλλά όλους τους υπόλοιπους συγγραφείς.)

Και η Αριστερά όμως πλειοδοτεί στον πολιτισμό μπερδεύοντας τον συχνά με τον παραδοσιακά αμήχανο συντηρητισμό της. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι άνθρωποι του πολιτισμού στρέφονται, σχεδόν ενστικτωδώς προς την Αριστερά, κι όχι το αντίθετο. Βλέπετε, όταν ονειρεύεσαι έναν κόσμο διαφορετικό από την υφιστάμενη πραγματικότητα, που να διαποτίζεται ολοκληρωτικά από την αυτοκρατορία της μουσικής, τότε το όραμα μιας καθολικής ανατροπής και ο πόθος της ρήξης με ό, τι σάπιο, είναι φυσικό να σε μαγνητίζουν. Η Αριστερά, στην ιδανική εκδοχή της, υπόσχεται αυτή την ουτοπία. Όπως εξάλλου και η τέχνη. Οι χίμαιρες βέβαια τρέφονται από την αύρα των ονείρων, η Ιστορία όμως χορταίνει αποκλειστικά από σάρκες ανθρώπων. Ανέκαθεν…

Ταχυδρομείο:

· Οι γιατροί απαγόρευσαν στον κ. Γ. Α. Π. κάθε είδους αθλητική δραστηριότητα. Ακόμη και το τάβλι. Φοβούνται μήπως καταπιεί τα ζάρια.

· Τι τα θέλετε, είμαστε λαός επιλήσμων. Γιατί ξεχάσατε βρε τον Σαμπρέλ;

· Ελπίζω οι υπεύθυνοι να μην φορτώσουν αναβολικά και τη κακομοίρα Καλομοίρα. Αυτή τη φορά ας μην πρωτεύσουμε.

*από την καινούργια μου συνεργασία με τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής.

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Αποχαιρετισμός

Ηρθε το Πάσχα! Με κόκκινα αβγά και με Πέτρο Γαϊτάνο.

Δύσκολο, όμως, πράγμα η Ανάσταση. Ιδιαίτερα όταν την διεκδικούν τόσο λίγοι. Απ' την άλλη, η βλακεία είναι ακαταμάχητη. Η μιζέρια ή ο φθόνος ενδημούν στον τόπο. Οι αντιγραφείς επιβραβεύονται. Παντού μικρές ή μικρο-μέγαλες εξουσίες διαγκωνίζονται στην προώθηση του κυρίαρχου πολτού. Κάποτε ο Δόλιος άρχων κατηύθυνε τα πάντα απ' το παρασκήνιο. Σήμερα αρκούν οι σκιές που τον περιβάλλουν να τρομοκρατούν όσους γεννήθηκαν τρομοκρατημένοι. Αποκλεισμοί, παρασιωπήσεις, επιβολή των φελλών, ιδού το πολιτιστικό μας τοπίο.

Ποικίλα ερπετά διακινούν την «έγκυρη» πληροφορία ότι η κριτική που ασκώ εδώ και χρόνια στα κακώς κείμενα Πινακοθηκών ή Μουσείων οφείλεται στο ότι θέλω ν' αντικαταστήσω τις διευθύνσεις τους. Λες και κανείς μπορεί να διεκδικήσει εν Ελλάδι καλλιτεχνικό οφίκιο χωρίς τη συγκατάνευση Εκείνου. Ή, το Σύστημα μπορεί ν' αποδεχθεί κάποιον που το αμφισβητεί ένδον. Ή, έστω, που διασκεδάζει με την πόζα του. Γι' αυτό και χάρηκα την παρουσία του Ν. Μπακουνάκη στην «Ελευθεροτυπία» της 11/4 ως δείγμα, ανισοβαρούς πάντως, ανεξιθρησκείας. Στο αντίπαλο, όμως, δέος ισχύει κανονικό Index Librorum Prohibitorum. Γραμμή δεν περνάει αν δεν είσαι «προσκυνημένος». Τις προάλλες, τα «Νέα» παρουσίαζαν το τελευταίο βιβλίο του Γ. Αριστηνού «Νάρκισσος και Ιανός».

Κι ενώ αναφέρονταν διεξοδικά όλοι οι συντελεστές της έκδοσης, είχε παραληφθεί ο συντάκτης του εικαστικού επίμετρου -40 σελίδες παρακαλώ- και επιμελητής του αφιερώματος για τη συλλογή Λεωνίδα Μπέλτσιου. Οταν δημοσιογραφία, δεοντολογία και λεβεντιά συνταυτίζονται... Ασχετο: Αλλο Μπακούνιν κι άλλο... Μπακουνάκης. Μεταξύ μας πάντως, από την έμμεση λογοκρισία προτιμώ την απροκάλυπτη. Δηλαδή να γράφουμε σαν να σιωπούμε. Η επόμενη επιλογή μας. Κι όμως, βούλομαι να ζω την εποχή μου, κι όχι να επιβιώνω σ' αυτήν. Κατά τ' άλλα, ζήτωσαν οι αντιγραφείς, ποιητές, κριτικοί ή απλοί γραφιάδες που κοπιάρουν άλλους γραφιάδες.

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για τις αρμοδιότητες των διευθυντριών στα μουσεία σύγχρονης τέχνης εξελίχθηκε σε κρεσέντο ασχετοσύνης, υποκρισίας και κομματικών συμψηφισμών. Εκτός του ΚΚΕ και της έντιμης στάσης του, η λοιπή αριστερά διαφώνησε συμφωνώντας με τη δεξιά της. Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι η γραφειοκρατική διεκπεραίωση αλλά τίθεται εντελώς διαφορετικά: Οι επικεφαλής όλων των μουσείων της χώρας -και ιδιαίτερα εκείνων που επαγγέλλονται μοντερνισμούς -πρέπει να εκλέγονται μέσα από ανοιχτές διαδικασίες, οι θέσεις τους να προκηρύσσονται κανονικά, να υποβάλλονται υποψηφιότητες, και ειδικό εκλεκτορικό σώμα να προκρίνει τους επαρκέστερους. Σήμερα διορίζονται αυθαίρετα από τον εκάστοτε υπουργό (νόμος Βενιζέλου). Δηλαδή ισχύουν απλά φασισμός και αυθαιρεσία. Αφού, ακόμη και τον οβελία σου διαλέγεις ανάμεσα από ομοειδή κατσίκια. Κι όχι κοτζαμάν διευθύντρια! Επ' αυτού η Εύα Μελά εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος είπε τ' αυτονόητα. Τ' ακούς Αλέκο; Ολα τα άλλα αποτελούν τις, συνήθεις, κομματικές και δημοσιογραφικές αθλιότητες. Δημόσιες σχέσεις και συμφωνίες κάτω απ' το τραπέζι αντί της διαφάνειας και αξιοκρατίας που έχει δραματικά ανάγκη ο τόπος. Διαθέτουμε, πλέον, δεκάδες άξιων μουσειολόγων και ιστορικών τέχνης κι είναι ντροπή να τους εμποδίζεται η σταδιοδρομία στο όνομα των... βραβείων Λυμπέρη. Δηλαδή να μπαίνει ταφό... πλακα στις φιλοδοξίες τους, επειδή κάποιους το Σύστημα πλασάρει σαν αιώνιους. Αμετακίνητος τόπος, με τους ζωντανόνεκρους να κάνουν παιχνίδι αλλά κανείς από δαύτους να μην ανασταίνεται στ' αλήθεια. Ποτέ... Αρα; «Σιγά μην κλάψω»...

Τδισδιάστατος χρόνος, αδελφοί. Η αποθέωση ενός παρόντος λυμφατικού που εκμηδενίζει και το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Αυτός ο ιδιότυπος στραβισμός της κάθε εξουσίας που βλέπει μόνο το τώρα, αποτελεί τον πιο ζόρικο καρκίνο της εποχής. Οσφυοκάμπτες παντού, απ' το σεμνό Γ' Πρόγραμμα που έχασε και το ύστατο φύλλο συκής του μαζεύοντας μόνον αγράμματους «φίλους», ώς τα θηριώδη συγκροτήματα εκδοτών του μπετόν και εργολάβων της πληροφορίας. Η κρίση της κοινωνίας γίνεται αναπόφευκτα κρίση της τέχνης· με τους ιδιώτες να αυτοσχεδιάζουν αυτάρεσκα εκεί που το κράτος ψευδο-αναρχικά απλώς δεν υπάρχει! Κριτικοί, θεωρητικολογούντες και ευαίσθητοι δημοσιογράφοι θαυμάζουν, με θαυμασμό επαγγελματικό, τα αόρατα ρούχα του εκάστοτε βασιλιά. Ετσι είναι ο κανόνας του παιχνιδιού. Μόνο που το παιχνίδι είναι πια εφιάλτης. Τη συνταγή της ευτυχίας (σου) όμως δεν μπορεί να τη γράψει κανείς άλλος παρά εσύ ο ίδιος. Μη θαυμάζεις λοιπόν τους αντιγραφείς της ευτυχίας. Ούτε τους λογοκρίνοντες. Ούτε εκείνους τους νεόπλουτους που γνωρίζουν την τιμή όλων των πραγμάτων και την αξία κανενός.

Φινάλε: Η Αριάδνη παρατηρεί τα πάντα με τα μάτια διάπλατα. Για να υπάρχει κάτι, πρέπει να περάσει πρώτα απ' το στόμα της. Κοιτάει ενθουσιασμένη τα αυτοκίνητα που τρέχουν αλλά δυσπιστεί ως προς την οντολογία τους. Το είναι και το μη είναι μπερδεύονται γλυκά στο μυαλό της, ενώ ό,τι γλείφεται διαθέτει συμβολικά ακλόνητο υπαρξιακό έρμα! Η Αριάδνη δεν έχει δει ακόμη τη θάλασσα. Αύριο όμως θα κατέβουμε στην παραλία του Αγίου Ρωμανού. Για την Αριάδνη το αρχέγονο, υγρό στοιχείο αύριο θα πρωτογεννηθεί. Για μένα πάλι θα είναι ένα είδος Ανάστασης. Ζώντας με την Αριάδνη οφείλεις κάθε μέρα να κατασκευάζεις τον κόσμο από την αρχή. Ν' ανασταίνεις τα πράγματά του ένα προς ένα και να τα αντιστοιχείς στις κραυγούλες της μεθοδικά. Σαν μικρός θεός έκπληκτος για τα θαύματά του τα ίδια. Φίλτατοι, εις το επανιδείν...


7 - 27/04/2008

Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο μου στην Κ.Ε.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Γιουβαρλάκια (μνήμη ζώντων)

Τα μουσεία σύγχρονης τέχνης αντιμετωπίζουν την εξής εγγενή αντίφαση: οφείλουν να υπερασπιστούν καλλιτεχνικές μορφές που ανήκουν στο τώρα και οι οποίες άρα δεν έχουν δοκιμαστεί από τη βάσανο του χρόνου. Ετσι συχνά συμβαίνει αυτό που «εκθέτουν» να είναι κατ' ουσίαν το κέλυφός τους, το αρχιτεκτόνημα που τα περιέχει, παρά τα οποιαδήποτε «περιεχόμενα» (πρβλ. το μουσείο Guggenheim στο Μπιλμπάο). Επίσης προβάλλουν περισσότερο «διαδικασίες», «προθέσεις», και λιγότερο έργα. Περισσότερο έννοιες που οπτικοποιούνται και λιγότερο εκείνον τον «χρόνο» που αποκρυσταλλώνει το πολύτιμο. Παράλληλα, η modernite, έχοντας αναλάβει το επαχθές καθήκον να ξαναορίσει «τι είναι τέχνη» και φτάνοντας συχνά σε προφανή αδιέξοδα του τύπου «όλα είναι τέχνη», «η τέχνη ολοκληρώθηκε» (Hans Belting, Arthur Danto, Giovanni Vattimo) και βέβαια στο προβοκατόρικο «Η ιστορία της τέχνης μετά το τέλος της ιστορίας της τέχνης» (Joseph Margolis, 1999), μάλλον ασφυκτιά στα σύγχρονα μουσεία, αντιδρώντας έτσι στη στανική «μουσειοποίησή» της. Δίκαια (το dada χλεύαζε το καλό γούστο), εφόσον στα μουσεία -οφείλουμε να- θαυμάζουμε τα εξαιρετικά δημιουργήματα της ιστορίας, το αποθησαυρισμένο παρελθόν και πάνω απ' όλα την κρίσιμη μετάλλαξη του συμβάντος σε ιστορικό γεγονός. Πράγματα δηλαδή ζόρικα, που έχουν καταστήσει εκατοντάδες (sic) μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής κοινότοπες κόπιες του ίδιου κι απαράλλαχτου μοντέλου: Από τα readymades του Duchamp στους μαυροπίνακες του Beuys μέσω των κουτιών Brillo του Warhol· με λίγη βρετανική ή νεοϋορκέζικη pop και νεοpop στα διάκενα και πάλι πίσω. Ωστε η αμηχανία του κοινού να διασκεδάζεται κάπως, είτε με το kitsch του Koons είτε με τον κυνισμό του Hirst.

Βλέπετε, όταν δεν υπάρχουν μεγάλοι δημιουργοί σαν τον Bonnard, τον Bacon ή τον Fontana, οι μάνατζερ της τέχνης και η αγορά κατασκευάζουν σταρ. Εφήμερους μεν, αποδοτικούς δε. Γράφεται όμως έτσι η Ιστορία; Ναι, αν επιμείνει κανείς στους υπόγειους μηχανισμούς και στα κοινωνικά επιφαινόμενα και σνομπάρει λίγο τις σνομπ βεντέτες (οι οποίες πάντως γράφουν illustrated «ιστορίες» καθ' υπαγόρευσιν, καθώς ελέγχουν τα ΜΜΕ). Βέβαια υπάρχουν και μουσεία-κολοσσοί πλάι στα μουσεία-supermarkets, όπως είναι το ΜοΜΑ στη Ν. Υόρκη ή η Neuenazionalgalerie στο Βερολίνο, όπου εκτίθενται δίπλα στους προαναφερθέντες οι Monet, Picasso, Matisse, Kandinsky, Malevich, Magritte, Pollock ή Giacometti. Εκεί δηλαδή που η ιστορία μπορεί να αισθάνεται, ακόμη, ασφαλής χτίζοντας νοήματα και υπηρετώντας σχέσεις ή ερμηνευτικά σχήματα.

Στα καθ' ημάς, τώρα, απόλυτη ψυχραιμία! Εφόσον ούτε μουσεία διαθέτουμε, ούτε βαρυσήμαντες συλλογές αλλά ούτε και την αναγκαία παραγωγή θεωρίας ώστε ν' αποκτήσουν και τα έργα τον φυσικό τους βιότοπο και οι δημιουργοί εκείνον τον ιστό που θα εκφράζει την ιδιαιτερότητά τους μέσα από μιαν παγκοσμιοποιημένη αισθητική πραγματικότητα. Ετσι ώστε να μην είναι ονόματα ατάκτως ερριμμένα σ' ένα μεταμοντέρνο scrabble αλλά ένα σώμα που αναπτύσσεται οργανικά πάνω στο δίπολο εντόπιο-διεθνικό. Διαθέτουμε βέβαια αιωνόβιες διευθύνσεις που διορίζονται από πολιτικές ηγεσίες χωρίς προκήρυξη θέσεων και δημόσια υποβολή υποψηφιοτήτων, ενώ παράλληλα στα δ.σ. των μουσείων-φαντασμάτων παρελαύνει ό,τι πετάει και ό,τι κολυμπάει ευκαιριακώς. Ακόμη και ο δημοσιογράφος κ. Καπράνος, πρόεδρος, επίσης, του ασφαλιστικού ταμείου συντακτών. Σ' αυτό λοιπόν το ιθαγενές μουσείο χωρίς κέλυφος το οποίο φιλοξενείται συστηματικά στο Abou Dabi, τα υπόγεια δηλαδή του Μεγάρου Μουσικής, είδαμε την ταυτολογική έκθεση «Σε ενεστώτα χρόνο», δηλαδή ό,τι πρέπει ν' αποφεύγει να δείχνει ένα σοβαρό μουσείο που διαχειρίζεται το μοντερνιστικό διακύβευμα: Οχι τα τελευταία ευρήματα των γκαλερί, όχι τα πιο πρόσφατα πουλαίν των συλλεκτών και των ΜΜΕ, όχι τις ατομικές εκείνες περιπτώσεις που επουδενί συγκροτούν την αντιπροσώπευση του σήμερα· ούτε και την ωχρή αντανάκλασή τους. Εχουμε λοιπόν μια εκδήλωση αφιερωμένη στο πιο έωλο «τώρα», ερήμην της Ιστορίας, των σχέσεων, των ερμηνειών. Λες και όλα προέκυψαν από το πουθενά κι αύριο νέα «όλα» (σαν του Θέμου) θα διαγράψουν χαρούμενα τα σημερινά «τίποτε». Εφόσον ουδείς οφείλει τίποτε σε κανέναν. Ιδού το μεταμοντέρνο μότο. Ανύπαρκτοι οι, μόλις, χθεσινοί δημιουργοί μ' ένα έργο όμως ουδόλως ευκαταφρόνητο: Ο Δημήτρης Ντοκατζής, η Πελαγία Κυριαζή, ο Αγγελος Σκούρτης, ο Αγγελος Παπαδημητρίου, ο Γιάννης Κουτρούλης, ο Γιάννης Στεφανάκις, η Ελένη Νικοδήμου, ο Αγγελος Σπάρταλης, η Βάνα Ξένου, ο Ανδρέας Βούσουρας, ο Νίκος Χαραλαμπίδης, η Μαρία Λοϊζίδου, ο Γιώργος Ξένος, ο Γιάννης Τζερμιάς, ο Μίλτος Μανέτας, ο Δημήτρης Ζουρούδης, η Κατερίνα Διακομή, ο Δημήτρης Μεράντζας, η Σοφία Κοσμάογλου, ο Παντελής Χανδρής, ο Δημήτρης Τσουμπλέκας, ο Αχιλλέας Χρηστίδης, ο Σπύρος Βερύκιος, η Κατερίνα Μερτζάνη κ.λπ. Για να μην αναφερθώ στους λίγο πιο παλιούς.

Ετσι, χωρίς ιστό, σαν ένα πουκάμισο που ξηλώθηκε, εκτίθενται εικόνες χωρίς σημεία αναφοράς, ούτε εκτός, ούτε εντός. Πλην, ίσως, του Flash art. Και το χειρότερο: Ουδείς ψόγος, καμία κριτική παρατήρηση ή ένσταση. Η ιστορία σταμάτησε (προσωρινά;) και τώρα παίζει η (αγοραία) εντύπωση. Το απείκασμα. Η, βαθιά, κρίση της κοινωνίας έχει καταστεί και κρίση της τέχνης. Κάποιοι με τις αξίες και τις ζωές μας μαγειρεύουν γιουβαρλάκια. Κι εμείς τους το επιτρέπουμε.

Σημ.: Δεν είναι τυχαίο πως η μόνη εκπομπή πολιτισμού στο Mega είναι ο συμπαθής Μαμαλάκης. Στα κρατικά, πάλι, τον πολιτισμό διακονούν μαμαλάκες, κολλητοί της διεύθυνσης. Μέχρι να εμφανιστεί ο πατήρ Δρακουμέλ Καρπαθίων και να τους ρίξει όλους σε γέεννα πυρός.


7 - 20/04/2008

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Το φως του Απόλλωνα (Παλάς)

Οταν το θέαμα υπερκαλύπτει όχι την ουσία μόνο αλλά και την ίδια τη λογική, τότε έχουμε... «τελετή αφής». Που θα πει πως ενώπιον ορθόδοξων χριστιανών πολιτικών και κομμουνιστών-βουδιστών μάνατζερ μια ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης επικαλείται τη βοήθεια του Απόλλωνα αλλά και του Δία για ν' ανάψει η σπίθα του μεγαλύτερου σόου της τετραετίας. Και για να καταλάβει το ιθαγενές κοινό: ένα είδος Ψινάκηδων εις τη νιοστή που τρέχουν, κολυμπάνε, παλεύουν και, αναγκαστικά, πηδάνε υπό τα όμματα της παγκοσμιότητας. Αυτό το πράγμα ονομάζεται «Ολυμπιακοί αγώνες».

Επ' ευκαιρία οι πολυεθνικές πολλαπλασιάζουν το καταναλωτικό τους κοινό ενώ τα κράτη επιδίδονται σε παιχνίδια γεωπολιτικής επίδειξης. Κι όλα αυτά μέσα από τα κυρίαρχα τηλε-οπτικά σύμβολα. Ενα εκ των οποίων είναι και το Ολυμπία-σόου με τη φλόγα του. Θα μου πείτε πως αν ήθελαν φλόγες και αφές οι Κινέζοι γιατί δεν έρχονταν το καλοκαίρι που είχαμε άφθονες, και μάλιστα δεν ξέραμε τι να τις κάνουμε. Wrong timing κ. Ρονγκ μου, που αν και ελβετός καλβινιστής γουστάρετε πρωθιέρειες με χιτώνες και εφήβους με φουστίτσες στο όνομα της παγκόσμιας εκεχειρίας. (Ή, να υποθέσω, παιδοφιλίας; Με την καλή έννοια!). Η οποία πάντως εκεχειρία δεν ισχύει στο Θιβέτ αλλά ούτε και στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Νταρφούρ, την Κολομβία, την Τσετσενία, την Παλαιστίνη· για να μην αναφερθούμε στην Ιρλανδία και την αναγγελθείσα επαναδραστηριοποίηση του IRA. Αλήθεια, πού βρίσκεται η Λάσα; Η ΕΡΤ πάντως δεν ξέρει.

Απ' την άλλη, η υπεροπτική επενδύτρια Δύση με το διαφωτιστικό της όραμα προ οφθαλμών λησμονεί πως στην Κίνα έχουμε ένα ιδιότυπο, ληστρικά καπιταλιστικό καθεστώς, με δολοφονικά ολοκληρωτική ηγεσία -το τελευταίο (υπό)δειγμα υπαρκτού κομμουνισμού- η οποία έχει εξαφανίσει την οποιαδήποτε αντιπολιτευτική φωνή, εκτελεί μαζικά αντιφρονούντες ως κοινούς «ποινικούς», εξαφανίζει περιοχές ολόκληρες από το χάρτη στο όνομα του «εκσυγχρονισμού» και ρυπαίνει πολλαπλάσια τον πλανήτη -χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Ηδη, κράτη και ιδιώτες αντιμετωπίζουν την πρόκληση να σαμποτάρουν το «φιλικό Πεκίνο», συν τοις άλλοις, και εξαιτίας της υπερβολικής του μόλυνσης, η οποία είναι θανατηφόρα για τους αθλητές. Εις πείσμα των όποιων ρεκόρ εισπράξουν οι αδηφάγες πολυεθνικές, είτε παρασκευάζουν αεριούχα, είτε αθλητικά παπούτσια, είτε όπλα.

Αυτές μάλιστα οι τελευταίες κατά παράδοξο τρόπο εμπλέκονται όλο και συχνότερα στις υποθέσεις και τις επενδύσεις του «πολιτισμού», για την ψυχή βεβαίως του μπαμπά τους αλλά και του αειμνήστου Nobel, του βιομήχανου πυρίτιδας και των βραβείων, βεβαίως βεβαίως. Πράγμα που θα πει ότι όποιος εμπλέκεται στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου δεν θα τη βγάλει πολύ καθαρή, εκτός κι αν είναι από φυσικού του λίγο λερωμένος· οπότε δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Εμείς, πάλι, ένα μικρομέγαλο έθνος με τεράστιο παρελθόν, αδιόρατο παρόν και συζητήσιμο μέλλον πρωτοστατούμε εκθύμως στο σύγχρονο ορισμό του kitsch που λέγεται «τελετή αφής» και αφήνοντας σοβαρές και μη εργασίες τρέχουμε συμπούρμπουλοι στην Ιεράν Αλτιν να δούμε πώς ανάβει το απολλώνειο φως, όχι από τη δάδα του εμπρηστή αλλά από το τσακμάκι της κυρίας Ναυπλιώτου. Τς, τς, τς, που θα 'λεγε κι ο Τσιφόρος.

Ωωωω, Θεεέ Απόοολωνα (Παλάς)... Και να σκεφτείς πως κοροϊδεύουμε τους Δωδεκαθεϊστές και τους αρχαίους Μακεδόνες του Καρατζαφέρη. Ενώ τόση compact γελοιότητα ενώπιον της πολιτικής ημών ηγεσίας και των σχιστομάτηδων φίλων της Ειρήνης (του Σταδίου) αλλά όχι και του δαλάι λάμα, δεν ενόχλησε ουδένα. Ισως γιατί οι Νεοέλληνες αυτοθαυμάζονται ως κατευθείαν (straight) απόγονοι του Δία και της Αφροδίτης και άρα το θεωρούν απολύτως φυσικό οι κεραυνοί να πέφτουν από τον Ολυμπο. Αποκλειστικώς!

Αν και η πιο σημαντική στιγμή της τελετής ήσαν οι ακτιβιστές που παρεισέφρησαν υπενθυμίζοντας πως εκτός από τα αναβολικά, τις εργολαβίες μεγαθηρίων ή τις δημόσιες σχέσεις των «αθανάτων» businessmen υπάρχουν και οι λαοί που απειλούνται με ισοπέδωση και που αγωνίζονται ως θνητοί για αξίες αθάνατες και δικαιώματα αναπαλλοτρίωτα. Και μόνο γι' αυτό οι Αγώνες του Πεκίνου δεν θα 'πρεπε να γίνουν. Γι' αυτό και μόνο θα όφειλε η συνειδητοποιημένη διεθνής κοινότητα να τους σαμποτάρει. Η καγκελάριος Μέρκελ έκανε την αρχή. Αγαπητέ Μ. Λιάπη, ελπίζω να κατάλαβες τώρα γιατί αρνήθηκα, τελικά, να πραγματοποιήσω έκθεση νέων δημιουργών στο Πεκίνο. Εστω κι αν ο τίτλος με... κάλυπτε: «Στιβαρός καπιταλιστής ερωτεύεται αιθέρια κομμουνίστρια».

Την παράσταση πάνως απ' την τελετή αφής έκλεψε ο μπατσούλης που του έφυγε το καπέλο. Ολη η σοβαροφάνεια και η αυθόρμητη γελοιότητα του κράτους υμών. Ιδιος ο Ηλίας του 16ου!

(Το Yahoo συνεργάζεται με την κινέζικη κυβέρνηση «δίνοντας» στοιχεία αντιφρονούντων. Α propos, δείτε τις «Ακίνητες Ζωές» του Ζία Ζανγκ Κε και την ετοιμοθάνατη πόλη Φένγκζιε).

7 - 13/04/2008

Μοντέρνες «Καρυάτιδες» κάπου στην Ηλεία (αρχιτέκτων ο Ηλίας του 16ου, φωτογρ. Β. Καββαθάς). Αν ήταν Κινέζες, θα υποβάλλονταν σε υποχρεωτική στείρωση.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

Σκληρή καρδιά!

Ξέρετε ποιος είναι ο Τάκης, η σκληρή καρδιά; Ούτε εγώ ήξερα ως τη στιγμή που μου τον σύστησε μια νεαρά και ζωηρή συνεπιβάτισσά μου προχτές στο τραμ. Μου τον σύστησε δηλαδή τρόπος του λέγειν καθώς τον διαφήμισε σ’ ολόκληρο το βαγόνι που την παρακολουθούσε με ανάμεικτα συναισθήματα να μιλάει, δηλαδή να ξεφωνίζει, από το κινητό της. Το love story με τον Τάκη, τη σκληρή καρδιά, μάλλον έφτανε σε άδοξο τέλος, πράγμα που δικαιολογούσε την ένταση της φωνής όσο και τη διάρκεια της συνδιάλεξης. Η ζωηρή μικρά έπαιζε τα ρέστα της, όπως έπαιζε και με τα νεύρα όλων των ακούσιων ωτακουστών. Και κυρίως τα δικά μου. Φαίνεται πάντως πως αυτό το ξεμπρόστιασμα της ιδιωτικής ζωής σε δημόσιους χώρους με κορύφωση τη καταχρηστική χρήση αυτών των διαολοσυσκευών που λέγονται ελληνιστί mobiles, έχει γίνει η εθνική μας ατραξιόν. Πουθενά στον κόσμο δεν βλέπεις τόσους πολλούς να εξαρτώνται τόσο ψυχωτικά από τα κινητά τους: μωρά παιδιά , ώριμες κυρίες, ενζενί ή γιάπηδες που ανησυχούν για το χρηματιστήριο, κλπ. Για όλους αυτούς δημιουργούνται μαγικά, μικρές ιδιωτικές νησίδες στη μέση του πουθενά από τις οποίες μπορούν να στέλνουν τα μπουκάλια των παθιασμένων τους μηνυμάτων προς πάσαν κατεύθυνση. Γαμάτα! Η νέα αυτή τηλε-αισθητική προήλθε σαφώς από τις μιμήσεις της τηλε-πραγματικότητας η οποία επιτρέπει ή μάλλον επιβραβεύει το προσωπικό ξεγύμνωμα ή την φωταγώγηση και του πλέον ιδιωτικού. Η κρυφή κάμερα είναι πια συλλογικό ανακλαστικό. Ο, τι γίνεται στη κρεβατοκάμαρά μας, μπορεί να μεταδοθεί διακαναλικά. Και να δημοσιοποιηθεί τηλε-φονικά. Ουάου! Στα σοβαρά τώρα, το τραμ παρότι αμφισβητήθηκε –και από τον υπογραφόμενο- πέτυχε απόλυτα αλλάζοντας την φυσιογνωμία των περιοχών που διασχίζει. Ήδη η εμπειρία της λειτουργίας του επιβάλλει κάποιες βελτιώσεις. Για παράδειγμα την επέκτασή του στο κέντρο του Πειραιά (η γραμμή ΣΕΦ τερματίζει στο πουθενά), τη κατάργηση ενδιάμεσων σταθμών που δεν έχουν κίνηση ή που καθυστερούν τη ροή των συρμών, τον εξορθολογισμό των λεωφορειακών γραμμών που κινούνται παράλληλα ώστε να πλειοδοτηθεί μ’ επιβάτες το σταθερό μέσο, κ.ο.κ. Και βέβαια την άμεση ρύθμιση του υπεσχημένου, «πράσινου ρεύματος» ώστε ν’ αυξηθεί η μέση ταχύτητα και ταυτόχρονα η «άμεση» γοητεία των τρένων της πόλης. Ακούτε κ. Χατζηδάκη; Τεχνογνωσία χρειάζεται , πολιτική βούληση και όχι κεφάλαια ή μίζες. Και θ’ αλλάξει η ζωή χιλιάδων συμπολιτών μας. Κάντε κάτι γρήγορα και μην το αναβάλετε.

Σκληρή καρδιά!

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Στενογραφία

Στον Κώστα Μαυρουδή

Μου ειπώθηκε αρμοδίως να γράφω λιγότερα, γιατί ξεχειλίζει η στήλη. Πρότεινα ν' αφαιρεθεί η φωτογραφία, η οποία μπαίνει ούτως ή άλλως σαν γραμματόσημο. Μου είπαν πως δεν είναι δυνατόν το «επί πίνακι» να μην έχει πίνακα. Εξασκούμαι συνεπώς σε μεγαλύτερη λιτότητα-πυκνότητα. Εξάλλου θα μπορούσα να μη γράφω και καθόλου. Ή να συντάσσω μιαν εκτενή λεζάντα. Τέλος και τα υστερόγραφα. Πιάνουν χώρο. Και οι λοιπές εξυπνάδες περί «Υπουργείων περιττών υποθέσεων» και «Ποιητών Προφορικής Ποίησης». Η δημοσιογραφία απαιτεί σοβαρότητα και εγκράτεια. Οι καιροί είναι δύσκολοι για τα κείμενα και εύκολοι για τις εικόνες (ειδικά όταν είναι ευκοίλιες). Η ζωγραφική πάλι συνιστά -ακόμη- στοχαστική σιωπή σ' έναν κόσμο που κυριαρχείται από αστόχαστη φλυαρία. Αρα είναι ντεμοντέ.

Επίσης παλιότερα μου είχε συσταθεί να μη γράφω ονόματα. Δεν είναι κομψό όταν δεν είναι επικίνδυνο (ο νόμος Βενιζέλου, βλέπετε). Ελα όμως που και ο Θεός και ο Διάβολος έχουν ονοματεπώνυμο. Οπως κι η Κόλαση ή ο Παράδεισος διεύθυνση. Εκτός κι αν είναι καλύτερα να λες «ο γνωστός μεταρρυθμιστής πολιτικός είναι θλιβερός ερασιτέχνης» ή «ο τάδε μεγαλοσυλλέκτης και πάτρονας των τεχνών είναι έμπορος όπλων και ξεπλένει έτσι μαύρο χρήμα». Ενώ η «χι τράπεζα δεν είναι ευαίσθητη περί τον πολιτισμό, αλλά μέσα από τις χορηγίες επιτυγχάνει περισσότερα οικονομικά οφέλη γιατί κερδίζει σε status». Και τέλος τα πολιτισμικώς μεγάλα γεγονότα είναι απλώς η γέφυρα για να περάσουν οι διαφημιστές, οι έμποροι και οι χαρούμενοι επενδυτές. Θέλετε περισσότερα στοιχεία; Λυπάμαι, αυτή εδώ είναι μόνο μια επιφυλλίδα.

Κατά βάθος, πάντως, θαυμάζω τους ανθρώπους των ΜΜΕ για την ικανότητα που έχουν να βγάζουν απ' τα σκατά χρυσάφι. Αλλά και να μετατρέπουν το χρυσάφι σε σκατά αν το απαιτεί η συγκυρία ή το συμφέρον της πατρίδος (δηλαδή οι μπίζνες του αφεντικού τους). Σ' αυτόν τον τόπο κανείς δεν συγκρούεται με κανέναν, ο συμβιβασμός είναι το εθνικό μας σπορ· όπως είναι και ο χυλός το εθνικό μας έδεσμα (ο οποίος, ω του θαύματος, φοριέται και σαν άρωμα).

Τι τα θέλετε, μία είναι η τέχνη: το κέρδος. Η μεγιστοποίηση του κέρδους από επιχειρηματίες και τράπεζες μετατρέπει την τρέχουσα πολιτική και τους παρατρεχάμενους πολιτικούς της σε απρόσωπους ρυθμιστές του χάους της Αγοράς. Οι προβλέψεις τους έχουν το κύρος των ζωδίων, της πιο ακριβοπληρωμένης στήλης σε εφημερίδες και περιοδικά. Οι εν λόγω πολιτικοί έχουν επωμισθεί την ευθύνη να μετατρέψουν τους πολίτες σε καταναλωτές οι οποίοι έχουν ένα δικαίωμα και μία, αποκλειστικά, υποχρέωση: να καταναλώνουν. Μέσα, βέβαια, σ' αυτή την παρακμή ξεχωρίζει ένας πολιτικός-διαμάντι: ο Βαΐτσης Αποστολάτος (Ωχ! Μου ξέφυγε όνομα!).

Τέλος, δηλώνω πως σιχαίνομαι τους επαναστάτες εκείνους που σε κάθε διαδήλωση σπάνε το βιβλιοπωλείο του Αδώνιδος Γεωργιάδου -εδώ το όνομα είναι επιβεβλημένον- στη Σόλωνος. Εκτός κι αν τον αποζημιώνει ο γνωστός σταρ δημοσιογράφος που τον απασχολεί σε καθημερινή βάση. Εν ολίγοις δεν καίμε βιβλία, δεν πολεμάμε έτσι τους εχθρούς μας, γιατί έμμεσα τους δικαιώνουμε και άμεσα ξεφτιλιζόμαστε.

Ζούσε κάποτε ένας συγγραφέας αριστερός που λεγόταν Γιώργης Ζάρκος (1902-1967) και δημοσίευε λιβέλους εναντίον των ακαδημαϊκών, του υπουργού Δικαιοσύνης, του αρχηγού της Αστυνομίας. Επειτα παραδιδόταν στην εξουσία για να γελοιοποιήσει τους θεσμούς της. Εγραφε σε φωνητική ορθογραφία και οι εκδ. Φαρφουλάς κυκλοφορούν 4 εξαιρετικά κείμενά του. Αυτός λοιπόν ο τύπος έσπαζε συστηματικά τη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου «Πυρσός», επειδή του έκλεψαν ένα διήγημα, κι έπειτα απολάμβανε το σόου της Δικαιοσύνης (1932).

Δικαστής: Βγάλε το καπέλο σου κε τα χέρια από τις τσέπες...

Ζάρκος: Δεν το βγάνο. Μεταχιρίσου βία γιατί αφτί ίνε ι δουλιά σου (σελ. 45). Δεν θέλο χάρι κι ίχτο... Ζιτάου δικεοσίνι. Αν ίμε τρελός, κλίστε με στο τρελοκομίο... Αν όχι στιν φιλακί... Δεν ιπογράφο (σελ. 49). Σήμερα οι βιτρίνες σπάζονται υπό τα όμματα των ΜΑΤ που πίνουν φραπέ. «Αναρχικοί» και αστυνομία εξυπηρετούν το Σύστημα στην εντέλεια. Τέλεια...


7 - 06/04/2008